← Κύπρος

Μαρκαντώνη ν. Eurolife Ltd, Αρ. Αγωγής: 3489/2011, 18/9/2018

Μαρκαντώνη ν. Eurolife Ltd, Αρ. Αγωγής: 3489/2011, 18/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A508 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3489/2011 Μεταξύ: XXXXX Μαρκαντώνη Ενάγουσας και Eurolife Ltd Εναγομένης Αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 3.7.2018 για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 18 Σεπτεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κα Ζαχαρία Για την Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση: κα. Παρπαρίνου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Ιστορικό της Υπόθεσης - Δικογραφημένες Θέσεις των δυο πλευρών - Ακροαματική Διαδικασία Στις 18.5.2011 η Ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την αξιώνει το ποσό των €80.795,00 ως επιπρόσθετο ποσό για το ωφέλημα της μόνιμης και ολικής ανικανότητας δυνάμει ασφαλιστηρίου συμβολαίου το οποίο είχε συνάψει με την Εναγόμενη. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας ως αυτοί προκύπτουν από την Έκθεση Απαίτησης, κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, η ίδια ήταν πελάτης της Εναγόμενης και ασφαλισμένη σε αυτήν. Πιο συγκεκριμένα, δυνάμει ασφαλιστηρίου συμβολαίου ημερομηνίας 7.2.2004, η Ενάγουσα συμφώνησε με την Εναγόμενη και η τελευταία την ασφάλισε, μεταξύ άλλων, για το ποσό των £100,000 για θάνατο και £100,000 για ωφέλημα μόνιμης και ολικής ανικανότητας. Κατά ή περί την 16.5.2007, μετά από αίτηση της Ενάγουσας, έγινε τροποποίηση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου με αποτέλεσμα το ασφαλισμένο ποσό του επιπρόσθετου ωφελήματος μόνιμης και ολικής ανικανότητας να αυξηθεί σε £140,000 (ήτοι €239,105) και το ασφαλισμένο ποσό της βασικής κάλυψης για θάνατο επίσης να αυξηθεί σε £140,

  1. Αργότερα, και πιο συγκεκριμένα στις 6.5.2008 έγινε νέα τροποποίηση ώστε το ασφαλισμένο ποσό τόσο της βασικής κάλυψης όσο και του επιπρόσθετου ωφελήματος για μόνιμη και ολική ανικανότητα αυξηθεί σε €320,
  2. Η αύξηση του ασφαλισμένου ποσού, με ισχύ από 7.3.2018, έγινε λόγω του ότι η Ενάγουσα θα προέβαινε σε αύξηση του δανείου της στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (στο εξής η «Εμπορική Τράπεζα»), όπου είναι εκχωρημένο το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Η Ενάγουσα προέβηκε σε χειρουργικές επεμβάσεις προς το σκοπό επιμήκυνσης των κάτω άκρων παράλληλα με ευθυγράμμισή τους πλην, όμως, υπέστηκε βλάβη στην σπονδυλική στήλη με αποτέλεσμα να καταστεί μόνιμα και ολικά ανίκανη και να καθηλωθεί σε τροχοκάθισμα. Η Εναγόμενη αναγνώρισε το γεγονός αυτό, πλην, όμως έκρινε ότι η Ενάγουσα καλύπτετο μόνο μέχρι του ποσού των €239,
  3. Ως εκ τούτου, η Ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή αξιώνοντας το υπόλοιπο ποσό των €80,
  4. Ακολούθως, μετά από αίτηση της Ενάγουσας για έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης ημερομηνίας 1.7.2011, στις 4.10.2011 καταχωρήθηκε η Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης όπου εγείρεται προδικαστική ένσταση επί το ότι η Ενάγουσα στερείται δικαιώματος και/ή αγώγιμου δικαιώματος από του να εγείρει την παρούσα αγωγή και/ή από το να εισπράξει οποιοδήποτε ποσό με βάση το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο καθότι στις 13.2.2004 η Ενάγουσα εκχώρησε τούτο στην Εμπορική Τράπεζα προς τον σκοπό εξασφάλισης τραπεζικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο ή άλλο λογαριασμό και/ή με την μορφή δανείου και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων. Είναι, επίσης, η θέση της Εναγόμενης ότι με βάση τους όρους της Συμφωνίας Εκχώρησης Ασφάλειας Ζωής μεταξύ της Ενάγουσας και της Εμπορικής Τράπεζας η πρώτη δεν νομιμοποιείται στην έγερση και προώθηση της παρούσας αγωγής καθότι έχει εκχωρήσει προς την Εμπορική Τράπεζα όλα τα δικαιώματα και συμφέροντα της που απορρέουν από το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Επί της ουσίας της υπόθεσης, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η τροποποίηση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ημερομηνίας 6.5.2008 αφορούσε μόνο το ασφαλισμένο ποσό σε περίπτωση θανάτου και όχι το ωφέλημα της μόνιμης και ολικής ανικανότητας. Συνεπώς, το ποσό που έπρεπε να πληρωθεί είναι €239,105 και όχι €320,000, ως η θέση της Ενάγουσας. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση η Ενάγουσα αρνείται και απορρίπτει την προδικαστική ένσταση της Εναγόμενης και αναφέρει ότι ως μόνη δικαιούχος και/ή ιδιοκτήτης του νόμιμου τίτλου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου νομιμοποιείται και/ή έχει έννομο συμφέρον στην έγερση και προώθηση της αγωγής. Περαιτέρω δε προβάλλει ότι με βάση την εκχώρηση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η Ενάγουσα εκχώρησε μόνο τα δικαιώματα να λάβει η Εμπορική Τράπεζα τα χρήματα που θα καταστούν πληρωτέα από αυτό και ως εκ τούτου για σκοπούς της παρούσας παραμένει ασφαλισμένη. Τέλος, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη ήδη εξέδωσε επιταγές προς όφελος της και επιφυλάσσεται να αναφερθεί στα νομικά σημεία και δικαιώματα που πηγάζουν από τη Συμφωνία Εκχώρησης κατά την ακρόαση της αγωγής. Στη συνέχεια το Δικαστήριο επιλήφθηκε αιτήσεων που καταχωρήθηκαν από τις δυο πλευρές για αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων και η υπόθεση ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες για ακρόαση. Η ακρόαση της υπόθεσης άρχισε στις 7.12.2017 με δηλώσεις παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων ως οι σχετικοί κατάλογοι που κατατέθηκαν ως Έγγραφα Α και Β. Ακολούθως, στις 8.12.2017 η πλευρά της Εναγόμενης καταχώρησε αίτηση δυνάμει της Δ.27 ΘΘ. 1-3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ζητώντας όπως η προδικαστική της ένσταση ως καταγράφεται πιο πάνω αποφασιστεί από το Δικαστήριο σε εκείνο το στάδιο. Με απόφαση του ημερομηνίας 9.5.2018 το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της Εναγόμενης λόγω της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην υποβολή του και χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία της προδικαστικής ένστασης. Η ακρόαση της υπόθεσης συνεχίστηκε στις 22.5.2018, οπότε και δόθηκε μαρτυρία από την Ενάγουσα κα XXXXX Μαρκαντώνη ως Μ.Ε.
  5. Στα πλαίσια της μαρτυρίας της η Ενάγουσα υποστήριξε ότι η εκχώρηση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου στην Εμπορική Τράπεζα (η οποία μεταβιβάστηκε στην Alpha Bank Cyprus Ltd) δεν ήταν απόλυτη αφου η ίδια εκχώρησε μόνο τα δικαιώματα να λάβει η Τράπεζα τα χρήματα που θα καταστούν πληρωτέα από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο μέχρι του ποσού της διευκόλυνσης που έλαβε από αυτήν, και όχι του νόμιμου δικαιώματος αγωγής. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το συνολικό ποσό των €239,205, το οποίο η Εναγόμενη αποδέχθηκε ότι της οφείλει, καταβλήθηκε με δώδεκα επιταγές των €19.933,75 που εκδόθηκαν ανά τρίμηνο. Προς τούτο δε κατατέθηκε ως Τεκμήριο 22 δέσμη τραπεζικών εγγράφων όπου, ως υποστήριξε, φαίνεται η κατάθεση των εν λόγω επιταγών απευθείας στον προσωπικό τραπεζικό της λογαριασμό. Σε αυτή τη βάση, αποτέλεσε θέση της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη την αναγνώρισε ως μοναδική και αποκλειστική δικαιούχο λήψης του ασφαλισμένου ποσού του ωφελήματος της μόνιμης και ολικής ανικανότητας (σχετικές είναι οι παράγραφοι 8-10 της Γραπτής της Δήλωσης - Έγγραφο Γ). Κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας, η συνήγορος της Εναγόμενης αμφισβήτησε την πιο πάνω θέση της Ενάγουσας περί διενέργειας απευθείας πληρωμών στο λογαριασμό της και αφού της υπέδειξε τη δέσμη εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, υπέβαλε ότι οι πληρωμές γίνονταν στην Εμπορική Τράπεζα ως εκδοχέα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και όχι στην ίδια. Επί τούτου η Ενάγουσα απάντησε πως, όπως η ίδια γνώριζε, οι καταθέσεις γίνονταν στον τρεχούμενο λογαριασμό της χωρίς να έχει στη διάθεσή της οποιαδήποτε άλλα στοιχεία. Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι η ίδια η Εμπορική Τράπεζα της είχε ζητήσει να προχωρήσει με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής καθότι δεν υπήρξε εκχώρηση των δικαιωμάτων που προκύπτουν από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Ενάγουσας η υπόθεση προγραμματίστηκε για συνέχιση στις 12.6.2018 και 29.6.2018 με σκοπό, ως δηλώθηκε από τον κ. Ιωαννίδη, να προσκομιστεί μαρτυρία από την τράπεζα στην οποία εκχωρήθηκε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Η ακρόαση της υπόθεσης κατά τις εν λόγω ημερομηνίες αναβλήθηκε για λόγους που αφορούσαν την Ενάγουσα και είναι καταγραμμένοι στο πρακτικό του Δικαστηρίου. Η παρούσα αίτηση Στις 3.7.2018 η Ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία αιτείται τις ακόλουθες θεραπείες: «
  6. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η τροποποίηση του τίτλου της ανωτέρω αγωγής: i. Δια της αντικατάστασης του ονόματος της Ενάγουσας από "XXXXX ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΗ" σε "XXXXX ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΩΣ ΕΜΠΙΣΤΕΥΜΑΤΟΔΟΧΟΣ ΤΗΣ ALPHA BANK CYPRUS LTD" 2.Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται η Έκθεση Απαίτησης δια της προσθήκης πριν την παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαιτήσεως των ακόλουθων ως νέων παραγράφων και την αναρίθμηση αυτών και των υπολοίπων παραγράφων συμφώνως της προτεινόμενης προσθήκης :- i.
  7. Η Ενάγουσα η οποία κατά ή περί την 13/02/2004 εκχώρησε το υπ' αριθμό 90/0131004 ασφαλιστήριο συμβόλαιο στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (εφεξής εκδοχέας) προς τον σκοπό εξασφάλισης τραπεζικών διευκολύνσεων, εγείρει την παρούσα αγωγή υπό την ιδιότητα της ως εμπιστευματοδόχος του εκδοχέα κατόπιν επιθυμίας και/ή προφορικής και/ή ρητής εξουσιοδότησης του εκδοχέα προς την Ενάγουσα να τον εκπροσωπεί ως εμπιστευματοδόχος του. ii.
  8. Κατά ή περί την 13/03/2015 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια της υπ' αριθμού 127/2015 Αίτησης εξέδωσε διάταγμα δυνάμει του οποίου ολόκληρη η επιχείρηση και/ή ιδιοκτησία και/ή υποχρεώσεις και/ή δικαιώματα της Emporiki Bank-Cyprus Ltd μεταβιβάστηκαν και/ή εκχωρήθηκαν και/ή ανατέθηκαν και/ή παραχωρήθηκαν στην Alpha Bank Cyprus Ltd.» Η αίτηση βασίζεται κυρίως στη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας. Στην ένορκη δήλωσή της η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι προτού δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο στις 22.5.2018, «νόμιζε» ότι η πληρωμή του ποσού των €239.205,00 γινόταν στην ίδια δια της κατάθεσης των δώδεκα

(12)επιταγών των €19.933,75 της Εναγομένης απευθείας στον προσωπικό της λογαριασμό με αρ. XXXXX523-3 που διατηρούσε στην τότε Εμπορική Τράπεζα. Έτσι, καταχώρησε την παρούσα αγωγή υπό την προσωπική της ιδιότητα. Περαιτέρω, η Ενάγουσα αναφέρει ότι πριν από την έγερση της παρούσας αγωγής έτυχε εξουσιοδότησης από την Εμπορική Τράπεζα ώστε να προχωρήσει για την διεκδίκηση του εν λόγω ποσού, όπως και έπραξε. Λόγω, όμως, του ότι με βάση την μαρτυρία, όπως προέκυψε μέχρι σήμερα και ειδικότερα το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Α προς Αναγνώριση, διαφάνηκε ότι η πιο πάνω πεποίθηση της Ενάγουσας ήταν λανθασμένη, κρίνεται αναγκαία η τροποποίηση του τίτλου και της Έκθεσης Απαίτησης ώστε να είναι δυνατή η προσκόμιση μαρτυρίας αναφορικά με την εξουσιοδότηση που έλαβε η Ενάγουσα ώστε να ενεργήσει προς όφελος της τότε Εμπορικής Τράπεζας αφού η τελευταία δεν επιθυμεί να εμφανίζεται η ίδια ως ενάγουσα ή να καταστεί μέρος στην παρούσα δικαστική διαδικασία. Η Ένσταση της Εναγόμενης Η Εναγόμενη ενίσταται στο αίτημα της Ενάγουσας και προς τούτο καταχώρησε Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης όπου συνοπτικά προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι: (α) Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των διαδικαστικών κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (β) Η καταχώρηση της αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). (γ) Υπάρχει υπέρμετρη και/ή μακρά και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση (latches) στην υποβολή της παρούσας αίτησης ενώ δεν δίδεται οποιαδήποτε σοβαρή εξήγηση για την επιδειχθείσα καθυστέρηση. (δ) Με την παρούσα αίτηση η Ενάγουσα/Αιτήτρια εισάγει νέα επίδικα θέματα και εγείρει νέους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα να μεταβάλλει και/ή τροποποιεί και/ή να διαφοροποιεί την παρούσα αγωγή με νέους αβάσιμους και/ή λανθασμένους και/ή ανυποστήρικτους ισχυρισμούς, με αποτέλεσμα να μεταβάλλει άρδην την υφιστάμενη αγωγή, που αναπόφευκτα συνεπάγεται επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και την τροποποίηση όλων των ήδη καταχωρηθέντων δικογράφων σε μια αγωγή τόσο παλαιά και της οποίας η ακροαματική διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει. Επιπρόσθετα, οι νέοι ισχυρισμοί που επιθυμεί τώρα να προσθέσει και/ή να εισαγάγει η Ενάγουσα, είναι εντελώς ανυπόσταστοι και αναληθείς καθώς επίσης αντιφατικοί σε σχέση με την προηγούμενη της θέση, ως αυτή προκύπτει από τα υφιστάμενα δικόγραφα, την Γραπτή της Δήλωση (Έγγραφο Γ) αλλά και κατά την μαρτυρία της κατά το στάδιο αντεξέτασης της Ενάγουσας. (ε) Η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι γνήσια και/ή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε καλόπιστα προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης και/ή προκειμένου να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα αληθή και πραγματικά γεγονότα, αλλά αποτελεί προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην συνέχιση εκδίκασης της παρούσας αγωγής και προσπάθεια εισαγωγής νέων ισχυρισμών που αποφάσισε τώρα να προωθήσει και/ή να εισαγάγει η Ενάγουσα ως πραγματικά γεγονότα, γεγονότα τα οποία είτε ήταν και/ή εν πάση περιπτώσει όφειλαν να ήταν εις γνώση της εδώ και καιρό, εάν αυτά αληθεύουν και αφού προηγήθηκε η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, με την κατάθεση της μαρτυρίας της Ενάγουσας. (στ) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αντινομικές και/ή δεν θα έπρεπε να επιτραπούν καθότι αποτελούν προϊόν δευτέρας σκέψεως της Ενάγουσας και/ή είναι λανθασμένες και/ή ανυποστήρικτες. (ζ) Η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν παρουσιάζει επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης στο παρόν στάδιο της διαδικασίας. (η) Το αιτούμενο διάταγμα θα επιφέρει τέτοια βλάβη στην Εναγόμενη που δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιωθεί με έξοδα. (θ) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπούν. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της κας. XXXXX Ναθαναήλ, η οποία εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη, όπου στην ουσία υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης με αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης. Ακροαματική Διαδικασία Στο στάδιο των αγορεύσεων οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους και καμιά πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Η επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων είναι καταγεγραμμένη στις γραπτές αγορεύσεις τις οποίες παρέδωσαν στο Δικαστήριο και για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Νομική Πτυχή Ως έχει ήδη αναφερθεί, η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι νομικές αρχές που διέπουν την εκδίκαση αιτήσεων για τροποποίηση δικογράφων με βάση την πιο πάνω διαταγή έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Από τη θεώρηση της νομολογίας προκύπτει ότι η τροποποίηση των δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση όπου κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών (βλ. The Annual Practice 1958, στη σελίδα 622). Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση (βλέπε IKOS CIF LTD v. Marin Coward κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολ. Έφεση αρ. 137/13 και 138/13, απόφαση ημερομηνίας 20.3.2014. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα ή εκεί όπου κρίνεται ότι ο αιτητής έχει ενεργήσει κακόπιστα (βλέπε Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 και σύγγραμμα Bullen & Leake (121 έκδοση, Sweet & Maxwell) στη σελίδα 128). Η σύγχρονη τάση, όπως προβάλλει μέσα από τη νομολογία, είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμα και όταν τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα (Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Στις περιπτώσεις όπου παρατηρείται καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος ο αιτητής οφείλει να δίδει εξηγήσεις για τους λόγους της καθυστέρησης. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, μεγαλύτερη είναι και η ανάγκη για παροχή επαρκών εξηγήσεων, τόσο για την καθυστέρηση όσο και για την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης. Όπως εξηγήθηκε στην Saba & Co (Τ.Μ.Ρ.) v. Τ.Μ.Ρ. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, η σημασία του θέματος της αιτιολόγησης της καθυστέρησης συναρτάται με τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ (βλέπε επίσης Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd
(1989)1 Α.Α.Δ. 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (πιο πάνω), Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 223 και Jamal Y. Khan κ.α. v. Δημοκρατίας του Πακιστάν
(2011)1 Α.Α.Δ.1211, Kayat Trading Ltd. v. Genzyme Corporation, Πολιτική Έφεση αρ. 58/2012, απόφαση ημερομηνίας 4.3.2013, Clive Preece κ.ά. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι
(2012)1 Α.Α.Δ. 817) Αξιολόγηση εκατέρωθεν θέσεων και συμπέρασμα του Δικαστηρίου Έχω εξετάσει με προσοχή την αίτηση υπό το φως των νομικών αρχών που αναφέρονται πιο πάνω και κρίνω ότι αυτή δεν μπορεί να επιτύχει για τους ακόλουθους λόγους: Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τις δύο πλευρές είναι καταρχήν φανερό ότι με την αιτούμενη τροποποίηση η Ενάγουσα επιχειρεί να εισάξει νέα θέματα και να εγείρει νέους ισχυρισμούς με αναπόφευκτο αποτέλεσμα την μεταβολή και τον επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Όπως έχει ήδη σημειωθεί πιο πάνω, η πλευρά της Εναγόμενης προέβαλε τη θέση περί μη νομιμοποίησης της Ενάγουσας να εγείρει την παρούσα αγωγή από την πρώτη κιόλας στιγμή και δη με την Έκθεση Υπεράσπισης της η οποία καταχωρήθηκε στις 4.10.2011. Παρόλα αυτά, στην Απάντηση στην Υπεράσπιση που καταχώρησε στις 1.12.2011, η Ενάγουσα επανέλαβε ότι έχει έννομο συμφέρον στην καταχώρηση και προώθηση της αγωγής, όπως και το ότι διενεργήθηκαν απευθείας πληρωμές στο λογαριασμό της, χωρίς να κάνει οποιαδήποτε αναφορά στην ύπαρξη οποιασδήποτε εξουσιοδότησης, ως επικαλείται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση, και την οποία επιχειρεί να εισάξει με την επιδιωκόμενη τροποποίηση. Το θέμα της νομιμοποίησης της Ενάγουσας να εγείρει την παρούσα αγωγή αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης και στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 8.12.2017, όπου αξίζει να σημειωθεί ότι η ίδια η Ενάγουσα με την ένορκη δήλωση της ημερομηνίας 2.4.2018 (που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ένστασης) επαναλάμβανε τις θέσεις της περί απευθείας πληρωμής του ποσού των €239.205,00 στον τρεχούμενο λογαριασμό της. Ως δε ανέφερε στην παράγραφο 9 της εν λόγω ένορκης δήλωσης, θα ήταν άδικο «υπό τις περιστάσεις να αποστερηθεί του συνταγματικού δικαιώματος δικαστικής προστασίας χωρίς να της δοθεί το δικαίωμα προηγουμένως να προσκομίσει εξουσιοδότηση του εκδοχέα (Τράπεζας) ή να καταχωρήσει μέσω των δικηγόρων της αίτηση συνένωσης και/ή προσθήκης του εκδοχέα, ήτοι της Τράπεζας (Alpha Bank Cyprus Ltd) ως του διαδίκου που σύμφωνα με το Δικαστήριο θα νομιμοποιείται στην προώθηση της παρούσας αγωγής» (παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 2.4.2018). Παρά την απόρριψη της αίτησης ημερομηνίας 8.12.2017 και τον προγραμματισμό της ακρόασης της υπόθεσης για συνέχιση, η Ενάγουσα δεν έλαβε οποιοδήποτε δικονομικό μέτρο ενώ καταχώρησε την παρούσα αίτηση μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός της περί ύπαρξης εξουσιοδότησης προβλήθηκε για πρώτη φορά στα πλαίσια της αντεξέτασης της, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε σχετική αναφορά στην γραπτή της δήλωση. Υπό αυτά τα δεδομένα, και χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που δόθηκε από την Ενάγουσα κατά την ακροαματική διαδικασία, παρατηρώ ότι η θέση που προβάλλει η Ενάγουσα στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και δη ότι πριν από την έγερση της αγωγής η Τράπεζα την εξουσιοδότησε να προχωρήσει στην διεκδίκηση του εν λόγω ποσού δεν συνάδει με τους ισχυρισμούς και θέσεις που έχει ήδη προωθήσει τόσο μέσω των δικογράφων της όσο και μέσω της Γραπτής της Δήλωσης και της προφορικής της μαρτυρίας, επί της οποίας και αντεξετάστηκε. Έτσι, σε περίπτωση που γινόταν αποδεκτή η αίτηση τροποποίησης, το δικαίωμα της Ενάγουσας να εγείρει την παρούσα αγωγή θα έπρεπε να εξεταστεί σε άλλη βάση. Διαπιστώνεται ταυτόχρονα ότι παρά τα όσα η Ενάγουσα ισχυρίζεται στην παράγραφο 3(i) της ένορκης δήλωσης[1] της που συνοδεύει την αίτηση, θα ήταν αναμενόμενη η παροχή κάποιας δικαιολογίας για την καθυστέρηση η οποία παρατηρείται στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Αντίθετα, στην εν λόγω ένορκη δήλωση της Ενάγουσας ουδεμία τέτοια εξήγηση δίδεται πέραν από το ότι η πεποίθηση της περί απευθείας πληρωμών αποδείχθηκε λανθασμένη κατά την ακροαματική διαδικασία έχοντας υπόψη το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Α προς αναγνώριση. Το στοιχείο, όμως, αυτό, ήτοι η λανθασμένη πεποίθηση της Ενάγουσας δεν θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για έγκριση του αιτήματος εφόσον με δεδομένη την προδικαστική ένσταση της Εναγομένης περί της μη νομιμοποίησης της να εγείρει την αγωγή, η Ενάγουσα όφειλε να εξετάσει το θέμα με τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή και όχι να επιλέξει να προωθήσει το υπό κρίση αίτημα τροποποίησης 6 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και 7 μήνες μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και με δεδομένο το ιστορικό της υπόθεσης ως καταγράφεται πιο πάνω. Στη βάση όλων όσων συνοψίζονται πιο πάνω και με δεδομένα τα περιστατικά της υπόθεσης, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Σε περίπτωση που γινόταν επιτρεπτή η τροποποίηση του δικογράφου της Ενάγουσας, θα επηρεάζονταν τα δικαιώματα της Εναγομένης σε βαθμό που δεν θα ήταν εφικτό να αποζημιωθούν σε χρήμα, αφού θα έρχονταν αντιμέτωποι με νέα ζητήματα και νέες θέσεις από την πλευρά της Ενάγουσας οι οποίες δεν προωθήθηκαν σε προγενέστερο στάδιο, όπως επίσης θα παρατηρείτο περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Επομένως, στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης και εναντίον της Ενάγουσας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία, ωστόσο, θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «3(i) Ειδικότερα πριν καταθέσω στις 22/05/2018 ως μάρτυρας στην ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, νόμιζα ότι η πληρωμή του ποσού των € 239,205 (που η Εναγόμενη αποδέχτηκε ότι μου οφείλει και πλήρωσε) γινόταν σε εμένα δια της κατάθεσης των δώδεκα
(12)επιταγών των € 19.933.75 της Εναγομένης απευθείας στον προσωπικό μου τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. XXXXX523-3 που διατηρούσα στην τότε Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. Ακόμη και η τότε Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ πίστευε ότι λόγω του ότι το ποσό των € 239,205 αντιστοιχούσε στο ωφέλημα μόνιμης και ολικής ανικανότητας, αυτό εκ της φύσης του ωφελήματος, άνηκε σε εμένα εξού και προχώρησε στην κατάθεση των δώδεκα
(12)επιταγών των € 19.933.75 (ήτοι του συνολικού ποσού των € 239,205) στον προσωπικό μου τρεχούμενο λογαριασμό. Για αυτό τον λόγο, τον δεδομένο χρόνο που καταχωρήθηκε η ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, την καταχώρησα υπό την προσωπική μου ιδιότητα. Πέραν όμως από την πιο πάνω πίστη έτυχα εξουσιοδότησης από την Τράπεζα, πριν την έγερση της αγωγής να προχωρήσω για την διεκδίκηση του εν λόγω ποσού, έχοντας την σύμφωνη της γνώμη ως προς την διεκδίκηση». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.