ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ ν. ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ (Ο.Σ.Ε.Λ.) ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1280/16, 26/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A520 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1280/16 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ Ενάγοντα και
(7)ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος σε αυτούς, να προβούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να επαναφέρουν και/ή να αποκαταστήσουν το Μητρώο Αξιωματούχων της Εταιρείας με τρόπο ούτως ώστε ο κ. XXXXX Μιχαηλίδης, Ενάγοντας - Αιτητής, να αποκαθίσταται ως Διευθυντής της Εταιρείας μέχρι τελικής εκδίκασης και/ή αποπεράτωσης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής ή νεότερης διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου. Ζ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζονται οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η Αίτηση 4 και 9 - 15, Μέλη της Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση 1 Εταιρείας από το να λαμβάνουν οποιαδήποτε απόφαση και/ή να ψηφίζουν σε οποιαδήποτε Γενική Συνέλευση των Μελών της Εταιρείας μέχρι τελικής απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται η διόρθωση και/ή αποκατάσταση και/ή επαναφορά του Μητρώου Μελών της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση 1 Εταιρείας ούτως ώστε να παραχωρούνται και/ή κατανέμονται οι Μετοχές Τάξης Α, στους Ιδρυτικούς Μετόχους σύμφωνα με τις Άδειες Οδικής Χρήσης («ΑΟΧ») τις οποίες νόμιμα ο κάθε ένας από τους Ιδρυτικούς Μετόχους - Καθ' ων η Αίτηση 4 και 9-15 καθώς και ο Αιτητής κατείχαν στην Γεωγραφική Περιοχή Λευκωσίας, ως η σχετική συμφωνία και/ή διευθέτηση μεταξύ των Μετόχων και να παραχωρούνται και/ή κατανέμονται οι Μετοχές Τάξης Ρ στους Εταιρεία Λεωφορεία Εργατών Κώστας Πέτρου ΛΤΔ, XXXXX Ιακώβου, ΠΕΑΛ Η ΜΑΔΑΡΗ ΛΤΔ, XXXXX Γιάγκου, XXXXX Φτανός, Εταιρεία Λεωφορείων Η Σοφία ΛΤΔ, Περιφερειακή Εταιρεία Λεωφορείων (ΠΕΑΛ) «Τα Μάμμαρι» ΛΤΔ και Ν.Κ. Orinos Enterprises Ltd. Η. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στην Ελευθερία Ιορδάνους, Καθ' ης η Αίτηση 3, από το να συμμετέχει και ψηφίζει σε οποιαδήποτε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση 1 Εταιρείας και την Καθ' ης η Αίτηση 10 από το να συμμετέχει και ψηφίζει σε οποιαδήποτε Γενική Συνέλευση των Μετόχων της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση 1 Εταιρείας, μέχρι τελικής εκδίκασης και αποπεράτωσης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου. .................................................». Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ενάγοντα/αιτητή, όπου και επεξηγούνται οι λόγοι που περιβάλλουν την αίτηση. Σε αδρές γραμμές (διότι τα γεγονότα είναι πολύ εκτενή), συνιστά εκδοχή του ενάγοντα/αιτητή πως στις 16.2.16 αποφασίστηκε σε Έκτακτη Γενική Συνέλευση των Μετόχων των εναγομένων 1/καθ' ων η αίτηση - που αποτελούνταν πέραν του ενάγοντα/αιτητή, από τους εναγομένους 4, 9-15/καθ' ων η αίτηση οι οποίοι διόρισαν τους εναγομένους 2-8/καθ' ων η αίτηση ως Συμβούλους των εναγομένων 1/καθ' ων η αίτηση - η παύση του ενάγοντα/αιτητή από τη θέση του Διοικητικού Συμβούλου των εναγομένων 1/καθ' ων η αίτηση, καθαρώς για εκδικητικούς λόγους και δίχως αυτός να έχει παραιτηθεί ή απολέσει τα προσόντα διορισμού ως Διοικητικός Σύμβουλος. Η Έκτακτη Γενική Συνέλευση των Μετόχων συγκλήθηκε παρανόμως καθότι, ως διαφάνηκε, η σύγκληση της αποφασίστηκε σε παράνομη συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγομένων 1/καθ' ων η αίτηση και πραγματοποιήθηκε μυστικά χωρίς να ενημερωθεί ο ενάγων/αιτητής. Οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση τεχνηέντως και σκοπίμως δεν επέτρεψαν στον ενάγοντα/αιτητή υπό την ιδιότητα του ως Ιδρυτικού Μετόχου και Κατόχου Μετοχών Τάξης Α στους εναγομένους 1/καθ' ων η αίτηση είτε κατά την 16.2.16 είτε από τη μέρα έκδοσης και επίδοσης του διατάγματος ημερομηνίας 10.3.16 και επέκεινα, να διορίσει οποιοδήποτε άτομο στη θέση του Διοικητικού Συμβούλου, παρά τις εφαρμοζόμενες κανονιστικές πρόνοιες και μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Με τη δήλωση του ενάγοντα/αιτητή κατά την 16.2.16, ότι επιθυμούσε να διορίσει τον εαυτό του στη θέση του Συμβούλου των εναγομένων 1/αιτητών κατά την άσκηση του δικαιώματος του, οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση τού το αρνήθηκαν και έσπευσαν να θεωρήσουν, λανθασμένως, τη θέση του ως κενωθείσα σε αντίθεση των καταστατικών προνοιών των εναγομένων 1/καθ' ων η αίτηση. Στις 17.2.16, οι εναγόμενοι 2-8/καθ' ων η αίτηση διά του Γραμματέα των εναγομένων 1/καθ' ων η αίτηση ειδοποίησαν το Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη για την παύση του ενάγοντα/αιτητή, το οποίο, με τη σειρά του, ενημέρωσε το σχετικό Αρχείο στο οποίο παρουσιάζονταν πλέον ως μόνοι Διοικητικοί Σύμβουλοι οι εναγόμενοι 2-8/καθ' ων η αίτηση. Οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση ενίστανται στο αίτημα, με τους λόγους ένστασης (11 εν συνόλω), να αποτυπώνονται στο σώμα της Ειδοποίησης Περί Προθέσεως Υποβολής Ενστάσεως. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου 2/καθ' ου η αίτηση (ΧΧΧΧΧ Ιορδάνους), διά της οποίας προτάσσεται ότι τόσο τα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς όσο και αυτά που επιζητείται όπως εκδοθούν τώρα, θα πρέπει να απορριφθούν. Η διάσταση των μερών σε ό,τι αφορά σε πολλά από τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταχώριση της αγωγής και έπειτα της παρούσας αίτησης, αλλά και όσα επακολούθησαν καταδεικνύουν ουσιώδεις αποκλίσεις επί της ουσίας αλλά και συνάμα επουσιώδεις συγκλίσεις επί παρεμφερών ή και δευτερευόντων ζητημάτων και τούτο προκύπτει και από το περιεχόμενο των αγορεύσεων των μερών. Σε ό,τι αφορά στα ουσιώδη ζητήματα ούτω καλούμενα, παρατηρείται ασυμφωνία μεταξύ των διαδίκων σε ό,τι κυρίως αφορά στην ερμηνευτική συγκεκριμένων πτυχών των ζητημάτων αυτών, πέραν τού ότι κάποια από τούτα θα έπρεπε να είχαν αποκαλυφθεί, ως διατείνονται οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση, στο μονομερές στάδιο ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του πλήρη εικόνα της διαφοράς τόσο σε αστικό όσο και σε ποινικό επίπεδο. Περαίνουν οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση πως τίποτε δεν δικαιολογεί οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων και έκδοση των υπολοίπων, βάσει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Διεξήλθα στην πλήρη τους μορφή την αίτηση, την ένσταση, τις συνοδευτικές/συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις και τα συνημμένα τεκμήρια. Μελέτησα προσέτι τις γραπτές αγορεύσεις των μερών οι οποίες ήσαν, θα πρέπει να πω, επιμελείς και εμπεριστατωμένες, αν και κάπως μακροσκελείς. Θα αρχίσω από το κατεπείγον το οποίο, κατά τη σοφή μας νομολογία, ενεργοποιεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί μονομερώς τέτοιων αιτημάτων. Τούτο, αντιληπτό καθίσταται, διασυνδέεται με την οριστικοποίηση των διαταγμάτων. Έχω ικανοποιηθεί ότι, στη βάση όσων τέθηκαν στο Δικαστήριο κατά το άνευ ειδοποιήσεως στάδιο - και δεν κρίνω με εφετειακή διάθεση απόφαση ομοβάθμιου Δικαστηρίου - η έκδοση των διαταγμάτων ήταν αντικειμενικώς δικαιολογημένη. Μια απλή ανάγνωση της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση δεικνύει του λόγου του ευσταθές δίχως άλλα πολλά. Κατ' ακολουθίαν, ενεργοποιήθηκε η επί τούτω αφορώσα δικαιοδοτική δυνατότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Άρα, αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Εν σχέσει προς την ουσιώδη, ούτω καλουμένη, μη αποκάλυψη γεγονότων - ζήτημα που και πάλι καθάπτεται της θεματικής για οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων (μα αποτμημένης των όσων σχετίζονται με inter partes αιτήματα) - έχω υπόψιν μου τις καλώς εμπεδωμένες αρχές της νομολογίας και ιδιαίτερα, αλλά ουχί αποκλειστικώς, τα όσα εκφράσθηκαν από το Εφετείο στην Commerzbank Auslandsbanken Holding AG και Άλλων ν Adeona Holdings Limited και Άλλων, ΠΕ 6/14, ημ. 27.2.15 (διά του Ερωτοκρίτου, Δ), και τα οποία, τρόπον τινά, συνόψισαν τη νομολογία κατά τρόπον διασαφηνιστικό ως προς το ότι τα προτασσόμενα ως μη αποκαλυφθέντα γεγονότα θα πρέπει πράγματι να σταχυολογούνται ως ουσιώδη με τη σημασία του όρου και πως δεν πρέπει τα Δικαστήρια, αφειδώλευτα, να αποδέχονται αιτήματα ακύρωσης μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων στην κάθε περίπτωση μη αποκάλυψης γεγονότων, πόσω δε μάλλον όταν τούτα ταξινομούνται ως επουσιώδη και νοουμένου πάντα, βεβαίως, πως ομιλεί κανείς, τωόντι, για μη αποκάλυψη. Δεν έχω διαπιστώσει αντικειμενικώς πως υπήρξε εν προκειμένω ουσιώδης μη αποκάλυψη γεγονότων. Το ότι κάποια γεγονότα, επουσιώδη ως ήταν, θα μπορούσαν να είχαν αποκαλυφθεί, δεν επηρέασε και δεν επηρεάζει τα πράγματα. Συμφωνώ με τον κ. Αγαπητό (για τους λόγους που αναλύει στην αγόρευση του), πως η ύπαρξη και μόνο, φερ' ειπείν, διαφορετικής οπτικής θεώρησης κάποιων γεγονότων από αυτά που προτάσσουν οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση ως ουσιώδη και μη αποκαλυφθέντα δεν ισοδυναμεί με παρασιώπηση ουσιωδών γεγονότων. Η ύπαρξη, για παράδειγμα, ποινικών διαδικασιών φερόμενα συναφών με την παρούσα διαδικασία και επίμαχα, που θα μπορούσαν να είχαν στην πραγματικότητα αναφερθεί ευθύς εξ' αρχής, δεν κατατάσσονται εδώ, ως γεγονότα, ως ουσιώδη. Απορρίπτεται και αυτός ο λόγος ένστασης. Σε ό,τι αφορά στα υπόλοιπα, τα οποία συνδέονται και με τα inter partes αιτήματα, αυτά - ή και αυτά - διέπονται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Σε σχέση προς τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του προειρημένου άρθρου, ικανοποιείται η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, με καταδειχθείσα και την πιθανότητα επιτυχίας της στο τέλος της υπόθεσης και το λέγω τούτο χωρίς να διατυπώνω εύρημα επί γεγονότων, κάτι που θα ήταν εντελώς απαράδεκτο ενδιαμέσως. Για την τρίτη προϋπόθεση θεωρώ πως, σε ό,τι σχετίζεται προς τα διατάγματα που έχουν ήδη εκδοθεί, η μη συνέχιση ισχύος τους (του ισοζυγίου της ευχέρειας εξαιρουμένου), θα προκαλούσε δυσκολία ή και αδυναμία πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Φύεται ο κίνδυνος αυτός ως υπαρκτός από τα όσα συζητήθηκαν. Περιπλέον, η διατήρηση του status quo, ως τούτο διαμορφώθηκε με την έκδοση των διαταγμάτων αλλά και ως εκ των υπόλοιπων περιστάσεων που προαναφέρθηκαν - και υπεισέρχομαι τώρα στο ισοζύγιο της ευχέρειας - θα πρέπει να διατηρηθεί και να οδηγήσει κατ' ενάσκησιν διακριτικής ευχέρειας πάντοτε, για λόγους συνυφασμένους με τα προειρημένα. Τούτη η πορεία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας σε περίπτωση που κριθεί ότι η τρέχουσα απόφαση είναι λανθασμένη. Τίποτε άλλο από όσα άκουσα ως ενστάσεις ευσταθεί, και τούτο ως συνεπόμενο ή παρεπόμενο (αναλόγως της οπτικής θεώρησης), των παραμέτρων αναπτύχθηκαν προηγουμένως. Ως προς τα άλλα όμως και δη τα αιτητικά για έκδοση διαταγμάτων inter partes και μολονότι ικανοποιούνται οι τρεις πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το ισοζύγιο της ευχέρειας λαμβάνει διαφορετική κλίση, με την έκδοση των επιδιωκόμενων διαταγμάτων, ως εκ της φύσης τους και μετά από τόσα έτη, να εμπερικλείει μεγάλο κίνδυνο αδικίας προς τους εναγομένους/καθ' ων η αίτηση σε περίπτωση αποκλίνουσας άποψης επί των συζητουμένων. Πέραν τούτου, κάποια από τα αιτητικά αυτά, ως εκ της προστακτικής υφής και διάρθρωσης τους συνδέονται και με την επί της ουσίας διαφορά και θεραπείες κατά τα δικογραφημένα στην Έκθεση Απαίτησης. Αυτό, ενδέχεται να επηρεάσει τα δικαιώματα των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση, για όλους τους λόγους που ευστόχως έθιξε και εξήγησε ο κ. Νικολάου και οι οποίοι σύγκεινται, στην ουσία τους, στο ότι τα πράγματα θα προαποφασιστούν εν τίνι τρόπο πριν από την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. Βεβαίως, το δυστυχές είναι πως η υπόθεση θα έπρεπε να είχε ήδη εκδικαστεί επί της ουσίας της. Δεν παραβλέπω τα ενδιάμεσα διαβήματα που έλαβαν χώραν μέχρι στιγμής και ούτε υπονοώ πως αυτά ήσαν λανθασμένα. Εκείνο που θίγω είναι ότι οι διάδικοι - και όχι οι δικηγόροι ως φαίνεται - επέλεξαν την προώθηση, δικαιωματικώς πάντα, ενδιάμεσων αιτημάτων, παραβλέποντας, ίσως, πως τελικώς το ζητούμενο δεν είναι, ή δεν πρέπει να είναι, η εκδίκαση παρεμπιπτουσών αιτημάτων αλλά η ουσία της αγωγής. Η δικογραφία, ας σημειωθεί, δεν έχει ακόμη συμπληρωθεί. Δεν παραβλέπω τις πιθανές δικονομικές περιπλοκές που θα μπορούσαν να προκύψουν ως εκ του ζητήματος της όποιας ανταξίωσης, ως αναπτύχθηκαν από τον κ. Αγαπητός. Εν πάση περιπτώσει, για ό,τι τώρα απασχολεί και ενδιαφέρει, η μη συμπλήρωση της δικογραφίας δεν δημιουργεί κώλυμα στην οριστικοποίηση των διαταγμάτων ή αφήνει σκιές ως προς τα ελατήρια του ενάγοντα/αιτητή να επιζητεί οριστικοποίηση των διαταγμάτων δύο και πλέον έτη μετά τη μονομερή έκδοση τους, ή ακόμη, έκδοση των έτερων διαταγμάτων. Οι ενάγοντες/αιτητές δεν ενήργησαν καταχρηστικώς ή κακοβούλως. Από πουθενά δεν θα μπορούσε ευλόγως να ανακύψει συμπέρασμα τέτοιο. Απόληξη είναι πως τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα οριστικοποιούνται, κατ' ενάσκησιν διακριτικής ευχέρειας. Τα υπόλοιπα αιτήματα απορρίπτονται. Ευελπιστεί κανείς ότι οι συνήγοροι θα επικεντρωθούν πλέον στη συμπλήρωση της δικογραφίας - χωρίς τούτο να σημαίνει πως αμβλύνονται καθοιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του οιουδήποτε διαδίκου να προωθήσει έτερα δικονομικά διαβήματα - ούτως ώστε να προχωρήσει επιτέλους η εκδίκαση της αγωγής. Λόγω της μερικής επιτυχίας του αιτήματος, επιδικάζεται υπέρ του ενάγοντα/αιτητή το 1/2 των εξόδων, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ)...................................... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο