Παγκύπριος Σύνδεσμος Επαγγελματιών Σχολών Οδηγών ν. «Ο Φιλελεύθερος» Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2583/2011, 14/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A500 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2583/2011 Μεταξύ: Παγκύπριος Σύνδεσμος Επαγγελματιών Σχολών Οδηγών Ενάγοντες και
- «Ο Φιλελεύθερος» Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Πρακτορείο Τύπου «Κρόνος Λτδ» Εναγόμενοι 14 Σεπτεμβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Παυλίδης δια Δημήτριος Α. Παυλίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Τριλλίδης δια Πολάκης Σαρρής & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, οι Ενάγοντες αξιώνουν γενικές, τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για ζημιά που υποστηρίζουν ότι έχουν υποστεί ένεκα λιβέλου και/ή δυσφήμισης που διέπραξαν οι Εναγόμενοι. Σημειώνω ότι η Εναγόμενη 1 ενάγεται ως η ιδιοκτήτρια εταιρεία της ημερήσιας εφημερίδας Παγκύπριας κυκλοφορίας «Ο Φιλελεύθερος», στην οποία δημοσιεύτηκαν τα δύο επίδικα δημοσιεύματα. Η Εναγόμενη 2 ενάγεται ως διανομές της εν λόγω εφημερίδας. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων, στις 15.3.2011 και 16.3.2011 δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» δημοσιεύματα με τίτλους «Σχολές οδηγών υπερχρεώνουν στην εξέταση των μαθητών τους» και «Το Τμ. Οδικών Μεταφορών «κόβει» €150 από εξέταση». Υποστηρίζουν ότι τα κείμενα των πιο πάνω δημοσιευμάτων είναι δυσφημιστικά και/ή συνιστούν λιβελλογραφήματα και ότι δυνατό να δώσουν την εντύπωση ότι οι Ενάγοντες «είναι πρόσωπα τα οποία παρανομούν και/ή είναι πρόσωπα ανήθικα και/ή πρόσωπα ανέντιμα τα οποία θα πρέπει να αποστρέφεται κάθε πολίτης και/ή πρόσωπα χωρίς συνείδηση». Ισχυρίζονται δε ότι «ως αποτέλεσμα του πιο πάνω δυσφημιστικού γι' αυτούς άρθρου και/ή λιβέλου έχουν υποστεί σοβαρή ζημιά στην προσωπικότητα τους, την καλή τους φήμη, την υπόληψη και την αξιοπρέπεια τους. Έχουν εκτεθεί ανεπανόρθωτα στους συμπολίτες τους και έχει μειωθεί η καλή φήμη και ο χαρακτήρας τους.» Οι Εναγόμενοι αρνούνται τις αξιώσεις των Εναγόντων. Στην Υπεράσπιση τους ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι τα επίδικα δημοσιεύματα δεν είναι δυσφημιστικά ως προς τους Ενάγοντες ενώ προβάλλουν και τη θέση ότι αυτά είναι αληθή, ότι συνιστούν εύλογο σχόλιο επί θέματος δημοσίου συμφέροντος καθώς και ότι οι δημοσιεύσεις είναι προνομοιούχες και έγιναν καλόπιστα. Προς απόδειξη της υπόθεσης τους, οι Ενάγοντες παρουσίασαν στο Δικαστήριο τη μαρτυρία δύο προσώπων. Οι Εναγόμενοι, για σκοπούς Υπεράσπισης, παρουσίασαν επίσης δύο μάρτυρες. Επί μεγάλου μέρους των γεγονότων δεν υπάρχει διάσταση μεταξύ των δύο πλευρών. Οι διαφορές εστιάζονται στον τρόπο με τον οποίο δυνατό να εκληφθούν τα δημοσιεύματα, το νόημα τους και το δικαίωμα των Εναγόντων να εγείρουν την παρούσα αγωγή. Παραθέτω μια συνοπτική αναφορά της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κατά τη δίκη. Πρώτη μάρτυρας των Εναγόντων ήταν η κα XXXXX Σόλιμαν (ΜΕ1), η οποία δήλωσε ότι ήταν πρόεδρος του Σωματείου των Εναγόντων που είναι «το μοναδικό συγκροτημένο νομικό πρόσωπο το οποίο αντιπροσωπεύει όλες τις Σχολές Οδηγών νόμιμα εγγεγραμμένες στη Δημοκρατία». Συνέχισε λέγοντας ότι στις 15.3.2011, στη σελ. 24 της εφημερίδας Φιλελεύθερος, στη στήλη «Ο Αναγνώστης έχει το Λόγο» δημοσιεύτηκε άρθρο με τίτλο «Σχολές Οδηγών υπερχρεώνουν στην εξέταση των μαθητών τους» (αντίγραφο του δημοσιεύματος παρουσιάστηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3). Στο εν λόγω δημοσίευμα καταγράφεται παράπονο ανώνυμου αναγνώστη ότι «Χρεώνουν τον μαθητή 150 ευρώ για το σαλούν αυτοκίνητο και για τα μεγάλα φορτηγά, λεωφορεία.250 ευρώ. Μερικοί το δικαιολογούν αυτό, λέγοντας ότι είναι η ασφάλεια του εξεταστή και «ξεχνούν» ότι μιλούμε για μάξιμουμ μισή ώρα εξέταση. είναι εκμετάλλευση του χειρίστου είδους.». Ακολούθως, ο δημοσιογράφος σχολιάζει, «.οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι και εμείς είχαμε την εντύπωση ότι τα 150 ευρώ είναι για την ασφάλεια του οχήματος, στο οποίο εισέρχεται μαζί με το μαθητή και ο εξεταστής για το απαραίτητο τεστ.» Καταγράφεται στο δημοσίευμα δήλωση του διευθυντή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών κ. Σωτήρη Κολέττα (ΜΥ2) ότι «αρκετά άτομα, μόλις τελειώσει η εξέταση, βγάζουν 150 ευρώ από την τσέπη για να τα δώσουν στον εξεταστή, διότι κάποιες σχολές οδηγών τους λένε ότι τα 150 ευρώ που τους χρεώνουν είναι για να πληρώσουν τους εξεταστές! Το Τμήμα Οδικών Μεταφορών, στην προσπάθεια του να καταπολεμήσει το φαινόμενο, εξέδωσε σχετική ανακοίνωση για ενημέρωση του κοινού και τώρα ετοιμάζεται να εκδώσει μια ακόμη ανακοίνωση, για να τερματιστεί επιτέλους η όλη απαράδεκτη κατάσταση». Καταγράφεται επίσης δήλωση του κ. Σωτήρη Κολέττα (ΜΥ2) ότι «Η ασφάλεια των αυτοκινήτων που διαθέτουν οι σχολές οδηγών, καλύπτει και τον εξεταστή και αυτό το ποσό των 150 ευρώ που ζητούν οι σχολές οδηγών είναι πουπανωπρίτζιην». Η ΜΕ1 αναφέρθηκε και στο δεύτερο επίδικο άρθρο που δημοσιεύτηκε στην έκδοση της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος» στις 16.3.2011 με τίτλο «Το Τμ. Οδικών Μεταφορών «κόβει» €150 από εξέταση» (αντίγραφο του δημοσιεύματος παρουσιάστηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4). Στο δημοσίευμα περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων αναφορές ότι «Τέρμα στις αυξημένες χρεώσεις που επιβάλλουν οι σχολές οδηγών σε μαθητές τους που πηγαίνουν σε εξετάσεις απόκτησης άδειας οδηγού, προσπαθεί να επιβάλει το Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Το Τμήμα ανακοίνωσε τα προβλεπόμενα από τη σχετική νομοθεσία τέλη για εξέταση υποψήφιων οδηγών και έκδοση αδειών οδήγησης. Πέραν των τελών αυτών «καμία άλλη χρέωση δεν γίνεται από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών και ούτε απαιτείται οποιοδήποτε άλλο ποσό για την απόκτηση άδειας οδήγησης». Γίνεται επίσης αναφορά σε δήλωση του διευθυντή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών κ. Σωτήρη Κολέττα (ΜΥ2) ότι «είναι εντελώς αδικαιολόγητη η απαίτηση των σχολών οδηγών να τους πληρώνουν οι μαθητές τους 150 ευρώ κάθε φορά που πηγαίνουν με όχημα της σχολής σε εξέταση για απόκτηση άδειας οδηγού». Η ΜΕ1 ανέφερε ότι εξαιτίας των εν λόγω δημοσιευμάτων οι Ενάγοντες έχουν υποστεί σοβαρή ζημιά «στην προσωπικότητα τους, την καλή τους φήμη, την υπόληψη και την αξιοπρέπεια τους» και ότι «έχουν εκτεθεί ανεπανόρθωτα στους συμπολίτες τους και έχει μειωθεί η καλή φήμη και ο χαρακτήρας τους». Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης η ΜΕ1 ανέφερε ότι το ποσό των €150 χρεώνεται «για το μάθημα και για την ώρα εξέτασης», «αλλά όχι για το λόγο που εκφράστηκε στο δημοσίευμα». Κατά την αντεξέταση της, η ΜΕ1 ανέφερε ότι πέραν από τους Ενάγοντες, υπάρχουν και άλλες ομάδες που εκπροσωπούν συλλογικά σχολές οδηγών στην Κύπρο. Η ΜΕ1 αναφέρθηκε στην ύπαρξη της Παγκύπριας Ομοσπονδίας Ιδιοκτητών και Εκπαιδευτών Οδηγών Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Π.Ο.Ι.Ε.Ο.) και του Συνδέσμου Ιδιωτικών Σχολών Οδηγών Κύπρου (Σ.Ι.Σ.Ο.Κ.), ενώ υπάρχουν και σχολές οδηγών που δεν είναι ενταγμένες σε κάποια ομάδα. Ερωτώμενη σε σχέση με τα €150 που αναφέρονται στα επίδικα δημοσιεύματα, η ΜΕ1 ανέφερε ότι αφορούν «Δικαιώματα εξέτασης» τα οποία εισπράττει «ο ιδιοκτήτης του οχήματος και της σχολής που παραχωρούσε το αυτοκίνητο του να πάει εξέταση ο εξεταζόμενος», καθώς και ότι «τα 150 ευρώ αποτελούσαν πάρα πολλά πράγματα, Πρώτον η ασφάλεια του οχήματος τη συγκεκριμένη ώρα, που είναι πολύ πιο ακριβή από τη συνήθη και όχι ένα απλό χαρτί. διότι πρέπει να συμπληρώνεται χαρτί για να προστατεύει τον εξεταστή που δεν είναι ο ιδιοκτήτης του οχήματος, για τη σωματική του ακεραιότητα. Οι δε ζημιές από accident, που έγιναν πάρα πολλές φορές, δεν τις αποζημιώνει η ασφαλιστική εταιρεία, γιατί είναι μόνο για σωματική βλάβη, έχει μέρος του ΦΠΑ που είμαστε εγγεγραμμένοι σαν επαγγελματίες επιχειρηματίες και οι υπηρεσίες που του έχω προσφέρει τη συγκεκριμένη μέρα, μάθημα, εκμάθηση του κώδικα και αναμονή μου κατά τη διάρκεια του τεστ που τον περιμένω, ενώ είμαι ωρομίσθιος.» Ερωτήθηκε κατά πόσο οι εκπαιδευτές έλεγαν ότι τα 150 ευρώ είναι για την ασφάλεια του οχήματος και η ΜΕ1 απάντησε «ο κάθε εκπαιδευτής έχει το δικό του λεξιλόγιο, δεν μπορούμε να μιλούμε όλοι το ίδιο λεξιλόγιο για να δικαιολογούμε είτε την αμοιβή είτε την αξία του μαθήματος». Σε σχέση με το παράπονο που έχει για τις δηλώσεις που κ. Σωτήρη Κολέττα που αναγράφονται στα δημοσιεύματα, η ΜΕ1 ανέφερε ότι «τονίζει στα δημοσιεύματα ότι είμαστε αναξιόπιστοι, ότι χρεώνουμε αδικαιολόγητα ποσά και ότι είμαστε ανέντιμοι». Τέλος διαφάνηκε από την αντεξέταση της ΜΕ1 ότι υπάρχουν περί τις 400 σχολές οδηγών στην Κύπρο και τα μέλη των Εναγόντων είναι περί τα
- Δεύτερος μάρτυρας για τους Ενάγοντες ήταν ο κ. XXXXX Χριστοδούλου, πρόεδρος των Εναγόντων κατά το 2011 (ΜΕ2). Ο ΜΕ2 ανέφερε ότι τότε η ΜΕ1 ήταν γραμματέας των Εναγόντων. Παρουσίασε επίσης εξουσιοδότηση ημερομηνίας 7.3.2018, Τεκμήριο 7, σύμφωνα με την οποί οι Ενάγοντες επιβεβαιώνουν την εξουσιοδότηση της ΜΕ1 να τους εκπροσωπήσει για σκοπούς της αγωγής. Με το συγκεκριμένο έγγραφο φαίνεται και το Σ.Ι.Σ.Ο.Κ. να εξουσιοδοτεί την ΜΕ1 να τους εκπροσωπήσει στην αγωγή. Σε αυτό θα επανέλθω. Σε σχέση με τα επίδικα δημοσιεύματα και τη χρέωση των €150, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι «κανένας δεν μπορεί να μας υποχρεώσει να βάλουμε τιμή, η κυβέρνηση, είναι ελεύθεροι επαγγελματίες.» Για την πλευρά της υπεράσπισης κατέθεσαν, όπως προανέφερα, δύο πρόσωπα στο Δικαστήριο. Πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν η κα Αντρούλλα Φυσέντζου, λειτουργός στην Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού και υπεύθυνη του αρχείου στον κλάδο που χειρίζεται θέματα που προκύπτουν από τον περί Σωματείων και Ιδρυμάτων και για Άλλα Συναφή Θέματα Νόμο Ν. 104(Ι)/2017(ΜΥ1). Η συγκεκριμένη μάρτυρας παρουσίασε στοιχεία και έγγραφα που αφορούν τους Ενάγοντες και το Σ.Ι.Σ.Ο.Κ. ως βρίσκονται στο αρχείο του Υπουργείου Εσωτερικών (Σχετικά τα Τεκμήριο 5, 8 και 9). Δεύτερος μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν ο κ. Σωτήρης Κολέττας, διευθυντής του Τμήματος Οδικών Μεταφορών (ΜΥ2). Ο ΜΥ2 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι οι δηλώσεις του αποτυπώνονται σωστά στα επίδικα δημοσιεύματα. Πρόσθεσε ότι είχε διαπιστώσει ότι κάποιες σχολές οδηγών χρέωναν τους μαθητές τους το συγκεκριμένο ποσό και ανέφερε επίσης ότι «δεν έχουμε ως Τμήμα Οδικών Μεταφορών ούτε δικαίωμα, ούτε νομική υποχρέωση να ελέγχουμε πόσα χρεώνει η κάθε σχολή τον πελάτη της. Και είναι μια συμφωνία μεταξύ σχολής οδηγών και πελάτη. Εκείνο όμως το οποίο μας ενοχλεί εμάς είναι το γεγονός ότι πληροφορούσαν οι σχολές οδηγών τους πελάτες τους, τους υποψήφιους οδηγούς και τους έλεγαν ότι αυτά τα €150 είναι για τους εξεταστές.» Ο ΜΥ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο ανακοίνωση που είχε εκδοθεί από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών τότε, με την οποία το Τμήμα διευκρίνιζε τις προβλεπόμενες από τη νομοθεσία χρεώσεις για εξέταση υποψήφιων οδηγών (Τεκμήριο 10). Κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ2 ανέφερε ότι το Τμήμα Οδικών Μεταφορών είχε δεχτεί παράπονα για τη χρέωση των €150 από γονείς μαθητευόμενων οδηγών. Μετά την ολοκλήρωση της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς συνόψισαν αυτήν και ανέπτυξαν και υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Έχω μελετήσει τα όσα εγείρουν στις γραπτές αγορεύσεις τους και τη νομολογία στην οποία έχουν παραπέμψει. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, σκοπός της οποίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση και που θα είναι, ακολούθως, καθοριστικά για το αποτέλεσμα της δίκης[1]. Κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους[2]. Αξιολογώντας την προσκομισθείσα μαρτυρία, έχω κατά νου ότι δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων και το περιεχόμενο των όποιων τεκμηρίων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[3]. Όλα αυτά βέβαια σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Πριν προχωρήσω, να επαναλάβω αυτό που είχα αναφέρει πιο πάνω, ότι επί ουσιωδών γεγονότων διαπιστώνω σύγκλιση μεταξύ των δύο πλευρών. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η Εναγόμενη 1 είναι ιδιοκτήτρια της ημερήσιας εφημερίδας παγκύπριας κυκλοφορίας «Ο Φιλελεύθερος». Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος ότι δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα τα επίδικα άρθρα, αποσπάσματα των οποίων έχω παραθέσει πιο πάνω, καθώς και ότι η Εναγόμενη 2 είναι διανομέας της εφημερίδας. Είναι περαιτέρω κοινώς αποδεκτό ότι οι Ενάγοντες είναι ένα από 3 σώματα που εκπροσωπούν σχολές οδηγών στην Κύπρο ενώ υπάρχουν και σχολές που δεν είναι ενταγμένες σε κάποια από τις ομάδες αυτές. Είναι τέλος δεκτό ότι υπήρχαν σχολές οδηγών που χρέωναν μαθητές τους το ποσό των €150 για την ημέρα της εξέτασης, χωρίς οι μάρτυρες των Εναγόντων να γνωρίζουν με ποιο τρόπο εξηγούσε η κάθε σχολή αυτή τη χρέωση στους μαθητές και τι ακριβώς αυτή αφορούσε σε κάθε περίπτωση. Ενόψει του ότι επί των ουσιωδών θεμάτων και δη των θεμάτων που θα καθορίσουν το αποτέλεσμα της αγωγής, υπήρχε σύγκλιση, τα γεγονότα που έχω συνοψίσει στην προηγούμενη παράγραφο συνιστούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Δεδομένων των συγκλίσεων αυτών αλλά έχοντας εξετάσει και την εσωτερική συνοχή και ποιότητα της μαρτυρίας των προσώπων που κατέθεσαν στο Δικαστήριο, πρέπει να σημειώσω ότι δεν διαπίστωσα πρόθεση ή προσπάθεια από οποιονδήποτε από αυτούς να παραπλανήσει ή να μην καταθέσει την αλήθεια. Θεωρώ ότι ο καθένας τους, όσο του επέτρεπε η μνήμη και εμπλοκή του με τα επίδικα γεγονότα, κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Πέραν του κοινώς αποδεκτού αυτού υπόβαθρου, το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας αφορούσε, επί το πλείστον, απόψεις ή και σχολιασμό των μαρτύρων σε σχέση με τα γεγονότα, τα δημοσιεύματα και την ερμηνεία τους. Οι απόψεις, ερμηνεία και σχόλια των μαρτύρων δεν λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς του αποτελέσματος της αγωγής. Επιπρόσθετα, μέρος της μαρτυρίας αφορούσε την ιδιότητα της ΜΕ1 και ζητήματα εσωτερικής διακυβέρνησης των Εναγόντων. Αυτό το θέμα απασχολεί στο τέλος της απόφασης μου. Το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης ορίζεται στο άρθρο 17
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 που προνοεί τα ακόλουθα: «Η δυσφήμιση συνίσταται στη δημοσίευση από οποιοδήποτε πρόσωπο με έντυπο, ζωγραφιά, ομοίωμα, χειρονομίες, λόγια ή άλλους ήχους, ή με κάθε άλλο μέσο οποιαδήποτε φύσης, περιλαμβανομένης και της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημοσιεύματος το οποίο- (α) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα ή (β) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση ή (γ) εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση ή τη θέση του ή (δ) ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη ή (ε) ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους.» Για να στοιχειοθετηθεί το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης, ο ενάγοντας πρέπει να αποδείξει με επαρκή, ικανή και αξιόπιστη μαρτυρία (α) ότι ο εναγόμενος δημοσίευσε το δυσφημιστικό δημοσίευμα, (β) ότι ο ίδιος είναι το πρόσωπο το οποίο υπόκειται σε δυσφήμιση[4] και (γ) ότι το δημοσίευμα είναι πράγματι δυσφημιστικό. Είναι παραδεκτό ότι η Εναγόμενη 1 δημοσίευσε τα επίδικα άρθρα στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» της οποίας είναι η ιδιοκτήτρια, καθώς και ότι η Εναγόμενη 2 είναι ο διανομέας της εφημερίδας. Προχωρώ επομένως στην 2η προϋπόθεση για στοιχειοθέτηση του αστικού αδικήματος, κατά πόσο δηλαδή το δημοσίευμα παραπέμπει, αφορά και «φωτογραφίζει» τον ενάγοντα. Το καθοριστικό ερώτημα σε κάθε περίπτωση είναι κατά πόσο, στο μυαλό του μέσου λογικού ανθρώπου, το λεκτικό του δημοσιεύματος γίνεται αντιληπτό ως να αναφέρεται στον συγκεκριμένο ενάγοντα[5]. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει ονομαστική αναφορά στον ενάγοντα όμως πρέπει οι λέξεις που χρησιμοποιούνται να είναι τέτοιες που κάποιο πρόσωπο που γνωρίζει τον ενάγοντα να καταλήγει εύλογα στο συμπέρασμα ότι το δημοσίευμα αναφέρεται στον ενάγοντα[6]. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Ενάγοντες είναι ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Επαγγελματιών Σχολών Οδηγών στον οποίο είναι ενταγμένοι, σύμφωνα με τη μαρτυρία, περί τις 100 από τις 400 περίπου σχολές οδηγών που υπάρχουν παγκύπρια. Τα επίδικα δημοσιεύματα δεν κάνουν ονομαστική αναφορά στους Ενάγοντες. Οι αναφορές που υπάρχουν στα δημοσιεύματα είναι σε «σχολές οδηγών», «κάποιες σχολές οδηγών», «ο δάσκαλος», «πολλές σχολές». Σε κανένα σημείο των δημοσιευμάτων δεν γίνεται αναφορά στους Ενάγοντες ειδικά, σε «Σύνδεσμο», ή στο ακρώνυμο των Εναγόντων «ΠΑ.Σ.Ε.Σ.Ο.». Πρέπει επίσης να σημειώσω, ότι δεν έχει παρουσιαστεί εξωτερική μαρτυρία από την πλευρά των Εναγόντων που να στοιχειοθετεί ότι ο μέσος λογικός αναγνώστης αναγνώρισε μέσα από τα δημοσιεύματα ότι αυτά αναφέρονται στους Ενάγοντες[7]. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι τρίτα πρόσωπα έχουν πράγματι εκλάβει τα δημοσιεύματα ότι αναφέρονται στο πρόσωπο των Εναγόντων και ότι το λεκτικό «φωτογραφίζει» ή «ταυτοποιεί» μόνο και αποκλειστικά τους Ενάγοντες. Από το σύνολο της μαρτυρίας και ιδιαίτερα από το περιεχόμενο των επίδικων δημοσιευμάτων, κρίνω ότι ο μέσος λογικός άνθρωπος που είχε διαβάσει το κείμενο τους, δεν θα είχε αντιληφθεί ότι αυτά αναφέρονταν και εννοούσαν τον Παγκύπριο Σύνδεσμο Επαγγελματιών Σχολών Οδηγών. Από το κείμενο φαίνεται ότι κάποιες σχολές οδηγών ακολουθούσαν την πρακτική της χρέωσης €150 τους μαθητές τους κατά την ημέρα της εξέτασης. Όμως κρίνω ότι το κείμενο δεν μπορεί να ερμηνευτεί ότι η πρακτική αυτή υπαγορευόταν ή είχε καθοριστεί ή εφαρμοστεί από τον Παγκύπριο Σύνδεσμο Επαγγελματιών Σχολών Οδηγών. Ούτε και προκύπτει από το κείμενο ότι αποδίδεται οποιαδήποτε συμπεριφορά ή ενέργεια στον Παγκύπριο Σύνδεσμο Επαγγελματιών Σχολών Οδηγών. Συνεπώς, η συγκεκριμένη προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης δεν αποδεικνύεται από τη μαρτυρία. Αυτή η διαπίστωση καθορίζει και το αποτέλεσμα της αγωγή όμως, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, έχω εξετάσει κατά πόσο η μαρτυρία ικανοποιεί και την 3η προϋπόθεση, δηλαδή κατά πόσο το δημοσίευμα είναι πράγματι δυσφημιστικό. Εξετάζοντας το ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει εάν: «.ο μέσος λογικός άνθρωπος προς τον οποίο απευθύνεται το κείμενο θα μπορούσε να το αντιληφθεί κατά δυσφημιστικό τρόπο και όχι να αποδώσει απλώς ο ίδιος ο ενάγων ένα δυσφημιστικό νόημα στο δημοσίευμα θεωρώντας τον εαυτό του θιγμένο ενώ το κείμενο μπορεί να είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Κατά την εξέταση του κειμένου, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων αλλά εξετάζει το κείμενο στην ολότητα του με αναφορά στον χρόνο και τον τόπο του δημοσιεύματος αλλά και στην κρατούσε κοινή γνώμη για το θέμα.[8]» Από μια γενική θεώρηση των δύο επίδικων κειμένων, θεωρώ ότι το περιεχόμενο τους είναι δυσφημιστικό στην έννοια του άρθρου 17
(1)(γ) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Δηλαδή, από αυτό ο μέσος λογικός αναγνώστης θα αντιλαμβανόταν ότι «κάποιες σχολές οδηγών» χρεώνουν ποσό €150 τους μαθητές τους με τη δικαιολογία ότι το ποσό αυτό αφορά αμοιβή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών ενώ κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί. Αυτό παραπέμπει στο ότι αυτές οι «κάποιες σχολές οδηγών» ενεργούν με τρόπο ανέντιμο στα πλαίσια των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων, αφού παραπλανούν τους μαθητές τους, κάτι που εκ της φύσεως του επηρεάζει δυσμενώς την υπόληψη τους στο κοινό. Όμως, η πλευρά των Εναγομένων εγείρει ως υπεράσπιση στην αγωγή, μεταξύ άλλων, ότι τα επίδικα κείμενα συνιστούν εύλογα σχόλια δημοσίου συμφέροντος και ότι είναι αληθή. Αυτές οι θέσεις, εάν στοιχειοθετηθούν, συνιστούν ικανές υπερασπίσεις σε αγωγή για δυσφήμηση ως καθορίζεται στο άρθρο 19 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148[9]. Η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου εξετάστηκε στην Μαύρου ν Στυλιανού
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1743, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Δικαίωμα σχολίου έχει κάθε πολίτης και όπως πολύ σωστά επισημαίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο στον τύπο ή στους δημοσιογράφους δεν αναγνωρίζεται ιδιαίτερο ή επιπρόσθετο τέτοιο δικαίωμα». Το δικαίωμα του έντιμου σχολίου θεωρείται προέκταση του θεμελιώδους δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου, ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά μιας δημοκρατικής κοινωνίας[10]. Αυτό διότι για θέματα κοινού ενδιαφέροντος όλοι θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να σχολιάζουν ελεύθερα, ακόμα και αυστηρά, νοουμένου ότι αυτό γίνεται έντιμα και όχι κακόπιστα[11]. Στην προκειμένη περίπτωση, το θέμα που θίγουν τα επίδικα δημοσιεύματα σαφώς και είναι θέμα κοινού ενδιαφέροντος αφού αφορά και επηρεάζει μεγάλο μέρος του πληθυσμού και δη όλους τους πολίτες που κατέχουν ή θα αποκτήσουν άδεια οδήγησης. Επομένως, η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου στοιχειοθετείται εκτός εάν καταδειχθεί ότι οι Εναγόμενοι ενήργησαν με κακοπιστία. Για να στοιχειοθετηθεί κακοπιστία πρέπει η μαρτυρία να παραπέμπει στο ότι οι Εναγόμενοι ενήργησαν με σκοπό να βλάψουν το πρόσωπο που υπόκειται τη δυσφήμιση κατά τρόπο δυσανάλογο του εύλογα αναγκαίου. Το δε βάρος απόδειξης της κακοπιστίας το φέρει η πλευρά του ενάγοντα[12]. Επανερχόμενη στην παρούσα περίπτωση δεν μπορώ να καταλήξω ότι οι Εναγόμενοι, η ιδιοκτήτρια εταιρεία της εφημερίδας και ο διανομέας αυτής, ενήργησαν κακόπιστα. Δεν υπάρχει μαρτυρία η οποία είναι ικανή να οδηγήσει σε τέτοιο συμπέρασμα. Αναφορικά με την υπεράσπιση της αλήθειας, πρέπει να σημειώσω τα εξής. Από το περιεχόμενο των δημοσιευμάτων αλλά και της μαρτυρίας, αυτό το οποίο συνάγεται είναι ότι ο καθορισμός της τιμολογιακής πολιτικής κάθε σχολής οδηγών είναι θέμα που αφορά την ίδια τη σχολή (κάτι που ήταν αποδεκτό από τους ΜΕ1 και ΜΕ2) και ότι κάποιες σχολές οδηγών ή δάσκαλοι οδήγησης χρεώνουν τους μαθητές τους ποσό €150 κατά την ημέρα της εξέτασης και δικαιολογούν το ποσό αυτό λέγοντας ότι αφορά έξοδα ασφάλισης του εξεταστή κατά τη διάρκεια της εξέτασης. Το δε κείμενο αναφέρεται σε «αρκετά άτομα», που, «μόλις τελειώσει η εξέταση, βγάζουν 150 ευρώ από την τσέπη για να τα δώσουν στον εξεταστή, διότι κάποιες σχολές οδηγών τους λένε ότι τα 150 ευρώ που τους χρεώνουν, είναι για να πληρώσουν τους εξεταστές!» Έχοντας διεξέλθει τα δύο επίδικα δημοσιεύματα, σε συνάρτηση με τη μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΥ2, προκύπτει ότι αποτελεί δικαίωμα της κάθε σχολή οδηγών να καθορίσει την τιμολογιακή της πολιτική. Είναι δε αποδεκτό από τους ΜΕ1 και ΜΕ2 ότι υπάρχουν σχολές οδηγών που κατά την ημέρα εξέτασης του υποψήφιου οδηγού χρεώνουν €
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία που παρουσίασαν οι Ενάγοντες, το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει διάφορα έξοδα όπως τα έξοδα ασφάλισης του εξεταστή, το χρόνο που αναλώνει ο εκπαιδευτής συνοδεύοντας και αναμένοντας το μαθητή στην εξέταση, ΦΠΑ κλπ. Όμως, δεν είναι σε θέση οι Ενάγοντες να γνωρίζουν με πιο τρόπο οι σχολές οδηγών που χρεώνουν το ποσό αυτό, δικαιολογούν τη χρέωση στους μαθητές τους. Έχει περιέλθει στην αντίληψη του διευθυντή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών ότι κάποιοι μαθητευόμενοι οδηγοί έχουν την εντύπωση ότι το ποσό αυτό χρεώνεται από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών, κάτι που οι ΜΕ1 και ΜΕ2 δεν μπορούν να αποκλείσουν. Η δε ΜΕ1 απάντησε χαρακτηριστικά ότι «ο κάθε εκπαιδευτής έχει το δικό του λεξιλόγιο, δεν μπορούμε να μιλούμε όλοι το ίδιο λεξιλόγιο για να δικαιολογούμε είτε την αμοιβή είτε την αξία του μαθήματος». Από τα πιο πάνω, συνάγεται ότι η θέση που αποτυπώνεται στα δημοσιεύματα ότι κάποιες σχολές οδηγών χρεώνουν €150 τους μαθητές κατά την ημέρα της εξέτασης και δικαιολογούν την χρέωση αυτή αναφέροντας τους ότι αφορά έξοδα ασφάλισης του εξεταστή, είναι αλήθεια. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω καταλήγω ότι παρά το δυσφημιστικό χαρακτήρα των επίδικων δημοσιευμάτων, δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι αυτά αφορούν και αναφέρονται στους Ενάγοντες. Επιπρόσθετα, στην προκειμένη περίπτωση, η μαρτυρία οδηγεί στο ότι τα όσα περιλαμβάνονται στα δημοσιεύματα γράφτηκαν στα πλαίσια του δικαιώματος ελευθερίας του λόγου και δη συνιστούν εύλογο σχόλια επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος, χωρίς κακή πίστη από μέρους των Εναγομένων, ενώ κατά βάση αφορούν και αναφέρονται σε αληθή γεγονότα. Αυτές οι διαπιστώσεις οδηγούν στο ότι η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει. Παρενθετικά σημειώνω ότι από το Τεκμήριο 7 φαίνεται ότι και το Σ.Ι.Σ.Ο.Κ. εξουσιοδοτεί την ΜΕ1 να τους εκπροσωπεί για σκοπούς της αγωγής. Ακόμα και αν αυτή είναι η πρόθεση, κάτι τέτοιο δεν δικογραφείται ενώ ούτε η ΜΕ1 προέβαλλε τέτοια θέση κατά τη μαρτυρία της. Συνεπώς, η συγκεκριμένη αναφορά στο κείμενο του Τεκμηρίου 7, δεν είναι ικανή να επηρεάσει το αποτέλεσμα της αγωγής. Τέλος, σημειώνω ότι κατά την εξέλιξη της ακρόασης είχε αμφισβητηθεί από την πλευρά της υπεράσπισης τόσο η ιδιότητα της ΜΕ1 ως προέδρου των Εναγόντων όσο και το εάν έχει εξουσιοδοτηθεί δεόντως από τους Ενάγοντες στην καταχώρηση και προώθηση της αγωγής. Αυτά τα ζητήματα, που αφορούν θέματα εσωτερικής διακυβέρνησης των Εναγόντων, τα θεωρώ επουσιώδη και, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι ικανά να επηρεάσουν το αποτέλεσμα. Προκύπτει από τη μαρτυρία και αποδέχομαι ότι οι Ενάγοντες δεν κοινοποίησαν οποιεσδήποτε αλλαγές στη σύσταση του Διοικητικού Συμβουλίου τους στο αρμόδιο τμήμα του Υπουργείου Εσωτερικών. Ως αποτέλεσμα, στο σχετικό μητρώο καταγράφει μόνο το αρχικό διοικητικό συμβούλιο και, ειδικότερα, η ΜΕ1, που διορίστηκε στο αξίωμα πρόσφατα, δεν παρουσιάζεται ως πρόεδρος. Όμως, αυτό δεν συνεπάγεται ότι οι αλλαγές δεν διενεργήθηκαν. Αυτό το οποίο προκύπτει επίσης από τη μαρτυρία και αποδέχομαι, είναι ότι η σύσταση του διοικητικού συμβουλίου άλλαζε κατά καιρούς με τις προβλεπόμενες από το καταστατικό του Σωματείου παρά το ότι οι αλλαγές αυτές εν κοινοποιούνταν στο Υπουργείο Εσωτερικών. Η δε εξουσιοδότηση της ΜΕ1 είναι θέμα εσωτερικής διοίκησης των Εναγόντων και, πέραν από τη δική της θετική μαρτυρία ότι έχει λάβει την απαραίτητη εξουσιοδότηση, δεν έχει παρουσιαστεί άλλη μαρτυρία ασυμβίβαστη με αυτή τη θέση. Η δε εξουσιοδότηση της ΜΕ1 να εκπροσωπήσει τους Ενάγοντες για σκοπούς της αγωγής επιβεβαιώνεται και από το Τεκμήριο
- Η δε αναφορά στο Τεκμήριο 7 ότι η εξουσιοδότηση της ΜΕ1 επεκτείνεται και στην εκπροσώπηση του Σ.Ι.Σ.Ο.Κ. δεν δικογραφείται και δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα. Αυτά επικουρικά μόνο, αφού το αποτέλεσμα της αγωγής έχει κριθεί επί άλλης βάσης. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και, συνακόλουθα, απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 1 & 2 και εναντίον των Εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ..................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]Σχετική η Barry Wynne v David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1 (Β) Α.Α.Δ. 1138 [2] C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273 [3] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερομηνίας 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009 [4] Knupffer v London Express [1944] A.C. 116. [5] Knupffer v London Express (ανωτέρω). [6] Bourke v Warren
(1826)2 C & P 30, Hulton v Jones [1910] A.C. 26 [7] Αλήθεια Εκδ. Εταιρεία Λτδ ν Λεωνίδα
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 550 [8] Εκδόσεις Αρκτίνος ν Γεωργιάδη, Πολιτική Έφεση 118/2008, ημερομηνίας 4.3.2011. Σχετικές και οι Δρουσιώτης ν Παπαδόπουλος Πολιτική Έφεση 54/2008, ημερομηνίας 30.1.2012, Κωνσταντινίδης κ.α. ν Παπασάββα
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 981 [9] Σχετική η Γαληνιώτης ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου Πολιτική Έφεση 20/2009, ημερομηνίας 22.11.2012 [10] Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν Νίκος Παπαευσταθίου, Πολιτική Έφεση 12139, ημερομηνίας 12.7.2007 [11] Slim and others v Daily Telegraph and another
(1968)1 All E.R. 497 [12] Ηλίας Ονουφρίου κ.α. ν Εταιρείας Κ.Κ. Σύγχρονες Κούρσες Λτδ, Πολιτική Έφεση 12110, ημερομηνίας 27.7.2006. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο