← Κύπρος

F.K.S. TRADING COMPANY LTD κ.α. ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 1417/18, 11/9/2018

F.K.S. TRADING COMPANY LTD κ.α. ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 1417/18, 11/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A490 Αρ. Αγωγής: 1417/18 Μεταξύ:

  1. F.K.S. TRADING COMPANY LTD
  2. XXXXX ΜΙΧΑΗΛ Ενάγουσας και HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Εναγομένης Αίτηση ημερ. 6.8.18 υπό ενάγουσας 1 - αιτήτριας για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 11 Σεπτεμβρίου 2018 Για ενάγουσα 1 - αιτήτρια: κ. Μιχάλης Παρασκευάς Για εναγομένη - καθ' ης η αίτηση: κα Μαρίνα Βασιλείου για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή που καταχωρήθηκε στις 31.5.18, οι ενάγουσες ζητούν μεταξύ άλλων απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία να κηρύσσονται άκυρες 2 συμβάσεις υποθηκών ημ. 14.4.18 και 11.9.11 αντίστοιχα που υπογράφτηκαν από τις ενάγουσες ως ενυπόθηκες οφειλέτιδες προς εξασφάλιση ενυπόθηκου χρέους που τους παραχώρησε η εναγομένη τράπεζα. Επιζητείται επίσης μεταξύ άλλων, διάταγμα που να αναγνωρίζει ότι η ενάγουσα 1 δεν οφείλει κανένα ποσό στην εναγομένη τράπεζα, η οποία δεν νομιμοποιείται να ζητά την πληρωμή του δυνάμει των ειδοποιήσεων τύπου «Θ» & «Ι» ημ. 29.11.
  3. Ζητείται περαιτέρω διάταγμα με το οποίο να δηλώνεται ότι οι εν λόγω υποθήκες είναι προϊόν παράνομων και καταχρηστικών υπερχρεώσεων, τις οποίες η εναγομένη τράπεζα δεν νομιμοποιείται να ζητά. Με την πάροδο πέραν των τριών μηνών από την καταχώρηση της αγωγής, καταχωρήθηκε στις 6.8.18 η παρούσα αίτηση, με την οποία η ενάγουσα 1 ζητά προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει μεταξύ άλλων στην εναγομένη να προβεί σε εκποίηση και να προχωρήσει με τη διαδικασία απαλλοτρίωσης του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου. Επιζητείται επίσης διάταγμα που να αναστέλλει οποιαδήποτε διαδικασία εκποίησης του επίδικου ακινήτου δυνάμει των διατάξεων του Ν.9/
  4. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, γίνεται αναφορά στην διαδικασία εκποίησης που ξεκίνησε η εναγομένη τράπεζα με την επίδοση των ειδοποιήσεων τύπου «Θ» και «Ι» στην εναγομένη
  5. Στη συνέχεια, καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή η οποία συνιστούσε κώλυμα στην προώθηση της διαδικασίας απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.9/65 ως ίσχυε τότε. Πέραν τούτου, είναι η θέση των αιτητριών ότι η αγωγή έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας λόγω παράβασης εκ μέρους της εναγομένης, της σχετικής νομοθεσίας και κανονισμών σε σχέση με την επιβολή επιβαρύνσεων και τόκων. Επιπλέον, οι παράνομες πράξεις της εναγομένης, έχουν ως αποτέλεσμα να συμπαρασύρουν σε ακυρότητα τις συμβάσεις υποθήκης. Δυστυχώς κατά την αιτήτρια, η σχετική διάταξη 44(γ)

(3)του Ν.9/65, έχει τροποποιηθεί μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Συγκεκριμένα, εκτός από την ύπαρξη αγωγής, απαιτείται και η έκδοση συντηρητικού διατάγματος ούτως ώστε να δύναται να ανασταλεί η διαδικασία εκποίησης. Κατά την αιτήτρια, η τροποποίηση της πιο πάνω διάταξης, στην ουσία της στερεί την προστασία που της παρείχε η μέχρι τότε νομοθεσία και ως εκ τούτου, η μόνη θεραπεία που έχει είναι η έκδοση προσωρινού διατάγματος, με το οποίο να εμποδίζεται η τράπεζα να προχωρήσει στην εκποίηση της υποθήκης μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, δεδομένου ότι ο πλειστηριασμός καθορίστηκε να γίνει σε δυο μέρες από σήμερα ήτοι στις 12.9.
  1. Η εναγόμενη τράπεζα καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συντηρητικού διατάγματος και ότι η παρούσα καταχωρείται καταχρηστικά με αποκλειστικό σκοπό οι ενάγουσες να αποφύγουν να τηρήσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι ενδεχόμενη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, προσβάλλει το συνταγματικό δικαίωμα της εναγομένης στην ελευθερία του συμβάλλεσθαι και την εμποδίζει να προχωρήσει στην εκποίηση νόμιμης εμπράγματης εξασφάλισης. Αναφέρεται τέλος ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της εναγομένης και υπό τας περιστάσεις δεν είναι δίκαιη ή εύλογη η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν χθες από γραπτό κείμενο το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Η ενδιάμεση απόφαση εκδίδεται άμεσα λόγω του επείγοντος του ζητήματος αφού ο πλειστηριασμός καθορίστηκε να σε δυο μέρες από την ημερομηνία των αγορεύσεων των συνηγόρων ήτοι αύριο στις 12.9.
  2. Ο συνήγορος της ενάγουσας 1 - αιτήτριας στην αγόρευση του, αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης, επαναλαμβάνοντας την θέση ότι μετά την τροποποίηση του άρθρου 44(γ)
(3)του Ν.9/65, η καταχώριση αγωγής δεν αποτελεί πλέον λόγο αναστολής του πλειστηριασμού και απαιτείται περαιτέρω η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Συνεπώς, η μοναδική δυνατότητα που δίνεται στην αιτήτρια, είναι η έκδοση του παρόντος αιτούμενου διατάγματος. Σε αντίθετη περίπτωση θα προχωρήσει η διαδικασία πλειστηριασμού και η παρούσα αγωγή θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Στη συνέχεια, ο συνήγορος έκαμε αναφορά στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ισχυριζόμενος ότι ισχύουν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Έγινε ευρεία αναφορά στις θέσεις της αιτήτριας περί ακυρότητας της σύμβασης υποθήκης με την επιβολή παράνομων χρεώσεων και της μονομερούς αύξησης του επιτοκίου από την εναγομένη. Ο συνήγορος δέχθηκε ότι δεν έχει καταχωρηθεί αίτηση-έφεση εναντίον της διαδικασίας εκποίησης δυνάμει του Νόμου 9/65 ως έχει τροποποιηθεί. Όμως αυτό δεν εμποδίζει κατά τον ίδιο την αιτήτρια, να ζητήσει την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Ήταν τέλος θέση του συνηγόρου ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της έκδοσης του διατάγματος αφού σε αντίθετη περίπτωση η αγωγή του θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Αντιθέτως, σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, η εναγομένη δεν θα υποστεί καμία βλάβη ούτε θα πληγούν τα συνταγματικά της δικαιώματα όπως ισχυρίζεται στην ένσταση της. Η συνήγορος της εναγομένης-αιτήτριας στη δική της αγόρευση, έκαμε επίσης αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης αλλά και στη νομική πτυχή που καθορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει συντηρητικό διάταγμα. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι η παρούσα αίτηση συνιστά λανθασμένο δικονομικό διάβημα. Το άρθρο 44(γ)
(3)του Ν.9/65 δεν προβλέπει την ακύρωση εκποίησης μέσω αγωγής και απαγορευτικού διατάγματος. Τουναντίον, προβλέπεται ρητά ότι το ορθό δικονομικό μέτρο για παραμερισμό της σκοπούμενης εκποίησης, είναι αίτηση - έφεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η ύπαρξη παρεμπίπτοντος διατάγματος, αποτελεί προϋπόθεση για έγκριση της αίτησης-έφεσης και όχι το μέσο για την αναστολή των διαδικασιών εκποίησης. Εν πάση περιπτώσει, τα αιτούμενα διατάγματα δεν θα μπορούσε να εκδοθούν στο στάδιο το οποίο βρίσκεται η διαδικασία ήτοι μετά την επίδοση όλων των σχετικών ειδοποιήσεων και αφού ορίστηκε ημερομηνία πλειστηριασμού. Ήταν η θέση της συνηγόρου με παραπομπή σε πρωτόδικες αποφάσεις ότι τα διατάγματα θα έπρεπε να είχαν εκδοθεί πριν ξεκινήσει η διαδικασία πλειστηριασμού και ειδικότερα πριν την επίδοση της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ». Στη συνέχεια, η συνήγορος επανέλαβε την θέση ότι ενδεχόμενη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προσβάλει το συνταγματικό δικαίωμα της καθ΄ ης η αίτηση στην ελευθερία του συμβάλλεσθαι όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος. Ακολούθως, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η παρούσα έχει καταχωρηθεί καταχρηστικά και για αλλότριους σκοπούς. Η εναγόμενη τράπεζα καταχώρησε από τις 3.4.14 την αγωγή 1887/14 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με την οποία αξιώνει διάφορα οφειλόμενα προς αυτήν ποσά, όπως προκύπτουν από τις δανειακές συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων. Στην εν λόγω αγωγή δεν καταχωρήθηκε ανταπαίτηση αλλά μόνο υπεράσπιση. Ούτε προωθήθηκε οτιδήποτε στην υπεράσπιση για ακυρότητα των υποθηκών. Το μόνο εύλογο συμπέρασμα που προκύπτει κατά την συνήγορο, είναι ότι η καταχώρηση της παρούσας αγωγής αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης και καταχωρήθηκε καταχρηστικά και κακόπιστα για να καθυστερήσει τη διαδικασία του πλειστηριασμού. Αν οι ισχυρισμοί των εναγουσών ευσταθούν, αυτές θα ελάμβαναν νομικά μέτρα πολύ νωρίτερα και δεν θα άφηναν να διαρρεύσουν 10 και πλέον έτη για να αμφισβητήσουν την επίδικη σύμβαση υποθήκης και μόνο μετά που ξεκίνησαν οι διαδικασίες πλειστηριασμού. Πέραν τούτου, ήταν η θέση της συνηγόρου ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Με την αίτηση δεν αμφισβητείται στην ουσία η δανειακή σύμβαση και η οφειλή κάποιου ποσού προς την τράπεζα αλλά υπάρχει μόνο διαφωνία ως προς το ύψος των οφειλομένων. Ακόμα και στην περίπτωση που οι όροι της σύμβασης κριθούν αόριστοι και ασαφείς όπως ισχυρίζεται η αιτήτρια δεν θα μπορούσε η συμφωνία υποθήκης να ακυρωθεί, αλλά ενδεχομένως να χρήζει διευκρίνισης. Αλλά ούτε και η κατ' ισχυρισμόν υπερχρεώσεις και τα αυξημένα επιτόκια οδηγούν χωρίς άλλο στην ακυρότητα της δανειακής και ενυπόθηκης σύμβασης. Ενδεχομένως αν απορριφθούν οι πιο πάνω ισχυρισμοί να διαφοροποιηθεί το ύψος του τελικού οφειλόμενου ποσού. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση για αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, η συνήγορος εισηγήθηκε ότι η οποιαδήποτε κατ' ισχυρισμό ζημιά της αιτήτριας, μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και να αξιωθεί από την αιτήτρια υπό την μορφή αποζημιώσεων. Τέλος για το ισοζύγιο της ευχέρειας, η συνήγορος εισηγήθηκε ότι γέρνει προς όφελος της εναγομένης αφού σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος θα στερηθεί των νομίμων δικαιωμάτων της. Αντιθέτως, η αιτήτρια δεν θα υποστεί καμία ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την πληρωμή αποζημιώσεων. Νομική Πτυχή Η παρούσα στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος δυνάμει του πιο πάνω άρθρου είναι: • Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. • Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. • Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, απαιτεί από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201). Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της διαφοράς και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα, αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι υπό συνήθεις συνθήκες, η διατήρηση του status quo ante μέχρι της εκδίκασης της υπόθεσης και όχι η προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας. Σχετική είναι και η υπόθεση Γεώργιου Κοσμά ν Ανδρέα Χ¨Κυπρή κ.α
(2000)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής στην σελ.
  2. «Δεν αποκλείεται βέβαια η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (ιδέ: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 CLR 263). Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή.» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης. (βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179,202). Στην έννοια της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, αναφέρεται η απόφαση M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α ν. The Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ
  1. Η υπόθεση αφορούσε ενδιάμεσο διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια αγωγής για αθέμιτο ανταγωνισμό. Λέχθηκε ότι η έννοια της απονομής δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή. Όσον αφορά την επίδικη διαδικασία εκποίησης, αυτή ρυθμίζεται από το μέρος VIA του Νόμου 9/65 που φέρει τίτλο «Πώληση Ενυπόθηκου Ακινήτου από τον Ενυπόθηκο Δανειστή». Η πιο πάνω διάταξη έχει τροποποιηθεί από τον τροποποιητικό Νόμο 87(Ι)/
  2. Έχει μεταξύ άλλων αφαιρεθεί η προϋπόθεση της εκκρεμοδικίας αγωγής και αντικαταστάθηκε από την ύπαρξη συντηρητικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  3. Προστέθηκαν επίσης ως λόγοι ακύρωσης της εκποίησης, η έκδοση διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει του Νόμου περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων και η συμμετοχή του ενυπόθηκου οφειλέτη στο σχέδιο ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων ή σε οποιοδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης. Όπως προκύπτει από την ανάγνωση του άρθρου 44Γ
(3), δεν απαιτείται να συντρέχουν όλοι οι πιο πάνω λόγοι για την ακύρωση της διαδικασίας εκποίησης. Αρκεί να αποδειχθεί ένας από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 44Γ
(3), ώστε η έφεση να πετύχει και να διαταχθεί από το Δικαστήριο η ακύρωση της διαδικασίας εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Ο τροποποιητικός Νόμος 87(Ι)/2018 επέφερε και άλλες αλλαγές στην διαδικασία εκποίησης. Σύμφωνα με το άρθρο 44Α
(4)όπως έχει τροποποιηθεί, δεν αποκλείεται το δικαίωμα ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει ταυτόχρονα με την έγερση πολιτικής αγωγής και σε διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, δυνάμει των διατάξεων του Νόμου 9/1965. Έχει επίσης προστεθεί στις επιφυλάξεις του άρθρου 44Α
(3)η πιο κάτω επιφύλαξη: «Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που έχει αρχίσει οποιαδήποτε διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου θα εφαρμόζονται, ανεξαρτήτως εάν στάλθηκαν οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018.» Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι οι πρόσφατες τροποποιήσεις που επέφερε στον βασικό Ν.9/1965ο τροποποιητικός Ν.87(Ι)/2018, έχουν αναδρομική ισχύ και σε εκκρεμούσες διαδικασίες εκποίησης. Το γεγονός αυτό είναι παραδεκτό από την αιτήτρια. Προβάλει όμως την θέση ότι μετά από αυτή την εξέλιξη δεν έχει άλλη επιλογή για να σταματήσει τον πλειστηριασμό από την έκδοση προσωρινού διατάγματος, κάτι που απαιτείται άλλωστε και από τις σχετικές διατάξεις του Νόμου 9/65 όπως έχει τροποποιηθεί. Συμπεράσματα Η συνήγορος της εναγομένης στην αγόρευση της, ανέφερε ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω του ότι δεν χρησιμοποιείται το σωστό δικονομικό διάβημα για την ακύρωση της διαδικασίας εκποίησης. Είναι βέβαια ορθό ότι η διαδικασία εκποίησης που στηρίζεται στις διατάξεις του μέρους VIA του Νόμου 9/65, μπορεί να προσβληθεί με αίτηση - έφεση με την οποία ζητείται η ακύρωση της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» που καθορίζει ημερομηνία πλειστηριασμού. Είναι δε παραδεκτό ότι δεν επιδιώκεται η ακύρωση του πλειστηριασμού με αίτηση - έφεση αφού τέτοιο ένδικο μέσο δεν έχει καταχωρηθεί από την πλευρά της αιτήτριας. Όμως οι πιο πάνω διατάξεις του Νόμου 9/65 δεν στερούν κατά την κρίση μου, το δικαίωμα της ενάγουσας να ζητήσει την έκδοση προσωρινού διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις που καθορίζει το εν λόγω άρθρο. Παρά το γεγονός ότι φαίνεται να υπάρχει μία σύγχυση από την πλευρά της αιτήτριας ως προς την νομική πτυχή της παρούσας αίτησης και των εφαρμοστέων διατάξεων, κρίνω ότι η παρούσα αίτηση θα μπορούσε να εξεταστεί αποκλειστικά και μόνο δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Θα εξετάσω ως εκ τούτου στη συνέχεια κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος όπως καθορίζονται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και έχουν ερμηνευθεί από την προαναφερθείσα νομολογία. Από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί η πρώτη προϋπόθεση που απαιτεί την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, γίνεται εκτεταμένη αναφορά σε παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμούς που κατ' ισχυρισμό επέβαλε η εναγόμενη τράπεζα στις επίδικες δανειακές συμβάσεις. Το στοιχείο αυτό χωρίς βέβαια να κρίνεται η ουσία της αγωγής στο παρόν στάδιο, ικανοποιεί κατά την άποψη μου την πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Για τους ιδίους λόγους κρίνω ότι έχει αποδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής όσον αφορά όμως μόνο το αιτητικό μέρος για ακύρωση των κατ' ισχυρισμό παράνομων χρεώσεων και επιτοκίων. Όσον αφορά το αιτητικό μέρος της αγωγής για ακύρωση των συμβάσεων εγγύησης, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όπως πολύ σωστά έχει επισημανθεί από την συνήγορο της εναγόμενης - καθ' ης η αίτηση, ακόμα και στην περίπτωση που αποδειχθεί από τις ενάγουσες ότι υπήρξαν παράνομες χρεώσεις, η θεραπεία δεν θα είναι η ακύρωση της σύμβασης εγγύησης αλλά η επιστροφή των ποσών που χρεώθηκαν παράνομα. Με την ένορκη δήλωση της αίτησης, υποστηρίζεται ότι οι παράνομες χρεώσεις συμπαρασύρουν σε ακυρότητα την σύμβαση εγγύησης. Η θέση όμως αυτή δεν έχει υποστηριχθεί με νομικά επιχειρήματα. Κρίνω ως εκ τούτου ότι δεν έχει αποδειχθεί η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτήματος ακύρωσης των εγγυητικών συμβάσεων. Σημειώνεται επίσης ότι η δανειακή σύμβαση και το γεγονός ότι οφείλονται κάποια ποσά στην εναγόμενη τράπεζα δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί από πλευράς αιτήτριας. Αυτό που στην ουσία ισχυρίζεται η αιτήτρια, είναι την επιβολή παράνομων χρεώσεων στην επίδικη δανειακή σύμβαση. Η θεραπεία σε περίπτωση απόδειξης του ισχυρισμού αυτού δεν είναι η ακύρωση της σύμβασης εγγύησης αλλά η επιδίκαση αποζημιώσεων στο ύψος των παράνομα επιβληθέντων χρεώσεων. Αλλά ούτε και η τρίτη προϋπόθεση για αδυναμία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο έχει αποδειχθεί. Όπως επίσης πολύ σωστά επισημάνθηκε από την συνήγορο της εναγομένης τράπεζας, η ζημιά που θα υποστεί η αιτήτρια, σε περίπτωση που πετύχει στην αγωγή της, θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την καταβολή αποζημίωσης στο ύψος των κατ' ισχυρισμών παρανόμως επιβληθέντων χρεώσεων. Για τους ιδίους λόγους κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Κατά την κρίση μου, η ζημιά που θα υποστεί η εναγομένη σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος με την αφαίρεση του δικαιώματος της να προχωρήσει σε εκτέλεση συμβατικής εμπράγματης εξασφάλισης, είναι πολύ μεγαλύτερη από τη ζημιά που θα υποστεί η αιτήτρια σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος. Αυτό, γιατί όπως προαναφέρθηκε, η ζημιά αυτή θα μπορούσε σαφώς να αποζημιωθεί σε χρήμα από την πλευρά της εναγομένης τράπεζας. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω κρίνω ότι η αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει τις προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος όπως καθορίζονται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και της σχετικής νομολογίας. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγόμενης - καθ' ης η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας 1 - αιτήτριας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.