Χριστοδούλου ν. Κουρέας, Αρ. Αγωγής: 7688/2011, 21/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A515 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7688/2011 Μεταξύ: XXXXX Χριστοδούλου Ενάγοντας και XXXXX Κουρέας Εναγόμενος ------------------ Ημερομηνία: 21 Σεπτεμβρίου , 2018. Εμφανίσεις Για τoν Ενάγοντα: κ. Ν Γεωργίου, για Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ. Για τον Εναγόμενο: κα. Ε. Παπαδημητρίου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει το ποσό των € 2.034,94, ως τίμημα εκτελεσθεισών ξυλουργικών εργασιών, πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί του πιο πάνω ποσού. Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 A.Α.Δ
- Ο Ενάγοντας στην Έκθεση Απαίτησής του ισχυρίζεται ότι δυνάμει συμφωνίας με τον Εναγόμενο παρείχε σε αυτόν ξυλουργικές εργασίες. Έναντι των επίδικων ξυλουργικών εργασιών, οι οποίες ήταν της απολύτου αρεσκείας του Εναγόμενου, ο Ενάγοντας εξέδωσε το τιμολόγιο υπ' αριθμόν 00310, ημερομηνίας 8.10.2001, για το ποσό των Λ.Κ 1.191 (€ 2.034,92). Οι ισχυριζόμενες εργασίες ήταν της απολύτου αρεσκείας του Εναγόμενου. Ο Ενάγοντας συμφώνησε με τον Εναγόμενο όπως το ποσό του τιμολογίου φέρει τόκο προς 9% ετησίως από 9.12.
- Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Ενάγοντα και των δικηγόρων του, ο Εναγόμενος ουδέν ποσό κατέβαλε. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπισή του αρνήθηκε τους πιο πάνω ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε ήταν πελάτης του Ενάγοντα και ουδέποτε ανέθεσε στον Ενάγοντα την εκτέλεση των ξυλουργικών εργασιών που καταγράφονται στο επίδικο τιμολόγιο. Περαιτέρω ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι δυνάμει συμφωνίας, ημερομηνίας 13.6.2000, αγόρασε από την εταιρεία Frenaritis Construtions Ltd, μια κατοικία 4 υπνοδωματίων. Δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας η κατασκευάστρια εταιρεία θα παρέδιδε την επίδικη κατοικία με συμπληρωμένες τις ξυλουργικές εργασίες. 0 Εναγόμενος ισχυρίστηκε επίσης ότι ουδεμία συμβατική σχέση έχει με τον Ενάγοντα, ο οποίος απαιτεί την πληρωμή του επίδικου τιμολόγιου μετά την πάροδο 10 ετών από την έκδοσή του, επειδή διέκοψε τη συνεργασία του με την κατασκευάστρια, της κατοικίας, εταιρεία. Από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων προκύπτει ότι η ισχυριζόμενη, από τον Ενάγοντα, προφορική συμφωνία δεν είναι αποδεκτή. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσής του κατέθεσε ο ίδιος ο Ενάγοντας και κατατέθηκαν δύο
(2)τεκμήρια. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο ΜΕ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, το Τιμολόγιο υπ' αριθμόν 000310, ημερομηνίας 8.10.2001, και ως Τεκμήριο 2 επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα, ημερομηνίας 31.03.2011, προς τον Εναγόμενο. Ο ΜΕ1 στην κυρίως εξέτασή του δήλωσε ότι ασχολείται με ξυλουργικές εργασίες, ο Εναγόμενος ήταν πελάτης του και εκτέλεσε προς όφελος του ξυλουργικές εργασίες. Οι ξυλουργικές εργασίες ήταν της απολύτου αρεσκείας του Εναγομένου. Ο Ενάγοντας εξέδωσε σχετικά το τιμολόγιο υπ' αριθμόν 000310 στις 08.10.
- Ο Εναγόμενος ουδέν ποσό κατέβαλε, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του ιδίου αλλά και την επιστολή των δικηγόρων του, ημερομηνίας 31.3.2011 και παραμένει μέχρι σήμερα οφειλόμενο το συνολικό ποσό του τιμολογίου πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 9.12.
- Ο ίδιος δήλωσε ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, ο Εναγόμενος αποδέχτηκε την καταβολή τόκου προς 9% σε περίπτωση μη εξόφλησης του τιμολογίου εντός 60 ημερών από την έκδοσή του. Τέλος ισχυρίστηκε ότι οι εργασίες που αφορούσε το επίδικο τιμολόγιο ήταν επιπλέον εργασίες και δεν συμπεριλαμβάνονταν στις εργασίες που η εταιρεία Frenaritis Construction Ltd όφειλε να εκτελέσει στην επίδικη κατοικία. Κατά την αντεξέτασή του ο ΜΕ1 δήλωσε ότι γνωρίζει τον Εναγόμενο, ως πελάτη της εταιρείας Frenaritis Constructions Ltd. Σχετικά με τη διαδικασία σύμφωνα με την οποία αναλαμβάνει την εκτέλεση κάποιας εργασίας, δήλωσε ότι, εάν του ζητηθεί προσφορά τη δίνει πριν ξεκινήσει το έργο. Προσδιόρισε ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν του ζητήθηκε προσφορά και οι χρεώσεις έγιναν με βάση τη τιμή μονάδος που χρέωνε την κατασκευάστρια εταιρεία. Περαιτέρω, δήλωσε ότι ανέλαβε όλες τις ξυλουργικές εργασίες στις κατοικίες που ανήγειρε η κατασκευάστρια εταιρεία, δηλώνοντας ότι το έργο ήταν μεγάλο. Προσδιόρισε ότι η συνεργασία του με την κατασκευάστρια εταιρεία ξεκίνησε περί το έτος
- Σε ερώτηση να συγκεκριμενοποιήσει τι ακριβώς αφορούσαν αυτές, απάντησε ότι αφορούσαν τις στέγες, τις πόρτες, τα ερμάρια και τις κουζίνες των υπό ανέγερση κατοικιών. Ερωτηθείς σχετικά με το ποιες εργασίες αφορούσε το επίδικο τιμολόγιο απάντησε ότι αφορούσε είκοσι κάσιες εξωτερικές και εφαρμογή πάσων. Δήλωσε ότι οι συγκεκριμένες εργασίες ήταν επιπλέον των συμφωνηθέντων, με την κατασκευάστρια εταιρεία, και ζητήθηκαν από τον Εναγόμενο. Σε ερώτηση σχετικά με το πότε ανατέθηκαν οι ισχυριζόμενες επιπλέον εργασίες, απάντησε ότι ανατέθηκαν στην πορεία εκτέλεσης της κατοικίας. Σε ερώτηση σχετικά με το κατά πόσο συνεννοήθηκε με τον Εναγόμενο για την τιμή, απάντησε ότι συνεννοήθηκε με τον Εναγόμενο, εκτέλεσε τις εργασίες, εξέδωσε το επίδικο τιμολόγιο και ο Εναγόμενος αποδέχτηκε και παρέλαβε το τιμολόγιο. Δήλωσε περαιτέρω ότι οι επίδικες εργασίες δεν συμπεριλαμβάνονταν στα αρχιτεκτονικά σχέδια και αρνήθηκε την υποβολή ότι οι επίδικες εργασίες ανατέθηκαν σε αυτόν από την κατασκευάστρια εταιρεία. Σε ερώτηση σχετικά με τις συνθήκες έκδοσης του επίδικου τιμολογίου, απάντησε ότι, αφού ολοκληρώθηκε η οικία του Εναγόμενου , ο ίδιος τον επισκέφθηκε σε αυτή, του πήρε το τιμολόγιο και ο Εναγόμενος το παρέλαβε. Ακολούθως δήλωσε ότι ο Εναγόμενος παρέλαβε το τιμολόγιο και αφού το μελέτησε το υπέγραψε και ανέφερε στον Ενάγοντα ότι είναι εντάξει και ότι θα τον ειδοποιήσει. Σε ερώτηση να επεξηγήσει τι εννοεί με τον όρο επιπλέον εργασίες, απάντησε ότι εννοεί εργασίες που δεν συμπεριλαμβάνονταν στη συμφωνία του με την κατασκευάστρια εταιρεία. Σε υποβολή ότι καταχώρησε την υπό κρίση αγωγή εκδικητικά μετά από 10 χρόνια, απάντησε ότι δεν έχει οτιδήποτε προσωπικό με κανένα. Σε ερώτηση να εξηγήσει την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής εξήγησε ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε προβλήματα υγείας του ιδίου. Ως προς το αξιούμενο ποσοστό επιτοκίου ο ΜΕ1 δήλωσε ότι αυτό αναγράφεται στο Τιμολόγιο, Τεκμήριο
- Σε ερώτηση να εξηγήσει γιατί αξιώνει τόκο από 9.12.2001 εξήγησε ότι η ημερομηνία 9.12.2001 είναι 60 μέρες από την έκδοση του Τιμολογίου. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για τoν Ενάγοντα, μαρτυρία έδωσε ο Εναγόμενος ΜΥ
- Κατά την κυρίως εξέτασή του ο ΜΥ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 τη συμφωνία αγοράς της επίδικης κατοικίας μεταξύ του ιδίου και της συζύγου του και της κατασκευάστριας εταιρείας. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο ΜΥ1 δήλωσε ότι γνώρισε τον Ενάγοντα μέσω της εταιρείας Frenaritis Construction Ltd, περί το έτος
- Ο ΜΥ1 δήλωσε, επίσης, ότι ο ίδιος εργάζεται ως κτηματικός σύμβουλος εδώ και μια εικοσαετία. Ο Ενάγοντας ήταν υπεργολάβος της κατασκευάστριας εταιρείας και συμφώνησε με αυτή , όπως κατασκευάσει όλες τις ξυλουργικές εργασίες στο συγκρότημα κατοικιών, μέρος του οποίου ήταν και η κατοικία του Εναγόμενου. Στις 13.6.2000 ο Εναγόμενος μαζί με τη σύζυγό του μέσω του Τεκμηρίου 3 αγόρασαν μια κατοικία επί του αναφερόμενου οικοδομικού συγκροτήματος. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο στο Τεκμήριο 3 καταγράφονταν οι εργασίες που θα γίνονταν με έξοδα των αγοραστών και σε αυτά δεν συμπεριλαμβάνονταν οι ξυλουργικές εργασίες. Έτσι σύμφωνα με τον Εναγόμενο οι ξυλουργικές εργασίες στην επίδικη κατοικία θα συμπληρώνονταν με έξοδα της κατασκευάστριας εταιρείας. Πράγματι, σύμφωνα με τον ΜΥ1, ο Ενάγοντας διεκπεραίωσε τις ξυλουργικές εργασίες στην οικία του και της συζύγού του, όπως ερμάρια , πόρτες, πάσες και γκαρνταρόμπα χωρίς να του τα αναθέσει ο ΜΥ1 και η σύζυγός του. Ο ΜΥ1 τόνισε ότι καμία συμβατική σχέση είχε ή έχει με τον Ενάγοντα και δεν οφείλει σε αυτόν κανένα ποσό. Δήλωσε όμως ότι του δόθηκε το επίδικο τιμολόγιο. Ο ΜΥ1 επανέλαβε ότι ουδέποτε ανέθεσε ή έδωσε εντολή στον Ενάγοντα να προβεί στις ξυλουργικές εργασίες που καταγράφονται στο Τεκμήριο 1 και δήλωσε ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε έδωσε προσφορά για τις εν λόγω εργασίες. Ως προς τον λόγο που ο Ενάγοντας απαιτεί πληρωμή από τον ίδιο, έδωσε την εξήγηση ότι αυτό συμβαίνει, επειδή ο Ενάγοντας σταμάτησε τη συνεργασία του με την κατασκευάστρια, των κατοικιών, εταιρεία. Δήλωσε επίσης ότι για 10 έτη ο Ενάγοντας δεν ζήτησε πληρωμή και επανέλαβε τη θέση του ότι δεν έχει υποχρέωση να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Επιπλέον, ο ΜΥ1 δήλωσε ότι δεν γνώριζε τις τιμές μονάδος στις οποίες αναφέρθηκε ο Ενάγοντας. Κατά την αντεξέτασή του ο ΜΥ1 επέμεινε ότι αγόρασε και ο Ενάγοντας κατοικία επί του ίδιου οικοδομικού συγκροτήματος και ότι ακολούθως ο Ενάγοντας πώλησε αυτήν σε τρίτο πρόσωπο. Ως προς το Τεκμήριο 3, ο ΜΥ1 δέχθηκε ότι στη σχετική συμφωνία ο Ενάγοντας δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος. Ερωτηθείς σχετικά με το πώς εξηγεί τη θέση του ότι οι ξυλουργικές εργασίες περιλαμβάνονται στις υποχρεώσεις της κατασκευάστριας εταιρείας παρέπεμψε στον όρο 1Α του Τεκμήριου 3, ο οποίος καταγράφει τις εργασίες που δεν συμπεριλαμβάνονται στην τιμή πώλησης και επέμεινε ότι τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του ακολούθησαν κατά γράμμα τη συμφωνία Τεκμήριο
- Ο ΜΥ1 αναγνώρισε όμως ότι το κόστος των ξυλουργικών εργασιών στην οικία του ήταν μεγαλύτερο από το ποσό του επίδικου τιμολογίου. Σε ερώτηση, εάν έχει στην κατοχή του άλλα τιμολόγια πλην του επίδικου απάντησε ότι δεν έχει και συμφώνησε ότι το επίδικο ήταν το μοναδικό τιμολόγιο που υπέγραψε, ισχυριζόμενος όμως ότι το υπέγραψε ως παραλαβών, τον Οκτώβριο. Σε υποβολή που του έγινε ότι ο λόγος που δεν έχει στην κατοχή του άλλο τιμολόγιο πλην του επίδικου είναι επειδή οι υπόλοιπες εργασίες συμπεριλαμβάνονταν στην αρχική τιμή, απάντησε ότι το επίδικο τιμολόγιο αφορά κομμάτια ξύλου και πώς εάν ανέθετε οποιαδήποτε επιπλέον εργασία, θα έπρεπε να έδιδε ο Ενάγοντας κάποια προσφορά. Περαιτέρω, αρνήθηκε την υποβολή ότι με την υπογραφή του τιμολογίου αποδέχθηκε το ποσό και τον τόκο, δηλώνοντας ότι χωρίς προσφορά, χωρίς προκαταβολή και με βάση τη σχέση του ιδίου με την κατασκευάστρια εταιρεία δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Τέλος επανέλαβε ότι ο σκοπός της καταχώρησης της αγωγής ήταν καθαρά εκδικητικός. Εισηγήσεις των Διαδίκων. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν γραπτώς προωθώντας ο καθένας τις θέσεις του. Η κα. Παπαδημητρίου, εκ μέρους του Εναγομένου, εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα μπορεί να εξετάσει την καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής και ότι η παρατηρούμενη καθυστέρηση καθιστά την αγωγή απορριπτέα, καθότι δεν εξηγήθηκε. Περαιτέρω εισηγήθηκε ότι ο Ενάγοντας δεν κατάφερε να αποδείξει ότι εκτέλεσε τις επίδικες εργασίες κατόπιν οδηγιών του Εναγόμενου και ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 είναι αναξιόπιστη. Στον αντίποδα, ο κ. Γεωργίου εισηγήθηκε ότι η εκδοχή του Εναγόμενου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και ότι ο Ενάγοντας κατάφερε να αποδείξει την ισχυριζόμενη συμφωνία και την απαίτησή του. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατ' αρχάς τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Π.Ε 2/2011, ημερομηνίας 2.12.2015. Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Περαιτέρω, δείκτη ως προς την αξιοπιστία κάποιου μάρτυρα αποτελεί και η προβολή ισχυρισμών που συγκρούονται με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς ή βρίσκονται σε διάσταση με αυτούς. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Νεοφύτου κ.ά ν. Γερακιώτη ,
(2010)1 Α.Α.Δ. 25 και Χρίστου ν. Ηροδότου
(2008)1 Α.Α.Δ. 676. Διευκρινίζω επίσης ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 Η μαρτυρία του Ενάγοντα (ΜΕ1) συνάδει τόσο με τους δικογραφημένους του ισχυρισμούς όσο και με την έγγραφη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι συμφώνησε με τον Εναγόμενο για την εκτέλεση ξυλουργικών εργασιών, πέραν αυτών που όφειλε να εκτελέσει στην επίδικη κατοικία, εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο, ο Εναγόμενος το αποδέχθηκε και το υπέγραψε. Το ουσιώδες μέρος των ισχυρισμών του ΜΕ1 ούτε αμφισβητήθηκε ούτε αντικρούστηκε με αντίθετη μαρτυρία. Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Ενάγοντας εκτέλεσε τις εργασίες που καταγράφει το τιμολόγιο Τεκμήριο
- Επίσης δεν αμφισβητήθηκε η αξία των εργασιών, τις οποίες καταγράφει το επίδικο τιμολόγιο. Επιπρόσθετα ο ισχυρισμός του ΜΕ1, ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε το επίδικο τιμολόγιο, αφού το μελέτησε, ούτε αμφισβητήθηκε ούτε αντικρούστηκε με οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία. Παράλληλα δεν τέθηκε στον ΜΕ1 ότι δεν συμφωνήθηκε η χρέωση του αξιούμενου ποσοστού επιτοκίου, αλλά αντίθετα η θέση του Ενάγοντα ότι συμφωνήθηκε η συγκεκριμένη χρέωση επιτοκίου διαφαίνεται μέσα από το ίδιο το Τιμολόγιο, το οποίο αδιαμαρτύρητα υπέγραψε ο Εναγόμενος. Επιπλέον, αδιαμφισβήτητος παρέμεινε και ο ισχυρισμός του ΜΕ1 ότι αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας και εξ' αυτού του λόγου δεν καταχώρησε νωρίτερα την απαίτησή του. Περαιτέρω, η μαρτυρία του Ενάγοντα συνάδει με το σύνολο της μαρτυρίας, αφού είναι παραδεκτό ότι ανέλαβε την εκτέλεση των ξυλουργικών εργασιών σε όλες τις οικίες του οικοδομικού συγκροτήματος, μέρος του οποίου αποτελεί και η επίδικη, και άρα και στην οικία του Εναγόμενου. Το επίδικο τιμολόγιο, Τεκμήριο 1, είναι το μοναδικό τιμολόγιο που έχει στην κατοχή του ο Εναγόμενος από τον Ενάγοντα, παρόλο που το σύνολο των ξυλουργικών εργασιών στην οικία του Εναγόμενου, όπως δέχθηκε ο Εναγόμενος, ήταν μεγαλύτερης αξίας από την αξία του επίδικου τιμολόγιου. Το πιο πάνω ενισχύει τον ισχυρισμό του Ενάγοντα, ότι το επίδικο τιμολόγιο αφορούσε εργασίες πέραν από αυτές που όφειλε να εκτελέσει ο Ενάγοντας με βάση τα αρχιτεκτονικά σχέδια. Η περί του αντιθέτου υποβολή της συνηγόρου του Εναγόμενου, ότι οι επίδικες εργασίες συμπεριλαμβάνονταν στο αρχιτεκτονικό σχέδιο, έμεινε μετέωρη, αφού δεν προσφέρθηκε σχετική μαρτυρία. Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του Ενάγοντα (ΜΕ1) για σκοπούς συναγωγής ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ1 Η μαρτυρία του ΜΥ1 όχι μόνο δεν υποστηρίζεται αλλά και αντικρούεται από την έγγραφη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο ΜΥ1 προώθησε τη θέση ότι ουδέποτε ανέθεσε στον Ενάγοντα την εκτέλεση των εργασιών που περιγράφονται στο επίδικο τιμολόγιο. Παρά την πιο πάνω άρνησή του ήταν παραδεκτό από τον ίδιο ότι υπέγραψε το επίδικο τιμολόγιο, αλλά ισχυρίστηκε ότι το υπέγραψε απλά ως παραλήπτης. Τονίζεται ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη , καθότι δεν έχει δικογραφηθεί αλλά ούτε και έχει τεθεί στον Ενάγοντα τέτοια θέση, για να τη σχολιάσει. Επιπρόσθετα, η πιο πάνω θέση δεν μπορεί να καταστήσει το επίδικο τιμολόγιο Τεκμήριο 1 άνευ σημασίας, καθότι ο Εναγόμενος με την υπογραφή του στη θέση του αγοραστή-παραλήπτη, αποχωρίστηκε αυτό με τρόπο που δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι τα όσα καταγράφει το τιμολόγιο, Τεκμήριο 1, δεν ισχύουν. Σχετική είναι η απόφαση Τουτζικιάν Τσολάκης και Άλλοι ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ
- Περαιτέρω, η εκδοχή του ότι υπέγραψε απλά ως παραλήπτης το επίδικο τιμολόγιο δεν μπορεί να είναι πειστική ιδίως λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, όπως ο ίδιος δήλωσε, ήταν κτηματικός σύμβουλος. Θα ανέμενε κανείς όπως, ο Εναγόμενος, ως πρόσωπο με εμπειρία στον κατασκευαστικό κλάδο, να μην υπέγραφε το επίδικο τιμολόγιο στη θέση που υπογράφει ο «Αγοραστής - Παραλήπτης», εάν όντως δεν είχε καμιά συμβατική σχέση με τον Ενάγοντα. Περαιτέρω, το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 3 δεν καταγράφεται ότι οι ξυλουργικές εργασίες δεν περιλαμβάνονται στις εργασίες που θα γίνονταν με έξοδα των αγοραστών δεν συνεπάγεται, από μόνο του, ότι οι επίδικες εργασίες συμπεριλαμβάνονταν σε αυτές που όφειλε η κατασκευάστρια εταιρεία να πληρώσει στον Ενάγοντα. Αντίθετα το γεγονός, όπως έγινε δεκτό από τον ΜΥ1, ότι το συνολικό κόστος των ξυλουργικών εργασιών ήταν σίγουρα μεγαλύτερο από το κόστος του επίδικου τιμολόγιου και δεν αξιώνεται από το Ενάγοντα το συνολικό κόστος των ξυλουργικών εργασιών, δεικνύει ότι οι επίδικες εργασίες ήταν ξεχωριστές από τις υπόλοιπες εργασίες που θα εκτελούνταν, με έξοδα της κατασκευάστριας εταιρείας, σύμφωνα με το Τεκμήριο
- Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι είναι ακροσφαλές να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΥ1 για σκοπούς συναγωγής ευρημάτων. Ευρήματα Στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών και της πιο πάνω αξιολόγησης, προχωρώ στη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το έτος 2001 ο Ενάγοντας εκτέλεσε τις εργασίες που καταγράφονται στο τιμολόγιο, Τεκμήριο 1, και ότι ο Εναγόμενος παρέλαβε το επίδικο τιμολόγιο αδιαμαρτύρητα και το υπέγραψε χωρίς να αμφισβητήσει ούτε τη χρέωση ούτε την ποιότητα των εκτελεσθεισών εργασιών. Επίσης ο Εναγόμενος δεν αμφισβήτησε ή προέβαλε οποιαδήποτε αντίρρηση ως προς την αναγραφόμενη στο Τεκμήριο 1 χρέωση τόκου σε περίπτωση μη πληρωμής του ποσού του Τιμολογίου. Οι εργασίες που αφορούσε το επίδικο τιμολόγιο ήταν εργασίες πέραν αυτών που όφειλε να πληρώσει η κατασκευάστρια, της επίδικης κατοικίας, εταιρεία. Ο Ενάγοντας λόγω προβλημάτων υγείας δεν προχώρησε στην καταχώρηση αγωγής εναντίον του Εναγομένου μέχρι το έτος
- Νομική Πτυχή Η καθυστέρηση στην προώθηση της υπό κρίση αγωγής. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Εναγόμενου, με την τελική της αγόρευση, εισηγήθηκε ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί, λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στην καταχώρησή της. Η κα. Παπαδημητρίου με αναφορά στις αποφάσεις Φράγκου κ.ά ν. Στυλιανίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 73 και Ιερείδης κ.ά ν. Παναγιώτου
(2006)1 Α.Α.Δ. 498, εισηγήθηκε ότι η συμπεριφορά του Ενάγοντα να καταχωρήσει την υπό κρίση αγωγή δέκα χρόνια μετά τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος κατέστησε τη δίκη μη δίκαιη για τον Εναγόμενο. Σημειώνεται ότι η ευπαίδευτη συνήγορος ήγειρε το ζήτημα της καθυστέρησης υπό το πρίσμα του επηρεασμού του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη του Εναγόμενου και όχι υπό το πρίσμα της υπεράσπισης της «ολιγωρίας» (laches), περίπτωση που θα απαιτείτο σαφής δικογράφηση της σχετικής υπεράσπισης, όπως έχει κριθεί στην απόφαση Νατάσα Χριστοφίδου ν. Δημ. Παπαχρυσοστόμου ως Διαχειριστή της περιουσίας της Θεοφίλης Παπαδοπούλου
(2009)1.Α.Α.Δ 1360. Συνεπώς το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο, είναι το κατά πόσο η παρατηρούμενη καθυστέρηση είναι τέτοιας μορφής που να επηρεάζει το δικαίωμα του Εναγόμενου σε δίκαιη δίκη. Σχετικά σημειώνεται ότι το κύριο ζήτημα στην υπό κρίση αγωγή είναι το κατά πόσο οι εκτελεσθείσες εργασίες εκτελέσθηκαν κατόπιν οδηγιών του Εναγομένου ή κατόπιν συμφωνίας των δύο μερών. Διαφωτιστικό για το εν λόγω ζήτημα είναι το επίδικο τιμολόγιο Τεκμήριο 1, το οποίο είναι παραδεκτό ότι υπογράφηκε από τον Εναγόμενο. Το γεγονός ότι απεβίωσε ο διευθυντής της εταιρείας με την οποία συμβλήθηκε ο Εναγόμενος για την κατασκευή της κατοικίας του ή το εάν η εν λόγω εταιρεία έχει τεθεί υπό διαχείριση, είναι ζητήματα περιφερειακά του ουσιαστικού και μοναδικού επίδικου ζητήματος στην παρούσα αγωγή, αφού τα εν λόγω πρόσωπα αποτελούν τρίτους σε σχέση με το επίδικο ζήτημα στην παρούσα. Επιπλέον στην υπό κρίση υπόθεση ο Ενάγοντας έχει εξηγήσει, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι η καθυστέρηση οφειλόταν σε σοβαρά προβλήματα υγείας του ιδίου. Επιπρόσθετα η καθυστέρηση από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος μέχρι την καταχώρηση της αγωγής ενόψει των δεδομένων της παρούσας, ως έχουν εξηγηθεί ανωτέρω, διαφοροποιεί την παρούσα από τις υποθέσεις Φράγκου κ.ά ν. Στυλιανίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 73 και Ιερείδης κ.ά ν. Παναγιώτου
(2006)1 Α.Α.Δ. 498, όπου παρατηρήθηκε αδικαιολόγητη καθυστέρηση 29 και 25 ετών αντίστοιχα, η οποία επηρέασε άμεσα πρόσωπα και μαρτυρία που συνδέονταν άμεσα με την επίδικη διαφορά. Παράλληλα, στην υπό κρίση υπόθεση ο Εναγόμενος γνώριζε για την ύπαρξη του τιμολογίου Τεκμήριο 1 και κανένα μέτρο δεν έλαβε είτε για να το εξοφλήσει είτε για να διαμαρτυρηθεί για την έκδοση του μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αγωγής. Στην υπό κρίση υπόθεση η καθυστέρηση αφενός έχει εξηγηθεί και αφετέρου δεν ήταν τέτοιας μορφής και έκτασης που να έχει επηρεάσει πρόσωπα ή μαρτυρία που συνδέονται άμεσα με τα επίδικο ζήτημα στην παρούσα με τρόπο που να επηρεάζει δυσμενώς το δικαίωμα του Εναγόμενου σε δίκαιη δίκη, ώστε το δημόσιο συμφέρον να επιβάλλει την απόρριψή της. Το κατά πόσο ο Ενάγοντας κατάφερε να αποδείξει την απαίτησή του Αφού έχει κριθεί ότι η διαπιστωθείσα καθυστέρηση δεν είναι τέτοιας έκτασης που να οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής, προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο ο Ενάγοντας κατάφερε να αποδείξει την απαίτησή του. Όπως είναι καλά θεμελιωμένο το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα, ο οποίος οφείλει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου, με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα : «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας». Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Βaloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Ενώ, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο εκάτερος των διαδίκων πέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαραίνει μόνο με βάση τη μαρτυρία που έχει δεχθεί ως αξιόπιστη. Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Ενάγοντας καθόρισε στην Έκθεση Απαίτησής του ότι εκτέλεσε τις επίδικες εργασίες κατόπιν συμφωνίας με τον Εναγόμενο και προς τούτο εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο. Συνεπώς, ο Ενάγοντας όφειλε να αποδείξει ότι κατόπιν συμφωνίας με τον Εναγόμενο εξετέλεσε τις ισχυριζόμενες ξυλουργικές εργασίες και εξέδωσε το επίδικο τιμολόγιο. Η κύρια θέση του Εναγόμενου στην παρούσα ήταν ότι δεν είχε οποιαδήποτε συμβατική σχέση με τον Ενάγοντα. Με την μαρτυρία του ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι συμφώνησε προφορικά με τον Εναγόμενο για την εκτέλεση των επίδικων εργασιών και προς τούτο εξέδωσε το επίδικο Τιμολόγιο, το οποίο αποδέχτηκε και υπέγραψε ο Εναγόμενος. Ασφαλώς, όπως είναι καλά νομολογημένο, τα τιμολόγια από μόνα τους δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική αξία αλλά συνεκτιμούνται με το σύνολο της μαρτυρίας. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Palatino Development Ltd v Telectronics Com. Ltd
(2002)1 B A.A.Δ. 962, Παναγιώτης Μαστρής Λτδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 728 και A. L. Mantovani & Sons Ltd. v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156. Σχετική επίσης είναι η απόφαση στην υπόθεση Θεοδώρου Θεόδωρος v. Χριστάκη Χ. Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1492, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Το τιμολόγιο δε συνιστά μαρτυρία για την εργασία η οποία έγινε, αλλά σημείωση γι'αυτή, η οποία συναρτάται με τη γνώση του γράφοντος γι'αυτά που κατέγραψε. Ως φαίνεται, το Δικαστήριο εξίσωσε το τιμολόγιο, με συμφωνία, από την οποία απορρέει η υποχρέωση για την οφειλή.» Τα τιμολόγια, όμως, συνεκτιμημένα με το σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα με την περίπτωση, δύνανται να θεωρηθούν ως ο έγγραφος λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η απόφαση Γεώργιος Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339. Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει από την ενώπιόν μου αξιόπιστη μαρτυρία ότι η εργασία που καταγράφεται στο επίδικο τιμολόγιο όντως εκτελέσθηκε από τον Ενάγοντα. Επιπρόσθετα, προκύπτει ότι ο Εναγόμενος αποδέχθηκε και υπέγραψε το επίδικο τιμολόγιο αδιαμαρτύρητα. Το γεγονός της αδιαμαρτύρητης παραλαβής και υπογραφής του επίδικου τιμολογίου επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι συμφώνησε με τον Εναγόμενο για την εκτέλεση των επίδικων εργασιών. Εφόσον, λοιπόν, επιβεβαιώνεται η συμφωνία των μέρων για εκτέλεση των επίδικων εργασιών, στην υπό κρίση υπόθεση, το επίδικο τιμολόγιο μπορεί να θεωρηθεί ως ο έγγραφος λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων, με αναφορά στη χρέωση και την τιμή. Σχετική είναι η απόφαση Τσαππή (ανωτέρω). Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι ο Ενάγοντας έχει προσάξει ικανή και επαρκή μαρτυρία, ικανοποιώντας το νομικό πρωταρχικό βάρος που είχε ( Legal Burden of Proof), για την αξίωσή του σχετικά με το κόστος των εκετελεσθεισών εργασιών, χωρίς ο Εναγόμενος να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του. Επιδίκαση Τόκου Πέραν όμως από την επιδίκαση του ποσού του τιμολογίου ο Ενάγοντας αξιοί και την επιδίκαση Τόκου προς 9 % επί του υπολοίπου του τιμολογίου. Ως προς το ζήτημα επιδίκασης τόκου ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου Τζιαρζάζη ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1Α Α.Α.Δ. 627, όπου κρίθηκαν τα ακόλουθα: «... ... εκτός όπου υπάρχει ρητή πρόνοια σε συγκεκριμένο νόμο ή στη μεταξύ των μερών συμφωνία για πληρωμή τόκου, τέτοια υποχρέωση δεν προκύπτει. Ο τόκος δεν θεωρείται προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη συμφωνίας, εκτός αν προβλέπεται ειδικά στη σύμβαση ή κατά πάγια πρακτική των συναλλαγών εξυπακούεται, και σ΄ αυτή την τελευταία περίπτωση εφόσον ο ενάγοντας υποχρεώθηκε να πληρώσει τόκους στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη πηγή.» Σχετική επίσης είναι η απόφαση Δρυάδης κ.ά. ν. Καλησπέρα
(1998)1(Β) Α.Α.Δ.
- Στην υπό κρίση υπόθεση ο Εναγόμενος υπέγραψε αδιαμαρτύρητα το Τεκμήριο 1 στο οποίο περιέχετο όρος για καταβολή τόκου ύψους 9% σε περίπτωση μη πληρωμής του επίδικου τιμολογίου εντός 60 ημερών από την έκδοση του. Η πιο πάνω ενέργεια επιβεβαιώνει τη θέση του Ενάγοντα ότι υπήρξε συμφωνία για καταβολή συγκεκριμένου ποσοστού επιτοκίου. Συνεπώς, κρίνω ότι ο Ενάγοντας πέτυχε να αποδείξει ότι υπήρχε ρητή πρόνοια στη συμφωνία των μερών για καταβολή του συγκεκριμένου ποσοστού επιτοκίου. Υπό το φως των ανωτέρω κρίνω ότι ο Ενάγοντας πέτυχε ν αποδείξει την υπόθεσή του στον απαιτούμενο βαθμό. Κατάληξη Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των € 2,034.94 ( Λ.Κ 1191), με τόκο προς 9 % από 9.12.
- Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου, όπως υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............... Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο