← Κύπρος

Διευθυντής Τμήματος Τελωνείων ν. KMC Motors Ltd κ.α., Αγωγή αρ.: 8164/2010, 5/9/2018

Διευθυντής Τμήματος Τελωνείων ν. KMC Motors Ltd κ.α., Αγωγή αρ.: 8164/2010, 5/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A479 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 8164/2010 Μεταξύ: Διευθυντής Τμήματος Τελωνείων Ενάγων Και

  1. KMC Motors Ltd
  2. C.G. Polemidiotis Co Ltd
  3. Progressive Insurance Co Ltd Εναγόμενοι 05 Σεπτεμβρίου, 2018 Για τον ενάγοντα, εμφανίζεται η κα Τ.Α.Άνιφτου Για τους εναγομένους αρ.1, εμφανίζεται ο κ.Σ.Κώστα για τους κ.κ. Στέλιος Αμερικάνος και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγομένους αρ.3, εμφανίζεται ο κ.Χρ.Χρυσάνθου για τους κ.κ. Λ.Παπαφιλίππου & Σία ΑΠΟΦΑΣΗ Δια της αγωγής του, την οποίαν κατεχώρισε στις 27.09.2010, και επικαλούμενος διατάξεις του περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμου του 1967 (Ν.82/1967, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια) καθώς και του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004 (Ν.94(Ι)/2004, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια), ο ενάγων διεκδικεί από τους εναγομένους αρ.1 και 2, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, το ποσόν των €182.801,56, ως οφειλόμενους εισαγωγικούς δασμούς, φόρο προστιθέμενης αξίας και λιμενικά δικαιώματα εν σχέσει με εμπορεύματα που υπήρξαν αποταμιευμένα σε κρατική γενική αποθήκη. Περαιτέρω, ο ενάγων διεκδικεί από τους εναγομένους αρ.3, αλληλεγγύως με τους εναγομένους αρ.1 και 2 και/ή κεχωρισμένως, το ποσόν €170.860,14, ως οφειλόμενο επί τη βάσει εγγυητήριου εγγράφου. Ας σημειωθεί πως ο Ν.94(Ι)/2004κατήργησε και αντικατέστησε το Ν.82/
  4. Όμως, δια των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 125

(3)του Ν.94(Ι)/2004, ορίζεται πως «..Η συνέχεια της νομοθεσίας που σχετίζεται με τα τελωνεία δεν επηρεάζεται από την αντικατάσταση των καταργηθέντων Νόμων από την τελωνειακή νομοθεσία...». Στην δε «τελωνειακή νομοθεσία» περιλαμβάνεται και ο Ν.94(Ι)/2004(δείτε το άρθρο 2 του Ν.94(Ι)/2004). Περαιτέρω, δια των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 124
(1)του Ν.94(Ι)/2004, ορίζεται πως προηγούμενες αποφάσεις και ενέργειες του Διευθυντή, ληφθείσες στο πλαίσιο των νόμιμων αρμοδιοτήτων του, συνεχίζουν να ισχύουν. Οι εναγομένοι αρ.1 κατεχώρισαν σημείωμα εμφάνισης στις 26.11.2010 και οι εναγόμενοι αρ.3 κατεχώρισαν σημείωμα εμφάνισης στις 07.10.
  1. Η αγωγή, σε όση έκταση αφορά σε αυτούς, προχώρησε σε ακρόαση. Οι εναγόμενοι αρ.2 παρέλειψαν να καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης. Η ευπαίδευτη συνήγορος του ενάγοντος προέβηκε στα σχετικά διαδικαστικά διαβήματα και στις 26.04.2013 εξεδόθηκε απόφαση εναντίον των εναγομένων αρ.2 και υπέρ του ενάγοντος για το ποσόν των €182.801,52, επιπλέον τόκους και έξοδα. Βάση της αγωγής αποτελούν οι εξής ισχυρισμοί: Κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι εναγόμενοι αρ.1 υπήρξαν κάτοχοι της τελωνειακής Γενικής Αποθήκης Αποταμίευσης αρ.5.206 («η αποθήκη αποταμίευσης») και αποθήκευσαν εκεί εμπορεύματα, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να τα φυλάττουν και να τα παραδίδουν μόνον αφού κατατεθούν οι σχετικές διασαφήσεις και καταβληθούν οι σχετικοί δασμοί, φόροι και δικαιώματα. Οι εναγόμενοι αρ.3 εγγυήθηκαν την εκ μέρους των εναγομένων αρ.1 τήρηση των νόμιμων υποχρεώσεών τους για το ποσόν των Λ.Κ.100.000- (€170.860,14). Προς το σκοπό αυτό κατετέθηκε, στο Τμήμα Τελωνείων, το Εγγυητήριο Έγγραφο Τελ.124, με αύξοντα αριθμό 124/99 («το εγγυητήριο έγγραφο»). Μετά από φυσικό έλεγχο των αποθεμάτων στην αποθήκη αποταμίευσης, ο οποίος διενεργήθηκε αρμοδίως στις 30.04.2001, διεπιστώθηκε μετακίνηση εμπορευμάτων χωρίς να καταβληθούν οι οφειλόμενοι δασμοί, φόροι και δικαιώματα. Δια σχετικού Σημειώματος Απαίτησης ημερ. 11.06.2001, και επί τη βάσει του άρθρου 76 του Ν.82/1967, ο ενάγων απαίτησε από τους εναγομένους αρ.1 το ποσόν των Λ.Κ.180.039-, ως οι οφειλόμενοι δασμοί, φόροι και δικαιώματα εν σχέσει με τα μετακινηθέντα εμπορεύματα. Οι εναγόμενοι αρ.1 απήντησαν με την επιστολή τους ημερ. 25.06.
  2. Με την επιστολή του ημερ. 10.07.2001 ο ενάγων επεβεβαίωσε την αρχική αξίωσή του. Επανήλθε, όμως, δια του Σημειώματος Απαίτησης ημερ. 26.11.2002, και πληροφόρησε τους εναγομένους αρ.1 ότι, συνεπεία της καταβολής κάποιων δασμών, φόρων και δικαιωμάτων, η αρχική αξίωσή του είχε μειωθεί στο ποσόν των Λ.Κ.164.974-. Παρομοίως, δια σχετικού Σημειώματος Απαίτησης ημερ. 11.06.2001, ο ενάγων απαίτησε από τους εναγομένους αρ.3 το ποσόν του εγγυητηρίου εγγράφου. Οι εναγόμενοι αρ.1 και 3 δεν ανταπεκρίθηκαν στις απαιτήσεις του ενάγοντος. Έτσι, οι οφειλές τους, οι οποίες ανέρχονται στα ποσά των €182.801,56 (Λ.Κ.164.974) και €170.864,14 (Λ.Κ.100.000), αντιστοίχως, επιπλέον τόκους, εξακολουθούν να εκκρεμούν. Η συνένωση των εναγομένων αρ.1 και 3 στην αγωγή οφείλεται, προφανώς, στη συνάφεια των επίδικων γεγονότων και την ομοιότητα των αγώγιμων δικαιωμάτων. Η συνένωση αυτή εξοικονομεί έξοδα και δικαστικό χρόνο. Επί τη βάσει των δικογράφων τους και λαμβανομένου υπ΄όψιν του τρόπου χειρισμού της υπόθεσης από τον ευπαίδευτο συνήγορό τους, η υπεράσπιση των εναγομένων αρ.1 προβάλλει τα εξής: (α) Ο ενάγων κωλύεται να προωθήσει την υπόθεσή του δεδομένης της συμπεριφοράς του: Συγκεκριμένα, λειτουργοί του Τμήματος Τελωνείων καθώς, επίσης, και η πρώην Διευθύντριά του διαβεβαίωσαν τους εναγομένους αρ.1 ότι δεν επρόκειτο να διεκδικήσουν το ποσόν που επεβλήθηκε δια των Σημειωμάτων Απαίτησης ημερ. 11.06.2001 και 26.11.
  3. Εξ ου και οι εναγόμενοι αρ.1 δεν προσέβαλαν την απόφαση που περιέχεται στο Σημείωμα Απαίτησης ημερ. 11.06.2001 επί ακυρώσει. Κώλυμα δημιουργούν, επίσης, η μεταγενέστερη αναστολή ποινικών διώξεων, οι οποίες κατεχωρίστηκαν εναντίον των εναγομένων αρ.1 και του διευθυντή τους, καθώς και ο δυνάμει του νόμου συμβιβασμός των σχετικών ποινικών αδικημάτων. Αυτή η συμπεριφορά ώθησε τους πρώην εναγομένους αρ.2 και τον διευθυντή τους (κατηγορουμένους στις προαναφερθείσες ποινικές υποθέσεις) καθώς και τους εναγομένους αρ.1 και το διευθυντή τους (επίσης, κατηγορουμένους στις προαναφερθείσες ποινικές υποθέσεις) να καταβάλουν στο Τμήμα Τελωνείων τα «συμβιβαστικά ποσά» των Λ.Κ.62.000 και Λ.Κ.10.000, αντιστοίχως. (β) Ο ενάγων κωλύεται να προωθήσει την υπόθεσή του δεδομένου του μεγάλου χρονικού διαστήματος το οποίο διέρρευσε από την κατ΄ισχυρισμόν γέννηση του αγώγιμου δικαιώματος έως και την καταχώριση της αγωγής. (γ) Το κατ΄ισχυρισμόν αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί επί τη βάσει των προνοιών του Ν.94(Ι)/2004 «και άλλως πως». (δ) Δεν υφίσταται και ούτε κατεδείχθηκε οιονδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους. (ε) Κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι εναγόμενοι αρ.1 ενοικίασαν την αποθήκη αποταμίευσης στους πρώην εναγομένους αρ.2, οι οποίοι ήσαν οι αποκλειστικοί κάτοχοι και διαχειριστές αυτής καθώς και οι ιδιοκτήτες των εκεί φυλαχθέντων εμπορευμάτων. Το γεγονός αυτό το εγνώριζε και το απεδέχθηκε το Τμήμα Τελωνείων. (στ) Οι εναγόμενοι αρ.1 αγνοούν τα περί μετακίνησης εμπορευμάτων από την αποθήκη αποταμίευσης χωρίς να καταβληθούν οι οφειλόμενοι δασμοί, φόροι και δικαιώματα. Επί τη βάσει του δικογράφου τους και λαμβανομένου υπ΄όψιν του τρόπου χειρισμού της υπόθεσης από τον ευπαίδευτο συνήγορό τους, οι εναγόμενοι αρ.3 εγείρουν τις εξής υπερασπίσεις: (α) Ο ενάγων δεν νομιμοποιείται να εγείρει την προκείμενη αγωγή γιατί νόμιμος εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε κάθε δικαστική διαδικασία, είναι μόνον ο Γενικός Εισαγγελέας. (β) Το αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί. (γ) Οι ίδιοι ουδεμίαν ευθύνην φέρουν επί τη βάσει του εγγυητηρίου εγγράφου, εφ΄όσον, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, κάτοχοι της αποθήκης αποταμίευσης ήσαν οι πρώην εναγόμενοι αρ.2 και όχι οι εναγόμενοι αρ.
  4. Το γεγονός αυτό το εγνώριζε το Τμήμα Τελωνείων και το ενέκρινε. (δ) Εν πάση περιπτώσει, επί τη βάσει του περιεχομένου του εγγυητηρίου εγγράφου, οι ίδιοι ουδεμίαν ευθύνη φέρουν για τις επίδικες αξιώσεις. (ε) Ο ενάγων δεν δικαιούται να προβάλλει τις επίδικες αξιώσεις γιατί ολιγώρησε και δεν προέβηκε σε τακτικούς ελέγχους της αποθήκης αποταμίευσης για να διαπιστώσει εγκαίρως τις οιεσδήποτε παράνομες μετακινήσεις εμπορευμάτων. Το γεγονός αυτό εμπόδισε τους ιδίους να τερματίσουν εγκαίρως το εγγυητήριο έγγραφο. (στ) Η πολυετής καθυστέρηση στην καταχώριση της αγωγής είχε ως αποτέλεσμα αφ΄ενός να απωλεσθεί μαρτυρία, αναγκαία για την υπεράσπισή τους, και αφ΄ετέρου να απωλεσθεί η δυνατότητά τους να ανακτήσουν οιονδήποτε ποσόν ήθελε διαταχθούν να καταβάλουν γιατί οι εναγόμενοι αρ.1 κατέστησαν, εν τω μεταξύ, αφερέγγυοι. (ζ) Ο ενάγων δεν έλαβε μέτρα για μετριασμό της ζημιάς του. Κατ΄ακολουθίαν των ως άνω θέσεών τους, και επικαλούμενοι την Δ.10 θ.12
(1)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, οι εναγόμενοι αρ.3 εξέδωσαν ειδοποίηση συνεισφοράς προς τους εναγομένους αρ.1 και αντήλληξαν, με αυτούς, δικόγραφα. Δια της έκθεσης απαίτησης, την οποίαν οι εναγόμενοι αρ.3 κατεχώρισαν εναντίον των εναγομένων αρ.1, επαναλαμβάνουν και υιοθετούν το περιεχόμενο της υπεράσπισής τους και ισχυρίζονται πως, ταυτοχρόνως με την έκδοση του εγγυητηρίου εγγράφου, οι εναγόμενοι αρ.1 υπέγραψαν σύμβαση κάλυψης υπέρ των ιδίων. Κατ΄ακολουθίαν, οι εναγόμενοι αρ.3 αξιώνουν την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων αρ.1 δια της οποίας αυτοί να διατάσσονται να τους καταβάλουν οιονδήποτε ποσόν ήθελε επιδικασθεί εναντίον τους και υπέρ του ενάγοντος. Δια της υπεράσπισής τους στην έκθεση απαίτησης των εναγομένων αρ.3, οι εναγόμενοι αρ.1 απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις και ισχυρίζονται τα εξής: Οι εναγόμενοι αρ.3 εγνώριζαν και συνήναισαν στην εκ μέρους τους ενοικίαση της αποθήκης αποταμίευσης στους πρώην εναγομένους αρ.
  1. Οι ίδιοι ουδέποτε υπέγραψαν σύμβαση κάλυψης υπέρ των εναγομένων αρ.3 και, εν πάση περιπτώσει, εάν ήθελε αποδειχθεί ότι υπάρχει τέτοια σύμβαση αυτή δεν δημιουργεί οιανδήποτε υποχρέωσή τους για αποζημίωση. Για να αποδειχθεί η υπόθεση του ενάγοντος εναντίον των εναγομένων αρ.1 και 3 εκλήθηκαν και κατέθεσαν ενόρκως οι XXXXX Κοκκαλής (Μ.Ε.1) και η XXXXX Χατζησταυρή (Μ.Ε.2), Τελωνειακοί Λειτουργοί Α', στο Τμήμα Τελωνείων. Για την προώθηση των υπερασπίσεων των εναγομένων αρ.1 εκλήθηκαν και κατέθεσαν ενόρκως ο XXXXX Καϊσής (Μ.Υ.1), ο οποίος, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, υπήρξε και εξακολουθεί να είναι διευθυντής αυτών, καθώς και ο XXXXX Πολεμιδιώτης (Μ.Υ.2), ο οποίος, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, υπήρξε ένας εκ των διευθυντών των πρώην εναγομένων αρ.
  2. Για την προώθηση της υπεράσπισής τους καθώς και της υπόθεσής τους εναντίον των εναγομένων αρ.1, οι εναγόμενοι αρ.3 εκάλεσαν, ως μόνον μάρτυρα, τον XXXXX Κουλουντή (Μ.Υ.3), υπάλληλό τους. Η κυρίως εξέταση όλων των μαρτύρων έγινε, κατά βάσιν, διά της ανάγνωσης και υιοθέτησης γραπτών δηλώσεων, ως το άρθρο 24 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) επιτρέπει (έγγραφα αρ. 1 έως και 5, αντιστοίχως). Επιπλέον της προφορικής μαρτυρίας, τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και εγγραφή. Μεταξύ άλλων, κατετέθηκαν τα εξής: το έγγραφο ημερ. 09.07.1999, δυνάμει του οποίου παρεχωρήθηκε στους εναγομένους αρ.1 το δικαίωμα κατοχής της αποθήκης αποταμίευσης τη εγγυήσει των εναγομένων αρ.3 («General Band», τεκμήριο 2), τα Σημειώματα Απαίτησης ημερ. 11.06.2001 και 26.11.2002 προς τους εναγομένους αρ.1 (τεκμήρια 4 και 5, αντιστοίχως), το Σημείωμα Απαίτησης ημερ. 11.06.2001 προς τους εναγομένους αρ.3 (τεκμήριο 7), επιστολές των εναγομένων αρ.1 προς τη Διευθύντρια του Τμήματος Τελωνείων ημερ. 25.06.2001 και 13.03.2002 (τεκμήρια 9 και 20, αντιστοίχως), τα κατηγορητήρια στην ποινική υπόθεση αρ. 26219/2003 (Ε.Δ.Λευκωσίας) Διευθύντρια Τμήματος Τελωνείων v. C.G. Polemidiotis Co. Limited κ.α. και την ποινική υπόθεση αρ. 26220/2003 (Ε.Δ.Λευκωσίας) Διευθύντρια Τμήματος Τελωνείων v. C.G. Polemidiotis Co. Limited κ.α. (τεκμήρια 17 και 18, αντιστοίχως), επιστολές της Διευθύντριας του Τμήματος Τελωνείων προς τους εναγομένους αρ.1 ημερ. 15.04.2002 και 10.12.2002 (τεκμήρια 23 και 24, αντιστοίχως), έγγραφο ανάληψης υποχρέωσης αποζημίωσης, υπογεγραμμένο από τους εναγομένους αρ.1 (τεκμήριο 25) και αλληλογραφία μεταξύ της Διευθύντριας του Τμήματος Τελωνείων και των πρώην εναγομένων αρ. 2 η οποία περιέχεται σε επιστολές ημερ. 28.6.2004, 17.9.2003 και 9.12.2003 (τεκμήρια 26, 27 και 28 αντιστοίχως). Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας, η δε έγγραφη είναι καταχωρισμένη ως τεκμήρια. Παρέλκει η πλήρης απόδοσή της. Το κρίσιμο μέρος της μαρτυρίας θα παρουσιασθεί και θα σχολιασθεί τμηματικά, κατά τη συζήτηση που ακολουθεί:
(1)
(1)Το παρόν Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ελέγξει τη νομιμότητα και το κύρος των διοικητικών αποφάσεων διά των οποίων ο ενάγων επέβαλε στους εναγομένους αρ. 1 και 3 την καταβολή των επίδικων δασμών, φόρων και δικαιωμάτων. Ο εκτελεστός χαρακτήρας των διοικητικών αποφάσεων του ενάγοντος για την επιβολή δασμών, φόρων και δικαιωμάτων, εν σχέσει με εμπορεύματα τα οποία υπήρξαν αποταμιευμένα σε κρατική γενική αποθήκη, καθιστά αδύνατη τη συζήτηση, κατά την ακρόαση της προκείμενης αγωγής, ισχυρισμών που αφορούν στη νομιμότητα και το κύρος αυτών. Δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας («το Σύνταγμα») αποκλειστικώς αρμόδιο για να ελέγξει τη συνταγματικότητα, τη νομιμότητα και το κύρος μιας εκτελεστής διοικητικής απόφασης είναι μόνον Δικαστήριο το οποίο κέκτειται αναθεωρητική δικαιοδοσία, και μόνον εφ΄ όσον καταχωριστεί το ένδικο μέσον της προσφυγής. Περαιτέρω, εφ΄ όσον ορισμένη εκτελεστή διοικητική απόφαση δεν έχει ακυρωθεί από αρμόδιο Δικαστήριο, στο πλαίσιο άσκησης της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του, αυτή θεωρείται, κατ΄αμάχητον τεκμήριο, νόμιμη και ισχυρή και, κατ΄αρχήν, παράγει αμέσως όλα τα έννομα αποτελέσματά της.
(1)
(2)Όσον αφορά στον εκτελεστό χαρακτήρα των επίδικων αποφάσεων του ενάγοντος, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.α. v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 225: «...οι αποφάσεις των Τελωνειακών Αρχών στην εκτέλεση του καθήκοντος τους για συλλογή δασμών, φόρων και τελών ανάγονται στον τομέα του δημόσιου δικαίου και υπόκεινται σε αναθεωρητικό έλεγχο...Η άσκηση της εξουσίας συναρτάται άμεσα με την ευόδωση των δημοσιονομικών στόχων της πολιτείας, θέμα υψίστου συμφέροντος και ενδιαφέροντος για το δημόσιο». Δείτε, επίσης, και την απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 94/2011, Hartziotis Trading Co. Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων, ημερ. 22.12.2015. Ειδικότερα, και όσον αφορά στο ζήτημα της ευθύνης ενός προσώπου το οποίο, διαμέσου της υπογραφής εγγυητήριου εγγράφου, διεσφάλισε τα έσοδα της Δημοκρατίας από την καταβολή δασμών, φόρων και συναφών δικαιωμάτων (ως είναι η περίπτωσή των εναγομένων αρ.3), παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Κirzis Stephanou Container, Terminal and Bonded Warehousing κ.α. v. Δημοκρατία
(2007)3 Α.Α.Δ. 575:«Η ευθύνη του αιτητή-εγγυητή για την πληρωμή των δασμών διέρχεται μέσω της διοικητικής απόφασης με την οποίαν επιβάλλονται. Ο αιτητής έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει τη διοικητική απόφαση γιατί, αν αυτή ακυρωθεί, αποφασίζεται ταυτόχρονα πως ο ίδιος δεν έχει ευθύνη για την πληρωμή των δασμών. Αν όμως η διοικητική απόφαση επικυρωθεί τότε δημιουργείται και η ευθύνη του που προκύπτει από τη σύμβαση εγγύησης. Οτιδήποτε αφορά στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου ασφαλώς αποφασίζεται από το αρμόδιο επαρχιακό δικαστήριο». Δείτε, επίσης, και την απόφαση στην υπόθεση αρ. 1657/2008 Κόσμος Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ v. Υπουργού Οικονομικών μέσω Διευθυντή Τελωνείων, ημερ. 29.03.2010.
(1)
(3)Στην προκείμενη περίπτωση, η εκτελεστή διοικητική απόφαση του ενάγοντος, διά της οποίας επέβαλε στους εναγομένους αρ.1 την καταβολή των επίδικων δασμών, φόρων και δικαιωμάτων, ως κατόχων της αποθήκης αποταμίευσης, περιέχεται στο Σημείωμα Απαίτησης που εξέδωσε στις 11.06.2001 και που κατετέθηκε ως τεκμήριο
  1. Η δε εκτελεστή διοικητική απόφαση του ενάγοντος δια της οποίας επέβαλε στους εναγομένους αρ.3 την καταβολή του ποσού Λ.Κ.100.000- (€170.840,14), ως εγγυητών των υποχρεώσεων των εναγομένων αρ.1, περιέχεται στο Σημείωμα Απαίτησης που εξέδωσε την ίδια ημερομηνία και που κατετέθηκε ως τεκμήριο
  2. Οι εναγόμενοι αρ.3 δεν αμφισβητούν την έγκυρη λήψη του τεκμηρίου
  3. Οι δε εναγόμενοι αρ.1, οι οποίοι, διά των δικογράφων τους, αρνούνται την παραλαβή του τεκμηρίου 4, εν τέλει, κατά την ακροαματική διαδικασία, παρεδέχθησαν ότι το παρέλαβαν εγκαίρως. Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο μάρτυς των εναγομένων αρ.1 XXXXX Καϊσής (Μ.Υ.1) πρέβηκε σε σχετική δήλωση (δείτε στην παρα.14 του εγγράφου αρ.3). Τέτοια παραδοχή περιέχεται και στην επιστολή των εναγομένων αρ.1 προς τη Διευθύντρια Τελωνείων ημερ. 25.06.2001 (τεκμήριο 9). Περαιτέρω, είναι παραδεκτό το γεγονός πως οι περιεχόμενες, στα τεκμήρια 4 και 7, εκτελεστές διοικητικές αποφάσεις ουδέποτε προσεβλήθηκαν με το ένδικο μέσο της προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου αναθεωρητικής δικαιοδοσίας. Το γεγονός αυτό κατέστησε, τις αποφάσεις αυτές, κατ' αμάχητον τεκμήριο, καθ' όλα νόμιμες και έγκυρες και, κατ΄αρχήν, εκτελεστές.
(1)
(4)Κατ΄ακολουθίαν των πιο πάνω, διαπιστώνεται πως όσες υπερασπίσεις είτε στρέφονται ευθέως εναντίον της νομιμότητας και του κύρους των επίδικων εκτελεστών διοικητικών αποφάσεων είτε συνδέονται με το ζήτημα αυτό, δεν δύνανται να προβάλλονται στο πλαίσιο εκδίκασης της προκείμενης αγωγής. Έτσι, δεν δύνανται να προβάλλονται και να προωθούνται, ως υπερασπίσεις, στο πλαίσιο της προκείμενης αστικής διαδικασίας, οι εξής ισχυρισμοί: (I) Κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι εναγόμενοι αρ.1 δεν ήσαν κάτοχοι της αποθήκης αποταμίευσης, γιατί την είχαν ενοικιάσει στους πρώην εναγομένους αρ.2, οι οποίοι ήσαν οι αποκλειστικοί κάτοχοι και διαχειριστές αυτής καθώς και οι ιδιοκτήτες των εκεί φυλαχθέντων εμπορευμάτων. Το γεγονός αυτό το εγνώριζε και το απεδέχθηκε το Τμήμα Τελωνείων. (II) Οι εναγόμενοι αρ.1 αγνοούν τα περί μετακίνησης εμπορευμάτων από την αποθήκη αποταμίευσης χωρίς να έχουν καταβληθεί τα οφειλόμενα προς τον ενάγοντα. (III) Οι εναγόμενοι αρ.3 ουδεμίαν ευθύνη φέρουν έναντι του ενάγοντος επί τη βάσει του εγγυητηρίου εγγράφου που παρεχώρησαν στους εναγομένους αρ.1 αφ' ενός δεδομένου του περιεχομένου του και αφ' ετέρου γιατί, κατά τον ουσιώδη χρόνο, κάτοχοι της αποθήκης αποταμίευσης ήσαν οι πρώην εναγόμενοι αρ.2, γεγονός το οποίο εγνώριζε και ενέκρινε το Τμήμα Τελωνείων. (IV) Ο ενάγων ολιγώρησε εν σχέσει με την έγκαιρη διαπίστωση των οιωνδήποτε παρανόμων μετακινήσεων εμπορευμάτων από την αποθήκη αποταμίευσης, γεγονός το οποίο εμπόδισε τους εναγομένους αρ.3 να τερματίσουν εγκαίρως το εγγυητήριο έγγραφο που παρεχώρησαν στους εναγομένους αρ.1. Παρά την εκ μέρους των ευπαίδευτων συνηγόρων των εναγομένων αρ.1 και 3 παραδοχή της φύσης των επίδικων αποφάσεων του ενάγοντος (τεκμήρια 4 και 7), ως εκτελεστών διοικητικών αποφάσεων, οι οποίες δεν προσεβλήθηκαν επί ακυρώσει, εντούτοις, αυτοί επέμειναν, μέχρι τέλους, να προωθούν και υπερασπίσεις οι οποίες έχουν ως επίκεντρο τη νομιμότητα και το κύρος αυτών. Εν πάση περιπτώσει, για τους λόγους που προαναφέρονται, οι υπερασπίσεις οι οποίες προσδιορίζονται αμέσως πιο πάνω [υπό
(1)
(4)(I) έως και
(4)(IV)] δεν θα εξετασθούν στο πλαίσιο της προκείμενης αγωγής. Οι υπερασπίσεις αυτές απορρίπτονται. Ακολουθεί η εξέταση των υπόλοιπων υπερασπίσεων:
(2)Το αναντίλεκτο γεγονός πως οι εναγόμενοι αρ.1 και 3 δεν κατέβαλαν τα ποσά τα οποία τους επεβλήθηκαν δια των νόμιμων και έγκυρων διοικητικών αποφάσεων του ενάγοντος ημερ. 11.06.2001 (τεκμήρια 4 και 7), οδηγεί στη διαμόρφωση των επίδικων αγώγιμων δικαιωμάτων εφ΄όσον το άρθρο 113
(1)του Ν.94(Ι)/2004 ορίζει πως «....Οποιοδήποτε ποσό το οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας, οφείλεται στη Δημοκρατία μπορεί να διεκδικηθεί με αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο... ». Ας σημειωθεί πως την επιβίωση των αγώγιμων αυτών δικαιωμάτων, τα οποία διεμορφώθηκαν επί τη βάσει των εκτελεστών διοικητικών αποφάσεων ημερ. 11.06.2001, επιτρέπουν τα μεταβατικά άρθρα 124 και 126 του Ν.94(Ι)/2004. Ας σημειωθεί, επίσης, πως εφ΄όσον τα επίδικα αγώγιμα δικαιώματα πηγάζουν από νομοθετικές διατάξεις, (άρθρα 76 και 176 (Ι) και
(2)του Ν.82/1967 και άρθρο 113
(1)του Ν.94(Ι)/2004) αυτά εντάσσονται στην κατηγορία των νόμιμων (legal rights). Κατά συνέπειαν, η υπεράσπιση των εναγομένων αρ.1 σύμφωνα με την οποίαν δεν δύναται να υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους κρίνεται ως αβάσιμη και απορρίπτεται.
(3)Δυνάμει διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας (ιδίως, το άρθρο 176
(2)του Ν.82/1967 και το άρθρο 113
(2)του Ν.94(Ι)/2004), φορέας του αγώγιμου δικαιώματος για τη διεκδίκηση ποσού οφειλομένου στη Δημοκρατία σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτή, είναι ο Διευθυντής του Τμήματος Τελωνείων. Κατά συνέπειαν, αυτός νομιμοποιείται να εγείρει την προκείμενη αγωγή. Η δε περί του αντιθέτου προδικαστική ένσταση που εγείρεται από τους εναγομένους αρ.3 κρίνεται ως αβάσιμη και απορρίπτεται.
(4)
(1)Στις αστικές διαδικασίες το ζήτημα της παραγραφής του εκάστοτε αγώγιμου δικαιώματος είναι ζήτημα δικαιοδοτικό και άπτεται της εξουσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της συγκεκριμένης υπόθεσης. Αποτελεί ζήτημα κορυφαίας σημασίας και δύναται να εξετασθεί και αυτεπαγγέλτως. Επιτυχής προβολή της ένστασης περί παραγραφής του εκάστοτε αγώγιμου δικαιώματος οδηγεί στην αναστολή της διαδικασίας (Φεσσάς κ.α. v. Κασάπη
(1994)1 Α.Α.Δ. 337, 340 και Χατζηστυλλής v. Papadema κ.α.
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 551, 560-1). Στην προκείμενη υπόθεση, το ζήτημα της παραγραφής, το οποίο προβάλλεται τόσον από τους εναγομένους αρ.1 όσον και από τους εναγομένους αρ.3, θα εξετασθεί επί τη βάσει των όσων ίσχυαν στις 27.09.2010, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής. Και αυτό γιατί «το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος» (Δημητρίου άλλως Στυλιανού ν. Δημητρίου,
(2012)1 (Α) Α.Α.Δ. 834, 842). Η αρχή σύμφωνα με την οποίαν το ζήτημα της παραγρφής εξετάζεται επί τη βάσει του δικαίου που ίσχυε κατά το χρόνο καταχώρισης της αγωγής επιβεβαιώνεται και στην απόφαση Χριστοδουλίδης v. Global Capital Securities and Financial Services Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 636, όπου αναφέρονται και τα εξής: «..Με αναφορά στο χρόνο καταχώρησης της αγωγής εξετάζεται κατά πόσο η απαίτηση έχει εκ του νόμου παραγραφεί. Αν η διαπίστωση είναι ότι η συγκεκριμένη απαίτηση όντως έχει παραγραφεί τότε σαφώς δεν υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα προς διεκδίκηση της παραγραμμένης απαίτησης».
(4)
(2)Στις 27.09.2010, και όσον αφορά στις χρηματικές αξιώσεις του Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων, ισχύον δίκαιον αποτελούσαν οι ρυθμίσεις του άρθρου 176
(3)του Ν.82/1967 περί τριετούς παραγραφής. Παρά ταύτα, εκρίθηκε πως η εισαχθείσα, δια νόμου, αναστολή παραγραφής εφαρμοζόταν και στις τελωνειακές διώξεις δυνάμει του άρθρου 176 του Ν.82/1967, δηλαδή στις αστικές διώξεις για την είσπραξη εισαγωγικών δασμών, φόρου προστιθέμενης αξίας και λιμενικών δικαιωμάτων [Director of Department of Customs v. Chr. Platanis & Co. Ltd
(1981)1 C.L.R. 635 και Κυριάκου κ.α. v. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 589, 593-4]. Με άλλα λόγια, στις 27.09.2010 η δυνάμει του προϊσχύσαντος δικαίου (άρθρο 176
(3)του Ν.82/1967) τριετής παραγραφή αγώγιμων δικαιωμάτων, ως τα επίδικα, τελούσε υπό αναστολή [Director of Department of customs v. Chr. Platanis & Co Ltd (ανωτέρω) και Κυριάκου κ.α. v. Διευθυντής Τμήματος Τελωνείων (ανωτέρω)]. Άρα, η προκείμενη αγωγή κατεχωρίστηκε εμπρόθεσμα.
(4)
(3)Συναφώς προστίθεται πως η εισαχθείσα, δια του Ν.9(Ι)/2011, τροποποίηση του άρθρου 113 του Ν.94(Ι)/2004 και η καθιέρωση εξαετούς παραγραφής αγώγιμων δικαιωμάτων, ως τα επίδικα, δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη αγωγή εφ΄όσον πρόκειται για νομοθετική διάταξη εισαχθείσα μετά το χρόνο καταχώρισης του ένδικου μέσου [Δημητρίου άλλως Στυλιανού v. Δημοκρατία (ανωτέρω) και Χριστοδουλίδης v. Global Capital Securities and Financial Services Ltd (ανωτέρω)]. Η κατάσταση δεν διαφοροποιείται εν όψει των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 126
(2)του Ν.94(Ι)/2004 οι οποίες ορίζουν τα εξής:«...
(2)Χωρίς επηρεασμό του κύρους των ενεργειών ή των διαδικασιών οι οποίες έγιναν ή ακολουθήθηκαν με βάση το καθεστώς που ίσχυε πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκκρεμή ζητήματα ή διαδικασίες που άρχισαν αλλά δεν ολοκληρώθηκαν κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, θα διεκπεραιωθούν, κατά το δυνατόν, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών, Διαταγμάτων ή Γνωστοποιήσεων που εκδίδονται δυνάμει αυτού». Η ορθή ερμηνεία των διατάξεων αυτών δεν επεκτείνει την εφαρμογή τους και στο ζήτημα της παραγραφής κατά τρόπον ώστε να παραγνωρίζεται η παγίως νομολογημένη αρχή σύμφωνα με την οποίαν το ισχύον δίκαιον προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος [Δημητρίου άλλως Στυλιανού v. Δημητρίου (ανωτέρω) και Χριστοδουλίδης v. Global Capital Securities and Financial Services Ltd (ανωτέρω)]. Κατά συνέπειαν, η υπεράσπιση περί παραγραφής των επίδικων αγώγιμων δικαιωμάτων κρίνεται ως αβάσιμη και απορρίπτεται.
(5)
(1)Το ζήτημα της ολιγωρίας ή της καθυστέρησης στην έγερση αγωγής (laches) μπορεί να εγερθεί, ως υπεράσπιση, μόνον όπου ο ενάγων επιδιώκει θεραπεία επί τη βάσει του δικαίου της επιείκειας (equitable remeby) [Καρπασίτης κ.α. ν. Σιόκουρου
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 472 και Hartziotis Trading Co. Ltd v. Διευθυντής Τμήματος Τελωνείων (ανωτέρω)]. Όμως, τα δικαιώματα του ενάγοντος να ζητήσει, μέσω αγωγής, την καταβολή των δασμών, φόρων και δικαιωμάτων που επέβαλε στους εναγομένους αρ.1 και 3 διά των εκτελεστών διοικητικών απόφασεών του που περιέχονται στα Σημειώματα Απαίτησης ημερ. 11.06.2001 (τεκμήρια 4 και 7), δεν πηγάζουν από το δίκαιο της επιείκειας. Τα δικαιώματα του ενάγοντος πηγάζουν από νομοθετικές διατάξεις, και συγκεκριμένα από τα άρθρα 76 και 176
(1)και
(2)του Ν.82/1967 και το άρθρο 113
(1)του Ν.94(Ι) 2004 καθώς και από το εγγυητήριο έγγραφο (τεκμήριο 2). Πρόκειται, συνεπώς, για νόμιμα αγώγιμα δικαιώματα (legal rights), σε αντιδιαστολή με τα αγώγιμα δικαιώματα κατά το δίκαιο της επιείκειας (equitable rights). Έτσι, στην προκείμενη περίπτωση δεν μπορεί να προβληθεί εναντίον του ενάγοντος η υπεράσπιση της μακράς και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής (laches).
(5)
(2)Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί πως ζήτημα ολιγωρίας ή καθυστέρησης (laches) θα μπορούσε να τεθεί και σε αγωγή όπου ο ενάγων επιδιώκει θεραπεία επικαλούμενος δικαίωμα που πηγάζει από νόμο, απαραίτητο να ληφθούν υπ΄όψιν είναι και τα εξής διαπιστωθέντα στην απόφαση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.α.
(2006)1 (Α) Α.Α.Δ. 280, 287: «. η επίκληση της αρχής της επιείκειας για καθυστέρηση (laches) προϋποθέτει, πρώτον, μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας και δεύτερον, οι συνέπειες που προκάλεσε η καθυστέρηση να καθιστούν την παροχή της αιτούμενης θεραπείας άδικη (βλέπε Ι.C.F. Spry, The Principles of Equitable Remedies, 4η έκδοση, σελ. 223)». Άρα, απαραίτητη προϋπόθεση για να επιτύχει η υπεράσπιση της ολιγωρίας ή καθυστέρησης (lanches) είναι να καταδείξουν οι εναγόμενοι αρ.1 και 3, επικαλούμενοι συγκεκριμένα στοιχεία και γεγονότα, πως η επιτυχία της αγωγής θα τους αδικούσε εξ αιτίας και του μεγάλου χρόνου που παρήλθε από τη γένεση των επίδικων αγώγιμων δικαιωμάτων έως και την καταχώρισή της. Οι εναγόμενοι αρ.1 και 3 απέτυχαν να ικανοποιήσουν την προϋπόθεση αυτή για τους εξής λόγους: (α) Όσα προβάλλονται εκ μέρους των εναγομένων αρ.1 και 3 για την καθυστέρηση στην καταχώριση της αγωγής αφορούν στην απώλεια μαρτυρίας σχετικής με υπερασπίσεις που τείνουν να πλήξουν την νομιμότητα και το κύρος των εκτελεστών διοικητικών αποφάσεων του ενάγοντος ημερ. 11.06.2001 (τεκμήρια 4 και 7). Όμως, το ενδεχόμενο αυτό είναι αδιάφορο. Τέτοια μαρτυρία θα ήταν χρήσιμη μόνον στο πλαίσιο της αναθεωρητικής δίκης, η οποία ξεκινά πάντοτε με πρωτοβουλία του θιγέντος διοικούμενου, εντός τακτής προθεσμίας. Με άλλα λόγια, ακόμη και εάν η προκείμενη αγωγή κατεχωρίζετο ενωρίτερα, σε χρόνο κατά τον οποίον θα ήταν εφικτός ο εντοπισμός μαρτυρίας σχετικής με την νομιμότητα και το κύρος των εκτελεστών διοικητικών πράξεων του ενάγοντος ημερ. 11.06.2001 (τεκμήρια 4 και 7), η μαρτυρία αυτή δεν θα μπορούσε να προσαχθεί στο πλαίσιο εκδίκασής της. (β) Η επιπρόσθετη θέση των εναγομένων αρ.3 σύμφωνα με την οποίαν η πολυετής καθυστέρηση στην καταχώριση της αγωγής είχε ως αποτέλεσμα και την απώλεια της δυνατότητάς τους να αποζημιωθούν από τους εναγομένους αρ.1 γιατί αυτοί κατέστησαν, εν τω μεταξύ, αφερέγγυοι παρέμεινε ατεκμηρίωτη: Ο μόνος μάρτυς των εναγομένων αρ.3 XXXXX Κουλουντής (Μ.Υ.3) ανεφέρθηκε, κατά την κυρίως εξέτασή του, ακροθιγώς στο ζήτημα, χωρίς να παραθέσει συγκεκριμένα, πλήρη και πειστικά στοιχεία. Δια της παρα.11 του εγγράφου αρ.5 ο XXXXX Κουλουντής (Μ.Υ.3) αναφέρει απλώς και μόνον τα εξής: «
  1. Είναι η θέση μας ότι στην περίπτωση αυτή τα δικαιώματα μας έχουν επηρεαστεί ουσιαστικά καθότι σε περίπτωση που η KMC MOTORS LTD, κληθεί να μας καταβάλει οποιοδήποτε ποσό τυχόν εμείς καταβάλουμε στο Διευθυντή Τμήματος Τελωνείου, αυτή δεν θα είναι σε θέση να το πράξει ως ήταν το
  2. Τούτο προκύπτει μεταξύ άλλων από έρευνα την οποίαν διεξήγαμε στην αγορά». Το κενό αυτό στη μαρτυρία του XXXXX Κουλουντή (Μ.Υ.3) δεν καλύφθηκε από τα όσα σχετικά ο XXXXX Καϊσής (Μ.Υ.1) εδήλωσε, αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων αρ.
  3. Οι σχετικές ερωτήσεις υπήρξαν λίγες. Οι δε απαντήσεις του μάρτυρος, οι οποίες έχρηζαν διευκρινίσεων, εν πάση περιπτώσει δεν αποδεικνύουν, άνευ άλλου τινός, την αφερεγγυότητα των εναγομένων αρ.
  4. Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά της ακροαματικής διαδικασίας ημερ. 23.03.2018: «................................. E. Πέστε μου κύριε μάρτυς, η εταιρεία σας σήμερα σε ποια οικονομική κατάσταση βρίσκεται; A. Δεν έχει πλέον δραστηριότητες η εταιρεία, αλλά δεν οφείλει και στην αγορά το οτιδήποτε. Δεν έχει εκκρεμότητες στην αγορά σημαντικές διότι άλλαξε δραστηριότητα. E. Ωραία. Η οικονομική κατάσταση της εταιρείας σας από το 2000 να πω το '99 μέχρι σήμερα, έχει βελτιωθεί ή χειροτερέψει; A. Από τα τελευταία χρόνια εκτός από 2 ‑ 3 εταιρείες γιατί άλλες είχαν σχέση με ανάπτυξη χρηματικά είχαν προβλήματα ρευστότητας. Η εταιρεία αυτή μέχρι το '13 τουλάχιστο δεν θυμάμαι, δεν είχε κανένα πρόβλημα. Μετά έγιναν σε κάποιο βαθμό παγοποιημένες δραστηριότητες. E. Μάλιστα. Μήπως είναι σε διαδικασία διάλυσης; A. Όχι. ................................» Κατά συνέπειαν, και οι υπερασπίσεις περί ολιγωρίας κρίνονται ως αβάσιμες και απορρίπτονται.
(6)
(1)Σύμφωνα με τον κανόνα του κωλύματος (estoppel), υπό ορισμένες συνθήκες, ένας διάδικος εμποδίζεται να εγείρει ένα γεγονός ή να αρνηθεί την ύπαρξή του. Το κώλυμα δυνατόν να οφείλεται σε δεδικασμένο (κώλυμα λόγω δεδικασμένου- estoppel by record) ή σε καταχώριση σε έγγραφο (κώλυμα λόγω καταχώρισης σε έγγραφο - estoppel by deed) ή σε συμπεριφορά (κώλυμα λόγω συμπεριφοράς - estoppel by conduct or estoppel in pais). Ειδικότερα, όσον αφορά στο κώλυμα λόγω συμπεριφοράς, στην απόφαση Βογαζιανός κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ.1)
(2011)1 (Α) Α.Α.Δ. 253 αναφέροντα τα εξής: «Όταν ένας συμβαλλόμενος σε μία συναλλαγή με τα λόγια ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μία υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο, που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτή διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη του δεν θα επιτραπεί στο συμβαλλόμενο που προέβηκε στην υπόσχεση ή έδωσε τη διαβεβαίωση να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτήν (Ηadjiyiannis v. Attorney - General of the Republic
(1970)1 C.L.R. 32). To κώλυμα λόγω συμπεριφοράς μπορεί να πάρει τη μορφή του (Ι) Κωλύματος λόγω παραστάσεων (Soanes v. London and South Western Railway
(1917)120 LT598), (II) Kωλύματος λόγω υποσχέσεων (Central London Property Trust Ltd v. High Trees Houses Ltd
(1947)1 KB 130) και (ΙΙΙ) Περιουσιακού κωλύματος».
(6)
(2)Δεδομένου του περιεχομένου του, ο κανόνας του κωλύματος λόγω συμπεριφοράς δεν δύναται να προβληθεί, ως υπεράσπιση, στις περιπτώσεις όπου το αγώγιμο δικαίωμα απορρέει από εκτελεστή διοικητική απόφαση. Η εκτελεστότητα μίας διοικητικής απόφασης δεν αποτελεί ζήτημα συναλλαγής. Κατά την άσκηση των δημοσίου χαρακτήρα αρμοδιοτήτων της, η διοίκηση δεν είναι «συμβαλλόμενος». Κατά συνέπειαν, ο διοικούμενος ο οποίος θίγεται από μία εκτελεστή διοικητική απόφαση και επιθυμεί την ακύρωσή της υποχρεούται, εκ του νόμου (Άρθρο 146 του Συντάγματος), να την προσβάλει ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου εντός τακτής προθεσμίας. Ουδεμία συμπεριφορά της διοίκησης δύναται να προβληθεί ως αιτιολογία για την τυχόν σχετική παράλειψη του διοικουμένου. Οι δε ισχυρισμοί του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων αρ.1 σύμφωνα με τους οποίους οι διαβεβαιώσεις εκ μέρους του Τμήματος Τελωνείων «ότι δεν θα προχωρούσαν με μέτρα εναντίον» αυτών και του διευθυντή τους XXXXX Καϊσή (Μ.Υ.1) «για ανάκτηση των οφειλόμενων ποσών...ήταν και ο λόγος που ..δεν προχώρησ(αν) σε προσφυγή κατά της επιβολής της φορολογίας» (δείτε στη σελ.5 της γραπτής αγόρευσης του κ.Κώστα) στερείται νομικής θεμελίωσης και απορρίπτεται.
(6)
(3)Εν πάση περιπτώσει, τα όσα ο XXXXX Καϊσής (Μ.Υ.1) ισχυρίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου εν σχέσει με τις συμπεριφορές, τις ενέργειες και τις δηλώσεις λειτουργών του Τμήματος Τελωνείων καθώς και της πρώην Διευθύντριάς του, με σκοπό να θεμελιώσει την υπεράσπιση του κωλύματος κρίνονται ως ανεπαρκή και αναξιόπιστα: Η μαρτυρία αυτή του XXXXX Καϊσή κρίνεται ως ανεπαρκής γιατί, παρά τα όσα μεμπτά τους καταλογίζει, ο μάρτυς ουδόλως ανεφέρθηκε σε σκοπιμότητα των λειτουργών του Τμήματος Τελωνείων και της πρώην Διευθύντριάς του. Όμως, η θεμελίωση του κανόνα του κωλύματος προϋποθέτει πως η μεμπτή και εγκαλούμενη συμπεριφορά του αντισυμβαλλόμενου «αποσκοπ(ούσε) να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις» μεταξύ των συμβαλλομένων [δείτε την απόφαση Βογαζιανός κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ.1) (ανωτέρω)]. Περαιτέρω, η μαρτυρία αυτή κρίνεται ως αναξιόπιστη εν όψει της κακής εικόνας που εδημιούργησε ο XXXXX Καϊσής (Μ.Υ.1) ως μάρτυς. Ο XXXXX Καϊσής (Μ.Υ.1) απευθύνθηκε στο Δικαστήριο με λόγο πλατειαστικό, υπερβολικό, επαναληπτικό και ανακόλουθο και παρουσιάσθηκε έτοιμος να ισχυρισθεί εκ των υστέρων οιανδήποτε απίθανη εκδοχή γεγονότων προκειμένου να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά του ιδίου και των εναγομένων αρ.1. Συγκεκριμένα, η εκδοχή γεγονότων που ο μάρτυς προέβαλε είναι αυτή της σκευωρίας και συνομωσίας με θύματα τους εναγομένους αρ.1 και θύτες, μεταξύ άλλων, λειτουργούς του Τμήματος Τελωνείων. Ο μάρτυς χωρίς να είναι συγκεκριμένος, όμως, με ιδιαίτερη ευκολία, κατηγόρησε τους λειτουργούς αυτούς για διαφθορά, πλαστογραφία και δόλο. Δεν έδωσε, όμως, καμία πειστική εξήγηση γιατί τα θύματα αυτής της σκευωρίας και συνωμοσίας (δηλ. οι εναγόμενοι αρ. 1) δεν αντέδρασαν εγκαίρως και δεν προέβηκαν στις ενδεδειγμένες καταγγελίες και στα ενδεδειγμένα διαβήματα. Επιπλέον, ενώ ο XXXXX Καϊσής (Μ.Υ.1) επέμεινε, ενώπιον του Δικαστηρίου, πως η εκ μέρους των εναγομένων αρ.1 ενοικίαση της αποθήκης αποταμίευσης έληξε τον Ιούνιο του έτους 2000, εντούτοις, σε επιστολές αυτών προς την Διευθύντρια Τελωνείων ημερ. 25.06.2001 και 13.05.2002 (τεκμήρια 9 και 20, αντιστοίχως), τις οποίες υπογράφει ο ίδιος, ουδεμία αναφορά γίνεται σε τέτοιο γεγονός. Αντιθέτως, επί τη βάσει του περιεχομένου των επιστολών αυτών (τεκμήρια 2 και 20) προκύπτουν τα εξής: (α) Στις 25.01.2001 οι εναγόμενοι αρ.1 δίδουν εξηγήσεις για τα διαπιστωθέντα ελλείματα στην αποθήκη αποταμίευσης (τεκμήριο 9). (β) Στις 13.03.2002 οι εναγόμενοι αρ.1 ζητούν άδεια να μεταφέρουν είδη ένδυσης από την αποθήκη αποταμίευσης σε άλλην αποθήκη (τεκμήριο 20). Επιπροσθέτως, ο XXXXX Καϊσής (Μ.Υ.1) ουδεμία εξήγηση έδωσε και, εν πάση περιπτώσει, ουδεμία πειστική εξήγηση έδωσε για το γεγονός πως, ενώ δια των επιστολών της ημερ. 15.04.2002 και 10.12.2002 (τεκμήρια 23 και 24, αντιστοίχως), η Διευθύντρια του Τμήματος Τελωνείων απευθύνεται στους εναγομένους αρ.1 ως ενοικιαστές και κατόχους της αποθήκης αποταμίευσης, αυτοί δεν αντέδρασαν και δεν διεφώνησαν γραπτώς. Αυτά τα εγγενή μειονεκτήματα της μαρτυρίας του XXXXX Καϊσή (Μ.Υ.1) αφήνουν όλους τους ισχυρισμούς του μετέωρους και τον καθιστούν μάρτυρα αναξιόπιστο.
(6)
(4)Ούτε και η αναστολή των ποινικών διώξεων, οι οποίες ηγέρθηκαν εναντίον και των εναγομένων αρ.1 και του διευθυντή τους Ανδρέα Καϊσή (Μ.Υ.1), δια της υπόθεσης αρ. 26219/2003 (Ε.Δ.Λευκωσίας) Διευθύντρια Τμήματος Τελωνείων v. C.G.Polemidiotis Co.Limited κ.α. (τεκμήριο 17) καθώς και δια της υπόθεσης αρ. 26220/2003 (Ε.Δ.Λευκωσίας) Διευθύντρια Τμήματος Τελωνείων v. C.G.Polemidiotis Co. Limited κ.α. (τεκμήριο 18), ούτε ο δυνάμει του άρθρου 88 του Ν.94(Ι)/2004 συμβιβασμός των σχετικών ποινικών αδικημάτων δημιουργούν κώλυμα στην έγερση της προκείμενης αγωγής. Τόσον η αναστολή των συγκεκριμένων ποινικών διώξεων όσον και ο δυνάμει του άρθρου 88 του Ν.94(Ι)/2004 συμβιβασμός των συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων προσεφέρθηκαν στους εναγομένους αρ.1 και στο διευθυντή τους XXXXX Καϊσή (Μ.Υ.1) ως ευκαιρία εξώδικης διευθέτησης μίας ποινικώς κολάσιμης συμπεριφοράς τους. Οι εναγόμενοι αρ.1 και ο διευθυντής τους XXXXX Καϊσής (Μ.Υ.1) χρησιμοποίησαν την ευκαιρία αυτή και κατέβαλαν το ποσόν των Λ.Κ.10.000 (ως οι ίδιοι παραδέχονται). Με τον τρόπο αυτό απέφυγαν την ποινική καταδίκη. Όμως, αυτή η αναστολή και αυτός ο συμβιβασμός ουδόλως επηρεάζουν την αστικής φύσης υποχρέωση των εναγομένων αρ.1 ως είναι η επίδικη. Η υποχρέωση αυτή παραμένει. Εν πάση περιπτώσει, τα όσα ο XXXXX Καϊσής (Μ.Υ.1) ισχυρίσθηκε, ενώπιον του Δικαστηρίου, περί του ότι το προαναφερθέν ποσόν των Λ.Κ.10.000 κατεβλήθηκε γιατί υπήρξαν εκ μέρους λειτουργών του Τμήματος Τελωνείων καθώς και της πρώην Διευθύντριάς του, παραστάσεις πως, με τον τρόπο αυτό, θα διευθετείτο και η επίδικη οφειλή, κρίνονται ως αναξιόπιστα. Έγινε ήδη αναφορά στην κακή εικόνα που εδημιούργησε ο XXXXX Καϊσής (Μ.Υ.1) ως μάρτυς. Κατά συνέπειαν, και οι υπερασπίσεις περί κωλύματος κρίνονται ως αβάσιμες και απορρίπτονται.
(7)Δια των επιστολών τους προς τη Διευθύντρια Τελωνείων ημερ. 17.9.2003 και 9.12.2003 (τεκμήρια 27 και 28, αντιστοίχως), οι πρώην εναγόμενοι αρ. 2 την εκάλεσαν όπως προχωρήσει στην πώληση των εμπορευμάτων τους, τα οποία ευρίσκοντο, κατ΄ εκείνην την περίοδο, στην αποθήκη αποταμίευσης, με σκοπό το προϊόν της πώλησης να κρατηθεί από το Τμήμα Τελωνείων και να υπολογισθεί έναντι της σχετικής οφειλής τους. Δια της επιστολής της ημερ. 28.6.2004 (τεκμήριο 26), η Διευθύντρια Τελωνείων απέρριψε την πρόταση αυτή αναφέροντας πως «σύμφωνα με σχετική γνωμοδότηση του γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας .... δεν υφίσταται οποιαδήποτε σχετική ρύθμιση στην τελωνειακή νομοθεσία που να επιτρέπει τούτο». Εξ αφορμής της άρνησης αυτής οι εναγόμενοι αρ. 3 προβάλλουν την υπεράσπιση σύμφωνα με την οποίαν ο ενάγων δεν έλαβε μέτρα για τον μετριασμό της ζημιάς του. Είναι γεγονός πως σε περιπτώσεις όπου η αγωγή βασίζεται σε διάρρηξη σύμβασης ή σε αστικό αδίκημα νομολογημένη αρχή επιβάλλει, κατ΄ αρχήν, στον ενάγοντα την υποχρέωση να λάβει μέτρα για μετριασμό της ζημιάς του. Μετά την πρόκληση της ζημιάς και τη δημιουργία του αγώγιμου δικαιώματος ο ενάγων έχει καθήκον να λάβει μέτρα για περιορισμό της ζημιάς του. Σε περίπτωση που ο ενάγων παραλείψει ή αρνηθεί να λάβει τέτοια μέτρα ο εναγόμενος δύναται να προβάλει την σχετική υπεράσπιση, βαρύνεται, όμως, να αποδείξει ότι αυτή η παράλειψη ή αυτή η άρνηση δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτή. Παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Ταμπούρας ν. Κολάνη
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 384, 390-1: «Εξετάζοντας πρώτα το ζήτημα της μη απόδοσης των £800-900 για τη μελλοντική δαπάνη για τη διορθωτική εγχείρηση, είναι αναμφίβολα δεκτή η νομολογιακή αρχή ότι ο ενάγων έχει καθήκον να μετριάσει όσο το δυνατό τις ζημιές που υπέστη. Στο σύγγραμμα του Street on Torts 11η έκδ.
(2003), εξηγείται στις σελ. 582-3, ότι η μείωση της ζημιάς καλύπτει δύο χωριστές κατηγορίες στα αστικά αδικήματα. Η πρώτη αφορά συνθήκες ακριβώς αντίθετες από εκείνες κατά τις οποίες οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε ο ενάγων να δικαιούται σ' επαυξημένες αποζημιώσεις. Η άλλη αφορά την περίπτωση όπου ο ενάγων δεν δικαιούται: «.... to recover to the extent to which he has brought the loss upon himself by his own act.... After damage has occurred and an action in tort is vested in the claimant, he has a duty to take care to mitigate his loss. So an injured claimant should generally seek medical attention. Where a claimant refuses treatment or surgery that could have lessened the consequences of his injuries the onus lies on the defendant to prove that his refusal was unreasonable.» (Geest plc v. Lansiquot [2002] UKPC 48). Τα ίδια αναφέρονται με διαφορετικό τρόπο και στον McGregor on Damages 15η έκδ. σελ. 187 παρ. 308, όπου εξηγείται επίσης ότι η αρχή που επιβάλλει στον ενάγοντα να μετριάσει τη ζημιά του ισχύει με την ίδια δύναμη και στις υποθέσεις συμβατικής διάρρηξης, αλλά και στις υποθέσεις αστικών αδικημάτων. Αναφέρεται περαιτέρω στη σελ. 190 παρ. 311, ότι αν και ο ενάγων πρέπει να ενεργεί έχοντας υπόψη τόσο τα συμφέροντα του εναγομένου, όσο και τα δικά του: «....he is only required to act reasonably and the standard of reasonableness is not high in view of the fact that the defendant is an admitted wrongdoer.». Σχετική είναι η υπόθεση Banco de Portugal v. Waterlow [1932] AC 452, η οποία σχετιζόταν με υπόθεση του δικαίου των συμβάσεων, αλλά που έχει αναφορά και στην κατηγορία των αστικών αδικημάτων. Σχετική είναι επίσης η αναφορά στον Ogus: The Law of Damages σελ. 88-89. Όπως σ΄ όλες τις υποθέσεις μετριασμού της ζημιάς, έτσι και στις ιδιαίτερες υποθέσεις στις οποίες ο ενάγων παρέλειψε ή αρνήθηκε να υποβάλει τον εαυτό του σε εγχείρηση, το ζητούμενο φαίνεται πάντοτε να είναι κατά πόσο η παράλειψη ή η άρνηση αυτή είναι υπό τις περιστάσεις λογική. Όπως πρόσθετα αναφέρεται στον Charlesworth & Percy on Negligence 7η Έκδ. σελ. 339-340 παρ. 5-45: "What is reasonable for a plaintiff to do in mitigation of his damage is not a question of law but one of fact in each case, the burden of proof being upon the defendant to show that the plaintiff had acted unreasonably." Στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις επιτυχίας της υπεράσπισης σύμφωνα με την οποίαν ο ενάγων δεν έλαβε μέτρα για μετριασμό της ζημιάς του. Κατά πρώτον, παρατηρείται πώς οι επίδικες χρηματικές αξιώσεις δεν πηγάζουν από διάρρηξη σύμβασης. Κατά δεύτερον, παρατηρείται πως οι επίδικες χρηματικές αξιώσεις έχουν διαγνωσθεί στο πλαίσιο μίας θεσμοθετημένης διοικητικής διαδικασίας και έχουν αποκρυσταλλωθεί διαμέσου εκτελεστών διοικητικών αποφάσεων. Ο ενάγων, δικαιούχος των επίδικων χρηματικών αξιώσεων, αποτελεί φορέα αρμοδιοτήτων δημόσιου χαρακτήρα, ενεργεί επί τη βάσει του νόμου και δεσμεύεται να ακολουθεί θεσμοθετημένες διοικητικές διαδικασίες. Κατά συνέπειαν, η άρνηση του να προβεί σε όσα οι πρώην εναγόμενοι αρ. 2 του υπέδειξαν προς το σκοπό περιορισμού της ζημιάς του (τεκμήρια 27 και 28), επικαλούμενος το γεγονός πως η τελωνειακή νομοθεσία δεν του επιτρέπει κάτι τέτοιο (τεκμήριο 26), υπήρξε απολύτως εύλογη. Οι εναγόμενοι αρ. 3 δεν απέδειξαν το αντίθετο. Κατά συνέπειαν, και η υπεράσπιση σύμφωνα με την οποίαν ο ενάγων παρέλειψε ή αρνήθηκε να περιορίσει τη ζημιά του απορρίπτεται ως αβάσιμη.
(8)Εφ΄όσον οι επίδικες οφειλές είναι, κατ΄αμάχητον τεκμήριο, νόμιμες και έγκυρες, εφ΄όσον αυτές εκκρεμούν και εφ΄όσον όλες οι προβληθείσες, από τους εναγομένους αρ. 1 και 3, υπερασπίσεις κρίνονται ως αβάσιμες και απορρίπτονται, η αγωγή επιτυγχάνει.
(8)Παραμένει να εξεταστεί, μεταξύ των εναγομένων αρ.1 και 3, το ζήτημα της συνεισφοράς των πρώτων έναντι των δευτέρων επί τη βάσει αντεγγύησης. (cross security, δείτε την απόφαση Σακκόραφος v. Γ. Παρασκευαϊδης
(1966)Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 673): Παρά την αντίθετη δικογραφημένη θέση των εναγομένων αρ.1, εντούτοις, στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, ο μάρτυς τους XXXXX Καϊσής (Μ.Υ.1) ανεγνώρισε το γεγονός πως, εν σχέσει με το εγγυητήριο έγγραφο (τεκμήριο 2), υπεγράφηκε και αντεγγύηση. Πρόκειται για έγγραφο δια του οποίου οι εναγόμενοι αρ.1, με σαφήνεια και ρητώς, αναλάμβαναν την υποχρέωση να αποζημιώσουν πλήρως τους εναγομένους αρ.3 σε περίπτωση που αυτοί καταβάλουν το ποσόν του εγγυητηρίου εγγράφου. Το έγγραφο αυτό ανεγνωρίσθηκε από τον XXXXX Καϊσή (Μ.Υ.1) και κατετέθηκε ως τεκμήριο
  1. Μάλιστα, ο μάρτυς εδήλωσε ότι το έγγραφο αυτό υπεγράφηκε από τον ίδιο, εκ μέρους των εναγομένων αρ.1, και ότι «δεν υπήρχε λόγος να μην υπογραφτεί». Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά της ακροαματικής διαδικασίας ημερ. 23.03.2018: «............................... E. Πέστε μου, μετά την έκδοση της εγγυητικής του Τεκμηρίου 2, εκδώσατε εσείς και αποστείλατε οποιανδήποτε επιστολή προς την Εναγόμενη 3, στην Progressive με την οποία αναλάβατε να καλύψετε οποιοδήποτε ποσό χρειαζόταν να πληρώσει η Εναγόμενη 3; A. Υποθέτω, αφού η εταιρεία με γύρισε ήταν λογικό, φαίνεται λογικό. E. Να σας δείξω ένα έγγραφο κύριε μάρτυς, δείτε το. (Υποδεικνύεται στον μάρτυρα το εν λόγω έγγραφο). A. Δεν υπήρχε λόγος να μην υπογραφεί. E. Είναι δική σας η υπογραφή και αυτά τα γράψατε εσείς; A. Ναι. E. Να το καταθέσουμε ως Τεκμήριο. ..............................................» Η συνομολόγηση της σύμβασης αντεγγύησης (τεκμήριο 25) και η παραδεδεγμένη, από τον XXXXX Καϊσή (Μ.Υ.1), γνησιότητα του σχετικού εγγράφου θεμελιώνουν τη απαίτηση των εναγομένων αρ. 3 έναντι των εναγομένων αρ. 1 για συνεισφορά. Ας σημειωθεί πως η προσπάθεια των εναγομένων αρ. 1 να απαλλαγούν από την ευθύνη τους για συνεισφορά, ισχυριζόμενοι πώς οι εναγόμενοι αρ. 3 εγνώριζαν εξ αρχής την κατοχή της αποθήκης αποταμίευσης από τους πρώην εναγομένους αρ. 2, είναι ανεπιτυχής. Ο μάρτυς των εναγομένων αρ. 3 XXXXX Κουλουντής (Μ.Υ.3) ρητώς δηλώνει πώς το γεγονός αυτό περιήλθε εις γνώσιν τους μόλις τον Ιούνιο του 2001 και πως εάν το εγνώριζαν ενωρίτερα θα ακύρωναν το εγγυητήριο έγγραφο (δείτε στην παρα. 9 του εγγράφου αρ. 5) Επί του σημείου τούτου ο XXXXX Κουλουντής (Μ.Υ.3) κρίνεται ως μάρτυς αξιόπιστος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή, σε όση έκταση αφορά στους εναγομένους αρ.1 και 3, επιτυγχάνει. Επιτυγχάνει, επίσης, η αξίωση των εναγομένων αρ.3 για την υπέρ τους συνεισφορά από τους εναγομένους αρ.
  2. Όσον αφορά στο ζήτημα των εξόδων, δεν διαπιστώνεται η συνδρομή οιουδήποτε λόγου για απόκλιση από τον κανόνα πώς αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων αρ.1, αληλλεγγύως με τους εναγομένους αρ.2 και/ή κεχωρισμένως, για το ποσόν των €182.801,56, το οποίο θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 27.09.2010, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, έως και την εξόφληση. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων αρ.3, αλληλεγγύως με τους εναγομένους αρ.1 και 2 και/ή κεχωρισμένως, για το ποσόν των €170.860,14, οποίο θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 27.09.2010, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, έως και την εξόφληση. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων αρ.1 και
  3. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγομένων αρ.3 και εναντίον των εναγομένων αρ.1 δυνάμει της οποίας, σε περίπτωση που οι πρώτοι καταβάλουν στον ενάγοντα το ως άνω επιδικασθέν υπέρ του ποσόν, οι δεύτεροι θα το συνεισφέρουν σε αυτούς. Τα έξοδα της διαδικασίας μεταξύ των εναγομένων αρ. 1 και 3, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των δευτέρων και εναντίον των πρώτων. Τα έξοδα αυτά ορίζονται καταβλητέα μόνον σε περίπτωση που οι εναγόμενοι αρ. 3 καταβάλουν στον ενάγοντα το ως άνω επιδικασθέν υπέρ του ποσόν. (Υπ) ............ Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.