← Κύπρος

Ηellenic Bank Public Co Ltd ν. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Tμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών κ

Ηellenic Bank Public Co Ltd ν. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Tμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών κ.α., Έφεση/Αίτηση αρ. 552/2017, 10/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A487 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Έφεση/Αίτηση αρ. 552/2017 Aναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νομο του 1965 μέχρι (Αρ.10) του 2015 και τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015 (Ν139(Ι)/2015) άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44 ΚΓ και Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Kεφ.224, άρθρο

  1. Μεταξύ: Ηellenic Bank Public Co Ltd Αιτήτρια/Εφεσείουσα και 1) Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Tμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών 2) Scanner Unithome Suitis Ltd, υπό εκκαθάριση δια του XXXXX Ιακωβίδη εκκαθαριστή 3) XXXXX Αρέστη Καθ΄ων η αίτηση/Εφεσιβλήτων 10 Σεπτεμβρίου,
  2. Για τους εφεσείοντες, εμφανίζεται η κα Γ.Ζαχαρίου για τους κ.κ. Ανδρέας Β.Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εφεσίβλητο αρ.1, εμφανίζεται η κα Κ.Παπαδοπούλου για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για τους εφεσιβλήτους αρ.2, καμία εμφάνιση. Για την εφεσίβλητη αρ.3, εμφανίζεται ο κ.Α.Γεωργίου για τους κ.κ. Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι εφεσείοντες επιδιώκουν την ακύρωση της ειδοποίησης ημερ. 10.07.2017, την οποίαν εξέδωσε ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας («ο Κτηματολογικός Λειτουργός») επί του Τύπου «ΙΕ» των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων (Ν.9/1965, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια - «oι Νόμοι») («η ειδοποίηση ημερ. 10.07.2017») καθώς και την ακύρωση της απόφασης ημερ. 11.09.2017 την οποίαν εξέδωσε ο Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας («ο Διευθυντής») επί της ένστασης που υπεβλήθηκε εναντίον της πραναφερθείσας ειδοποίησης («η απόφαση του Διευθυντή ημερ. 11.09.2017»).

(1)Η γνωστοποίηση ημερ. 10.07.2017 και απόφαση του Διευθυντή ημερ. 11.09.2017 εξεδόθηκαν στο πλαίσιο εξέτασης αίτησης που υπέβαλε η εφεσίβλητη αρ.3 ζητώντας την εγγραφή, επ΄ονόματί της, διαμερίσματος ανεγερθέντος επί ενυπόθηκου ακινήτου («το επίδικο διαμέρισμα»). Η εφεσίβλητη αρ.3 αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα από τους εφεσιβλήτους αρ.2 στις 18.06.2003 και κατέθεσε το σχετικό πωλητήριο έγγραφο στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, στις 26.06.
  1. Το ενυπόθηκο ακίνητο ανήκει, κατά κυριότητα, στους εφεσιβλήτους αρ.2 και βαρύνεται με υποθήκες και εγγραφές δικαστικών αποφάσεων (memo) προς όφελος των εφεσειόντων. Οι υποθήκες ενεγράφησαν προς το σκοπό εξασφάλισης των πιστωτικών διευκολύνσεων τις οποίες οι εφεσείοντες παρείχαν, κατά καιρούς, στους εφεσιβλήτους αρ.
  2. Επειδή οι εφεσίβλητοι αρ.2 δεν εξεπλήρωσαν τις οικονομικές τους οφειλές προς τους εφεσείοντες κατεχωρίστηκαν αγωγές και εξεδόθηκαν δικαστικές αποφάσεις υπέρ των εφεσειόντων και εναντίον των εφεσιβλήτων αρ.
  3. Έως και σήμερα τα εξ αποφάσεως χρέη των εφεσιβλήτων αρ.2, τα οποία εξασφαλίζονται με υποθήκες, δεν έχουν εξοφληθεί.
(2)Σημειώνεται πως η δυνατότητα του εφεσιβλήτου αρ.1 να απαλλάσσει ενυπόθηκο ακίνητο από τις εγγεγραμμένες, επί αυτού, υποθήκες και/ή από άλλα εγγεγραμμένα, επί αυτού, εμπράγματα βάρη με σκοπό να το μεταβιβάσει στον αγοραστή, ο οποίος κατέβαλε πλήρως το τίμημα πώλησης στον πωλητή (πρόσωπο διαφορετικό από τον ενυπόθηκο δανειστή), εισήχθηκε στην Κυπριακή έννομη τάξη δια του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) (Αρ.10) Νόμου του 2015 (Ν.139(Ι)/2015). Ο Ν.139(Ι)/2015τέθηκε σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, δηλαδή στις 04.09.2015, και προσθέτει, στο βασικό νόμο και συγκεκριμένα στο «ΜΕΡΟΣ VIB: ΠΡΟΣΤΑΣΤΙΑ ΑΓΟΡΑΣΤΩΝ», σειρά άρθρων. Τα άρθρα αυτά, μεταξύ άλλων και αδρομερώς, διαλαμβάνουν τις εξής πρόνοιες: Ο αγοραστής ακινήτου, το οποίο είναι υποθηκευμένο στο πλαίσιο δανειοδότησης του πωλητή από τρίτον (τον ενυπόθηκο δανειστή), εφ΄όσον έχει ήδη καταθέσει το πωλητήριο έγγραφο στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, δύναται να ζητήσει από τον Διευθυντή την μεταβίβαση του ακινήτου αυτού ελεύθερου από τυχόν εμπράγματα βάρη, υπό την προϋπόθεση ότι έχει καταβάλει πλήρως το τίμημα της πώλησης και υπάρχει ή είναι εφικτό να υπάρξει ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου (άρθρα 44ΙΗ, 44ΙΘ και 44Κ). Τότε, ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, τον πωλητή, τον ενυπόθηκο δανειστή και σε κάθε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος και/ή απαγόρευση την πρόθεσή του να μεταβιβάσει το ακίνητο επ΄ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση σαράντα-πέντε
(45)ημερών. Η γνωστοποίηση αυτή γίνεται δια της επίδοσης γραπτής ειδοποίησης εκδοθείσας επί του Τύπου «ΙΕ». Ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται, εντός σαράντα-πέντε
(45)ημερών από την παραλαβή της προαναφερθείσας ειδοποίησης, να υποβάλει ένσταση ενώπιον του Διευθυντή για τους ακόλουθους λόγους: (α) δεν εξεπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή ή (β) η σύμβαση μεταξύ αγοραστή και πωλητή είναι άκυρη και/ή έχει τερματιστεί δυνάμει δικαστικού διατάγματος. Σε περίπτωση παράλειψης υποβολής ένστασης, ως προαναφέρεται, ή σε περίπτωση αποτυχίας τεκμηρίωσης υποβληθείσας ένστασης, ο Διευθυντής προβαίνει σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης, και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ονόματι του αγοραστή. Ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και κάθε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται, υπό προϋποθέσεις, να ζητήσει όπως, αντί η υποθήκη, το εμπράγματο βάρος ή η απαγόρευση εξαλειφθούν ή ακυρωθούν, μεταφερθούν σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ιδίου του πωλητή ή εγγυητή του (άρθρο 44ΚΒ). Εφ΄όσον κριθεί πως πληρούνται οι προϋποθέσεις για την απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση υποθήκης, εμπράγματου βάρους ή απαγόρευσης, τα οποία βαραίνουν το ακίνητο, και εφ΄όσον κριθεί πως πληρούνται οι προϋποθέσεις για την μεταβίβαση του ακινήτου επ΄όνόματι του αγοραστή, ο Διευθυντής επιδίδει στον αγοραστή και τον πωλητή έγγραφες ειδοποιήσεις επί των Τύπων «ΙΣΤ» και «ΙΖ», αντιστοίχως (άρθρο 44ΚΓ).
(3)Ο ρηξικέλευθος χαρακτήρας των προνοιών του Ν.139(Ι)/2015 είναι προφανής: Οι πρόνοιες αυτές δημιουργούν νέα δικαιώματα υπέρ του αγοραστή ακινήτου, το οποίο είναι ήδη υποθηκευμένο και/ή βεβαρημένο με άλλα εμπράγματα βάρη και/ή αποτελεί ήδη αντικείμενο ρύθμισης δικαστικής απόφασης. Ο Διευθυντής παρεμβαίνει και εξαλείφει, προς όφελος του αγοραστή, εμπράγματα βάρη και άλλα νομικά εμπόδια τα οποία, υπό κανονικές συνθήκες, θα εμπόδιζαν την μεταβίβαση του τίτλου. Με τον τρόπο αυτό επηρεάζονται σημαντικά συμφέροντα του προσώπου το οποίο, σε ανύποπτο χρόνο, παρέσχε δάνειο στον πωλητή του ακινήτου και το οποίο ουδεμία ανάμειξη είχε στις δοσοληψίες μεταξύ αγοραστή και πωλητή και ουδεμία σχέση, συμβατική ή άλλη, το συνδέει με τον αγοραστή. Με τον τρόπο αυτό επηρεάζονται οι ήδη συνομολογηθείσες εξασφαλίσεις των οικονομικών υποχρεώσεων του πωλητή έναντι του δανειστή του, καθώς και περιουσιακά δικαιώματα του τελευταίου. Ο Ν.139(Ι)/2015δίδει στο Διευθυντή την εξουσία να επεμβαίνει σε υφιστάμενες έννομες σχέσεις μεταξύ του πωλητή του ακινήτου και του ενυπόθηκου δανειστή του και να τις μεταβάλλει προς όφελος ενός τρίτου, του αγοραστή. Μάλιστα, ο Ν.139(Ι)/2015δίδει τέτοια εξουσία στο Διευθυντή ακόμη και στις περιπτώσεις όπου οι σχέσεις αυτές έχουν αποτελέσει το αντικείμενο δικαστικής διαμάχης, όπου έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση και όπου οι οικονομικές οφειλές του πωλητή του ακινήτου προς το ενυπόθηκο δανειστή του έχουν καταστεί εξ αποφάσεως χρέος, ο πωλητής έχει καταστεί εξ αποφάσεως οφειλέτης και ο ενυπόθηκος δανειστής έχει καταστεί εξ αποφάσεως ενυπόθηκος δανειστής. Με άλλα λόγια, ο Ν.139(Ι)/2015δίδει στο Διευθυντή την εξουσία να επεμβαίνει σε σημαντικά περιουσιακά και άλλα δικαιώματα του ενυπόθηκου δανειστή, και συγκεκριμένα στην εγγεγραμμένη προς όφελός του υποθήκη καθώς και στις οικονομικές του απαιτήσεις που απορρέουν από δικαστική απόφαση. Συναφώς αναφέρεται πως το χαρακτήρα τόσον της υποθήκης, ενός συμβατικού δικαιώματος με οικονομική αξία, όσον και των οικονομικών απαιτήσεων που αναγνωρίζονται με δικαστική απόφαση, ως περιουσιακών στοιχείων, αναγνωρίζει τόσον η θεωρία όσον και η νομολογία. Στο σύγγραμμα των D.J.Harris, M.O'Bοyle, C. Warbrick, Law of the European Convention on Human Rights, Butterworths, 1995, σελ. 516 επ. αναφέρονται και τα εξής: «Article I, First Protocol Every natural or legal person is entitled to the peaceful enjoyment of his possessions ...» ................................ Τhe English language text uses the word "possessions" to describe the protected interest but any suggestions that it should be read narrowly is refuted by the word "biens" in the French text which indicates that a wide range of proprietorial interests were intended to be protected. It embraces immoveable or moveable property and corporal and incorporeal interests such as shares and patents. Contractual rights, including leases, and judgment debts are possessions. The essential characteristic is the acquired economic value of the individual interest». Στην απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας της Ελλάδος στην Υπόθεση αρ. 1283/2012 Δικηγορικός Σύλλογος Καλαμάτας κ.α. v. Υπουργού Οικονομικών κ.α., ημερ. 02.02.2012 (σκέψη 30) αναφέρονται τα εξής: «Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται, κατ΄αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους» Τα αμέσως ανωτέρω υιοθετήθηκαν από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις συνεδικασθείσες υποθέσεις αρ. 1480/2011 κ.α. Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. v. Δημοκρατίας, ημερ. 11.06.2014.
(4)Εξ αιτίας του ρηξικέλευθου χαρακτήρα των προνοιών του Ν.139(Ι)/2015 οι αντιδράσεις των ενυπόθηκων δανειστών και οι δικαστικές διαμάχες όσον αφορά στη συνταγματικότητα των προνοιών αυτών θα πρέπει να ήσαν προβλέψιμες. Σε τέτοιες περιπτώσεις η αιτιολογική έκθεση, η οποία συνοδεύει την σχετική πρόταση νόμου ή το σχετικό νομοσχέδιο, αναλόγως, έχει καθοριστική σημασία εφ΄όσον η αναγκαιότητα παρέμβασης σε συνταγματικώς προστατευόμενα ατομικά δικαιώματα πρέπει να προκύπτει είτε από τις διατάξεις του ιδίου του νόμου είτε από την αιτιολογική έκθεση που τον συνοδεύει (Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων
(2000)(Αρ.2) 3 Α.Α.Δ. 238). Στην προκείμενη περίπτωση, ο σκοπός του νομοθέτη, ως αυτός δηλώνεται στην Αιτιολογική Έκθεση η οποία συνόδευε το σχετικό νομοσχέδιο («η Αιτιολογική Έκθεση» - τεκμήριο I στην ένορκη δήλωση της XXXXX Ματθαίου, η οποία υποστηρίζει την τροποποιημένη ένσταση του εφεσιβλήτου αρ.1) είναι ο εξής: «ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ Σκοπός του παρόντος νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του βασικού νόμου έτσι ώστε να παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, υπό προϋποθέσεις, να προχωρεί σε απαλλαγή ή εξάλειψη ή/και μεταφορά ή/και ακύρωση υποθήκης ή/και εμπράγματου βάρους ή/και απαγόρευσης που βαρύνουν ακίνητο ή μέρος αυτού με σκοπό τη μεταβίβαση του επ΄ονόματι του αγοραστή, νοουμένου ότι έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης. Με αυτό τον τρόπο επιλύεται το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι, παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων....» Από την Αιτιολογική Έκθεση προκύπτει πως ο Ν.139(I)/2015 εισήχθηκε για να προστατεύσει δικαιώματα τρίτων προσώπων και συγκεκριμένα «...των αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι, παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων».
(5)Παρά το ότι στο σώμα της έφεσης παρουσιάζεται να συμπροσβάλλεται και η ειδοποίηση ημερ. 10.07.2017, εν τούτοις, στους λόγους έφεσης ουδεμία αναφορά γίνεται στην ειδοποίηση αυτή. Έτσι, αντικείμενο εξέτασης θα αποτελέσει μόνον η απόφαση του Διευθυντή ημερ. 11.09.2017 η οποία, ούτως ή άλλως, έχει απορροφήσει τις έννομες συνέπειες της ειδοποίησης ημερ. 10.07.2017 και η οποία είναι πλέον η καθοριστική για τα δικαιώματα των εφεσειόντων. Παρατίθεται το κείμενο της απόφασης αυτής (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της XXXXX Λεωνίδου, η οποία υποστηρίζει την έφεση). «....Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα και την επιστολή σας ημερομηνίας 24/8/2017 σας πληροφορώ ότι η ένσταση σας στη μεταβίβαση του πιο πάνω ακινήτου δεν γίνεται αποδεχτή και απορρίπτεται για τους πιο κάτω λόγους:
  1. Οι λόγοι που αναφέρονται στην ένσταση σας σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου αρ. 9/1965 όπως έχει τροποποιηθεί με τον Ν. 139 (I) /2015, δεν εμποδίζουν τον Διευθυντή να προχωρήσει στην μεταβίβαση του πιο πάνω ακινήτου.
  2. Επίσης η κατάθεση της σύμβασης πώλησης ημερομηνίας 18.06.2003 (ΠΩΕ 1356/2003) έγινε δεκτή στο Γραφείο μου στις 26.06.2003 επειδή ετηρήθηκαν όλες οι αναγκαίες διατυπώσεις, όπως αυτές προβλέπονταν στην τότε ισχύουσα νομοθεσία, ήτοι στον Περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο, Κεφ.
  3. Σημειώστε ότι ο Διευθυντής θα προχωρήσει στην απαλλαγή του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/13487 τεμ. 1254.... από τις πιο πάνω υποθήκες και στην ακύρωση του από τα εμπράγματα βάρη.. και στην μεταβίβαση του επ' ονόματι, της αγοράστριας ..... εκτός εάν προσκομίσετε, εντός τριάντα
(30)ημερών, διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά...»
(6)Κυρίως, οι εφεσείοντες εγκαλούν την απόφαση του Διευθυντή ημερ. 11.09.2017, η οποία εξεδόθηκε επί τη βάσει του άρθρου 44ΙΘ (περί της δυνατότητας του Διευθυντή να μεταβιβάζει ακίνητο επ΄ονόματι αγοραστή, ο οποίος κατέθεσε το πωλητήριο έγγραφο στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης) καθώς και επί τη βάσει του άρθρου 44ΚΒ (περί της δυνατότητας του Διευθυντή να εκδίδει ειδοποίηση επί του Τύπου «ΙΕ» γνωστοποιώντας την πρόθεσή του να απαλλάξει ακίνητο από τα εμπράγματα βάρη του και να το μεταβιβάσει επ΄ονόματι του αγοραστή), ως αντισυνταγματική. Στο σώμα της έφεσης καταγράφονται τα Άρθρα 23, 25, 26 και 28 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας («το Σύνταγμα») καθώς και το Πρώτο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (κυρωθείσα δια του Ν.39/1962 - «η Ευρωπαϊκή Σύμβαση») και γίνεται η εξής αντιπαραβολή: Η απόφαση του Διευθυντή ημερ. 11.09.2017 και κατ΄επέκτασιν τα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ παραβιάζουν (α) το Άρθρο 23 του Συντάγματος, γιατί αδικαιολόγητα και χωρίς να συντρέχουν οι συνταγματικές προϋποθέσεις στερούν τους εφεσείοντες από περιουσιακό τους στοιχείο χωρίς την καταβολή οιασδήποτε δίκαιης αποζημίωσης, (β) το Άρθρο 25 του Συντάγματος, γιατί αδικαιολόγητα και χωρίς να συντρέχουν οι συνταγματικές προϋποθέσεις παρεμβαίνουν στο δικαίωμα των εφεσειόντων να οργανώνουν ελεύθερα και να προγραμματίζουν την επιχειρηματική δραστηριότητά τους και να διεκδικούν τα οφειλόμενα σε αυτούς δυνάμει υποθηκών και/ή συμβάσεων δανείου, (γ) το Άρθρο 26 του Συντάγματος, γιατί αναιτιολόγητα και χωρίς την τήρηση των συνταγματικών προϋποθέσεων παρεμβαίνουν και αποδομούν ήδη αποκρυσταλλωμένες συμβατικές σχέσεις. Την έφεση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της XXXXX Λεωνίδου πρώην υπαλλήλου των εφεσειόντων.
(7)Η έφεση επεδόθηκε στους εφεσίβλητους. Οι εφεσίβλητοι αρ.2 επέλεξαν να μην εμφανισθούν στη διαδικασία. Η έφεση αντιμετωπίζει τις γραπτές ενστάσεις των εφεσιβλήτων αρ.1 και
  1. Η γραπτή ένσταση της εφεσίβλητης αρ.3 κατεχωρίστηκε στις 27.10.
  2. Η αρχική γραπτή ένσταση του εφεσιβλήτου αρ.1 κατεχωρίστηκε στις 29.12.2017, η δε τροποιηθείσα στις 18.06.
  3. Λόγω του ότι πλείστοι λόγοι των ενστάσεων είναι κοινοί, κρίνεται ευχερέστερη η σύνοψη και η παράθεσή τους κατά τρόπον αθροιστικό. Οι λόγοι των ενστάσεων συνοψίζονται ως εξής:
(1)Η έφεση κατεχωρίστηκε κατά παράβασιν του Καν.5
(2)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 («οι Κανονισμοί του 1956») και/ή ο τίτλος της είναι εσφαλμένος.
(2)Η έφεση κατεχωρίστηκε εναντίον εσφαλμένου προσώπου. Συνεπώς, ακόμη και εάν εκδοθούν τα επιδιωκόμενα διατάγματα, αυτά δεν θα μπορούν να εκτελεστούν.
(3)Η έφεση αντίκειται στους Καν.5
(1)και
(7)των Κανονισμών του 1956 και/ή στο σώμα της δεν καταγράφονται οι λόγοι της.
(4)Τα επιδιωκόμενα διατάγματα είναι γενικού και/ή αόριστου περιεχομένου και/ή το Δικαστήριο στερείται εξουσίας να τα εκδώσει.
(5)Το Δικαστήριο στερείται εξουσίας να εξετάσει τα ζητήματα αντισυνταγματικότητας που εγείρουν οι εφεσείοντες. Τα ζητήματα αντισυνταγματικότητας προβάλλονται κατά τρόπον μη ενδεδειγμένο.
(6)Τα άρθρα 44ΙΗ έως και 44ΚΖ είναι συνταγματικά και συνάδουν με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση.
(7)Η απόφαση του Διευθυντή ημερ. 11.09.2017 δεν παραβιάζει τα Άρθρα 23, 25 και 26 του Συντάγματος. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και εάν υπήρξε περιορισμός συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος των εφεσειόντων αυτό έγινε κατά τρόπον συνταγματικώς επιτρεπόμενο.
(8)Η έφεση είναι γενική και ατεκμηρίωτη.
(9)Ουδεμίαν ζημίαν και/ή ουδεμίαν ουσιώδη ζημίαν υπέστηκαν οι εφεσείοντες.
(10)Η επίδικη διαδικασία καθώς και η απόφαση του Διευθυντή ημερ. 11.09.2017 είναι καθόλα νόμιμες, νομότυπες, συνταγματικές και σύμφωνες με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση και τις αρχές της επιείκειας και της φυσικής δικαιοσύνης.
(11)Μόνον δύο εκ των υποθηκών, οι οποίες ενεγράφησαν επί του επιδίκου ακινήτου προς όφελος των εφεσειόντων, προηγούνται του πωλητηρίου εγγράφου το οποίο κατεχώρισε η εφεσίβλητη αρ.3 αρμοδίως, για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης.
(12)Η έφεση είναι καταχρηστική και/ή οι εφεσείοντες εγκατέλειψαν τα δικαιώματά τους που προκύπτουν από τις συμβάσεις υποθήκευσης και/ή ολιγώρησαν.
(13)Μετά την έκδοση των δικαστικών αποφάσεων δεν υφίσταται ενυπόθηκο χρέος αλλά εξ αποφάσεως χρέος μεταγενέστερο του πωλητηρίου εγγράφου, το οποίο η εφεσίβλητη αρ.3 κατέθεσε αρμοδίως για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Άρα, οι εφεσείοντες δεν έχουν προτεραιότητα έναντι της εφεσίβλητης αρ.3. Την ένσταση εκ μέρους του εφεσιβλήτου αρ.1 (αρχική και τροποποιηθείσα) υποστηρίζει ένορκη δήλωση της XXXXX Ματθαίου, Κτηματολογικής Λειτουργού. Την ένσταση εκ μέρους της εφεσίβλητης αρ.3 υποστηρίζει ένορκη δήλωση της ιδίας.
(8)Η ακρόαση της έφεσης διεξήχθηκε με τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Μελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η μαρτυρία υπό το πρίσμα και των όσων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων εισηγήθηκαν δια των αγορεύσεών τους. Σημειώνεται πως το αδιαμφισβήτητο κρίσιμο πραγματικό πλαίσιο έχει ως εξής: (α) Οι εφεσείοντες αποτελούν τραπεζικό πιστωτικό ίδρυμα και στο πλαίσιο της επαγγελματικής δραστηριότητάς τους παρείχαν στους εφεσίβλητους αρ.2, κατά καιρούς, δάνεια και άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις. Προς το σκοπό εξασφάλισης αυτών των δανείων και τραπεζικών διευκολύνσεων οι εφεσίβλητοι αρ.2 ενέγραψαν, επί του επιδίκου ακινήτου, τις υποθήκες υπό αναφοράν Υ8239/2001 (ημερομηνία εγγραφής η 02.10.2001), Υ5524/2003 (ημερομηνία εγγραφής η 30.05.2003) και Υ12694/2003 (ημερομηνία εγγραφής η 09.12.2003). Επειδή οι εφεσίβλητοι αρ. 2 δεν ανταπεκρίθηκαν στις υποχρεώσεις τους έναντι των εφεσειόντων κατεχωρίστηκαν αγωγές. Επί τη βάσει των δικαστικών αποφάσεων οι εφεσίβλητοι αρ.2 οφείλουν σήμερα στους εφεσείοντες ποσά περί τα €2.424.587,93, επιπλέον τόκους και δικηγορικά έξοδα. (β) Επί του ενυπόθηκου ακινήτου ανηγέρθηκε πολυκατοικία. Η εφεσίβλητη αρ.3 αγόρασε από τους εφεσιβλήτους αρ.2 ένα εκ των διαμερισμάτων της κοινόκτητης αυτής οικοδομής («το επίδικο διαμέρισμα»). Το σχετικό πωλητήριο έγγραφο συνομολογήθηκε στις 18.06.2003 και στις 26.06.2003 κατετέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Η κατάθεση αυτή έχει αναφορά ΠΩΕ 1356/
  1. (γ) Επί τη βάσει αίτησης διαχωρισμού, το ενυπόθηκο ακίνητο έχει διαχωρισθεί σε διακεκριμένες εγγραφές, μεταξύ των οποίων και η εγγραφή αρ. 0/13484 η οποία αφορά στο επίδικο διαμέρισμα. Κατ΄ακολουθίαν, οι υποθήκες υπό αναφοράν Υ8239/2001, Υ552/2003 και Υ12694/2003 μετεφέρθηκαν αυτομάτως επί των διακεκριμένων εγγραφών και τις βαραίνουν. (δ) Επικαλούμενη τις πρόνοιες του Ν.139.(Ι)/2015, η εφεσίβλητη αρ.3 υπέβαλε, ενώπιον του αρμοδίου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, την αίτηση υπό αναφοράν ΑΕΑ 1161/2015 με αίτημα την επ΄ονόματί της μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος. (ε) Εφ΄όσον εκρίθηκε πως η αίτηση υπό αναφοράν ΑΕΑ 1161/2015 πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις, εξεδόθηκε η ειδοποίηση επί του «Τύπου ΙΕ», η οποία επεδόθηκε στους εφεσείοντες. Αυτοί υπέβαλαν ένσταση. (στ) Δια της απόφασης του ημερ. 11.09.2017 ο Διευθυντής απέρριψε την ένσταση των εφεσιβλήτων. (ζ) Η διαδικασία μεταβίβασης του επίδικου διαμερίσματος επ΄ονόματί της εφεσίβλητης αρ.3 έχει ανασταλεί επί τη βάσει παρεμπίπτοντος διατάγματος, το οποίο εξεδόθηκε εκκρεμούσης της εκδίκασης της προκείμενης έφεσης. (η) Η εφεσίβλητη αρ.3 διαμένει στο επίδικο διαμέρισμα, από το έτος
  2. Σήμερα αυτό χρησιμοποιείται ως οικογενειακή κατοικία. Η εφεσίβλητη αρ.3 προέβηκε σε δαπανηρές ανακαινίσεις του επίδικου διαμερίσματος. Η εφεσίβλητη αρ.3 κινήθηκε δικαστικώς εναντίον των εφεσιβλήτων αρ.2 εν σχέσει και με κακοτεχνίες στο επίδικο διαμέρισμα.
(9)Εγείρεται, προκριματικής φύσης λόγος ένστασης σύμφωνα με τον οποίον η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί στρέφεται εναντίον του Κτηματολογικού Λειτουργού και όχι εναντίον του Διευθυντή, ο οποίος εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ημερ. 11.09.2017 και οι αποφάσεις του οποίου προσβάλλονται με έφεση δυνάμει του άρθρου 51 των Νόμων. Αυτός ο λόγος ένστασης κρίνεται ως αβάσιμος και απορρίπτεται: Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 των Νόμων και για τους σκοπούς αυτών «Διευθυντής σημαίνει τον Διευθυντή του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών, περιλαμβάνει δε Επαρχιακόν Κτηματολογικόν Λειτουργόν και οιονδήποτε έτερον λειτουργόν διοριζόμενον υπό του Διευθυντού δι΄άπαντας ή τίνα των σκοπών του παρόντος Νόμου, είτε γενικώς είτε δι΄ειδικόν τίνα σκοπόν». Εν πάση περιπτώσει, ανάγνωση της προκείμενη έφεσης καθιστά σαφές πως με αυτήν συμπροσβάλλονται αφ΄ενός ειδοποίηση, εκδοθείσα από τον Κτηματολογικό Λειτουργό επί του Τύπου «ΙΕ» των Νόμων, καθώς και απορριπτική απόφαση του Διευθυντή, εκδοθείσα επί της ένστασης που υπεβλήθηκε εναντίον της ειδοποίησης αυτής. Πρόκειται για συναφείς αποφάσεις, εκδοθείσες από όργανα του ιδίου κυβερνητικού τμήματος, δηλαδή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας του Υπουργείου Εσωτερικών στο πλαίσιο προσδιορισθείσας και θεσμοθετημένης διοικητικής διαδικασίας. Εφ΄όσον δε το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας του Υπουργείου Εσωτερικών, ως τμήμα της κεντρικής διοίκησης, αναφέρεται ρητώς στον τίτλο της έφεσης, ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται όσον αφορά στο τί ακριβώς προσβάλλεται και ποίων διοικητικών οργάνων οι αποφάσεις θα ακυρωθούν, σε περίπτωση επιτυχίας της προκείμενης έφεσης. Εν αντιθέσει με όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της εφεσίβλητης αρ.3 ισχυρίζονται, η καταγραφή, στο τίτλο της έφεσης, ως εφεσιβλήτου αρ.1, του Κτηματολογικού Λειτουργού αντί του Διευθυντή είναι επουσιώδης και θα πρέπει να αγνοηθεί (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, την απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 212/2011 Μαρία Μιχαήλ Γεωργίου v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερ. 20.07.2016).
(10)Ως αβάσιμος απορρίπτεται και ο λόγος ένστασης σύμφωνα με τον οποίον η έφεση δεν είναι συντεταγμένη σύμφωνά με τους Κανονισμούς του 1956. Αντιπαραβολή των σχετικών νομοθετικών διατάξεων και της προκείμενης έφεσης καταδεικνύουν πως αυτή είναι νομότυπη και κανονική. Ιδίως, στο σώμα της, παρατίθενται με ευκρίνεια οι λόγοι επί των οποίων αυτή βασίζεται. Οι λόγοι αυτοί υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση XXXXX Λεωνίδου, η οποία υποστηρίζει την έφεση (δείτε στην παρα.11 της ένορκης δήλωσης της XXXXX Λεωνίδου). Περαιτέρω, το παρόν Δικαστήριο έχει εξουσία, δυνάμει των Νόμων, να παράσχει την επιδιωκόμενη θεραπεία στις κατάλληλες περιπτώσεις.
(11)Στην προκείμενη έφεση το ζήτημα της συνταγματικότητας των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ είναι κεντρικό και θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Η τυχόν κρίση περί της αντισυνταγματικότητας των άρθρων αυτών θα απέβαινε καθοριστική για την έκβαση της έφεσης εφ΄όσον θα οδηγούσε στην ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή ημερ. 11.09.2017. Συνεπώς, ασχολούμενο με το συγκεκριμένο ζήτημα συνταγματικότητας, το Δικαστήριο δεν θα το πράξει in abstracto αλλά θα το πράξει με σκοπό να επιλύσει την ενώπιόν του διαφορά. Παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Γενικός Εισαγγελέας v. Δημητρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 45, 49: «Το άρθρο 144 του Συντάγματος το οποίο, καθιερώνει τον κατασταλτικό συνταγματικό έλεγχο ορίζει ότι εξετάζονται παρεμπιπτόντως σε αστική ή ποινική διαδικασία, θέματα που άπτονται της συνταγματικότητας νόμων εφόσον η επίλυσή τους είναι ουσιώδης για τη διάγνωση της υπόθεσης η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατ΄εφαρμογή της διάταξης, πάγια είναι και η πρακτική των Δικαστηρίων να επιλαμβάνονται θέματος αντισυνταγματικότητας νόμου μόνο όταν αυτό εγείρεται από τους διαδίκους εξειδικευμένα και η απόφανση είναι απαραίτητα για την επίλυση της υπό εκδίκαση υπόθεσης. (βλ. The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 CLR 640, The Improvement Board of Eylenja v. Constantinou
(1967)1 CLR 167, 183, Aθηνής v. Δημοκρατίας
(1989)2 CLR 71 και Δημοκρατία v. Kirmouyan
(1996)2 ΑΑΔ 126.» H μέθοδος την οποίαν το Δικαστήριο ακολουθεί κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας ενός νόμου «σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό» (Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ.3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339). Στην απουσία προσδιορισμού των άρθρων του νόμου τα οποία εγκαλούνται ως αντισυνταγματικά, στην απουσία προσδιορισμού των σχετικών Άρθρων του Συντάγματος και στην απουσία σαφούς εξήγησης περί του πώς τα συγκεκριμένα άρθρα του νόμου αντίκεινται στις συγκεκριμένες συνταγματικές διατάξεις η θέση περί αντισυνταγματικότητας είναι ανεπίδεκτη δικαστικής κρίσης. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Hunter κ.α. v. Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών
(2012)2 Α.Α.Δ. 731, 740 «Το Δικαστήριο κατά την εξέταση ζητημάτων αντισυνταγματικότητας νόμου, δεν μπορεί να προβαίνει σε υποθέσεις και εικασίες». Η αυστηρή μεθοδολογία η οποία ακολουθείται κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας νόμου συνάδει με το τεκμήριο συνταγματικότητας το οποίο περιβάλλει κάθε νομοθέτημα, με αποτέλεσμα αυτό να κηρύσσεται αντισυνταγματικό μόνον εάν το Δικαστήριο πεισθεί περί τούτου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γιασεμίδου v. Δημοτικού Συμβουλίου κ.α.
(1996)3 Α.Α.Δ. 491). Ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νομοθετικών διατάξεων διέπεται από τις ακόλουθες αρχές:
(1)Νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται ως αντισυνταγματική εκτός εάν η αντισυνταγματικότητά της αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
(2)Κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας μίας νομοθετικής διάταξης, το Δικαστήριο δεν ενδιαφέρεται για τα κίνητρα του νομοθέτη, ούτε για την σοφία του, ούτε για την σκοπιμότητα την οποίαν θέλησε να εξυπηρετήσει. Το Δικαστήριο ενδιαφέρεται αποκλειστικώς και μόνον να διαπιστώσει κατά πόσον η συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη βρίσκεται ή όχι σε αντίθεση με συγκεκριμένη συνταγματική διάταξη.
(3)Εάν η διατύπωση της συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης αφήνει περιθώρια ερμηνείας της κατά τρόπον ώστε να διασώζεται η συνταγματικότητά της, τότε το Δικαστήριο προκρίνει αυτήν την ερμηνεία προκειμένου να διασωθεί η ισχύς της νομοθετικής διάταξης.
(4)Το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης αποφασίζεται μόνον εάν αυτό είναι, πράγματι, αναγκαίο για την επίλυση συγκεκριμένης εκκρεμούσας διαφοράς.
(5)Σε περίπτωση που νόμος περιέχει τόσον συνταγματικές όσον και αντισυνταγματικές διατάξεις, κατ΄αρχήν μόνον οι αντισυνταγματικές διατάξεις κηρύσσονται ως τέτοιες. Όμως, εάν η σύνδεση μεταξύ συνταγματικών και αντισυνταγματικών διατάξεων είναι τόσον στενή ώστε ο διαχωρισμός να μην είναι επιτρεπτός, τότε ολόκληρος ο νόμος κηρύσσεται ως αντισυνταγματικός (The Board of the Registration of Archtects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640).
(6)Υφίσταται μαχητό τεκμήριο σύμφωνα με το οποίο πρόθεση του νομοθέτη είναι να θεσπίζει κανόνες δικαίου εντός του πλαισίου του Συντάγματος και όχι εκτός αυτού. Το τεκμήριο αυτό ανατρέπεται, και προκύπτει ζήτημα αντισυνταγματικότητας συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης, μόνον όπου το λεκτικό της το αποκλείει (Κυριακίδης κ.α. v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 485). Από τα καταγεγραμμένα στην έφεση προκύπτει πως οι ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ των Νόμων, σε όση έκταση αυτοί αφορούν στα Άρθρα 23, 25 και 26 του Συντάγματος, υπεβλήθηκαν κατά τον ορθό και ενδεδειγμένο τρόπο: Προσδιορίσθηκαν τα άρθρα των Νόμων, τα οποία εγκαλούνται ως αντισυνταγματικά, προσδιορίσθηκαν τα σχετικά Άρθρα του Συντάγματος και εξηγήθηκε, με σαφήνεια και επάρκεια, γιατί τα εγκαλούμενα άρθρα θεωρούνται ως αντισυνταγματικά. Κατά συνέπειαν είναι πρόσφορος ο συνταγματικός έλεγχος των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ σε συνάρτηση με τα Άρθρα 23, 25 και 26 του Συντάγματος. Οι περί του αντιθέτου λόγοι ένστασης απορρίπτονται.
(12)Άρθρο 23 του Συντάγματος Η εξέταση του ζητήματος της συμφωνίας των άρθρων 44ΙΗ και 44ΚΒ των Νόμων καθώς και της απόφασης του Διευθυντή ημερ. 11.09.2017 με τις διατάξεις του Άρθρου 23 του Συντάγματος συναρτάται με το είδος και το μέγεθος της επίδρασης που αυτά ασκούν στο περιουσιακό δικαίωμα των εφεσειόντων που περιέχεται στις εγγεγραμμένες, προς όφελός τους, υποθήκες υπό αναφοράν Υ8239/2001 και Υ5524/
  1. Συναφώς αναφέρεται πως οι υποθήκες υπό αναφοράν Υ8239/2001 και Υ5524/2003, εγγεγραμμένες στις 02.10.2001 και στις 30.05.2003, αντιστοίχως, έχουν προτεραιότητα έναντι της κατάθεσης του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου υπό αναφοράν ΠΩΕ 1356/2003, η οποία έγινε στις 26.06.
  2. Θέση των εφεσιβλήτων αρ.1 και 3 είναι ότι οι πρόνοιες των άρθρων 4ΙΗ έως και 44ΚΖ (των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ συμπεριλαμβανομένων) είναι σύμφωνες με το Άρθρο 23 του Συντάγματος γιατί δεν στερούν τον ενυπόθηκο δανειστή από το περιουσιακό του δικαίωμα επί της εγγεγραμμένης, προς όφελος του, υποθήκης. Απλώς το περιουσιακό αυτό δικαίωμα ρυθμίζεται και/ή περιορίζεται κατά τρόπον εύλογο και ανάλογο προς το σκοπό προστασίας δικαιωμάτων τρίτου, δηλαδή του αγοραστή. Οι σχετικές, με ό,τι εδώ ενδιαφέρει, διατάξεις του Άρθρου 23 του Συντάγματος είναι οι εξής: «ΑΡΘΡΟΝ 23
  3. Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ' άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή κίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτεί τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού. .............................
  4. Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.
  5. Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.
  6. Οιαδήποτε κινητή ή ακίνητος ιδιοκτησία ή οιονδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον επί τοιαύτης ιδιοκτησίας δύναται να απαλλοτριωθή αναγκαστικώς υπό της Δημοκρατίας ή υπό της δημοτικής αρχής, ως και υπό Κοινοτικής Συνελεύσεως υπέρ εκπαιδευτικών, θρησκευτικών, φιλανθρωπικών ή αθλητικών σωματείων, οργανώσεων ή ιδρυμάτων υποκειμένων εις την αρμοδιότητα αυτής και μόνον εις βάρος προσώπων ανηκόντων εις την αντίστοιχον κοινότητα, ως επίσης και υπό νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή οργανισμού κοινής ωφελείας, προς ους έχει παραχωρηθή τοιούτον δικαίωμα υπό του νόμου και δη μόνον: (α)προς εξυπηρέτησιν σκοπού δημοσίας ωφελείας, ειδικώς καθορισθησομένου διά γενικού περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως νόμου, όστις θέλει θεσπισθή εντός έτους από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, (β) του τοιούτου σκοπού εξειδικευομένου δι' ητιολογημένης αποφάσεως της απαλλοτριούσης αρχής εκδιδομένης κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου, περιλαμβανούσης σαφώς τους λόγους της τοιαύτης απαλλοτριώσεως και (γ) επί καταβολή τοις μετρητοίς και προκαταβολικώς δικαίας και ευλόγου αποζημιώσεως καθοριζομένης εν περιπτώσει διαφωνίας υπό πολιτικού δικαστηρίου. ..............................
  7. Η τρίτη και τετάρτη παράγραφος του παρόντος άρθρου δεν έχουσιν εφαρμογήν προκειμένου περί διατάξεων οιουδήποτε νόμου, περί αναγκαστικής εκτελέσεως εν σχέσει προς οιονδήποτε φόρον ή ποινήν, περί αναγκαστικής εκτελέσεως οιασδήποτε δικαστικής αποφάσεως, ή περί αναγκαστικής εκτελέσεως συμβατικών υποχρεώσεων ή περί παρεμποδίσεως κινδύνου επαπειλούντος την ζωήν ή την ιδιοκτησίαν. ................................» Οι διατάξεις των εδαφ. 3 και 4 του Άρθρου 23 του Συντάγματος, οι οποίες κατ΄εξαίρεσιν επιτρέπουν τον περιορισμό ή την δέσμευση ή την απαλλοτρίωση περιουσιακού δικαιώματος, υπήρξαν αντικείμενο εκτενούς ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην απόφαση Simonis and Another v. Improvement Board of Latsia
(1984)3 C.L.R. 109, 115-6 υποδεικνύονται τα εξής: «Το deprive means to take away a right or thing, whereas to limit means to curtail or cut down a right or thing. If the curtailment is so extensive as to virtually obliterate the right or thing, it can properly be regarded as an act of deprivation; otherwise it is a limitation. The two concepts were seen in this light by the Supreme Constitutional Court in the case of Holy See of Kitium and the Municipal Council of Limassol, 1 R.S.C.C. 15. Whether a given restriction or limitation to the use of property is so extensive as to amount to an act of deprivation is a matter of fact and degree. It constitutes an act of deprivation which cannot be imposed in any way other than by compulsorily acquiring the property. Equally clear is that limitations may be imposed to the use and enjoyment of property without resort to compulsory acquisition. In the case of limitation of rights the remedy of the owner, provided he suffers loss, is one for damages. In Nicos Krizos and 2 Others v. The Republic
(1965)3 C.L.R. 46, it was held that conditioning the division of land on cession to the public of an area designated as a street or square is par excellence an act of limitation. Nothing is taken away from the owner. Conditions are merely stipulated for its development. In my judgment the imposition of conditions for the development of land involving cession of land to the public for environmental purposes is not an act of deprivation. It could only be regarded as an act of deprivation if the owner of land had an unrestricted vested right for its use in any manner he chose, taking the form in this case, of a right to develop it into the biggest possible number of building sites. No such right vests in the owners of land. If that were the case, the creation of proper environmental conditions would be left to the discretion of the owners of land. So far as I know, this is not the case in any civilized country. And Article 23.3 specifically envisages restrictions or limitations in the interests of town and country planning. The development of an area, urban as well as rural, is very much a corporate matter that concerns the community as a whole. It affects the quality of life of everyone using the area as well as the amenity of all those residing therein. Acknowledgement of a vested right to developing immovable property at the option of the owner would be catastrophic for town and country planning. The matter of restrictions and limitations was approached in a similar vein as in Kirzis in two subsequent decisions of the Supreme Court, namely, Thymopoullos and Others v. Municipal Committee of Nicosia
(1967)3 C.L.R. 588, and Sofroniou and Others v. Municipality of Nicosia and Others
(1976)3 C.L.R. 124.» Οι πιο πάνω αρχές υιοθετούνται και επιβεβαιώνονται στις αποφάσεις Demetriou ν. District Officer Paphos
(1985)3 C.L.R, 2530 και Bluewave Projects Ltd and Others v. The Republic
(1985)3 C.L.R, 2522. Στην απόφαση Manglis and Others v. The Republic of Cyprus
(1984)3 C.L.R. 351, 361 προστίθενται και τα εξής: «(
  1. i)In any individual case in which the restrictions or limitations imposed by them materially decrease the economic value of the affected property the owner of such property is entitled to compensation under Article 23.3. (
  2. ii)In any individual case in which the said restrictions or limitations entail such drastic consequences that they amount in effect to "deprivation", in the sense of paragraphs
(2)and
(4)of Article 23, then the operation, to that extent, of the sub judice Notices 116 and 117 has to be treated as being unconstitutional (see, inter alia, in this connection, the case of The Holy See of Kitium v. The Municipal Council of Limassol, 1 R.S.C.C. 15,28).» Επίσης, στην απόφαση Thymopoulos and Others ν. The Municipal Committee of Nicosia
(1967)3 C.L.R. 588, 593 δίδεται απάντηση στο κρίσιμο ερώτημα περί του τί συνιστά περιορισμό του περιουσιακού δικαιώματος και τί απαλλοτρίωσή του: «(c) When does an interference with the right of property amount only to a restriction or limitation in the sense of paragraph 3 of Article 23, and falls short of being a deprivation? The answer would largely depend on the nature of each particular case and in certain circumstances it may be only a question of degree ...» Στην πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις αρ. 740/2011 κ.α. Μαρία Κουτσελίνη - Ιωαννίδου κ.α. ν Κυπριακή Δημοκρατία, Μέσω Γενικού Λογιστηρίου κ.α., αναφέρονται τα εξής: «Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας που διασφαλίζεται από το Άρθρο 23 δεν είναι απόλυτο αλλά καθορίζεται και ρυθμίζεται από σχετικούς νόμους αναφορικά με αστικά δικαιώματα σε περιουσία. Στερήσεις ή περιορισμοί του δικαιώματος αυτού, όμως, δεν μπορούν να επιβληθούν εκτός όπως προβλέπεται από το Άρθρο 23 (Άρθρο 23.2). Η τρίτη παράγραφος του Άρθρου 23 προβλέπει ότι η άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας μπορεί να υποβληθεί, με Νόμο, εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς, απολύτως απαραίτητους προς το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημόσιας ωφέλειας ή προς προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Για κάθε τέτοιο όρο, δέσμευση ή περιορισμό, ο οποίος μειώνει ουσιωδώς την οικονομική αξία της επηρεαζόμενης ιδιοκτησίας, θα πρέπει να καταβάλλεται το ταχύτερο δίκαιη αποζημίωση, καθοριζόμενη, σε περίπτωση διαφωνίας, από πολιτικό δικαστήριο. ............................... Περιορισμός, όμως, θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου μπορεί να γίνει μόνο για τους λόγους που καθορίζει το Σύνταγμα (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(2000)3 ΑΑΔ 238). Τέτοιος περιορισμός τίθεται με νόμο, εφόσον κρίνεται αναγκαίος, και στο βαθμό που η ανάγκη τον επιβάλλει (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(1992)3 ΑΑΔ 165). Η ανάγκη που επιβάλλει τέτοιο περιορισμό πρέπει να είναι όχι μόνον υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης. Μόνο η διαπίστωση της ύπαρξης τέτοιας ανάγκης και ο προσδιορισμός της φύσης της, μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ανθρώπου (Δέστε: Police ν. Ekdotiki Eteria
(1982)2 CLR 63). Η διαπίστωση της ανάγκης διαφαίνεται από τις πρόνοιες του Νόμoυ και την αιτιολογική του έκθεση. ............................... Με τα προαναφερόμενα υπόψιν κρίνουμε ότι το άρθρο 3(β) του Νόμου καταστρατηγεί το Άρθρο 23 του Συντάγματος και επομένως είναι αντισυνταγματικό, επειδή με αυτό τίθεται, δια νόμου, ανεπίτρεπτος (δηλαδή μή προβλεπόμενος) περιορισμός σε περιουσιακό ή ιδιοκτησιακό δικαίωμα των αιτητών και συγκεκριμένα το συμβατικό, κεκτημένο και αποκρυσταλλωμένο δικαίωμα τους στη σύνταξη, το οποίο πηγάζει από συμπλήρωση υπηρεσίας σε συντάξιμη θέση. Ο περιορισμός που τέθηκε στο άρθρο 3(β) του Νόμου δεν είναι απαραίτητος, ούτε και δικαιολογείται, με βάση τους σκοπούς που ρητά προνοούνται στο Άρθρο 23.3 του Συντάγματος.........................» Eπί τη βάσει των ανωτέρω, διαπιστώνεται πως η μέθοδος μεταβίβασης ενυπόθηκου ακινήτου επ΄ονόματι του αγοραστή, όπως αυτή περιγράφεται στα άρθρα 44ΙΗ έως και 44ΚΖ των Νόμων (των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ συμπεριλαμβανομένων), συνιστά απαλλοτρίωση των περιουσιακών δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο δανειοδότησε τον πωλητή (ιδιοκτήτη του ενυπόθηκου ακινήτου) και το οποίο ενέγραψε υποθήκη επί του ακινήτου, προς το σκοπό εξασφάλισης του παρασχεθέντος δανείου. Καμία από τις προϋποθέσεις τις οποίες ορίζει ο νόμος προς το σκοπό διενέργειας αυτής της μεταβίβασης δεν προστατεύει, και, εν πάση περιπτώσει, καμία από τις προϋποθέσεις αυτές δεν προστατεύει αποτελεσματικά, τα νόμιμα συμφέροντα του ενυπόθηκου δανειστή. Κατ΄αρχάς παρατηρείται πως η δυνατότητα του ενυπόθηκου δανειστή να ενστεί στην προγραμματιζόμενη μεταβίβαση του ενυπόθηκου ακινήτου είναι εικονική εφ΄όσον κανένας από τους δύο λόγους ένστασης, τους οποίους αυτός δύναται να προβάλει δυνάμει του άρθρου 44ΚΒ
(3), δεν τον αφορά. Εφ΄όσον, επί τη βάσει των όσων το άρθρο 44ΚΒ ορίζει, η μεταβίβαση του ενυπόθηκου ακινήτου επ΄ονόματι του αγοραστή μπορεί να αποτραπεί μόνον εάν τεκμηριωθεί το γεγονός πως ο αγοραστής δεν εξεπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις έναντι του πωλητή (ενυπόθηκου οφειλέτη) ή εάν τεκμηριωθεί το γεγονός πως η σύμβαση μεταξύ αγοραστή και πωλητή (ενυπόθηκου οφειλέτη) είναι άκυρη και/ή έχει τερματιστεί, έπεται πως στον ενυπόθηκο δανειστή δεν δίδεται κανένα ουσιαστικό δικαίωμα παρέμβασης στην εν εξελίξει διαδικασία απάλειψης της εγγεγραμμένης, προς όφελός του, υποθήκης και της μεταβίβασης του ενυπόθηκου ακινήτου ελεύθερου από εμπράγματα βάρη επ΄ονόματι ενός τρίτου (του αγοραστή). H νομοθετική πρόβλεψη περί της δυνατότητας του ενυπόθηκου δανειστή να ενστεί στη διαδικασία αυτή είναι ατελέσφορη. Κατ΄ακρίβειαν, ο ενυπόθηκος δανειστής παραμένει, εκ των πραγμάτων, αμέτοχος στη διαδικασία αυτή. Ούτε οι διατάξεις του εδαφ.
(4)του άρθρου 44ΚΒ περί της δυνατότητας του ενυπόθηκου δανειστή να ζητήσει την μεταφορά της υποθήκης του σε άλλο ακίνητο του πωλητή (ενυπόθηκου οφειλέτη) μπορεί να θεωρηθεί ως μια αποτελεσματική προστασία των συμφερόντων του πρώτου. Κατ΄αρχάς, είναι αβέβαιο το εάν ο πωλητής (ενυπόθηκος οφειλέτης) διαθέτει άλλη ακίνητη περιουσία. Κατά δεύτερον, είναι αβέβαιο κατά πόσον η μεταφερόμενη υποθήκη θα διατηρήσει την χρονολογική της τάξη. Το εδαφ.
(4)του άρθρου 44ΚΒ δεν περιλαμβάνει οιανδήποτε πρόνοια. Εάν η μεταφερόμενη υποθήκη δεν διατηρήσει τη χρονολογική της τάξη έναντι άλλων υφισταμένων τότε η αξία της μειώνεται ουσιωδώς. Εάν, πάλιν, η μεταφερόμενη υποθήκη διατηρήσει τη χρονολογική της τάξη τότε οι δικαιούχοι άλλων υφισταμένων, όμως μεταγενέστερων υποθηκών, θα ζημιωθούν. Έτσι, τα αδιέξοδα σειράς ενυπόθηκων δανειστών θα διαιωνισθούν. Παρομοίως, αναποτελεσματική και αβέβαιη είναι και η προβλεπόμενη στο εδαφ.
(7)του άρθρου 44ΚΒ δυνατότητα μεταφοράς της υποθήκης στην ακίνητη περιουσία άλλου προσώπου εάν ο πωλητής και (ενυπόθηκος οφειλέτης) δεν διαθέτει άλλη ακίνητη περιουσία. Αρκεί μόνον να σημειωθεί πως οι μονομερείς ενέργειες του Διευθυντή συνεχίζονται με αποτέλεσμα να επηρεάζονται δραστικά, εφ΄όσον καθίστανται εκ των υστέρων «ενυπόθηκοι οφειλέτες», πρόσωπα τα οποία απλώς, σε ανύποπτο χρόνο, είχαν εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του πωλητή. Το είδος και το μέγεθος της επίδρασης των προνοιών των άρθρων 44ΙΗ έως και 44ΚΖ των Νόμων (των άρθρων 44ΙΘ και 4ΚΒ συμπεριλαμβανομένων) στο συγκεκριμένο περιουσιακό δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή είναι τέτοια ώστε αυτό αφαιρείται και εξαλείφεται χωρίς τη συγκατάθεσή του. Όμως, τέτοια αφαίρεση και εξάλειψη μπορεί να γίνει μόνον στο πλαίσιο αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, ως το εδαφ.4 του Άρθρου 23 του Συντάγματος ορίζει. Στην προκείμενη περίπτωση και λαμβανομένου υπ΄όψιν του περιεχομένου της απόφασης του Διευθυντή ημερ. 11.09.2017 (δείτε το κείμενό της πιο πάνω) καθώς και της Αιτιολογικής Έκθεσης προκύπτει πως ουδεμία από τις αυστηρές προϋποθέσεις του εδαφ. 4 του Άρθρου 23 τηρήθηκαν. Ο Διευθυντής, εφαρμόζοντας τα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ των Νόμων, απεφάσισε, στην πραγματικότητα, να απαλλοτριώσει τα απορρέοντα, από τις υποθήκες υπό αναφοράν Υ8239/2001 και Υ5524/2003, περιουσιακά δικαιώματα των εφεσειόντων χωρίς αυτό να γίνεται «υπέρ εκπαιδευτικών, θρησκευτικών, φιλανθρωπικών ή αθλητικών σωματείων, οργανώσεων ή ιδρυμάτων», χωρίς αυτό να γίνεται «προς εξυπηρέτησιν σκοπού δημοσίας ωφελείας..εξειδικευμένου δι΄ητιολογημένης αποφάσεως της απαλλοτριώσης αρχής...» και χωρίς να καταβληθεί «τοις μετρητοίς και προκαταβολικώς δικαίας και ευλόγου αποζημιώσεως». Συνεπώς, η απόφαση του Διευθυντή ημερ. 11.09.2017 αντίκειται, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, στο Άρθρο 23 του Συντάγματος. Τα όσα οι εφεσίβλητοι αρ.1 και 3 ισχυρίζονται περί μη ουσιώδους επηρεασμού των δικαιωμάτων των εφεσειόντων εφ΄όσον, στην περίπτωση απαλλαγής του επίδικου διαμερίσματος από τις υποθήκες που το βαραίνουν, θα παραμείνουν υποθηκευμένες προς όφελος τους άλλες εγγραφές, βασίζονται σε εικασίες και είναι ελλιπή: Κατ΄αρχάς, είναι άγνωστο εάν ο Διευθυντής θα απορρίψει τυχόν αιτήματα των αγοραστών των άλλων εγγραφών, παρόμοια με το υποβληθέν δια της αίτησης της εφεσίβλητης αρ.3 υπό αναφοράν ΑΕΑ 1161/2015. Κατά δεύτερον, δεν αναφέρεται με ποιά αιτιολογία ο Διευθυντής θα απορρίψει τέτοια αιτήματα, εάν τελικώς προκρίνει την απόρριψή τους. Εν πάση περιπτώσει, τα εξ αποφάσεως χρέη των εφεσιβλήτων αρ.2 ανέρχονται σήμερα σε ποσόν περί τα €2.424.587, επιπλέον τόκους και έξοδα, ενώ οι αξίες των άλλων εγγραφών είναι άγνωστες.
(13)Άρθρο 25 του Συντάγματος Η εξέταση του ζητήματος της συμφωνίας των άρθρων 4ΙΗ και 44ΚΒ των Νόμων καθώς και της απόφασης του Διευθυντή ημερ. 11.09.2017 με τις διατάξεις του Άρθρου 25 του Συντάγματος συναρτάται με το είδος και το μέγεθος της επίδρασης που αυτά ασκούν στην νόμιμη επαγγελματική/επιχειρηματική δραστηριότητα των εφεσειόντων όπως αυτή εξεδηλώθηκε πριν από τις 26.06.2003, οπότε η εφεσίβλητη αρ.3 κατέθεσε το πωλητήριο έγγραφο του επίδικου διαμερίσματος για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Στο πλαίσιο αυτής της νόμιμης επαγγελματικής/επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους οι εφεσείοντες παρείχαν δάνεια στους εφεσιβλήτους αρ.2, τα οποία εξασφάλισαν και με τη σύναψη και εγγραφή δύο υποθηκών επί ακινήτου. Πρόκειται για την υποθήκη υπό αναφοράν Υ8239/2001, η οποία συνήφθηκε και ενεγράφηκε στις 02.10.2001, και την υποθήκη υπό αναφοράν, Υ5524/2003, η οποία συνήφθηκε και ενεγράφηκε στις 30.05.
  1. Οι σχετικές με ό,τι εδώ ενδιαφέρει διατάξεις του Άρθρου 25 του Συντάγματος είναι οι εξής: «ΑΡΘΡΟΝ 25
  2. Έκαστος έχει το δικαίωμα να ασκή οιονδήποτε επάγγελμα ή να επιδίδεται εις οιανδήποτε απασχόλησιν, εμπόριον ή επικερδή εργασίαν.
  3. Ή άσκησις του δικαιώματος τούτου δύναται να υπαχθεί εις τους υπό του νόμου τιθεμένους όρους, περιορισμούς ή διατυπώσεις, αναφερόμενους αποκλειστικώς εις τα συνήθως απαιτούμενα διά την άσκησιν οιουδήποτε επαγγέλματος προσόντα ή οίτινες είναι απαραίτητοι μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των ηγγυημένων υπό του Συντάγματος εις οιονδήποτε πρόσωπον ή προς το δημόσιον συμφέρον υπό τον όρον ότι διατυπώσεις, όροι και περιορισμοί δεν θα τίθενται διά νόμου κατ΄επίκλησιν του δημοσίου συμφέροντος εφ΄όσον είναι αντίθετοι προς τα συμφέροντα εκατέρας κοινότητος........». Η συγκεκριμένη επαγγελματική/επιχειρηματική δραστηριότητα των εφεσειόντων είναι καθ΄όλα νόμιμη. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν απεδείχθηκε το αντίθετο. Οι εφεσείοντες, στο πλαίσιο άσκησης των νόμιμων και καταστατικών επαγγελματικών/επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τους, παρέσχαν, έως και τις 26.06.2003, δάνεια στους εφεσιβλήτους αρ.2, εγγράφοντες υποθήκες επί του ακινήτου των τελευταίων προς το σκοπό εξασφάλισής τους. Οι μομφές που διατυπώνονται από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των εφεσιβλήτων αρ. 3 εν σχέσει με την «ανεξέλεγκτη( ) τραπεζική( ) πολιτική( ), ασυδοσίας..» (σελ.14 στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της εφεσίβλητης αρ.3) δεν απεδείχθηκαν και ούτε αναφέρονται στην Αιτιολογική Έκθεση (δείτε τη Γνωμάτευση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αναφορά 4/2014 Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βολής των Αντιπροσώπων, ημερ. 31.10.2014). Εν πάση περιπτώσει, η ανάγκη επίλυσης του προβλήματος «που υπάρχει σήμερα με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι, παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων», ως είναι ο λόγος που δίδεται στην Αιτιολογική Έκθεση (δείτε πιο πάνω), δεν αποτελεί την «πιεστική κοινωνική ανάγκη» την οποίαν η νομολογία απαιτεί για να αιτιολογηθεί ο περιορισμός θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων ως αυτό της επαγγελματικής ελευθερίας (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, την απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις αρ. 470/2011 Μαρία Κουτσελίνη - Ιωαννίδου κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία (ανωτέρω)]. Η δεινή κατάσταση την οποίαν βιώνουν οι αγοραστές ακινήτων, οι οποίοι, παρά το ότι εξεπλήρωσαν όλες τις σχετικές οικονομικές υποχρεώσεις τους, εντούτοις, εμποδίζονται να αποκτήσουν τίτλους επί των ακινήτων τους δεν μπορεί να επιλέγεται για να θεραπευθεί εις βάρος άλλων προσώπων, φορέων συνταγματικών ατομικών δικαιωμάτων. Το ζήτημα έχει δύο όψεις: Μπορεί να λεχθεί πως, επιπλέον των ευθυνών του πωλητή, οι οποίες είναι και οι σημαντικότερες, ευθύνη για τη δεινή κατάστασή στην οποία ευρίσκεται δυνατόν να έχει και ο αγοραστής ο οποίος αδιαφόρησε ή αμέλησε να ελέγξει, πριν από την αγορά του ακινήτου και την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου, την κατάσταση του τίτλου τον οποίον ανέμενε να αποκτήσει. Ο αγοραστής είχε τη δυνατότητα, πριν από την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου, να ελέγξει κατά πόσον ο τίτλος ιδιοκτησίας τον οποίον ανέμενε να αποκτήσει βαρυνόταν με υποθήκες και/ή άλλα εμπράγματα βάρη και να πράξει αναλόγως. Στην απόφαση LAPERTAS FISHERIES Ltd v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 335 επαναλαμβάνεται η αρχή σύμφωνα με την οποίαν το δικαίωμα ελεύθερης άσκησης επαγγέλματος δύναται να περιορισθεί για έναν από τους σκοπούς που αναφέρονται στο Άρθρο 25.2 του Συντάγματος. Βεβαίως, αναγνωρίζεται στη νομοθετική εξουσία περιθώριο εκτίμησης των αναγκών που χρήζουν ρύθμισης και εφαρμόζεται η αρχή της αναλογικότητας, σύμφωνα με την οποία η ρύθμιση θα πρέπει να είναι αναγκαία και πρόσφορη προς την ανάγκη που τείνει να υπηρετήσει. Παρατίθεται το ακόλουθο, σχετικό απόσπασμα: «Το δικαίωμα που διασφαλίζεται από το ... άρθρο 25.1 του Συντάγματος μπορεί να τεθεί κάτω από περιορισμούς οσάκις συντρέχει οποιαδήποτε από τις ανάγκες που προδιαγράφονται από το άρθρο 25.2 του Συντάγματος. Ωστόσο «εναπόκειται στη Νομοθετική Εξουσία να στοιχειοθετήσει την ανάγκη, η οποία δικαιολογεί τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου» - (Βλ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Bουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2000)3 Α.Δ.Δ. 238 (απόφαση Πική, Π.), στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Δεν είναι οποιοσδήποτε μορφής ανάγκη, που μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό ή επέμβαση σε θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου. Από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προκύπτει ότι η ανάγκη πρέπει να είναι όχι μόνο υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης, αποτιμούμενης στο πλαίσιο δημοκρατικής κοινωνίας. Η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για τη φύση της ανάγκης και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποτιμάται, εξηγούνται στο σύγγραμμα Law of the European Convention on Human Rights, D.J. Harris, M. O' Boyle, C. Warbrick, σελ. 344-355. Όμοια, κατ' ουσίαν, είναι και η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη διαπίστωση της ύπαρξης και τον προσδιορισμό της φύσης της ανάγκης, που μπορεί να δικαιολογήσει τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου - Police ν. Ekdodiki Eteria
(1982)2 C.L.R
  1. Πρώτο, πρέπει να υπάρχει άμεσος σχέση μεταξύ του περιορισμού του δικαιώματος και της ανάγκης, η οποία τον επιβάλλει. Δεύτερο, πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη σοβαρού, αν όχι αναπόφευκτου κινδύνου, ότι ένας ή περισσότεροι από τους σκοπούς ή λειτουργίες της πολιτείας, για τους οποίους μπορεί να περιοριστεί το δικαίωμα, θα τεθούν σε κίνδυνο. Στην περίπτωση του Αρθρου 15 του Συντάγματος, οι σκοποί είναι: (α) Η συνταγματική τάξη, (β) η δημόσια ασφάλεια, (γ) η δημόσια τάξη, (δ) η δημόσια υγεία, (ε) τα δημόσια ήθη και (στ) η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων. Εναπόκειται στη Νομοθετική Εξουσία να στοιχειοθετήσει την ανάγκη, η οποία δικαιολογεί τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου. Αναγνωρίζεται, κατ' αρχήν, κάποιο περιθώριο εκτίμησης (margin of appreciation) στο νομοθέτη, ως προς την ύπαρξη κοινωνικής ανάγκης για τη θεσμοθέτηση κανόνα δικαίου. Η εμβέλεια της αρχής αυτής είναι περιορισμένη, όπως αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Δεν υπερβαίνει τα όρια της καλοπροαίρετης βούλησης του νομοθετικού σώματος για την νομοθετική ρύθμιση θέματος. Για τον περιορισμό ή την εξουσιοδότηση επέμβασης στην άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος, η ανάγκη πρέπει να τεκμηριώνεται και η ρύθμιση να είναι ανάλογη προς την ανάγκη.» Επί τη βάσει των ανωτέρω διαπιστώνεται πως η μέθοδος μεταβίβασης ενυπόθηκου ακινήτου επ΄ονόματι του αγοραστή, όπως αυτή περιγράφεται στα άρθρα 44ΙΗ έως και 44ΚΖ των Νόμων (των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ συμπεριλαμβανομένων) καθώς και η απόφαση του Διευθυντή ημερ. 11.09.2017, η οποία βασίζεται στα άρθρα αυτά, συνιστούν, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αντισυνταγματική εκ των υστέρων παρέμβαση και ακύρωση της επαγγελματικής ελευθερίας των εφεσειόντων, ως αυτή εκδηλώθηκε νομίμως έως και τις 26.06.
  2. Συνιστούν, επίσης, επιζήμια ανατροπή των δεδομένων που δημιουργήθηκαν υπέρ των εφεσειόντων στο πλαίσιο της νόμιμης επαγγελματικής/επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους έως και τις 26.06.2003..
(14)Άρθρο 26 του Συντάγματος. Η εξέταση του ζητήματος της συμφωνίας των άρθρων 44ΙΗ και 44ΚΒ των Νόμων καθώς και της απόφασης του Διευθυντή ημερ. 11.09.2007 με τις διατάξεις του Άρθρου 26 του Συντάγματος συναρτάται με το είδος και το μέγεθος της επίδρασης που αυτά ασκούν στις συμβάσεις υποθήκης, τις οποίες οι εφεσείοντες συνήψαν με τον πωλητή του επίδικου διαμερίσματος και ενέγραψαν επί ακινήτου τουλάχιστον πριν από τις 26.06.2003, ημερομηνία κατάθεσης του σχετικού, με το επίδικο διαμέρισμα, πωλητηρίου εγγράφου (υπό αναφοράν ΠΩΕ 1356/2003) για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Πρόκειται για την σύβαση υποθήκης υπό αναφοράν Υ8239/2001, η οποία συνήφθηκε και ενεγράφηκε στις 02.10.2001, και τη σύμβαση υποθήκης υπό αναφοράν Υ552/2003, η οποία συνήφθηκε και ενεγράφηκε στις 30.05.
  1. Οι σχετικές με ό,τι εδώ ενδιαφέρει διατάξεις του Άρθρου 26 του Συντάγματος είναι οι ακόλουθες: «ΑΡΘΡΟΝ
  2. Έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Τούτο υπόκειται εις όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθέμενους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων Νόμος θέλει προβλέψει δια την πρόληψη εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομική ισχύν....» Το Άρθρο 26 του Συντάγματος υπήρξε, επίσης, αντικείμενο εκτενούς ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην γνωμάτευση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αναφορά 4/2014 Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, ημερ. 31.10.2014 αναφέρονται τα εξής : «Το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» διασφαλίζεται από το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος. Η πρόνοια αυτή έτυχε νομολογιακής ερμηνείας σε ανώτατο επίπεδο. Στην Υπόθεση Chimonides ν. Manglis
(1967)CLR 125 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν ήταν ομόφωνη αναφορικά με το περιεχόμενο του δικαιώματος. Η πλειοψηφία αποφάνθηκε ότι το δικαίωμα που κατοχυρώνεται είναι το δικαίωμα της σύναψης σύμβασης και όχι τα δικαιώματα που δημιουργούνται δυνάμει της σύμβασης. Η μειοψηφία έκρινε ότι η προαναφερόμενη πρόνοια προστατεύει την πλήρη ελευθερία του «συμβάλλεσθαι», η οποία υπόκειται μόνο σε τέτοιους όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις, που τίθενται στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. .............................. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όμως, δεν παρέμεινε στατική αναφορικά με το προαναφερόμενο θέμα, αλλά εξελίχθηκε και μάλιστα προς κατεύθυνση διαφορετική από εκείνη που διατυπώθηκε στην Chimonides (ανωτέρω), από την πλειοψηφία. Στην υπόθεση Republic ν. Menelaou
(1982)3 CLR 419 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξέτασε την εμβέλεια του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος και έκαμε αναφορά, μεταξύ άλλων, στη Chimonides (ανωτέρω). Παρατήρησε ότι υπήρχαν τρεις διαφορετικές γνώμες στη Chimonides (ανωτέρω) και ότι εκείνο για το οποίο υπήρχε ομοφωνία, ως προς το Άρθρο 26.1, ήταν ότι αυτό κατοχυρώνει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» υπό τους όρους και τις διασαφηνίσεις που περιέχονται σ' αυτό (το Άρθρο). Στην Menelaou (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι θα ήταν αντίθετο προς την κοινή λογική και τους κανόνες της δικαιοσύνης να επιτραπεί η κατεδάφιση των θεμελίων μιας συμβατικής διευθέτησης και με αυτό τον τρόπο να προκληθεί αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών. Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 ΑΑΔ 36 τονίστηκε και πάλι ότι, σύμφωνα με το συνταγματικό μας δίκαιο, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από τον νόμο που εξετάστηκε εκεί, δεν σχετίζονταν με οποιονδήποτε από τους περιορισμούς που επιτρέπονται από στο Άρθρο 26.1, καθότι με το νόμο εκείνο, αποστερείτο ο ένας συμβαλλόμενος της ελεύθερης επιλογής του ως προς τον προσδιορισμό του περιεχομένου της σύμβασης του και γενικότερα του καταρτισμού της σύμβασης, κατά τη βούλησή του. Ο νόμος, επομένως, σε εκείνη την περίπτωση ήταν αντισυνταγματικός. ........................................................................................................... Στη προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Δέστε την Απόφαση του Ελληνικού ΣτΕ 2944/1980 (Τμήμα Δ) και Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα, 4η Αναθεωρημένη Έκδοση, 2012, Οικονομική Ελευθερία, παράγραφοι 1302-1303). Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται, καταρχήν, με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται, ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των τραπεζών, δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό αναφορά νόμο, αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό αναφορά νόμου.» Στην Γνωμάτευση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Αναφορά αρ. 9/2016 Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν Βουλή των Αντιπροσώπων, ημερ. 26.01.2017 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά 1/14 (ανωτέρω) και στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά 4/14 (ανωτέρω), τονίστηκε ότι το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της Σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Η μεταγενέστερη επέμβαση του Νομοθέτη δεν συμβιβάζεται, καταρχήν, με την ελευθερία των Συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβασή της στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των Πιστωτικών Ιδρυμάτων δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δε.· αιτιολογείται από την απιολογική έκθεση ή τον υπό Αναφορά Νόμο αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό Αναφορά Νόμου. Τα όσα λέχθηκαν στις προαναφερόμενες Αναφορές 1/14 και 4/14 (ανωτέρω) ισχύουν και στην προκειμένη περίπτωση. Με τον υπό Αναφορά Νόμο υπάρχει παρέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», κατά παράβαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος, όσον αφορά τις υφιστάμενες συμβάσεις (κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του υπό Αναφορά Νόμου) μεταξύ Πιστωτικών Ιδρυμάτων και δανειοληπτών σε σχέση με στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια του προαναφερόμενου ύψους. Αυτό διότι με την μεταγενέστερη (των συμβάσεων) παρέμβαση της Βουλής η βούληση των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, στρεβλώνεται. Είναι, ουσιαστικά, παραδεκτό ότι ο υπό Αναφορά Νόμος δεν μπορεί να διασωθεί στη βάση των γενικών αρχών του Δικαίου των Συμβάσεων και δεν υπάρχουν τέτοιες αρχές του δικαίου των συμβάσεων που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως ο Νόμος θα μπορούσε να διασωθεί μόνο στη βάση της πρόληψης της εκμετάλλευσης των δανειοληπτών από τα Πιστωτικά Ιδρύματα. Κάτι τέτοιο όμως θα έπρεπε να είχε αιτιολογηθεί δεόντως, από την Καθ' ης η αίτηση, στον υπό Αναφορά Νόμο ή τουλάχιστον σε αιτιολογικη έκθεση η οποία να τον συνοδεύει. Κάτι τέτοιο δεν έγινε. Λαμβανομένου υπόψιν ότι ο υπό Αναφορά Νόμος σχετίζεται με το ποινικό αδίκημα της τοκογλυφίας και δεν έχει ως στόχο την πρόληψη της εκμετάλλευσης από πρόσωπα με ιδιάζουσα οικονομική ισχύ και λαμβανομένου υπόψιν ότι με τον υπό Αναφορά Νόμο γίνεται εξαίρεση (για στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια συγκεκριμένου ύψους) στην εξαίρεση των Πιστωτικών Ιδρυμάτων από την πρόνοια που ποινικοποιεί την τοκογλυφία, κρίνομε ότι η Καθ' ης η αίτηση όφειλε να είχε αιτιολογήσει δεόντως την παρέμβαση της στο, συνταγματικά κατοχυρωμένο, δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», πράγμα που δεν έπραξε.» Περαιτέρω, στην απόφαση Lextalionis Investments Ltd κ.α. ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1833, 1842-3, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Υπενθυμίζουμε ότι το προστατευόμενο δικαίωμα από το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος θα πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο των όρων και περιορισμών που τίθενται γενικά από το δίκαιο των συμβάσεων.Η εκχώρηση/μεταβίβαση δικαιωμάτων αναγνωρίζεται από το δίκαιο μας, έτσι ώστε αυτή αποτελεί όρο ή περιορισμό στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, κατά τρόπο που δεν το αντιστρατεύεται. Εφόσον, λοιπόν, οι εφεσείοντες ελεύθερα είχαν συνάψει τις συμφωνίες δανείου με την Barclays και εφόσον τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους από αυτές δε διαφοροποιήθηκαν λόγω της εκχώρησης στους εφεσίβλητους των τραπεζικών εργασιών της Barclays, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παραβίαση του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος» Στην προκείμενη περίπτωση, πριν από τις 26.06.2003 συνήφθηκαν, με την ελεύθερη βούληση των εφεσειόντων και των εφεσιβλήτων αρ.2 (του πωλητή) οι συμβάσεις υποθήκης υπό αναφορά Υ8239/2001 και Υ5524/2003. Ως προς το γεγονός αυτό δεν απεδείχθηκε το αντίθετο. Οι συμβάσεις υποθήκης υπό αναφοράν Υ8239/2001 και Υ5524/2003 αποτελούν, κατά τεκμήριον, έγκυρες και ισχυρές συμβάσεις, εφ΄όσον δεν απεδείχθηκε το αντίθετο. Επί τη βάσει των ανωτέρω, διαπιστώνεται πως οι ρυθμίσεις των άρθρων 44ΙΗ έως και 44ΚΖ των Νόμων (των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ συμπεριλαμβανομένων) καθώς και η απόφαση του Διευθυντή ημερ. 11.09.2017, η οποία βασίζεται επί των άρθρων αυτών, συνιστούν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αθέμιτη παρέμβαση στο συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα των εφεσειόντων να συμβάλλονται ελευθέρως. Η δυνάμει των άρθρων αυτών εξουσία του Διευθυντή να απαλλάσσει το ενυπόθηκο ακίνητο από εγγεγραμμένη και έγκυρη υποθήκη και να το μεταβιβάζει στον αγοραστή, ανεξαρτήτως της βούλησης του ενυπόθηκου δανειστή, συνιστά μεταγενέστερη παρέμβαση σε έγκυρη και δεσμευτική σύμβαση και μεταγενέστερη μονομερή και αυθαίρετη κατάργηση των συμφωνηθέντων. Η παρέμβαση αυτή δεν δικαιολογείται επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. (Άρθρο 26.1 του Συντάγματος). Συναφώς αναφέρεται πως τα δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να επιμένει να εξοφληθεί το ενυπόθηκο χρέος πριν άρει την σχετική υποθήκη επί ακινήτου, εντάσσεται στον πυρήνα της σύμβασης υποθήκης. Περαιτέρω, η παρέμβαση αυτή δεν μπορεί να αιτιολογείται ως «πρόληψι( ) εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομική ισχύν». (Άρθρο 26.1 του Συντάγματος). Στην Αιτιολογική Έκθεση ουδεμία σχετική αναφορά υπάρχει.
(15)Επειδή κάθε δικαστική διαδικασία ελέγχεται από το Δικαστήριο και όσον αφορά στο ενδεχόμενο αυτή να είναι καταχρηστική, καταπιεστική ή κακόπιστη, εξετάστηκαν τα όσα καταγράφονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την έφεση και τις ενστάσεις των εφεσιβλήτων αρ.1 και 3 και δεν εντοπίζονται στοιχεία καταχρηστικής, καταπιεστικής ή κακόπιστης συμπεριφοράς εκ μέρους των εφεσειόντων. Δεν εντοπίζονται στοιχεία από τα οποία να προκύπτει συμπεριφορά η οποία να τείνει στην αθέμιτη εξασφάλιση χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος των εφεσειόντων και εις βάρος της εφεσίβλητης αρ.3. Η επιλογή των εφεσειόντων να επιδιώξουν, στο συγκεκριμένο χρόνο, την ακύρωση απόφασης του Διευθυντή ημερ. 11.09.2017, η οποία εξεδόθηκε δυνάμει των Νόμων, δεν συνιστά αφ΄εαυτής μεμπτή συμπεριφορά. Περαιτέρω, ο ενυπόθηκος δανειστής είναι ελεύθερος να κινήσει οιανδήποτε νόμιμη διαδικασία προς το σκοπό προστασίας των δικαιωμάτων του. Η εκάστοτε επιλογή του άπτεται των εσωτερικών ελατηρίων του και αυτά τα ελατήρια εκφεύγουν του δικαστικού ελέγχου (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, την απόφαση Μερκής v. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1(B) AAΔ.788, 792 και την απόφαση Πετράκη v. Κίμωνος
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1311, 1317).
(16)Ούτε και έχει καταδειχθεί, στην προκείμενη περίπτωση, ολιγωρία ή εγκατάλειψη δικαιωμάτων εκ μέρους των εφεσειόντων. Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω κρίνεται πως τα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ αντίκεινται, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, στις διατάξεις των Άρθρων 23, 25 και 26 του Συντάγματος, η δε απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερ. 11.09.2017, η οποία εξεδόθηκε δυνάμει των αντισυνταγματικών αυτών άρθρων, και η οποία είναι καθοριστική για τα δικαιώματα των εφεσειόντων στερείται κάθε νομίμου αποτελέσματος. Η έφεση επιτυγχάνει ως η παράγραφος Β. αυτής. Η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερ. 11.09.2017 ακυρώνεται. Τα έξοδα της έφεσης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εφεσειόντων και εναντίον των εφεσιβλήτων αρ.1 και 3. (Υπ) ............. Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.