KYRIAKOS ANDREOU ARSIOTIS DEVELOPMENTS LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 275/2018, 18/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A512 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 275/2018 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 όπως τροποποιήθηκε Και Επί τοις αφορώσι τις Ειδοποιήσεις «Τύπος ΙΑ» και «Τύπος ΙΒ», ημερομηνίας 7/6/2018, που φέρεται ότι επιδόθηκαν την 19/6/2018 στους Αιτητές/Εφεσείοντες ή και σε άλλες ημερομηνίες, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 44Γ
(2)και 44Δ
(2)αντίστοιχα. ΜΕΤΑΞΥ:
- KYRIAKOS ANDREOU ARSIOTIS DEVELOPMENTS LTD (HE82162), από Λεωφόρο Στροβόλου 197, Κτίριο Ζίγκα, Διαμ.201, 2048 Στρόβολος, Λευκωσία.
- XXXXX ΑΡΣΙΩΤΗΣ, Α.Δ.Τ.XXXXX5669, από τη Λευκωσία. Αιτητές - Εφεσείοντες -και- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Καθ' ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη Ημερομηνία: 18.09.2018 Εμφανίσεις: Για αιτητές - εφεσείοντες: κ. Α. Χατζησέργης για Ανδρέας Χατζησέργης Δ.Ε.Π.Ε. Για καθ' ης η αίτηση - εφεσίβλητη: κ. Μ. Νικολάου για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Ότι επιδιώκεται από την πλευρά των αιτητών - εφεσειόντων με την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης - έφεσης τους, είναι η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός των ειδοποιήσεων Τύπος «ΙΑ» και «ΙΒ» ημερομηνίας 07.06.2018, οι οποίες απεστάλησαν σύμφωνα με το μέρος VIA του Ν.9/1965 αναφορικά και σε συνάρτηση με τα ενυπόθηκα ακίνητα που περιγράφονται στην Υποθήκη Υ13159/2011, του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, ως επίσης των ειδοποιήσεων Τύπος «ΙΑ» και «ΙΒ», ίδιας ημερομηνίας, οι οποίες απεστάλησαν σύμφωνα με το μέρος VIA του Ν.9/1965 αναφορικά με τα ενυπόθηκα ακίνητα που περιγράφονται στην Υποθήκη Υ14299/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. Περαιτέρω, αξιώνονται διατάγματα του δικαστηρίου με τα οποία, αφενός να αναστέλλονται και/ή ακυρώνονται οι σκοπούμενοι με τις ως άνω ειδοποιήσεις πλειστηριασμοί των εν λόγω ακινήτων και αφετέρου να διακόπτεται η διαδικασία εκποίησης της ως άνω ακίνητης περιουσίας ως προωθείται δυνάμει του μέρους VIA του Ν.9/1965, αποτέλεσμα της ακυρότητας όπως υποστηρίζουν των ως άνω ειδοποιήσεων Τύπος «ΙΑ» και «ΙΒ» ή/και του παραμερισμού τους. Οι λόγοι για τους οποίους αξιώνεται η ακύρωση των σχετικών ειδοποιήσεων και συνακολούθα των ως άνω προγραμματισμένων πλειστηριασμών, όπως και η διακοπή ολόκληρης της διαδικασίας που προβλέπεται στο μέρος VIA του Ν.9/1965, προβάλλονται στο σώμα της αίτησης - έφεσης. Για σκοπούς πληρότητας, μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα: « 1.Η Εφεσίβλητη/Καθ' ης η αίτηση δεν έχει προβεί σε νομότυπη επίδοση των Ειδοποιήσεων Τύπου «ΙΑ» και Τύπου «ΙΒ» στους Αιτητές/Εφεσείοντες, αλλά και σε οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, όπως προβλέπεται στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο του 1965 και ως ετροποποιήθη.
- Οι Ειδοποιήσεις «Τύπος ΙΑ» και «Τύπος ΙΒ» που φέρεται ότι επιδόθηκαν στους Αιτητές/Εφεσείοντες την 19/6/2018 ή και σε άλλες ημερομηνίες, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 44Γ
(2)και 44Δ
(2)αντίστοιχα του Κεφαλαίου VIA του Νόμου 9/1965 όπως τροποποιήθηκε, από την Καθ' ης η αίτηση/Εφεσίβλητη, πρέπει να παραμεριστούν και/ή ακυρωθούν επειδή συντρέχει ο λόγος του άρθρου 44Γ
(3)(δ) του Νόμου 9/1965 όπως τροποποιήθηκε με τον Ν.142(Ι)/2014, ως άνευ αντικειμένου και/ή ως παράνομες και/ή ως άκυρες και/ή ως αντίθετες προς τον Νόμο 9/1965 ως τροποποιήθηκε, επειδή: (α) έχει ήδη καταχωρηθεί η Αγωγή υπ' αριθμό 1922/2018, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, από τους Αιτητές/Εφεσείοντες εναντίον της Καθ' ης η αίτηση/Εφεσίβλητης, η οποία εκκρεμεί και η οποία συνιστά Αγωγή εν τη έννοια του άρθρου 44Γ
(3)(δ) του Νόμου, όπου μεταξύ άλλων ζητείται η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός των οποιωνδήποτε Ειδοποιήσεων Τύπου «Θ» και Τύπου «I», που ενδεχομένως να έχουν επιδοθεί στους Αιτητές/Εφεσείοντες και οι οποίοι δεν έλαβαν ποτέ τέτοιες Ειδοποιήσεις, παρόλο που είναι προϋπόθεση η επίδοση αυτών των Ειδοποιήσεων πριν την επίδοση σ' αυτούς οποιωνδήποτε άλλων Ειδοποιήσεων, καθώς επίσης και Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να ακυρώνονται οι Υποθήκες Υ13159/2011 και Υ14299/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. (β) επειδή ήδη υπάρχει και η Αγωγή υπ' αριθμό 32/2016, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, από την Καθ' ης η αίτηση/Εφεσίβλητη, η οποία καταχωρήθηκε την 7/1/2016 και τροποποιήθηκε την 11/3/2016, στην οποία οι Αιτητές/Εφεσείοντες αμφισβητούν τις ισχυριζόμενες απαιτήσεις των. 3 Οι Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» και Τύπου «ΙΒ» είναι παραπλανητικές, την στιγμή που γνωρίζει η Καθ' ης η αίτηση/Εφεσίβλητη ότι η ίδια ήγειρε εναντίον των Αιτητών/Εφεσειόντων την Αγωγή υπ' αριθμό 32/2016, όπου μεταξύ άλλων ζητείται και Διάταγμα του Δικαστηρίου εναντίον των Εναγομένων αρ.1 - Αιτητών/Εφεσειόντων αρ.1, την εκποίηση των επίδικων Ακινήτων, σύμφωνα με τις Υποθήκες Υ13159/2011 και Υ14299/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας. 4.Οι Ειδοποιήσεις «Τύπος ΙΑ» και «Τύπος ΙΒ» που φέρεται ότι επιδόθηκαν στους Αιτητές/Εφεσείοντες την 19/6/2018 ή και σε άλλες ημερομηνίες, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 44Γ
(2)και 44Δ
(2)αντίστοιχα του Κεφαλαίου VIA του Νόμου 9/1965 όπως τροποποιήθηκε από την Καθ' ης η αίτηση/Εφεσίβλητη, πρέπει να ακυρωθούν και/ή παραμεριστούν επειδή υπάρχει κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας και/ή νομικής διαδικασίας εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση/Εφεσίβλητης και/ή οι Ειδοποιήσεις, (α) δεν πληρούν τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο Τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις, (β) οι Ειδοποιήσεις δεν έχουν δεόντως επιδοθεί, (γ) εκκρεμεί Αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την Ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο 1 του Νόμου 142(Ι)/2014, (δ) επίσης εκκρεμεί η Αγωγή υπ' αρ.32/2016, και/ή οι Ειδοποιήσεις είναι κακόπιστες και/ή η Καθ' ης η αίτηση/Εφεσίβλητη τις επέδωσε με δόλιο τρόπο, 5. Οι Ειδοποιήσεις «Τύπος ΙΑ» και «Τύπος ΙΒ» που φέρεται ότι επιδόθηκαν στους Αιτητές/Εφεσείοντες την 19/6/2018 ή και σε άλλες ημερομηνίες, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 44Γ
(2)και 44Δ
(2)αντίστοιχα του Κεφαλαίου VIA του Νόμου 9/1965 όπως τροποποιήθηκε από την Καθ' ης η αίτηση/Εφεσίβλητη, πρέπει να ακυρωθούν και/ή παραμεριστούν επειδή δεν έχουν συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου που τους παρέχει το δικαίωμα να πωλήσουν τα ενυπόθηκα Ακίνητα της Αιτήτριας/Εφεσειούσας αρ.1, με ιδιωτικό πλειστηριασμό. 6.Οι Ειδοποιήσεις «Τύπος ΙΑ» και «Τύπος ΙΒ» που φέρεται ότι επιδόθηκαν στους Αιτητές/Εφεσείοντες την 19/6/2018 ή και σε άλλες ημερομηνίες, σύμφωνα με τις - πρόνοιες του Άρθρου 44Γ
(2)και 44Δ
(2)αντίστοιχα του Κεφαλαίου VIA του Νόμου 9/1965 όπως τροποποιήθηκε, από την Καθ' ης η αίτηση/Εφεσίβλητη, πρέπει να ακυρωθούν και/ή παραμεριστούν, εφόσον παραβιάζουν τα Συνταγματικά Δικαιώματα των Αιτητών/Εφεσειόντων, εφόσον βασίζονται σε Νόμο που ρυθμίζει αναδρομικά τις συμβατικές σχέσεις των διαδίκων άρθρο 26 (ελευθερία του συμβάλλεσθε) και επίσης παραβιάζει τα άρθρα 23 (δικαίωμα στην ιδιοκτησία), 28 (ισότητα στον Νόμο) του Συντάγματος και τα άρθρα 6.
(1)και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και το άρθρο 30.2 του Συντάγματος που κατοχυρώνουν το δικαίωμα στην πρόσβαση στην δικαιοσύνη και/ή ο Νόμος 142(Ι)/2014 είναι αντισυνταγματικός στην έκταση που διέπει αναδρομικά τις επίδικες Υποθήκες και την εκποίηση τους. 7.Η διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων Ακινήτων που προωθείται από την Καθ' ης η αίτηση/Εφεσίβλητη, καταχρηστικά και/ή οι προσβληθείσες Ειδοποιήσεις είναι παράνομες και/ή αποστάληκαν κατά παράβαση του Νόμου, καθ' ότι οι Αιτητές/Εφεσείοντες εκδήλωσαν πρόθεση να συνεργαστούν με τους Ενυπόθηκες Δανειστές, για να εξευρεθεί κοινώς αποδεκτή λύση για τα χρέη των, γεγονός που η Κα' ης η αίτηση/Εφεσίβλητη αγνόησε και/ή απέκρυψε με την προώθηση της διαδικασίας εκποίησης ακίνητης περιουσίας. 8.Οι επίδικες Ειδοποιήσεις παραβιάζουν τα Συνταγματικά Δικαιώματα των Αιτητών/Εφεσειόντων, όπως το άρθρα 12, 23, 26, 28, 30.2, καθώς και τα άρθρα 6
(1)και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εφόσον αναδρομικά ο Νόμος 142(Ι)/2014 της έχει αφαιρέσει δικαιώματα προστασίας της από υφιστάμενη Νομοθεσία και έχει δώσει μονομερή δικαιώματα στην Καθ' η η αίτηση/Εφεσίβλητη όπως εκποιήσει την περιουσία της Αιτήτριας/Εφεσείουσας αρ.1, ιδιωτικά και με δική της πρωτοβουλία, ενώ οι επίδικες Συμφωνίες Υποθηκών είχαν καταρτιστεί από το 2008 και
- Η νέα Νομοθεσία του Μέρους VIA παραβιάζει την αρχή της ισότητας ενώπιον του Νόμου, εφόσον δίνει σε μία ομάδα ιδιωτικών επιχειρήσεων (τράπεζες), το αποκλειστικό όπλο των ιδιωτικών εκποιήσεων χωρίς να το έχουν άλλοι πολίτες και ή επιχειρήσεις. Ο νέος Νόμος δίνει στις Τράπεζες δικαιώματα αναδρομικά και εκτός των Συμφωνιών των διαδίκων, με αποτέλεσμα να παραβιάζει την ελευθερία του Συμβάλλεσθε. Η νέα Νομοθεσία παραβιάζει το δικαίωμα της Αιτήτριας/Εφεσείουσας αρ.1 να απολαμβάνει την ιδιοκτησία της όπως θέλει και να την πωλεί στην πραγματική αγοραία αξία της, εφόσον ο Νόμος επιτρέπει την έναρξη του Πλειστηριασμού από το 80% της αξίας της και μεταγενέστερα σε εξευτελιστικές τιμές κάτω από προϋποθέσεις. Οι Αιτητές/Εφεσείοντες αρ.1 ουδέποτε θα έβαζαν τα Ακίνητα της Υποθήκη, αν γνώριζαν ότι θα είχε τέτοια εξουσία η Καθ' ης η αίτηση/Εφεσίβλητη. Η νέα Νομοθεσία δίνει αναδρομικά δικαιώματα σε συμβαλλόμενο μέρος σε ιδιωτική συμφωνία, κατά παράβαση του Συντάγματος και της αρχής της». Παρεμβάλλεται ότι η πλευρά των αιτητών, την ίδια μέρα που προώθησαν την ως άνω αίτηση-έφεσή τους, ήτοι στις 18.07.2018, καταχώρησαν ταυτόχρονα μονομερή αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας εξασφάλισαν διάταγμα αναστολής της διαδικασίας πώλησης των ως άνω ακινήτων. Παρά το γεγονός ότι οι εφεσίβλητοι καταχώρησαν ένσταση στην ως άνω ενδιάμεση αίτηση και την συνέχιση της ισχύος του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος, κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, οι δύο πλευρές ομονόησαν όπως το προσωρινό διάταγμα παραμείνει σε ισχύ, εν αναμονή και μέχρι την απόφαση του δικαστηρίου για την υπό συζήτηση αίτηση-έφεση, η οποία, εκ των πραγμάτων, θα καθορίσει και την τύχη του. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων προς υποστήριξη της υπό συζήτηση έφεσης, τίθεται με την ένορκη δήλωση του εφεσείοντα αρ. 2, XXXXX Αρσιώτη, διευθυντή όπως υποδεικνύεται της εφεσείουσας εταιρείας αρ.
- Ο ως άνω ομνύων, ουσιαστικά επαναλαμβάνει και σε κάποιο βαθμό εξειδικεύει λόγους έφεσης που προκρίνονται στην έφεση. Σημειώνει, ανάμεσα σε άλλα, πως παρά την ύπαρξη της αγωγής Αρ. 32/2016, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στα πλαίσια της οποίας οι εφεσίβλητοι επεδίωκαν, μεταξύ άλλων, την εκποίηση των ακινήτων που περιγράφονται στις υποθήκες υπ' αριθμό Υ13159/2011 και Υ14299/2008, την εγκυρότητα των οποίων όπως και το χρέος που αυτές εξασφάλιζαν αμφισβητούσαν οι εφεσείοντες και ενώ γίνονταν συζητήσεις μεταξύ των δυο πλευρών για αναδιάρθρωση και/ή διευθέτηση όλων των εκκρεμούντων υποθέσεων που αφορούν τους εφεσείοντες και τους εφεσίβλητους, οι οποίες μάλιστα βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο, οι τελευταίοι, χωρίς ποτέ να ενημερώσουν τους εφεσείοντες αποφάσισαν την δρομολόγηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο μέρος VIA του N.9/1965 για εκποίηση των ως άνω ενυπόθηκων ακινήτων. Τόσο οι ειδοποιήσεις τύπος «ΙΑ» και τύπος «ΙΒ», όσο και οι ειδοποιήσεις τύπος «Θ» και «Ι», υποστηρίζει, δεν παραλήφθηκαν από τους εφεσείοντες, ούτε επιδόθηκαν τον ίδιο προσωπικά ή υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή της εφεσείουσας αρ.
- Ειδικότερα, προκρίνει ότι οι ειδοποιήσεις τύπος «ΙΑ» και «ΙΒ» βρέθηκαν στην είσοδο του διπλανού οικοπέδου της συζυγικής του κατοικίας, που βρίσκεται στην οδό Στρατιωτικού Κοιμητηρίου αρ. XXXXX, Πάνω Λακατάμια, στην οποία ο ίδιος δεν διαμένει, αφού βρίσκεται σε διάσταση με τη σύζυγό του εδώ και τέσσερα χρόνια, οικία την οποία επισκέπτεται κατά καιρούς όταν επιστρέφει από το εξωτερικό όπου εργάζεται, με σκοπό την επικοινωνία του με τα παιδιά του. Όπως ενημερώθηκε, οι ως άνω ειδοποιήσεις Τύπος «ΙΑ» και «ΙΒ», βρέθηκαν και παρελήφθησαν από την οικιακή βοηθό της συζύγου του, πεταγμένες, η οποία τις παρέλαβε και τις παρέδωσε στη σύζυγό του, με την τελευταία αμέσως να τις παραδίδει στον ίδιο. Προβάλλει επίσης τη θέση πως ως η ενημέρωση της οποίας έτυχε, οι σχετικές ειδοποιήσεις δεν επιδόθηκαν ούτε στους διάφορους δικαιούχους επιβαρύνσεων που βαρύνουν τα ως άνω ακίνητα. Καταληκτικά, υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη με την υπό συζήτηση έφεση διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων που αυτή αφορά, είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, αστήρικτη και αναιτιολόγητη. Η εφεσίβλητη τράπεζα, έχοντας ήδη μεσολαβήσει εκ μέρους της η καταχώρηση ειδοποίησης ένστασης στην μονομερή αίτηση των εφεσειόντων, ημερομηνίας 18.07.2018 και στην προοπτική συνέχισης του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος αναστολής της διαδικασίας που εκδόθηκε στο πλαίσιο της, προχώρησε στην καταχώρηση ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης και στην ως άνω αίτηση-έφεση. Προτάσσονται από την πλευρά της, δεκατρείς συνολικά λόγοι ένστασης, μέσω των οποίων επιχειρείται ουσιαστικά απάντηση στους λόγους έφεσης που προβάλλονται από τους εφεσείοντες για να δικαιολογήσουν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ειδικότερα, προκρίνεται πως: «
- Η παρούσα αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη ή/και αστήρικτη ή/και στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση.
- Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας ή/και δεν έγινε καλή τη πίστη ή/και σκοπεί αποκλειστικά και μόνο στην καθυστέρηση της διαδικασίας των επίδικων δημοσίων πλειστηριασμών που ορίστηκαν να διεξαχθούν στις 19.09.2018 και 20.09.2018 αντίστοιχα.
- Οι ειδοποιήσεις «Τύπος Θ», «Τύπος I», «Τύπος ΙΑ» και «Τύπος ΙΒ» είναι καθ' όλα ορθές ή/και νόμιμες ή/και έγκυρες ή/και πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που τίθενται από τον περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν. 9/65)ή/και καταρτίστηκαν συμφώνως προς τα χρονοδιαγράμματα που τίθενται από τον εν λόγω Νόμο.
- Οι ειδοποιήσεις «Τύπος Θ», «Τύπος I», «Τύπος ΙΑ» και «Τύπος ΙΒ» επιδόθηκαν δεόντως στους Αιτητές και συμφώνως προς τις πρόνοιες του περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν. 9/65).
- Ο Ενόρκως Δηλών έχει προβεί σε σωρεία αναληθών ή/και ψευδών παραστάσεων ή/και δηλώσεων αναφορικά με την επίδοση των πιο πάνω ειδοποιήσεων προς το πρόσωπο του με σκοπό να οδηγήσει το Σεβαστό Δικαστήριο σε λανθασμένα συμπεράσματα ή/και με σκοπό να παραπλανήσει το Σεβαστό Δικαστήριο και να το οδηγήσει στην έκδοση διαταγμάτων ακύρωσης των προγραμματισμένων επίδικων διαδικασιών δημοσίων πλειστηριασμών.
- Οιτροποποιητικοί Νόμοι Ν. 142(Ι)/2014και Ν. 87(Ι)/2018τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση ή/και έχουν αναδρομική ισχύ σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από τις ημερομηνίες έναρξης της ισχύος των εν λόγω τροποποιητικών νόμων.
- Η συνύπαρξη των δύο διαδικασιών, δηλαδή η προώθηση αγωγής από τον ενυπόθηκο δανειστή και ο δημόσιος πλειστηριασμός των ενυπόθηκων ακινήτων συμφώνως προς τις διατάξεις του Μέρους VIA του Ν. 9/65 για ανάκτηση του ενυπόθηκου χρέους, δεν αποκλείεται από καμία διάταξη κανενός Νόμου.
- Η καταχώρηση της αγωγής υπ' αριθμό 1922/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας από τους Αιτητές εναντίον της Καθ'ης η Αίτηση δεν δύναται και/ή δεν μπορεί να επηρεάσει τη διεξαγωγή των επίδικων προγραμματισμένων πλειστηριασμών ημερομηνίας 19.09.2018 και 20.09.
- Η Καθ' ης η Αίτηση επέδωσε δεόντως τις απαιτούμενες ειδοποιήσεις που προνοούνται από το Νόμο σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα.
- Η αγωγή υπ'αριμό1922/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας η οποία εγέρθηκε από τους Αιτητές εναντίον της Καθ'ης η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών ή/και προκαλεί πολυπλοκότητα στις δικαστικές διαδικασίας. 11.Η αξίωση που προβάλλεται στην αγωγή υπ' αριθμό 1922/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας είναι ανύπαρκτη ή/και αστήρικτη ή/και αβάσιμη ή/και εγείρεται με μοναδικό σκοπό να δημιουργήσει προϋποθέσεις και συνθήκες ακύρωσης των προγραμματισμένων επίδικων πλειστηριασμών. 12.Η διαδικασία διαπραγμάτευσης για εξώδικη διευθέτηση των εν εξελίξει δικαστικών υποθέσεων γινόταν με πλήρη επιφύλαξη όλων των νόμιμων δικαιωμάτων των δύο πλευρών ή/και δεν ήταν δεσμευτική ή/και δεν παρήγαγε οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα.
- Ουδέν συνταγματικό δικαίωμα των Αιτητών δεν παραβιάζεται από τη διεξαγωγή των προγραμματισμένων πωλήσεων των ενυπόθηκων ακινήτων μέσω δημοσίων πλειστηριασμών». Την ένσταση συνοδεύουν και υποστηρίζουν ένορκες δηλώσεις του XXXXX Αποστόλου, λειτουργού της εφεσίβλητης τράπεζας και του XXXXX Νεοφύτου, ιδιώτη δικαστικού επιδότη. Ο Μ. Αποστόλου, υιοθετώντας και επαναλαμβάνοντας με τη σειρά του τους λόγους ένστασης που προκρίνονται στην ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης της εφεσίβλητης τράπεζας, υποστηρίζει ότι η έφεση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήρικτη. Υποστηρίζοντας ότι οι εφεσείοντες δεν έχουν παρουσιάσει την πλήρη εικόνα αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπό συζήτηση υπόθεσης, προβαίνει ταυτόχρονα σε μια εκτενή αναφορά σε σχέση με διάφορες δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούν στα δικαστήρια της Δημοκρατίας, στα πλαίσια των οποίων οι εφεσίβλητοι διεκδικούν από τους εφεσείοντες διάφορα ποσά, ως επίσης την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων που περιγράφονται στις Υποθήκες Υ14299/2008 και Υ13159/
- Αποτελεί περαιτέρω θέση του, ότι η καταχώρηση από την πλευρά των εφεσειόντων της αγωγής Αρ. 1922/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, εναντίον της εφεσίβλητης τράπεζας, έγινε με αποκλειστικό σκοπό να δημιουργήσει προϋποθέσεις και συνθήκες ακύρωσης των προγραμματισμένων επίδικων πλειστηριασμών, κατ' επίκληση και εφαρμογή διατάξεων του τροποποιητικού νόμου Ν.142(Ι)/
- Οι όποιες διαπραγματεύσεις έλαβαν χώρα για σκοπούς εξώδικης διευθέτησης των δικαστικών υποθέσεων, υποδεικνύει, δεν είχαν επιτυχή κατάληξη, με αποτέλεσμα οι εφεσείοντες δικαιωματικά να ενεργοποιήσουν τη διαδικασία που προβλέπεται στο μέρος VIA του Ν.9/
- Η ως άνω διαδικασία ενεργοποιήθηκε περί τις 12.04.2017, όταν δεόντως επιδόθηκαν στους εφεσείοντες οι ειδοποιήσεις Τύπος «Θ» και «Ι» μαζί με τις σχετικές καταστάσεις λογαριασμών. Αναφερόμενος με λεπτομέρεια στα γεγονότα που αφορούν το ζήτημα της επίδοσης των ειδοποιήσεων Τύπος «Θ» και «Ι» στους εφεσείοντες και στην εμπλοκή του ιδίου στην προσπάθεια εντοπισμού των εφεσειόντων, επέμενε, παραπέμποντας στις σχετικές ένορκες δηλώσεις του δικαστικού επιδότη που προέβη στις συγκεκριμένες επιδόσεις, ότι οι σχετικές ειδοποιήσεις επιδόθηκαν δεόντως στους αιτητές και οποιαδήποτε αναφορά περί παράλειψης επίδοσης τους, αποτελεί αναληθή και ψευδή ισχυρισμό και εκ των υστέρων σκέψη. Οι ως άνω επιδόσεις, υπέδειξε, ήταν το έναυσμα για έναρξη συζητήσεων ανάμεσα στις δυο πλευρές οι οποίες διήρκησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μόλις αυτές οδηγήθηκαν σε ναυάγιο η εφεσίβλητη τράπεζα προχώρησε στις επιδόσεις των ειδοποιήσεων τύπος «ΙΑ» και «ΙΒ», εξηγώντας και στη συγκεκριμένη περίπτωση την προσωπική του εμπλοκή στην όλη προσπάθεια επίδοσης τους και παραπέμποντας στις ένορκες δηλώσεις επίδοσης τους εκ μέρους του δικαστικού επιδότη που προέβη σε αυτές. Κατά τον ίδιο τρόπο, παραπέμποντας σε σχετικές ένορκες δηλώσεις επίδοσης, υποδεικνύει επίσης ότι οι σχετικές ειδοποιήσεις επιδόθηκαν σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, γνωστοποιώντας τους την πρόθεση της εφεσίβλητης να προβεί σε εκποίηση και πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων στην περίπτωση που οι αιτητές δεν συμμορφώνονταν με τις επανειλημμένες παραινέσεις τους για αποπληρωμή των χρεών τους. Απορρίπτοντας τέλος κάθε προβαλλόμενο λόγο έφεσης, υποστηρίζει ότι η υπό συζήτηση έφεση δεν έγινε καλή τη πίστη και ότι μοναδικό και απώτερο σκοπό έχει την προβολή εμποδίων στην προσπάθειά της εφεσίβλητης για την ανάκτηση των χρεών που έχουν δημιουργηθεί κατά καιρούς, εξαιτίας της άρνησης και παράλειψης των εφεσειόντων να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους και να συμμορφωθούν με τα προγράμματα αποπληρωμής δανείων και άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων που εξ αρχής είχαν τεθεί. Ο δικαστικός επιδότης, XXXXX Νεοφύτου, μέσω της ως άνω δήλωσης του, εξήγησε πως ως οι οδηγίες της εφεσίβλητης τράπεζας προχώρησε στην επίδοση των ειδοποιήσεων Τύπος «Θ», «Ι», «ΙΑ» και «ΙΒ». Υποστηρίζοντας ότι η άρνηση του εφεσείοντα αρ. 2 να παραλάβει και να υπογράψει τις σχετικές ειδοποιήσεις, ήταν παντελώς αναίτια και αδικαιολόγητη, αποτελεί ταυτόχρονα θέση του ότι ο εφεσείοντας αρ. 2 δεν μεταφέρει την πλήρη και αληθινή εικόνα στο δικαστήριο, επιχειρώντας αδικαιολόγητα και παραπλανητικά, να διαβάλει και να αμφισβητήσει όσα διαλαμβάνονται στις ένορκες δηλώσεις του ιδίου ημερ. 19.04.2017 και 20.06.2018 σε σχέση με την επίδοση των ειδοποιήσεων Τύπος «Θ», «Ι», «ΙΑ» και «ΙΒ». Αναφερόμενος ειδικότερα στην επίδοση των ειδοποιήσεων Τύπος «Θ» και «Ι», τις οποίες παρέλαβε στις 17.01.2017 από τον λειτουργό της εφεσίβλητης τράπεζας XXXXX Αποστόλου, υπέδειξε πως διαπιστώνοντας ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της εφεσείουσας αρ. 1 επί της Λεωφόρου Στροβόλου 197, κτίριο Ζίγκα διαμέρισμα 201, 2048, Λευκωσίας είναι εγκαταλελειμμένο και ως εκ τούτου η επίδοση στο εν λόγω εγγεγραμμένο γραφείο ήταν αδύνατη, έστρεψε την προσοχή του αποκλειστικά στον εντοπισμό του εφεσείοντα αρ.2, ο οποίος ήταν και συνεχίζει να είναι διευθυντής της εφεσείουσας αρ.
- Παρά το γεγονός ότι στα έγγραφα που παρέλαβε αναγραφόταν ως δοθείσα διεύθυνση του εφεσείοντα αρ. 1 η οδός Ήρας XXXXX, διαμ. XXXXX, XXXXX Λευκωσία, εντούτοις ενημερώθηκε εξ αρχής από τον ως άνω Μ. Αποστόλου ότι ο εφεσείοντας αρ. 2 διαμένει πλέον σε κατοικία επί της οδού Στρατιωτικού Κοιμητηρίου XXXXX, Λακατάμια, Λευκωσία όπου θα μπορούσε να τον εντοπίσει. Συστηματικές και επανειλημμένες επισκέψεις του στην ως άνω οικία, στην προσπάθειά του να τον εντοπίσει, απέβησαν άκαρπες. Στις 12.04.2017, αντιλαμβανόμενος ότι η επίδοση των επίδικων ειδοποιήσεων είχε καθυστερήσει, αποφάσισε να αναμένει τον εφεσείοντα αρ. 2 έξω από την ως άνω οικία του. Μεταβαίνοντας το πρωί, γύρο στις 06:30 στην ως άνω διεύθυνση, στάθμευσε το όχημα του έξω από την ως άνω οικία, ευελπιστώντας ότι ο κ. Αρσιώτης θα εξέλθει από αυτή. Πράγματι, περί τις 10:45 αντιλήφθηκε τον εφεσείοντα αρ.2 να επιχειρεί να εξέλθει από την κατοικία, με αποτέλεσμα, κατά τον χρόνο που επιχειρούσε να κλείσει την χειροκίνητη εξωτερική πόρτα του γκαράζ να τον πλησιάσει και εξηγώντας του ότι είναι δικαστικός επιδότης να του επιδώσει τα σχετικά έγραφα για τον ίδιο και εκ μέρους και για λογαριασμό της εφεσείουσας αρ.
- Εξήγησε ότι εξαιτίας της άρνησης του εφεσείοντα αρ. 2 να παραλάβει και να υπογράψει τα έγγραφα, οι σχετικές ειδοποιήσεις αφέθηκαν μπροστά στα πόδια του και εν συνεχεία ο ίδιος εγκατέλειψε το χώρο. Ενημέρωσε σχετικά την εφεσίβλητη τράπεζα για την επίδοση των εγγράφων, ενώ στις 19.04.2017, προέβη σε σχετικές ένορκες δηλώσεις επίδοσης των ειδοποιήσεων σε σχέση με τον εφεσείοντα αρ. 2 υπό την προσωπική του ιδιότητα όσο και με την ιδιότητά του ως διευθυντή της εφεσείουσας αρ.
- Περί τις αρχές Ιουνίου του 2018, ο ως άνω Μ. Αποστόλου επικοινώνησε εκ νέου μαζί του, αναφέροντας του ότι θα έπρεπε να εντοπίσει ξανά τον κ. Αρσιώτη, για να του επιδώσει τις ειδοποιήσεις Τύπος «ΙΑ» και «ΙΒ» τόσο σε σχέση με τον ίδιο όσο και σε σχέση με την εφεσείουσα εταιρεία αρ.
- Εξήγησε και πάλι, με λεπτομέρειες, τον τρόπο που στις 19.06.2018 ανέμενε τον εφεσείοντα αρ. 2 να εξέλθει έξω από την οικία του στην ως άνω οδό και πως ο ίδιος τον προσέγγισε κατά τον χρόνο που επιχειρούσε, να κλήσει την πόρτα του γκαράζ, έχοντας βγάλει το όχημά του εκτός κατοικίας, για να του παραδώσει τις σχετικές ειδοποιήσεις «ΙΑ» και «ΙΒ». Ο τελευταίος αρνήθηκε εκ νέου να υπογράψει τις σχετικές ειδοποιήσεις, δηλώνοντας ότι δεν επιθυμεί να παραλάβει οποιοδήποτε έγγραφο. Και πάλι, εξαιτίας της πιο πάνω στάσης του κ. Αρσιώτη, ο ομνύων άφησε τις ειδοποιήσεις μπροστά στα πόδια του εφεσείοντα αρ. 2 και στη συνέχεια επέστρεψε στο όχημά του, αποχωρώντας από το χώρο. Ενημέρωσε άμεσα τον Μ. Αποστόλου για τον εντοπισμό του εφεσείοντα αρ.2 και την επίδοση των σχετικών ειδοποιήσεων ενώ μετά από υπόδειξη του ιδίου, την αμέσως επόμενη μέρα, ήτοι στις 20.06.2018 μετέβη στο πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, προβαίνοντας σε σχετικές ένορκες δηλώσεις επίδοσης των εγγράφων. Η παρουσίαση στο δικαστήριο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, δεν περιορίστηκε στα όσα παρατίθενται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την έφεση και ένσταση αντίστοιχα. Μετά από σχετικό αίτημα της πλευράς των εφεσειόντων, το δικαστήριο, με τη σύμφωνη γνώμη της πλευράς της εφεσίβλητης τράπεζας, έκανε αποδεκτό αίτημα των πρώτων για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων που με τις δηλώσεις τους υποστήριξαν την ένσταση των εφεσιβλήτων. Παρέλκει η αναγκαιότητα επανάληψης της μαρτυρίας τους στο πλαίσιο της παρούσας. Σημειώνεται ότι ο Μιχάλης Νεοφύτου, αντεξεταζόμενος, ήταν κατηγορηματικός σε σχέση με την επίδοση στους εφεσείοντες των σχετικών ειδοποιήσεων Τύπος «Θ» και «Ι» στις 12.04.2017 και «ΙΑ» και «ΙΒ» στις 19.06.2018, μεταφέροντας στο δικαστήριο λεπτομέρειες της εξέλιξης των γεγονότων που αφορούν την επίδοση των ως άνω ειδοποιήσεων. Απορρίπτοντας υποβολές περί του αντιθέτου, επέμενε στη θέση ότι κατά τις εν λόγο ημερομηνίες συνάντησε τον εφεσείοντα αρ.2, επιδίδοντας σε αυτόν τις σχετικές ειδοποιήσεις, τόσο για τον ίδιο προσωπικά όσο και για τη εφεσείουσα αρ.2, με τα γεγονότα να εξελίσσονται όπως ο ίδιος τα μετέφερε στο δικαστήριο. Ο XXXXX Αποστόλου, αντεξεταζόμενος, απορρίπτοντας την υποβληθείσα σε αυτό θέση πως μετά την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, ο εφεσείοντας αρ.2 επικοινώνησε μαζί του, ζητώντας να μάθει τον επιδότη που η πλευρά των εφεσίβλητων ισχυριζόταν ότι είχε επιδώσει στον ίδιο τις σχετικές ειδοποιήσεις, επέμενε ότι η διαδικασία που προβλέπεται στο μέρος VIA του Ν.9/1965 αποτέλεσε ζήτημα που ο ίδιος συζήτησε μαζί με τον εφεσείοντα αρ.2, αφού, ως υποστήριξε, μετά που πήρε τις σχετικές ειδοποιήσεις «ήρθε και συζητήσαμε για το πώς θα προχωρήσουμε». Εξήγησε περαιτέρω πως στις περιπτώσεις που ο εφεσείοντας αρ.2 προσερχόταν στα γραφεία της εφεσίβλητης τράπεζας για διαπραγματεύσεις, δεν επιδιώχθηκε η επίδοση οποιουδήποτε έγγραφου σε αυτόν, αφενός γιατί τούτο ήταν απαίτηση του ίδιου του κ. Αρσιώτη και αφετέρου, γιατί η τράπεζα θεώρησε πως μια τέτοια κίνηση θα ήταν εχθρική με ορατό τον κίνδυνο ο τελευταίος να διακόψει τις διαπραγματεύσεις. Με τις τελικές τους εισηγήσεις, τις οποίες οι συνήγοροι προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για τα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Το δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν όπως και άλλες, σχετικές με τα ζητήματα που εδώ ενδιαφέρουν. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Έχοντας ήδη σημειώσει τις θέσεις των πλευρών στη διαδικασία όπως αυτές εμφαίνονται στην αίτηση - έφεση και ένσταση αντίστοιχα και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, έχω παράλληλα παρακολουθήσει τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιων μου με ιδιαίτερη περίσκεψη και προσοχή, χωρίς να περιοριστώ σε όσα πιο πάνω σε αδρές γραμμές έχουν εκτεθεί, έχοντας σε κάθε περίπτωση καταγράψει νοητικά την εντύπωσή μου από τη ζωντανή εικόνα τους καθ' ον χρόνο έδιναν μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου, τη συμπεριφορά και αντιδράσεις τους στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους. Στο πλαίσιο της αξιολόγησης της τεθείσας ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρίας, (έχοντας πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία θα πρέπει να εκτιμάται αποσυναρτημένα από το επίπεδο απόδειξης) το δικαστήριο διατηρεί πάντα κατά νου, ανάμεσα σε άλλα, το στάδιο κατά το οποίο προέκυψε μια μαρτυρία, την πηγή και την εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που οι μάρτυρες είχαν να αντιληφθούν προσωπικά τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται και να πιστεύουν αυτά τα οποία κατέθεταν. Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοιου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, δυο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτή υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μία μαρτυρία θα πρέπει να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της (βλ. Kadis v. Nicolaou and another
(1988)1 CLR 212). Πριν από την ενασχόληση του δικαστηρίου με το ζήτημα της αξιοπιστίας των μαρτύρων που κατέθεσαν ζωντανά ενώπιον του δικαστηρίου και γενικότερα με την ποιότητα της τεθείσας ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρίας και στοιχείων, απασχολεί πρωτίστως η δυνατότητα αξιοποίησης συγκεκριμένων στοιχείων και αναφορών που έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου, τόσο για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας όσο και για την κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα για ζητήματα που εδώ ενδιαφέρουν. Είναι γεγονός πως καθ' ον χρόνο ο δικαστικός επιδότης, XXXXX Νεοφύτου, βρισκόταν στο εδώλιο του μάρτυρα αντεξεταζόμενος, τέθηκε υπόψη του από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εφεσειόντων το διαβατήριο του εφεσείοντα αρ. 2 - ταξιδιωτικό έγγραφο που εκδόθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία - στη σελίδα 14 του οποίου εντοπίζονται δυο σφραγίδες που φέρουν, ανάμεσα σε άλλα και ημερομηνίες. Η μια «31 MAR. 2017» και η δεύτερη, «19 APR. 2017». Ταυτόχρονα υποβλήθηκε στον ως άνω Μ. Νεοφύτου, ότι μέσω τους, καταδεικνύεται ότι ο εφεσείοντας αρ.2 στις 31.03.2017 μετέβη στο Λίβανο και εξήλθε από τη συγκεκριμένη χώρα στις 18.04.2017. Ως εκ τούτου, υποστήριξε ο συνήγορος των εφεσειόντων, ο μάρτυρας ψεύδεται όταν επιμένει πως στις 12.04.2017, συνάντησε τον εφεσείοντα αρ. 2 και του επίδωσε κατά τον τρόπο που εισηγήθηκε τις ειδοποιήσεις Τύπος «Θ» και «Ι», όπως επίσης ψεύδεται, ως ήταν η εισήγησή του, όταν ισχυρίζεται ότι του επέδωσε στις 19.06.2018 τις ειδοποιήσεις Τύπος «ΙΑ» και «ΙΒ» . Δεν χρειάζεται αισθάνομαι να λεχθούν πολλά. Η παρουσίαση ενός εγγράφου, χωρίς την προσκόμιση σχετικής και αποδεκτής μαρτυρίας ικανής να εξηγήσει στο δικαστήριο το περιεχόμενό του, δεν επιτρέπει στο τελευταίο να υιοθετήσει όσα η πλευρά που το παρουσιάζει εισηγείται, μέσω υποβολών, ότι τούτο καταμαρτυρά και αποδεικνύει. Πέραν από τα πιο πάνω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, το δικαστήριο, έχοντας ως μόνο εφόδιο την δυνατότητα της παρατήρησης, δεν μπορεί καν με ασφάλεια να αντιληφθεί τι πραγματικά αποτυπώνεται στις συγκεκριμένες σφραγίδες. Παρά την κακή ποιότητα των σχετικών σφραγίδων, πέραν των πιο πάνω ημερομηνιών, διαπιστώνεται ότι σε αυτές περιλαμβάνονται δυσδιάκριτα σύμβολα και γραφή σε άγνωστη γλώσσα. Χωρίς την παράθεση σχετικής και αποδεκτής προς τούτο μαρτυρίας, ικανής να εξηγήσει στο δικαστήριο το περιεχόμενο αυτών των σφραγίδων και τι αυτές δηλώνουν, επιβεβαιώνουν ή καταμαρτυρούν, η οποία, αφού τεθεί στη βάσανο της αξιολογικής διύλισης θα επέτρεπε στο δικαστήριο να την υιοθετήσει, το τελευταίο δεν θα μπορούσε να υποθέσει τι πραγματικά σε αυτές καταγράφεται και αποτυπώνεται και στη συνέχεια, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο και αντινομικό, από μόνο του να ερμηνεύσει ή να εξηγήσει το περιεχόμενο τους. Χωρίς την παράθεση σχετικής και αποδεκτής μαρτυρίας προς τούτο, οι συγκεκριμένες σφραγίδες επί του διαβατηρίου του εφεσείοντα αρ. 2, είναι φανερό ότι δεν μπορούν να αξιοποιηθούν από το δικαστήριο, κατά τον τρόπο τουλάχιστον που εισηγείται η πλευρά των εφεσειόντων, δυνάμενες στο τέλος της ημέρας να ληφθούν υπόψη κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας των Μ. Νεοφύτου και Μ. Αποστόλου. Για τους ίδιου άλλωστε λόγους, το δικαστήριο αισθάνεται ότι δεν μπορεί να υιοθετήσει τις θέσεις του ευπαίδευτου συνήγορού των εφεσίβλητων, καθ' ον χρόνο ο τελευταίος καλούσε το δικαστήριο και πάλι χωρίς την παρουσίαση αναγκαίας προς τούτο μαρτυρίας, να αξιοποιήσει τα περιεχόμενο του ως άνω διαβατηρίου του εφεσείοντα αρ. 2, ερμηνεύοντας όμοιες σφραγίδες που εντοπίζονται στη σελίδα 12 του ως άνω διαβατηρίου, αποδίδοντας στο τέλος της ημέρας αλλότρια και σκοτεινά κίνητρα στην πλευρά των εφεσειόντων να παρουσιάσουν και να ερμηνεύσουν από μόνοι τους το συγκεκριμένο περιεχόμενό του ως άνω διαβατηρίου. Είναι φανερό ότι η παράθεση του πιο πάνω στοιχείου, απογυμνωμένου από οποιαδήποτε σχετική και αποδεκτή προς τούτο μαρτυρία, δεν επιτρέπει ουσιαστική αξιοποίηση του περιεχομένου του στο πλαίσιο της διεργασίας αξιολόγησης της μαρτυρίας αλλά και για την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων. Επανερχόμενος στο ζήτημα της αξιολόγησης της τεθείσας ενώπιων μου ζωντανής μαρτυρίας, άριστη ήταν η αντίληψη του δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του ιδιώτη δικαστικού επιδότη XXXXX Νεοφύτου. Έχοντας κατά νου τη ζωντανή παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, τη στάση, τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις του σε συνδυασμό με τον άμεσο, αυθόρμητο σταθερό και πειστικό του λόγο, δεν διατηρώ οποιαδήποτε αμφιβολία ότι αποτελούσε μάρτυρα της αλήθειας. Φανερά αποστασιοποιημένος από την εξέλιξη των γεγονότων, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι υπήρξε ειλικρινής μάρτυρας. Αναφέρθηκε σε πλείστες λεπτομέρειες όσον αφορά τον τρόπο που εξελίχθηκαν τα γεγονότα κατά το χρόνο της επίδοσης των σχετικών ειδοποιήσεων, περιγράφοντας με άνεση, χωρίς περιστροφές και αμφιταλαντεύσεις τα γεγονότα, αναφερόμενος ακόμη και στα διάφορα οχήματα που εξέρχονταν από την οικία στην οδό Στρατιωτικού Κοιμητηρίου αρ. XXXXX στη Λακατάμια κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, τα χρώματα και τους οδηγούς τους, χωρίς ουσιαστική αμφισβήτηση των αναφορών του. Η μαρτυρία του, χωρίς αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας για την εκδοχή που μετέφερε στο δικαστήριο σε σχέση με την εξέλιξη των ουσιαστικών γεγονότων που αφορούν την παρούσα περίπτωση. Ζήτημα το οποίο προκρίθηκε από την πλευρά των εφεσειόντων, ως στοιχείο δυνάμενο να προσβάλει την ποιότητα της μαρτυρίας του Μ. Νεοφύτου και την αξιοπιστία του, αποτέλεσε το γεγονός ότι ένορκες δηλώσεις του σε σχέση με την επίδοση των σχετικών ειδοποιήσεων, δεν φαίνεται να ήταν δεόντως συμπληρωμένες, με την έννοια ότι από τα σχετικά έντυπα δεν διαγράφηκαν αναφορές που εκ των πραγμάτων, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ιδίου, δεν ισχύουν. Με κάθε σεβασμό, στη συγκεκριμένη περίπτωση ούτε η πιο πάνω πραγματικότητα είναι δυνατόν να διαφοροποιήσει την καθ' όλα θετική αντίληψη του δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα. Η παράλειψη του δικαστικού επιδότη να συμπληρώσει δεόντως τα σχετικά έντυπα επίδοσης, διαγράφοντας για παράδειγμα επιλογές που δεν ίσχυαν για την περίπτωση ή ακόμη να καταγράψει σε κάποια αντίγραφα εγγράφων που επέδωσε την εξέλιξη γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώ σε άλλα έπραξε τούτο, παρά το γεγονός ότι αποτελεί πρακτική για την οποία ελέγχεται, έχοντας κατά νου την καθ' όλα πειστική μαρτυρία του και τις εξηγήσεις που έδωσε προς τούτο, δεν διατηρώ οποιαδήποτε αμφιβολία ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν κατά τον τρόπο που εξήγησε ενόρκως στο δικαστήριο. Εξήγησε στο δικαστήριο τους λόγους για τους οποίους δεν συμπληρώθηκαν στα αντίγραφα διάφορες αναφορές όσον αφορά την άρνηση του εφεσείοντα αρ. 2 να παραλάβει τη δεύτερη φορά, ήτοι την 19.06.2018, ότι του παραδόθηκε, ενώ ευθαρσώς παραδέχθηκε την παράλειψή του, ανάλογα να διαγράψει από τα σχετικά έγγραφα αναφορές που δεν ίσχυαν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εν πάση περιπτώσει, ενώπιων του δικαστηρίου, σταθερός και συνεπής στις τοποθετήσεις του αναφέρθηκε στην εξέλιξη των ουσιαστικών γεγονότων που εδώ ενδιαφέρουν, πείθοντας προς τούτο. Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής του δικαστηρίου ότι η μαρτυρία του περί ου ο λόγος μάρτυρα, στο βαθμό και την έκταση που διασταυρώνεται με τις τοποθετήσεις του μάρτυρα XXXXX Άποστόλου, συμπλέει και αλληλοσυμπληρώνεται από τις τοποθετήσεις του τελευταίου, κατά τρόπο που ενισχύει την εκδοχή και το αφήγημά του ως προς την εξέλιξη ουσιαστικών γεγονότων που εδώ ενδιαφέρουν. Η επιβεβαίωση των αναφορών του για τις προσπάθειες που κατέβαλε για εντοπισμό του εφεσείοντα αρ. 2 προς το σκοπό της επίδοσης των σχετικών ειδοποιήσεων αλλά και του γεγονότος ότι πράγματι ενημέρωσε τον XXXXX Αποστόλου για το γεγονός ότι την δεύτερη φορά που συνάντησε τον εφεσείοντα αρ. 2, ήτοι στις 19.06.2018, ήρθε σε αντιπαράθεση με τον κ. Αρσιώτη, με τον τελευταίο στη συγκεκριμένη μόνο περίπτωση να τον απειλεί, είναι μερικές από αυτές. Στο πλαίσιο του προβληματισμού του δικαστηρίου για το ζήτημα της επίδοσης ή μη των σχετικών ειδοποιήσεων Τύπος «Θ», «Ι», «ΙΑ» και «ΙΒ» στους εφεσείοντες, θα πρέπει παράλληλα να σημειωθεί ότι η προβολή της θέσης εκ μέρους της πλευράς των εφεσειόντων πως ο εφεσείοντας αρ. 2, στις 12.04.2017, απουσίαζε στο εξωτερικό, ειδικότερα στο Λίβανο, προβλήθηκε μόλις κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ως άνω XXXXX Νεοφύτου, μέσω υποβολής εκ μέρους του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων. Το ζήτημα, παρά τη σπουδαιότητα του όπως αυτή υπογραμμίστηκε από την πλευρά των εφεσειόντων, δεν φαίνεται να απασχόλησε τον κ. Αρσιώτη όταν ο τελευταίος προέβαινε στην ένορκη δήλωσή του, ημερ. 18.07.2018 που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση - έφεση, στο πλαίσιο της οποίας περιορίζεται να αναφέρει ότι στην οικία στην οδό Στρατιωτικού Κοιμητηρίου αρ. XXXXX, Πάνω Λακατάμια, ο ίδιος δεν διαμένει, καθότι βρίσκεται σε διάσταση με τη σύζυγό του, (θέση την οποία ο μάρτυρας Μ. Αποστόλου απέρριψε καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρος) προσθέτοντας απλώς: «Την διεύθυνση αυτή, εγώ την επισκέπτομαι όταν επιστρέφω από το εξωτερικό που εργάζομαι, κατά καιρούς, με σκοπό την επικοινωνία μου με τα δυο μου παιδιά». Θα ανέμενε κανείς, αν η κατάσταση πραγμάτων ήταν όπως προβλήθηκε μέσω της υποβολής του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων όσον αφορά την απουσία του στο Λίβανο κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία, τούτο, ως μείζον θέμα να προβαλλόταν ευθύς εξ αρχής από τον τελευταίο καθ' ον χρόνο προέβαινε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση - έφεση. Κάτι τέτοιο, όχι μόνο δεν διαπιστώνεται αλλά παράλληλα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ουσιαστικά δεν επιχειρήθηκε καν η προσαγωγή οποιασδήποτε θετικής και αποδεκτής μαρτυρίας, ικανής να πείσει, τιθέμενη βεβαίως στη βάσανο της αξιολόγησης, ότι η ως άνω υποβληθείσα κατά το στάδιο της αντεξέτασης θέση, ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Καθ' όλα θετική υπήρξε η αντίληψή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας του XXXXX Αποστόλου. Δεν διατηρώ την παραμικρή αμφιβολία ότι, καθ' ον χρόνο ο τελευταίος τέθηκε στη διάθεση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων και αντεξετάστηκε επί συγκεκριμένων ζητημάτων που προέβαλε στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των εφεσιβλήτων, υπήρξε ειλικρινής μάρτυρας, θέτοντας υπόψη του δικαστηρίου όσα ο ίδιος γνώριζε για την υπόθεση. Είναι σημαντικό άλλωστε να σημειωθεί πως πέρα από τις περί του αντιθέτου υποβολές που τέθηκαν στον μάρτυρα σε σχέση με την εξέλιξη των γεγονότων όπως ο ίδιος τα παρέθετε στο δικαστήριο, υπόψη του δικαστηρίου δεν τέθηκε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ή μαρτυρία, ικανά να κλονίσουν την αξιοπιστία του και την εκδοχή που προέβαλε όσον αφορά την εξέλιξη των ουσιαστικών γεγονότων στα οποία κλήθηκε να τοποθετηθεί. Αποτέλεσε θέση της πλευράς των εφεσείοντων ότι οι ειδοποιήσεις Τύπος «ΙΑ» και «ΙΒ» θα πρέπει να παραμεριστούν, καθ' ην έκταση παραβιάζουν τα συνταγματικά δικαιώματα των εφεσειόντων, ειδικότερα τα άρθρα 12, 23, 26, 28 και 30.2 του Συντάγματος ως επίσης τα άρθρα 6.
(1)και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Τούτο, υποστηρίζουν, καθ' ην έκταση αναδρομικά ο Ν.142(Ι)/2014τους έχει αφαιρέσει δικαιώματα προστασίας που τους παρείχε η υφιστάμενη νομοθεσία, δίδοντας μονομερή δικαιώματα στην εφεσίβλητη τράπεζα. Ομοίως, υποστηρίζουν ότι η αναδρομική απόδοση δικαιωμάτων στις τράπεζες εκτός των ιδιωτικών συμφωνιών των διαδίκων, παραβιάζει την αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου και την ελευθερία του συμβάλλεστε, ως επίσης την συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Αποτελεί καλά καθιερωμένη αρχή ότι το δικαστήριο δεν εξετάζει in abstracto (αφηρημένα) τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος, πάρα μόνο, αν τούτο είναι αναγκαίο για την επίλυση συγκεκριμένης δικαστικής διαφοράς. O δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, γίνεται μόνο αν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγούσε στην αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, διαφορετικά, απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Ο ως άνω περιορισμός τίθεται, με δεδομένο ότι τα δικαστήρια δεν χορηγούν γνωμοδοτήσεις αλλά επιλύουν διαφορές. Ούτε ασχολούνται με ζητήματα που δεν οδηγούν στην επίλυση της εκάστοτε κρινόμενης διαφοράς. Κατά συνέπεια, αν η τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διάταξης, δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, το δικαστήριο δεν χρειάζεται και επομένως δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας της επίμαχης νομοθετικής διάταξης (βλ. Μαρκιτανής v. Μουτζούρη
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 923 και «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο» του Π. Δαγτόγλου, σελ. 128 ). Ζητήματα αντισυνταγματικότητας άλλωστε, μπορούν να εγερθούν σε οποιοδήποτε στάδιο μιας διαδικασίας, ακόμα και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. Η ενασχόληση κατά προτεραιότητα με την εισήγηση της πλευράς των εφεσειόντων, ότι οι ειδοποιήσεις Τύπος «ΙΑ» και «ΙΒ» της αιτήτριας, επηρεάζουν κατά τρόπο ανεπίτρεπτο τα ως άνω συνταγματικά δικαιώματα των τελευταίων ως επίσης τα άρθρα 6.
(1)και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η τοποθέτηση του δικαστηρίου επί του ζητήματος κρίνεται σκόπιμη και ωφέλιμη αφού είναι προφανές ότι από μόνη της δυνατόν να σφραγίσει την τύχη της υπό συζήτηση έφεσης, καθιστώντας εκ των πραγμάτων αχρείαστη την περαιτέρω ενασχόληση με τα άλλα, ειδικότερα ζητήματα, που προωθούνται από την πλευρά της αιτήτριας. Ως η νομολογία των δικαστηρίων μας υποδεικνύει, όταν τίθεται θέμα αντισυνταγματικότητας οποιασδήποτε πρόνοιας νόμου, υπάρχει τεκμήριο συνταγματικότητας. Ως εκ τούτου, προτού το Δικαστήριο κηρύξει την πρόνοια ως αντισυνταγματική, οφείλει να ικανοποιηθεί προς τούτο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην υπόθεση Κυριακίδης Ηλίας κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1997)3 ΑΑΔ 485, μεταξύ άλλων σημειώθηκε πως : «Αποτελεί αξίωμα του δικαίου ότι εφόσον παρέχεται η δυνατότητα ερμηνείας του νόμου κατά τρόπο συνάδοντα προς το Σύνταγμα, αυτή υιοθετείται και ο νόμος διασώζεται. Σύμφωνα με άλλο ερμηνευτικό αξίωμα, επίσης σχετικό, επενεργεί μαχητό τεκμήριο ότι πρόθεση του νομοθέτη είναι η θεσμοθέτηση κανόνων μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο του Συντάγματος. Μόνο όπου τούτο αποκλείεται από το λεκτικό του νόμου ανατρέπεται το τεκμήριο και προκύπτει θέμα αντισυνταγματικότητας του νόμου.» Ως υποδεικνύεται στην υπόθεση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R.640 - βασική ως θεωρείται αυθεντία ως προς τις γενικές αρχές που αφορούν το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων - ειδικότερα στις σελίδες 654-656: "In considering the question of the constitutionality of a statute we have to be guided by certain well-established principles governing the exercise of judicial control of legislative enactments. In doing so we have looked for guidance to cases decided by the Supreme Court of the United States of America and, although not bound by such cases, we have adopted the following principles applicable by American Courts, as we are in agreement with the reasoning behind them. A rule of precautionary nature is that no act of legislation will be declared void except in a very clear case, or unless the act is unconstitutional beyond all reasonable doubt (Calder v. Bull, 3 Dall. 386, 399,
(1798)). Sometimes this rule is expressed in another way, in the formula that an act of Congress or a State Legislature is presumed to be constitutional until proved otherwise "beyond all reasonable doubt": see Ogden v. Saunders, 12 Wheat. 212
(1827); and other cases ending with Federation of Labor v. McAdory, 325 U.S. 450
(1945); see also The Attorney-General v. Ibrahim 1964 C.L.R. 195. Another maxim of constitutional interpretation is that the Courts are concerned only with the constitutionality of legislation and not with its motives, policy or wisdom, or with its concurrence with natural justice, fundamental principles of government or spirit of the Constitution: see Watson v. Buck, 313 U.S. 387
(1941). As was said by Mr. Justice Roberts in Nebbia v. New York, 291 U.S. 502
(1933); 78 Law. ed. 940, at page 957, "with the wisdom of the policy adopted, with the adequacy or practicability of the law enacted to forward it, the Courts are both incompetent and unauthorised to deal. The course of decision in this Court exhibits a firm adherence to these principles. Times without number we have said that the legislature is primarily the judge of the necessity of such an enactment, that every possible presumption is in favour of its validity, and that though the Court may hold views inconsistent with the wisdom of the law, it may not be annulled unless palpably in excess of legislative power". It is a cardinal principle that if at all possible the Courts will construe the statute so as to bring it within the law of the Constitution: United States v. C.I.O., 335 U.S. 106
(1948); Miller v. United States, 11 Wall. 268
(1871). The judicial power does not extend to the determination of abstract questions: Ashwander v. Tennessee Valley Authority 297 U.S. 288
(1935); 80 Law. ed.
- "It is not the habit of the court to decide questions of a constitutional nature unless absolutely necessary to a decision of the case": Burton v. United States, 196 U.S. 283, 295; 49 Law. ed. 482, 485, 25 S. Ct.
- The Court will not "formulate a rule of constitutional law broader than is required by the precise facts to which it is to be applied": Liverpool, N. Y. & P.S.S. Co. v. Emigration Comrs. 113 U.S.33; 28 Law. ed. 899, 5 S. Ct.
- In cases involving statutes, portions of which are valid and other portions invalid, the Courts will separate the valid from the invalid and throw out only the latter unless such portions are inextricably connected: Polloock v. Farmers' Loan and Trust Company, 158 U.S. 601, 635
(1895). Στην Μαυρογένης ν. Βουλής κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339 υποδείχτηκε ότι: «Η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα.» (Βλ επίσης Ανδρέα Οικονόμου ν. Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ) μέσω του Προέδρου αυτού
(2002)3 Α. Α. Δ. 676) Επιπρόσθετα, από την απόφαση στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία v. Π. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196, σημειώνονται και τα ακόλουθα: «Η συνταγματικότητα νόμου συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας. Η πραγματικότητα αυτή αναγνωρίστηκε στην The Improvement Board of Eyienja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R., 167. To δικαστήριο υπέδειξε ότι η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνον μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν. Στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1)
(2000)3 Α.Α.Δ. 157 λέχθηκαν τα εξής: «Η εξουσία αποκήρυξης νόμου ως αντισυνταγματικού εκτείνεται, σύμφωνα με το Άρθρο 140.1 του Συντάγματος, στο σύνολο του νόμου ή μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένη διάταξη του. Η αντισυνταγματικότητα διάταξης ή διατάξεων του νόμου συμπαρασύρει και το υπόλοιπο μέρος του, εάν η νομοθεσία αποτελεί ενιαίο σύνολο. Έχει αυτό το χαρακτηριστικό οποτεδήποτε οι πρόνοιες του νόμου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, οπόταν δε χωρεί διάσπασή τους - (βλ. Pres. Of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 1724. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 2165).» Στην υπό συζήτηση περίπτωση, η πλευρά των εφεσειόντων προσβάλλουν ως αντισυνταγματικές τις ως άνω ειδοποιήσεις Τύπος «ΙΑ» και «ΙΒ», επειδή, ως προκρίνουν, βασίζονται σε νόμο που ρυθμίζει αναδρομικά συμβατικές σχέσεις των διαδίκων, παραπέμποντας ειδικότερα στις πρόνοιες του τροποποιητικού νόμου 142(Ι)/2014. Ο ως άνω τροποποιητικός νόμος, τονίζουν περεταίρω, αφαιρεί αναδρομικά δικαιώματα των εφεσειόντων σε σχέση με ιδιωτικές συμφωνίες υποθηκών που είχαν καταρτιστεί από το 2008 μέχρι το 2011, ενώ παραβιάζει την αρχή της ισότητας, δίδοντας αναδρομικά δικαιώματα στις τράπεζες κατά παράβαση της ελευθερίας του συμβάλλεσθε. Με την ως άνω τροποποιητική νομοθεσία, υποστηρίζουν, παραβιάζεται το δικαίωμα απόλαυσης της ιδιοκτησίας, αφού επιτρέπεται η πώλησή της με τιμή έναρξης του πλειστηριασμού από το 80% της αξίας της περιουσίας και μεταγενέστερα - κάτω από προϋποθέσεις - σε εξευτελιστικές τιμές. Παρά την ομολογουμένως κατ' αρχήν γενικότητα της προβολής του ζητήματος, υπό την έννοια ότι δεν προτείνεται από την πλευρά των τελευταίων η σύγκρουση συγκεκριμένων διατάξεων του ως άνω νόμου με τις σχετικές συνταγματικές πρόνοιες στις οποίες παραπέμπουν, εντούτοις, με δεδομένο ότι προσδιορίζονται τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα που κατά την θέση των εφεσειόντων πλήττονται από την αναδρομική εφαρμογή προνοιών του μέρους VIA του Ν.9/1965 ως έχει τροποποιηθεί, στη βάση των οποίων έχουν αποσταλεί οι ως άνω ειδοποιήσεις, αισθάνομαι ότι τούτο επιτρέπει στο δικαστήριο να ασχοληθεί με το ζήτημα. Αποτελεί γενική αρχή δικαίου, ότι ένας νόμος δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ. Τούτο είναι δυνατόν μόνο εάν είναι δηλωτικός ή αν αφορά θέματα διαδικαστικά ή απόδειξης. Στις περιπτώσεις δε που ο νομοθέτης επιθυμεί να δώσει αναδρομική ισχύ σε νομοθετικές πρόνοιες, οι οποίες δεν καλύπτονται από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις, θα πρέπει ρητά να αναφέρει τούτο. Κατ' ουσία, υπάρχει τεκμήριο μη αναδρομικότητας στο νόμο, εκτός εάν ο νομοθέτης θεσπίσει νομοθετήματα όπως τα πιο πάνω ή εάν αναφέρει τούτο με ρητή πρόνοια (βλ. Χριστοφίδης v Παττίχης
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 245 και Σάντης ν. Interfund Investments Ltd
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1670). Σημειώνεται ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο νομοθέτης, τόσο μέσω του τροποποιητικού νόμου 142(Ι)/2014 όσο και μέσω του τροποποιητικού νόμου 87(Ι)/2018, ρητά και κατηγορηματικά έχει προσδώσει αναδρομικότητα στις διατάξεις του μέρους VIA του νόμου 9/
- Με κάθε σεβασμό προς τις εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων, με την εισαγωγή του μέρους VIA στο σχετικό νομοθέτημα, δεν υπήρξε οποιαδήποτε αλλοίωση ή επέμβαση στην περιουσία των εφεσειόντων. Ούτε βέβαια στο δικαίωμα τους ελεύθερα να συνάπτουν συμφωνίες και να οργανώνουν τις επαγγελματικές/επιχειρηματικές τους δραστηριότητες. Τίποτα δεν έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, ικανό να πείσει προς τούτο. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως έχει ήδη σημειωθεί, οι εφεσείοντες κάνοντας προφανώς χρήση των αναφαίρετων πιο πάνω δικαιωμάτων τους, διέθεσαν τη συγκεκριμένη ακίνητη περιουσία, παραχωρώντας την μέσω των Δηλώσεων Υποθήκης Υ13159/2011 και Υ14299/2008, ως ενυπόθηκη εγγύηση προς εξασφάλιση της εφεσίβλητης τράπεζας για την παραχώρηση από την τελευταία συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων. Ότι ρυθμίζεται μέσω της συγκεκριμένης τροποποίησης, είναι θέματα διαδικασίας που άπτονται της μεθόδου αξιοποίησης των από μακρού χρόνου ενυπόθηκων ακινήτων προς ικανοποίηση εξ' αποφάσεως χρέους. Η ενσωμάτωση των συγκεκριμένων προνοιών στο νόμο, δεν διαφοροποιεί ούτε επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα του ιδιοκτήτη όπως αυτά είχαν καθοριστεί με την αποδοχή από μέρους του της παραχώρησης των ακινήτων του για εγγραφή υποθηκών προς εξασφάλιση των σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Μέσω τους, προστίθεται ακόμα ένας «διαδικαστικός διάδρομος» για την εκποίηση των ακινήτων που με την ελεύθερη βούληση του ιδιοκτήτη τους έχουν ήδη υποθηκευτεί προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων. Δεν δημιουργούν κάποιο νέο δικαίωμα για την καθ' ης αίτηση εφεσίβλητη τράπεζα. Πρόκειται για νομοθέτημα που ουσιαστικά αφορά διαδικαστικά ζητήματα, ειδικότερα για τον τρόπο που ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να εξασκήσει δικαιώματα που έχουν από μακρού χρόνου, συμβατικά, παραχωρηθεί στον ίδιο με τον καταρτισμό των σχετικών υποθηκών το 2008 και 2011, χωρίς να πλήττονται ή να διαφοροποιούνται στην ουσία και τον πυρήνα τους, αναγνωρισμένα από το Σύνταγμα και το νόμο δικαιώματα. Είναι σημαντικό εξάλλου να σημειωθεί το γεγονός πως ο Ν.9/1965, πολύ πριν από την τροποποίηση του με τον τροποποιητικό νόμο142(Ι)/2014 και την ενσωμάτωση, μεταξύ άλλων, του μέρους VIA σε αυτόν, προνοούσε και έδιδε το δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, ακόμη και πριν ή χωρίς την εξασφάλιση δικαστικής απόφασης. Στη βάση δε της ισχύουσας νομοθεσίας και κανονισμών (βλ. Μέρος V του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, (Κεφ.6) και τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (περιορισμός πωλήσεων) νόμο του 2002 (Ν.88(I)/2002)), τέτοια πώληση μπορούσε στο τέλος της ημέρας να πραγματοποιηθεί, είτε στο ύψος επιφυλαχθείσας τιμής, είτε τελικά, χωρίς να εξασφαλιστεί η επιφυλαχθείσα τιμή. Υπό το σύνολο όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνολικά θεωρούμενων με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα, αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου ότι η εισαγωγή του συγκεκριμένου μέρους του νόμου, δεν επιδρά καθ' οιονδήποτε τρόπο αρνητικά στην απόλαυση των ως άνω συνταγματικών δικαιωμάτων της αιτήτριας, ούτε έχει καταδειχθεί ότι έρχεται σε αντίθεση με τα άρθρα 6.1 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπως επιγραμματικά θα πρέπει να σημειωθεί προκρίνεται τούτο από την πλευρά των εφεσειόντων, κατά τρόπο που θα επέβαλλε την παρέμβαση του δικαστηρίου, ως εισηγείται η πλευρά των τελευταίων. Πριν από την ενασχόληση με τα ουσιαστικότερα ζητήματα που προκρίνονται από την πλευρά των εφεσειόντων, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι στο μεταξύ, μέσω του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/2018, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 13.07.2018 και τέθηκε σε ισχύ, μεταξύ άλλων, έχει τροποποιηθεί το μέρος VIA του Ν.9/
- Είναι φανερό ότι οι πρόσθετες τροποποιήσεις του βασικού νόμου μέσω του Ν.87(Ι)/2018, έχουν τη δική τους σημασία για σκοπούς αντιμετώπισης της υπό συζήτηση αίτησης - έφεσης, με δεδομένο ότι αυτή καταχωρήθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο της ως άνω τροποποίησης του νόμου, ήτοι στις 18.07.
- Τα πιο πάνω βέβαια, πέραν και ανεξάρτητα του γεγονότος ότι ανάμεσα στις προσθήκες και τροποποιήσεις του συγκεκριμένου μέρους VIA του Ν.9/1965, μέσω του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/2018, είναι και η προσθήκη νέας επιφύλαξης στο εδάφιο 3 του άρθρου 44Α, σύμφωνα με την οποία: «Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που έχει αρχίσει οποιαδήποτε διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου θα εφαρμόζονται, ανεξαρτήτως εάν στάλθηκαν οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018». Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/1965 ως ίσχυε κατά το χρόνο καταχώρησης και προώθησης της υπό συζήτηση αίτησης - έφεσης: «
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου˙ (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο». Με δεδομένη την αποδοχή της εκδοχής της πλευράς των εφεσιβλήτων όσον αφορά την επίδοση όλων των ειδοποιήσεων, ειδικότερα των ειδοποιήσεων τύπος «Θ», «Ι», «ΙΑ» και «ΙΒ», αναπόδραστη φαίνεται η κατάληξη στην απόρριψη της εισήγησης της πλευράς των εφεσειόντων ότι η σχετική ειδοποίηση τύπος «ΙΑ» -όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 44Γ
(3)(β) - δεν έχει δεόντως επιδοθεί. Αντίθετα, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου, φαίνεται ότι οι σχετικές και αναγκαίες ειδοποιήσεις, στο σύνολό τους, δεόντως συμπληρωμένες και τελώντας σε σύμπνοια με τις σχετικές πρόνοιες του νόμου κατά τον τύπο και το περιεχόμενο, νομότυπα και ορθά έχουν επιδοθεί εντός των καθορισμένων από το σχετικό μέρος VIA του Ν.9/1965 προθεσμιών. Οι σχετικές ένορκες δηλώσεις επίδοσής τους και η μαρτυρία που τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου σε σχέση με το ζήτημα, ως έγινε αποδεκτή, συνολικά και σε συνδυασμό θεωρούμενες, επιβεβαιώνουν την πιο πάνω κατάληξη του δικαστηρίου. Η εισήγηση εκ μέρους τω εφεσειόντων ότι η ειδοποίηση «ΙΒ» θα έπρεπε να επιδοθεί σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίηση τύπου «ΙΑ», δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Πέραν του γεγονότος ότι τέτοια υποχρέωση, όσον αφορά την προθεσμία που ως εισηγείται η πλευρά των εφεσειόντων θα έπρεπε να τηρηθεί για την επίδοση της ειδοποίησης τύπου «ΙΒ», δεν φαίνεται ούτως ή άλλως να ετίθετο σε οποιοδήποτε στάδιο στο νόμο, ως υποδεικνύεται στο άρθρο 44Δ
(2)του Ν.9/1965, ως τούτο έχει διαμορφωθεί με τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/2018και ίσχυε κατά τον χρόνο καταχώρησης της υπό συζήτηση αίτησης, η ειδοποίηση Τύπος «ΙΒ»: «δύναται να επιδίδεται είτε πριν από είτε μετά από είτε ταυτόχρονα με την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ».». Με δεδομένη άλλωστε την τροποποίηση του άρθρου 44Γ
(3)του Ν.9/1965 μέσω του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/2018, το γεγονός ότι εκκρεμούν τρεις δικαστικές διαδικασίες, ειδικότερα οι αγωγές υπ' αριθμό 32/2016 και 721/2016 που προωθούνται από την πλευρά της εφεσίβλητης τράπεζας εναντίον των εφεσειόντων όπως και η αγωγή 1922/2018 που προωθείται από την πλευρά των εφεσειόντων σε βάρος της εφεσίβλητης τράπεζας, τούτο, δεν αποτελεί πλέον εξέλιξη που αναγνωρίζεται στο νόμο ως λόγος για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μέσω της διαδικασίας που προβλέπεται στο μέρος VIA του Ν. 9/
- Άλλωστε, ως ο νόμος ρητά προβλέπει, ο ενυπόθηκος δανειστής έχει κάθε δικαίωμα να προχωρήσει ταυτόχρονα με την προώθηση πολιτικής αγωγής και στη διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου στη βάση των Διατάξεων του μέρους VIA του Ν.9/
- Περαιτέρω, για όση σημασία μπορεί τούτο να έχει μεσολαβούσης της τροποποίησης του σχετικού νόμου, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί ότι ο Ν.9/1965, πολύ πριν από την ως άνω τροποποίηση του και την ενσωμάτωση σε αυτόν της ως άνω πρόνοιας, κατά τρόπο απόλυτο και κατηγορηματικό προέβλεπε ήδη, πως καμία διάταξη του μέρους VIA του Ν.9/1965 δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή να ακολουθήσει τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου που προβλέπεται στις διατάξεις του μέρους VI του ως άνω νόμου, αλλά και αντίστροφα (βλ. άρθρο 44Α
(4)). Σε κάθε περίπτωση, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου η επιλογή της καθ' ης η αίτηση τράπεζα να προωθήσει στη συγκεκριμένη περίπτωση τη διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Ν.9/1965, δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί καταχρηστική. Ούτε διαπιστώνονται στοιχεία κακοπιστίας εκ μέρους της εφεσίβλητης τράπεζας. Της δρομολόγησής της ως άνω διαδικασίας προηγήθηκαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των πλευρών οι οποίες κατέληξαν σε αδιέξοδο, ενώ η εφεσίβλητη φαίνεται να ενεργεί και να επιδιώκει αποτελέσματα εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας, η οποία, μεταξύ άλλων, ρητά διακηρύσσει ότι δεν εμποδίζεται η δρομολόγηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Ν.9/1965 από το γεγονός ότι εκκρεμούν σχετικές αγωγές. Συνακόλουθα των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση - έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, (βλ. Halsbury's Laws of England 3η έκδοση σελ. 421 Παρ. 795-796) επιδικάζονται υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον της εφεσείουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο