← Κύπρος

Μαυρομμάτης ν. Τριφταρίδης, Αγωγή αρ. 5507/2010, 7/9/2018

Μαυρομμάτης ν. Τριφταρίδης, Αγωγή αρ. 5507/2010, 7/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A481 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 5507/2010 Μεταξύ: XXXXX Μαυρομμάτης Ενάγων και XXXXX Τριφταρίδης Εναγόμενος Μεταξύ: XXXXX Τριφταρίδης Εξ ανταπαιτήσεως ενάγων και XXXXX Μαυρομμάτης Εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 07 Σεπτεμβρίου, 2018. Για τον ενάγοντα και εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο, εμφανίζεται η κα Μ-Α. Στυλιανού για τους κ.κ.Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο και εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντα, εμφανίζεται ο κ.Α.Δράκος για τους κ.κ.Δράκος και Ευθυμίου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγων και εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος («ο ενάγων») εγκαλεί τον εναγόμενο και εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντα («ο εναγόμενος») ως τον μόνον υπεύθυνο, ένεκα αμέλειας και/ή παράβασης νόμιμου καθήκοντος, για την πρόκληση τροχαίου δυστυχήματος στο οποίο ενεπλάκησαν («το δυστύχημα»). Το δυστύχημα συνέβηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της 24.10.2009 επί της λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού στη Λευκωσία («η λεωφόρος»), καθ΄ ων χρόνον ο ενάγων διεσταύρωνε τη λεωφόρο, ο δε εναγόμενος οδηγούσε το ιδιόκτητο αυτοκίνητο υπ΄ αριθμόν εγγραφής XXXXX43 («το αυτοκίνητο»). Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι, συνέπεια του δυστυχήματος, υπέστηκε υλικές ζημιές και σωματικές βλάβες, για τις οποίες διεκδικεί αποζημιώσεις. Ο εναγόμενος αρνείται όσα ο ενάγων του καταλογίζει και όσα αυτός προβάλλει ως συνέπειες του δυστυχήματος, αντιτείνει πως ο ενάγων υπέχει αποκλειστική και/ή συντρέχουσα ευθύνη για το δυστύχημα και ανταπαιτεί αποζημιώσεις για υλικές ζημίες τις οποίες υπέστηκε και ο ίδιος. Στην έκθεση απαίτησης δικογραφούνται τα εξής: Στις 24.10.2009 και ενώ ο εναγόμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο επί της λεωφόρου κτύπησε τον ενάγοντα ο οποίος επεχείρησε να διασταυρώσει πεζός. Ο εναγόμενος υπήρξε αμελής και ο μόνος υπεύθυνος για το δυστύχημα γιατί οδηγούσε με ταχύτητα μεγαλύτερη από την επιτρεπομένη, παρέλειψε να αντιληφθεί και/ή να αντιληφθεί εγκαίρως την νόμιμη παρουσία του ενάγοντος στην λεωφόρο, παρέλειψε να σταματήσει εγκαίρως για να δώσει προτεραιότητα στον ενάγοντα, εν αντιθέσει με όσα έπραξε ο οδηγός άλλου αυτοκινήτου, και παρέλειψε να προβεί σε οιανδήποτε ενέργεια για να αποφύγει τη σύγκρουση με τον ενάγοντα, συμπεριλαμβανομένης της έγκαιρης και αποτελεσματικής χρήσης φρένων. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο ενάγων ήταν ηλικίας τριαντα-οκτώ

(38)ετών, υγιής, εργατικός και δραστήριος. Εργοδοτείτο ως υπάλληλος της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου («η Α.Η.Κ.»), με μηνιαίες απολαβές ύψους €1.569.65. Συνεπεία του δυστυχήματος ο ενάγων υπέστηκε, κυρίως, θλαστικό τραύμα και εκδορές στο τριχωτό μέρος της κεφαλής, εκδορές στην ωμοπλάτη, το πρόσωπο και τη δεξιά παλάμη, εκχύμωση στον αριστερό ώμο, οίδημα στην αριστερή ποδοκνημική άρθρωση και το αριστερό γόνατο και εκδορές, κρανιοεγκεφαλική κάκωση και κακώσεις των άνω άκρων και των γονάτων και ριζοπάθεια αυχενικής ρίζας. Υπέφερε και εξακολουθεί να υποφέρει σωματικά και ψυχολογικά από τους τραυματισμούς αυτούς και τα κατάλοιπά τους. Η δε ευημερία του έχει περιορισθεί. Ο ενάγων νοσηλεύθηκε σε κρατικό και ιδιωτικό νοσοκομείο και υπεβλήθηκε σε εγχειρίσεις. Διεκδικεί ειδικές αποζημιώσεις, για υλικές ζημίες, γενικές αποζημιώσεις, για σωματικές βλάβες και τα κατάλοιπά τους, αποζημιώσεις για την απώλεια απολαβών από την εργασία του, τόκους και έξοδα. Διά της υπεράσπισης και ανταπαίτησης προβάλλονται τα εξής: Πράγματι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο εναγόμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο επί της λεωφόρου, ο δε ενάγων επεχείρησε να τη διασχίσει πεζός. Όμως, ο ενάγων έπραξε τούτο κατά τρόπον αμελή και επικίνδυνο, κινούμενος γοργά και χωρίς να χρησιμοποιήσει την παρακείμενη διάβαση πεζών, κινούμενος χωρίς να λάβει μέτρα για την προφύλαξή του, κινούμενος διαμέσου άλλων αυτοκινήτων και καλυμμένος από αυτά και, τέλος, κινούμενος χωρίς να παρακολουθεί την κίνηση στη λεωφόρο και χωρίς να λαμβάνει υπ΄όψιν όσους άλλους την χρησιμοποιούσαν. Εξ ου και ο ενάγων είναι ο μόνος υπεύθυνος ή συντρεχόντως υπεύθυνος για το δυστύχημα. Ο ενάγων δεν υπέστηκε τους τραυματισμούς που ισχυρίζεται και ούτε υποφέρει τα κατάλοιπά τους. Και ούτε υπέστηκε τις ειδικές ζημιές τις οποίες ισχυρίζεται. Εξ αιτίας της αμελούς, παράνομης και αντικανονικής συμπεριφοράς του ενάγοντος, ο εναγόμενος υπέστηκε υλικές ζημίες συμποσούμενες στις €5.866,70, τις οποίες ανταπαιτεί. Δια της απάντησης στην υπεράσπιση και της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση, ο ενάγων επαναλαμβάνει το αρχικό δικόγραφό του και αρνείται και απορρίπτει όσα ο εναγόμενος ισχυρίζεται και ανταπαιτεί. Για να αποδείξει τις αξιώσεις του και για να προωθήσει την υπεράσπισή του όσον αφορά στην ανταπαίτηση, κατέθεσε ο ίδιος ο ενάγων XXXXX Μαυρομμάτης (Μ.Ε.2) και εκάλεσε, ως μάρτυρες, τον αστυφύλακα XXX5 XXXXX Χαραλάμπους (Μ.Ε.1), εξεταστή της υπόθεσης, το XXXXX Παπαϊωάννου (Μ.Ε.3), αυτόπτη μάρτυρα, τον Δρ. XXXXX Τάνο (Μ.Ε.4), Ορθοπεδικό Χειρουργό, και τον XXXXX Γεωργίου (Μ.Ε.5), διπλωματούχο μηχανολόγο οχημάτων και εκτιμητή μηχανοκίνητων οχημάτων. Για να προωθήσει την υπεράσπισή του και να αποδείξει την ανταπαίτησή του, κατέθεσε ο ίδιος ο εναγόμενος XXXXX Τριφταρίδης (Μ.Υ.2) και εκάλεσε, ως μάρτυρες, την XXXXX Πόντου (Μ.Υ.1), αυτόπτη μάρτυρα, και τον XXXXX Αγαθαγγέλου (Μ.Υ.3), επίσης διπλωματούχο μηχανολόγο οχημάτων και εκτιμητή μηχανοκίνητων οχημάτων. Επιπλέον της προφορικής μαρτυρίας κατετέθηκε έγγραφη και πραγματική. Μεταξύ άλλων, κατετέθηκαν πρόχειρο και συμμετρικό σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήρια 1 και 2, αντιστοίχως), οι γραπτές καταθέσεις στην Αστυνομία της XXXXX Πόντου (Μ.Υ.1), ημερ. 10.11.2009, και του εναγομένου XXXXX Τριφταρίδη (Μ.Υ.2), ημερ. 25.10.2009 (τεκμήρια 3 και 26, αντιστοίχως), ιατρικά πιστοποιητικά ημερ. 11.01.2010, 21.04.2012 και 15.01.2018, εκδοθέντα από το Δρ. XXXXX Τάνο (Μ.Υ.4) (τεκμήρια 5 και 25), βεβαίωση ημερ 26.10.2010, εκδοθείσα από την Α.Η.Κ. (τεκμήριο 10), και έκθεση για την εκτίμηση του κόστους επιδιόρθωσης των ζημιών στο αυτοκίνητο (τεκμήριο 28). Η ακροαματική διαδικασία διευκολύνθηκε με την κοινή δήλωση πως, σε περίπτωση που θα αποδοθεί στον εναγόμενο η αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος, ο ενάγων θα δικαιούται ειδικές αποζημιώσεις συμποσούμενες στις €17.847,70, εντόκως. Η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις. Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας, η δε έγγραφη και πραγματική είναι καταχωρισμένη ως τεκμήρια. Παρέλκει η πλήρης απόδοσή της. Το κρίσιμο μέρος της μαρτυρίας θα σκιαγραφηθεί και θα αξιολογηθεί τμηματικά, κατά τη συζήτηση που ακολουθεί:
(1)Ας σημειωθούν, τα κάτωθι εν σχέσει με το πλαίσιο εκδίκασης υποθέσεων ως η προκειμένη: Οι αξιώσεις για αποζημιώσεις, οι οποίες πηγάζουν από αμέλεια, συμπεριλαμβανόμενης της αμέλειας οδηγού, επιλύονται εφ΄ όσον καθορισθεί η ευθύνη των εμπλεκομένων και η ζημία του ενάγοντος (Πάφος Στόουν Σ. Εστέτις Λτδ κ.α. ν. Ευθυμίου Βαλαωρίτη κ.α.
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 225). Το αστικό αδίκημα της αμέλειας (άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) συνίσταται στην ζημιογόνα παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον επιμέλειας περιλαμβάνει την επιμέλεια την οποία, καθ΄ υπόθεσιν, θα επεδείκνυε ο μέσος συνετός άνθρωπος για να αποφύγει να προκαλέσει ζημία στον πλησίον του υπό συνθήκες όμοιες με τις επίδικες. Τα όρια του καθήκοντος επιμέλειας διαγράφονται επί τη βάσει της έννοιας των όρων «μέσος συνετός άνθρωπος» και «πλησίον». Ειδικότερα, το καθήκον επιμέλειας οδηγού οχήματος «προσδιορίζεται αντικειμενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του.» (Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 218, 222). Το καθήκον αυτό συναρτάται προς τη δυνατότητα πρόβλεψης του κινδύνου. Εφ΄όσον, υπό τις εκάστοτε συγκεκριμένες περιστάσεις, η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι ευλόγως εμφανής τότε η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Μιχαήλ Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου Λάμπρου Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, 484). Το κατά πόσον συγκεκριμένος οδηγός θα κριθεί υπεύθυνος για αμελή οδήγηση εξαρτάται πρωτίστως από τα γεγονότα. Και η δοκιμή που γίνεται για να διαπιστωθεί τέτοια ευθύνη είναι αντικειμενική. Ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, πως ο εναγόμενος έχει αποκλίνει από το επίπεδο φροντίδας και ικανότητας που θα μπορούσε να ασκήσει, υπό τις ίδιες συνθήκες, ένας λογικός, συνετός, ικανός και έμπειρος οδηγός (Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68). Με άλλα λόγια, το μέτρο δεν αποτελεί «ο τέλειος οδηγός» (Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 4). Περαιτέρω, η εκάστοτε αμελής ενέργεια πρέπει να συσχετίζεται προς συγκεκριμένο καθήκον επίδειξης φροντίδας και μέριμνας (duty of care) σε κάθε πρόσωπο το οποίον, κατά λογική πρόβλεψη, δυνατόν να επηρεασθεί από τις ενέργειες του οδηγού.«.. αμέλεια, γενικά και αόριστα... («negligence in the air») δεν υπάρχει.» (Αναστασίου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 28). Η δυνατότητα πρόβλεψης, εκ μέρους του οδηγού, «συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» [(Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω)]. Έτσι, η συγκεκριμενοποίηση του καθήκοντος φροντίδας και επιμέλειας γίνεται επί τη βάσει των γεγονότων της υπόθεσης. Αποφασίζεται, πρώτον, η φύση του καθήκοντος και, δεύτερον, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του, κατά πόσον ο οδηγός το έχει εκπληρώσει [(Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω)]. Το γεγονός πώς επήλθε σύγκρουση με εμπλεκόμενο ένα όχημα δεν εξυπακούει, άνευ άλλου τινός, αμέλεια του οδηγού του (Παππάς ν. Ναθαναήλ
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 275, 279). Το καθήκον για επίδειξη επιμέλειας είναι ανάλογο με την πιθανότητα εμφάνισης κινδύνου υπό τις εκάστοτε συγκεκριμένες περιστάσεις. Εάν η πιθανότητα εμφάνισης κινδύνου είναι τέτοια ώστε θα μπορούσε με ασφάλεια να αγνοηθεί, τότε δεν συντρέχει καθήκον για επίδειξη επιμέλειας. Στην απόφαση Ιωάννου v. Στυλιανού
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1861, 1865 αναφέρονται τα εξής: «..αν η πιθανότητα εμφάνισης κινδύνου είναι λογικά εμφανής, τότε η παράλειψη λήψης των αναγκαίων προφυλάξεων συνιστά αμέλεια. Αντίθετα, αν η πιθανότητα κινδύνου είναι τέτοια που ουδέποτε θα εγειρόταν στην σκέψη ενός λογικού ανθρώπου, τότε η παράλειψη λήψης ασυνήθιστων προφυλάξεων δεν συνιστά αμέλεια...». Το ειδικό καθήκον ενός οδηγού να επιδεικνύει τη δέουσα παρατηρητικότητα (proper lookοut) προσδιορίζεται ως εξής στο σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence, 7η έκδοση, σελ. 683: «Lookout. It is the duty of the driver or the rider of a vehicle to keep a good lookout. He must look out for other traffic, which is or may be expected to be on the road, whether in front of him, behind him or alongside of him, especially at crossroads, junctions and bends. Also he must look out for traffic light signals and traffic sings, including lines marked on the highway. Disregard of traffic signal and failure to keep a proper lookout are evidence of negligence». Η απόδοση ευθύνης σε πρόσωπο το οποίον ενεπλάκηκε σε τροχαίο δυστύχημα συναρτάται με δύο παράγοντες: πρώτον, το μεμπτό της οδικής συμπεριφοράς (blameworthiness), κρινόμενο, ως προαναφέρεται, υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας και, δεύτερον, την αιτιώδη σχέση μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημιάς που προέκυψε (causative potency) (Αλεξάνδρου v. Λεβέντης
(1996)1 Α.Α.Δ. 420, 426, Χριστοφόρου v. Τρύφωνος
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ 1516, 1520 και Χαριλάου v. Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1420). Η ευθύνη των προσώπων τα οποία ενεπλάκησαν σε τροχαίο δυστύχημα επιμερίζεται με γνώμονα την κοινή λογική και την καθημερινή εμπειρία. Περαιτέρω, οι εκατέρωθεν συμπεριφορές και παραλείψεις αξιολογούνται και συνεκτιμώνται λαμβανομένης υπ΄όψιν όλης της εικόνας και όχι μικροσκοπικά. Ο καταμερισμός της ευθύνης μεταξύ των εμπλεκομένων αποτελεί έργο του Δικαστηρίου [Χαριλάου v. Νικολάου (ανωτέρω)]. Ειδικότερα, όσον αφορά στις περιπτώσεις τροχαίων δυστυχημάτων όπου, μεταξύ των εμπλεκομένων, είναι και πεζός, έχουν νομολογηθεί και τα εξής: «Τόσο οι πεζοί όσο και οι οδηγοί οφείλουν ο ένας προς τον άλλον καθήκον φροντίδας γιατί και οι δύο είναι άτομα που χρησιμοποιούν το δρόμο (Zavallis v. Evangelou and Another
(1984)1 C.L.R. 460 και Omer v. Pavlides
(1971)1 C.L.R. 404)» [(Iωάννου v. Στυλιανού (ανωτέρω)]. Όσον αφορά στον υπολογισμό των γενικών αποζημιώσεων στις περιπτώσεις όπου αποδεικνύονται σωματικές βλάβες, αυτές «πρέπει να είναι δίκαιες, εύλογες και κοινωνικά αποδεκτές. Σκοπός είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και ζημιά του τραυματισθέντος χωρίς να τίθεται υπερβολικό βάρος επί του αδικοπραγήσαντος. Ο ανθρώπινος πόνος και δυσχέρεια πρέπει να αποτιμούνται με φιλελεύθερο πνεύμα, λόγω των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας και η γενική τάση είναι να αυξάνεται το ποσό των αποζημιώσεων, σε μία προσπάθεια πιο δίκαιης αποτίμησης του πόνου, λαμβανομένης υπόψη της συνεχούς μείωσης της αξίας του χρήματος. Όσον αφορά προηγούμενες αποφάσεις, αυτές μόνο καθοδήγηση παρέχουν, γιατί είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθούν δύο υποθέσεις με τα ίδια ακριβώς στοιχεία (βλ. Αντωνιάδης ν. Μακρίδης
(1969)1 Α.Α.Δ. 245, Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 Α.Α.Δ. 789, Νοεφύτου ν. Χ'Δημητρίου
(1982)1 Α.Α.Δ. 430, Παναγής ν. Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Σπύρου ν. Χ'Χαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ. 298, Miller v. Peter,
(1999)1 Α.Α.Δ. 2091)» (Ειρήνη Ανδρέου ν. Αντώνης Θεμιστοκλέους,
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 355, 362). «Η νομολογία αποκαλύπτει σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και τη ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου (βλ. Μεταξύ άλλων Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789, Polykarpou v. Adamou
(1988)1 A.A.Δ. 475, Παναγή ω. Θεοδώρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1303, Κωνσταντίνου ν. Ιωάννου
(1993)1 Α.Α.Δ. 669). Σταθερή είναι όμως η αρχή του δικαίου ότι οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτές. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση. Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσο για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων». (Κυριάκος Μαυροπετρή ν. Γεωργίου Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, 74-5). Τέλος, όσον αφορά στο ζήτημα της απώλειας μελλοντικών απολαβών έχουν νομολογηθεί οι εξής αρχές: Εάν, κατά τον χρόνο της ακρόαση,ς ο ενάγων εξακολουθεί να εργοδοτείται, το Δικαστήριο δύναται να επιδικάσει υπέρ του κάποιο ποσόν, ως η απώλεια της εισοδηματικής του ικανότητας, εάν κρίνει πως ενδέχεται αυτός να απωλέσει την εργασία του πριν από την, υπό κανονικές συνθήκες, αναμενόμενη συνταξιοδότησή του. Εάν το ενδεχόμενο απώλειας της εργασίας του ή εάν το ενδεχόμενο αδυναμίας εξασφάλισης άλλης εργασίας, εξ ίσου ικανοποιητικής, είναι μικρό τότε θα επιδικασθεί υπέρ του ενάγοντος ένα μικρό ποσόν. Ο κίνδυνος απώλειας μελλοντικών απολαβών θα πρέπει να υπολογίζεται εν σχέσει με το χρόνο, κατά τον οποίον αυτή είναι πιθανόν να επέλθει, εν σχέσει με την πιθανότητα εξεύρεσης υπαλλακτικής εργοδότησης και εν σχέσει με οιανδήποτε άλλο παράγοντα, ευνοϊκό ή δυσμενή, ο οποίος δύναται να επηρεάσει τις πιθανότητες του ενάγοντος να εξασφαλίσει απασχόληση. Περαιτέρω, κατά την εκτίμηση του κινδύνου που διατρέχει ο ενάγων να απωλέσει την υφιστάμενη εργοδότησή του το Δικαστήριο λαμβάνει υπ΄όψιν διάφορους παράγοντες όπως τη φύση και τις επιχειρηματικές δυνατότητες των εργοδοτών του, την ηλικία και τα προσόντα του, τη διάρκεια της εργοδότησής του από το συγκεκριμένο εργοδότη, τον χρόνο έως και την κανονική συνταξιοδότησή του, τη φύση της ανικανότητάς του καθώς και την οιανδήποτε ανάληψη υποχρέωσης ή την δήλωση προθέσεων των εργοδοτών του εν σχέσει με την μελλοντική του εργοδότηση ("Thia" Industries (Thermosifones Eliakon Akninon) Ltd v. Hadjikyriacou
(1982)1 C.L.R. 871, Moeliker v. A. Reyrolle and Co. Ltd
(1977)1 Al E.R. 9, Karavallis v. Economides
(1970)1 C.L.R. 271, 287, Φοινικαρίδης κ.α. v. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, 490 και Μαυροπετρής v. Λουκά (1995 1 Α.Α.Δ. 66). Στην απόφαση Χρίστου v. Χριστοφή κ.α.
(1998)1 (Α) Α.Α.Δ. 503, 508-9 αναφέρονται τα εξής: «Ακόμα κι όταν ο ενάγων επιστρέψει στην προ του δυστυχήματος εργασία του χωρίς φανερές οικονομικές επιπτώσεις από τα τραύματα του ή ακόμα και αν εξασφαλίσει νέα εργοδότηση με μεγαλύτερες αποδοχές, υπάρχει πάντα η πιθανότητα να έχει υποστεί μείωση της μελλοντικής εισοδηματικής του ικανότητας. Από την άλλη το γεγονός και μόνο ότι ο τραυματισμός κατέστησε αναγκαία την αλλαγή εργασίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως και μείωση της ικανότητας για εργασία ή μείωση των απολαβών του εργαζομένου».
(2)Η σκιαγράφηση και η αξιολόγηση της μαρτυρίας αρχίζει, ως η λογική του πράγματος επιβάλλει, από το μέρος της που αφορά στις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβηκε το δυστύχημα. Και αυτό για να διαπιστωθεί κατά πόσον υπήρχε, εξ αντικειμένου, η δυνατότητα να αντιληφθεί ο εναγόμενος τον ενάγοντα, να διασχίζει τη λεωφόρο, ενωρίτερα και να δράσει διαφορετικά. Μόνον υπό τις προϋποθέσεις αυτές συγκεκριμενοποιείται καθήκον φροντίδας και επιμέλειας του εναγομένου έναντι του ενάγοντος. Για το ζήτημα αυτό χρήσιμα είναι τα όσα εδήλωσαν ο αστυφύλακας XXX5 XXXXX Χαραλάμπους (Μ.Ε.1), ο ενάγων XXXXX Μαυρομμάτης (Μ.Ε.2), ο XXXXX Παπαϊωάννου (Μ.Ε.3), η XXXXX Πόντου (Μ.Υ.1) και ο εναγόμενος XXXXX Τριφταρίδης (Μ.Υ.2). Τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν εν σχέσει με τις συνθήκες που επεκρατούσαν στη λεωφόρο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τη συμπεριφορά των εμπλεκομένων, ενόσω αυτοί εκινούντο επί της λεωφόρου, καθώς και τη δυνατότητα οδηγού, κινουμένου επί της λεωφόρου με κατεύθυνση προς την περιοχή η οποία είναι γνωστή ως τα «Φώτα Κτενά» και ευρισκομένου στην εξωτερική λωρίδα κυκλοφορίας, να αντιληφθεί πεζό ο οποίος διέσχιζε την λεωφόρο από τα δεξιά. Χρήσιμη είναι, επίσης, η εικόνα της σκηνής του δυστυχήματος, ως αυτή αποτυπώνεται στο συμμετρικό σχεδιαγράφημα (τεκμήριο 2). Σημειώνεται πως το σχεδιαγράφημα αυτό (τεκμήριο 2) παρουσιάσθηκε από την πλευρά του ενάγοντος και παρέμεινε αναντίλεκτο. Σημειώνεται, επίσης, πως το σχεδιαγράφημα αυτό (τεκμήριο 2), παρήχθηκε από τον εξεταστή της υπόθεσης αστυφύλακα XXX5 XXXXX Χαραλάμπους (Μ.Ε.1), επί τη βάσει πραγματικής μαρτυρίας που εντοπίσθηκε επί τόπου καθώς και επί τη βάσει πρόχειρου σχεδιαγραφήματος. Αποτελεί δε πραγματική μαρτυρία που δεν είναι ουδέτερη όσον αφορά στις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβηκε το δυστύχημα. Το συμμετρικό σχεδιαγράφημα (τεκμήριο 2) δίδει πληροφορίες, μεταξύ άλλων, για την πορεία δεύτερου αυτοκινήτου καθώς και για την πορεία του πεζού ενάγοντος, την τελική θέση του αυτοκινήτου καθώς και για το σημείο σύγκρουσης. Εξ ου και αυτό αποτελεί αντικειμενικό οδηγό για τη διαπίστωση της ροής των κρίσιμων γεγονότων και παρέχει τη βάση για να κριθεί η αξιοπιστία και η ακρίβεια της υπόλοιπης μαρτυρίας (Κονναρής v. Κυριάκου
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 267, 270, Κυριάκου v. Δημητρίου
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ., 1362 και Conway v. Ηλία
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ. 540, 546). Το συμμετρικό σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο 2) παρουσιάζει την εξής εικόνα: Στο σημείο όπου συνέβηκε το δυστύχημα, η λεωφόρος είναι διπλής κατεύθυνσης και διαθέτει, εκατέρωθεν, πεζοδρόμια πλάτους 2 μ. έκαστο. Στο τμήμα αυτό της λεωφόρου δεν υπάρχει χαραγμένη διάβαση πεζών ούτε διασταύρωση ούτε φωτεινοί σηματοδότες ούτε οιαδήποτε άλλη πινακίδα σχετική με την τροχαία κίνηση. Οι δύο κατευθύνσεις της λεωφόρου διαχωρίζονται με συνεχόμενη γραμμή. Επί των πεζοδρομίων υπάρχουν πάσσαλοι με λαμπτήρες οδικού φωτισμού. Η κατεύθυνση της λεωφόρου προς την περιοχή που είναι γνωστή ως «Φώτα Γαβριηλίδη» διαθέτει τρεις
(3)λωρίδες κυκλοφορίας, συνολικού πλάτους 9,60μ., οι οποίες διαχωρίζονται με διακεκομμένες γραμμές. Η κατεύθυνση της λεωφόρου προς την περιοχή που είναι γνωστή ως «Φώτα Κτενά» διαθέτει δύο λωρίδες κυκλοφορίας, συνολικού πλάτους 5,90 μ. Ο εναγόμενος οδηγεί κανονικά το αυτοκίνητο επί της λεωφόρου, με κατεύθυνση προς τα «Φώτα Κτενά», ευρισκόμενος στην εξωτερική λωρίδα κυκλοφορίας (πλησίον του πεζοδρομίου). Η λωρίδα εντός της οποίας πορεύεται ο εναγόμενος έχει πλάτος 3,30 μ. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και το αυτοκίνητο υπ΄αριθμόν εγγραφής KQB 618, το οποίο, όμως, ευρίσκεται στην εσωτερική λωρίδα κυκλοφορίας. Ο ενάγων, διασχίζει τη λεωφόρο πεζός, από τα δεξιά προς τα αριστερά, ως η πορεία του αυτοκινήτου. Η πορεία που ακολουθεί ο ενάγων δεν είναι χαραγμένη ως διάβαση πεζών. Αφού διέσχισε τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς τα «Φώτα Γαβριηλίδη», συνολικού μήκους 9,60 μ., καθώς και την εσωτερική λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς τα «Φώτα Κτενά» πλάτους 2,60 μ. και ευρισκόμενος εντός της λωρίδας στην οποίαν εκινείτο το αυτοκίνητο ο ενάγων κτυπήθηκε από αυτό. Ο ενάγων κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο, ενώ ευρίσκετο στο μέσον περίπου της λωρίδας αυτής, σε απόσταση 1,60 μ. από το πλησιέστερο πεζοδρόμιο. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο αστυφύλακας XXX5 XXXXX Χαραλάμπους (Μ.Ε.1) προσέθεσε τα εξής: Κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή περί τις 2:00 της 24.10.2009, ο φωτισμός της λεωφόρου ήταν αρκετός, ο δε εναγόμενος οδηγούσε έχοντας τα φώτα του αυτοκινήτου αναμμένα. Μετά το δυστύχημα ο εναγόμενος υπεβλήθηκε σε σχετική δοκιμή και η ένδειξη ύπαρξης οινοπνεύματος στον οργανισμό του ήταν μηδενική. Επί του οδοστρώματος δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου. Από δε τις καταθέσεις που έλαβε προκύπτει πως ο εναγόμενος δεν φρέναρε. Η ορατότητα του εναγόμενου σε ευθεία γραμμή, ως η πορεία του, ήταν απεριόριστη. Όμως, η ορατότητά του, εν σχέσει με τον ενάγοντα, ήταν περιορισμένη. Όταν επεσκέφθηκε τη σκηνή, το αυτοκίνητο ευβρίσκετο στην τελική του θέση και παρουσίαζε ζημίες στο μπροστινό μέρος. Συγκεκριμένα, υπήρχαν βουλώματα στο σκέπαστρο της μηχανής (καπό) και τον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου. Κατά την αντεξέτασή του, ο αστυφύλακας XXX5 XXXXX Χαραλάμπους (Μ.Ε.1) επανέλαβε την κεντρική του θέση πως, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η ορατότητα του εναγομένου προς την πλευρά του ενάγοντος ήταν μειωμένη. Διευκρίνισε πως αυτό οφειλόταν στο γεγονός πως, αμέσως πριν κτυπηθεί από τον εναγόμενο, ο ενάγων διεσταύρωνε μπροστά από το αυτοκίνητο υπ΄αριθμόν εγγραφής XXXXX18 το οποίο τον εκάλυπτε. Ο μάρτυς συνέχισε λέγοντας πως το γεγονός αυτό καθιστά και το αυτοκίνητο υπ΄αριθμόν εγγραφής XXXXX18 ως αυτοκίνητο «εμπλεκόμενο» στο δυστύχημα. Τέλος, ο μάρτυς ανέφερε πως, δεδομένου του περιεχομένου των καταθέσεων που έλαβε και δεδομένων των ευρημάτων του, εισηγήθηκε όπως ο εναγόμενος μην διωχθεί ποινικώς. Σημειώνεται η θετική εντύπωση που εδημιούργησε ο μάρτυς του ενάγοντος αστυφύλακας XXXX5 XXXXX Χαραλάμπους (Μ.Ε.1). Η στάση, η συμπεριφορά και τα λεγόμενά του δημιουργούν την εικόνα ενός αστυνομικού ο οποίος εκτελεί με επάρκεια και αντικειμενικότητα τα καθήκοντά του. Διαπιστώνεται πως ο μάρτυς υπήρξε ειλικρινής και πως τα όσα αυτός ανέφερε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου αποδίδουν τα γεγονότα ως έχουν, πράγματι, εξελιχθεί. Άλλωστε, πρόκειται για μάρτυρα της πλευράς του ενάγοντος, την ειλικρίνεια και την αντικειμενικότητα του οποίου αυτή εμπιστεύεται. Στην γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 25.10.2009 ο εναγόμενος αναφέρει και τα εξής (τεκμήριο 26): «Την 24.10.09 και περί ώρα 02:00 οδηγούσα το αυτοκίνητο XXXX43 στη λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στη Λευκωσίας με κατεύθυνση από φώτα Γαβριηλίδη προς φώτα Κτενά..Η ταχύτητα μου ήταν γύρω στα 30 ΧΑΩ. Εκρατούσα την αριστερή λωρίδα ως προς την πορεία μου. Εκείνη την ώρα υπήρχε τροχαία κίνηση τόσο μπροστά μου όσο και από απέναντι μου. Στην δεξιά λωρίδα τη διπλανή μου δηλαδή υπήρχαν αυτοκίνητα ως προς την πορεία μου. Ένα αυτοκίνητο του οποίου τα νούμερα του ήταν XXXXX18 ήταν στα δεξιά μου και ήταν γύρω στα 5-6 μέτρα μπροστά μου. Καθώς εκινόμουν κανονικά βλέπω το αυτοκίνητο KQB 618 να φρενάρει απότομα. Με το που φρέναρε βλέπω μπροστά μου να περνά ένα άτομο. Ούτε που πρόλαβα να αντιδράσω με αποτέλεσμα να τον κτυπήσω με το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου μου στα δεξιά. Δεν τον είδα καθόλου παρά μόνο την ώρα που ξεπρόβαλε από μπροστά από το αυτοκίνητο γιατί έγιναν όλα αστραπιαία και ούτε πάτησα φρένα. Ούτε που έκανα καμιά κίνηση για να τον αποφύγω. Ακολούθως σταμάτησα και κατέβηκα κάτω και έτρεξα προς το μέρος του. Τότε κάλεσα ασθενοφόρο και αστυνομία...Δεν πρόλαβα να κάνω καμιά κίνηση για να τον αποφύγω γιατί έγιναν όλα αστραπιαία ούτε καν φρένα δεν πρόλαβα να πατήσω. Το άτομο αυτό δεν πρόλαβα να τον δω γιατί διασταύρωνε από το δεξιό μου διπλανό μπροστινό αυτοκίνητο XXXXX18 καλυπτόμενο ..». Ενώπιον του Δικαστηρίου ο εναγόμενος XXXXX Τριφταρίδης (Μ.Υ.2), άνδρας νεαρής ηλικίας, με λόγο ήρεμο, σταθερό, άμεσο, απλό και κατανοητό επανέλαβε τα ανωτέρω και αρνήθηκε και απέρριψε αντίθετες εκδοχές γεγονότων ως αυτές του είχαν υποβληθεί από την ευπαίδευτη συνήγορο του ενάγοντος. Ιδίως, ο εναγόμενος XXXXX Τριφταρίδης (Μ.Υ.2) αρνήθηκε και απέρριψε τις θέσεις της κας Στυλιανού σύμφωνα με τις οποίες, κατά τον ουσιώδη χρόνο, οδηγούσε με υπερβολική, υπό τις περιστάσεις, ταχύτητα και υπήρξε αμελής και απρόσεκτος με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως το ενάγοντα και να μην τον αποφύγει, ενώ θα μπορούσε. Αρνήθηκε, επίσης, και απέρριψε τη θέση πως το αυτοκίνητο κτύπησε τον ενάγοντα κατά τρόπον πολύ βίαιο με αποτέλεσμα αυτός να εκτιναχθεί σε απόσταση 20 μ. Την ίδια, κατ΄ουσίαν, εικόνα δίδει και η γραπτή κατάθεση της XXXXX Πόντου (Μ.Υ.1) στην Αστυνομία, ημερ. 10.11.2009 (τεκμήριο 3). Η XXXXX Πόντου (Μ.Υ.1) οδηγούσε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, το αυτοκίνητο υπ΄αριθμόν εγγραφής XXXXX18 και υπήρξε αυτόπτης μάρτυς. Αναφέρει δε τα εξής σημαντικά: «Την 24.10.09 και περί ώρα 02:00 οδηγούσα το αυτοκίνητο XXXXX18 στη Λεωφ.Σπύρου Κυπριανού στη Λευκωσία με κατεύθυνση από φώτα Γαβριηλίδη προς φώτα Κτενά..Η ταχύτητα μου ήταν γύρω στα 30-40 ΧΑΩ. Υπήρχε τροχαία κίνηση τόσο μπροστά μου όσο και από απέναντι μου. Σε κάποιο σημείο του δρόμου βλέπω ένα άνθρωπο να διασταυρώνει τον δρόμο από τα δεξιά μου προς τα αριστερά μου ως η πορεία μου. Εγώ το μόνο που έκανα ήταν να ελαττώσω ταχύτητα με σκοπό να περάσει από μπροστά μου. Πράγμα που έκανε μόλις πέρασε από μπροστά μου εγώ συνέχισα και αφού πέρασε από δίπλα μου και εισερχόταν στην διπλανή λωρίδα βλέπω ξαφνικά να πετάγεται κάτω στην άσφαλτο. Αμέσως κατάλαβα πως τον κτύπησε αυτοκίνητο που ερχόταν από πίσω μου στη διπλανή λωρίδα...Θέλω να αναφέρω πως ο πεζός διασταύρωνε το δρόμο χωρίς να ελέγχει τον δρόμο. Μόλις που πρόλαβα να μην τον κτυπήσω. Δεν έλεγξε καθόλου στην αριστερή λωρίδα ως η πορεία μου». Ενώπιον του Δικαστηρίου η XXXXX Πόντου (Μ.Υ.1) επανέλαβε τα πιο πάνω. Ερωτηθείσα, από την ευπαίδευτη συνήγορο του ενάγοντος, κατά πόσον αυτός την εχαιρέτησε όταν πέρασε μπροστά από το αυτοκίνητο που η ίδια οδηγούσε, η μάρτυς απάντησε: «Νομίζω δεν με χαιρέτησε». Ερωτηθείσα, επίσης κατά την αντεξέταση, κατά πόσον γνωρίζει τον εναγόμενο, η μάρτυς απήντησε ως εξής: «Α. Την νύχτα εκείνη, αν δεν κάνω λάθος μπορεί να κάναμε καμιά χειραψία μετά το ...μετά το ατύχημα. Ε. Μετά από αυτό το περιστατικό έτυχε να ξαναμιλήσετε ή να τον δεις; Α. Όχι.». Aς σημειωθεί πως, κατά την αντεξέταση, δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια της εκδοχής την οποίαν η XXXXX Πόντου (Μ.Υ.1) ανέφερε όσον αφορά στα ουσιώδη γεγονότα. Η ευπαίδευτη συνήγορος του ενάγοντος δεν υπέβαλε στη μάρτυρα ο,τιδήποτε το αντίθετο από όσα αυτή ανέφερε στη γραπτή κατάθεσή της στην Αστυνομία (τεκμήριο 3) καθώς και ενώπιον του Δικαστηρίου. Η XXXXX Πόντου (Μ.Υ.1) υπήρξε άμεση, σταθερή και θετική στις απαντήσεις της. Πρόκειται για ανεξάρτητη μάρτυρα και διαπιστώνεται πως τα όσα αυτή ανέφερε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου αποδίδουν τα γεγονότα ως αυτά, πράγματι, έχουν εξελιχθεί. Άλλωστε, την ειλικρίνεια και τα κίνητρα της XXXXX Πόντου (Μ.Υ.1) δεν αμφισβήτησε η πλευρά του ενάγοντος. Καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ενάγων XXXXX Μαυρομμάτης (Μ.Κ.2) έδωσε διαφορετική εκδοχή όσον αφορά στις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβηκε το δυστύχημα. Κατά την κυρίως εξέτασή του και διαβάζοντας γραπτή δήλωση (έγγραφο αρ.1), ως το άρθρο 24 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ.9, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) επιτρέπει, ο XXXXX Μαυρομμάτης (Μ.Κ.2) ανέφερε τα εξής: «...βρισκόμουν απέναντι στο πεζοδρόμιο ..και ήθελα να διασταυρώσω το δρόμο και να πάω απέναντι..ενώ βρισκόμουν στο πεζοδρόμιο κοίταξα δεξιά και δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Κοίταξα μετά αριστερά πάλι δεξιά και όταν είδα ότι δεν έρχονταν αυτοκίνητα από τα δεξιά..άρχισα να διασταυρώνω το δρόμο πολύ προσεκτικά και αργά. Μετά που διασταύρωσα τις 3 λωρίδες σταμάτησα στη μέση του δρόμου εκεί που έχει άσπρη γραμμή..Εκεί κοίταξα ξανά στα αριστερά μου και είδα το αυτοκίνητο με αρ.εγγραφής XXXXX18. Περίμενα και όταν είδα ότι η οδηγός του αυτοκινήτου σταμάτησε για να περάσω συνέχισα την πορεία μου. Πρόσεξα ότι μόλις πέρασα συνέχισε και η οδηγός του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής XXXXX18 την πορεία της. Εγώ στο μεταξύ είχα φτάσει στην τελευταία λωρίδα και συνέχισα. Ενώ βρισκόμουν στην τελευταία λωρίδα και λίγα βήματα πριν το πεζοδρόμιο δέχθηκα κτύπημα από το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος. Όπως φαίνεται από το σχέδιο του Αστυνομικού Α.Χαραλάμπους ..εγώ βρισκόμουν σχεδόν στο πεζοδρόμιο και δέχθηκα τη σύγκρουση ..Ο εναγόμενος προφανώς δε με είδε έγκαιρα ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση. Ήταν μεν νύκτα αλλά ο δρόμος εκεί είναι πολύ φωτεινός και μπορούσε να με αντιληφθεί εύκολα και να σταματήσει ...φορούσα ένα γαλάζιο πουκάμισο με άσπρη ρίγα και ανοικτόχρωμο τζιν. Έπρεπε να δώσει σε μένα προτεραιότητα ενώ το αυτοκίνητο με αριθμό ΚQB 618 το οποίο κατευθυνόταν στην ίδια κατεύθυνση με τον εναγόμενο και βρισκόταν στη διπλανή λωρίδα σταμάτησε έγκαιρα για να περάσω..». Την ίδια εκδοχή γεγονότων ανέφερε, ενώπιον του Δικαστηρίου, και ο XXXXX Παπαϊωάννου (Μ.Ε.3), ο οποίος, κατά την κυρίως εξέτασή του ανέγνωσε επίσης, γραπτή δήλωση (έγγραφο αρ.2). Ας σημειωθεί πως ο XXXXX Παπαϊωάννου (Μ.Ε.3) εδήλωσε ότι γνωρίζει τον ενάγοντα «αρκετά χρόνια μέσω κοινών φίλων» (δείτε την παρα.1 στο έγγραφο αρ.2). Εξέταση της μαρτυρίας οδηγεί στη διαπίστωση πως τα όσα κρίσιμα εδήλωσαν ενόρκως ο αστυφύλακας XXX5 XXXXX Χαραλάμπους (Μ.Ε.1) και η XXXXX Πόντου (Μ.Υ.1), μάρτυρες ανεξάρτητοι, των οποίων την ειλικρίνεια και την αξιοπιστία δεν αμφισβήτησε η πλευρά του ενάγοντος, είναι ευθυγραμμισμένα με τα όσα αντίστοιχα εδήλωσε ο εναγόμενος XXXXX Τριφταρίδης (Μ.Υ.2). Η μαρτυρία των τριών αυτών προσώπων, η οποία συνάδει και με τα όσα το συμμετρικό σχεδιαγράφημα της σκηνής (τεκμήριο 2) παρουσιάζει, κρίνεται ως έχουσα λογική συνοχή, ως αληθής και αξιόπιστη. Αντιθέτως, η μαρτυρία του ενάγοντος XXXXX Μαυρομμάτη (Μ.Ε.2) καθώς και του XXXXX Παπαϊωάννου (Μ.Ε.3) κρίνεται ως μαρτυρία ανακριβής, η οποία αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του πρώτου. Η ευθυγραμμισμένη μαρτυρία του αστυφύλακα XXX5 XXXXX Χαραλάμπους (Μ.Ε.1), της XXXXX Πόντου (Μ.Υ.1) και του εναγομένου XXXXX Τριφταρίδη (Μ.Υ.2) δίδει την εξής εικόνα, η οποία αποτελεί και τα ευρήματα του Δικαστηρίου για τα κρίσιμα γεγονότα: Στις 2:00 της 24.10.2009 ο ενάγων επεχείρησε να διασταυρώσει τη λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στη Λευκωσία από σημείο στο οποίο δεν υπάρχει χαραγμένη διάβαση πεζών, δεν υπάρχει διασταύρωση, δεν υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες και ούτε υπάρχει οιαδήποτε άλλη πινακίδα σχετική με την τροχαία κίνηση. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η λεωφόρος ήταν επαρκώς φωτισμένη. Η λεωφόρος είναι διπλής κατεύθυνσης και διαχωρίζεται με συνεχόμενη γραμμή. Οι τρεις
(3)λωρίδες κυκλοφορίας, με κατεύθυνση προς την περιοχή που είναι γνωστή ως τα «Φώτα Γαβριηλίδη», έχουν συνολικό πλάτος 9,60μ. Οι δύο
(2)λωρίδες κυκλοφορίας, με κατεύθυνση προς την περιοχή που είναι γνωστή ως τα «Φώτα Κτενά», έχουν συνολικό πλάτος 5,90 μ. Κατά τον ουσιώδη χρόνο στη λεωφόρο εκινούντο αυτοκίνητα και προς τις δύο κατευθύνσεις. Ο ενάγων διήσχισε το τμήμα της λεωφόρου με κατεύθυνση προς τα «Φώτα Γαβριηλίδη» και εισέλθε στο τμήμα με κατεύθυνση προς τα «Φώτα Κτενά». Την ώρα εκείνη στην εσωτερική λωρίδα της κατεύθυνσης αυτής εκινείτο το αυτοκίνητο υπ΄αριθμόν εγγραφής XXXXX18, το οποίο οδηγούσε η XXXXX Πόντου (Μ.Υ.1) με ταχύτητα 30 έως 40 χλ ανά ώρα. Η XXXXX Πόντου (Μ.Υ.1) είδε τον ενάγοντα να διασχίζει τη λεωφόρο «χωρίς να ελέγχει το δρόμο» (δείτε στο τεκμήριο 3). Τότε αυτή ελάττωσε ταχύτητα για να του επιτρέψει να περάσει και «μόλις που πρόλαβ(ε) να μην τον κτυπήσ(ει)» (δείτε στο τεκμήριο 3). ). Ο ενάγων «Δεν έλεγξε καθόλου τη αριστερή λωρίδα ως η πορεία» της XXXXX Πόντου (Μ.Υ.1) (δείτε στο τεκμήριο 3). Πορευόμενος στη λεωφόρο, επίσης προς τα «Φώτα Κτενά», και ευρισκόμενος στην εξωτερική λωρίδα, δηλαδή στην αριστερή λωρίδα ως η πορεία του αυτοκινήτου υπ΄αριθμόν εγγραφής XXXXX18, o εναγόμενος, εξ αντικειμένου, δεν είχε τη δυνατότητα να δει τον ενάγοντα εγκαίρως. Ο ενάγων, διερχόμενος μπροστά από το αυτοκίνητο XXXXX18, καλυπτόταν από αυτό. Ο εναγόμενος, ο οποίος ευρίσκετο πίσω από το αυτοκίνητο υπ΄αριθμόν εγγραφής XXXXX18, είδε τον ενάγοντα για πρώτη φορά όταν αυτός «ξεπρόβαλε» μπροστά του (δείτε στο τεκμήριο 23). Ο εναγόμενος δεν έλαβε οιαδήποτε μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εναγόμενος κτύπησε τον ενάγοντα όταν αυτός βρισκόταν στο μέσον περίπου της λωρίδας ως η πορεία του, σε απόσταση 1,60 μ. από το πλησιέστερο πεζοδρόμιο. Αμέσως μετά το κτύπημα ο εναγόμενος φρέναρε. Ας σημειωθεί πως η θέση της πλευράς του ενάγοντος σύμφωνα με την οποίαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο εναγόμενος οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα, δεν υποστηρίζεται από επιστημονική μαρτυρία. Η θέση αυτή προβάλλεται επί τη βάσει της κατ΄ισχυρισμόν σφοδρότητας της σύγκρουσης. Όμως, «ο προσδιορισμός ταχύτητας με παρεμφερή στοιχεία όπως η σφοδρότητα της σύγκρουσης ή η αλλοίωση των μετάλλων των εμπλεκόμενων σχημάτων κ.α. είναι έργο δύσκολο και χωρίς μαρτυρία ειδικών, δεν πρέπει να επιχειρείται» (Κυπριανού v. Aστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816, 826). Κατά συνέπειαν, στην απουσία μαρτυρίας ειδικού, η συγκεκριμένη θέση απορρίπτεται. Εξέταση των ανωτέρω ευρημάτων του Δικαστηρίου οδηγεί στο συμπέρασμα πως μόνη γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν η απερίσκεπτη ενέργεια του ενάγοντος να επιχειρήσει, κατά τις πρώτες πρωινές ώρες, να διασταυρώσει μίαν πολυσύχναστη λεωφόρο, από σημείο στο οποίο δεν υπήρχε χαραγμένη διάβαση πεζών, και ούτε υπήρχε οιαδήποτε άλλη οδική σήμανση, χωρίς να ελέγξει και χωρίς να λάβει υπ΄όψιν την κίνηση των αυτοκινήτων. Ενεργώντας με τον τρόπο αυτό ο ενάγων εξέθεσε ο ίδιος τον εαυτό του σε κίνδυνο. Ο εναγόμενος δεν είχε, υπό τις περιστάσεις, καθήκον λήψης μέτρων προφύλαξης έναντι του απίθανου κινδύνου πεζός να επιχειρήσει να διασταυρώσει τη λεωφόρο, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, και, ιδίως, περνώντας μπροστά από εν κινήσει αυτοκίνητα και καλυμμένος από αυτά. Το καθήκον του εναγομένου, ως οδηγού, να επιδεικνύει τη δέουσα παρατηρητικότητα (proper lookout) δεν επεκτείνεται στην υποχρέωση να αντιληφθεί εγκαίρως πεζό ο οποίος διασταυρώνει απρόσεκτα μίαν πολυσύχναστη λεωφόρο, περνά μπροστά από εν κινήσει αυτοκίνητα, τα οποία τον καλύπτουν, και εμφανίζεται αιφνιδίως μπροστά του. Το γεγονός πως, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο φωτισμός στην λεωφόρο ήταν αρκετός δεν δημιουργεί ευθύνη για τον εναγόμενο. Παρά την ύπαρξη φωτισμού, ο εναγόμενος, εξ αντικειμένου, δεν είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί ενωρίτερα τον ενάγοντα αφού αυτός, διερχόμενος μπροστά από το αυτοκίνητο υπ΄αριθμόν εγγραφής KQB 618, ήταν καλυμμένος (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, τις αποφάσεις Ιωάννου v. Στυλιανού (ανωτέρω), Κόκκινος v. Θεοδώρου
(2013)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2264, Χριστοφόρου v. Τρύφωνος
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1516 και Παναγρίτη v. Χαραλάμπους
(2012)1 (Α) Α.Α.Δ. 439). Ο εναγόμενος ενήργησε, υπό τις περιστάσεις, ως ο μέσος, ικανός, λογικός και συνετός οδηγός. Συνεπώς, ο εναγόμενος ουδεμία αμέλεια επέδειξε και ουδεμία ευθύνη φέρει για το δυστύχημα. Επισημαίνεται πως το μέτρο αξιολόγησης της οδικής συμπεριφοράς του εκάστοτε εναγομένου δεν είναι ο «τέλειος οδηγός», πως η αδυναμία αποφυγής σύγκρουσης μεταξύ αυτοκινήτου και πεζού δεν σημαίνει πάντοτε αμέλεια εκ μέρους του οδηγού του αυτοκινήτου και πως το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη μέτρων προς αποφυγή κινδύνου μη ευλόγως προβλεπτού (Ξυπτερά v. Κυπριανού
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1996, 1705). Η διαπίστωσή περί της απουσίας οιασδήποτε αμελούς συμπεριφοράς εκ μέρους του εναγομένου οδηγεί την αγωγή σε αποτυχία.
(3)Παρά ταύτα, θα εξετασθεί η μαρτυρία που προσεκόμισε η πλευρά του ενάγοντος προς το σκοπό απόδειξης των αξιώσεών του για αποζημιώσεις: Κατ΄αρχάς σημειώνεται πως η πλευρά του εναγομένου δήλωσε πως, σε περίπτωση που διαπιστωθεί η αποκλειστική ευθύνη του για το δυστύχημα, αυτός οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσόν των €17.847,70. Περαιτέρω σημειώνεται πως η βεβαίωση την οποίαν εξέδωσε η Α.Η.Κ. (τεκμήριο 10), η οποία υποστηρίζει την απώλεια απολαβών του ενάγοντος για την περίοδο από τις 25.05.2010 έως και τις 30.09.2010, λόγω της απουσίας του από τη εργασία, και επί τη βάσει της οποίας προβάλλεται αξίωση για το ποσόν των €2.984, παρέμεινε αναντίλεκτη. Σημειώνεται, τέλος, πως η αντεξέταση στην οποίαν υπεβλήθηκαν τόσον ο ενάγων XXXXX Μαυρομμάτης (Μ.Ε.2) όσον και ο Δρ. XXXXX Τάνος (Μ.Ε.4) δεν εκλόνισε την αξιοπιστία των όσων αυτοί εδήλωσαν, ενώπιον του Δικαστηρίου, περί του είδους των τραυματισμών που ο πρώτος υπέστηκε, συνέπεια του δυστυχήματος, περί των καταλοίπων τους και περί του πόνου και της ταλαιπωρίας που αυτός βίωσε και εξακολουθεί να βιώνει εξ αιτίας αυτών. Η μαρτυρία αυτή, η οποία δεν αντεκρούσθηκε με άλλη, παρουσιάζει λογική συνοχή και κρίνεται ως αξιόπιστη. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Σοφοκλέους v. Κυριάκου
(2010)1 (Α) Α.Α.Δ. 665, 678: «..όπου υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, εξετάζεται κατά πόσο αυτά «...είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο», στην απουσία βέβαια εγγενών δυσκολιών στην παρουσιαζόμενη από το μάρτυρα εκδοχή και αξιοπιστία του». Εν κατακλείδι, διαπιστώνεται πως τα κάτωθι, τα οποία καταγράφονται στο τεκμήριο 25, είναι αληθή. Συγκεκριμένα: «.............................. Ο πολυτραυματίας υπέστη κακώσεις τόσον κρανιοεγκεφαλικές και των άνω άκρων, όσον και σοβαρές κακώσεις αμφοτέρων των Γονάτων. Οι κακώσεις αυτές θα του αφήσουν ουλές δερματικές και τα γόνατα του θα αναπτύξουν οστεοαρθριτικές βλάβες που θα τον ταλαιπωρούν στην υπόλοιπη του ζωή. Οι χειρουργικές επεμβάσεις στα γόνατα και ιδιαίτερα αυτή για την αποκατάσταση της ρήξης του πρόσθιου χιαστού, εκτός από επώδυνες μακράν μετεγχειρητικά και δυναμικά περιοριστικές, είναι και βασανιστικές στην φυσικοθεραπευτική τους αποκατάσταση, με αναγκαστική αποφόρτιση των σκελών και την χρήση βακτηρίων στην βάδιση, καθώς και εφαρμογή ειδικών περιοριστικών ναρθήκων, για μακρές περιόδους μετά από κάθε χειρουργική επέμβαση. Ο τραυματίας, μετά τη πολύμηνη και πλήρους οδυνών ταλαιπωρία του ( με απώλεια ποιοτικού ύπνου, με απώλεια ευμάρειας ζωής, με απώλεια ανέσεων, με απώλεια ικανότητας χρήσης οικιακών διευκολύνσεων για την διαβίωση του, με απαγόρευση ελεύθερης κίνησης και τροχάδην, με απώλεια της άνευ κινητικών περιορισμών σεξουαλικής ζωής), ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΠΟΤΕ ΝΑ ΑΠΟΛΑΥΣΕΙ ΤΗΝ ΠΡΟΤΕΡΕΑΝ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΖΩΗ. Όσο αφορά στο είδος των εργασιακών του καθηκόντων (αναρρίχηση σε πασσάλους της ΑΗΚ) είναι αντιληπτό πως δεν θα είναι ξανά ικανός για την αίσια διεκπεραίωση τους,... ...ο ασθενής θα συνεχίζει να υποφέρει από συχνές κρίσεις οδυνών - ιδιαίτερα κατά τις εναλλαγές των καιρικών συνθηκών (κρύος ή υγρός ή ψυχρός καιρός). Για την αντιμετώπιση αυτών των επώδυνων κρίσεων είναι απαραίτητη η συχνή λήψη φαρμάκων και η κατάλληλη φυσικοθεραπευτική βοήθεια. ............................... Η συνολική εικόνα του τραυματία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για άτομο με βαριά και ΜΟΝΙΜΑ κατάλοιπα τραυματισμού αριστερού γόνατος. Τα κατάλοιπα αυτά καθιστούν τον κο Μαυρομάτη ΜΟΝΙΜΑ ανίκανο για πληθώρα είδους εργασιών, ιδιαίτερα χειρονακτικής εργασίας........»(δείτε στο τεκμήριο 5). Για τους τραυματισμούς αυτούς και τα κατάλοιπα τους κρίνονται, ως εύλογες και δίκαιες, αποζημιώσεις ύψους €50.000. Κατά συνέπειαν, εάν ήθελε κριθεί πως ο εναγόμενος ευθύνεται για το δυστύχημα και επί πλήρους ευθύνης, θα επεδικάζοντο υπέρ του ενάγοντος και εναντίον του εναγομένου, ως αποζημιώσεις, τα ακόλουθα ποσά:
(1)€50.000, ως γενικές αποζημιώσεις για τις συνέπειες και τα κατάλοιπα των τραυματισμών του,
(2)€17.847,70, ως οι συμφωνηθείσες ειδικές ζημιές και
(3)€2.984- , ως οι απωλεσθείσες απολαβές της περιόδου από τις 25.05.2010 έως και τις 30.09.2010. Δεν απεδείχθηκε απώλεια μελλοντικού εισοδήματος. Ο ενάγων εξακολουθεί να εργοδοτείται στην Α.Η.Κ. και θα το πράττει έως και την κανονική αφυπηρέτησή του. Το γεγονός πώς, συνεπεία του τραυματισμού του, στον ενάγοντα έχουν ανατεθεί πλέον άλλα καθήκοντα δεν οδήγησε στη μείωση των απολαβών του. Τα όσα αντίθετα ο ενάγων XXXXX Μαυρομμάτης (Μ.Ε.2) ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι υποθετικά. Το ποσόν των €50.000 θα έφερε τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 24.10.2009, ημερομηνία κατά την οποίαν συνέβηκε το δυστύχημα, μέχρι να εξοφληθεί. Τα ποσά των €17.847,70 και των €2.984- θα έφεραν τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 25.06.2010, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, μέχρι να εξοφληθούν. Όμως, η προκριτική διαπίστωση πως ο εναγόμενος ουδεμία αμέλεια επέδειξε και ουδεμίαν ευθύνη φέρει για το δυστύχημα οδηγεί την αγωγή σε αποτυχία.
(4)Παραμένει να εξετασθεί η ανταπαίτηση. Ο σαφής και ο θετικός λόγος με τον οποίον ο εναγόμενος XXXXX Τριφταρίδης (Μ.Υ.2) περιέγραψε τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβηκε το δυστύχημα δεν επαναλήφθηκε όταν αυτός ανεφέρθηκε στην ανταπαίτησή του. Εκτός του ότι ο εναγόμενος XXXXX Τριφταρίδης (Μ.Υ.2) δεν επαρουσίασε σχετικές αποδείξεις πληρωμής, αυτός δεν θυμόταν με βεβαιότητα εάν υπάρχουν τέτοιες αποδείξεις και εάν υπάρχουν πού αυτές βρίσκονται. Κατά την αντεξέτασή του, υπεβλήθηκαν ερωτήσεις και εδόθηκαν απαντήσεις ως εξής: «.......................... E. Λες ότι το αυτοκίνητο σου το επιδιόρθωσες κύριε μάρτυς, έχεις κάποιες αποδείξεις πληρωμής; A. Έχω την εκτίμηση. E. Αποδείξεις πληρωμής; A. Δεν θυμούμαι, αλλά πρέπει να έχω. E. Έχεις να μας παρουσιάσεις στο Δικαστήριο; A. Τώρα δεν τις έχω μαζί μου. Μπορεί να τις έχει ο δικηγόρος μου. E. Εγώ ρώτησα εσένα, αν έχεις τις αποδείξεις, όχι τον δικηγόρο σας. A. Πρέπει να τις έχω, λογικά πρέπει να τις έχω. .......................» Όμως, για τις ειδικές ζημίες ισχύει η υποχρέωση της αυστηρής απόδειξης (Κούνουνα κ.α. v. Κώστα Κυριάκου και Υιός Λιμιτεδ κ.α.
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2126, 231). Η υποχρέωση αυτή δεν ικανοποιήθηκε στην προκείμενη περίπτωση. Συναφώς αναφέρεται πως η εκτίμηση του κόστους επιδιόρθωσης των ζημιών που προεκλήθηκαν στο αυτοκίνητο, συνεπεία του δυστυχήματος (τεκμήριο 28), δεν έχει αυτοδύναμη αποδεικτική αξία και ούτε δημιουργεί τεκμήριο καταβολής των ποσών που αυτή αναφέρει. Οι διαπιστώσεις αυτές οδηγούν την ανταπαίτηση σε αποτυχία. Επί τη βάσει όλων των ανωτέρω η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντος και εναντίον του ενάγοντος και εξ ανταπαιτήσεως εναγομένου. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της ανταπαίτησης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντος και εξ ανταπαιτήσεως εναγομένου και εναντίον του εναγομένου και εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντος. (Υπ)............... Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.