Παπασάββα ν. Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4807/2010, 12/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A498 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4807/2010 Μεταξύ: XXXXX Παπασάββα, εκ Λευκωσίας Ενάγοντα - και -
- Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- XXXXX Κουνναφή Eναγομένων -------------------- 12 Σεπτεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Χρ. Χριστάκης Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κ. Θ. Οικονόμου για ΑΝΤΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ & ΥΙΟΙ ΔΕΠΕ και κ. Αντ. Γεωργίου για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ για Εναγόμενο 2 -------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή του ο Ενάγων ζητά από το Δικαστήριο την επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων για δυσφήμιση ή/και επιζήμια ψευδολογία ή/και λίβελο σε βάρος του Ενάγοντα, που δημοσίευσαν οι Εναγόμενοι στην ημερήσια παγκύπριας κυκλοφορίας εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος», ημερομηνίας 6.6.2010, στην σελίδα 10 με τίτλο «ΔΕΝ ΑΥΤΟΕΞΑΙΡΕΘΗΚΕ ΩΣ ΟΦΕΙΛΕ ΝΑ ΠΡΑΞΕΙ. Θα τρίζουν τα κόκαλα του Α. Μάνεση.» Επίσης για τιμωρητικές αποζημιώσεις για λίβελο ή/και συκοφαντική δυσφήμιση ή/και άλλως πως καθώς και επαυξημένες αποζημιώσεις. Περαιτέρω ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου εμποδίζον/απαγορεύον τους Εναγόμενους και/ή τους υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους τους, να εκτυπώνουν, να επαναλαμβάνουν/μεταδίδουν, κυκλοφορούν, διανέμουν ή με οποιοδήποτε τρόπο δημοσιεύουν το επίδικο δημοσίευμα και/ή να επαναλαμβάνουν τα γραφέντα και/ή δυσφημίζουν τον Ενάγοντα και/ή περαιτέρω δημοσιεύουν την επίδικη δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία ή άλλη παρόμοια σε βάρος του Ενάγοντα. Σύμφωνα με την ΄Εκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα, ο Ενάγων διορίστηκε το πρώτον ως Δικηγόρος της Δημοκρατίας το 1977, ανελίχθηκε δε επάξια στις διάφορες βαθμίδες της Νομικής Υπηρεσίας, και το 1992 προήχθη σε Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Σπούδασε Νομικά, στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας και είναι επίσης πτυχιούχος των Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών του ιδίου Πανεπιστημίου. Είναι περαιτέρω αριστούχος διετών μεταπτυχιακών σπουδών στο Δημόσιο Δίκαιο, της Νομικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου της θεσσαλονίκης και επίσης υπότροφος τρίμηνης διάρκειας μαθημάτων της Ακαδημίας Διεθνούς Δικαίου της Χάγης, υπήρξε μέλος του Ε.Δ.Π. της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, στο Συνταγματικό Δίκαιο, για τρία ακαδημαϊκά χρόνια. Πρόσθετα έχει συμμετάσχει σε σεμινάρια, συνέδρια και επιτροπές εμπειρογνωμόνων τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Κύπρο, είναι συγγραφέας διαφόρων βιβλίων νομικοπολιτικού κυρίως περιεχομένου, αλλά και τακτικός αρθρογράφος στον κυπριακό τύπο επί πολιτικών, νομικών και κοινωνικών θεμάτων. Είναι έγγαμος, έχει δύο παιδιά και είναι πρόσωπο ευρύτατα γνωστό στην Κυπριακή κοινωνία για το ηθικό επίπεδο, την αξιοπρέπεια και την εντιμότητα του και χαίρει μεγάλης εκτίμησης και υπόληψης. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, στην ΄Εκθεση Απαίτησης, «Στην έκδοση της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ», ημερ. 06/06/2010, στη σελίδα 10 με τον τίτλο «ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ»στη στήλη «01 ΕΠΤΑ ΤΟ 7ΗΜΕΡ0Υ με τον Τάκη Κουνναφή», οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 συνέταξαν και/ή εκτύπωσαν και κυκλοφόρησαν και/ή προκάλεσαν την δημοσίευση και/ή εκτύπωση και/ή κυκλοφορία δημοσιεύματος με τίτλο «
- ΔΕΝ ΑΥΤΟΕΞΑΙΡΕΘΗΚΕ ΩΣ ΩΦΕΙΛΕ ΝΑ ΠΡΑΞΕΙ. Θα τρίζουν τα κόκαλα του Α. Μάνεση». Το εν λόγω δημοσίευμα που είναι πασιφανώς άκρως δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα έχει ως εξής: «ΔΕΝ ΑΥΤΟΕΞΑΙΡΕΘΗΚΕ ΩΣ ΟΦΕΙΛΕ ΝΑ ΠΡΑΞΕΙ Θα τρίζουν τα κόκαλα του Α. Μάνεση» Μέχρι τη στιγμή που σύρονται οι γραμμές αυτές δεν έχει κοινοποιηθεί πόρισμα της Εισαγγελίας για την «έφοδο στο Χριστόφιας watch» (κατά την κυβερνητική εφημερίδα) παρόλον που ενώπιον του Ανωτάτου έχουν παρουσιαστεί όλα τα στοιχεία της (παράνομα) στοχευμένης αστυνομικής επιδρομής στην οικία του δικηγόρου Ξ. Ξενοφώντος και την κατάσχεση των ηλεκτρονικών υπολογιστών του ιδίου και της συζύγου του. Εντούτοις, από την αρχή της εβδομάδας υποβαλλόταν ότι η Εισαγγελία αποφάσισε (και θα κοινοποιήσει την Παρασκευή) την ποινική δίωξη (την προαποφασισμένη από την Αστυνομία κατά του διαχειριστή του «μπλογκ» δικηγόρου, αφού δεν εντοπίστηκε ο ανώνυμος συγγραφέας του επίδικου δημοσιεύματος) με... εφεύρημα του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα ότι «ναι μεν δεν αποτελεί απειλή κατά της ζωής, αλλά αποτελεί... ρατσιστική ύβρη»! Ακόμη και αν είναι φανερό ότι ο Γενικός Εισαγγελέας λόγω της αρχικής του δήλωσης επιδίωξε να μείνει ανεπηρέαστος αναθέτοντας στον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα γνωμάτευση, ο ίδιος ο XXXXX Παπασάββας θα έπρεπε να αυτοεξαιρεθεί, αφού: α) Την επανεγκατάστασή του στην Εισαγγελία την οφείλει στον Πρόεδρο Χριστόφια και το «Χριστόφιας watch» διώκεται ως το αυστηρό «παρατηρητήριο της πολιτικής Χριστόφια» από το κομματικό Γραφείο Επαγρύπνησης, και ο ίδιος θεωρεί τον εαυτό του «συντεταγμένο όργανο» κάλυψης του Δ. Χριστόφια. β) Δεν μπορεί να είναι κριτής... ύβρεων ένας... διακεκριμένος υβριστής (για έτη καθυβρίζοντας τον - τότε - πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον -τότε- προϊστάμενο του Γενικό Εισαγγελέα σαν «ανομιμοποίητους κουστωδούς» με χίλια άλλα επίθετα). Είναι βέβαιο ότι θα τρίζουν τα κόκαλα του αείμνηστου XXXXX Μάνεση, που συχνά καπηλεύεται ο Α. Παπασάββας.» Το πιο πάνω δημοσίευμα, ισχυρίζεται ο Ενάγων, αναφέρεται ρητά στο πρόσωπο του ενάγοντα τόσον προσωπικά όσο κυρίως υπό την ιδιότητα του ως Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, αποτελεί λίβελο που δυσφημεί τον Ενάγοντα, και/ή επιβλαβές ψεύδος καθ' ότι έγινε κακόβουλα με σκοπό και/ή καθ' υπολογισμό να προκαλέσει ζημιά στον ενάγοντα. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν υπεράσπιση στην οποία ισχυρίζονται ότι αναφορικά με τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο ενάγοντας στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης ότι πρόκειται για ευυπόληπτο άτομο, ευρύτατα γνωστό στη Κυπριακή κοινωνία για το ηθικό επίπεδο, την αξιοπρέπεια και την εντιμότητα του, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τόσο το ηθικό επίπεδο, ο χαρακτήρας, η αξιοπρέπεια, αλλά και η συμπεριφορά του ενάγοντα, εντός και εκτός της Νομικής Υπηρεσίας, αποτέλεσαν και αποτελούν, για διάφορα θέματα, αντικείμενο έντονης δημόσιας αντιπαράθεσης, συζήτησης και αμφισβήτησης, αντικείμενο δικαστικών και/ή οιωνεί δικαστικών διαδικασιών και κοινοβουλευτικών συζητήσεων με τις πλείστες φορές κατόπιν δικών του διαβημάτων και/ή δηλώσεων και/ή ενεργειών. Οι Εναγόμενοι παραδέχονται μόνο ότι την 06/06/10 δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος της Κυριακής» κείμενο όμοιου ή παρόμοιου περιεχομένου με αυτό που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης και ότι το εν λόγω κείμενο αναφερόταν στον ενάγοντα υπό την ιδιότητα του ως Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας. Οι εναγόμενοι αρνούνται ότι το δημοσίευμα αυτό ήταν δυσφημιστικό για τον ενάγοντα και/ή ότι δημοσιεύτηκε ψευδώς ή κακοβούλως ή εσκεμμένα ή κακόπιστα και/ή ότι φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη ως τους αποδίδεται από τον ενάγοντα. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι στη φυσική συνηθισμένη ερμηνεία και κατά τη κοινή λογική του μέσου αναγνώστη του (natural and ordinary meaning) το επίδικο δημοσίευμα δεν έχει την ερμηνεία και/ή δεν έγινε αντιληπτό ή θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό κατά τον τρόπο που ο ενάγοντας ισχυρίζεται στην παράγραφο 11 της έκθεσης απαίτησης ή κατά οποιονδήποτε άλλο τρόπο που να πλήττει ή να είναι δυσφημιστικό προς τον ενάγοντα. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι εν τη ορθή και φυσιολογική σημασία και/ή ερμηνεία του, το επίδικο δημοσίευμα, εξεταζόμενο στο σύνολο του δεν συνιστά δυσφήμηση. Οι εναγόμενοι αρνούνται ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα και/ή ότι δημοσιεύτηκε με σκοπό να βλάψει και/ή πλήξει τον ενάγοντα. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τα επίδικο δημοσίευμα δεν έπληξε τον ενάγοντα καθ' οιονδήποτε τρόπο και/ή ότι ο ενάγοντας υπέστηκε ζημιά στο πραγματικό όνομα, φήμη, επαγγελματική φήμη και/ή επαγγελματική εντιμότητα και/ή επαγγελματική αξία του, λόγω του επίδικου δημοσιεύματος και ισχυρίζονται περαιτέρω ότι προέβηκαν στη δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος καλή τη πίστει. Το εν λόγω δημοσίευμα δεν είναι δυσφημιστικό για τον ενάγοντα και/ή ότι ο ενάγοντας κωλύεται και/ή εμποδίζεται (estopped) από του να ισχυρίζεται ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για το άτομο του ενόψει των ανέκαθεν δημόσιων δηλώσεων και/ή παραστάσεων και/ή άρθρων και/ή συγγραμάτων του. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το επίδικο δημοσίευμα κρινόμενο υπό το πλαίσιο των πραγματικών γεγονότων εντός του οποίου συντάχθηκε και δημοσιεύτηκε και ιδιαίτερα αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν τον ενάγοντα δεν συνιστά δυσφήμηση για το άτομο του. Αν ήθελε όμως φανεί ότι είναι δυσφημιστικό το επίδικο δημοσίευμα, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το επίδικο δημοσίευμα αποτελεί εύλογο και/ή έντιμο σχόλιο σε θέματα δημοσίου συμφέροντος και/ή συμφέροντος που έγινε καλόπιστα, ήτοι ότι η άσκηση συνταγματικά απόλυτων και/ή προνομιακών εξουσιών που δεν υπόκεινται σε οποιοδήποτε δικαστικό ή άλλως πως έλεγχο, από τα συνταγματικά όργανα του κράτους όπως είναι ο Γενικός και/ή ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας και η απόφαση για ποινική δίωξη ενός πολίτη της Δημοκρατίας, θα πρέπει να είναι αλλά και να φαίνεται να είναι αμερόληπτη και/ή ελεύθερη από προκαταλήψεις (free from actual and/or apparent bias) και/ή πάθη και/ή προσωπικά χαρακτηριστικά και/ή να μην αντίκειται στο δημόσιο συμφέρον. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι προηγούμενες και ευρύτατα γνωστές δημόσιες δηλώσεις και/ή παραστάσεις και/ή απόψεις του ενάγοντα και/ή τα γεγονότα που τον περιέβαλλαν, εύλογα δημιουργούσαν την πεποίθηση ότι η οποιαδήποτε ενασχόληση και/ή γνωμοδότηση και/ή απόφαση του σε σχέση με την ποινική δίωξη του δικηγόρου XXXXX Ξενοφώντος για την ιστοσελίδα «Christofias-Watch» αντίκειτο στις αρχές που διέπουν την άσκηση τέτοιων εξουσιών όπως ανωτέρω αναφέρεται. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι προέβηκαν στη δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος λόγω του καθήκοντος τους και/ή της υποχρέωσης τους που προκύπτει από τους σχετικούς νόμους να πληροφορούν το κοινό και/ή δικαιώματος του κοινού να πληροφορείται και/ή μέσα στα πλαίσια της άσκησης του συνταγματικού και/ή άλλου δικαιώματος τους της ελεύθερης έκφρασης και/ή διακίνησης ιδεών και πληροφοριών μέσω του Τύπου. Οι εναγόμενοι περαιτέρω ισχυρίζονται ότι από τη στιγμή που η εκ του Συντάγματος προνομιακή εξουσία του Γενικού και/ή του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα να διώξουν ποινικά κάποιο πρόσωπο δεν υπόκειται σε οποιοδήποτε δικαστικό ή άλλως πως έλεγχο επέβαλε αυξημένο καθήκον και υποχρέωση στους εναγομένους για ενασχόληση με το θέμα ιδιαίτερα όταν πληροφορήθηκαν ότι το αδίκημα της εξύβρισης επρόκειτο να εξετασθεί από πρόσωπο το οποίο ήταν ανέκαθεν εμπλεκόμενο σε θέματα εξύβρισης. Ταυτόχρονα οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ήταν καθήκον τους να προβούν στο εν λόγω δημοσίευμα εφόσον οι δημόσιες πολιτικές τοποθετήσεις του ενάγοντα σε σχέση με τον τότε Πρόεδρο κ. Χριστόφια και την τότε Κυβέρνηση, εύλογα δεν επέτρεπαν ως θέμα πραγματικής και/ή φαινόμενης προκατάληψης την εμπλοκή του στο όλο θέμα. Υπό τις περιστάσεις το δημοσίευμα συνιστούσε εύλογο σχόλιο εκφράζοντας την άποψη ότι δεν ήταν ηθικά και/ή νομικά ορθό να εξεταστεί το αν διαπράχθηκε το ποινικό αδίκημα της εξύβρισης από πρόσωπο το οποίο είναι το ίδιο εμπλεκόμενο με θέματα εξύβρισης και/ή έχει «διωχθεί» για δικές του εξυβρίσεις και/ή του οποίου η άποψη περί του τι συνιστά εξύβριση είναι επηρεασμένη από τις προσωπικές του εμπειρίες και απόψεις. Εφόσον το γενικότερο περιεχόμενο του ιστολογίου "christofias-watch" και/ή του παραπόνου του κ. Δρουσιώτη αφορούσε την προβολή συγκεκριμένων έντονων θέσεων και/ή απόψεων εναντίον των πολιτικών χειρισμών και/ή πεποιθήσεων του τότε κυβερνώντος κόμματος ΑΚΕΛ και/ή του τότε Προέδρου Δ. Χριστόφια και/ή της τότε Κυβέρνησης, η εξέταση του δεν θα έπρεπε να γίνει από πρόσωπο το οποίο εξεφράστηκε δημόσια ως προσωπικός φίλος, θερμός υποστηρικτής και σθεναρός υπερασπιστής των εν λόγω προσώπων και/ή χειρισμών. Η εξουσία του Γενικού και/ή του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα να ασκήσει ή να αναστείλει ποινική δίωξη εναντίον οποιουδήποτε προσώπου αποτελεί συνταγματική προνομιακή εξουσία η οποία δεν υπόκειται σε δικαστικό ή οποιοδήποτε άλλο έλεγχο και ως εκ τούτου, η ορθότητα της, χωρίς την εμπλοκή των ΜΜΕ, δεν μπορεί άλλως πως να αξιολογηθεί. Θέματα που σχετίζονται με την χρηστή διοίκηση, την άσκηση συνταγματικών εξουσιών, τα συνταγματικά όργανα του Κράτους, την ελευθερία των πολιτών και/ή της έκφρασης, ήταν και συνεχίζουν να είναι θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος και/ή συμφέροντος. Οι Εναγόμενοι είχαν νομικό και/ή ηθικό και/η κοινωνικό καθήκον να δημοσιεύσουν το επίδικο δημοσίευμα και το αναγνωστικό κοινό της εναγόμενης 1 είχε αντίστοιχο συμφέρον να λάβει γνώση του επίδικου δημοσιεύματος και προέβηκαν στη δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος καλή τη πίστει. Κατά συνέπεια οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ολόκληρο το πιο πάνω δημοσίευμα είναι προνομιούχο υπο επιφύλαξη που έγινε καλόπιστα. Και οι δύο πλευρές δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: «
- Ο Εναγών κατά πάντα ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο, ήταν Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, από 1.5.
- 0 Ενάγων είναι γνωστός και με το όνομα XXXXX Παπασάββας.
- Η Εναγόμενη αρ. 1 είναι Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης εγγεγραμμένη σύμφωνα με το Νόμο με έδρα τη Λευκωσία και κατά πάντα ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν ιδιοκτήτρια καί/ή εκδότρια εταιρεία της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος».
- Η εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» που εκδίδεται από την Εναγόμενη 1, κυκλοφορεί ευρέως ανά το παγκύπριο με χιλιάδες φύλλα ημερήσιας κυκλοφορίας, ενώ πρόσθετα κυκλοφορεί και στο εξωτερικό όπως επίσης δημοσιεύεται στο διαδίκτυο σε ηλεκτρονική μορφή.
- Ο Εναγόμενος 2 είναι ο κατά Νόμο υπεύθυνος και Διευθυντής της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος», στην οποία κατά πάντα ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο ασχολείτο και με την αρθρογραφία.
- Η Εναγόμενη 1 έχει στην ιδιοκτησία της ή/και στην κατοχή της ή/και εκμεταλλεύεται ή/καί χρησιμοποιεί ως εκδότρια το διαδίκτυο και/ή τις ιστοσελίδες http://www.philenews.com και/ή www.phileleftheros.com, οι οποίες είναι απόλυτα προσβάσιμες στο αναγνωστικό κοινό. Οι δύο πλευρές εκτός της έγγραφης μαρτυρίας, Τεκμήρια που κατέθεσαν, κάλεσαν και από ένα μάρτυρα για απόδειξη της υπόθεσης τους. Από πλευράς Ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος ο Ενάγων και από πλευράς Εναγομένων κατέθεσε ο Εναγόμενος
- Ο Ενάγοντας κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Λέγει στη γραπτή του δήλωση ότι αφού μελέτησε τις Υπερασπίσεις των Εναγομένων παρατηρεί ότι, τα όσα περιέχονται σ' αυτές δεν αποτελούν δίκαιη ή νόμιμη απάντηση στα όσα αβάσιμα, ανοίκεια, προσβλητικά και δυσφημιστικά, συστηματικά και όχι μόνο με τα όσα η παρούσα αγωγή ασχολείτο, του αποδόθηκαν από τους Εναγομένους, κακεντρεχώς. Σπούδασε Νομικά, στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Είναι επίσης πτυχιούχος Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών του ιδίου Πανεπιστημίου και αριστούχος διετών μεταπτυχιακών σπουδών στο Δημόσιο Δίκαιο, της Νομικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου της θεσσαλονίκης και υπότροφος στην Ακαδημία Διεθνούς Δικαίου της Χάγης. Υπήρξε μέλος του Επιστημονικού Διδακτικού Προσωπικού της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, στο Συνταγματικό Δίκαιο, για τρία ακαδημαϊκά χρόνια. Πρόσθετα έχει συμμετάσχει σε σεμινάρια, συνέδρια και επιτροπές εμπειρογνωμόνων τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Κύπρο. Είναι δε συγγραφέας διαφόρων βιβλίων νομικοπολιτικού κυρίως περιεχομένου, αλλά και τακτικός αρθρογράφος στον κυπριακό τύπο επί πολιτικών, νομικών και κοινωνικών θεμάτων. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, μετά από διορισμό του στη θέση αυτή από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας την 01/05/
- Αφυπηρέτησε από τη θέση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα την 01/07/
- Η υπηρεσία του στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας άρχισε το 1977 που διορίστηκε από την ΕΔΥ στη θέση του Δικηγόρου της Δημοκρατίας. Έκτοτε υπηρέτησε στις διάφορες βαθμίδες ανέλιξης της Νομικής Υπηρεσίας και το 1992 πήρε προαγωγή σε Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, θέση από την οποία αφυπηρέτησε την 01/07/
- Είναι έγγαμος, έχει δύο παιδιά και εξ' όσων γνωρίζει και πιστεύει είναι πρόσωπο ευρύτατα γνωστό στην Κυπριακή κοινωνία για το ηθικό επίπεδο, την αξιοπρέπεια και την εντιμότητα του χαίρει δε μεγάλης εκτίμησης και υπόληψης. Η εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ» αποτελεί την εβδομαδιαία κυριακάτικη έκδοση της εφημερίδας ο «Φιλελεύθερος», η οποία έχει πολλαπλάσια πώληση φύλλων από ότι η εφημερίδα στην ημερήσια έκδοση της, και ευρίσκεται κατά πολύ πιο ψηλά στις πωλήσεις από τις άλλες εφημερίδες με βάση τα στοιχεία που δίνονται κατά καιρούς στη δημοσιότητα. Κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ πιστό αντίγραφο, όπως το ετοίμασε το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, της σελίδας 10 «ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ», της εφημερίδας «Φιλελεύθερος», ημερομηνίας 06/06/2010, στήλη «ΟΙ ΕΠΤΑ TOY 7ΗΜΕΡΟΥ με τον Τάκη Κουνναφή» με τίτλο «
- ΔΕΝ ΑΥΤΟΕΞΑΙΡΕΘΗΚΕ ΩΣ ΩΦΕΙΑΕ ΝΑ ΠΡΑΞΕΙ, θα τρίζουν τα κόκαλα του Α. Μάνεση». Το πιο πάνω δημοσίευμα κυκλοφόρησε σε 29.059 αντίτυπα στην Κύπρο ενώ περαιτέρω κυκλοφόρησε και στο εξωτερικό και παρέμεινε δημοσιευμένο και στο διαδίκτυο επί μακρό χρονικό διάστημα. Παρουσίασε και κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ2 σχετική «Βεβαίωση» της Πρακτορείο Τύπου Κρόνος Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ημερ. 12/06/2Ό
- Είπε ότι το πιο πάνω επίδικο δημοσίευμα είναι άκρως δυσφημιστικό και προσβλητικό για το άτομο του. Περιέχει αναλήθειες και του καταλογίζει κακόπιστα και/ή κακόβουλα και/ή κακεντρεχώς πράξεις, προθέσεις, ενέργειες και γεγονότα που δεν είναι αληθή. Περιέχει μάλιστα συγκεκριμένες λέξεις και/ή αναφορές οι οποίες, πιστεύει, είναι αφ' εαυτών (per se] δυσφημιστικές, κακόβουλες, προσβλητικές και του αποδίδουν ψευδείς, αναληθείς και αβάσιμες κατηγορίες. Στόχευε τον πυρήνα της προσωπικότητας του, την εντιμότητα του, την ακεραιότητα του, την αμεροληψία του και την σωστή διαχρονική του υπηρεσία στη Νομική Υπηρεσία. Το πιο πάνω δημοσίευμα, τόσο στη φυσική, συνηθισμένη και κατά την κοινή λογική του μέσου αναγνώστη σημασία του, όσο και υπό τη μορφή νομικού και/ή αληθούς υπονοουμένου (true or legal innuendo), σημαίνει και/ή έγινε αντιληπτό από τους αναγνώστες της Εφημερίδας «Φιλελεύθερος» ότι σημαίνει και/ή υπονοεί και/ή υποδηλώνει και/ή υπαινίσσεται και/ή στοχεύει να καταστήσει σαφές ότι: α) υπό την ιδιότητα του ως Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας μεθόδευσε και/ή επιδίωξε και/ή προκάλεσε και/ή πέτυχε αντικανονικά, παράνομα και με τεχνάσματα την ποινική δίωξη του δικηγόρου Ξ. Ξενοφώντος, έχοντας κομματικές σκοπιμότητες και/ή για αλλότριο σκοπό, και/ή κατ' εντολήν ως εντεταλμένος πολιτικής και/ή πολιτειακής και/ή κομματικής γραμμής και/ή ως οφειλή του στον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας για το διορισμό του στη θέση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, και/ή εκφοβιστικά για να «φιμώσει» και/ή να στερήσει την ελευθερία του λόγου και της έκφρασης αυτών που κρίνουν και/ή σχολιάζουν τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Δημήτρη Χριστόφια και την τότε Κυβέρνηση, β) είναι υβριστής και μάλιστα διακεκριμένος χωρίς ηθικό υπόβαθρο που δεν σέβεται τα αξιώματα, τους θεσμούς και τους προϊσταμένους του, γ) ενεργεί στη βάση κομματικών σκοπιμοτήτων και δεν είναι σωστός λειτουργός της δικαιοσύνης δ) εξυπηρετεί αλλότρια συμφέροντα ε) ενεργεί σαν συντεταγμένο και/ή οργανωμένο και/ή στρατευμένο όργανο κάλυψης και όχι σαν ανεξάρτητος λειτουργός της Δικαιοσύνης, στ) δεν μπορεί να σταθεί στο ύψος που επιβάλλει η δημόσια θέση που τότε κατείχε και το αξίωμα και/ή λειτούργημα που τότε υπηρετούσε και/ή ήταν ανάξιος για τη θέση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα ζ) καταχράται και/ή καταχράσθηκε τη θέση και την εξουσία του ως Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, η) υπό την ιδιότητα του ως Βοηθός Γενικός Εισαγγελέα δεν λειτουργεί και/ή δεν ενεργεί και/η δεν ασκεί το λειτούργημα του και/ή τα καθήκοντα του στη βάση του Νόμου και/ή των νομικών κανόνων και αξιωμάτων και/ή του δικαίου αλλά με προσωπικά εφευρήματα και επινοήσεις θ) καπηλεύεται και/ή εκμεταλλεύεται για ιδιοτελείς σκοπούς ιδέες, ιδεώδη και ιδανικά που προέσβευε ο αείμνηστος και έγκριτος Συνταγματολόγος XXXXX Μάνεσης, ι) είναι ανυπόληπτος και ανέντιμος τόσον ως νομικός όσον και ως άνθρωπος, και/ή ότι ενεργεί κατά τρόπο αντίθετο στο Σύνταγμα και/ή δεν σέβεται και/ή δεν τηρεί τις συνταγματικές επιταγές, ενέργειες για τις οποίες αν ζούσε ο XXXXX Μάνεσης θα αποδοκίμαζε και/ή θα στηλίτευε και/ή θα καυτηρίαζε έντονα τη συμπεριφορά του, ια) Με δεδομένο ότι ο XXXXX Μάνεσης πέραν από κορυφαίος Συνταγματολόγος ήταν και βαθύτατα δημοκράτης και έντονα πολέμιος του καθεστώτος των πραξικοπηματιών της 21 Απριλίου 1967 και λόγω των φρονημάτων του, της εναντίωσης του στη δικτατορία και της προσήλωσης του στη δημοκρατία έχασε τότε τη θέση του ως Καθηγητής του «Συνταγματικού Δικαίου» στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης φυλακίσθηκε και ταλαιπωρήθηκε πολύ κατά την περίοδο εκείνη, η αναφορά σε καπηλεία του ονόματος του από αυτό και ότι θα τρίζουν τα κόκκαλα του λόγω της μη αυτοεξαίρεσης του και των ενεργειών του υπονοούσε και/ή υπαινίσσετο και/ή υποδήλωνε και/ή στόχευε να δείξει ότι είναι αντίθετος προς τις αρχές και τις αξίες της δημοκρατίας που προστατεύει το Σύνταγμα. Λέγει στη μαρτυρία του ότι πριν τη δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος, δεν ζητήθηκε η άποψη του για το όλο ζήτημα και ούτε ερωτήθηκε σχετικά από κανένα. Αντίθετα υπήρξαν και υπάρχουν πολλά άλλα δυσφημιστικά δημοσιεύματα από την ίδια εφημερίδα, ως συστηματική αδιάλειπτη προσπάθεια να πληγεί αβάσιμα και κακεντρεχώς η προσωπικότητα του, ως ανθρώπου, ως επιστήμονα, ως δικηγόρου και ως Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα. Συνεπεία του πιο πάνω δημοσιεύματος δέχθηκε πολλά τηλεφωνήματα από φίλους και γνωστούς από τον επαγγελματικό και κοινωνικό του χώρο. Βρέθηκε εντελώς άδικα, στην άβολη και δύσκολη θέση να πρέπει να υπερασπισθεί τον εαυτό του, την αξιοπρέπεια του και το κύρος του, από τη μεθοδευμένη λασπολογία και δυσφήμιση των Εναγομένων, σε σχέση μάλιστα με τελείως αναληθείς, αστήρικτους, κακεντρεχείς, κακόπιστους και αβάσιμους ισχυρισμούς. Το επίδικο δημοσίευμα, όπως και άλλα δημοσιεύματα των Εναγομένων, προκάλεσαν προς το πρόσωπο του την απέχθεια και/ή την αποστροφή από το ευρύ κοινό, επειδή η δια αυτού προσβολή της τιμής και της υπόληψης του διαμόρφωσε την άποψη ότι είναι ανεύθυνος, αναξιοπρεπής, αναξιόπιστος και ανάξιος, και ότι δεν σέβεται το Κράτος, τη Νομιμότητα και γενικά το κοινό, γι' αυτό πρέπει να τύχει περιφρόνησης γεγονός το οποίο επηρέασε δυσμενέστατα και τις κοινωνικές συναναστροφές του και εν γένει την κοινωνική του ζωή. Πιστεύει ότι στη βάση των πιο πάνω δικαιούται σε αποζημιώσεις για τα επίδικα δημοσιεύματα, οι οποίες, λόγω της κακοβουλίας που επέδειξαν οι Εναγόμενοι, πρέπει να είναι αυξημένες, τιμωρητικές και παραδειγματικές. Η κακοβουλία τους, που είναι προφανής προκύπτει και από: (α) Το ύφος του επίδικου δημοσιεύματος το οποίο είναι υποτιμητικό, ειρωνικό, χλευαστικό και δηκτικό για το άτομο του. (β) το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε ζήτησαν, πριν ή μετά το δημοσίευμα, την γνώμη του και/ή τις θέσεις του, ώστε να καταγράψουν την όποια σχετική αναφορά επ' αυτών ή να τις λάβουν υπόψη. (γ) το γεγονός ότι ο σκοπός της συγγραφής του επίδικου δημοσιεύματος ήταν, με το περιεχόμενο του αντικειμενικά θεωρούμενο, να βλάψουν και να επηρεάσουν δυσμενώς την υπόληψη του, αλλά επίσης και να τον βλάψουν στο επάγγελμα του, στην κοινωνική του υπόσταση και/ή στην εργασία του και/ή να τον πλήξουν άδικα ως προσωπικότητα, ως επιστήμονα, ως δημόσιο λειτουργό, ως Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα και ως άνθρωπο. (δ) το γεγονός ότι το επίδικο δημοσίευμα δημοσιεύθηκε στην κυριακάτικη έκδοση της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος», η οποία έχει πολύ μεγαλύτερη αναγνωσιμότητα από τις άλλες καθημερινές εκδόσεις της εφημερίδας ή την έκδοση του Σαββάτου και πωλεί κατά χιλιάδες περισσότερα φύλλα από άλλες εκδόσεις και ευρίσκεται κατά πολύ πιο ψηλά στις πωλήσεις από τις άλλες εφημερίδες με βάση τα στοιχεία που δίνονται κατά καιρούς στη δημοσιότητα. Τούτο καταδεικνύει ότι ο απώτερος σκοπός της συγγραφής του επίδικου ήταν η όσο το δυνατόν ευρύτερη μετάδοση και/ή γνώση του δυσφημιστικού δημοσιεύματος. (ε) το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι επέδειξαν έλλειψη φροντίδας και επιμέλειας προς εξακρίβωση της αλήθειας των ισχυρισμών που περιέχονται στο δημοσίευμα και προέβησαν στη δημοσίευση του, χωρίς να καταβάλουν καμία εύλογη φροντίδα για την εξακρίβωση της αναλήθειας του και (στ) Δεν υπήρξε οποιασδήποτε μορφής απολογία εκ μέρους των Εναγομένων, αντίθετα στο ίδιο υβριστικό και προσβλητικό μήκος κύματος συνέχισαν και στα δικόγραφα τους. Είναι ισχυρισμός του ότι εξαιτίας του επίδικου δημοσιεύματος η υπόληψη του έχει πληγεί σοβαρά προς μεγάλη του ζημιά, ενώ πρόσθετα έχει υποστεί καίριο και ανεπανόρθωτο πλήγμα στην προσωπικότητα, στην ακεραιότητα, στην τιμή του αλλά και στην επαγγελματική του φήμη ως Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας και ως λειτουργός του δικαίου. Γι' αυτό και διεκδικεί απόφαση υπέρ του ως η αξίωση του στην Έκθεση Απαίτησης πλέον παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις και τόκο έκτοτε. Και συνεχίζει στην κυρίως εξέτασή προφορικά: Το δημοσίευμα αυτό από την πρώτη του λέξη τον τίτλο του μέχρι και την τελευταία του λέξη, παράγραφο, είναι 101 τοις εκατό ψευδέστατο όσον αφορά τα πραγματικά γεγονότα και υβριστικότατο σε εκτιμήσεις και σε σχόλια που γίνονται πάνω επί ανύπαρκτων γεγονότων. Στη Νομική Υπηρεσία ξεκίνησε με διορισμό από την ΕΔΥ το 1977 ως δικηγόρος της Δημοκρατίας, με άλλην ΕΔΥ προήχθηκε σε ανώτερο δικηγόρο της Δημοκρατίας, σε άλλην ΕΔΥ προήχθη σε Εισαγγελέα της Δημοκρατίας που είναι ανώτατη βαθμίδα της δημοσιοϋπαλληλικής θέσης. ΄Εχει πτυχίο νομικής, πτυχίο πολιτικών και οικονομικών επιστημών, μεταπτυχιακό δημοσίου δικαίου, υποτροφία στην Χάγη σε πολλά συνέδρια, επομένως δεν υστερούσε από οποιοδήποτε για την θέση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα. Επομένως δεν υπήρχε θέμα να οφείλει την επανεγκατάσταση του στον Δημήτρη Χριστόφια έστω και εάν ήταν κοινό μυστικό ότι εκτιμούσε ο ένας τον άλλο και στην Κυπριακή Δημοκρατία είναι τόσο μικρό κράτος που Δικαστές και δικηγόροι και πλείστοι όσοι στο δημόσιο χώρο έχουν και φιλίες και γνωριμίες και δεν μπορεί να είναι διαφορετικά, αλλά άλλον είναι αυτό η αμεροληψία και η αντικειμενικότητα και η εφαρμογή της νομιμότητας. Είναι δύο πράγματα τελείως διαφορετικά. Το «συντεταγμένο όργανο» το θεωρεί μίαν άθλια εμετική ύβρη, είναι επειδή το έχει χρησιμοποιήσει όταν τον ρώτησαν τότε για το Μαρί για τις έρευνες ότι τα συντεταγμένα όργανα θα φροντίσουν για το μαρτυρικό υλικό να μην χαθεί και λοιπά, ορίζεται από το Σύνταγμα, ορίζεται από τους Νόμους, από πού ως πού ήταν συντεταγμένο όργανο κάλυψης του κυρίου Χριστόφια; διερωτάται. Το «ανομιμοποίητοι» δεν αρνείται τη νομιμότητα των προσώπων στη θέση τους, αλλά έχει τη γνώμη ότι αυτά δεν λειτουργούν κατά τρόπο που θα αναμενόταν να λειτουργήσουν. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας είπε τα εξής: Η εναγόμενη 1 είναι μια από τις εφημερίδες στην οποίαν αρθρογραφούσε αλλά ούτε μια γραμμή μετά από το επίδικο δημοσίευμα την κατά την άποψη του λιβελλογράφημα. Ξεκαθάρισε ότι το μίσος και το πάθος άρχισε από την στιγμή που ο κύριος Κουνναφής ως υπεύθυνος γενικός διευθυντής της εφημερίδας κολλητός του κυρίου Σέρτη ένοιωσαν ότι το Α και το Β για το γιό του κυρίου Σέρτη και όταν λέγει συστηματικά ξεκινούν από τα δημοσιεύματα της 6 Ιουνίου και καταλήγουν στο 12 που κάποια από αυτά αποτελούν αντικείμενο 6 αγωγών λιβέλου, αυτό είναι το συστηματικό. Θεωρεί ότι ήταν ένας αξιοκρατικός διορισμός η τοποθέτησή του στη θέση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα. Η ουσία είναι εάν είχε τα τυπικά και πολύ περισσότερο τα ουσιαστικά προσόντα, και όταν λέγει ουσιαστικά προσόντα μέσα από την πορεία του από το 77 στη Νομική Υπηρεσία να διοριστεί από τον Πρόεδρο του Κράτους Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, και εν πάση περιπτώσει έδωσε τεράστιους αγώνες στη ζωή του και ούτε για να χρυσωθεί, ούτε για να κηρυχτεί αυτοκράτορας δεν θα μπορούσε να γίνει όργανο όπως το λιβελλογράφημα που λέει ότι ήταν συντεταγμένο όργανο προστασίας του κυρίου Χριστόφια. Εκείνο που ξέρει είναι ότι αυτός υπερπληρούσε τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα. Δεν είναι η φιλία που έπαιξε ρόλο, υπήρχε, υπάρχει η φιλία, είναι η εκτίμηση με την δική του άποψη του Προέδρου για την αξία και τα προσόντα του. Αυτό προκύπτει από πεντακόσια σημεία από τα βιβλία του που τονίζει ο κ. Χριστόφιας την εκτίμηση στην ικανότητα του τη νομική, στις διαφωνίες τους που είναι σεβαστές και λοιπά. Είναι σε όλους τους προλόγους και των πέντε βιβλίων επομένως διορίστηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με την εκτίμηση του αυτός, καλή ή κακή, λέγει καλή, ότι ήταν το κατάλληλο πρόσωπο. Είπε ότι ο κ. Αλ. Μαρκίδης θα χρησιμοποιούσε τη θέση του ως εφαλτήριο. Ένα ενδεικτικό παράδειγμα, μετείχε σε συνομιλίες με ΄Αγγλους που δεν ήταν δουλειά του γενικού εισαγγελέα και πολλά άλλα. Όλοι οι γενικοί εισαγγελείς, εκτός του Κρίτωνα Τορναρίτη, που μετείχε στο φτιάξιμο της Δημοκρατίας και του συντάγματος, όλοι οι εισαγγελείς, μεταγενέστεροι, είχαν φιλικές σχέσεις με τους προέδρους. Δεν τους διόριζαν γιατί ήταν φίλοι. Ο πρόεδρος ο μακαρίτης Σπύρος Κυπριανού διόρισε τη Στέλλα, δεν την διόρισε επειδή ήταν φίλοι. Ο Γιώργος Βασιλείου, εάν δεν κάνει λάθος, διόρισε τον πρόεδρο του Ανωτάτου Μιχαλάκη Τριανταφυλλίδη που είχαν ξεχωριστά φιλικές σχέσεις, αλλά δεν τον διόρισε διότι είχαν φιλικές σχέσεις και είχαν ξεχωριστά φιλικές σχέσεις και ήταν φίλοι. Δεν ασχολήθηκε ποτέ μα ποτέ με αυτήν τη συγκεκριμένη υπόθεση του XXXXX Ξενοφώντος, δεν του ζητήθηκε ποτέ να ασχοληθεί ή να εκφέρει άποψη. Μέσα από τα βιβλία και τα άρθρα του ασχολήθηκε με διάφορα πρόσωπα όπως γενικούς εισαγγελείς, προέδρους της Δημοκρατία και τα λοιπά, όταν υπήρχε θέμα που είχε άμεση σχέση με νομικές πτυχές. Δεν συμφωνεί ότι ο τρόπος που αναφέρετο στα εν λόγω πρόσωπα ήταν ειρωνικός ή υβριστικός. Στο Τεκμήριο 6, στη σελίδα 2 του εν λόγω Τεκμηρίου «βοηθό καλαθοεργοδότη» δεν αποκάλεσε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο. ΄Ηταν γενικό και αόριστο. Καλαθοεργοδότης δεν είναι αυτός που δένει τις βέργες, που φτιάχνει. Δεν είναι υποτιμητικό να αναφέρετε με αυτόν τον τρόπο στο γενικό εισαγγελέα. Εξαρτάται εάν η πράξη το δικαιολογεί, είναι εντάξει. Εάν δεν το δικαιολογεί δεν είναι εντάξει. Πιστεύει εάν θυμάται καλά το δικαιολόγησε η πράξη. Αποκάλεσε τον κύριο Μαρκίδη, για τον όγκο του σωματικού εκτοπίσματος του κυρίου Μαρκίδη υπέρβαρο. Το κάθε τι είναι βασικός κανόνας να μην απομονώνετε σε 5 γραμμές. Να είναι ολόκληρο το κείμενο. Εφευρέτης σε εισαγωγικά της μπανανοαρχούμενης Δημοκρατίας ήταν ο ίδιος ο μακαρίτης ο Κληρίδης. Εάν ο Μαρκίδης καθόταν στο γραφείο του, είτε 800 κιλά ήταν ή 150 δεν υπήρχε λόγος να σχολιάσεις το "υπέρβαρος". Αλλά εάν χωρίς καμιά νομιμοποίηση, ανομιμοποίητος, ανομιμοποίητος δεν σημαίνει παράνομος αλλά μη νομιμοποιημένος. Υπάρχει το δικαίωμα να σχολιάσεις αυτό που βλέπεις στην τηλεοπτική σου εικόνα και δεν είναι ύβρης. Θα ήταν ρατσιστική ή ύβρης εάν ήταν έξω από τη συνταγματική λειτουργία, από τη πολιτειακή λειτουργία. Όσον αφορά τον κύριο Μαρκίδη εάν μέρα παρά μέρα, λεπτό παρά λεπτό δεν κάνει άλλη δουλειά, σε εισαγωγικά, ή περίπου δεν κάνει σε εισαγωγικά τίποτε άλλο και είναι εις τους τηλεοπτικούς δέκτες, τότε επιτρέπεται να σχολιάσει από αισθητικής πλευράς την εικόνα που βλέπει κάποιος. Όταν είστε εισαγγελέας και λεπτό παρά λεπτό είστε στους τηλεοπτικούς δέκτες για άσχετα θέματα από τα θέματα της νομικής υπηρεσίας, επί πολιτικών, διότι προετοιμάζεσαι για να γυρίσεις ως υποψήφιος πρόεδρος, που γύρισε, νομίζω τότε έχω το δικαίωμα να σχολιάσω αυτήν την εικόνα. Δεν συνέβη να ασχοληθεί κατά τον οιονδήποτε τρόπο με αυτήν την υπόθεση και «το ξέρουν καλύτερα, οι πελάτες σας όχι εσείς», καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο γιατί έχουν το γενικό εισαγγελέα στην εφημερίδα τους με τις δηλώσεις του. Του Γενικού Εισαγγελέα του τίθετο εκεί ως δεδομένο στις 8/5 και 30/5 ότι υπάρχει πολιτική χρειά και ο Γενικός Εισαγγελέας απαντούσε ότι δεν υπάρχει πολιτική χρειά σε αυτήν την υπόθεση του Ξενοφώντος και με το να δημιουργείται η εικόνα πολιτικής χρειάς απλώς δεν τον επηρεάζει σε τίποτε, διότι εκείνος θα κρίνει βάσει του φακέλου που θα έχει μπροστά του. Σε ερώτηση του κ. Γεωργίου εάν συμφωνεί ότι πυκνά συχνά και πριν και μετά το δημοσίευμα εμφανίζετο σε εφημερίδες, έδινε συνεντεύξεις σε ραδιόφωνα και γενικώς ήταν πρόσωπο που ήταν και ασχολείτο με την επικαιρότητα, απάντησε ότι δεν συμφωνεί. Η επικαιρότητα, είπε, είναι η έκθεση μοντέλων τάδε, είναι το ποδόσφαιρο τάδε, είναι διάφορα. Εκεί που τοποθετείτο ήταν αν ήταν νομικό και εκεί ήταν νομικό το θέμα, που με τον Α ή Β τρόπο έκρινες ότι έπρεπε να τοποθετηθείς, αλλά όχι επί παντός επιστητού. Θεώρησε υπαινιγμό το ότι ο Πρόεδρος Χριστόφιας είναι φίλος του και είπε ότι στη ζωή έχουμε αρκετούς φίλους και αρκετούς που σου χτυπούν πισώπλατα ή εχθρούς. Με το να είσαι φίλος δεν στερεί την αμεροληψία και την αντικειμενικότητα. Το ότι πριν το επίδικο δημοσίευμα δηλώθηκε από λειτουργό της Νομικής Υπηρεσίας, ενώπιον Επιτροπής της Βουλής, ότι δεν υπήρχε απειλή στην υπόθεση, αλλά υπήρχε ρατσιστική ύβρη, κατόπιν οδηγιών δικών του είναι ψεύδος. «΄Εχουμε ημερομηνίες με μαθηματική επαλήθευση, η τελευταία τοποθέτηση του Γενικού Εισαγγελέα είναι 3 Ιουνίου», είπε. Αφού προηγήθηκε η 30 Μαΐου και 8 Μαΐου, που δηλώνει στην εφημερίδα των Εναγομένων κατηγορηματικά και το προβάλλουν ότι είναι εκείνος που το χειρίζεται. Είναι ψεύδος ότι στο πλαίσιο ερευνητικής δημοσιογραφίας δηλώνεται ότι είναι αυτός που χειριζόταν την υπόθεση. Δεν έδινε σημειώματα δεσμευτικά σε λειτουργούς της Νομικής Υπηρεσίας και ότι υπάρχει ρατσιστική ύβρη και προώθησε την υπόθεση. Είναι ψευδέστατο, απόλυτα, απόλυτα ψευδέστατο, είπε. ΄Αποψη του δικηγόρου την οποία δεν αποδέχεται με τίποτε, ότι φαίνεται από τα βιβλία του, Τεκμήριο 1 και άλλα έγγραφα που έχουν κατατεθεί, ότι έχει υβρίσει πάρα πολλά δημόσια πρόσωπα. Η υποβολή ότι Καθύβρισε τους πάντες και Προέδρους της Δημοκρατίας και Γενικούς Εισαγγελείς και μάλιστα χαρακτηρίστηκε ως υβριστής Γενικών Εισαγγελέων και ο μόνος ουσιαστικά που ποτέ δεν κατέκρινε ή καθύβρισε, είναι ο κύριος Δημήτρης Χριστόφιας, είναι απαράδεκτη, δεν την δέχεται και δεν είναι υβριστής. Η εφημερίδα θυμήθηκε να σχολιάσει, από την ίδρυση της, που είναι κάποια πολλά πολλά χρόνια και αφού είχε σωρεία επιφυλλίδων κοντά της και αφού πριν 9 μήνες πριν από το να αρχίσει να βρίζει και να λασπολογεί και να συκοφαντεί, είχε κληθεί για συνέντευξη ολοσέλιδη, κυριακάτικα άρχισε αυτή την συνεχή υβριστική, κακόπιστη όταν ένοιωσε ότι έπρεπε να τρομοκρατήσει τη Νομική Υπηρεσία, γιατί ο γιος του φίλου του κυρίου Κουνναφή ήταν ο καταγγελλόμενος από τον κύριο Δρουσιώτη. Σε ερώτηση του δικηγόρου Γεωργίου ότι στα βιβλία του υπάρχουν πολλές αναφορές που έτσι βλέπουμε διθυραμβικά σχόλια από αυτόν για τον κύριο Χριστόφια και ο ίδιος του ανταποδίδει αυτήν την αγάπη, τον θαυμασμό αν θέλετε, τη φιλία παραπέμποντας τον στις σελίδες 17, 18, 38 ως 43, 44, 45, 46 και 47 έως 50, όλα μέρος του Τεκμηρίου 1, απάντησε ότι έχει την εντύπωση ότι κάνει κάποιες ερωτήσεις για αυτόν απαράδεκτες. Είναι σόφισμα, δεν ακούμπησε αυτήν την υπόθεση και ούτε θα μπορούσε να την ακουμπήσει εάν του λεγόταν γιατί υπήρχε δεοντολογικό πρόβλημα. Επίσης στις πιο κάτω ερωτήσεις απάντησε ως εξής: «E. Δεν είναι αληθές ότι ήσασταν πολέμιος του σχεδίου Ανάν και γενικά των παραμικρών υποχωρήσεων στο Κυπριακό και σχολιάζατε έντονα και τον Τάσο Παπαδόπουλο και τον Γλαύκο Κληρίδη, ενώ όταν ο κύριος Χριστόφιας διορίστηκε Πρόεδρος και έκανε και αυτός κάποιες υποχωρήσεις κατά την κοινή γνώμη, ποτέ δεν τον κατακρίνατε, ποτέ δεν σχολιάσατε έντονα, ποτέ δεν εκφράσατε διαφωνίες; A. Αν δικάζομαι, δεν ξέρω για μεροληπτική δημοσιογραφία ή οτιδήποτε, λυπάμαι, αλλά έχω την αίσθηση ότι είναι άλλη η διαδικασία μας εδώ. Και εκείνο που είπα και είναι και γραμμένο κάπου, που δεν θυμούμαι πού ακριβώς, είπα, εκείνο που εκτίμησα περισσότερο στον Δημήτρη Χριστόφια ήταν ότι ήταν το μοναδικό πολιτικό πρόσωπο που ήρθε δημόσια και είπε το mea culpa για την αποδοχή της επιδιαιτησίας στη Νέα Υόρκη. E. Δεν ψηφίζατε επίσης και υποστηρίζατε σθεναρά τον κύριο Χριστόφια και μάλιστα ισχυριστήκατε ότι δεν φέρει καμιά ευθύνη είτε για την οικονομική κρίση, είτε για το Μαρί και γενικά για πολλά κατά τα οποία του ασκήθηκε κατά καιρούς κριτική, κατά τη διακυβέρνηση του; Α. Δεν έχω αθωώσει, δεν έχω πει το παραμικρό για το Μαρί. Υπάρχει μια δημόσια, κλήθηκα στις 12 Ιουλίου της επόμενης χρόνιας στο «Μέρα Μεσημέρι» και ρωτήθηκα διάφορα πράγματα και απάντησα και ανέλυσα πόσο λανθασμένη ήταν η Επιτροπή Πολυβίου. Για την Οικονομία, δεν είμαι οικονομολόγος και δεν ασχολήθηκα, φταίει δεν φταίει. Απλώς υπάρχει ένα άρθρο, το οποίο μας δώσατε πάλι και κάνω νομική κριτική στην συμπεριφορά της Επιτροπής Πική, όταν κλήθηκε ο Πρόεδρος ενώπιον της και αυτό είναι μετά την αφυπηρέτηση μου. Όλα αυτά πώς κόβονται και ράβονται σε ένα συγκεκριμένο κουστούμι, να εμφανιστώ, ο μεροληπτικός που χειρίστηκα την υπόθεση τάδε και θα αδικείτο ο γιος του φίλου του αρθρογράφου, πράγμα ούτε με οργιώδη φαντασία δεν μπορούσες, εκτός μόνο με κακοπιστία, διότι για χιλιοστή φορά επαναλαμβάνω 30 Μαΐου, 8 Μαΐου, 3 Ιουνίου, ελάχιστες ώρες πριν από το δημοσίευμα, είχαν τις τοποθετήσεις του Γενικού Εισαγγελέα που τις πρόβαλαν από την εφημερίδα μας. E. Είπατε νομική κριτική κάμετε στον κύριο Πική. Συμφωνώ ότι χαρακτηρίσατε τον κύριο Πική απαράδεκτο, επειδή ο κύριος Χριστόφιας είχε πάει εκεί και εν τέλει αρνήθηκε να καταθέσει στην Επιτροπή για την Οικονομία. Αυτή είναι η νομική κριτική που του κάματε; A. Είναι. συγκεκριμένα μας το δώσατε, δεν έχει τίποτε το μεμπτό εκείνο που μας δώσετε. Θέλετε καταθέστε το στο Δικαστήριο, εγώ δεν το έχω, μπορεί να το έχει ο κύριος Χριστάκης.» Δεν ασχολήθηκε ούτε από απόσταση ούτε από κοντά με τη συγκεκριμένη υπόθεση του γιου του φίλου του συγγραφέα. Λέγει ότι για τρίτη φορά, σε απλά ελληνικά. Πήρε τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο αμέσως την επόμενη μέρα και που το έγραψε και που ήταν υπεύθυνος της εφημερίδας και που είχε και τις δηλώσεις της εφημερίδας για τον Γενικό Εισαγγελέα και του είπε ότι είναι απαράδεκτα, ψεύτικα, κακόπιστα, κακοήθη. Και αυτό το παραδέχεται ο ίδιος, ότι τον πήρε. Δεν έχει καμιά καταδίκη εναντίον του, δεν έχει καμιά καταδίκη των προσώπων που ονόμασε ανομιμοποίητους, διότι δεν μπορεί να υπάρξει, είναι νομικός όρος και δεν μπορεί να υπάρξει δίκη ή καταδίκη. Το ανομιμοποίητο κρίνεται μόνο και μοναδικά, εκτός από την γνώμη που μπορεί να έχει ο κάθε ένας, από το κυρίαρχο εκλογικό σώμα όταν γίνονται οι εκλογές, εκεί κρίνεται το ανομιμοποίητος, το νομιμοποιημένος, που έχει σήμερα βγει— Για χιλιοστή φορά λέγει ότι, ο Φιλελεύθερος και ο Εναγόμενος λασπολόγησαν, γέννησαν γεγονότα ανύπαρκτα με βάση όχι μόνο τη δική του εδώ ένορκη μαρτυρία, αλλά με βάση τα διάφορα που τους έδωσαν ότι έβγαλαν από το Ξενής file και όπως τους τα έδωσαν, που είναι ο Φιλελεύθερος 8 του Μαΐου, ο Φιλελεύθερος 30 του Μαΐου, ο Φιλελεύθερος 3 του Ιούνη. Εκεί κατά την ένορκο του κατάθεση λέγει ότι με μαθηματική επαλήθευση αναδεικνύεται και αποδεικνύεται το ψευδέστατο του δημοσιεύματος της 6ης Ιουνίου του
- Ο Εναγόμενος 2 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, στην οποία λέγει ότι ασκεί το επάγγελμα του δημοσιογράφου από το 1965 - 1966 μέχρι και σήμερα. Συνταξιοδοτήθηκε το 2010 και έκτοτε συνεχίζει να ασκεί τη δημοσιογραφία ως ειδικός συνεργάτης στο Φιλελεύθερο όπου, μεταξύ άλλων, συνεχίζει να γράφει την Κυριακάτικη του στήλη «οι 7 του 7ημέρου». Τον Ενάγοντα τον γνωρίζει περίπου από το 1976-
- Εξ όσων θυμάται, ποτέ του δεν είχε γράψει κάτι αρνητικό για τον Ενάγοντα παρόλο που πολλές εφημερίδες και πρόσωπα κατά καιρούς τον κατέκριναν. Μάλιστα ο ίδιος ο Ενάγοντας σε πολλά βιβλία του ή και άρθρα του υιοθετούσε δικές του θέσεις και παρέθετε αυτούσια τα άρθρα του. Η πρώτη φορά που ο Ενάγοντας εξέφρασε παράπονο εναντίον του καταχωρώντας την παρούσα αγωγή, ήταν με το επίδικο στην παρούσα αγωγή δημοσίευμα ημερ. 06/06/
- Η στήλη στην οποία έγινε η δημοσίευση για την οποία παραπονείται ο Ενάγων - «Οι 7 του 7ημέρου», αποτελεί στήλη του στην εφημερίδα των Εναγομένων 1 από το 1991 μέχρι και σήμερα. Είναι εβδομαδιαία και συγκεκριμένα δημοσιεύεται πάντα κάθε Κυριακή. Αποτελεί καθαρά στήλη έκφρασης γνώμης και άποψης, κριτικής, εύλογου σχολιασμού, είναι καυστική και ενίοτε με σκοπτική διάθεση, για την εκάστοτε επικαιρότητα. Σε αυτήν εκφράζει τις θέσεις του και σχολιάζει διάφορα θέματα της επικαιρότητας με στόχο την διαφύλαξη και εξασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος όσο αφορά το εθνικό μας θέμα, κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά, εκπαιδευτικά και γενικώς όποια άλλα θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος. Οι συνθήκες και τα γεγονότα, είπε, τα οποία οδήγησαν στην συγγραφή του επίδικου δημοσιεύματος είναι τα ακόλουθα:
- Στις 4 Μαρτίου 2010 ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Μακάριος Δρουσιώτης απέστειλε επιστολή στον τότε Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ. Πέτρο Κληρίδη με την οποία υπέβαλλε παράπονο και ταυτόχρονα απαιτούσε δίωξη όλων των εμπλεκομένων αναφορικά με συγκεκριμένα γραφόμενα στο διαδίκτυο, στην ιστοσελίδα «christofias- watch.blogspot», υπό τον τίτλο «ΕΝΑΣ MAΓAPIΟΣ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΑΡΤΑΞΕΡΞΗ» και τα οποία, ως ο ισχυρισμός του αφορούσαν το άτομο του. Τα εν λόγω γραφόμενα ήταν ένα υβριστικό και βλακώδες σχόλιο κατά του εν λόγω δημοσιογράφου από επισκέπτη του ιστολογίου Christofias Watch.
- O Γενικός Εισαγγελέας απάντησε αναφέροντας στον κ. Δρουσιώτη ότι μπορούσε αν επιθυμούσε να καταγγείλει το θέμα στην Αστυνομία και αν προέκυπταν οποιεσδήποτε αξιόποινες πράξεις θα ασκείτο σχετική δίωξη.
- Kατόπιν υποβολής σχετικής καταγγελίας, πολυπρόσωπη ομάδα αστυνομικών, διεξήγαγε στις 6/5/10 στις 6.30 τα ξημερώματα, έρευνα στο σπίτι του ζεύγους XXXXX Ξενοφώντος-Φιλίππου, που τότε είχαν ένα βρέφος ηλικίας μόλις 15 ημερών, και κατάσχεσε ηλεκτρονικούς υπολογιστές του ζεύγους, που περιείχαν προσωπικά και επαγγελματικά αρχεία, ως και επικοινωνίες. Σύμφωνα με την Αστυνομία, υπήρχε υπό διερεύνηση υπόθεση διέγερσης προς διάπραξη κακουργήματος και γραπτές απειλές για φόνο.
- Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας από την επόμενη μέρα ήτοι την 7/5/10, δήλωσε ότι ο ίδιος αμφιβάλλει εάν προκύπτουν οποιαδήποτε ποινικά αδικήματα εναντίον του κ. Ξενοφώντος ή άλλου προσώπου.
- Επίσης σε συνέντευξη του στην εφημερίδα των Εναγομένων 1 ημερ. 08/05/10 - Τεκμήριο 4 του Δικαστηρίου, ο Γενικός Εισαγγελέας ανέφερε: Ότι για τον ίδιο δεν υπήρχε ποινικό αδίκημα δηλαδή απειλή κατά της ζωής. Άφησε δε αιχμές για τον τρόπο που ενήργησε η αστυνομία ιδίως καθόσον αφορά την έφοδο που έκανε στην οικία του κ. Ξενοφώντος στις 06:30 τα ξημερώματα. Ο Γενικός Εισαγγελέας ανέφερε επίσης ότι δεν υπήρχε πολιτική χροιά στην υπόθεση.
- Οι ενέργειες της Αστυνομίας σε σχέση με την υπόθεση Christofias Watch ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων από την κοινή γνώμη και ιδιαίτερα από τα ΜΜΕ. Η υπόθεση "christofias-watch" αποτέλεσε και το αντικείμενο κοινοβουλευτικών συζητήσεων. O κύριος λόγος των αντιδράσεων οφειλόταν στο γεγονός ότι το συγκεκριμένο ιστολόγιο προέβαλλε έντονες θέσεις και απόψεις εναντίον της τότε κυβέρνησης, του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας Δημήτρη Χριστόφια και του τότε κυβερνώντος κόμματος του ΑΚΕΛ. Το συγκεκριμένο ιστολόγιο σχολιάστηκε από τον Γενικό Γραμματέα του ΑΚΕΛ στα πλαίσια της κοινοβουλευτικής συζήτησης του κρατικού προϋπολογισμού στις 15/12/09 ως «ενθάρρυνση φυσικής εξόντωσης του Προέδρου». Οι ενέργειες της αστυνομίας έγιναν αντιληπτές από την κοινή γνώμη ως υποκινούμενες από πολιτικά κίνητρα και ως προσπάθεια φίμωσης της αντίθετης άποψης. Σε νέα συνέντευξη του ο Γενικός Εισαγγελέας στις 30/05/10 στην εφημερίδα Φιλελεύθερος επιβεβαίωσε τη θέση του και δήλωσε ότι παρά τον θόρυβο που προκλήθηκε, δεν μετανιώνει για την αρχική τοποθέτηση του ότι δεν υπήρχε απειλή. Ανέφερε ακόμα ότι η υπόθεση είχε πολιτικοποιηθεί ενώ παράλληλα, είχε πει πως θα μελετήσει το φάκελο της υπόθεσης και όλο το υλικό που την αφορά για να αποφασίσει εάν υπάρχει ή όχι αδίκημα επαναλαμβάνοντας και πάλι ότι, για τον ίδιο η συγκεκριμένη αναφορά στο σχετικό ιστολόγιο δεν συνιστούσε απειλή για τη ζωή. Από τις αρχές της εβδομάδας πριν το επίδικο δημοσίευμα ήταν επίμονες οι πληροφορίες ότι επρόκειτο να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του κ. Ξενοφώντος. Ακολούθησε η αναφορά ενώπιον της Βουλής από δικηγόρο της νομικής υπηρεσίας, στον Βουλευτή κ. Νικόλα Παπαδόπουλο σε σχετικό ερώτημα του, ότι δεν υπήρχε όντως απειλή κατά της ζωής στο όλο θέμα με το ως άνω ιστολόγιο αλλά, υπήρχε αδίκημα ρατσιστικής ύβρης. Tο αδίκημα της ρατσιστικής ύβρης ουδέποτε είχε μέχρι τότε αναφερθεί είτε από την Αστυνομία είτε από το Γενικό Εισαγγελέα και ούτε αποτελούσε το αντικείμενο του παραπόνου του κ. Δρουσιώτη. Ως εκ των ανωτέρω, και ειδικότερα με δεδομένη τη θέση του τότε Γενικού Εισαγγελέα ότι δεν υπήρχε ποινικό αδίκημα και των δημόσιων δηλώσεων που ήγειραν θέμα κατάχρησης διαδικασίας, πολιτικής δίωξης, σταλινικών και φασιστικών πρακτικών, ο ίδιος είχε επικοινωνήσει με τον τότε Γενικό Εισαγγελέα Πέτρο Κληρίδη για να δει που βρίσκεται το ζήτημα με την διερεύνηση της υπόθεσης. Είναι συνήθης πρακτική δημοσιογράφων να επικοινωνούν με τον ίδιο τον Γενικό Εισαγγελέα αλλά και γενικώς οι δημοσιογράφοι έχουν πηγές στους κόλπους της νομικής υπηρεσίας. Λόγω της πολυετούς υπηρεσίας του στη δημοσιογραφία και λόγω της θέσης του ως διευθυντής στην εφημερίδα των Εναγομένων 1, είχε πολλές πηγές στη νομική υπηρεσία ενώ, γνώριζε και τον ίδιο τον κ. Πέτρο Κληρίδη και πολλές φορές επικοινωνούσε απευθείας μαζί του για διάφορα θέματα. Το ερώτημα του στον κ. Πέτρο Κληρίδη ήτο γιατί προχωρά η υπόθεση εναντίον του κ. Ξενοφώντος και μάλιστα τώρα προστίθεται και θέμα ρατσιστικής ύβρης ενώ υπάρχουν όλα τα πιο πάνω δεδομένα αλλά και δήλωση του ιδίου του κ. Κληρίδη πως δεν υπήρχε αδίκημα. Η απάντηση του κ. Κληρίδη ήταν σαφής. Του είπε γιατί με ρωτάς εμένα. Ρώτα τον Παπασάββα που είναι και φίλος του Χριστόφια. Ανάλογες πληροφορίες είχε και ο αστυνομικός συντάκτης του Φιλελευθέρου κ. XXXXX Χατζήβασίλης. Η σύμφωνα με τις πληροφορίες εμπλοκή του Ενάγοντα δημιουργούσε εύλογη ανησυχία εφόσον δεν είχε τα εχέγγυα αμεροληψίας για να εξετάσει την υπόθεση εναντίον του κ. Ξενοφώντος λόγω της σχέσης του Ενάγοντα με τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Δημήτρη Χριστόφια (το ιστολόγιο Christofias Watch αυτοαποκαλείτο ως το παρατηρητήριο για τη διακυβέρνηση Χριστόφια) αλλά και εν όψει του γεγονότος ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας είχε στο παρελθόν προβεί σε υβριστικές αναφορές εναντίον διαφόρων προσώπων και δεν μπορούσε να εξετάσει ακριβοδίκαια το κατά πόσο είχε διαπραχθεί το ποινικό αδίκημα της εξύβρισης. Είναι στη βάση της πιο πάνω πληροφόρησης που προχώρησε στη σύνταξη και δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος. Ήταν καθήκον του ως δημοσιογράφος από τη στιγμή που είχε αυτή την πληροφόρηση να προχωρήσει στη δημοσίευση των πληροφοριών των οποίων είχε και να προβεί σε σχολιασμό επί της εν λόγω πληροφόρησης. Είναι η θέση του ότι είχε καθήκον να ενημερώσει το κοινό, να σχολιάσει και να διατυπώσει γνώμη και άποψη, για όλα τα ως άνω τα οποία και είχαν περιέλθει στην αντίληψη του. Δεν ήταν δυνατό να μην ενημερωθεί το κοινό για ένα τέτοιο θέμα το οποίο αφορά τους πάντες δηλαδή, ο τρόπος λειτουργίας της ποινικής εξουσίας του κράτους εφόσον, εάν δεν σχολιάζεται ή κριτικάρεται ή κυρίως δημοσιεύονται πληροφορίες για ένα τέτοιο συμβάν, ουσιαστικά δίνεται «λευκή επιταγή» στο κράτος και στους όποιους θεσμούς να ενεργούν όπως θέλουν με τρόπους και πρακτικές που δεν συνάδουν με τη λειτουργία ενός κράτους δικαίου. Καθόσον αφορά το μέρος του δημοσιεύματος που αναφέρει ότι ο Ενάγοντας έπρεπε να αυτοεξαιρεθεί από το όλο θέμα λόγω της σχέσης του με τον τότε Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Δημήτρη Χριστόφια, αναφέρει τα εξής: Α) Ο Ενάγοντας είχε δηλώσει πολλές φορές στο παρελθόν τόσο μέσω των βιβλίων του αλλά και μέσω των δηλώσεων του ότι είναι προσωπικός φίλος και υποστηρικτής του κ. Χριστόφια. Β) Πάμπολλες φορές ο Ενάγοντας αλλά και ο κ. Χριστόφιας είχαν εκφράσει την αγάπη που είχαν μεταξύ τους. Ειδικότερα δε ο Ενάγοντας σε διάφορα βιβλία του αναφερόταν στο πρόσωπο του κ. Χριστόφια με υπερβολικά κατά την άποψη του κολακευτικά ή και διθυραμβικά λόγια που έδειχναν ότι ο κ. Παπασάββας είχε μια ιδιαίτερα στενή σχέση με τον κ. Χριστόφια. Παραπέμπω σχετικά στο Τεκμήριο 1 του Δικαστηρίου που είναι αποσπάσματα από βιβλίο του Ενάγοντα με τίτλο «Σαν σταυρωμένος και τριγύρω του ρωμιοί», όπου υπάρχει σωρεία τέτοιων αναφορών από τον Ενάγοντα για τον κ. Χριστόφια και στα Τεκμήρια 6 και
- Γενικώς, ο τρόπος με τον οποίο αναφέρετο ο Ενάγοντας για τον κ. Χριστόφια, κατά την δική του αντικειμενική άποψη ως δημοσιογράφος, παραπέμπει σε ιδιαίτερα στενή φιλία. Παρόμοιου είδους αναφορές προς τον κ. Χριστόφια είχε κάνει ο κ. Παπασάββας και σε άλλα βιβλία του αλλά και συγγράμματα και αρθρογραφία του. Περαιτέρω, είπε, διαχρονικά αποδεικνύεται η στάση του κ. Παπασάββα προς τον κ. Χριστόφια και από τα εξής: - Ο κ. Παπασάββας ήταν γνωστός πολέμιος του Σχεδίου Ανάν και κατέκρινε έντονα τους πρώην Πρόεδρους της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκο Κληρίδη και Τάσσο Παπαδόπουλο σε σημείο που τους εξύβριζε και τους κατέκρινε για υποχωρήσεις τους στο Κυπριακό. Όταν όμως εξελέγη ο κ. Χριστόφιας Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο ίδιος, σύμφωνα με διάφορα δημόσια πρόσωπα και κόμματα, έκανε εσφαλμένες και υπερβολικές υποχωρήσεις στο Κυπριακό αποδεχόμενος και εκ περιτροπής με τους Τουρκοκύπριους προεδρία του κράτους, ο κ. Παπασάββας ουδέποτε τον κατέκρινε. - Επίσης, προς απόδειξη της στενής σχέσης του κ. Παπασάββα με τον κ. Χριστόφια, ανέφερε ότι ως γνωστό η διακυβέρνηση του κ. Χριστόφια συνοδεύεται από σοβαρά θέματα που πολλοί χαρακτήρισαν σκάνδαλα. Δέχτηκε πολλές φορές δριμεία κριτική ο κ. Χριστόφιας και για το θέμα με την οικονομία της Κύπρου και την καταστροφή της και για το τραγικό συμβάν στο Μαρί. Ο κ. Παπασάββας όμως ποτέ δεν του άσκησε κριτική αλλά, αντιθέτως, τον υποστήριζε σε αυτά τα θέματα παρόλο που η μεγάλη πλειοψηφία της κοινής γνώμης και του πολιτικού γίγνεσθαι κατέκρινε τον κ. Χριστόφια. Κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο δημοσίευμα της εφημερίδας Φιλελεύθερος όπου ο κ. Παπασάββας χαρακτηρίζει την στάση του κ. Χριστόφια ενώπιον της ερευνητικής επιτροπής για την οικονομία απόλυτα ορθή και ενδεδειγμένη ενώ, χαρακτηρίζει τον πρόεδρο αυτής κ. Πική απαράδεχτο. Επίσης, στη συνέντευξη του Ενάγοντα ημερ. 24/04/2015 - Τεκμήριο 13 του Δικαστηρίου- ο Ενάγοντας χαρακτηρίζει το πόρισμα του κ. Πολυβίου για την τραγωδία στο Μαρί, με το οποίο επέρριπτε ευθύνες στον κ. Χριστόφια, άκρως αντινομικό-αντισυνταγματικό-αντιδημοκρατικό «πόνημα» της αλήστου μνήμης μονομελούς επιτροπής XXXXX Πολυβίου για το Μαρί. Ενώ ο κ. Παπασάββας είχε σωρεία εντάσεων και τσακωμών στη νομική υπηρεσία και από πολλούς θεωρείτο ανεπιθύμητο πρόσωπο και μάλιστα χαρακτηρίστηκε και υβριστής γενικών εισαγγελέων, μερικούς μήνες μετά την εκλογή του κ. Χριστόφια στο αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, τον επανατοποθέτησε στη Νομική Υπηρεσία, αυτή τη φορά με το συνταγματικό αξίωμα του βοηθού Γενικού Εισαγγελέα. Ο νέος αυτός διορισμός του Ενάγοντα στο αξίωμα του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα προκάλεσε αντιδράσεις από πολιτικά και άλλα πρόσωπα τα οποία χαρακτήριζαν τον διορισμό σκανδαλώδη και τον απέδιδαν αποκλειστικά και μόνο στη φιλία του Ενάγοντα με τον τότε Πρόεδρο καθώς και την πολιτική υποστήριξη που έλαβε ο τότε Πρόεδρος από τον Ενάγοντα. Κατέθεσε ως Τεκμήριο δημοσίευμα της ιστοσελίδας Sigma Live ημερ. 01/07/13 με τίτλο «Πυροβόλο» ο Μαρκίδης κατά Παπασάββα» όπου, μεταξύ άλλων, ο κ. Μαρκίδης αναφέρει πως ένα από τα μεγαλύτερα λάθη του κ. Χριστόφια ήταν ο διορισμός του κ. Παπασάββα στη θέση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα. Στη βάση των ως άνω διατύπωσε μια αντικειμενική άποψη και εύλογο σχόλιο δηλαδή ότι η οποιαδήποτε ενασχόληση του Ενάγοντα σε σχέση με την ποινική δίωξη του XXXXX Ξενοφώντος δεν θα ήταν αλλά ούτε θα φαινόταν αμερόληπτη. Η αναφορά του σε συντεταγμένο όργανο έγινε διότι αυτή ήταν η προσφιλής φράση που χρησιμοποιούσε ο κ. Παπασάββας. Για το μέρος του δημοσιεύματος που αναφέρει ότι ο Ενάγων δεν μπορεί να είναι κριτής ύβρεων εφόσον ο ίδιος είναι διακεκριμένος υβριστής, επίσης ήταν απόλυτα δικαιολογημένο και εύλογο σχόλιο εφόσον: Α) Πάμπολλες φορές ο Ενάγοντας εξύβρισε με έντονο και κατά τη γνώμη του απρεπή τρόπο πάρα πολλά δημόσια πρόσωπα. Β) Παραπομπή σε αποσπάσματα των βιβλίων του Ενάγοντα (Τεκμήρια 1, 6, 7, 11, 12 και 15) τα οποία περιέχουν ύβρεις και ειρωνικές αναφορές για διάφορα πρόσωπα. Κατέθεσε ως Τεκμήριο άρθρο της εφημερίδας Φιλελεύθερος ημερ. 27/06/13 με τίτλο «Φεύγει πυροβολώντας ο Παπασσάβας - βάλλει κατά Κληρίδη». Στο άρθρο αυτό υπάρχουν αναφορές του κ. Παπασάββα κατά του Πέτρου Κληρίδη ως εγωκεντρικότατα κολλημένου, ο γυαλός είναι στραβός, ότι μέσα από την αλαζονεία και την "παντογνωσία του" και στα συνταγματικά και στα ποινικά θέματα, στραβά, πολύ στραβά αρμένισε και αρμενίζει με τους ένα ή δύο λανθασμένους κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση συμβουλάτορές του» και ότι είναι «ασήκωτες οι νομικοπολιτικές ευθύνες του κ. Κληρίδη». Υπάρχει επίσης αναφορά στο άρθρο από μέρους του κ. Πέτρου Κληρίδη ο οποίος και δήλωσε, σχετικά με τα όσα του καταλόγισε ο κ. Παπασάββας, πως δεν ανέμενε τίποτα διαφορετικό από τον Ενάγοντα. Στο άρθρο του Sigmalive Ημερομηνίας 01/07/2013, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο, ο πρώην Γενικός Εισαγγελέας Αλέκος Μαρκίδης χαρακτήρισε τον XXXXX Παπασάββα γνωστό υβριστή Γενικών Εισαγγελέων. Στη βάση των πιο πάνω η θέση του είναι πως ήταν απόλυτα εύλογο το σχόλιο του πως ο Ενάγοντας όντας διακεκριμένος υβριστής ο ίδιος, δεν ήταν δυνατό να είναι κριτής ύβρεων σε σχέση με την υπόθεση Christofias Watch. Καθόσον αφορά το σχόλιο ότι θα τρίζουν τα κόκκαλα του XXXXX Μάνεση θέση του είναι πως επίσης ήταν απόλυτα εύλογο και με σκοπτική διάθεση. Ο κ. Μάνεσης αποτελεί γνωστό δημοκράτη τον οποίο πολλές φορές ο Ενάγοντας εξυμνούσε και ανέφερε ότι υιοθετεί τα ιδανικά και αξίες του στα οποία περιλαμβάνεται η καταπολέμηση της πολιτικής φίμωσης και του περιορισμού στην ελευθερία της έκφρασης αναφορικά με τα πιστεύω του καθ' ενός. Συνεπώς, όλα όσα πιο πάνω ανέφερε, δεν είχαν καμία σχέση με τα ιδανικά του XXXXX Μάνεση τα οποία συχνά ο Ενάγοντας εξυμνούσε και δήλωνε πως υιοθετεί. Στη βάση των πιο πάνω επίσης απορρίπτει και τη γενική θέση του Ενάγοντα ότι αποτελούσε και αποτελεί πρόσωπο ευρύτατα γνωστό στην Κυπριακή κοινωνία για το ηθικό επίπεδο, αξιοπρέπεια και εντιμότητα του και πως χαίρει μεγάλης εκτίμησης. Ισχύει το αντίθετο για μεγάλη μάζα της κοινής γνώμης αλλά και δημοσίων προσώπων όπως πρώην Γενικών Εισαγγελέων, πρώην Προέδρων της Δημοκρατίας αλλά και συνεργατών του Ενάγοντα. Πολύ συχνά ο Ενάγοντας ήταν το επίκεντρο αντιπαραθέσεων, δημόσιων συζητήσεων και εντάσεων. Γενικώς ο Ενάγοντας πάντοτε αποτελούσε αντικείμενο έντονης κριτικής ή, ο ίδιος ασκούσε έντονη κριτική και διαπληκτιζόταν με διάφορα δημόσια πρόσωπα ερχόμενος πολλές φορές σε δημόσιες και έντονες αντιπαραθέσεις. Ο Ενάγοντας, είπε, είχε κάθε ευκαιρία να εκφράσει την θέση του για το επίδικο δημοσίευμα διότι: Α) Κατά τον επίδικο χρόνο αλλά και μέχρι και σήμερα, δίνει διάφορες συνεντεύξεις. Ήταν πρόσωπο με απόλυτη πρόσβαση στον τύπο και είχε κάθε ευκαιρία να εκφράσει τη θέση του. Την ευκαιρία αυτή την είχε και εκ της θέσεως του ως Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας. Ήταν δημόσιο πρόσωπο. Ειδικότερα δε καθόσον αφορά την εφημερίδα των Εναγομένων 1 στην οποία πολλές φορές είχε αρθρογραφήσει εκφράζοντας τις δικές του απόψεις και θέσεις πράγμα που μπορούσε ασφαλώς να κάνει και με το επίδικο δημοσίευμα. Β) Τον πήρε ο ίδιος ο Ενάγοντας τηλέφωνο την επόμενη μέρα του δημοσιεύματος και τον ρώτησε γιατί το έγραψε. Αυτός του είπε ότι το έγραψε με βάση την πληροφόρηση που είχε και του είπε ευχαρίστως να του πει τη θέση του και θα την δημοσίευε. Αντ' αυτού καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Γ) Απορρίπτει τη θέση του Ενάγοντα ότι δεν είχε ευκαιρία να πει τη θέση του ή ότι αδικήθηκε από το όλο δημοσίευμα. Θέση του είναι ότι ο Ενάγοντας για σωρεία άλλων θεμάτων που τον αφορούσαν δημόσια έβγαινε και τοποθετείτο είτε απορρίπτοντας κατηγορίες εναντίον του είτε δηλώνοντας τη δική του θέση. Αναφέρει ότι όταν υπήρχε το γνωστό θέμα με χορηγία στον Ενάγοντα για τα οδοντικά του εμφυτεύματα που σχολιάστηκε επίσης πάρα πολύ έντονα από την κοινή γνώμη, πολύ συχνά δημόσια έβγαινε και απέρριπτε διάφορα δημοσιεύματα παρόλο ότι ούτως ή άλλως είχε καταχωρήσει αγωγή κατά των εφημερίδων που τα δημοσίευαν και, έλεγε πως ήταν ψευδή και ότι βάλλεται άδικα. Στην προκειμένη περίπτωση δεν το έκανε ποτέ όμως και θέση του είναι ότι δεν απέρριψε δημόσια πως εμπλέκετο στη δίωξη του κ. Ξενοφώντος διότι δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Αν το αρνείτο μετά θα έμενε εκτεθειμένος διότι, προφανώς θα ανάγκαζε τον Γενικό Εισαγγελέα να δηλώσει δημόσια πλέον ότι είναι ο κ. Παπασάββας που εμπλέκετο στη υπόθεση του κ. Ξενοφώντος πράγμα που θα εξέθετε τον Ενάγοντα. Το θέμα με το Christofias Watch, είπε, είχε ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων της κοινής γνώμης και του πολιτικού κόσμου και έλαβε τεράστιες διαστάσεις. Αφορούσε ένα ζήτημα καθαρά δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα την άσκηση προνομιακών εξουσιών οι οποίες πηγάζουν από το Σύνταγμα και δεν υπόκεινται σε οποιοδήποτε έλεγχο είτε δικαστικό είτε άλλο. Από τη στιγμή που η εκ του συντάγματος προνομιακή εξουσία του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα - Ενάγοντα να διώξει οποιοδήποτε πρόσωπο δεν υπόκειται σε οποιοδήποτε έλεγχο, ο μόνος τρόπος κριτικής αλλά και ελέγχου της άσκησης τέτοιας εξουσίας ως άνω ήταν μέσω των Μ.Μ.Ε.. Αφ' ης στιγμής είχε την πληροφόρηση όπως την περιέγραψε πιο πάνω θεώρησε καθήκον του να τοποθετηθεί μέσω της στήλης του εφόσον θεωρούσε ότι η οποιαδήποτε ενασχόληση του Ενάγοντα με την ποινική δίωξη του κ. Ξενοφώντος σε σχέση με την ιστοσελίδα Christofias Watch θα αντίκειτο στη θεμελιακή αρχή ότι η απόφαση για την ποινική δίωξη του οποιουδήποτε πολίτη θα πρέπει να είναι και να φαίνεται αμερόληπτη. Ετίθετο περαιτέρω και θέμα πολιτικής δίωξης που αποτελεί πρακτική φασιστικών και δικτατορικών καθεστώτων που καμία σχέση έχουν ή πρέπει να έχουν με κράτη μέλη της ευρωπαϊκής ένωσης που υπάγονται στα ιδανικά ελευθερίας του λόγου και άλλων θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου όπως πρέπει να είναι η Κυπριακή Δημοκρατία. Δεν υπήρχε καμία κακοβουλία ούτε έχθρα κατά του Ενάγοντα. Μάλιστα, όταν περί το 2008 - 2009 είχε προκύψει ένα θέμα με δίωξη για ναρκωτικά ενός προσώπου που ήταν, εκ των όσων έβλεπαν το φως της δημοσιότητας τότε, γιος του κηπουρού του κ. Χριστόφια και η εφημερίδα Πολίτης είχε ουσιαστικά αποδώσει στον Ενάγοντα 'κουκούλωμα' της υπόθεσης, η εφημερίδα Φιλελεύθερος ουδέποτε υιοθέτησε τέτοιες θέσεις και αντίθετα κάλυψε το θέμα κατά τρόπο που και ο ίδιος ο Ενάγοντας στη μαρτυρία του στην παρούσα υπόθεση είπε ότι ήταν έντιμος και αντικειμενικός. Ούτε μετά το επίδικο δημοσίευμα είχε οποιαδήποτε προσωπική διαφορά με τον Ενάγοντα αφού ήταν ο μόνος δημοσιογράφος που είχε καλύψει τον διορισμό του γιου του στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εφόσον κατά τη γνώμη του τιμούσε την Κύπρο ο διορισμός αυτός. Ποτέ δεν υπήρξε θέμα κακοβουλίας ή μίσους κατά του Ενάγοντα ή τρομοκρατίας της νομικής υπηρεσίας όπως δήλωσε κατά τη μαρτυρία του ο Ενάγοντας. Ήταν καθαρά θέμα αντικειμενικής του άποψης με βάση πληροφόρηση που είχε για ένα σοβαρό θέμα δημοσίου συμφέροντος. Ο Ενάγοντας δεν επηρεάστηκε επαγγελματικά και αφυπηρέτησε περί το 2013 κανονικά από το αξίωμα του λαμβάνοντας και κάθε σχετικό ωφέλημα. Παράλληλα, η όποια ζημιά στη φήμη του δεν έχει καμία σχέση με το δημοσίευμα αλλά, προέρχεται από δικές του πράξεις/δηλώσεις/ενέργειες και εμπλοκή σε διάφορα θέματα για τα οποία πολλές φορές του ασκήθηκε δριμύτατη κριτική από την πλειοψηφία της κοινής και πολιτικής γνώμης όπως το θέμα με την χορηγία για τα οδοντικά του εμφυτεύματα αλλά και, τις έντονες αντιπαραθέσεις του με σωρεία δημοσίων προσώπων και χαρακτηρισμούς που κατά καιρούς απέδιδε και αποδίδει σε διάφορα δημόσια πρόσωπα. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας είπε τα εξής: Είναι κανόνας ότι, όταν αναφέρεται κάποιος δημοσιογράφος σε ένα πρόσωπο, το ορθό είναι να σέβεται την αξιοπρέπεια του ατόμου για το οποίο καταγράφει. ΄Εχει διαβάσει αρκετά από τα βιβλία του κυρίου Παπασάββα. Δεν έκατσε να τα αναλύσει, απλώς τα πέρασε. Την περίοδο που έβγαιναν, εκείνην την περίοδο, δεν θυμάται ακριβώς, όταν έβγαιναν τα βιβλία συνήθως του τα έστελλε ο κύριος Παπασάββας. Ουδέποτε έχει σχολιάσει τα βιβλία του κυρίου Παπασάββα, ούτε θετικά ούτε αρνητικά. Όχι μόνο τα βιβλία του, ποτέ δεν ασχολήθηκε με τον κύριο Παπασάββα, αυτός ποτέ δεν ασχολήθηκε με τα βιβλία του κυρίου Παπασάββα, ούτε και καμιά φορά τον επέκρινε με οποιονδήποτε τρόπο τον κύριο Παπασάββα, παρόλο που πολλές φορές ήταν υπερβολικός για πολλά πράγματα. Ο κύριος Παπασάββας κατά καιρούς και σχεδόν μονίμως επικαλείτο τον XXXXX Μάνεση, ο οποίος ήταν εναντίον στη φίμωση του Τύπου, υπέρ της ελεύθερης έκφρασης, διαφύλαξης ηθικών αξιών κτλ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπου αυτός είχε τις σχετικές πληροφορίες, έκρινε κατά την άποψη του και ευλόγως και εντίμως, έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν ανταποκρίνετο αυτό που έπραξε ο κύριος Παπασάββας, με όσα αφορούσαν τις αρχές του κυρίου Μάνεση, γι' αυτό το ανέφερε. Είπε τρίζουν και τα κόκκαλα του με σκωπτική διάθεση. Κατά τη δική του ταπεινή γνώμη, ο κύριος Παπασάββας ναι, όντως καπηλεύετο τον XXXXX Μάνεση, διότι ανέφερε προηγουμένως τις αρχές του Μάνεση περί δημοκρατικών αξιών κτλ. Απλώς τον επικαλείται για συγχωροχάρτι ή για οποιουσδήποτε άλλους λόγους. ΄Εχει τη δική του άποψη, την οποία στηρίζει και καταλήγει στο συμπέρασμα και στην εκτίμηση και στα σχόλια που κάνει με βάση τα όσα περιλαμβάνονται στα βιβλία του κυρίου Παπασάββα, για τα υβριστικά και τόσα άλλα εναντίον των πάντων και έχει το δικαίωμα να σχηματίσει τη δική του άποψη και εκτίμηση. Τον κύριο XXXXX Ξενοφώντος εάν τον δει σήμερα στον δρόμο, δεν θα τον καταλάβει. Όπως γνωστός του, είπε, είναι και ο κύριος Παπασάββας από το '76 ‑ '77, κάπου εκεί το ίδιο γνωστός του είναι και ο κύριος Γεώργιος Ξενοφώντος, γνωστός ως Σέρτης, από το '74‑ '75 περίπου, ο οποίος μετά την εισβολή, εκδιωχθείς από τον Άγιο Γεώργιο Κερύνειας ήρθε και εργάστηκε σαν χρονογράφος στα Νέα. Θεωρεί ότι είναι και δικός του συνεργάτης γιατί μέχρι προχθές ήταν στον Φιλελεύθερο ενεργός διευθυντής, είναι πολύ καλά γνωστός του ο κύριος Σέρτης, δεν αρνείται τις γνωριμίες του, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να επηρεαστεί, δεν είναι φίλος του με την έννοια του φίλου, όπως και ο κύριος Παπασάββας είναι γνωστός του, αλλά όχι φίλος με την έννοια του φίλου. Το δημοσίευμα με βάση τα γεγονότα που καταγράφονται στη δήλωση του, ήταν αντικειμενικό και έντιμο σχόλιο. Τον Γενικό Εισαγγελέα τον ρώτησε την πρώτη φορά και όταν ρωτάς τον πάπα, δεν πας στον καρδινάλιο, είπε. Για αυτόν, με βάση την απάντηση του Γενικού Εισαγγελέα από την πρώτη συνομιλία που είχε, με βάση γεγονότα που έτρεξαν καθ' όλη την εβδομάδα και δη την Παρασκευή, που είχε αυτός, τις πληροφορίες από τη Νομική Υπηρεσία και την Αστυνομία, της εμπνεύσεως του κυρίου Παπασάββα για τη δίωξη περί ρατσιστικής ύβρης, ήρθε ο Χ" Βασίλης και του επιβεβαίωσε τις πληροφορίες ότι υπήρχε προσπάθεια με εμπνευστή τον κύριο Παπασάββα, για να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του XXXXX για ρατσιστική ύβρη, όταν επικοινώνησε με τον Γενικό Εισαγγελέα και του είπε "ρώτα τον κύριο Παπασάββα", για αυτόν δε χρειαζόταν τίποτε άλλο, επήγε με βάση το πακέτο που είχε υπόψη του, για αυτόν ήταν ξεκάθαρο, δεν χρειαζόταν να επικοινωνήσει με τον κύριο Παπασάββα. Διότι είναι σίγουρος ότι εάν, τουλάχιστον αυτό εκτιμά, εάν ο κύριος Παπασάββας έβγαινε να διαψεύσει, σίγουρα θα προκαλούσε τον Γενικό Εισαγγελέα, ίσως να έβγαινε και εκείνος με μια άλλη διάψευση, που να επιβεβαιώνει και δημόσια αυτά που του είπε, που τον παρέπεμψε στο τηλέφωνο να τον ρωτήσει για όσα έτρεχαν την προηγούμενη εβδομάδα. Με τον Γενικό Εισαγγελέα επικοινώνησε τηλεφωνικώς την Παρασκευή το βράδι, πριν γράψει το δημοσίευμα. Διερωτήθηκε ο Εναγόμενος 2: «Εγώ κύριε ακολούθησα αυτήν τη γραμμή, αυτήν τη στιγμή κάποια πράγματα ανατρέπονται, κάπου εμπλέκεται ο κύριος Παπασάββας "ρώτα τον" και ενώ υπήρχε ότι εμπνευστής για ρατσιστική δίωξη ήταν ο κύριος Παπασάββας, από διάφορες πηγές και τα πράγματα εξελίχθηκαν όπως εξελίχθηκαν, ήταν καθαρό πια ότι κάπου υπάρχει παρέμβαση Παπασάββα. Τι άλλο έπρεπε να μου πει για να πεισθώ, εάν είχα καμιά μέσα μου οποιανδήποτε, παραμικρή αμφιβολία ότι κάτι δεν πάει καλά στο βασίλειο της Δανιμαρκίας και πήρα την πένα μου και έγραψα αυτά που έγραψα, κατά έντιμο και επαναλαμβάνω καλόπιστο και αντικειμενικό, κατά τη γνώμη μου, εύλογο σχολιασμό. Τι άλλο έπρεπε να έχω δηλαδή;» Είναι απόλυτα σίγουρος, του το είπε ο κύριος XXXXX Παπαδόπουλος αυτό, του το είπε και ο Χ" Βασίλης ότι ελέχθη σε ερώτηση του XXXXX Παπαδόπουλου προς την εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας για το θέμα, ότι δεν υπάρχει θέμα απειλής ζωής, ξέρω εγώ κτλ, απάντησε ότι υπάρχει θέμα ρατσιστικής ύβρης. Ο Γενικός Εισαγγελέας ήταν λακωνικότατος, "γιατί με ρωτάς εμένα, ρώτα τον Παπασάββα, που είναι φίλος του Χριστόφια" αυτή ήταν η απάντηση του και το θέμα έκλεισε εκεί και για εμένα βέβαια, γιατί αυτό ήθελα να δω, τι γίνεται όταν του λέει αυτό το πράγμα. Με βάση τα γεγονότα που υπήρχαν μέχρι την Παρασκευή, ήξεραν ότι είναι ο Γενικός Εισαγγελέας που χειρίζεται τα πράγματα. Όταν ο κύριος Παπασάββας ήρθε ως εμπνευστής της ρατσιστικής ύβρεως, ο Γενικός Εισαγγελέας τον παρέπεμψε σε εκείνον και για αυτόν είναι κατανοητό ότι νεκατώνεται ο Παπασάββας. Δεν του είπε ο Γενικός Εισαγγελέας ότι ανέθεσε στον κύριο Παπασάββα. Το ότι του ανέθεσε είναι δικό του συμπέρασμα, είναι η δική του πίστη και πεποίθηση, με βάση τα γεγονότα που υπήρχαν. Είναι η δική του εκτίμηση ότι έπρεπε να αυτοεξαιρεθεί, για όλους τους γνωστούς λόγους, ότι δεν είχε τα εχέγγυα για να χειριστεί μια τέτοια υπόθεση και ούτω καθ' εξής. Όφειλε να κάνει δήλωση δημόσια να αυτοεξαιρεθεί. ΄Ηταν σίγουρος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι είχε, με βάση τα δεδομένα, ως εκ των σχέσεων που είχε με τον κύριο Χριστόφια, ενεπλέκετο ποικιλόμορφα και προσπαθούσε να επηρεάσει, να σπρώξει, να καθοδηγήσει τη δίωξη για ρατσιστική ύβρη. Με βάση τα στοιχεία που είχε έγραψε, το εύλογο, καλόπιστο και αντικειμενικό του σχόλιο. Αυτός προσωπικά είχε πειστεί, δεν είχε καμιά αμφιβολία. Ζήτησε από τον κ. Παπασάββα να του στείλει γραπτώς τη θέση του, αρνήθηκε και αντ' αυτού την επόμενη μέρα, δημοσίευμα στην Χαραυγή, προτού καν φτάσει κοντά του οποιαδήποτε αγωγή, ότι καταχωρεί αγωγή, δημοσίευμα στη Χαραυγή, για ποσό 100 χιλιάδες μέχρι μισό εκατομμύριο για το τάδε δημοσίευμα, στην προσπάθεια του να του εξασκήσει τρομοκρατία, να τον φιμώσει. Το συντεταγμένο όργανο είναι φράση που χρησιμοποιούσε κατά καιρούς και ήταν μέσα στο λεξιλόγιο του. Με βάση τον βίο και την πολιτεία του, είπε, τα βιβλία που έγραψε για τον κύριο Χριστόφια, το γεγονός ότι τους πάντες τους επέκρινε, όλους τους προέδρους και παραπροέδρους και για την πολιτική τους στο κυπριακό εφ' όλης της ύλης, τον κύριο Χριστόφια ουδέποτε τον επέκρινε. Έκανε τόσες υποχωρήσεις στο κυπριακό, ήταν το Μαρί, ήταν τόσα άλλα πράγματα, ουδέποτε τον επέκρινε. Του δίνει το δικαίωμα να ερμηνεύσει, γιατί πρόκειται περί σχολίου εύλογου, ότι έτσι θεωρεί τον εαυτό του ο κύριος Παπασάββας. Το «συντεταγμένο όργανο» το βάζει εκεί, γιατί ήταν μια φράση που χρησιμοποιούσε επί παντός επιστητού ο κύριος Παπασάββας. Είναι ολίγον σκωπτικό το «συντεταγμένο όργανο». Σε ερώτηση στην αντεξέταση από τον Δικηγόρο του Ενάγοντα εάν υπήρξε ποτέ δήλωση του κυρίου Παπασάββα, ότι θεωρεί ο ίδιος τον εαυτό του συντεταγμένο όργανο κάλυψης του Δημήτρη Χριστόφια, απάντησε ότι «Μα δεν χρειαζόταν. Ο βίος του, η πολιτεία του, τα γραφόμενα του, οι θέσεις του, τα βιβλία του, οι δηλώσεις στα ραδιόφωνα, στις τηλεοράσεις με την πρώτη ευκαιρία που έβγαινε, δεν μου άφηναν περιθώριο να εκλάβω διαφορετικά τη θέση του κυρίου Παπασάββα. Για εμένα ήταν γεγονός ναι, με βάση τα όσα έλεγε και τον βίο και την πολιτεία του. ΄Ηταν μέρος της καθημερινής του σχεδόν φρασεολογίας το "κάλυψης" ναι, διότι ουσιαστικά για εμένα η ενέργεια του αυτή αποτελούσε εξόφληση τιμολογίων προς τον κύριο Χριστόφια, που τον διόρισε στη θέση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα και όλων των άλλων που προείπαμε περί κάλυψης του κυρίου Χριστόφια.» Σε σχετική ερώτηση ο Εναγόμενος 2 επανέλαβε ότι τα γεγονότα από τη μέρα της συνέντευξης της Βρεττού και τις άλλες συνεντεύξεις που ακολούθησαν, ήταν αλληλένδετα. «Φθάνουμε» είπε, «στην επίμαχη Παρασκευή. Μέχρι τότε ο Γενικός Εισαγγελέας, τουλάχιστον δεν υπήρχαν πληροφορίες ότι ανέθεσε την υπόθεση στον κύριο Παπασάββα. Φθάνουμε στην επίμαχη Παρασκευή, ουσιαστικά από την Πέμπτη έγινε η πρώτη αναφορά, εντάξει, δεν την πήραμε τοις μετρητοίς, απλώς υποψιαστήκαμε γιατί λέχθηκε στη Βουλή εκείνο το πράγμα. Παρασκευή πλέον ήταν διασταυρωμένες οι πληροφορίες που έρχονταν από Νομική Υπηρεσία, από Αστυνομία και αλλού, από τους δημοσιογράφους και από εμένα προσωπικά, που είχα πληροφορίες ότι ενώ έπρεπε να είχε αποφασίσει ο Κληρίδης, εφόσον ελέγετο εάν θα ασκηθεί δίωξη και τι δίωξη θα ασκηθεί, ποινική ή άλλη, την Παρασκευή έρχονται πληροφορίες ότι ο εμπνευστής της ρατσιστικής ύβρης ήταν ο κύριος Παπασάββας και ότι εμπλέκεται ποικιλότροπα στην υπόθεση. Τι πάμε πίσω στις 30 και στις 25 και στις 5; Τα γεγονότα εξελίχθηκαν με την εμπλοκή του κυρίου Παπασάββα, πλέον ξεκαθάρισαν και εξελίχθηκαν την Παρασκευή.» Από δικής του πλευράς νιώθει ότι αυτός είναι ο καταδιωκόμενος, από τον κύριο Παπασάββα, γιατί ενώ του έδωσε την ευκαιρία να απαντήσει, να πει την άποψη του, απέφυγε να το κάνει, ούτε σε αυτόν βγήκε να πει οτιδήποτε, να διαψεύσει και αντ' αυτού του τραβά μια αγωγή λιβέλου, σε μια προσπάθεια, κατά τη δική του εκτίμηση, να τον φιμώσει, από 100 χιλιάδες μέχρι μισό εκατομμύριο και πριν καν προλάβει να πάρει την αγωγή αυτός, δημοσιεύτηκε στη Χαραυγή για να προλάβει ή να δημοσιοποιηθεί, για να τον τρομοκρατήσει, «άμπα τζιαι πω τζιαι» τίποτε άλλο παρακάτω. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω και ακούσω με προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου, αξιολογώντας τη μαρτυρία τους με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (Γιαννή κ.ά. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 σελ. 340, Μόδεστος Πίτσιλλος ν. Δημητράκη Ευγενίου
(1989)1(Ε) 691, Ντίνος Μιχαηλίδης Λτδ ν. Δρουσιώτου και άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 877 - Το Δίκαιο της Απόδειξης
(1994), Τάκη Ηλιάδη, σελ. 24 και 215). Στην κατάλληλη περίπτωση θα αξιολογείται, όπου χρειάζεται, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα για το συγκεκριμένο θέμα ή μέρος της μαρτυρίας του. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό προς το πρόσωπο του. Οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι το εν λόγω δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό και επιπρόσθετα προβάλλουν τις υπερασπίσεις του έντιμου σχολίου (fair comment) και του προνομίου υπό επιφύλαξη (qualified privilege). Με την αγόρευση τους οι δικηγόροι των Εναγομένων εγκατέλειψαν την θέση τους όπως καταγράφεται στην υπεράσπιση και με επιφύλαξη του ότι η πρώτη παράγραφος του δημοσιεύματος δεν αφορά τον Ενάγοντα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να συνιστά δυσφήμιση προς αυτόν, δεν θα επιμένουν για το μη δυσφημιστικό του υπόλοιπου δημοσιεύματος, εκτός από κάποια σημεία τα οποία θεωρούν ότι δεν μπορούν να έχουν δυσφημιστική έννοια. Η νομολογία πάγια και σταθερά υποδεικνύει ότι το κατά πόσο το δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό κρίνεται από το Δικαστήριο και αποφασίζεται ως ζήτημα πραγματικό. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Καραμεσίνη
(2011)1 Α.Α.Δ. 715, 734 υποδεικνύεται ότι: «Όπως ορθά σημειώνουν οι εφεσείοντες, το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό εναπόκειται στην κρίση του δικάζοντος την υπόθεση Δικαστηρίου εφόσον το θέμα αποφασίζεται ως πραγματικό ζήτημα. Η ετυμηγορία του Δικαστηρίου τεκμαίρεται να εκφράζει την αντίληψη του ιδεατού μέσου κοινού λογικού ανθρώπου.» Μαρτυρία ως προς το πώς το δημοσίευμα έγινε αντιληπτό από τον ίδιο τον Ενάγοντα ή τους μάρτυρες του, δεν είναι παραδεκτή και δεν ενέχει σημασία. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Γεωργιάδη
(2011)1 Α.Α.Δ.
- Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα στις 4 Μαρτίου 2010 ο δημοσιογράφος και συγγραφέας XXXXX Δρουσιώτης απέστειλε επιστολή στον τότε Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ. Πέτρο Κληρίδη με την οποία υπέβαλλε παράπονο και ταυτόχρονα απαιτούσε δίωξη όλων των εμπλεκομένων αναφορικά με συγκεκριμένα γραφόμενα στο διαδίκτυο, στην ιστοσελίδα «christofias - watch.blogspot», υπό τον τίτλο «ΕΝΑΣ ΜΑΓΑΡΙΟΣ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΑΡΤΑΞΕΡΞΗ» και τα οποία, ως ο ισχυρισμός του αφορούσαν το άτομο του. Ο Γενικός Εισαγγελέας απάντησε αναφέροντας στον κ. Δρουσιώτη ότι μπορούσε αν επιθυμούσε να καταγγείλει το θέμα στην Αστυνομία και αν προέκυπταν οποιεσδήποτε αξιόποινες πράξεις θα ασκείτο σχετική δίωξη. Κατόπιν υποβολής σχετικής καταγγελίας, η Αστυνομία στα πλαίσια των ερευνών της, διεξήγαγε στις 6/5/10 έρευνα στο σπίτι του δικηγόρου XXXXX Ξενοφώντος, κατάσχεσε τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές του και τον κάλεσε για ανάκριση. Σύμφωνα με την Αστυνομία, οι τελευταίοι, διερευνούσαν υπόθεση διέγερσης προς διάπραξη κακουργήματος και γραπτές απειλές για φόνο. Ο μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης, Εναγόμενος 2, που είναι και ο συντάκτης του επίδικου δημοσιεύματος αναφέρθηκε στη μαρτυρία του στα γεγονότα αυτά και ακολούθως είπε ότι ο Γενικός Εισαγγελέας στις 7.5.2010 δήλωσε ότι ο ίδιος αμφιβάλλει εάν προκύπτουν οποιαδήποτε ποινικά αδικήματα εναντίον του κ. Ξενοφώντος ή άλλου προσώπου. Οι ενέργειες της Αστυνομίας σχετικά με την υπόθεση christofias - watch ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων από την κοινή γνώμη και τα ΜΜΕ. Η υπόθεση αυτή αποτέλεσε και το αντικείμενο κοινοβουλευτικών συζητήσεων. Το ιστολόγιο αυτό προέβαλε έντονες θέσεις και απόψεις εναντίον της τότε Κυβέρνησης και του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας Δημήτρη Χριστόφια. Το συγκεκριμένο ιστολόγιο σχολιάστηκε από τον Γενικό Γραμματέα του ΑΚΕΛ στα πλαίσια της κοινοβουλευτικής συζήτησης του κρατικού προϋπολογισμού στις 15/12/09 ως «ενθάρρυνση φυσικής εξόντωσης του Προέδρου». Σε νέα συνέντευξη του ο Γενικός Εισαγγελέας στις 30/05/10 στην εφημερίδα Φιλελεύθερος επιβεβαίωσε τη θέση του ότι δεν υπήρχε απειλή για τη ζωή του και ότι θα μελετήσει το φάκελο της υπόθεσης και όλο το υλικό που την αφορά για να αποφασίσει εάν υπάρχει ή όχι αδίκημα. Από τις αρχές της εβδομάδας πριν το επίδικο δημοσίευμα υπήρχαν οι πληροφορίες ότι επρόκειτο να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του κ. Ξενοφώντος. Ακολούθησε η αναφορά ενώπιον της Βουλής από δικηγόρο της νομικής υπηρεσίας, στον Βουλευτή κ. XXXXX Παπαδόπουλο σε σχετικό ερώτημα του, ότι δεν υπήρχε όντως απειλή κατά της ζωής στο όλο θέμα με το ως άνω ιστολόγιο αλλά, υπήρχε αδίκημα ρατσιστικής ύβρης. Tο αδίκημα της ρατσιστικής ύβρης ουδέποτε είχε μέχρι τότε αναφερθεί είτε από την Αστυνομία είτε από το Γενικό Εισαγγελέα και ούτε αποτελούσε το αντικείμενο του παραπόνου του κ. Δρουσιώτη. Ο ίδιος ο μάρτυρας είχε επικοινωνήσει με τον τότε Γενικό Εισαγγελέα Πέτρο Κληρίδη για να δει που βρίσκεται το ζήτημα με την διερεύνηση της υπόθεσης. Το ερώτημα του στον κ. Πέτρο Κληρίδη ήτο γιατί προχωρά η υπόθεση εναντίον του κ. Ξενοφώντος και μάλιστα τώρα προστίθεται και θέμα ρατσιστικής ύβρης ενώ υπάρχουν όλα τα πιο πάνω δεδομένα αλλά και δήλωση του ιδίου του κ. Κληρίδη πως δεν υπήρχε αδίκημα. Η απάντηση του κ. Κληρίδη ήταν σαφής. Του είπε «γιατί με ρωτάς εμένα, ρώτα τον Παπασάββα που είναι και φίλος του Χριστόφια.» Ανάλογες πληροφορίες είχε και ο αστυνομικός συντάκτης του Φιλελευθέρου κ. XXXXX Χατζηβασίλης. Η σύμφωνα με τις πληροφορίες εμπλοκή του Ενάγοντα δημιουργούσε εύλογη ανησυχία εφόσον δεν είχε τα εχέγγυα αμεροληψίας για να εξετάσει την υπόθεση εναντίον του κ. Ξενοφώντος λόγω της σχέσης του Ενάγοντα με τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Δημήτρη Χριστόφια (το ιστολόγιο Christofias Watch αυτοαποκαλείτο ως το παρατηρητήριο για τη διακυβέρνηση Χριστόφια) αλλά και εν όψει του γεγονότος ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας είχε στο παρελθόν προβεί σε υβριστικές αναφορές εναντίον διαφόρων προσώπων και δεν μπορούσε να εξετάσει ακριβοδίκαια το κατά πόσο είχε διαπραχθεί το ποινικό αδίκημα της εξύβρισης. Είναι στη βάση της πιο πάνω πληροφόρησης που προχώρησε στη σύνταξη και δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος. Ήταν καθήκον του ως δημοσιογράφος από τη στιγμή που είχε αυτή την πληροφόρηση να προχωρήσει στη δημοσίευση των πληροφοριών των οποίων είχε και να προβεί σε σχολιασμό επί της εν λόγω πληροφόρησης. Είναι η θέση του ότι είχε καθήκον να ενημερώσει το κοινό, να σχολιάσει και να διατυπώσει γνώμη και άποψη, για όλα τα ως άνω τα οποία και είχαν περιέλθει στην αντίληψη του. Δεν ήταν δυνατό να μην ενημερωθεί το κοινό για ένα τέτοιο θέμα το οποίο αφορά τους πάντες δηλαδή, ο τρόπος λειτουργίας της ποινικής εξουσίας του κράτους εφόσον, εάν δεν σχολιάζεται ή κριτικάρεται ή κυρίως δημοσιεύονται πληροφορίες για ένα τέτοιο συμβάν, ουσιαστικά δίνεται «λευκή επιταγή» στο κράτος και στους όποιους θεσμούς να ενεργούν όπως θέλουν με τρόπους και πρακτικές που δεν συνάδουν με τη λειτουργία ενός κράτους δικαίου. Καθόσον αφορά το μέρος του δημοσιεύματος που αναφέρει ότι ο Ενάγοντας έπρεπε να αυτοεξαιρεθεί από το όλο θέμα λόγω της σχέσης του με τον τότε Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Δημήτρη Χριστόφια, αναφέρει τα εξής: Α) Ο Ενάγοντας είχε δηλώσει πολλές φορές στο παρελθόν τόσο μέσω των βιβλίων του αλλά και μέσω των δηλώσεων του ότι είναι προσωπικός φίλος και υποστηρικτής του κ. Χριστόφια. Β) Πάμπολλες φορές ο Ενάγοντας αλλά και ο κ. Χριστόφιας είχαν εκφράσει την αγάπη που είχαν μεταξύ τους. Ειδικότερα δε ο Ενάγοντας σε διάφορα βιβλία του αναφερόταν στο πρόσωπο του κ. Χριστόφια με υπερβολικά κατά την άποψη του κολακευτικά ή και διθυραμβικά λόγια που έδειχναν ότι ο κ. Παπασάββας είχε μια ιδιαίτερα στενή σχέση με τον κ. Χριστόφια. Παρέπεμψε δε, σχετικά, στο Τεκμήριο 1 του Δικαστηρίου που είναι αποσπάσματα από βιβλίο του Ενάγοντα με τίτλο «Σαν σταυρωμένος και τριγύρω του ρωμιοί», όπου υπάρχει σωρεία τέτοιων αναφορών από τον Ενάγοντα για τον κ. Χριστόφια και στα Τεκμήρια 6 και
- Γενικώς, ο τρόπος με τον οποίο αναφέρετο ο Ενάγοντας για τον κ. Χριστόφια, κατά την δική του αντικειμενική άποψη ως δημοσιογράφος, παραπέμπει σε ιδιαίτερα στενή φιλία. Παρόμοιου είδους αναφορές προς τον κ. Χριστόφια είχε κάνει ο κ. Παπασάββας και σε άλλα βιβλία του αλλά και συγγράμματα και αρθρογραφία του. Περαιτέρω, είπε, διαχρονικά αποδεικνύεται η στάση του κ. Παπασάββα προς τον κ. Χριστόφια και από τα εξής: - Ο κ. Παπασάββας ήταν γνωστός πολέμιος του Σχεδίου Ανάν και κατέκρινε έντονα τους πρώην Πρόεδρους της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκο Κληρίδη και Τάσσο Παπαδόπουλο σε σημείο που τους εξύβριζε και τους κατέκρινε για υποχωρήσεις τους στο Κυπριακό. Όταν όμως εξελέγη ο κ. Χριστόφιας Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο ίδιος, σύμφωνα με διάφορα δημόσια πρόσωπα και κόμματα, έκανε εσφαλμένες και υπερβολικές υποχωρήσεις στο Κυπριακό αποδεχόμενος και εκ περιτροπής με τους Τουρκοκύπριους προεδρία του κράτους, ο κ. Παπασάββας ουδέποτε τον κατέκρινε. - Επίσης, προς απόδειξη της στενής σχέσης του κ. Παπασάββα με τον κ. Χριστόφια, ανέφερε ότι ως γνωστό η διακυβέρνηση του κ. Χριστόφια συνοδεύεται από σοβαρά θέματα που πολλοί χαρακτήρισαν σκάνδαλα. Δέχτηκε πολλές φορές δριμεία κριτική ο κ. Χριστόφιας και για το θέμα με την οικονομία της Κύπρου και την καταστροφή της και για το τραγικό συμβάν στο Μαρί. Ο κ. Παπασάββας όμως ποτέ δεν του άσκησε κριτική αλλά, αντιθέτως, τον υποστήριζε σε αυτά τα θέματα παρόλο που η μεγάλη πλειοψηφία της κοινής γνώμης και του πολιτικού γίγνεσθαι κατέκρινε τον κ. Χριστόφια. Κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο δημοσίευμα της εφημερίδας Φιλελεύθερος όπου ο κ. Παπασάββας χαρακτηρίζει την στάση του κ. Χριστόφια ενώπιον της ερευνητικής επιτροπής για την οικονομία απόλυτα ορθή και ενδεδειγμένη ενώ, χαρακτηρίζει τον πρόεδρο αυτής κ. Πική απαράδεχτο. Επίσης, στη συνέντευξη του Ενάγοντα ημερ. 24/04/2015 - Τεκμήριο 13 του Δικαστηρίου- ο Ενάγοντας χαρακτηρίζει το πόρισμα του κ. Πολυβίου για την τραγωδία στο Μαρί, με το οποίο επέρριπτε ευθύνες στον κ. Χριστόφια, άκρως αντινομικό-αντισυνταγματικό-αντιδημοκρατικό «πόνημα» της αλήστου μνήμης μονομελούς επιτροπής XXXXX Πολυβίου για το Μαρί. Ενώ ο κ. Παπασάββας είχε σωρεία εντάσεων και τσακωμών στη νομική υπηρεσία και από πολλούς θεωρείτο ανεπιθύμητο πρόσωπο και μάλιστα χαρακτηρίστηκε και υβριστής γενικών εισαγγελέων, μερικούς μήνες μετά την εκλογή του κ. Χριστόφια στο αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, τον επανατοποθέτησε στη Νομική Υπηρεσία, αυτή τη φορά με το συνταγματικό αξίωμα του βοηθού Γενικού Εισαγγελέα. Ο νέος αυτός διορισμός του Ενάγοντα στο αξίωμα του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα προκάλεσε αντιδράσεις από πολιτικά και άλλα πρόσωπα τα οποία χαρακτήριζαν τον διορισμό σκανδαλώδη και τον απέδιδαν αποκλειστικά και μόνο στη φιλία του Ενάγοντα με τον τότε Πρόεδρο καθώς και την πολιτική υποστήριξη που έλαβε ο τότε Πρόεδρος από τον Ενάγοντα. Κατέθεσε ως Τεκμήριο δημοσίευμα της ιστοσελίδας Sigma Live ημερ. 01/07/13 με τίτλο «Πυροβόλο» ο Μαρκίδης κατά Παπασάββα» όπου, μεταξύ άλλων, ο κ. Μαρκίδης αναφέρει πως ένα από τα μεγαλύτερα λάθη του κ. Χριστόφια ήταν ο διορισμός του κ. Παπασάββα στη θέση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα. Στη βάση των ως άνω διατύπωσε μια αντικειμενική άποψη και εύλογο σχόλιο δηλαδή ότι η οποιαδήποτε ενασχόληση του Ενάγοντα σε σχέση με την ποινική δίωξη του XXXXX Ξενοφώντος δεν θα ήταν αλλά ούτε θα φαινόταν αμερόληπτη. Αφ΄ ης στιγμής είχε την πληροφόρηση όπως την περιέγραψε πιο πάνω θεώρησε καθήκον του να τοποθετηθεί μέσω της στήλης του εφόσον θεωρούσε ότι η οποιαδήποτε ενασχόληση του Ενάγοντα με την ποινική δίωξη του κ. Ξενοφώντος σε σχέση με την ιστοσελίδα Christofias Watch θα αντίκειτο στη θεμελιακή αρχή ότι η απόφαση για την ποινική δίωξη του οποιουδήποτε πολίτη θα πρέπει να είναι και να φαίνεται αμερόληπτη. Η αναφορά του σε συντεταγμένο όργανο έγινε διότι αυτή ήταν η προσφιλής φράση που χρησιμοποιούσε ο κ. Παπασάββας. Για το μέρος του δημοσιεύματος που αναφέρει ότι ο Ενάγων δεν μπορεί να είναι κριτής ύβρεων εφόσον ο ίδιος είναι διακεκριμένος υβριστής, επίσης ήταν απόλυτα δικαιολογημένο και εύλογο σχόλιο εφόσον: Α) Πάμπολλες φορές ο Ενάγοντας εξύβρισε με έντονο και κατά τη γνώμη του απρεπή τρόπο πάρα πολλά δημόσια πρόσωπα. Β) Παραπομπή σε αποσπάσματα των βιβλίων του Ενάγοντα (Τεκμήρια 1, 6, 7, 11, 12 και 15) τα οποία περιέχουν ύβρεις και ειρωνικές αναφορές για διάφορα πρόσωπα. Κατέθεσε ως Τεκμήριο άρθρο της εφημερίδας Φιλελεύθερος ημερ. 27/06/13 με τίτλο «Φεύγει πυροβολώντας ο Παπασσάβας - βάλλει κατά Κληρίδη». Στο άρθρο αυτό υπάρχουν αναφορές του κ. Παπασάββα κατά του Πέτρου Κληρίδη ως εγωκεντρικότατα κολλημένου, ο γυαλός είναι στραβός, ότι μέσα από την αλαζονεία και την "παντογνωσία του" και στα συνταγματικά και στα ποινικά θέματα, στραβά, πολύ στραβά αρμένισε και αρμενίζει με τους ένα ή δύο λανθασμένους κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση συμβουλάτορές του» και ότι είναι «ασήκωτες οι νομικοπολιτικές ευθύνες του κ. Κληρίδη». Υπάρχει επίσης αναφορά στο άρθρο από μέρους του κ. Πέτρου Κληρίδη ο οποίος και δήλωσε, σχετικά με τα όσα του καταλόγισε ο κ. Παπασάββας, πως δεν ανέμενε τίποτα διαφορετικό από τον Ενάγοντα. Στο άρθρο του Sigmalive Ημερομηνίας 01/07/2013, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο, ο πρώην Γενικός Εισαγγελέας XXXXX Μαρκίδης χαρακτήρισε τον XXXXX Παπασάββα γνωστό υβριστή Γενικών Εισαγγελέων. Στη βάση των πιο πάνω η θέση του είναι πως ήταν απόλυτο εύλογο το σχόλιο του πως ο Ενάγοντας όντας διακεκριμένος υβριστής ο ίδιος, δεν ήταν δυνατό να είναι κριτής ύβρεων σε σχέση με την υπόθεση Christofias Watch. Καθόσον αφορά το σχόλιο ότι θα τρίζουν τα κόκκαλα του XXXXX Μάνεση θέση του είναι πως επίσης ήταν απόλυτα εύλογο και με σκοπτική διάθεση. Ο κ. Μάνεσης αποτελεί γνωστό δημοκράτη τον οποίο πολλές φορές ο Ενάγοντας εξυμνούσε και ανέφερε ότι υιοθετεί τα ιδανικά και αξίες του στα οποία περιλαμβάνεται η καταπολέμηση της πολιτικής φίμωσης και του περιορισμού στην ελευθερία της έκφρασης αναφορικά με τα πιστεύω του καθ' ενός. Συνεπώς, όλα όσα πιο πάνω ανέφερε, δεν είχαν καμία σχέση με τα ιδανικά του XXXXX Μάνεση τα οποία συχνά ο Ενάγοντας εξυμνούσε και δήλωνε πως υιοθετεί. Ο Ενάγοντας, είπε, είχε κάθε ευκαιρία να εκφράσει την θέση του για το επίδικο δημοσίευμα. Βρίσκω ότι τα πιο πάνω γεγονότα που εξέθεσε ο Εναγόμενος 2 στην μαρτυρία του είναι αληθή, έχουν μια λογική σειρά, δεν κλονίστηκε η μαρτυρία του κατά την αντεξέταση, ούτε βρίσκω να υπάρχει οποιαδήποτε αντίφαση στα όσα έχει αναφέρει ο μάρτυρας τόσο στο στάδιο της κυρίας εξέτασης όσο και στο στάδιο της αντεξέτασης. Βρίσκω ότι ο Εναγόμενος 2 είναι μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία του ελέγχεται και από την έγγραφη μαρτυρία, που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με τα κατατεθέντα τεκμήρια στην υπόθεση. To ίδιο δεν μπορώ να πω για τον Ενάγοντα ο οποίος δεν απαντούσε ευθέως στις ερωτήσεις του δικηγόρου στο στάδιο της αντεξέτασης. Σε κάποιες περιπτώσεις απέφευγε να απαντήσει ευθέως. Μερικά παραδείγματα είναι ο χαρακτηρισμός Γενικού Εισαγγελέα ως «βοηθό καλαθοεργοδότη» όπου απέφευγε να κατονομάσει το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνετο ο χαρακτηρισμός αυτός και στον επικείμενο διορισμό του XXXXX Ερωτοκρίτου στη θέση Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα όπου αφού έκαμε τα διάφορα σχόλια απέφευγε να κατονομάσει το συγκεκριμένο πρόσωπο. Ενώ μέσα από τα συγγράμματά του φαινόταν η δυνατή φιλία που υπήρχε μεταξύ αυτού και του Προέδρου Χριστόφια προσπαθούσε αυτή τη δυνατή φιλία να την αποδυναμώσει για να αποδείξει ότι δεν υπήρχε προκατάληψη και ότι δεν είναι απαραίτητο όπου υπάρχει φιλία να υπάρχει και προκατάληψη. Επίσης σε ερώτηση κατά πόσο ενώ ήταν πολέμιος του σχεδίου Ανάν και κατέκρινε γι΄ αυτό τον Τάσσο Παπαδόπουλο και Γλαύκο Κληρίδη, ενώ για τον Δημήτρη Χριστόφια ο οποίος έκαμε κάποιες υποχωρήσεις στο κυπριακό, δεν τον κατέκρινε, απέφυγε να απαντήσει και είπε ότι ο Δημήτρης Χριστόφιας ήταν το μοναδικό πολιτικό πρόσωπο που είπε δημόσια το mea culpa για την αποδοχή της επιδιαιτησίας. Επίσης όσον αφορά την υπόθεση «Μαρί» και την Επιτροπή για την οικονομία υποστήριξε τον Δημήτρη Χριστόφια και κατέκρινε τον XXXXX Πική και XXXXX Πολυβίου χωρίς να πει οτιδήποτε εναντίον του Δημήτρη Χριστόφια και ασφαλώς ούτε του έκαμε οποιαδήποτε νομική κριτική. Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα ο Εναγόμενος 2 προχώρησε στην σύνταξη του επίδικου δημοσιεύματος Η πρώτη υπεράσπιση που εγείρουν οι Εναγόμενοι είναι αυτή του Προνομίου υπό Επιφύλαξη. Επαναλαμβάνω και πάλιν ότι όσον αφορά την πρώτη παράγραφο του δημοσιεύματος, αυτή δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τον Ενάγοντα. Στη δεύτερη παράγραφο του επίδικου δημοσιεύματος υπάρχει η εξής φράση «με . εφεύρημα του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα ότι «ναι μεν δεν αποτελεί απειλή κατά της ζωής αλλά αποτελεί .ρατσιστική ύβρη»: Βρίσκω ότι η φράση αυτή, η αναφορά αυτή του επίδικου δημοσιεύματος έχει γραφτεί ως γεγονός. Το άρθρο 21 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 προβλέπει τα εξής: «21.—
(1)Η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος είναι προνομιούχα, υπό την επιφύλαξη ότι έγινε καλή τη πίστει, στις ακόλουθες περιπτώσεις, δηλαδή— (α) αν η σχέση μεταξύ του προσώπου από το οποίο και του προσώπου προς το οποίο έγινε η δημοσίευση είναι τέτοια ώστε το πρόσωπο που δημοσίευσε να τελεί υπό νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον να δημοσιεύσει αυτό προς το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση και ο τελευταίος έχει αντίστοιχο συμφέρον στη λήψη του δημοσιεύματος ή το πρόσωπο που δημοσίευσε έχει έννομο προσωπικό συμφέρον που χρειάζεται προστασία, και το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση τελεί υπό αντίστοιχο νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον να προστατεύσει το εν λόγω συμφέρον: Νοείται ότι η δημοσίευση δεν υπερβαίνει είτε κατ' έκταση είτε κατ' ουσία το εύλογα επαρκές υπό τις περιστάσεις.» Η άσκηση των εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα σύμφωνα με το άρθρο 113 του Συντάγματος δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Αναφορικά με τις εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα αναφέρθηκαν τα εξής στην απόφαση στην υπόθεση Kaya Meryem
(2010)1 Α.Α.Δ. 1887: «Επιπρόσθετα προς τη νομολογία στην οποία παρέπεμψε η πρωτόδικη απόφαση σημειώνουμε και την υπόθεση Ellinas v. Republic
(1989)1 C.L.R. 17, όπου η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην απόφαση πλειοψηφίας της, τόνισε ότι ούτε στην Αγγλία αλλά ούτε και στην Κύπρο οι αποφάσεις του Γενικού Εισαγγελέα υπόκεινται σε δικαστική αναθεώρηση με το προνομιακό ένταλμα Certiorari. Ο Γενικός Εισαγγελέας είναι, δυνάμει του Συντάγματος, εμπιστευμένος με την εξουσία δίωξης, κατά την κρίση του (Άρθρο 113.2). Η εξουσία αυτή υπόκειται μόνο στους περιορισμούς που προνοούνται από το Σύνταγμα. Για τους σκοπούς του άρθρου 113.2, ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας είναι ο κριτής του δημοσίου συμφέροντος. Η άσκηση της εξουσίας που παρέχεται στο Γενικό Εισαγγελέα από το άρθρο 113 δεν εμπίπτει ούτε στη σφαίρα του άρθρου 146.1 του Συντάγματος διότι είναι στενά συνδεδεμένη με δικαστικές διαδικασίες (Δέστε: Xenofontos, ανωτέρω και Kyriakides, ανωτέρω, και συναφώς, Καρατσής v. Δημοκρατίας
(2001)3 Α.Α.Δ. 201). Είναι προφανές, επομένως, ότι ο Γενικός Εισαγγελέας έχει ανέλεγκτη εξουσία να κινεί, διεξάγει, επιλαμβάνεται, συνεχίζει ή διακόπτει οιανδήποτε διαδικασία ή διατάσσει δίωξη εναντίον οποιουδήποτε προσώπου στη Δημοκρατία, για οποιοδήποτε αδίκημα, εφόσον, κατά την κρίση του, αυτό είναι προς το δημόσιο συμφέρον. Το δημόσιο συμφέρον, δηλαδή, σ' αυτή την περίπτωση, κρίνεται από τον ίδιο το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και η κρίση του δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο είτε με προνομιακό ένταλμα, είτε δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος.» Στην απόφαση Ηλιάδης Σωκράτης ν. Κώστα Βενιζέλου και ΄Αλλων
(2009)1 A.A.Δ. 960 λέχθηκαν τα εξής: «Η υπεράσπιση αυτή αφορά το καθήκον του τύπου να πληροφορεί το κοινό για θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος και το δικαίωμα του κοινού να τυγχάνει πληροφόρησης για τέτοια θέματα, αφού τέτοιος ελεύθερος διάλογος είναι εκ των ουκ άνευ σε μία δημοκρατική κοινωνία.» Στην απόφαση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Ανδρέα Αλωνεύτη
(2002)1 Α.Α.Δ. 1863 αναφέρθηκαν τα εξής: «Προέχει η ελευθερία του λόγου και το δικαστήριο δεν πρέπει εύκολα να άγεται σε απόφαση ότι το δημόσιο δεν είχε συμφέρον να πληροφορηθεί περί του αντικειμένου του δημοσιεύματος. σε περίπτωση αμφιβολίας, η πλάστιγγα πρέπει να κλίνει υπέρ της ελευθερίας του λόγου.» Σε σχέση με το συγκεκριμένο δημοσίευμα, εφαρμόζεται η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη. Οι Εναγόμενοι είχαν καθήκον να ενημερώσουν το αναγνωστικό τους κοινό για ένα ζήτημα το οποίο αποτελούσε εξόχως ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω ο μόνος τρόπος να ελεγχθεί η εξουσία του Γενικού και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα είναι μέσω του τύπου ο οποίος έχει καθήκον, όπου έχει πληροφόρηση για κάτι το οποίο το κοινό έχει συμφέρον να ενημερώνεται, να προβαίνει σε σχετική ενημέρωση του κοινού. Οι Εναγόμενοι και ειδικά ο Εναγόμενος 2 είχε πληροφορηθεί ότι ο Ενάγων, Βοηθός Γενικού Εισαγγελέα, ασχολείτο με την υπόθεση Ξενοφώντος σχετικά με το ιστολόγιο Christofias Watch θεωρώντας ότι θα έπρεπε να εξεταστεί το ενδεχόμενο ύπαρξης αδικήματος ρατσιστικής εξύβρισης. Για τους λόγους που ανέφερε στη μαρτυρία του ο Εναγόμενος 2 είχε την άποψη ότι ο Ενάγοντας δεν θα ενεργούσε αμερόληπτα ούτε αμερόληπτα θα ασχολείτο με την υπόθεση και δη να εξετάσει το ενδεχόμενο ύπαρξης αδικήματος ρατσιστικής εξύβρισης. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας, Αίτηση αρ. 1/2015, 24.9.2015 αναφέρονται τα εξής: «Όπως ήδη λέχθηκε, Ανώτατοι Αξιωματούχοι του Κράτους, όπως οι Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο Γενικός Εισαγγελέας και ο Βοηθός Γενικού Εισαγγελέα, αφιερωμένοι στην υπηρεσία ενός ευρύτερου συμφέροντος, του δημοσίου, οφείλουν να επιδεικνύουν άμεμπτη συμπεριφορά τόσο κατά την επιτέλεση των καθηκόντων του αξιώματος τους, όσο και γενικότερα.» Στην απόφαση στην υπόθεση Σωτήρη Παπασάββα ν. Εκδόσεις «ΑΡΚΤΙΝΟΣ Λτδ» κ.ά. Αγωγή Αρ. 7590/09 κ.ά., ημερομηνίας 8.7.2016 λέχθηκαν τα εξής από τον Ανώτερο Δικαστή (όπως ήταν τότε) Ν. Γιαπανά: «Το δημόσιο συμφέρον είναι το μοναδικό κριτήριο που θέτει το Σύνταγμα και ως τέτοιο μπορεί μεν να κρίνεται από τον ίδιο το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και η κρίση του να μην υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, με κανένα τρόπο όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι το δημόσιο συμφέρον αποτελεί, εξ ορισμού, θέμα για το οποίο το κοινό γενικά και ο τύπος ειδικά, έχει κάθε δικαίωμα να ασχοληθεί και να εκφέρει τις απόψεις και τα σχόλια του.» Το επίδικο δημοσίευμα αφορούσε μια υπόθεση με την οποία ασχολήθηκε η Αστυνομία, Christofias Watch, για τις ενέργειες της οποίας, της Αστυνομίας, εδόθη δημοσιότητα και επικρίθηκε γι΄ αυτές. Τούτο φαίνεται μέσα από το Τεκμήριο 18. Επίσης σχετική συζήτηση έγινε και στην Βουλή των Αντιπροσώπων. Το θέμα είναι κατά πόσο πληρούνται και οι δύο άλλες προϋποθέσεις του άρθρου 21(α), δηλαδή ότι η δημοσίευση έγινε καλή τη πίστη και ότι η δημοσίευση δεν υπερβαίνει είτε κατ΄ έκτασιν είτε κατ΄ ουσία το εύλογα επαρκές υπό τις περιστάσεις. Το άρθρο 21
(3)του Κεφ. 148 προβλέπει: «
(3)Σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση με δημοσίευση δυσφημηστικού δημοσιεύματος, αν η δημοσίευση αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί προνομιούχα βάσει των διατάξεων του εδαφίου
(1), και εγερθεί η υπεράσπιση του προνομίου, το βάρος της απόδειξης ότι η δημοσίευση αυτή δεν έγινε καλή τη πίστει φέρει ο ενάγοντας». Ο Ενάγοντας δεν έχει αποσείσει το βάρος αυτό που έχει εναποθέσει στους ώμους του ο Νομοθέτης. Στην επιφύλαξη του άρθρου 21
(1)(α) προβλέπεται ότι: «Νοείται ότι η δημοσίευση δεν υπερβαίνει είτε κατ΄ έκταση είτε κατ΄ ουσία το εύλογα επαρκές υπό τις περιστάσεις». Το δημοσίευμα, όσον αφορά την παράθεση της πιο πάνω πληροφόρησης, δεν υπερβαίνει το εύλογα επαρκές υπό τις περιστάσεις. Η εν λόγω πληροφόρηση αποτελούσε το υπόβαθρο επί του οποίου ασκήθηκε και η κριτική στις επόμενες παραγράφους του δημοσιεύματος. Στην απόφαση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.ά. ν. Αλωνεύτης
(2002)1 Α.Α.Δ. 1863 λέχθηκαν τα εξής: «Κατά πόσο ισχύει η υπεράσπιση, η οποία συναρτάται με την ύπαρξη υποχρέωσης μετάδοσης των πληροφοριών από το μεταδίδοντα και δικαιώματος λήψης αυτών από τον πληροφορούμενο, εξαρτάται από σειρά παραγόντων, που έχουν σχέση με τη φύση των πληροφοριών, το ενδιαφέρον του δημοσίου για το ζήτημα, την πηγή των πληροφοριών, τη λήψη μέτρων προς εξακρίβωση της αλήθειας τους και το κατά πόσο ζητήθηκε από το υποκείμενο του δημοσιεύματος ο σχολιασμός των γραφομένων. Προέχει η ελευθερία του λόγου και το δικαστήριο δεν πρέπει εύκολα να άγεται σε απόφαση ότι το δημόσιο δεν είχε συμφέρον να πληροφορηθεί περί του αντικειμένου του δημοσιεύματος. σε περίπτωση αμφιβολίας, η πλάστιγγα πρέπει να κλίνει υπέρ της ελευθερίας του λόγου.» Επίσης στην απόφαση Εκδόσεις Αρκτίνος ν. Δώρου Γεωργιάδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 407 λέχθηκαν τα εξής: «Το κοινό δίκαιο και οι πρόνοιές του σχετικά με τη δυσφήμιση, εξελίχθηκε ανεξάρτητα από τη διασφάλιση της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης και τώρα πρέπει να εφαρμόζεται σε συσχετισμό με το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου που διασφαλίζεται με το Άρθρο 10 της Σύμβασης. Η νομολογία των χωρών της Κοινοπολιτείας που υιοθέτησαν το αγγλικό κοινό δίκαιο ως τον πυρήνα του δικαίου τους, δείχνει μια συνεχή τάση διεύρυνσης των ορίων της ελευθερίας του λόγου και περιορισμού του πεδίου των παρεκκλίσεων που προνοούνται για το δικαίωμα. Στην Αγγλία, η τάση είναι παρόμοια και υπήρξε διεύρυνση του πεδίου της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη. (Δέστε Reynolds v. Times Newspapers [1998] 3 All E.R. 961, [1999] 4 All E.R. 609), και Charman v. Orion Ltd [2008] 1 All E.R. 750). Το Αγγλικό δίκαιο αναγνωρίζει τώρα την ελευθερία του λόγου ως βασικό συνταγματικό δικαίωμα του ατόμου, όπως κάποιος μπορεί να διαπιστώσει από την απόφαση R (ProLife Alliance) v. BBC [2002] 2 All E.R. 756 ταυτίζοντας το δικαίωμα με εκείνο που διασφαλίζεται από το Άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.» Στην απόφαση «ΑΛΗΘΕΙΑ» ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. TΗΑΜΙRA FOOD MANUFACTURERS LTD,
(2012)1 Α.Α.Δ. 2276 λέχθηκαν τα εξής: «Για να μπορεί εναγόμενος να επικαλεστεί επιτυχώς την υπεράσπιση του προνομίου υπό αίρεση, θα πρέπει να έχει ενεργήσει καλόπιστα και να πίστευε όταν έκανε τη δημοσίευση ότι τα όσα αναληθώς ανέφερε ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Περαιτέρω, θα πρέπει το θέμα στο οποίο αφορά η δημοσίευση να είναι ζήτημα το οποίο ο εναγόμενος έχει υποχρέωση ή καθήκον να δημοσιοποιήσει και σε σχέση με το οποίο ο αποδέκτης της δημοσίευσης έχει κάποιου είδους καθήκον ή ενδιαφέρον. Η λέξη «ενδιαφέρον» υποδηλώνει στοιχείο το οποίο μπορεί να τύχει νομικής αναγνώρισης. Η απλή περιέργεια ή επιθυμία πληροφόρησης που δεν συνδέεται με στοιχείο που να έχει αυτά τα χαρακτηριστικά δεν αρκεί.» Το άρθρο 21
(2)του Κεφ. 148 καθορίζει σε ποιες περιπτώσεις ένα δημοσίευμα δεν θεωρείται ότι έγινε καλή τη πίστει. «21
(2)Η δημοσίευση δυσφημηστικού δημοσιεύματος δεν θεωρείται ότι έγινε καλή τη πίστει από πρόσωπο εντός της έννοιας του εδαφίου
(1), του άρθρου αυτού, αν καταδειχθεί ότι— (α) Tο δημοσίευμα ήταν αναληθές, και αυτός δεν πίστευε αυτό ως αληθές· ή (β) το δημοσίευμα ήταν αναληθές, και αυτός προέβηκε στη δημοσίευση χωρίς να καταβάλει εύλογη φροντίδα για την εξακρίβωση του αληθούς ή του αναληθούς αυτού· ή (γ) προβαίνοντας στη δημοσίευση, ενήργησε με σκοπό βλάβης του προσώπου που δυσφημείται σε βαθμό σημαντικά μεγαλύτερο ή κατά τρόπο σημαντικά διαφορετικό του εύλογα αναγκαίου για το κοινό συμφέρον ή για την προστασία του ιδιωτικού δικαιώματος ή συμφέροντος σε σχέση με το οποίο αξιώνει προνόμιο.» Ο Ενάγοντας δεν έχει αποσείσει το πιο πάνω βάρος που έχει εναποθέσει στους ώμους του ο Νομοθέτης. Ούτε κάτι τέτοιο προκύπτει από τη μαρτυρία αφού τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν εξαχθεί μέσα από την μαρτυρία του Εναγόμενου 2 την οποία βρήκε το Δικαστήριο αληθή. Το κατά πόσο τα όσα αναφέρονται στο δημοσίευμα ήταν αληθή ή όχι είναι άσχετο όταν προβάλλεται η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη. Ο Εναγόμενος 2 έγραψε το επίδικο δημοσίευμα με βάση τα όσα πληροφορείτο ως δημοσιογράφος. Κατά τη δική του ταπεινή γνώμη, ο κύριος Παπασάββας ναι, όντως καπηλεύετο τον XXXXX Μάνεση, διότι ανέφερε προηγουμένως τις αρχές του Μάνεση περί δημοκρατικών αξιών κτλ. Απλώς τον επικαλείται για συγχωροχάρτι ή για οποιουσδήποτε άλλους λόγους. ΄Εχει τη δική του άποψη, την οποία στηρίζει και καταλήγει στο συμπέρασμα και στην εκτίμηση και στα σχόλια που κάνει με βάση τα όσα περιλαμβάνονται στα βιβλία του κυρίου Παπασάββα, για τα υβριστικά και τόσα άλλα εναντίον των πάντων και έχει το δικαίωμα να σχηματίσει τη δική του άποψη και εκτίμηση. Τον κύριο XXXXX Ξενοφώντος είπε ο Ενάγων «μπορεί να σας πω ότι εάν τον δω σήμερα στον δρόμο, δεν θα τον καταλάβω.» Όπως γνωστός του, είπε, είναι και ο κύριος Παπασάββας από το '76 ‑ '77, κάπου εκεί το ίδιο γνωστός του είναι και ο κύριος XXXXX Ξενοφώντος, γνωστός ως Σέρτης, από το '74‑ '75 περίπου, ο οποίος μετά την εισβολή, εκδιωχθείς από τον Άγιο Γεώργιο Κερύνειας ήρθε και εργάστηκε σαν χρονογράφος στα Νέα. Θεωρεί ότι είναι και δικός του συνεργάτης γιατί μέχρι προχθές ήταν στον Φιλελεύθερο ενεργός διευθυντής, είναι πολύ καλά γνωστός του ο κύριος Σέρτης, δεν αρνείται τις γνωριμίες του, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να επηρεαστεί, δεν είναι φίλος του με την έννοια του φίλου, όπως και ο κύριος Παπασάββας είναι γνωστός του, αλλά όχι φίλος με την έννοια του φίλου. Το δημοσίευμα με βάση τα γεγονότα που καταγράφονται στη δήλωση του, τον Γενικό Εισαγγελέα τον ρώτησε την πρώτη φορά και όταν ρωτάς τον πάπα, δεν πας στον καρδινάλιο. Για αυτόν, με βάση την απάντηση του Γενικού Εισαγγελέα από την πρώτη συνομιλία που είχε, με βάση γεγονότα που έτρεξαν καθ' όλη την εβδομάδα και δη την Παρασκευή, που είχε αυτός, τις πληροφορίες από τη Νομική Υπηρεσία και την Αστυνομία, της εμπνεύσεως του κυρίου Παπασάββα για τη δίωξη περί ρατσιστικής ύβρης, ήρθε ο Χ" Βασίλης και του επιβεβαίωσε τις πληροφορίες ότι υπήρχε προσπάθεια με εμπνευστή τον κύριο Παπασάββα, για να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του XXXXX για ρατσιστική ύβρη. Όταν επικοινώνησε με τον Γενικό Εισαγγελέα και του είπε "ρώτα τον κύριο Παπασάββα". Για αυτόν δε χρειαζόταν τίποτε άλλο, επήγε με βάση το πακέτο που είχε υπόψη του, για αυτόν ήταν ξεκάθαρο, δεν χρειαζόταν να επικοινωνήσει με τον κύριο Παπασάββα. Διότι είναι σίγουρος ότι εάν, τουλάχιστον αυτό εκτιμά, εάν ο κύριος Παπασάββας έβγαινε να διαψεύσει, σίγουρα θα προκαλούσε τον Γενικό Εισαγγελέα, ίσως να έβγαινε και εκείνος με μια άλλη διάψευση, που να επιβεβαιώνει και δημόσια αυτά που του είπε, που τον παρέπεμψε στο τηλέφωνο να τον ρωτήσει για όσα έτρεχαν την προηγούμενη εβδομάδα. Με τον Γενικό Εισαγγελέα επικοινώνησε τηλεφωνικώς την Παρασκευή το βράδι, πριν γράψει το δημοσίευμα. Διερωτήθηκε ο Εναγόμενος 2: «Εγώ κύριε ακολούθησα αυτήν τη γραμμή, αυτήν τη στιγμή κάποια πράγματα ανατρέπονται, κάπου εμπλέκεται ο κύριος Παπασάββας "ρώτα τον" και ενώ υπήρχε ότι εμπνευστής για ρατσιστική δίωξη ήταν ο κύριος Παπασάββας, από διάφορες πηγές και τα πράγματα εξελίχθηκαν όπως εξελίχθηκαν, ήταν καθαρό πια ότι κάπου υπάρχει παρέμβαση Παπασάββα. Τι άλλο έπρεπε να μου πει για να πεισθώ, εάν είχα καμιά μέσα μου οποιανδήποτε, παραμικρή αμφιβολία ότι κάτι δεν πάει καλά στο βασίλειο της Δανιμαρκίας και πήρα την πένα μου και έγραψα αυτά που έγραψα, κατά έντιμο και επαναλαμβάνω καλόπιστο και αντικειμενικό, κατά τη γνώμη μου, εύλογο σχολιασμό. Τι άλλο έπρεπε να έχω δηλαδή;» Είναι απόλυτα σίγουρος, του το είπε ο κύριος Νικόλας Παπαδόπουλος αυτό, του το είπε και ο Χ" Βασίλης ότι ελέχθη σε ερώτηση του XXXXX Παπαδόπουλου προς την εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας για το θέμα, ότι δεν υπάρχει θέμα απειλής ζωής, απάντησε ότι υπάρχει θέμα ρατσιστικής ύβρης. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ο Εναγόμενος 2 πίστευε στην αλήθεια του δημοσιεύματος. Ο Εναγόμενος 2, όπως προκύπτει από τα πιο πάνω γεγονότα κατέβαλε εύλογη φροντίδα για την εξακρίβωση του αληθούς του δημοσιεύματος. Η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη σε σχέση με το συγκεκριμένο μέρος του δημοσιεύματος τυγχάνει εφαρμογής. Όσον αφορά την υπεράσπιση του έντιμου σχολίου, στο άρθρο 19 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, υπό τον πλαγιότιτλο «Ειδικές Υπερασπίσεις σε αγωγή για δυσφήμιση» προβλέπονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «19. Σε αγωγή για δυσφήμηση αποτελεί υπεράσπιση—(α) ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν αληθές: Νοείται ότι, όταν το δυσφημιστικό δημοσίευμα περιέχει δυο ή περισσότερες ξεχωριστές κατηγορίες κατά του ενάγοντα, υπεράσπιση βάσει της παραγράφου αυτής δεν καταρρίπτεται για μόνο το λόγο ότι δεν αποδεικνύεται το αληθές κάθε μιας κατηγορίας, αν το μέρος του δημοσιεύματος που δεν αποδείχτηκε ως αληθές δεν βλάπτει ουσιωδώς την υπόληψη του ενάγοντα, αφού ληφθεί υπόψη το αληθές των υπόλοιπων κατηγοριών·(β) ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν έντιμο σχόλιο για θέμα δημοσίου συμφέροντος: Νοείται ότι όταν το δυσφημιστικό δημοσίευμα συνίσταται εν μέρει στον ισχυρισμό γεγονότων και εν μέρει στην έκφραση γνώμης, υπεράσπιση έντιμου σχολίου δεν καταρρίπτεται για μόνο το λόγο ότι δεν αποδεικνύεται το αληθές κάθε ισχυρισμού γεγονότος, αν η έκφραση γνώμης αποτελεί έντιμο σχόλιο αφού ληφθούν υπόψη αυτά τα οποία ισχυρίζονται ή αναφέρονται στο δυσφημιστικό δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή τα οποία αποδεικνύονται: Νοείται περαιτέρω ότι η βάσει της παραγράφου αυτής υπεράσπιση δεν επιτυγχάνει αν ο ενάγων αποδείξει ότι η δημοσίευση δεν έγινε καλή τη πίστει εντός της έννοιας του εδαφίου
(2)του άρθρου 21 του Νόμου αυτού.» Για την υπεράσπιση του έντιμου σχολίου υπάρχει αρκετή νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως ρητά αναφέρεται στο πιο πάνω εδάφιο του άρθρου 19, το επίδικο δημοσίευμα στο οποίο θα εφαρμοσθεί ή όχι η υπεράσπιση, θα πρέπει να συνιστά «σχόλιο». Ο έντιμος σχολιασμός περιλαμβάνει τρία στοιχεία υπεράσπισης: (α) Ότι οι επίδικες λέξεις αποτελούν σχόλιο και όχι δήλωση γεγονότων, (β) Ότι αποτελούν έντιμο ή δίκαιο (fair) σχολιασμό επί γεγονότων ορθώς διατυπωμένων και, (γ) Ότι αποτελούν σχολιασμό επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος. Εκείνο επομένως που θα μπορούσε να καλύψει η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου είναι τη δημοσίευση κάποιου σχολίου, γνώμης κλπ και όχι τον καταλογισμό κάποιου γεγονότος στο πρόσωπο του δυσφημούμενου. Στην απόφαση Ρ.Ι.Κ ν. Χαραλάμπους Καψού
(2009)1Β Α.Α.Δ. 1175, στη σελίδα 1183 λέχθηκαν τα εξής: «Εκείνο επομένως που θα μπορούσε να καλύψει η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου είναι τη δημοσίευση κάποιου σχολίου, γνώμης κλπ. και όχι τον καταλογισμό κάποιου γεγονότος στο πρόσωπο του δυσφημουμένου. Όπως ορθά είχε διευκρινιστεί και στην υπόθεση Hunt v. Star Newspaper Co. Ltd [1908] 2 K.B. 319, κάποιο σχόλιο, για να δικαιολογείται ο χαρακτηρισμός του ως δίκαιο ή έντιμο, θα πρέπει κατ' αρχή να παρουσιάζεται ως σχόλιο και δεν πρέπει να είναι τόσο αναμεμειγμένο με τα γεγονότα ώστε ο αναγνώστης να μη μπορεί να διακρίνει μεταξύ του τι είναι αναφορά γεγονότος (report) και τι είναι σχόλιο. Η ίδια θέση παρατίθεται και στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 6th Edition, para 705, όπου και τονίζεται ότι μια δυσφημιστική δήλωση γεγονότος δεν συνιστά ούτε σχόλιο, ούτε γνώμη ή κριτική. Ισχυρισμός ή καταλογισμός κάποιου γεγονότος είναι όταν καταλογίζεται σε κάποιον ότι προέβη σε μια πράξη ή ενέργεια, ενώ σχόλιο συνιστά ο χαρακτηρισμός της πράξης ως απεχθούς, ανέντιμης κ.λπ.. Οι πιο πάνω θέσεις υιοθετήθηκαν επανειλημμένα και σε νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων. (Βλ. π.χ. Εταιρεία Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. Λτδ κ.ά. v. Φιλίππου (άλλως Φαλκονέττι)
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 958).» Στην απόφαση ΛΑΖΑΡΟΣ ΜΑΥΡΟΥ ν. Ι. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ κ.ά.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1743 στις σελίδες 1751 - 1752 λέχθηκαν τα εξής: «Δικαίωμα σχολίου έχει κάθε πολίτης και όπως πολύ σωστά επισημαίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, στον τύπο ή στους δημοσιογράφους δεν αναγνωρίζεται ιδιαίτερο ή επιπρόσθετο τέτοιο δικαίωμα (Silkin v. Beaverbrook Newspaper [1958] 2 All E.R. 516). Αποτελεί υπεράσπιση σε αγωγή για δυσφήμιση αν οι επίδικες λέξεις συνιστούν εύλογο σχόλιο επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος. Το δικαίωμα του εύλογου σχολίου χαρακτηρίζεται σαν ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης. Υπάρχουν θέματα για τα οποία το κοινό έχει νόμιμο συμφέρον ή για τα οποία δίκαια επιδεικνύει ενδιαφέρον. Επί τέτοιων θεμάτων είναι επιθυμητό όλοι να μπορούν να σχολιάζουν ελεύθερα, ακόμα και σκληρά, εφ΄όσον βεβαίως αυτό γίνεται έντιμα και όχι κακόπιστα. Προστατεύοντας, όμως, ο νόμος, το δικαίωμα για δημόσια συζήτηση θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος, δεν νομιμοποιεί τη δυσφημιστική παραποίηση των γεγονότων, ανεξάρτητα του αν αυτό γίνεται έντιμα και ανεξάρτητα του κατά πόσο ο συντάκτης εύλογα κατέληξε να πιστεύει στην αλήθειά τους. Για να επιτύχει υπεράσπιση εύλογου σχολίου ο εναγόμενος θα πρέπει να αποδείξει ότι οι λέξεις συνιστούσαν σχόλιο και όχι έκθεση γεγονότος. Θα πρέπει επίσης να δείξει ότι στο σχόλιο υπάρχει υπόβαθρο γεγονότων που αναφέρεται στο υπό συζήτηση θέμα. Τελικά, θα πρέπει να αποδείξει ότι το σχόλιο γίνεται επί θέματος δημόσιου ενδιαφέροντος, επί θέματος το οποίο ρητά ή εξυπακουόμενα έχει τεθεί ενώπιον του κοινού για κρίση ή άλλως ότι είναι θέμα για το οποίο το κοινό έχει έννομο ενδιαφέρον. Ο εναγόμενος που επικαλείται την υπεράσπιση του εύλογου σχολίου δεν αναλαμβάνει το βάρος να αποδείξει ότι το σχόλιο είναι αληθές. Αν τα γεγονότα αναφέρονται αληθώς, η υπεράσπιση του εύλογου σχολίου επιτυγχάνει, εφ' όσον βέβαια το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι τα σχόλια έχουν γίνει εύλογα και έντιμα (Sutherland v. Stopes [1924] All E.R. Rep.19, H.L.).» Επίσης στην απόφαση ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ ν. 1. ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΔΙΑΣ ΛΤΔ κ.ά.
(2013)1Β Α.Α.Δ. 1464 στις σελίδες 1477 και 1478 λέχθηκαν τα εξής: «Για να μπορεί να επιτύχει η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου, η επίμαχη δήλωση πρέπει να συνίσταται σε γνώμη ή σχόλιο και όχι σε δήλωση γεγονότων. Για να αποφασίζεται τούτο, αυτή η δήλωση θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με το υπόλοιπο κείμενο [βλ. Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. Λίμιτεδ κ.ά. ν. Φιλίππου
(1998)1 Α.Α.Δ. 958]. Στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander (11η έκδοση) παράγραφος 12.10, αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: «While some indication, express or implied, of what underlies the alleged comment is necessary the ultimate question on whether the words are comment or fact is how they would strike the ordinary, reasonable reader and it is unlikely that any attempt to formulate general principles of construction will be of much help, especially bearing in mind that any particular statement must be taken in the context of the piece as a whole.» Στην πρόσφατη απόφαση British Chiropractic Association v. Singh [2011] 1 WLR 133 επιδιώχθηκε από το Δικαστήριο να συσχετιστεί ο διαχωρισμός με το αντικείμενο και το πλαίσιο του συγκεκριμένου δημοσιεύματος και τη διαφορά στην οποία αφορούσε («.to the subject-matter and context of the particular article and the dispute to which it relates»). Στο εφετήριο και στο περίγραμμα αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου του εφεσείοντα δεν γίνεται παραπομπή σε συγκεκριμένες αναφορές «δηλώσεων γεγονότων», κατά τον εφεσείοντα, τα οποία όμως το δικαστήριο θεώρησε ως σχόλια. Ούτε αναπτύσσεται στο περίγραμμα αγόρευσης οποιαδήποτε επιχειρηματολογία σε σχέση με συγκεκριμένη αναφορά ή αναφορές στο επίδικο δημοσίευμα, παρά μόνο γενικά για το τι συνιστά σχόλιο. Το παράπονο του εφεσείοντα, εν πάση περιπτώσει, φαίνεται να παραπέμπει στο ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Ο Εναγόμενος 4, δημοσιογράφος, καλώς ή κακώς θεώρησε πως η θέση του Ενάγοντος επηρεάστηκε και από το γεγονός της ύπαρξης χρηματοδοτήσεων προς την πλατφόρμα του ΝΑΙ. Είναι φανερό πως πρόκειται για γνώμη, άποψη, εκτίμηση του ή όπως διαφορετικά αρέσκεται να αποκαλεί το ΕΔΑΔ μια αξιολογική κρίση. Κατ' ακρίβειαν αξιολογικές κρίσεις περιέχουν και μεταφέρουν και οι λέξεις «πολέμιος», «αδιευκρίνιστοι λόγοι», «θεμελιώδεις απόψεις», «ενδεικτικό παράδειγμα», «δηλωτικό». «ετερόκλητη», «διαφωτιστική» και «αποϊδεολογικοποίηση». Η βασικότερη όμως και όλο το νόημα του άρθρου εστιάζεται στο ότι «μέρος της ελίτ δεν είχε αγνά κίνητρα». Η διάκριση μεταξύ δηλώσεων, γεγονότων και αξιολογικών κρίσεων δεν είναι εύκολη. Το πρωτόδικο δικαστήριο παρατήρησε πως στο επίδικο δημοσίευμα υπάρχει σαφής διαχωρισμός μεταξύ των γεγονότων που αφορούν στον εφεσείοντα, τα οποία παρατίθενται ουσιαστικά στις πρώτες δύο εισαγωγικές παραγράφους του δημοσιεύματος. Σημειώνουμε ότι πλείστα των όσων το Δικαστήριο χαρακτηρίζει ως «γνώμη, άποψη, εκτίμηση» ή «αξιολογικές κρίσεις», εμπεριέχονται σε ξεχωριστή παράγραφο η οποία έπεται των πρώτων δύο παραγράφων στις οποίες περιγράφονται οι ενέργειες του εφεσείοντα και στις οποίες οι εν λόγω χαρακτηρισμοί αναφέρονται. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, το αντικείμενο του επίδικου δημοσιεύματος και το πλαίσιό του (context) θεωρούμε πως οι ουσιώδεις λέξεις, όπως και αν παρουσιάζεται ή παραφράζεται το νόημα τους, είναι εκφράσεις γνώμης ή αξιολογικές κρίσεις. Πρόκειται δηλαδή για αξιολόγηση των ενεργειών και της συμπεριφοράς του εφεσείοντα, και όχι για δηλώσεις γεγονότων. Αυτό άλλωστε προκύπτει και από την αναφορά στην τελευταία παράγραφο του επίδικου δημοσιεύματος, στην οποία, όπως παρατηρεί το δικαστήριο, εστιάζεται το νόημα του άρθρου, ότι μέρος της ελίτ δεν είχε αγνά κίνητρα, προσθέτοντας, «όπως αυτό τουλάχιστον συνάγεται από τα υπάρχοντα στοιχεία» (η υπογράμμιση είναι δική μας). Ο Εναγόμενος 2 καταγράφει στο πρώτο μέρος του δημοσιεύματος, ένα γεγονός, το οποίο εδράζεται στην πληροφόρηση την οποία λάμβαναν οι Εναγόμενοι, ότι δηλαδή από την αρχή της εβδομάδας υποβαλλόταν ότι η Εισαγγελία αποφάσισε (και θα κοινοποιήσει την Παρασκευή) την ποινική δίωξη (την προαποφασισμένη από την Αστυνομία κατά του διαχειριστή του «μπλόκ» δικηγόρου, αφού δεν εντοπίστηκε ο ανώνυμος συγγραφέας του επίδικου δημοσιεύματος) με . εφεύρημα του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα ότι «ναι μεν δεν αποτελεί απειλή κατά της ζωής αλλά αποτελεί . ρατσιστική ύβρη». Για το μέρος αυτό αποφασίστηκε πιο πάνω ότι εφαρμόζεται η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη. Στο δεύτερο μέρος του δημοσιεύματος και με βάση τα πιο πάνω, ο Εναγόμενος 2 εκφράζει την άποψη ότι ο Ενάγοντας θα έπρεπε να αυτοεξαιρεθεί από την οποιαδήποτε εξέταση της υπόθεσης που αφορούσε τον Ξενοφώντος επειδή η σύμφωνα με τις πληροφορίες (σύμφωνα με την μαρτυρία του Εναγομένου 2) εμπλοκή του Ενάγοντα δημιουργούσε εύλογη ανησυχία εφόσον δεν είχε τα εχέγγυα αμεροληψίας για να εξετάσει την υπόθεση εναντίον του Ξενοφώντος λόγω της σχέσης του Ενάγοντα με τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Δημήτρη Χριστόφια (το ιστολόγιο Christofias Watch αυτοαποκαλείτο ως το παρατηρητήριο για τη διακυβέρνηση Χριστόφια) αλλά και ενόψει του γεγονότος ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας είχε στο παρελθόν προβεί σε υβριστικές αναφορές εναντίον διαφόρων προσώπων και δεν μπορούσε να εξετάσει ακριβοδίκαια το κατά πόσο είχε διαπραχθεί το ποινικό αδίκημα της εξύβρισης. Τα πιο πάνω αποτελούν τον σχολιασμό και τη γνώμη ή άποψη του Εναγόμενου 2. Και το ότι θα έπρεπε να εξαιρεθεί από τον χειρισμό και την έκφραση γνώμης για ποινική δίωξη του Ξενοφώντος εφόσον ο ίδιος είναι διακεκριμένος υβριστής αποτελεί γνώμη του Εναγόμενου 2. ΄Ενεκα του χειρισμού της υπόθεσης από τον Ενάγοντα, αφού δεν αυτοεξαιρέθη και η επιμονή του Ενάγοντα να διωχθεί ο Ξενοφώντος θεωρήθηκε σύμφωνα με τη μαρτυρία του Εναγόμενου 2 ότι αποτελεί φίμωση του τύπου, κάτι που ήταν ενάντια στις αρχές και τα πιστεύω του Μάνεση. Στην προκειμένη περίπτωση τα επίδικα δημοσιεύματα είχαν ως υπόβαθρο τα γεγονότα που διαδραματίζονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και τα οποία ευλόγως μπορούσε να θεωρηθούν ότι αποτελούσαν ικανοποιητική βάση για τα όποια καλόπιστα σχόλια ή κριτική του Εναγόμενου 2. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ν. ΔΩΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ
(2011)1Α Α.Α.Δ.
- Το σχόλιο αποτελούσε την έντιμη και ειλικρινή άποψη του Εναγόμενου. Το δημοσίευμα αφορούσε ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος. Το ίδιο και ο σχολιασμός. Η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου μπορεί να στηριχθεί σε μια αναληθή δήλωση γεγονότος, εφόσον αυτή πηγάζει από πρόσωπο που μπορεί να προβάλει την υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη. Μέσα από τα τεκμήρια και ειδικά από την προλόγηση του βιβλιογραφικού υλικού του Ενάγοντα από τον Πρόεδρο Χριστόφια, από τις φιλοφρονήσεις που αντάλλαξαν οι δύο φαίνεται η δυνατή φιλία που υπήρχε μεταξύ Ενάγοντα και Προέδρου. Το έγγραφο μαρτυρικό υλικό ήταν υπόψη του Εναγόμενου 2 αφού ήταν δημοσιογράφος μέχρι τον επίδικο χρόνο τουλάχιστον και τα βιβλία του Ενάγοντα ήταν υπόψη του Εναγόμενου 2 καθώς και το περιεχόμενο τους αφού τα διάβασε. Είναι η άποψη, το σχόλιο του Ενάγοντα ότι την επανεγκατάσταση του Ενάγοντα στη Νομική Υπηρεσία στο θεσμό του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα την οφείλει στον Πρόεδρο Χριστόφια ένεκα της δυνατής μεταξύ τους φιλίας. Το σχόλιο του Ενάγοντα είναι εύλογο. Στην παράγραφο (β) του δημοσιεύματος αποκαλεί, ο Εναγόμενος 2, τον Ενάγοντα «διακεκριμένο υβριστή» επειδή για έτη καθύβριζε τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον τότε προϊστάμενο του, Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας σαν «ανομιμοποίητους κουστωδούς» με χίλια άλλα επίθετα. Ο Ενάγοντας βεβαίως δεν παραδέχεται ότι οι αναφορές στα διάφορα αποσπάσματα από τα βιβλία του Ενάγοντα ήταν όντως υβριστικές. Στο λεξικό, Ορθογραφικό και ερμηνευτικό, του Γεώργιου Δ. Μπαμπινιώτη, Αθήνα 2008, ερμηνεύεται η λέξη «βρισιά». ««Βρισιά» είναι λέξη ή φράση που στοχεύει στην ηθική μείωση κάποιου.». Κατά την ακρόαση της υπόθεσης κατατέθηκαν διάφορα αποσπάσματα από τα βιβλία του Ενάγοντα από τα οποία προκύπτει ότι ο χαρακτηρισμός του Ενάγοντα ως διακεκριμένου υβριστή είναι απόλυτα εύλογος. Αποκάλεσε τον Χαραλάμπους «βοηθό καλαθοβεργοδότη» «ανομιμοποίητους κουστωδούς» τον Πρόεδρο Κληρίδη και τον Αλ. Μαρκίδη, έκαμε αναφορά στον όγκο του σώματος του Αλ. Μαρκίδη (προπονημένος) στα προστρεξήματα, είχε καταλάβει «αποκλειστικά» σχεδόν την τηλεοπτική εικόνα), ο υπέργηρος ηγούμενος τους, αποκάλεσε τον Μαρκίδη υπέρβαρο. Ο Ενάγοντας χαρακτήρισε τα πρόσωπα αυτά, με τις πιο πάνω λέξεις ή φράσεις όχι για να τα ανυψώσει ηθικά. Τα χαρακτήρισε έτσι στοχεύοντας στην ηθική μείωση των προσώπων αυτών. Οι κρατικοί αξιωματούχοι θα πρέπει να είναι δεκτικοί κριτικής και σχολιασμού σε μεγαλύτερο βαθμό από άλλα πρόσωπα. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση
- ΜΑΥΡΟΣ κ.ά. ν. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ, Πολ. ΄Εφεση αρ. 59/2012, ημερομηνίας απόφασης 29.5.2018 λέχθηκαν τα εξής: «Περαιτέρω κατά την κρίση μας το δημοσίευμα αλλά και οι επίδικες φράσεις δεν επηρέασαν τον Εφεσίβλητο επαγγελματικά ή την υπόληψη και φήμη του και ένα δημόσιο πρόσωπο, όπως ο Εφεσίβλητος, θα πρέπει να είναι πιο ανεκτικό σε παραδεκτή κριτική, τα όρια της οποίας είναι ευρύτερα όταν αντικείμενο της είναι ένα πολιτικό πρόσωπο όπως και ο Εφεσίβλητος, παρά ένας απλός πολίτης. Όπως και στην Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ (άνω) θα επαναλαμβάναμε ότι "στα πλαίσια της στάθμισης του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης από τη μια και του δικαιώματος προάσπισης της φήμης, από την άλλη, κρίνουμε πως με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, υπερέχει το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης.» Στην απόφαση ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ ν. ΝΙΚΟΛΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
(2012)1 Α.Α.Δ. 102 λέχθηκαν τα εξής: «Η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί ευλογία και γνώρισμα κάθε πολιτισμένης κοινωνίας, όμως ο περιορισμός του δικαιώματος αυτού, δικαιολογείται προς όφελος της προστασίας της υπόληψης και των δικαιωμάτων τρίτων. Ο περιορισμός είναι προς όφελος και των ιδίων των δημοσιογράφων έτσι ώστε τα γραφόμενα τους να απεικονίζουν την αλήθεια και όχι την αναλήθεια. Τελικός κριτής για την αναγκαιότητα του περιορισμού είναι το Δικαστήριο. Αν γινόταν παραδεκτή, άνευ συνεπειών, η προβολή αναληθών δημοσιευμάτων, το κοινό θα έπαυε να τους αποδίδει πίστη, είτε αυτά είναι αληθή είτε είναι ψευδή. Η φήμη αποτελεί αναπόσπαστο και σημαντικό μέρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Μια και κηλιδωθεί από ανυπόστατους ισχυρισμούς σε εφημερίδες εθνικής εμβέλειας ή άλλα συγγράμματα (που αναλόγως της περίπτωσης, μπορεί να έχουν το ίδιο ή και περισσότερο εκτόπισμα), η φήμη του ατόμου μπορεί να ζημιωθεί για πάντα, ιδιαίτερα εάν δεν παρέχεται η ευκαιρία στο ίδιο να την υπερασπίσει. Όταν αυτό συμβαίνει, χαμένοι είναι τόσον η κοινωνία όσο και το άτομο. Η προστασία της φήμης του ατόμου συντελεί στο καλό του δημοσίου. Είναι προς το δημόσιο συμφέρον να μην αμαυρώνεται η φήμη δημοσίων προσώπων με ασύδοτο λόγο και ψέμα. Η προστασία της υπόληψης είναι απαραίτητη για την ανεμπόδιστη άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου. Δεν είναι δίκαιο το άτομο να λειτουργεί κάτω από τη σκιά του ψόγου και της υπονόμευσης της κοινωνικής του υπόστασης. Είναι αυτή η πραγματικότητα που καθιστά αναγκαίο τον περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης. Το θέμα της εξισορρόπησης του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης και της μετάδοσης πληροφοριών από τον Τύπο και τα ΜΜΕ, με το θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου για τη φήμη και υπόληψή του, είναι δύσκολο και λεπτό. Από τη μια, το δικαίωμα ελευθερίας του Τύπου, δίδει ενθάρρυνση στην ελεύθερη συζήτηση πάνω σε δημόσια θέματα, ενώ από την άλλη, παρίσταται αναγκαίος ο αποκλεισμός αναληθών και δ