J.N.Christofides Trading Ltd ν. Γενικός Εισαγγελέας, Αγωγή αρ. 5747/2012, 5/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A480 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 5747/2012 Μεταξύ: J.N.Christofides Trading Ltd Ενάγοντες και Γενικός Εισαγγελέας Εναγόμενος 05 Σεπτεμβρίου,
- Για τους ενάγοντες, εμφανίζεται ο κ.Α.Κ.Αιμιλιανίδης για τους κ.κ. Αχιλλεύς & Αιμίλιος Αιμιλιανίδης Για τον εναγόμενο, εμφανίζεται η κα Λ.Γρηγορίου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄ ΑΠΟΦΑΣΗ Επικαλούμενοι οριστική και τελεσίδικη πρωτόδικη δικαστική απόφαση ημερ. 16.05.2012, δια της οποίας ακυρώθηκε πράξη του Συμβουλίου Προσφορών του Υπουργείου Υγείας («το Συμβούλιο Προσφορών») ανακαλούσα δημόσιο διαγωνισμό στον οποίον συμμετέσχαν και οι ίδιοι ως προσφοροδότες («η ακυρωτική δικαστική απόφαση ημερ. 16.05.2012»), και επί τη βάσει του Άρθρου 146.
- του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας («το Σύνταγμα»), οι ενάγοντες διεκδικούν το ποσόν των €350.000-, επιπλέον τόκους, ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση. Η ακυρωτική δικαστική απόφαση ημερ. 16.05.2012 εξεδόθηκε στο πλαίσιο εκδίκασης της υπόθεσης αρ. 178/2010 J.N. Christofides Trading Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας και κατέστη οριστική και τελεσίδικη εφ΄όσον δεν εφεσιβλήθηκε. Παρά την τελεσιδικία της ακυρωτικής δικαστικής απόφασης ημερ. 16.05.2012, το Συμβούλιο Προσφορών δεν προέβηκε σε επανεξέταση. Επειδή το αντικείμενο του επιδίκου δημόσιου διαγωνισμού διεκπεραιώθηκε, εν τέλει, από τρίτο πρόσωπο, οι ενάγοντες θεωρούν πως, εξ αντικειμένου, δεν ήταν δυνατή η εκ μέρους της διοίκησης αποκατάσταση της νομιμότητας και/ή η επανεξέταση. Κατά συνέπειαν, υποστηρίζουν πως η μόνη δυνατότητα ενεργού συμμόρφωσης της διοίκησης με την ακυρωτική δικαστική απόφαση ημερ. 16.05.2012 είναι η καταβολή αποζημιώσεων στους ενάγοντες. Ο εναγόμενος αρνείται και απορρίπτει την αξίωση των εναγόντων. Δια της υπεράσπισής του προβάλλει και τα εξής:
(1)Εν προκειμένω, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις τις οποίες θέτει το Σύνταγμα, οι νόμοι και η νομολογία για την επιδίκαση της συγκεκριμένης αποζημίωσης.
(2)Η δικαστική ακύρωση μίας διοικητικής πράξης, σχετικής με δημόσιο διαγωνισμό, δεν εξυπακούει και ούτε καθιστά βέβαιη την κατακύρωση της προσφοράς στον προσφοροδότη ο οποίος επέτυχε την ακύρωση αυτή.
(3)Η συμμετοχή των εναγόντων στον επίδικο δημόσιο διαγωνισμό εδημιούργησε σε αυτούς μόνον προσδοκία για την υπέρ τους κατακύρωση της προσφοράς (δείτε στις παρα.7 έως και 11 της υπεράσπισης). Στο πλαίσιο ακρόασης της αγωγής κατέθεσε, ως μόνος μάρτυς των εναγόντων, ο XXXXX Χριστοφίδης (Μ.Ε.1), διευθυντής και εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπός τους. Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο XXXXX Χριστοφίδης (Μ.Ε.1) ανέγνωσε και υιοθέτησε γραπτή δήλωση (έγγραφο αρ.1) και κατέθεσε έγγραφα, ως τεκμήρια. Ο μάρτυς δεν αντεξετάσθηκε. Περαιτέρω, στο πλαίσιο ακρόασης της αγωγής, κατετέθηκε, από κοινού, έγγραφο με παραδεκτά γεγονότα (τεκμήριο Χ) και συνημμένα σε αυτό παραρτήματα (Παραρτήματα Α έως και Δ). Τα παραδεκτά γεγονότα είναι ευθυγραμμισμένα με τις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων καθώς και με τα όσα ο XXXXX Χριστοφίδης (Μ.Ε.1) εδήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η πλευρά του εναγομένου δεν προσέφερε άλλη μαρτυρία. Παρατίθεται αυτούσιο το κείμενο των παραδεκτών γεγονότων (τεκμήριο Χ). Επισημαίνεται πως τα γεγονότα αυτά είναι πλέον αποδεδειγμένα ενώπιον του Δικαστηρίου και αποτελούν ευρήματά του: «.............................. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
- Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την προμήθεια ακτινολογικών μηχανημάτων, ακτινολογικών φιλμ και συναφών αναλώσιμων και ειδών.
- Οι Εναγόμενοι είναι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ο οποίος ενάγεται ως αντιπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας και των οργάνων αυτής.
- Κατά τις 10/06/2009 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, όπως και στον εγχώριο τύπο, προκήρυξη (Διαγωνισμός Σ.Υ. 07/2009) από τους Εναγόμενους με ανοικτή διαδικασία για την προμήθεια ακτινολογικών φιλμ και άλλων συναφών αναλώσιμων και ειδών για τις ανάγκες των ακτινολογικών τμημάτων.
- Οι Ενάγοντες υπέβαλαν προσφορά κατά τις 06/08/2009 η οποία αφορούσε την προμήθεια του Είδους 3 του διαγωνισμού «ακτινολογικά φιλμ για DRY ΡΤΟ 793». Η προσφορά των Εναγόντων αξιολογήθηκε ως η φθηνότερη εντός προδιαγραφών προσφορά και η Επιτροπή Αξιολόγησης του Υπουργείου Υγείας εισηγήθηκε, με απόφασή της ημερ. 03/09/2009, όπως κατακυρωθεί στους Ενάγοντες η προσφορά για το ποσό των €1.537.
- 5 .Κατά τις 15/10/2009 το Συμβούλιο Προσφορών του Υπουργείου Υγείας αποφάσισε την ακύρωση της προσφοράς για το είδος 3 με το αιτιολογικό ότι οι προδιαγραφές του διαγωνισμού οδηγούν κατ' αποκλειστικότητα σε συγκεκριμένο οικονομικό φορέα και ως αποτέλεσμα δεν κατακύρωσαν το είδος 3 του διαγωνισμού στους Ενάγοντες ως είχε εισηγηθεί η Επιτροπή Αξιολόγησης.
- Κατά της απόφασης για ακύρωση του είδους 3 του διαγωνισμού και μη κατακύρωση του σε αυτούς, οι Ενάγοντες καταχώρησαν προσφυγή υπ' αριθμόν 178/2010 κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Τμήματος Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ένσταση της Δημοκρατίας στην προσφυγή 178/10 στην οποία εμφαίνονται τα γεγονότα της υπόθεσης και τα σχετικά παραρτήματα κατατίθεται από κοινού ως Παράρτημα Α.
- Με απόφαση ημερ. 16/05/2012 του Δικαστού Α. Πασχαλίδη το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση για ακύρωση του είδους 3 του διαγωνισμού και μη κατακύρωση του στους Ενάγοντες. Η απόφαση κατατίθεται από κοινού ως Παράρτημα Β.
- Δεν ασκήθηκε έφεση κατά της ως άνω απόφασης, η οποία κατά συνέπεια κατέστη τελεσίδικη.
- Κατά τις 27/06/2012 οι Ενάγοντες απέστειλαν επιστολή στους Εναγόμενους με την οποία τους υποδείκνυαν ότι είχε εκδοθεί η ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και αιτούνταν όπως τους καταβληθούν αποζημιώσεις για την ζημία που υπέστησαν συνεπεία της ακυρωθείσας απόφασης κατ' εφαρμογή του άρθρου 146 του Συντάγματος. Το ποσό που ζητήθηκε ως αποζημιώσεις εξειδικεύθηκε στις €501.847,20 πλέον τόκοι. Η επιστολή κατατίθεται από κοινού ως Παράρτημα Γ.
- Κατά τις 14/08/2012 οι Εναγόμενοι απάντησαν ότι θεωρούν πως το απαιτούμενο ποσό συνιστά αποζημίωση διαφυγόντος κέρδους το οποίο δεν δικαιούνται οι Ενάγοντες με βάση τη νομολογία και κατά συνέπεια το Υπουργείο Υγείας δεν προτίθετο να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό ως αποζημίωση στους Ενάγοντες. Η επιστολή κατατίθεται από κοινού ως Παράρτημα Δ.
- Αν η προσφορά είχε κατακυρωθεί στους Ενάγοντες, τότε οι Ενάγοντες θα είχαν καθαρό κέρδος από την εκτέλεση της σύμβασης ανερχόμενο στις 350.000 ευρώ πλέον νόμιμο τόκο. Το ως άνω ποσό προκύπτει από την αφαίρεση του συνολικού κόστους για εκπλήρωση των υποχρεώσεων των Εναγόντων σύμφωνα με τον διαγωνισμό από το ποσό της συνολικής προσφοράς τους για το είδος
- Οι δύο πλευρές έχουν συμφωνήσει όπως κάνουν παραδεκτά όλα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και όπως απομείνει προς απόφαση η κρίση κατά πόσο οι Ενάγοντες δικαιούνται στην αποζημίωση δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος. .............................» Ευρήματα του Δικαστηρίου αποτελούν και τα ακόλουθα αναντίλεκτα γεγονότα: (α) Tην έκδοση της δικαστικής ακυρωτικής απόφασης ημερ. 16.05.2012 δεν ακολούθησε επανεξέταση. (β) Οι ενάγοντες δεν προσέβαλαν επί ακυρώσει την παράλειψη της διοίκησης να επανεξετάσει. Το κείμενο της ακυρωτικής δικαστικής απόφασης ημερ. 16.05.2012 τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του XXXXX Χριστοφίδη (Μ.Ε.1), ως τεκμήριο 2, καθώς και διαμέσου του κειμένου με τα παραδεκτά γεγονότα (τεκμήριο Χ), ως Παράρτημα Β αυτού. Από το κείμενο προκύπτει πως η δικαστική ακύρωση της πράξης του Συμβουλίου Προσφορών να ανακαλέσει τον επίδικο δημόσιο διαγωνισμό οφείλεται στην διαπίστωση πως η πράξη αυτή «πάσχει λόγω έλλειψης αιτιολογίας και γιατί παραβιάζει τις αρχές της χρηστής διοίκησης». Δια της τελικής του αγόρευσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων υπεστήριξε πως η αγωγή θα πρέπει να επιτύχει εφ΄όσον «Αν δεν είχε μεσολαβήσει η παράνομη απόφαση των Εναγομένων ..οπωσδήποτε δεν πιθανολογείται απλώς, αλλά είναι βέβαιο ότι ο διαγωνισμός θα κατακυρωνόταν στους ...Ενάγοντες. Ήταν οι φθηνότεροι προσφοροδότες, είχαν κριθεί εντός προδιαγραφών από την Επιτροπή Αξιολόγησης η οποία και είχε συστήσει την κατακύρωση του διαγωνισμού σε αυτούς.. Περαιτέρω, ..εφόσον οι Εναγόμενοι είχαν ήδη προχωρήσει σε κατακύρωση του διαγωνισμού σε τρίτο προσφοροδότη και η μελέτη είχε ήδη διενεργηθεί, δεν υπήρχε πλέον δυνατότητα οποιασδήποτε in natura αποκατάστασης ή επανεξέτασης..εν όψει της μη ύπαρξης αντικειμένου του διαγωνισμού, η επανεξέταση θα είχε θεωρητικό και μόνο χαρακτήρα και επομένως άνευ νοήματος» (δείτε στις σελ.3 και 4 της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόντων). Αντιθέτως, η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγομένου υπεστήριξε τα εξής: «Δεν έχει προσκομισθεί..οποιαδήποτε μαρτυρία για το θέμα της επανεξέτασης καθώς και την απόφαση της διοίκησης σε περίπτωση που επανεξέταζε. Δεν έχει προσφερθεί επίσης μαρτυρία για το κατά πόσον στην περίπτωση που δεν υπήρχε η παρανόμως ακυρωθείσα απόφαση ότι η προσφορά θα κατακυρωνόταν μετά βεβαιότητας στην ίδια την Ενάγουσα. Η θέση της αυτή .., δεν θα είναι παρά ένας υποθετικός ισχυρισμός, αφού η διοίκηση μπορούσε, επανεξετάζοντας την ακυρωθείσα απόφαση, να κατέληγε στο ίδιο αποτέλεσμα, την ακύρωση δηλαδή του διαγωνισμού. Η ακύρωση της απόφασης στην προσφυγή αρ. 178/10 δεν καθιστούσε βέβαιο ότι η Ενάγουσα θα εξασφάλιζε οπωσδήποτε την κατακύρωση της προσφοράς. Η ζημία των €350.000 που διεκδικεί δεν αποτελεί άμεση ζημιά από την ακύρωση της πράξης, αλλά κέρδος που θα είχε σε περίπτωση κατακύρωσης σε αυτήν της προσφοράς...δεν σημαίνει ότι η ακύρωση της πράξης, σημαίνει αυτόματα και κατακύρωση της προσφοράς στην Ενάγουσα. Η Ενάγουσα δεν έχει καταφέρει να συνδέσει το αποτέλεσμα της προσφυγής με τη ζημιά που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί. Συνεπώς, ..δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 146.6 του Συντάγματος και η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος της Ενάγουσας» (δείτε στις σελ.13 και 14 της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου του ενάγοντος). Εξετάσθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα και η μαρτυρία. Λήφθηκαν δε υπ΄όψιν οι εκατέρωθεν τελικές αγορεύσεις. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα εξής:
(1)Εν σχέσει με τις προϋποθέσεις δημιουργίας του αγώγιμου δικαιώματος που καθιερώνει το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος σε περιπτώσεις ως προκειμένη, όπου, παρά την έκδοση οριστικής και τελεσίδικης ακυρωτικής δικαστικής απόφασης, εντούτοις η διοίκηση παραλείπει και/ή αρνείται να επανεξετάσει την ακυρωθείσα πράξη της, η νομολογία ορίζει τα εξής: Το αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις μετά την έκδοση ακυρωτικής δικαστικής απόφασης, το οποίο καθιερώνει το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος, είναι ιδιόμορφο (cause sui generis). Οι προϋποθέσεις γένεσης του δικαιώματος αυτού καθώς και οι κανόνες καθορισμού του ύψους των αποζημιώσεων είναι ιδιαίτεροι και διαφέρουν από τους αντίστοιχους του κοινοδικαίου και της επιείκειας [Frangoulides ν. Republic
(1982)1 C.L.R 462]. Η δικαστική ακύρωση μιας διοικητικής πράξης δεν θεμελιώνει αφ' εαυτής (ipso facto) και άνευ άλλου τινός δικαίωμα αποζημιώσεων από Πολιτικό Δικαστήριο. Μετά την ακυρωτική δικαστική απόφαση, η διοίκηση έχει πρώτιστη και επιτακτική υποχρέωση να συμμορφωθεί ενεργώς με αυτήν και να αποκαταστήσει τη νομιμότητα, η οποία έχει τρωθεί με την, εν τέλει, ακυρωθείσα πράξη της. Η υποχρέωση αυτή αποτελεί μια νόμω οφειλόμενη ενέργεια εφ' όσον επιβάλλεται δια του Άρθρου 146.5 του Συντάγματος. Ο επιτυχών διοικούμενος έχει αντίστοιχο δικαίωμα. Η αποκατάσταση της νομιμότητας προϋποθέτει, την εκ μέρους της διοίκησης αποκατάσταση των πραγμάτων στη νομική κατάσταση που ευρίσκοντο πριν από την ακυρωτική δικαστική απόφαση καθώς και την επανεξέταση του ζητήματος. Η επανεξέταση θα πρέπει να γίνει επί τη βάσει των ευρημάτων του ακυρωτικού Δικαστηρίου όσον αφορά στα γεγονότα. Κάθε τέτοιο εύρημα δεσμεύει τη διοίκηση. Εφ' όσον υπάρξει δικαστική ακύρωση μιας πράξης της και εφ' όσον η διοίκηση επιθυμεί να ενεργήσει νόμιμα, καλόπιστα και σύμφωνα με την ηθική και το δίκαιο (χρηστή διοίκηση) πρέπει να επανεξετάσει το ζήτημα και να προβεί στην έκδοση νέας πράξης λαμβάνοντας υπ' όψιν τους λόγους που οδήγησαν στην ακύρωση, εφαρμόζοντας τα ευρήματα του ακυρωτικού Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα και συμμορφούμενη προς τις υποδείξεις του [Νικόλας ν. Δημοκρατία
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 983, 1004]. Πλην όμως, η διοίκηση δεν ενεργεί πάντοτε σύμφωνα με την ενδεδειγμένη διαδικασία. Ενδέχεται η διοίκηση να αρνηθεί να επανεξετάσει το ζήτημα ή ενδέχεται αυτή να αδρανήσει και να παραλείψει να προβεί σε επανεξέταση. Ενδέχεται, ακόμη, η διοίκηση να επανεξετάσει το ζήτημα κατά τρόπον πλημμελή και χωρίς να θεραπεύσει τα ελαττώματα που εντοπίστηκαν δια της προηγηθείσας ακυρωτικής δικαστικής απόφασης. Η παράλειψη της διοίκησης να επανεξετάσει το ζήτημα αντιμετωπίζεται με νέο αναθεωρητικό έλεγχο. Εάν ο διοικούμενος, ο οποίος επέτυχε την ακύρωση μιας διοικητικής πράξης η οποία τον εζημίωσε, διαπιστώσει πως το αρμόδιο διοικητικό όργανο ή η αρμόδια διοικητική αρχή παραλείπει να επανεξετάσει το ζήτημα, τότε αυτός νομιμοποιείται να προσφύγει εκ νέου στο αρμόδιο, για τον αναθεωρητικό έλεγχο, Δικαστήριο και να επιδιώξει την ακύρωση αυτής της παράλειψης [Νικόλας ν. Δημοκρατία (ανωτέρω), 1001 και 1005]. Εάν διαπιστωθεί η παρανομία της παράλειψης της διοίκησης να επανεξετάσει και εάν επιτευχθεί η ακύρωση της παράλειψης αυτής, τότε αρχίζει να σχηματίζεται το αγώγιμο δικαίωμα που καθιερώνει το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος. Για να ολοκληρωθεί το δικαίωμα αυτό απαιτείται, επιπλέον, (α) να αποδειχθεί πως ο διοικούμενος υπέστηκε ζημιά από την (ακυρωθείσα) παράλειψη επανεξέτασης ή υπέστηκε ζημιά ως άμεση συνέπεια της παράλειψης αυτής [Νικόλας ν. Δημοκρατία (ανωτέρω) 997 και 1002] και (β) ο ζημιωθείς διοικούμενος να έχει ήδη απευθυνθεί προς τη διοίκηση, ζητώντας τις αποζημιώσεις ή την άλλη θεραπεία που πιστεύει ότι δικαιούται και η διοίκηση να μην τον έχει ικανοποιήσει [Νικόλας ν. Δημοκρατία (ανωτέρω), 1002-3]. Τέλος, εφ' όσον αποδειχθεί πως η (ακυρωθείσα) παράλειψη επανεξέτασης υπήρξε ζημιογόνος, επιδικάζονται αποζημιώσεις δίκαιες και εύλογες. Για τον προσδιορισμό του ύψους των δίκαιων και εύλογων αποζημιώσεων συνεκτιμούνται όλοι οι σχετικοί παράγοντες [Νικόλας ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), 1006].
(2)Στις περιπτώσεις όπου η δικαστική ακύρωση αφορά στην παράλειψη επανεξέτασης (προηγουμένως ακυρωθείσας) διοικητικής πράξης η οποία αφορά σε δημόσιο διαγωνισμό, τότε ο διοικούμενος, που επέτυχε την ακύρωση αυτή και διεκδικεί αποζημιώσεις, βαρύνεται να αποδείξει, μεταξύ άλλων, πως εάν γινόταν η παραληφθείσα επανεξέταση, ο δημόσιος διαγωνισμός θα κατεκυρώνετο σε αυτόν. Μόνον έτσι, και υπό τις κατάλληλες συνθήκες, δύναται η αξίωσή του για αποζημιώσεις να αποκτήσει έρεισμα [δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, τις αποφάσεις Εγγλεζάκη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1992)1 Α.Α.Δ. 697, Μαυρονύχης ν. Αρχής Βιομηχανικής Καταρτίσεως
(1995)1 Α.Α.Δ. 612, Δήμος Αραδίππου ν. Γεωργιάδης
(2000)1 Α.Α.Δ. 1000, Νικόλας ν. Δημοκρατία (ανωτέρω) στη σελ. 1001 και Vnukovo Airlines (V.A.) κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 969].
(3)Το καθήκον της διοίκησης να συμμορφώνεται ενεργώς με ακυρωτική δικαστική απόφαση και να προβαίνει σε επανεξέταση (ή, ακόμη, και σε νέα διερεύνηση, εάν αυτό επιβάλλεται) για να αποκαταστήσει τη τρωθείσα νομιμότητα είναι γενικό και ανεξαίρετο. Το καθήκον αυτό υφίσταται ακόμη και στις περιπτώσεις όπου εξέλειπε το αντικείμενο της (ακυρωθείσας) διοικητικής πράξης π.χ. γιατί εξετελέσθηκε ήδη το έργο για το οποίο είχε προκηρυχθεί ο δημόσιος διαγωνισμός. Στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κυριακίδης v. Δημοκρατία
(2013)3 Α.Α.Δ. 629 (η οποία εξεδόθηκε στο πλαίσιο αναθεωρητικής έφεσης) λέχθηκαν και τα εξής: «................................. Επί του προκειμένου, και σε συμφωνία με το σχετικό μέρος της πρωτόδικης απόφασης ....θεωρούμε ότι σε κάθε περίπτωση ακυρωτικής απόφασης αποτελεί καθήκον της Διοίκησης να προβαίνει σε επανεξέταση - ή, όταν διαπιστώνεται λόγος, σε επαναδιερεύνηση (βλ. Ναζίρης ν. Ρ.Ι.Κ.
(2007)3 Α.Α.Δ. 38) - για αποκατάσταση της τρωθείσας νομιμότητας, όπως αυτή διαπιστώνεται στην αναθεωρητική ακυρωτική απόφαση. Πρόκειται, κατά την άποψη μας, για καθήκον που τονίζεται από διαχρονικά σταθερή και σαφή νομολογία (βλ. Εγγλεζάκη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 697, η οποία παραπέμπει στην προγενέστερη επί του θέματος νομολογία, καθώς και στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 342), το οποίο η νομολογία δεν φαίνεται να αναγνωρίζει ότι υποχωρεί ακόμα και στις περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να γίνει φυσική (in natura) αποκατάσταση των πραγμάτων στην προτέρα τους κατάσταση. Σε σχέση δε με την αναφορά στην οποία προέβη ο κ. Αγγελίδης από το σύγγραμμα της κας Θεοχαροπούλου-Κοντόγιωργα, .... παρατηρούμε ότι από τη μελέτη της εν λόγω αναφοράς δεν φαίνεται να προκύπτει ότι η συγγραφέας υποστηρίζει τη θέση ότι οποτεδήποτε υπάρχει αντικειμενική αδυναμία εκτέλεσης της απόφασης in natura η Διοίκηση δεν προχωρεί σε επανεξέταση, αλλά σ΄ αυτό που φαίνεται να αποβλέπει είναι ότι στις περιπτώσεις αυτές ο ζημιωθείς δικαιούται σε αποζημίωση επανορθωτικού χαρακτήρα η οποία αντιδιαστέλλεται της αποζημίωσης ως κυρώσεως για τη μη εκτέλεση της ακυρωτικής απόφασης, διαφοροποίηση που δεν γίνεται από το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος το οποίο προνοεί για δίκαιη και εύλογη αποζημίωση σε κάθε περίπτωση που προκλήθηκε ζημιά από απόφαση, πράξη ή παράλειψη που κηρύχθηκε άκυρη. (Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ν. Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 420, Vnukovo Airlines (V.A.) κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 969, Frangoulides v. The Republic
(1982)1 C.L.R. 462 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου (ανωτέρω). ............................» Ευθυγραμμισμένη με την αρχή πως το καθήκον της διοίκησης για ενεργό συμμόρφωση με ακυρωτική δικαστική απόφαση είναι γενικό και ανεξαίρετο και αυτό προϋποθέτει την εκ μέρους της επανεξέταση (και όπου αυτό επιβάλλεται την εκ νέου διερεύνηση) κάθε ακυρωθείσας πράξης της, είναι και η απόφαση στην υπόθεση αρ. 1627/2010 Φοίβος Χριστοφίδης v . Δημοκρατίας, ημερ. 05.09.2013, όπου αναφέρονται και τα εξής: «............................ Βασικό ζητούμενο στην υπό εξέταση περίπτωση είναι η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο οι καθ΄ ων η αίτηση, αποφασίζοντας ότι δεν είναι εφικτή η επανεξέταση, ενήργησαν καθ΄ υπέρβαση εξουσίας και συνακόλουθα κατά πόσο η στάση τους αυτή παραβιάζει τις αρχές της χρηστής διοίκησης. Σε μια παρόμοια περίπτωση η οποία απασχόλησε στην Υπόθεση Αρ. 1448/2005 Tasni Enviro Ltd v. Δημοκρατίας, ημερ. 11.9.2007 το Ανώτατο Δικαστήριο είχε προηγουμένως ακυρώσει την απόφαση των καθ΄ ων η αίτηση με την οποία κατακύρωσαν προσφορά στο ενδιαφερόμενο μέρος για προμήθεια και 5ετή συντήρηση μετεωρολογικού εξοπλισμού λόγω κακής σύνθεσης του αποφασίσαντος Συμβουλίου. Μετά την ακυρωτική απόφαση, οι καθ΄ ων η αίτηση προέβησαν σε επανεξέταση του θέματος και κατακύρωσαν εκ νέου την προσφορά στο ενδιαφερόμενο μέρος. Σε νέα προσφυγή την οποία καταχώρησε η ίδια αιτήτρια εταιρεία, ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι δεν χωρούσε επανεξέταση στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον το έργο είχε ήδη εκτελεστεί όταν εκδόθηκε η ακυρωτική απόφαση. Το Δικαστήριο ... τόνισε ότι η διοίκηση είχε υποχρέωση να συμμορφωθεί προς την ακυρωτική απόφαση και να εξετάσει το ζήτημα, έστω και αν το έργο είχε ήδη εκτελεσθεί. Όπως πρόσθεσε, η επίκληση από την αιτήτρια της εκ των πραγμάτων αδυναμίας αποκατάστασης σε περίπτωση που κατά την επανεξέταση κατακυρωνόταν η προσφορά προς την ίδια την αιτήτρια, δεν συνιστούσε βάσιμο λόγο ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης. ............................»
(4)Κατ΄εφαρμογήν των ανωτέρω, και επί τη βάσει των αναντίλεκτων γεγονότων πως, πρώτον, το Συμβούλιο Προσφορών δεν προέβηκε στην ενδεδειγμένη επανεξέταση μετά την έκδοση της ακυρωτικής δικαστικής απόφασης ημερ. 16.05.2012 και, δεύτερον, η παράλειψη αυτή δεν έχει προσβληθεί επί ακυρώσει, διαπιστώνεται πως, εν προκειμένω, δεν έχει δημιουργηθεί αγώγιμο δικαίωμα υπέρ των εναγόντων. Επί της ουσίας, οι θέσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου του εναγομένου είναι ορθές. Αφ΄εαυτής και άνευ άλλου τινός η ακυρωτική δικαστική απόφαση ημερ. 16.05.2012 δεν αποδεικνύει την δημιουργία του επίδικου αγώγιμου δικαιώματος. Εφ΄όσον η διοίκηση παρέλειψε να προβεί στην ενδεδειγμένη επανεξέταση, οι ενάγοντες όφειλαν να προσφύγουν εκ νέου στο διοικητικό δικαστήριο επιδιώκοντας την ακύρωση της παράλειψης αυτής. Επί τη βάσει των διαπιστωθέντων στην απόφαση Κυριακίδης v. Δημοκρατία (ανωτέρω), εν προκειμένω, δεν τίθεται ζήτημα αντικειμενικής αδυναμίας επανεξέτασης ούτε τίθεται ζήτημα αχρείαστης ή ατελέσφορης επανεξέτασης. Εν προκειμένω, όπως και σε κάθε περίπτωση έκδοσης ακυρωτικής δικαστικής απόφασης, η επανεξέταση της, εν τέλει, ακυρωθείσας διοικητικής πράξης είναι εφικτή και χρήσιμη, αποτελεί δε αναγκαίο στάδιο στη διαδικασία δημιουργίας του αγώγιμου δικαιώματος το οποίο θεσπίζει το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος. Καταληκτικά, η απουσία δικαστικής κρίσης όσον αφορά στην παράλειψη της διοίκησης να συμμορφωθεί ενεργώς με την ακυρωτική δικαστική απόφαση ημερ. 16.05.2012 και να επανεξετάσει το ζήτημα καθίσταται μοιραία για την υπόθεση των εναγόντων. Η απουσία τέτοιας δικαστικής κρίσης εμπόδισε την δημιουργία του επίδικου αγώγιμου δικαιώματος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή αποτυγχάνει. Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και εναντίον των εναγόντων. (Υπ) ............. Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο