← Κύπρος

ΔΗΜΟΣ ΣΩΤΗΡΑΣ ν. Α & G. ASSIOTIS ENTERPRISES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 13/18, 25/9/2018

ΔΗΜΟΣ ΣΩΤΗΡΑΣ ν. Α & G. ASSIOTIS ENTERPRISES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 13/18, 25/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 13/18 Μεταξύ: ΔΗΜΟΣ ΣΩΤΗΡΑΣ Ενάγοντες ΚΑΙ 1.Α & G. ASSIOTIS ENTERPRISES LIMITED 2.XXXXX ΑΣΣΙΩΤΗΣ Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 6.7.2018 ΓΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ Ημερομηνία: 25.09.2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κα Δήμου για Μάριος Γεωργίου και Συνεργάτες Για Εναγόμενους-Καθ΄ων η Αίτηση: κ. Πολυχρόνης για Γ. Πολυχρόνη & Χ. Χριστάκη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex-Tempore) O Ενάγοντας-Αιτητής (στο εξής Αιτητής) καταχώρησε την παρούσα αγωγή με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2 Κ.6) στις 8.1.

  1. Με αυτή αξιώνει Διατάγματα, Γενικές και ή Ειδικές Αποζημιώσεις ως ακολούθως: «(Α) Διάταγμα και ή Δήλωση και ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να δηλώνεται ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν δικαίωμα χρήσης και/ή εκμετάλλευσης και ή δεν έχουν δικαίωμα να επεμβαίνουν και ή να καρπούνται την ακίνητη περιουσία των Εναγόντων και ήτοι το υπαίθριο εστιατόριο τάξης Γ΄ το οποίο βρίσκεται στην παραλιακή περιοχή της Αγίας Θέκλας, εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Σωτήρας και το οποίο περιλαμβάνει το εστιατόριο ως κτήριο, τον πέριξ χώρο, όλα τα μετακινούμενα μέρη, τον εξοπλισμό της κουζίνας καθώς και όλη εν γένει την επίπλωση. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 1 και 2 όπως παραδώσουν ελεύθερη κατοχή της ακίνητης περιουσίας των Εναγόντων και ήτοι το υπαίθριο εστιατόριο τάξης Γ΄ το οποίο βρίσκεται στην παραλιακή περιοχή της Αγίας Θέκλας, εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Σωτήρας και το οποίο περιλαμβάνει το εστιατόριο ως κτήριο, τον πέριξ χώρο, όλα τα μετακινούμενα μέρη, τον εξοπλισμό της κουζίνας καθώς και όλη εν γένει την επίπλωση. (Γ) Απαγορευτικό διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και 2 και ή τους υπαλλήλους, εκπροσώπους ή αντιπροσώπους του από του να επεμβαίνουν και ή καταπατούν και ή να εκτελούν οποιεσδήποτε εργασίες και ή προσφέρουν οποιεσδήποτε υπηρεσίες εντός της ακίνητης περιουσίας των Εναγόντων στο υπαίθριο εστιατόριο τάξης Γ΄ το οποίο βρίσκεται στην παραλιακή περιοχή της Αγίας Θέκλας, εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Σωτήρας και το οποίο περιλαμβάνει το εστιατόριο ως κτήριο, τον πέριξ χώρο, όλα τα μετακινούμενα μέρη, τον εξοπλισμό της κουζίνας καθώς και όλη εν γένει την επίπλωση. (Δ) Γενικές και ή Ειδικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση επί του ακινήτου το οποίο περιγράφεται λεπτομερώς ανωτέρω. (Ε) Παραδειγματικές και ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. (ΣΤ) Νόμιμο Τόκο. (Ζ) Έξοδα πλέον ΦΠΑ.» Η αγωγή επιδόθηκε στον Εναγόμενο 2-Καθ΄ου η Αίτηση (στο εξής Καθ΄ου η Αίτηση) στις 9.1.2018 ως εμφαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου. Οι Εναγόμενοι 1 και 2-Καθ΄ων η Αίτηση καταχώρησαν εμφάνιση στις 25.1.
  2. Την ίδια ημερομηνία, 25.1.2018, ο Αιτητής καταχώρησε αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης την οποία απέσυρε την 1.2.2018 που ήταν ορισμένη, αφού καταχωρήθηκε εμφάνιση στις 25.1.2018, όπως ήδη λέχθηκε ανωτέρω. Ακολούθησε η αίτηση ημερ. 1.2.2018 με την οποία ζητείται συνοπτική απόφαση, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, καθώς και αριθμό τεκμηρίων. Εναντίον αυτής καταχωρήθηκε ένσταση των Καθ΄ων η Αίτηση στις 30.4.2018, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση με την οποία επισυνάπτονται είκοσι δύο

(22)τεκμήρια. Στις 6.7.2018 καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση με την οποία ζητείται να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής και απαντητικής ένορκης δήλωσης στην αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης ημερ. 1.2.2018 ως η επισυνημμένη ένορκη δήλωση-Παράρτημα 1. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση καθώς και από τις προτεινόμενες απαντητικές ένορκες δηλώσεις από δύο πρόσωπα. Κατά τη σημερινή ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκε η υπό κρίση Αίτηση για επίδοση, εμφανίστηκε ο συνήγορος των Καθ΄ων η αίτηση και ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση. Το Δικαστήριο έχοντας κατά νου ότι η αίτηση για συνοπτική απόφαση είναι ορισμένη στις 9.10.2018, ζήτησε από το συνήγορο όπως παραθέσει τους λόγους για τους οποίους αντιτίθεται στην καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Έτσι και έπραξε. Από την άλλη η κα Δήμου στην αγόρευσή της ανέφερε ότι είναι αναγκαίο όπως καταχωρηθούν οι δύο προτεινόμενες απαντητικές ένορκες δηλώσεις καθότι με αυτό τον τρόπο θα παρατεθούν γεγονότα που σχετίζονται με την έγερση του θέματος από την άλλη πλευρά, δηλαδή τους Καθ΄ων η αίτηση, της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και επίσης ότι η άδεια χρήσης του συγκεκριμένου υποστατικού δεν ανανεώθηκε, ζητήματα για τα οποία δεν μπορούσε ο Αιτητής να προβλέψει και να τα θέσει εκ των προτέρων. Σημειώνω εδώ ότι στην αγόρευσή του ο κ. Πολυχρόνης εκείνο το οποίο έθεσε ουσιαστικά ήταν η μη αναγκαιότητα καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που από τον τίτλο που φέρει «απαντητική» καθορίζει και το τι επιδιώκει ο Αιτητής. Η αίτηση στηρίζεται, ορθά, στη Δ.48 Θ.4
(2)στην οποία προνοείται: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.». Έτσι, το Δικαστήριο θεωρεί ότι πρέπει να εξηγηθεί ο λόγος για τον οποίο η Δ.48 Θ.4
(2)τροποποιήθηκε στη μορφή που έχει σήμερα. Η διαμόρφωση του θεσμού αυτού υπό την ως άνω διατύπωση, που επήλθε με τον Κανονισμό 3 του 1999 ημερομηνίας 23/12/1999, αποσκοπούσε από τη μία στην αποφυγή επέκτασης τυχόν προσαχθείσας προφορικής μαρτυρίας και προς οικονομία χρόνου και από την άλλη να επιτυγχάνεται η παράθεση όλων των αναγκαίων γεγονότων εκδίκασης μίας αίτησης με ελεγχόμενη την καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων και αποφυγή την ατέλειωτη ή ανεξήγητη καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων. Η φιλοσοφία της παλαιάς διαταγής, όσον αφορά το βάρος απόδειξης ενός γεγονότος που έχει ένας διάδικος, όπου υπάρχει διάσταση ή αμφισβήτηση γεγονότος, όπως τούτο εξηγείται στη Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 και την Fashion Box. S.P.A. v. Rerro Fashions Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1858, δεν έχει αλλάξει με τη νέα διαταγή. Στην τελευταία υπόθεση, η οποία καταπιάνεται με την παλαιά διαταγή, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε επιτρέψει την προσκόμιση μαρτυρίας ενώ υπήρχαν αμφισβητούμενα γεγονότα. Το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στη Vuitton, έκρινε ότι έπρεπε να επιτραπεί. Τονίστηκε πως αν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα μεταξύ Αιτητή και Καθ' ου η Αίτηση, ο κάθε ένας από αυτούς θα πρέπει κατά την ακρόαση της αίτησης να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται, στο βαθμό που έχει το βάρος να τα αποδείξει. Έτσι, με τη νέα διαταγή, αντί της προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας, στο βαθμό που η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιζητείται για να απαντήσει αμφισβητούμενα γεγονότα των οποίων η απόδειξη είναι καταλυτικής σημασίας για την έκβαση της αίτησης, αφού η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των ένορκων δηλώσεων, με δυνατότητα αντεξέτασης, θεωρείται ότι εμπίπτει στην έννοια «καλός λόγος», η έννοια του οποίου είναι ευρεία για να καθίσταται δυνατή η εισδοχή σε αυτόν της κάθε κατάλληλης περίπτωσης, όταν θα πρέπει να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης και να δίδεται άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Πριν προχωρήσω στην εξέταση της αίτησης, να σημειώσω ότι δεν είναι τυχαίο και πάλι που στη Δ.48 Θ.4
(2)αναφέρεται σε αίτηση (και εννοείται γραπτή αίτηση) ή προφορικό αίτημα. Ο λόγος, κατά την άποψή μου, είναι για να δίνεται η δυνατότητα στη μεν δεύτερη περίπτωση όπου τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το προφορικό αίτημα εμφαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, αφού ακούσει και την άλλη πλευρά, ή όπου δεν φαίνονται στο φάκελο τα γεγονότα με άμεση κατάθεση ήδη έτοιμων ενόρκων δηλώσεων, να παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να αποφασίσει τάχιστα, αποφεύγοντας τη σπατάλη χρόνου και χρήματος. Στη δε πρώτη περίπτωση, επειδή ακριβώς τα γεγονότα δεν εμφαίνονται από το φάκελο, και ίσως και του μεγέθους της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που επιζητείται η καταχώρησή της, καθίσταται αναγκαία η καταχώρηση της γραπτής αίτησης και συνακόλουθα επίσης γραπτής ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης. Δεν θα ήταν ορθό, πιστεύω, να τεθεί υψηλά ο πήχης σε έναν Αιτητή που επιθυμεί την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αν αναλογισθεί κάποιος τη σύγχρονη και φιλελεύθερη τάση επίτρεψης τροποποίησης δικογράφου, όπως εξάγεται από τη νομολογία. Στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd v. Λεωνίδα (Αρ. 1)
(2010)1(Α) ΑΑΔ 195, 199 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκειμένη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων - αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες - αιτητές, με τις δυο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος - καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες - αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.». Από την άλλη, το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του τα ακόλουθα που αναφέρθησαν στην υπόθεση Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 ειπώθηκαν τα εξής: «Δεν είναι όμως όπως προκύπτει σαφώς από το υπόλοιπο μέρος της απόφασης απλά αυτή η βάση, για την απόρριψη της ένστασης των εφεσειόντων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιον του πολυάριθμες ένορκες δηλώσεις και τεκμήρια, στις οποίες περιέχονταν λεπτομερέστατοι ισχυρισμοί που σχετίζονταν με το κατά πόσο ή όχι ο ισχυρισμός των εφεσειόντων ότι εξοφλήθη το γραμμάτιο ήταν ορθός και το Δικαστήριο προχώρησε και ανέλυσε όλους αυτούς τους πραγματικούς ισχυρισμούς και έκαμε στην ουσία ευρήματα επ' αυτών. Είναι καθαρό ότι τα συμπεράσματα και η κατάληξη του Δικαστηρίου βασίστηκαν και στην όλη αξιολόγηση που έκαμε του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με το να επιτρέψει την ανταλλαγή πολυάριθμων ενόρκων δηλώσεων που στο τέλος περιείχαν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία και να την εξετάσει και να αποφανθεί επ' αυτής, εξήλθε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 και κατά την κρίση μας μετέτρεψε τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας. Ως εκ τούτου η απόφαση πρέπει να παραμερισθεί.» Επίσης στην υπόθεση F.P.P. Fish Processing Ltd v. Τράπεζας Κύπρου
(2007)1 ΑΑΔ 1230, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Προχωρεί μάλιστα το πρωτόδικο δικαστήριο και σημειώνει ότι οι απαντητικοί αυτοί ισχυρισμοί της εφεσίβλητης δεν έτυχαν κατ΄ ουσία οποιασδήποτε απάντησης από τους εφεσείοντες. Και το συμπέρασμα του πρωτοδίκου δικαστηρίου είναι ότι με τους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς που προέβαλαν οι εφεσείοντες αναφορικά με καταβολή κάποιων ποσών στην εφεσίβλητη δεν έχουν αποσείσει το βάρος που είχαν για παράθεση, με επάρκεια και ικανοποιητική λεπτομέρεια, τέτοιων γεγονότων από τα οποία να δικαιολογείται η ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Στα όσα, με σαφήνεια και πολλή λεπτομέρεια, αναφέρονται στην απαντητική ένορκη δήλωση της εφεσίβλητης, τίποτε το συγκεκριμένο δεν έχουν αντιτάξει οι εφεσείοντες. Θεωρούμε αυτές τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα του πρωτοδίκου δικαστηρίου ως λανθασμένα. Κατ΄ αρχήν το πρωτόδικο δικαστήριο δεν θα έπρεπε να είχε επιτρέψει την ανταλλαγή συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που περιείχαν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία και μάλιστα να εξετάσει τη μαρτυρία αυτή και να εξαγάγει και συμπεράσματα. Με αυτή την αντιμετώπιση του θέματος, το πρωτόδικο δικαστήριο, ουσιαστικά βγήκε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 μετατρέποντας τη διαδικασία, κατά κάποιο τρόπο, σε δίκη επί της ουσίας (Δέστε: Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Αναφορικά όμως και με την ουσία των αντικρουομένων ισχυρισμών θεωρούμε ότι οι εφεσείοντες, με τους ισχυρισμούς τους για πληρωμή συγκεκριμένων ποσών έναντι του επίδικου χρέους τους, μερικά από τα οποία (ποσά) η εφεσίβλητη τράπεζα έλαβε αλλά τα πίστωσε σε άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς των εφεσειόντων, είχαν δώσει επαρκή στοιχεία που θα έπρεπε να είχαν θεωρηθεί, από το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι τους παρείχαν το δικαίωμα υπεράσπισης, χωρίς όρους. Δεν ενδείκνυται, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, να γίνεται στάθμιση αντικρουομένων ισχυρισμών των δύο πλευρών και να καταλήγει το δικαστήριο σε συμπεράσματα ότι η μια πλευρά προέβαλε πιο πειστικούς και πιο αξιόπιστους ισχυρισμούς από την άλλη. Αλλά και μόνον αυτή η διαδικασία, της εξέτασης των αντικρουομένων ισχυρισμών, δείχνει πως οι εφεσείοντες είχαν προβάλει τέτοια στοιχεία που ήταν αρκετά για να τους δοθεί το δικαίωμα της υπεράσπισης ώστε, στα πλαίσια της κανονικής ακροαματικής διαδικασίας, να προσφερθεί μαρτυρία και το δικαστήριο να προβεί στην αξιολόγησή της και στην εξαγωγή των διαπιστώσεών του.» Στην Αίτηση Φιλοκύπρου Ματθαίου κ.ά.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 510, 514 αναφέρονται τα εξής: «Το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μία αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Πρωτόδικου Δικαστηρίου.» Βέβαια, δεν είναι ίδιο το ουσιαστικό αντικείμενο όλων των ως άνω υποθέσεων, με αυτό της κυρίως αίτησης. Όμως τα όσα αναφέρονται για τις πολυάριθμες ένορκες δηλώσεις ισχύουν και για αυτή την υπόθεση, αφού σκοπός της ως άνω Διαταγής είναι η απλούστευση της διαδικασίας και όχι είτε με αίτηση είτε με προφορικό αίτημα να γίνονται ατέρμονες οι διαδικασίες και να καταχωρούνται σωρεία ενόρκων δηλώσεων. Πρέπει να έχει υπόψη του ο κάθε διάδικος που υποβάλλει αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ότι αυτή περιστρέφεται γύρω από την κυρίως αίτηση και βέβαια ο σκοπός δεν είναι είτε να πληρώσει κενά της πρώτης ένορκης δήλωσης του ενόρκως δηλούντα, είτε να δοθεί απάντηση στους ισχυρισμούς της άλλης πλευράς είτε σε ολόκληρα τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την ένσταση είτε μέρος αυτής, αλλά σκοπός είναι όπου καθίσταται αναγκαία η καταχώρηση της, γιατί θα πρέπει είτε να αποσείσει το βάρος απόδειξης από τους ώμους του που έχει κάποιος διάδικος είτε να θέσει τέτοια γεγονότα τα οποία χρειάζονται για να υπάρξει πλήρης εικόνα των γεγονότων που περιβάλλουν την κυρίως αίτηση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έχοντας υπόψη τους δύο λόγους για τους οποίους η κα Δήμου θεωρεί αναγκαία την καταχώρηση των δύο συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που επισυνάπτονται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, κρίνω ότι όσον αφορά το θέμα της ανανέωσης άδειας του υποστατικού θα μπορούσε ευθύς εξαρχής να προβλεφθεί και να αναφερθεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, αφού ακριβώς άπτεται του θέματος επί του οποίου ζητείται συνοπτική απόφαση, επειδή αν υπήρχε ανανέωση της άδειας χρήσης δεν θα μπορούσε να καταχωρηθεί η αγωγή με την οποία ζητείται όπως εκδοθούν τα διατάγματα τα οποία έχουν αναφερθεί στην αρχή της απόφασης. Επίσης όσον αφορά τον άλλο λόγο που σχετίζεται με τον ισχυρισμό που προέβαλαν στην ένστασή τους οι Καθ΄ων η αίτηση ότι η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στη δικαιοδοσία του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, αναφέρω ότι από τα γεγονότα τα οποία καταγράφονται τόσο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και από τα επισυναπτόμενα με αυτή Τεκμήρια, όσο και από τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση και από τα επισυναπτόμενα με αυτή Τεκμήρια, διαφαίνεται ξεκάθαρα η θέση της μίας και της άλλης πλευράς επί τούτων, καθώς και τα γεγονότα που σχετίζονται με αυτή. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω, κρίνω ότι δεν θα πρέπει να εγκριθεί η αίτηση και απορρίπτεται. Ενόψει του γεγονότος ότι δεν καταχωρήθηκε γραπτή ένσταση από τους Kαθ΄ων η αίτηση αλλά ο συνήγορος προέβη σε προφορική αγόρευση θέτοντας τους λόγους ένστασης, θα είναι χωρίς έξοδα. (Υπ.) ................ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.