← Κύπρος

ΟΙ ΒΡΑΚΑΕΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. D. FOOD LINE SERVICES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1064/2016, 16/11/2018

ΟΙ ΒΡΑΚΑΕΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. D. FOOD LINE SERVICES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1064/2016, 16/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A585 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1064/2016 Μεταξύ:

  1. ΟΙ ΒΡΑΚΑΕΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, εκ Λευκωσίας
  2. XXXXX ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, εκ Λευκωσίας
  3. XXXXX ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, εκ Λευκωσίας Ενάγοντες και
  4. D. FOOD LINE SERVICES LIMITED, εκ Λευκωσίας
  5. XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ, εκ Λευκωσίας
  6. ΚΤΗΜΑ Δ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 01.02.2018 προς εξασφάλιση άδειας για τροποποίηση της υπεράσπισης Ημερομηνία: 16.11.2018 Εμφανίσεις: Για αιτητές: κ. Θ. Αγγελίδης για Π. Αγγελίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για καθ' ων η αίτηση: κα Μ. Πανταζή για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, καταχωρήθηκε στις 29.02.
  7. Οι ενάγοντες, ιδιοκτήτες και/ή δικαιούχοι κατοχής και/ή εκμετάλλευσης ακινήτου επί του οποίου ευρίσκεται εστιατόριο, γνωστό με το όνομα «Οι Βρακάες», ως διατείνονται, είχαν ενοικιάσει το ως άνω υποστατικό στους εναγομένους. Διεκδικούν μέσω της προώθησης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής τους, αποζημιώσεις, καθυστερημένα ενοίκια, ενδιάμεσα κέρδη και/ή οφέλη ως επίσης διάταγμα του δικαστηρίου για παράδοση και/ή ανάκτηση της κατοχής και/ή έξωση των εναγομένων από το ως άνω εστιατόριο. Στις 06.05.2016 καταχωρήθηκε εκ μέρους των εναγομένων υπεράσπιση και ανταπαίτηση ενώ τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 16.01.2017, με την καταχώρηση εκ μέρους των εναγόντων της απάντησης στην υπεράσπιση των εναγομένων και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση των τελευταίων. Παρεμβάλλεται ότι είχε προηγηθεί εκ μέρους των εναγομένων, η καταχώρηση αίτησης για έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει την αποξένωση και/ή διάθεση του ακινήτου μέχρι την αποπεράτωση της υπό συζήτηση αγωγής. Σχετικό διάταγμα το οποίο εξεδόθη, εξακολουθεί να παραμένει σε ισχύ μέχρι σήμερα. Στις 16.02.2017, προωθήθηκε εκ μέρους των εναγόντων αίτηση για συνοπτική απόφαση, αίτημα το οποίο συνάντησε την ένσταση των εναγομένων. Την 01.02.2018, καταχωρήθηκε από την πλευρά των εναγομένων η υπό συζήτηση αίτηση, μέσω της οποίας η πλευρά των εναγομένων επιζητεί την εξασφάλιση άδειας για τροποποίηση των δικογραφημένων θέσεών της ως ακολούθως: «
  8. Δια της προσθήκης της ακόλουθης προδικαστικής Ενστάσεως: α. Ενώ το επίδικο υποστατικό ενοικιάστηκε ως χώρος δεξιώσεων με ρητή πρόνοια περί τούτου στο Ενοικιαστήριο Εγγραφο, και ότι περαιτέρω αυτό είχε άδεια χώρου δεξιώσεων, διαφάνηκε το 2013 ότι αυτό ήταν ψευδές αφού ο Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ζήτησε από τους Εναγόμενους να παρουσιάσουν απόδειξη αλλαγής χρήσης του υποστατικού από οικία σε αίθουσα δεξιώσεων και εστιατορίου, προκειμένου να εκδοθεί προσωρινά άδεια λειτουργίας. Ουδέποτε έγινε κατορθωτό να εξασφαλιστεί άδεια για διεξαγωγή δεξιώσεων καθότι επίσης οι Ενάγοντες ουδέποτε κατάφεραν να εξασφαλίσουν τους απαραίτητους χώρους στάθμευσης και έπρεπε να γίνουν ριζικέ» αλλαγές στο υποστατικό, διότι υπήρχαν αυθαίρετες οικοδομές. Τυχών ισχυρισμό; ότι ήταν απαίτηση των Εναγόμενων να εκδοθεί μόνο άδεια εστιατορίου είναι ψευδής καθότι ουδέποτε ικανοποιήθηκαν με αυτή την άδεια και ούτε μπορούσαν να λειτουργήσουν νομότυπα. Με την εξασφάλιση άδειας χώρου εστιατορίου δεν πληρείται ο όρος 2 της συμβάσεως, αλλά περαιτέρω το Συμβόλαιο καθίσταται άκυρο εξ υπαρχής (void ab initio) καθότι ουδέποτε κατείχε άδεια χώρου δεξιώσεων το υποστατικό. Ως εκ τούτου η αγωγή πάσχει νομικά και πρέπει να απορριφθεί ως καταχρηστική και/ή νόμο αβάσιμη καθότι έπρεπε η παρούσα αγωγή να εγερθεί για παράνομη επέμβαση εάν αυτά που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες ήταν αληθή.
  9. Διά της τροποποίησης της παραγράφου 26 δια της προσθήκης της ακόλουθης προτάσεως στο τέλος αυτής: α. Ως εκ της μη αποδοχής τερματισμού της συμφωνίας ενοικιάσεως, η Ενοικίαση του επίδικου υποστατικού συνεχίζεται να είναι σε ισχύ. Αυτό περαιτέρω εμφαίνεται και από το γεγονός ότι οι Ενάγοντες συνέχισαν να απαιτούν ενοίκια για το επίδικο υποστατικό αντί να ζητήσουν τερματισμό της σύμβασης και εκκένωση.
  10. Διά της τροποποίησης της παραγράφου 28 δια της προσθήκης της ακόλουθης προτάσεως στο τέλος αυτής: α. Ως εκ της μη αποδοχής τερματισμού της συμφωνίας ενοικιάσεως, η Ενοικίαση του επίδικου υποστατικού να είναι σε ισχύ. Αυτό περαιτέρω εμφαίνεται και από το γεγονός ότι οι Ενάγοντες συνέχισαν να απαιτούν ενοίκια για το επίδικο υποστατικό να ζητήσουν τερματισμό της σύμβασης και εκκένωση. Μετά την απαίτηση για ενοίκια, οι Ενάγοντες ουδέποτε απέστειλαν οποιαδήποτε επιστολή τερματισμού που να δείχνει την πρόθεση τους για τερματισμό της ενοικιάσεως και ανάκτηση κατοχής. Πέραν τούτου, συνέχιζαν να λαμβάνουν ενοίκια που δείχνει ότι η ενοικίαση συνεχίσθη και/ή συμφωνήθηκε όπως συνεχισθεί. Ως εκ τούτου δεν δικαιούνται σήμερα να απαιτούν θεραπεία ανάκτησης κατοχής και/ή εκκένωσης του ακινήτου και/ή εξώσεως καθότι με βάσει τους ισχυρισμούς τους, η αγωγή δεν αφορά παράνομη επέμβαση ως θα έπρεπε. Οι ίδιοι δε, παραδέχονται ότι συνέχισαν να ζητούν ενοίκια, τα οποία και έλαβαν.» Την αίτηση, η οποία εδράζεται στους σχετικούς Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας, στο Σύνταγμα της Δημοκρατίας, τη νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου, συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση του XXXXX Ιωάννου, εναγομένου αρ. 2 στη διαδικασία, ημερομηνίας 01.02.
  11. Ο ως άνω ομνύων, αναφερόμενος στην εξέλιξη των γεγονότων που οδήγησαν στη συνεργασία μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με την ενοικίαση του ως άνω εστιατορίου, υποδεικνύει πως παρά τις διαβεβαιώσεις των εναγόντων, ουδέποτε έγινε κατορθωτό να εξασφαλιστεί άδεια διεξαγωγής δεξιώσεων στο ως άνω υποστατικό. Η ως άνω εξέλιξη και η συνακόλουθη μη πλήρωση συγκεκριμένου όρου της σύμβασης, υποστηρίζει, κατέστησε το σχετικό συμβόλαιο άκυρο εξ' υπαρχής. Με δεδομένη τη μη αποδοχή από τους ενάγοντες του τερματισμού της συμφωνίας και την απαίτηση των τελευταίων για συνέχιση και εφαρμογή της, κατόπιν προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, έκτοτε η ενοικίαση του υποστατικού συνεχίστηκε μέσω της εναγομένης αρ.3, υποστηρίζοντας ότι προς τούτο καταβλήθηκαν στους ενάγοντες και σχετικά ενοίκια, παραπέμποντας σε αποδείξεις πληρωμής ενοικίων. Η σκοπούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία, συμπληρώνει, έτσι ώστε το δικαστήριο να έχει ολοκληρωμένη εικόνα της επίδικης διαφοράς, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα πως τυχόν έγκριση της αίτησης, δεν θα συνεπάγεται οποιαδήποτε ζημιά στα συμφέροντα των εναγόντων η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα. Οι ενάγοντες, αντιδρώντας στην προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, προχώρησαν στην καταχώρηση σχετικής ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης. Η ένσταση τους, ημερ. 06.06.2018, εδράζεται επίσης στους σχετικούς Διαδικαστικούς Κανονισμούς, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στη νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης, ως προβάλλονται στο σώμα της, μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα: «
  12. Η υποβολή της αίτησης έγινε με μεγάλη καθυστέρηση, η οποία προκαλεί αδικία στους Ενάγοντες/Καθ ων η Αίτηση.
  13. Οι ισχυρισμοί τους οποίους οι Εναγόμενοι επιθυμούν να προσθέσουν στην Υπεράσπιση τους ήταν γνωστοί σε αυτούς από την αρχή.
  14. Οι ισχυρισμοί τους οποίους οι Εναγόμενοι επιθυμούν τώρα να προσθέσουν στην Υπεράσπιση τους, αποτελούν συμπεράσματα και/ή νομικούς ισχυρισμούς και/ή νομικούς ισχυρισμούς οι οποίοι δεν πρέπει να περιλαμβάνονται σε δικόγραφα και/ή δεν είναι απαραίτητο και/ή δεν επιτρέπεται να περιλαμβάνονται σε δικόγραφα.
  15. Οι ισχυρισμοί τους οποίους τώρα οι Εναγόμενοι επιθυμούν στην προσθέσουν στην Υπεράσπιση τους δεν αφορούν γεγονότα τα οποία προέκυψαν μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης και/ή γεγονότα και/ή ισχυρισμούς οι οποίοι δεν ήταν γνωστοί στους Εναγόμενους.
  16. Οι Εναγόμενοι δεν έδειξαν κανένα καλό λόγο γιατί ζητούν σε αυτό το στάδιο την τροποποίηση.
  17. Με την αιτούμενη τροποποίηση σκοπός είναι η καθυστέρηση της διαδικασίας, κατά παράβαση της συνταγματικής επιταγής του άρθρου 30 του Συντάγματος και/ή η αίτηση δεν είναι γνήσια και/ή δεν γίνεται καλόπιστα.
  18. Με την αιτούμενη τροποποίηση αλλάζει πλήρως η θέση των Εναγόμενων αφού γίνεται επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων και θα φέρει τους Ενάγοντες σ' αυτό το στάδιο, σε δυσμενή θέση.
  19. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  20. Η αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και/ή η αιτούμενη τροποποίηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας». Την ως άνω ένσταση συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση του XXXXX Στυλιανού, ίδιας ημερομηνίας, στο πλαίσιο της οποίας ο ομνύων, ενάγοντας αρ.2 στη διαδικασία, επαναλαμβάνει και εξειδικεύει σε κάποιο βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Ανάμεσα σε άλλα, αποτελεί θέση του ότι οι σκοπούμενες τροποποιήσεις αφορούν πρωτίστως νομικούς ισχυρισμούς και συμπεράσματα, τα οποία, με δεδομένο ότι δεν βοηθούν στον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων δεν θα πρέπει να περιλαμβάνονται στα δικόγραφα. Αποδίδοντας την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης στην προσπάθεια των εναγομένων να καθυστερήσουν την διαδικασία, υπογραμμίζει το γεγονός ότι οι τελευταίοι αποφάσισαν να καταχωρήσουν αίτηση τροποποίησης μετά την καταχώρηση εκ μέρους των εναγόντων αίτησης για συνοπτική απόφαση στην οποία ήδη οι εναγόμενοι - αιτητές καταχώρησαν ένσταση, χωρίς προηγουμένως να ζητήσουν τροποποίηση της υπεράσπισής τους. Παράλληλα, σημειώνει την παράλειψη των τελευταίων να δικαιολογήσουν με οποιοδήποτε τρόπο το αίτημά τους αλλά και την καθυστέρηση στην προώθηση της υπό συζήτηση αίτηση τους. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό εξέταση αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δυο πλευρών επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υιοθετώντας τις, στα πλαίσια των οποίων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για το ζήτημα που απασχολεί στην παρούσα. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης της αίτησης. Το Δικαστήριο, με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αυτοί αναφέρθηκαν όπως και άλλες σχετικές με το ζήτημα που εδώ ενδιαφέρει. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της παρούσας, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Στη νομική σειρά συγγραμμάτων Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 37, στην παράγραφο 272, αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα πιο κάτω, σε σχέση με τις αρχές στη βάση των οποίων το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την τροποποίηση ενός δικογράφου: «... this power maybe exercised for the purpose of determining the real question in controversy correcting any defect or error in the proceedings. The power provides the guiding principle of cardinal importance on the question of amendment on which the general practice of the court is founded that an amendment will be allowed if it can be made without injustice to the opposite party, and if it can be compensated for by costs. Lift to amend may be refused in there is or maybe prejudicial delay in making the application, or if the application is not made in good faith». Οι διατάξεις των Διαδικαστικών Κανονισμών οι οποίες αναφέρονται στη δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων, έχουν καταστεί αντικείμενο ανάλυσης και προβληματισμού σε πληθώρα αποφάσεων. Έχουν, συνακόλουθα, καθιερωθεί γενικές αρχές στη βάση των οποίων το δικαστήριο μπορεί και πρέπει να καθοδηγείται στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Παραπέμπω ενδεικτικά στις σχετικές αποφάσεις που εκδόθηκαν στα πλαίσια των υποθέσεων: Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, Astor Co κ.α ν. Α & G Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου και άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στυλιανού Σάββα τέως από τον Πωμό
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation κ.α.
(1989)1 A.A.Δ. (E) 33, Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608, Geto Ltd v. Πλοίου Μ/V Vladimir Vaslyayev
(1993)1 Α.Α.Δ. 714, Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 1005, Preece κ.α. ν. Ρωσσίδου 2011 1(Γ) Α.Α.Δ. 2138, Κώστας Παφίτης και Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα 2012 1 (Α) Α.Α.Δ. 745 και Αντώνης Ανδρέου ν. Adboard Media Ltd κ.α. Αγωγή Αρ. 4/2011 ημερ. 16.09.2014. Αισθάνομαι πραγματικά ότι παρέλκει η ανάγκη για αυτούσια επανάληψη του λόγου τους στα πλαίσια της παρούσας. Από τις ως άνω αναφερόμενες αποφάσεις αλλά και το σύνολο των νομικών αυθεντιών που αφορούν το υπό συζήτηση ζήτημα, αβίαστα εξάγεται το συμπέρασμα ότι η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει τροποποίηση είναι ευρύτατη. Ως υποδείχθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου, (ανωτέρω) η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμα και αν αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Όπως επισημάνθηκε άλλωστε και στην υπόθεση Geto Ltd, (ανωτέρω) κυρίαρχο λόγο στην αντίκριση θεμάτων τροποποίησης έχει η παροχή της δυνατότητας σε ένα διάδικο να προβάλει τους ισχυρισμούς του κατά τρόπο που ο ίδιος θεωρεί πλήρη και ολοκληρωμένο ενώπιον του δικαστηρίου και η δυνατότητα στους διαδίκους να θέσουν ενώπιων του δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. Στις κατάλληλες πάντα περιπτώσεις και νοουμένου ότι δεν πλήττονται τα δικαιώματα της άλλης πλευράς, είναι ορθό και δίκαιο, στην περίπτωση που διαπιστώνεται εσφαλμένη ή ελλειμματική παρουσίαση των δικογραφημένων θέσεων ενός διαδίκου να παρέχεται η δυνατότητα δικογραφικής αναδίπλωσης. Ακόμα, η τροποποίηση είναι επιτρεπτή, όταν στα πλαίσια της επιχειρείται ουσιαστικά να τεθούν περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες ισχυρισμών που προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης (βλ. Alexandra Rent Α Car v. Νεάρχου
(1992)1 Α.Α.Δ. 111). Το ζήτημα, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, εξακολουθεί να υπόκειται στην διακριτική εξουσία του δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Όπως χαρακτηριστικά υπέδειξε ο σεβαστός τέως πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κος Αρτέμης, (Δικαστής ως ήταν τότε) στην απόφαση του στα πλαίσια της υπόθεσης Νικολάου (ανωτέρω): «Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων».» Ακόμα και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται με την τροποποίηση να εισαχθεί νέα βάση αγωγής, τούτο δεν οδηγεί, αναπόφευκτα, σε απόρριψη της σχετικής αίτησης. Αυτό θα είναι το αποτέλεσμα, μόνο στην περίπτωση που με την προτεινόμενη τροποποίηση επέρχεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. (Βλ. Περικτιόνη Χρίστου (ανωτέρω), Κώστας Παφίτης και Υιοί Λτδ (ανωτέρω), IKOS CIF LTD v MARTIN COWAD κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.3.2014 και Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική (Annual Practice) του 1958 σελ 657). Η τροποποίηση δεν επιτρέπεται από το Δικαστήριο, αν το τελευταίο πειστεί ότι αυτή γίνεται κακόπιστα, ή στην περίπτωση που επιτραπεί θα έχει σαν αποτέλεσμα πρόκληση μη ανατρέψιμης ζημιάς και αδικίας στην άλλη πλευρά. Γεγονός παραμένει, επίσης, ότι σε αντιδιαστολή με ότι ισχύει στις περιπτώσεις που δεν έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία μίας υπόθεσης, μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας τα δικαστήρια δεν επιτρέπουν με την ίδια ευκολία τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας ήταν πασιφανής από πριν αλλά ποτέ δεν ζητήθηκε. (Βλ. Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσ. Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607). Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου (ανωτέρω) ο Δικαστής Νικήτας στην απόφαση του υποδεικνύει ανάμεσα σε άλλα ότι: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρετη αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει στον αντίδικο αδικία ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής». Η σημασία του παράγοντα του χρόνου σε αιτήσεις όπως η υπό συζήτηση, έχει διατυπωθεί ως εξής, από τον σεβαστό Δικαστή Κωνσταντινίδη, στην υπόθεση Astor Manufacturing and Exporting Co κ.α ν. Α.G. Leventis κ.α. (ανωτέρω) στη σελ. 730: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από την σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.....». Έχοντας ήδη σκιαγραφήσει τις βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογραφημένων θέσεων, επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί ότι ο τρόπος που επιχειρείται να εισαχθούν στην υπεράσπιση των εναγομένων οι αιτούμενες τροποποιήσεις, δεν φαίνεται να είναι ο πλέον ενδεδειγμένος. Τούτο, ενόψει του γεγονότος που επισημάνθηκε και από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση, ότι πέραν από την παράθεση γεγονότων που η πλευρά των αιτητών επιθυμεί να παρουσιάσει μέσω της εισηγούμενης τροποποίησης της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της, ταυτόχρονα προκρίνεται και η εισαγωγή στο δικόγραφο των εναγομένων η νομική εκτίμηση αυτών των γεγονότων, επιχειρηματολογία και συμπερασματικές απολήξεις. Κάτι τέτοιο, όμως, φαίνεται εξ' υπαρχής να μην συνάδει με θεμελιώδεις αρχές σύνταξης των δικογράφων ως καθορίζεται και οριοθετείται το ζήτημα από την Δ.19 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Ως άλλωστε υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Bullen and Leake and Jacob's, Precedents of Pleadings 12η έκδ. σελ. 34 κ. επ., στα δικόγραφα δεν είναι επιτρεπτό να δικογραφούνται επιχειρήματα, αιτιολόγηση, θεωρίες και συμπεράσματα. Ζήτημα που επίσης απασχολεί στο πλαίσιο της παρούσας, αποτελεί το θέμα του χρόνου υποβολής του υπό συζήτηση αιτήματος. Είναι αυταπόδεικτο ότι η επιχειρούμενη να προβληθεί μέσω της τροποποίησης θέση, αποτελούσε πραγματικότητα που ήταν γνωστή στην πλευρά των εναγομένων σε χρόνο πολύ προγενέστερο από την καταχώρηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους. Στη βάση άλλωστε όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, γεγονότα τα οποία επιζητείται να εισαχθούν στην υπεράσπιση των εναγομένων μέσω της παρούσας αίτησης, εύκολα θα μπορούσαν να εντοπιστούν και να ενσωματωθούν στις δικογραφημένες θέσεις των εναγομένων-αιτητών, σε χρόνο προγενέστερο της καταχώρησης της υφιστάμενης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Τυχόν γεγονότα δε που μεσολάβησαν μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων - αιτητών, ούτως ή άλλως φαίνεται να εμπίπτουν στις πρόνοιες της Δ.23 θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, κατά τρόπο που δεν θα απαιτείτο τροποποίηση για την προβολή τους (βλ. Famiro Spinning v. Ami Knitting
(1989)1€ A.A.Δ. 741). Δεν παραβλέπω πως, ως έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη από την νομολογία των δικαστηρίων μας, κυρίαρχο λόγο στην αντίκριση θεμάτων τροποποίησης έχει η παροχή της δυνατότητας σε ένα διάδικο να προβάλει τους ισχυρισμούς του κατά τρόπο που ο ίδιος θεωρεί πλήρη και ολοκληρωμένο ενώπιον του δικαστηρίου και ότι είναι επιτρεπτές τροποποιήσεις, ακόμα και αν αυτές είναι το αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βεβαίως ότι δεν εντοπίζονται στοιχεία κακοπιστίας και δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Ωστόσο, στην υπό συζήτηση περίπτωση καμία δικαιολογία δεν προσφέρθηκε για την παράλειψη και καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης εκ μέρους των εναγομένων - αιτητών. Στην πραγματικότητα, δεν επιχειρήθηκε καν να δικαιολογηθεί ή να αιτιολογηθεί από την πλευρά των αιτητών η παράληψη τους να συμπεριλάβουν στις δικογραφημένες τους θέσεις ότι σήμερα επιδιώκουν να ενσωματώσουν σε αυτές και γιατί καθυστέρησαν να αιτηθούν τούτο. Δεν έχει δηλαδή τεθεί ενώπιων του δικαστηρίου, υπόβαθρο πραγματικών γεγονότων που θα επέτρεπε στο τελευταίο, αξιοποιώντας και αξιολογώντας το, να ασκήσει τελικά τη διακριτική του εξουσία επί του αιτήματος. Το δικαστήριο δεν θα μπορούσε, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο και αντινομικό, να προκρίνει από μόνο του οποιαδήποτε δικαιολογία ή να αποδώσει στους αιτητές οποιοδήποτε κίνητρο για να κληθεί στη συνέχεια να εξετάσει αν, υπό τις περιστάσεις πάντα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, τούτο δικαιολογεί ή όχι την έγκριση του αιτήματος. Αποτελεί πραγματικό και αδιαμφισβήτητο γεγονός που αναδύεται από το περιεχόμενο του φακέλου της διαδικασίας, ότι από την ημέρα καταχώρησης της υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων στις 06.05.2016, μέχρι την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης εκ μέρους των εναγομένων παρήλθε ικανός χρόνος. Οι ενάγοντες, στη βάση των δικογραφημένων θέσεων των πλευρών, προώθησαν έναν περίπου χρόνο πριν από την καταχώρηση της υπό συζήτηση αίτησης, αίτημα για συνοπτική απόφαση σε βάρος των εναγομένων, με τους τελευταίους να έχουν ήδη καταχωρήσει την ένσταση τους στο εν λόγω διάβημα, πριν αποφασίσουν να δρομολογήσουν την υπό συζήτηση αίτησή τους. Ενδεικτικό και τούτο της στάσης τους έναντι της διαδικασίας και των αντιδίκων τους. Σπεύδω να σημειώσω πως το γεγονός, ως τέθηκε χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι οι εναγόμενοι εξακολουθούν να χρησιμοποιούν και να εκμεταλλεύονται τα επίδικα υποστατικά χωρίς την καταβολή ενοικίων, αποτελεί ζήτημα που ανάγεται στον πυρήνα της διαφοράς των διαδίκων, χωρίς εκ προοιμίου να αποκλείει την πιθανότητα επιτυχίας του αιτήματος. Παράγοντας που ενδυναμώνει το αίτημα, αποτελεί επίσης το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση δεν έχει ακόμα αρχίσει. Ωστόσο, οι σοβαρές αδυναμίες που έχουν ήδη εντοπιστεί στην υπό συζήτηση αίτηση αυτή καθ' αυτή, μέσω της οποίας γίνεται απόπειρα κατά τρόπο ανεπίτρεπτο να εισαχθούν στο δικόγραφο των αιτητών νομικές αναλύσεις, εκτιμήσεις, επιχειρηματολογία και συμπερασματικές απολήξεις, ως επίσης η παράλειψη ύπαρξης, στοιχειώδους έστω αιτιολογίας ή δικαιολογίας τόσο για την μη έγκαιρη ενσωμάτωση στο δικόγραφο των εναγομένων ζητημάτων που ήταν γνωστά στους τελευταίους από μακρού χρόνου όσο και για την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση της παρούσας αίτησης, χωρίς να παραβλέπονται τα στοιχεία κακοπιστίας που ανιχνεύονται στην δικονομική τους συμπεριφορά όσον αφορά το χρόνο και τον τρόπο προώθησης του υπό συζήτηση δικονομικού τους διαβήματος, αποτελούν παράγοντες που από μόνοι τους, λειτουργούν ως ανυπέρβλητο ανάχωμα εμποδίζοντας στη συγκεκριμένη περίπτωση την επιτυχή προώθηση της παρούσας αίτησης. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η υπό συζήτηση αίτηση αναπόδραστα οδηγείται σε απόρριψη. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, αυτά θα επιβαρυνθεί η πλευρά των εναγομένων - αιτητών προς όφελος των εναγόντων- καθ' ων η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο, στο τέλος της πρωτόδικης διαδικασίας. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.