FINSBURY TRUST CORPORATION LTD από το Γιβραλτάρ ως εμπιστευματοδόχος του THE GERTNER NO.l SETTLEMENT κ.α. ν. MAGNUS EUROPE LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 6767/2011, 16/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A586 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6767/2011 Μεταξύ:
- FINSBURY TRUST CORPORATION LTD από το Γιβραλτάρ ως εμπιστευματοδόχος του THE GERTNER ΝΟ.1 SETTLEMENT
- METAL WORLDWIDE CORPORATION LIMITED
- PECAN PROPERTIES LIMITED
- BROOMSLEIGH PROPERTIES LIMITED
- NEILSTON INVESTMENTS LIMITED
- XXXXX GERTNER
- XXXXX GERTNER
- XXXXX GERTNER
- MINARIS INVESTMENTS LIMITED
- WORLDGATE HOLDINGS LIMITED Ενάγοντες και
- MAGNUS EUROPE LIMITED
- MAGNUS GROUP SP.ZO.O
- XXXXX STAMBLER
- XXXXX STAMBLER
- XXXXX WACHOWIEC
- MAR INVEST 1 Sp. Z o.o
- MAR INVEST 2 Sp. Z o.o
- MAR INVEST 3 Sp. Z o.o
- MEM Sp. z ο. o
- BATRA Sp. z ο. o
- WILAMAR Sp. z ο. o Εναγόμενοι Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 22/5/2012
- FINSBURY TRUST CORPORATION LTD από το Γιβραλτάρ ως εμπιστευματοδόχος του THE GERTNER NO.l SETTLEMENT
- METAL WORLDWIDE CORPORATION LIMITED
- PECAN PROPERTIES LIMITED
- BROOMSLEIGH PROPERTIES LIMITED
- NEILSTON INVESTMENTS LIMITED
- XXXXX GERTNER
- XXXXX GERTNER
- XXXXX GERTNER
- MINARIS INVESTMENTS LIMITED
- WORLDGATE HOLDINGS LIMITED Ενάγοντες και
- MAGNUS EUROPE LIMITED
- MAGNUS GROUP SP.ZO.O
- XXXXX STAMBLER
- XXXXX STAMBLER
- XXXXX WACHOWIEC
- MAR INVEST 1 Sp. z o.o
- MAR INVEST 2 Sp. z o.o
- MAR INVEST 3 Sp. z o.o
- MEM Sp. z ο. o
- BATRA Sp.zo.o
- WILAMAR Sp. z ο. o
- MB Construction Sp z.o.o
- XXXXX Labecka
- XXXXX Dov Ben Stambler
- Zapol Sp. z.o.o Εναγόμενοι Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 6/2/2018
- FINSBURY TRUST CORPORATION LTD από το Γιβραλτάρ ως εμπιστευματοδόχος του THE GERTNER NO.l SETTLEMENT
- METAL WORLDWIDE CORPORATION LIMITED
- PECAN PROPERTIES LIMITED
- BROOMSLEIGH PROPERTIES LIMITED
- NEILSTON INVESTMENTS LIMITED
- XXXXX GERTNER
- XXXXX GERTNER
- XXXXX GERTNER
- MINARIS INVESTMENTS LIMITED
- WORLDGATE HOLDINGS LIMITED Ενάγοντες και
- MAGNUS EUROPE LIMITED
- MAGNUS GROUP SP.ZO.O
- XXXXX STAMBLER
- XXXXX STAMBLER
- ELIZAWACHOWIEC
- MAR INVEST 1 Sp. z o.o
- MAR INVEST 2 Sp. z o.o
- MAR INVEST 3 Sp. z o.o
- MEM Sp. z ο. o
- BATRA Sp.zo.o
- WILAMAR Sp. z ο. o
- MB Construction Sp z.o.o
- XXXXX Labecka
- XXXXX Dov Ben Stambler
- Zapol Sp. z.o.o
- XXXXX Dina Stambler
- XXXXX Shalom Fleischmann
- Yaapol Sp.z.o.o.
- Shall Nihul Vachzakot Limited
- Dira Project Sp.z.o.o.
- Inter-Global Realty LLC
- XXXXX Neumann Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 10.07.2017 για αναστολή και/ή παραμερισμό και ή απόρριψη της αγωγής Ημερομηνία: 16.11.2018 Εμφανίσεις: Για εναγόμενες 12, 13, 14 και 15 - Αιτητή: κ. Σ. Κώστα για Στέλιος Αμερικάνος & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Χριστοφίδης για Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 11.10.2011, καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εναντίον των εναγομένων αρ. 1 έως
- Στις 22.05.2012, οι ενάγοντες εξασφάλισαν διάταγμα του δικαστηρίου μέσω του οποίου προστέθηκαν ως εναγόμενοι οι ως άνω εναγόμενοι αρ. 12 έως 15, ενώ στις 29.03.2013, εξασφαλίστηκε σχετικό διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας του κλητηρίου εντάλματος και των σχετικών εγγράφων στους εν λόγω εναγομένους. Η επίδοση των σχετικών δικαστικών εγγράφων στους ως άνω εναγομένους αρ.12 έως 15, σύμφωνα με το διάταγμα ημερ. 29.03.2013, έγινε κατορθωτή το 2017, αφού προηγουμένως, στις 19.10.2016, οι ενάγοντες εξασφάλισαν διάταγμα ανανέωσης του κλητηρίου εντάλματος και παράτασης του χρόνου επίδοσης του σε αυτούς για περίοδο έξι
(6)μηνών. Παρεμβάλλεται ότι στις 06.02.2018, οι ενάγοντες εξασφάλισαν διάταγμα του δικαστηρίου προσθήκης και των εναγομένων 16 έως 22 στην παρούσα διαδικασία. Στο μεταξύ, στις 10.07.2017, προωθήθηκε από την πλευρά των εναγομένων αρ. 12 έως 15 η υπό συζήτηση αίτηση, μέσω της οποίας ουσιαστικά επιζητείται ο παραμερισμός και/ή απόρριψη της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής σε βάρος των εναγομένων αρ. 12 έως 15, ως επίσης η ακύρωση και ο παραμερισμός του διατάγματος ημερομηνίας 29.03.2013 δυνάμει του οποίου σχετικά δικαστικά έγγραφα επιδόθηκαν στους ως άνω εναγομένους - αιτητές εκτός δικαιοδοσίας. Για σκοπούς πληρότητας, τα διεκδηκούμενα διατάγματα μεταφέρονται αυτούσια στην παρούσα: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάζει την αναστολή και/ή τον παραμερισμό και/ή τη διαγραφή και/ή την απόρριψη της Αγωγής και/ή του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος τα οποία καταχωρήθηκαν από τους Ενάγοντες εναντίον των Αιτητών, λόγω του ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε αιτία αγωγής και/ή δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε αιτία αγωγής των Εναγόντων εναντίον των Αιτητών και/ή λόγω του ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι ο κατάλληλος χώρος («forum convenience») για την καταχώρηση και εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσία για εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή λόγω του ότι η Αγωγή εναντίον των Αιτητών είναι σκανδαλώδης και ενοχλητική (frivolous and vexatious) και/ήοιότι αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου abuse of Court's process). (B) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να διατάζει την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της επίδοσης εκτός της Δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου (α) την ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο (β) την Μονομερή Αίτηση για την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, (γ) το εκδοθέν διάταγμα ημερ. 29/03/2013, το οποίο επιτρέπει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και την μετάφραση στα Αγγλικά όλων των εγγράφων τα οποία αναφέρονται στα σημεία (α) μέχρι (γ) (στο εξής αναφερόμενα ως "Δικαστικά Έγγραφα") καθώς και όλων των άλλων εγγράφουν και επιστολών. (Γ) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να διατάζει την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό του Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 29/03/2013 δυνάμει του οποίου τα Δικαστικά Έγγραφα επιδόθηκαν εκτός Δικαιοδοσίας Δικαστηρίου καθότι δεν ικανοποιούνται οι σχετικές προϋποθέσεις έκδοσης τους και/ή καθότι δεν παρουσιάστηκαν οποιαδήποτε στοιχεία και/ή τεκμήρια που να δικαιολογούν την έγκριση τους και/ή καθότι δεν υπάρχει ούτε και καταδείχθηκε οποιαδήποτε αιτία αγωγής εναντίον των Αιτητών και/ή καθότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία εκδίκασης της παρούσας Αγωγής. (Δ) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται κάθε διαδικασία και/ή περαιτέρω διαδικασία στην Αγωγή μέχρι την τελική εκδίκαση και αποπεράτωση της παρούσας Αίτησης. (Ε) Οποιονδήποτε άλλο Διάταγμα, Οδηγία ή Θεραπεία ήθελε κρίνει το Δικαστήριο εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. (ΣΤ) Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης πλέον ΦΠΑ επί τους συνολικού ποσού των εξόδων». Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 Θ.2, Δ.16 Θ.7&9., Δ.6 θ.1-9, Δ.27 Θ. 3, Δ.33 Θ. 10, Δ.48 Θ.2. Θ.3. θ.8
(1)(α.1)&(f),
(2)&
(4). Θ.9 και Θ.11, Δ.27 Θ.3, στο άρθρο 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.3, στο άρθρο 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, στα άρθρα 2, 3, 4, 5,
- 22, 23, 24, 25, 26, 31, 59, 60 και 61 των Κανονισμών του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ΕΚ 44/2001 και ΕΚ 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, στις συμφυείς εξουσίες και/ή στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και στη σχετική επί του θέματος νομολογία. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων προς υποστήριξη των ως άνω αιτημάτων τέθηκε με την ένορκη δήλωση του Ανδρέα Πάρπα, ημερομηνίας επίσης 10.07.
- Ο ως άνω ομνύον, δικηγόρος στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους εναγομένους αρ. 12 έως 15 - αιτητές, αναφερόμενος στο ιστορικό των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων, υποδεικνύει ότι στην έκταση που η υπό συζήτηση αγωγή αφορά τους εναγομένους αρ.12, 13, 14 και 15 - αιτητές, θα πρέπει να απορριφθεί, καθότι δεν αποκαλύπτεται καλή αιτία αγωγής εναντίων τους. Παράλληλα, ως υποστηρίζει, τα Κυπριακά δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν ζητήματα που αφορούν δάνεια και/ή επενδύσεις και/ή συμφωνίες που έγιναν στην Πολωνία, μεταξύ Πολωνών και/ή Πολωνικών εταιρειών και/ή άλλων αλλοδαπών εταιρειών, όπως υποστηρίζει ότι αφορά η υπό συζήτηση περίπτωση. Παραπέμποντας σε σχετικούς Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς, υποδεικνύει ότι στην έκταση που η απαίτηση των εναγόντων σε βάρος των αιτητών αφορά κατ' ουσία αλλαγή μητρώου εταιρειών που βρίσκονται στην Πολωνία, αποκλειστική δικαιοδοσία για το ζήτημα έχουν τα δικαστήρια της Πολωνίας. Προβάλλοντας τη θέση πως κανένα αγώγιμο δικαίωμα υπάρχει εναντίον της εναγομένης εταιρείας αρ. 1 και ότι η συμπερίληψη της τελευταίας στην υπό συζήτηση αγωγή έγινε με μοναδικό σκοπό να προσδοθεί δικαιοδοσία στα Κυπριακά δικαστήρια, σημειώνοντας ότι η ενάγουσα αρ. 10 εταιρεία έχει ήδη διαγραφεί από τα μητρώα του Εφόρου Εταιρειών της Δημοκρατίας, ως επίσης, ότι η συντριπτική πλειοψηφία των διαδίκων βρίσκονται εκτός Κύπρου, υποστηρίζει ότι τα δικαστήρια της Δημοκρατίας, όχι μόνο στερούνται δικαιοδοσίας να επιληφθούν και να εκδικάσουν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής αλλά και ότι η Κυπριακή δικαιοδοσία δεν αποτελεί το κατάλληλο φόρουμ, για να εκδικάσει την υπό συζήτηση αγωγή. Λόγο της μεγάλης διάρκειας από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και της επίδοσης τελικά των σχετικών δικαστικών εγγράφων στους αιτητές, προσθέτει, δημιουργείται ο κίνδυνος το δικαστήριο να επεκτείνει τη δικαιοδοσία του βασισμένο σε γεγονότα που πλέον μπορεί να μην υφίστανται ή να έχουν αλλάξει. Οι ενάγοντες αντέδρασαν στην προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, καταχωρώντας στις 06.02.2018, ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης. Ως οι πρόνοιες των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπουν, στο σώμα της ως άνω ειδοποίησης ένστασης, πέραν από το νομικό υπόβαθρο επί της οποίας αυτή εδράζεται, προβάλλονται και οι λόγοι της ένστασης. Μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα: «
- Η υπό κρίση Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και πραγματικά αστήρικτη και/ή δεν ακολουθεί τους σχετικούς νόμους και/ή διαδικαστικούς κανονισμούς και/ή άλλως πως.
- Η Αίτηση και το μαρτυρικό υλικό που τη συνοδεύει έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά παραπλανητικό τρόπο.
- Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία και/ή αποκλειστική δικαιοδοσία όπως εξετάσουν το σύνολο των επίδικων δια της παρούσας Αγωγής θεμάτων εναντίον όλων των Εναγόμενων, συμπεριλαμβανομένων των Αιτητών, τόσο στη βάση της εθνικής νομοθεσίας αλλά και στη βάση των εφαρμοστέων στην παρούσα Αγωγή Ευρωπαϊκών και Διεθνών αρχών και κανονισμών.
- Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία στη βάση του άρθρου 22
(3)του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/
- Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από την εθνική νομοθεσία, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει ειδική δικαιοδοσία επί των Αιτητών στη βάση των άρθρων 3, 5 και 6 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/
- Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, από τη στιγμή που ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001, έχει δικαιοδοσία επί προσώπων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν κατοικούν εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας χωρίς να απαιτείται ικανοποίηση άλλων κριτηρίων.
- Η αρχή του forum non conveniens δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση από τη στιγμή που τυγχάνει εφαρμογής ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 44/
- Άνευ βλάβης της θέσης των Καθ' ων η Αίτηση περί αποκλειστικής και/ή ειδικής δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων και περί μη εφαρμογής της αρχής του forum non conveniens, οι Καθ' ων η Αίτηση αναφέρουν ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια αποτελούν έκδηλα και σαφώς το πλέον κατάλληλο forum για την εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων στην παρούσα Αγωγή. 9 Δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε μαρτυρικό υλικό που να υποστηρίζει ότι θα προκόψει οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός των Αιτητών εάν αυτοί υπαχθούν στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων.
- Τα επίδικα θέματα και οι αξιώσεις εναντίον όλων των Εναγομένων είναι συναφείς και συνδέονται τόσο στενά μεταξύ τους ώστε να μπορούν ευχερώς να εξετασθούν και να εκδικασθούν ταυτόχρονα, προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση από διαφορετικά Δικαστήρια ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων αν τυχόν οι υποθέσεις εκδικαστούν χωριστά.
- Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει ποιο είναι το κατάλληλο forum για την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής ώστε να αιτιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η επίδοση προς τους Αιτητές έγινε σύμφωνα με τις ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις και πρόνοιες και/ή σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) 1393/
- Οι Καθ' ων η Αίτηση προέβησαν στην επίδοση των δικαστικών εγγράφων προς τους Αιτητές σε συμμόρφωσή τους με το διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, ημερομηνίας 29/3/2013 και του διατάγματος, ημερομηνίας 19/10/
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.27
- 3 και/ή οι σχετικές προϋποθέσεις της νομολογίας προκειμένου το Δικαστήριο να προχωρήσει με την απόρριψη της Αγωγής.
- Δεν υφίσταται το αναγκαίο νομικό και/ή πραγματικό υπόβαθρο για την επίκληση του εξαιρετικού μέτρου της πρόωρης απόρριψης της Αγωγής.
- Οι αιτίες αγωγής και/ή τα αγώγιμα δικαιώματα που προωθούνται από τους Καθ' ων η Αίτηση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή έχουν τόσο πραγματικό όσο και νομικό έρεισμα και συνδέονται άμεσα με την Κυπριακή Δημοκρατία.
- Οι Καθ' ων η Αίτηση διαθέτουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Αιτητών βάσει του Τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος και/ή στη βάση της Αίτησης για προσθήκη των Αιτητών ως Εναγομένων στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, ημερομηνίας 14/3/
- Η ορθότητα της συμπερίληψης της Εναγόμενης 1 ως Εναγόμενης στον υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή δεν έχει σχέση με την υπό κρίση Αίτηση και, σε κάθε περίπτωση, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου επί των Εναγομένων 1-11 έχει επιβεβαιωθεί μέσω της ενδιάμεσης απόφασης του Σεβαστού Δικαστηρίου, ημερομηνίας 16/3/
- Δεν είναι πρόσφορο για το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύρημα ως προς την ορθότητα συνένωσης των Κύπριων Εναγομένων, ήτοι της Εναγόμενης 1, κατά τη διαδικασία της Αίτησης αυτής καθότι δεν έχει τεθεί το ασφαλές υπόβαθρο και/ή καθότι υφίσταται αιτία Αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 1 και/ή η Εναγόμενη 1 δεν έχει την ιδιότητα της Αιτήτριας στην υπό κρίση Αίτηση.
- Τα αιτούμενα διατάγματα αντιβαίνουν ρητές πρόνοιες του Συντάγματος και/ή της ·Κυπριακής νομοθεσίας και/ή νομολογίας και είναι αντίθετες με στοιχειώδεις πρόνοιες της φυσικής δικαιοσύνης και/ή του δημοσίου συμφέροντος.
- Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα πλήξει την ορθή και απρόσκοπτη απονομή δικαιοσύνης και δεν θα ήταν ορθή και δίκαιή υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης.
- Η υπό κρίση Αίτηση είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική και/ή σκοπεί στην παρακώλυση και/ή πρόκληση καθυστέρησης στην ομαλή και φυσιολογική διεξαγωγή της Αγωγής και/ή καταδεικνύει ότι οι Αιτητές λειτουργούν με αλλότριους σκοπούς, συμπεριφορά η οποία απολήγει σε καταπίεση και/ή δυσμενή επηρεασμό των Καθ' ων η Αίτηση.
- Οι Αιτητές απέτυχαν να αποσείσουν και/ή ικανοποιήσουν το βάρος απόδειξης που φέρουν για σκοπούς έκδοσης των αιτούμενων θεραπειών και παρέλειψαν να αποδείξουν ότι οι αιτούμενες θεραπείες δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις.
- Το Αιτητικό υπ' αριθμό (Δ) είναι καταδικασμένο σε αποτυχία και/ή εκ των πραγμάτων αδύνατο να επιτύχει και/ή άνευ αντικειμένου.
- Υπό τις περιστάσεις, το Σεβαστό Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια εις βάρος της έγκρισης των αιτημάτων των Αιτητών και να απορρίψει την υπό κρίση Αίτηση με έξοδα εναντίον των Αιτητών και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση». Ο XXXXX Κύρου, ένας εκ των διευθυντών της ενάγουσας εταιρείας αρ. 10, μέσω της ένορκης δήλωσης του που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση, επαναλαμβάνει ουσιαστικά και εξειδικεύει σε κάποιο βαθμό του προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Υποδεικνύοντας ότι στις 11.12.2017 εκδόθηκε διάταγμα για επαναφορά της ενάγουσας εταιρείας αρ. 10 στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, έθεσε προς τούτο υπόψη του δικαστηρίου σχετικό πιστοποιητικό που εξεδόθη από το τμήμα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη στη Δημοκρατία. Σημειώνοντας ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αφορά ουσιαστικά παράβαση επενδυτικής συμφωνίας, αξιώσεις για αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων για απάτη και/ή συνομωσία σε βάρος των εναγόντων, ως επίσης διεκδίκηση μετοχών εταιρειών που κρατούνται και/ή πρέπει να λογίζεται ότι κρατούνται προς όφελος και/ή για λογαριασμό των εναγόντων, παραπέμποντας σε διάφορα τεκμήρια, εξήγησε την εμπλοκή των εναγομένων αρ. 12 έως 15 στην εξέλιξη των γεγονότων που αφορά η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Τα Κυπριακά δικαστήρια, υποστηρίζει, έχουν δικαιοδοσία να εξετάσουν τα επίδικα θέματα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής σε σχέση με το σύνολο των εναγομένων. Υποδεικνύει μεταξύ άλλων ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι μια εκ των χωρών που διαδραματίστηκαν τα επίδικα γεγονότα ενώ οι ενάγοντες, κατά τον τρόπο που εξηγεί, έχουν αποστερηθεί από την ιδιοκτησία 1000 μετοχών της εναγομένης αρ. 1 Κυπριακής εταιρείας. Επικαλούμενος τον περί Δικαστηρίων Νόμο αλλά και τις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού Ε.Κ.44/2001, ως υποστηρίζει ότι εξακολουθεί να εφαρμόζεται στην υπό συζήτηση περίπτωση, προβάλλει τη θέση ότι τα Κυπριακά δικαστήρια, όχι μόνο διατηρούν δικαιοδοσία επίλυσης της επίδικης διαφοράς αλλά και ότι έκδηλα αποτελούν το πλέον κατάλληλο φόρουμ για την εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων. Σημειώνοντας ότι το δικαστήριο με απόφασή του, ημερ. 16.03.2016, έχει ήδη αποφασίσει ότι έχει δικαιοδοσία σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα όσον αφορά τους εναγόμενους αρ. 1 έως και 11, κατά τρόπο που αναπόφευκτα συνεπάγεται ότι τα δικαστήρια της Δημοκρατίας διατηρούν δικαιοδοσία και επί των υπόλοιπων εναγομένων, καθ' ην έκταση οι τελευταίοι στο σύνολό τους είναι στενά συνδεδεμένοι με τα επίδικα θέματα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, υποστηρίζει παράλληλα ότι οι αιτητές, για τους λόγους που εξηγεί, δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρουν στους ώμους τους σε ότι αφορά το θέμα της μη καταλληλότητας των Κυπριακών δικαστηρίων. Προκρίνοντας ότι η έκδοση του σχετικού διατάγματος ημερομηνίας 29.03.2013 για επίδοση των σχετικών δικαστικών εγγράφων στους εναγομένους αρ.12 έως 15, ήταν καθ' όλα δικαιολογημένη και βασίστηκε στη σωρευτική πλήρωση των απαραίτητων προϋποθέσεων που θέτει η σχετική νομοθεσία και νομολογία, υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει περιθώριο για τυχόν παραμερισμό ή ακύρωση του. Σχολιάζοντας περαιτέρω το χρόνο ο οποίος είχε διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης του σχετικού διατάγματος μέχρι την ημέρα επίδοσης των σχετικών εγγράφων, υπέδειξε ότι υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση δεν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση, παραπέμποντας προς τούτο στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 15.09.2016, η οποία υποστήριζε την αίτηση για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος, στη βάση της οποίας το δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση σχετικού διατάγματος στις 19.10.2016 επιτρέποντας έτσι την παράταση του χρόνου της σχετικής επίδοσης. Σε σχέση με τη διαφοροποίηση γεγονότων μέχρι την επίδοση των σχετικών εγγράφων στους αιτητές, υποδεικνύει ότι πέραν από τη διαγραφή της εναγόμενης εταιρείας αρ.10, η οποία ωστόσο, ως επισημαίνει, με την επανεγγραφή της λογίζεται ως εάν να μην είχε ποτέ διαγραφεί, υποδεικνύει ότι καμία συγκεκριμένη αναφορά δεν γίνεται από την πλευρά των αιτητών. Αποτελεί καταληκτικά θέση του ομνύοντος ότι σε αντίθεση με ότι αποδίδεται στους ενάγοντες, η πλευρά η οποία καταχρηστικά και κακόπιστα χρησιμοποιεί τη δικαστική διαδικασία είναι η πλευρά των αιτητών, η οποία με την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, στόχο έχει να προκαλέσει την παρακώλυση και/ή καθυστέρηση στην ομαλή και φυσιολογική διεξαγωγή της αγωγής. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι των δυο πλευρών με τις ικανές εισηγήσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, υποστήριξαν και ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Με πολλή προσοχή το δικαστήριο έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν ως και άλλες σχετικές με τα ζητήματα που εδώ ενδιαφέρουν. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο στο πλαίσιο της παρούσας και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Πριν από την ενασχόληση με τα ουσιαστικότερα ζητήματα που απασχολούν στο πλαίσιο της παρούσας, απασχολεί κατά προτεραιότητα η θέση των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση, ότι η υπό συζήτηση αίτηση ─ κακόπιστη και καταχρηστική ως την χαρακτηρίζουν ─ σκοπεί στην παρακώλυση και/ή πρόκληση καθυστέρησης στην ομαλή και φυσιολογική διεξαγωγή της αγωγής, καταδεικνύουσα ότι οι τελευταίοι λειτουργούν με αλλότριους σκοπούς και επιδεικνύοντας συμπεριφορά που απολήγει σε καταπίεση και/ή δυσμενή επηρεασμό των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση. Αδιαμφισβήτητη είναι η σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του δικαστηρίου να ανακόψει και να καταστείλει, τη δεδομένη στιγμή, διαδικασίες οι οποίες καταχρηστικά προωθούνται ενώπιον του. (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 A.A.Δ. 217). Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί από τον σεβαστό Δικαστή Καλλή, στην υπόθεση Loukos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμπ. Πλ. και Ντάιγκ Κο, Λτδ,
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1014, η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ανάλογα ευρεία είναι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Ομοίως, ο λόρδος Diplock, στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another
(1981)3 All E.R. 727, σε σχέση με τις διάφορες μορφές που μπορεί να λάβει η κατάχρηση της διαδικασίας και τη συνακόλουθη εξουσία του δικαστηρίου ανάλογα να παρεμβαίνει, υπέδειξε στη σελ 729 του τόμου που αυτή βρίσκεται δημοσιευμένη, ότι: «It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power.» Με κάθε σεβασμό η ως άνω εισήγηση δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Η προώθηση από την πλευρά των εναγομένων αρ. 12 έως 15 της υπό συζήτηση αίτησης και η αναζήτηση σχετικής θεραπείας, από μόνη της, δεν επιτρέπει την ένταξή της στην έννοια και τα όρια της κατάχρησης ούτε στο χαρακτηρισμό της ως κακόπιστα προωθούμενης. Οι αιτητές, ως έχουν κάθε δικαίωμα προώθησαν το συγκεκριμένο δικονομικό διάβημα κατά τρόπο και σε χρόνο που η νομολογία των δικαστηρίων μας αναγνωρίζει ότι μπορεί να προωθηθεί. Υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση η κατάταξη της αίτησης ως καταχρηστικής και κακόπιστα προωθούμενης, αντικειμενικά ορωμένων των πραγμάτων, δεν φαίνεται σε καμία περίπτωση να δικαιολογείται. Η Δ.27 θ.3 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, παρέχει στο δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει μια αγωγή όταν η τελευταία δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική (frivolous or vexatious). Με δεδομένο ότι πρόκειται για εξουσία ιδιαίτερα δραστική η νομολογία υποδεικνύει ότι θα πρέπει να ασκείται με εξαιρετική φειδώ (In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246). Στην υπόθεση Κώστας Δημητρίου ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Κώστα Δημητρίου τέως εκ Μαλούντας ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. 350/2010, ημερ. 06.06.2014 υποδεικνύεται ότι: «Η Δ.27 θ.3 θεσμοθετεί μια συνοπτική διαδικασία η οποία παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία, χωρίς τη διεξαγωγή δίκης, να απορρίψει οποιοδήποτε δικόγραφο. Παρέχει δηλαδή εξουσία στο δικαστήριο να απορρίψει μια αγωγή, χωρίς να προβεί στην εκδίκαση της, όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει καλή βάση ή είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική. Η εξουσία αυτή ασκείται με εξαιρετική φειδώ και αποτελεί εξαιρετικής μορφής μέτρο (δέστε: Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338, 1344)». Όπως άλλωστε υποδείχθηκε στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 1316, η διαγραφή ενός δικογράφου, μέτρου ούτως ή άλλως εξαιρετικού με σταθερή την τάση για φειδωλή χρήση του, δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Σε διαφορετική περίπτωση, η διαγραφή θα συνεπαγόταν παραβίαση του δικαιώματος ενός διαδίκου να προσφύγει ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει, στη βάση της συνταγματικής πρόνοιας του άρθρου 30. Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, είναι φανερό ότι οι ενάγοντες προωθούν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή τους σε καλά αναγνωρισμένες βάσεις αγωγής. Επικαλούνται την παράβαση συμφωνίας ─ επενδυτικής όπως την χαρακτηρίζουν ─ αξιώνοντας μετοχές αλλά και διεκδικώντας αποζημιώσεις σε βάρος των εναγομένων τις οποίες εδράζουν σε διάφορες βάσεις, όπως της απάτης και της συνωμοσίας μεταξύ των εναγομένων σε βάρος των εναγόντων. Παραθέτουν παράλληλα λεπτομέρειες για τον τρόπο που και οι εναγόμενοι αρ. 12 έως 15 (κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων πάντα) διασυνδέονται με την εξέλιξη των γεγονότων, συνωμοτώντας ή συμπράττοντας με άλλους εναγομένους σε βάρος των συμφερόντων των εναγόντων. Αποδίδονται σε αυτούς, απατηλές πράξεις και συνέργειες με τους υπόλοιπους εναγομένους προς το σκοπό μεταβίβασης των μετοχών συγκεκριμένης εναγόμενης εταιρείας σε άλλη θυγατρική εταιρεία της εναγομένης αρ. 2 και την εικονική υποθήκευση των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης αρ. 8 προς άλλη θυγατρική εταιρεία της εναγομένης αρ. 2 κατά τρόπο που η συμπεριφορά τους, ως ισχυρίζονται τουλάχιστον οι ενάγοντες, να πλήττει τα συμφέροντα των τελευταίων. Υπό το σύνολο όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από αυτό το πρώιμο στάδιο, ως αναντίλεκτα ανυπόστατη. Ομοίως, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου σε σχέση με τη φερόμενη διασύνδεση των εναγομένων αρ. 12 έως 15 - αιτητών με την εξέλιξη των γεγονότων που περιβάλλουν την ως άνω αγωγή, δεν φαίνεται να μπορεί να χαρακτηριστεί ως ενοχλητική ή σκανδαλώδης με την έννοια που αποδίδεται στους όρους σε υποθέσεις του είδους από τη νομολογία. (Βλ. Papamichael v. Chacholiades
(1970)1 C.L.R. 305 και Bullen and Leake and Jacob's Precedence on Pleadings 12η έκδοση σελ. 144-146). Τυχόν παρέμβαση του δικαστηρίου κατά το δραστικό τρόπο που εισηγούνται οι αιτητές σε αυτό το πρώιμο στάδιο, θα αποστερούσε στο τέλος της ημέρας από τους ενάγοντες το δικαίωμα να προβάλουν τις αξιώσεις τους στα πλαίσια μιας δικαστικής διαδικασίας, ως τούτο και συνταγματικά διασφαλίζεται. Έχει ήδη σημειωθεί ότι από την πλευρά των αιτητών προτάσσεται ζήτημα δικαιοδοσίας των Κυπριακών δικαστηρίων να επιληφθούν και να εκδικάσουν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί στην υπόθεση Sevegep ν. United Sea Transport κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 729, θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου να επιληφθεί μιας αγωγής, πέραν και ανεξάρτητα από οποιανδήποτε αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου που μπορεί να προβληθεί από ένα διάδικο, μπορούν να απασχολήσουν ένα δικαστήριο και αυτεπάγγελτα, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Δεν παραβλέπω την εισήγηση της πλευράς των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση ότι το δικαστήριο στα πλαίσια ενδιάμεσης απόφασής του, ημερομηνίας 16.03.2016, (υπό άλλη σύνθεση) είχε αποφασίσει ότι διατηρεί δικαιοδοσία επίλυσης της επίδικης διαφοράς σε σχέση με τους εναγομένους αρ. 1 έως
- Ωστόσο, η απόρριψη σχετικής αίτησης παραμερισμού του κλητηρίου που προωθήθηκε σε προγενέστερο στάδιο από τους ως άνω εναγομένους 1 έως 11, δεν εμποδίζει το παρών δικαστήριο να ασχοληθεί με το ζήτημα της δικαιοδοσίας των Κυπριακών δικαστηρίων, ως ειδικότερα τούτο παραβάλλεται από τους εναγομένους αρ.12 έως 15 σε σχέση και σε συνάρτηση με τους τελευταίους. Παρεμβάλλεται, για όση σημασία μπορεί να έχει για σκοπούς της παρούσας, ότι το δικαστήριο, για τους λόγους που εξήγησε στην ως άνω απόφαση του, ημερ. 16.03.2016, απέρριψε την δεύτερη αίτηση για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος των ως εναγομένων αρ.1 έως 11, ενόψει της προηγηθείσας δικονομικής συμπεριφοράς των τελευταίων. Ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός Ε.Κ.44/2001, καταργήθηκε από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό Ε.Κ.1215/2012 (βλ άρθρο 80 του τελευταίου). Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 66 του Ε.Κ.1215/2015: «
- Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στις αγωγές που ασκούνται στα δημόσια έγγραφα που εκδίδονται ή καταγράφονται και τους δικαστικούς συμβιβασμούς που εγκρίνονται ή συνάπτονται κατά ή μετά την 10η Ιανουαρίου
- Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 80, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 44/2001 συνεχίζει να διέπει τις αποφάσεις που εκδίδονται σε αγωγές που ασκήθηκαν, τα δημόσια έγγραφα που εκδόθηκαν ή καταγράφηκαν και τους δικαστικούς συμβιβασμούς που εγκρίθηκαν ή συνήφθησαν πριν από την 10η Ιανουαρίου 2015 και που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού». Συνακόλουθα, παρά την κατάργησή του, ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός Ε.Κ.44/2001, είναι φανερό ότι εξακολουθεί να εφαρμόζεται στην υπό συζήτηση περίπτωση. Τούτο άλλωστε δεν αμφισβητείται από την πλευρά των αιτητών οι οποίοι επίσης τον επικαλούνται. Στο άρθρο 22 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού Ε.Κ. 44/2001, προβλέπεται η αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία ενός δικαστηρίου, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το κριτήριο της κατοικίας. Στο εδάφιο 3 του ως άνω άρθρου, προβλέπεται ότι «σε θέματα κύρους των καταχωρίσεων σε δημόσια βιβλία» έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία, «τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου τηρούνται τα βιβλία αυτά». Μια από τις θεραπείες που αξιώνονται στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής από την πλευρά των εναγόντων, είναι η διόρθωση του μητρώου των μελών της εναγομένης αρ.1 εταιρείας, μέσω της εγγραφής των εναγουσών αρ. 1 και 2 από κοινού ή της ενάγουσας αρ. 10, ως κατόχων μετοχών της εναγομένης αρ.1 εταιρείας, η οποία αποτελεί εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Εν όψει των πιο πάνω, με δεδομένο ότι οι ενάγοντες αξιώνουν παρέμβαση και διόρθωση του μητρώου των μελών της εναγομένης αρ. 1 Κυπριακής εταιρείας, είναι φανερό ότι τα Κυπριακά δικαστήρια φαίνεται να έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία επίλυσης του συγκεκριμένου ζητήματος. Δεν διαλανθάνει της προσοχής του δικαστηρίου ότι ανάμεσα στις απαιτήσεις των εναγόντων, περιλαμβάνεται ουσιαστικά και η αλλαγή του μητρώου μελών εταιρειών που έχουν την έδρα τους στην Πολωνία, πλην όμως, έχοντας κατά νου το άρθρο 29 του Ε.Κ.44/2001, σύμφωνα με το οποίο, «Όταν περισσότερα δικαστήρια έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, η διαπίστωση της έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας γίνεται υπέρ του δικαστηρίου που έχει πρώτο επιληφθεί» τα δικαστήρια της Δημοκρατίας, έχοντας στην υπό συζήτηση περίπτωση επιληφθεί πρώτα του όλου ζητήματος, φαίνεται να διατηρούν αλώβητη τη δικαιοδοσία τους να εκδικάσουν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Πέραν από τις ως άνω επισημάνσεις σε σχέση με την δικαιοδοσία των δικαστηρίων της Δημοκρατίας να επιληφθούν της παρούσας υπόθεσης, θα πρέπει παράλληλα να σημειωθεί ότι πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους σε έδαφος κράτους μέλους, όπως είναι οι αιτητές στην υπό συζήτηση περίπτωση, δύναται να εναχθούν ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους, εάν και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του ως άνω Ε.Κ.44/
- Ειδικότερα, ως προβλέπεται στο εδάφιο
(3)του άρθρου 5 του Ε.Κ.44/2001, δικαστήριο διατηρεί δικαιοδοσία να επιληφθεί υποθέσεις «ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός». Στην υπό συζήτηση περίπτωση, με δεδομένο ότι αποδίδεται στους εναγομένους αρ.12 έως 15 εμπλοκή κατά τον τρόπο που εισηγούνται οι ενάγοντες στη διάπραξη διάφορων αδικοπραξιών σε βάρος των εναγόντων, όπως της απάτης και της συνομωσίας και στην Κύπρο, η δικαιοδοσία των δικαστηρίων της Δημοκρατίας και με αυτή τη δικαιοδοτική βάση θα πρέπει να θεωρείται αρκούντως δικαιολογημένη. Περαιτέρω, το άρθρο 6 του ως άνω Ευρωπαϊκού Κανονισμού, Ε.Κ.44/2001, φαίνεται επίσης να δικαιολογεί την ανάληψη δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της Δημοκρατίας στην υπό συζήτηση περίπτωση. Σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του πιο πάνω άρθρου, στην περίπτωση που υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, είναι επιτρεπτό ένα πρόσωπο να εναχθεί ενώπιων του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εκ των εναγομένων, « .. εφόσον υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικασθούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από την χωριστή εκδίκασή τους» Στην υπό συζήτηση περίπτωση, με δεδομένη την διαπλοκή και την συνάφεια των γεγονότων, των πράξεων και των ενεργειών των εναγομένων σε βάρος των εναγόντων, όπως τουλάχιστον δικογραφικά σκιαγραφούνται από τους τελευταίους σε αυτό το στάδιο, ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων από τυχόν χωριστή εκδίκαση ενώπιων δικαστηρίων άλλων κρατών μελών, δεν μπορεί να αποκλειστεί. Τα επίδικα θέματα και οι αξιώσεις εναντίον των εναγομένων φαίνεται πράγματι ούτως ή άλλως να διασυνδέονται μεταξύ τους κατά τρόπο που ενδείκνυται όπως εκδικαστούν ταυτόχρονα, προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων από διαφορετικά δικαστήρια σε περίπτωση που οι υποθέσεις εκδικαστούν χωριστά. Σε κάθε περίπτωση, η εξέλιξη των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, όπως τουλάχιστον τα εισηγούνται οι ενάγοντες και η εμπλοκή των εναγομένων αρ. 12 έως 15 σε αυτά, φαίνεται ούτως ή άλλως να επιτρέπει την ανάληψη δικαιοδοσίας εκ μέρους των δικαστηρίων της Δημοκρατίας σε σχέση και με τους αιτητές, με τους τελευταίους να θεωρούνται, στη βάση των προνοιών της Δ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, ως αναγκαίοι διάδικοι. Ως έχει ήδη σημειωθεί, προβάλλεται από την πλευρά των αιτητών ότι οι περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, ειδικότερα το γεγονός ότι η πλειοψηφία των διαδίκων βρίσκεται στο εξωτερικό, σχετικές με την υπόθεση συμφωνίες, επικοινωνίες και διαπραγματεύσεις έγιναν στο εξωτερικό, όπως και το γεγονός ότι βρίσκονται στο εξωτερικό περιουσιακά στοιχεία που αφορούν τις επίδικες διαφορές, ειδικότερα στην Πολωνία, αποτελούν πραγματικότητες που καταδεικνύουν ότι η Κυπριακή δικαιοδοσία δεν είναι το κατάλληλο φόρουμ για να εκδικαστεί η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Προς ενίσχυση της ως άνω θέσης, προβάλλεται επίσης από τους αιτητές πως στη βάση όλων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, καμία απαίτηση εναντίον της εναγομένης αρ.1 φαίνεται να μπορεί να ικανοποιηθεί, ως επίσης ότι η αναγκαία μαρτυρία σε μεγάλο βαθμό βρίσκεται στο εξωτερικό, σε διάφορες χώρες και κυρίως στην Πολωνία, υποδεικνύοντας ότι στην περίπτωση που οι αιτητές αναγκαστούν να παραστούν ενώπιον των Κυπριακών δικαστηρίων, θα υποστούν δυσμενή επηρεασμό. Στην υπόθεση Zeeland Navigation Company Limited v. Banque Worms
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 707 αναφέρθηκε μεταξύ άλλων ότι βασική προϋπόθεση για εφαρμογή της αρχής του «forum non convenience» είναι η ύπαρξη δυνατότητας επιλογής για εκδίκαση της αγωγής μεταξύ των δικαστηρίων δύο τουλάχιστον χωρών, στο καθένα από τα οποία είναι δυνατή η κατάθεση και εκδίκαση της αγωγής. Σημειώθηκε ταυτόχρονα πως παρά το γεγονός ότι ο ενάγων αναπόφευκτα έχει τον πρώτο λόγο επιλογής δικαιοδοσίας και ότι πιθανότατα η επιλογή του να συναρτάται με τα δικά του ελατήρια, ότι ο εναγόμενος που επικαλείται την ως άνω αρχή, έχει την ευθύνη να πείσει το δικαστήριο ότι επιβάλλεται αναστολή της διαδικασίας, δείχνοντας, όχι μόνο ότι η δικαιοδοσία που επέλεξε ο ενάγων δεν είναι το κατάλληλο «forum» αλλά και ότι άλλο «forum», που ο ίδιος υποδεικνύει, καθαρά ή ευδιάκριτα είναι κατάλληλο. Είναι εξ' άλλου σημαντικό να σημειωθεί η επισήμανση στην εν λόγο απόφαση, με παραπομπή σε σχετική νομολογία, ότι δεν υπάρχει εξαντλητικός κατάλογος κριτηρίων που λαμβάνονται υπόψη για την επιλογή του κατάλληλου «forum» για την επίλυση της διαφοράς. Ως υπεδείχθη χαρακτηριστικά στην ως άνω υπόθεση: «Το σημαντικό είναι ότι τα στοιχεία, όποια και να είναι, πρέπει να δακτυλοδείχνουν το δικαστήριο με το οποίο "η αγωγή έχει το στενότερο και ρεαλιστικότερο σύνδεσμο (that with which the action has the most real and substantial connection).» Στην υπό συζήτηση περίπτωση δεδομένη είναι η επιλογή του ενάγοντα να προωθήσει την αγωγή του ενώπιον των Κυπριακών δικαστηρίων στη βάση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού Ε.Κ.44/2001. Με δεδομένο ότι φαίνεται να τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του ως άνω Ευρωπαϊκού Κανονισμού (βλέπε μεταξύ άλλων τα άρθρα 2 έως 7, 22 και 29), οι οποίες για τους λόγους που πιο πάνω έχουν αναφερθεί φαίνεται να προσδίδουν αποκλειστική δικαιοδοσία στα δικαστήρια της Δημοκρατίας να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή ενώ η αντίστοιχη δικαιοδοσία των Πολωνικών δικαστηρίων, κατ' εφαρμογή της σχετικής Ευρωπαϊκής νομοθεσίας εκ των πραγμάτων στην υπό συζήτηση περίπτωση δύναται να υποχωρήσει, η εφαρμογή της ως άνω αρχής του «forum non convenience» δεν φαίνεται αναγκαία. Η δυνατότητα να προωθηθούν αξιώσεις που περιλαμβάνονται στην παρούσα αγωγή, ειδικότερα αυτές που αφορούν τις διαφοροποιήσεις στα μητρώα εταιρειών της Πολωνίας, με δεδομένη την προώθηση ήδη της παρούσας αγωγής ενώπιον των Κυπριακών δικαστηρίων και της διασύνδεσης των επίδικων ζητημάτων, επιτρέπει την υπαγωγή και αυτών των διαφορών ενώπιον των δικαστηρίων της χώρας που κατά προτεραιότητα δρομολογήθηκαν οι δικαστικές διαδικασίες, δηλαδή στην περίπτωση μας τα Κυπριακά δικαστήρια. Το γεγονός εξάλλου ότι κάποιοι από τους διαδίκους βρίσκονται στο εξωτερικό δεν θα μπορούσε, από μόνο του, να θέσει σε εφαρμογή την ως άνω αρχή. Είναι φανερό, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου ότι η παρούσα υπόθεση εμπλέκει διαδίκους από διάφορες χώρες. Η μαρτυρία για την παρουσίαση της υπόθεσης, δεν έχει καταδειχθεί ότι προέρχεται αποκλειστικά και μόνο από την Πολωνία. Μαρτυρικό υλικό φαίνεται να είναι διαθέσιμο πέραν από την Πολωνία τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες. Αναμφίβολα θα δημιουργηθούν έξοδα για την παρουσίαση μαρτυρίας που βρίσκεται στο εξωτερικό. Έξοδα όμως θα δημιουργηθούν και στην περίπτωση που μαρτυρία και στοιχεία που βρίσκονται στην Κυπριακή Δημοκρατία ή σε άλλες, τρίτες χώρες, θα πρέπει να παρουσιαστούν σε δικαστήριο του εξωτερικού και ειδικότερα της Πολωνίας. Είναι σημαντικό εξ' άλλου να σημειωθεί πως δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε ανυπέρβλητη δυσκολία ή κίνδυνος δημιουργίας υπερβολικά ψηλών εξόδων που θα χρειαστούν για να παρουσιαστεί η μαρτυρία η οποία είναι διαθέσιμη εκτός Κύπρου ή ότι αυτά θα είναι μικρότερα αν σχετική με την υπόθεση μαρτυρία που βρίσκεται στην Κύπρο ή σε τρίτες χώρες παρουσιαστεί τελικά στα δικαστήρια της Πολωνίας. Σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο, έχοντας κατά νου τις ειδικότερες περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση δεν έχει ικανοποιηθεί ότι η παρούσα είναι η πρέπουσα περίπτωση να παρέμβει κατά τον τρόπο που επιζητείται από τους αιτητές, καταλήγοντας ότι η Κυπριακή δικαιοδοσία δεν αποτελεί κατάλληλη δικαιοδοσία για εκδίκαση της υπό συζήτηση υπόθεσης. Έχοντας κατά νου τις παραμέτρους που η υπό συζήτηση υπόθεση αφορά και τα ζητήματα που αυτή καλύπτει, δεν έχει καταδειχθεί από την πλευρά των αιτητών ότι τα δικαστήρια της Πολωνίας είναι καθαρά και ευδιάκριτα καταλληλότερα δικαστήρια για εκδίκαση της παρούσας αγωγής, κατά τρόπο που θα επέβαλλε την ανακοπή της πορείας της παρούσας αγωγής ως επιδιώκεται από την πλευρά των αιτητών. Είναι καλά καθιερωμένο από τη νομολογία ότι η εξασφάλιση άδειας προς επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας, δεν συνιστά τυπική διαδικασία. Μέσω της διευρύνεται η τοπική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, αφού το τελευταίο καθιστά τον εαυτό του κατάλληλο να εκδικάσει υπόθεση στην οποία συνυπάρχουν αλλοδαποί εναγόμενοι που διαμένουν στο εξωτερικό. Ο ενάγοντας, πέραν του γεγονότος ότι θα πρέπει να έχει καλή υπόθεση σε βάρος των εναγομένων που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας, θα πρέπει παράλληλα να πείσει ότι οι εναγόμενοι οι οποίοι βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας, είναι αναγκαίοι ή κατάλληλοι διάδικοι. Εν πάση περιπτώσει, ως προβλέπεται στην Δ.6 Θ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών, η άδεια του δικαστηρίου προς τούτο είναι δυνατόν να δοθεί εάν συντρέχουν οι περιστάσεις που εναλλακτικά εκτίθενται στα σημεία a - h του Θ.1 της Δ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας. (Βλ. Zachar. & Pant. Enter. Ltd v. Fiat Auto S.P.A.
(2000)1 (Α) A.A.Δ. 447). Σύμφωνα με τη Δ.6 Θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών, μέσω της ένορκης δήλωσης η οποία θα πρέπει να συνοδεύει σχετικό αίτημα, το δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγοντας έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής, καταδεικνύοντας τον τόπο ή τη χώρα στην οποία ο εναγόμενος δυνατόν να εντοπιστεί, ως επίσης το υπόβαθρο των γεγονότων στο οποίο η αίτηση βασίζεται. Σε σχέση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει αίτηση για εξασφάλιση άδειας επίδοσης κλητηρίου εντάλματος στο εξωτερικό, και τι ζητήματα αυτή θα πρέπει να καλύπτει, εκτενής αναφορά εντοπίζεται στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική του 1956 (Annual Practice) σελ. 99 και 100 ως επίσης στις αποφάσεις Hani Mousa El-Sayegh v. Credit Swisse
(1996)1 (B) A.A.Δ. 836 και Mike Willstrop κ.α. ν. Mammous κ.α.
(2010)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1740). Μέσω της υπό συζήτηση αίτησης τους, οι εναγόμενοι αρ.12 έως 15 επιζητούν την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 29.03.2013, δυνάμει του οποίου επετράπη η επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας των σχετικών δικαστικών εγγράφων σε αυτούς. Προβάλλεται από την πλευρά των αιτητών η πάροδος ικανότατου χρόνου από τη συμπερίληψη των εναγομένων αρ.12 έως 15 στο κλητήριο ένταλμα της αγωγής και την εξασφάλιση άδειας για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής και των σχετικών εγγράφων σε αυτούς μέσω του ως άνω διατάγματος μέχρι την ημέρα που τελικά τούτο έγινε κατορθωτό, μόλις το 2017, αφού στο μεταξύ μεσολάβησε άδεια του δικαστηρίου για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος. Τα γεγονότα, προσθέτουν, στη βάση των οποίων το δικαστήριο θα έπρεπε να βασιστεί για να αποφασίσει αν εμπίπτει η υπό συζήτηση υπόθεση στη δικαιοδοσία του, πιθανόν να έχουν αλλάξει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, θέτοντας ως εξόφθαλμο παράδειγμα το γεγονός της διαγραφής της ενάγουσας αρ. 10 εταιρείας από τα μητρώα του Εφόρου Εταιρειών. Έχοντας κατά νου το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους εναγομένους αρ. 12 έως 15 - αιτητές, στη βάση της οποίας εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα ημερομηνίας 29.03.2013 αλλά και όλα όσα πιο πάνω έχουν αναφερθεί σε σχέση με την κατάδειξη - εκ πρώτης όψεως πάντα - καλού αγώγιμου δικαιώματος και συζητήσιμης υπόθεσης εναντίον των τελευταίων, παρέλκει αισθάνομαι η αναγκαιότητα επανάληψης της θέσης του δικαστηρίου για το ειδικότερο αυτό ζήτημα. Ως καταδεικνύεται επίσης από τα στοιχεία του φακέλου της διαδικασίας, οι επιδόσεις των σχετικών εγγράφων στους αιτητές φαίνεται να έγιναν κατ' εφαρμογή του σχετικού διατάγματος και της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας. Άλλωστε, τους αιτητές δεν απασχόλησε το ζήτημα της νομότυπης επίδοσης των σχετικών δικαστικών εγγράφων σε αυτούς, ούτε προβλήθηκε οποιοσδήποτε τέτοιος λόγος, δυνάμενος να οδηγήσει στην ακύρωση των σχετικών επιδόσεων σε αυτούς. Οι τελευταίοι, κατά το στάδιο της παρουσίασης των θέσεων τους, επικέντρωσαν ουσιαστικά την επιχειρηματολογία τους πέραν από την μη κατάδειξη συζητήσιμης υπόθεσης εναντίων τους, στο μακρύ χρόνο που έχει διαρρεύσει από την εξασφάλιση του σχετικού διατάγματος στις 29.03.2013 μέχρι την ανανέωση στις 19.10.2016 του κλητηρίου και την παράταση του χρόνου επίδοσης τελικά των σχετικών δικαστικών εγγράφων σε αυτούς το 2017, προβάλλοντας τη θέση ότι η μεγάλη αδράνεια και καθυστέρηση που επέδειξαν οι ενάγοντες προς τούτο, θα πρέπει να επενεργήσει καταλυτικά στην προώθηση της παρούσας αγωγής σε βάρος τους. Το δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 19.10.2016, (υπό άλλη σύνθεση) αφού μελέτησε την αίτηση για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος και παράτασης του χρόνου επίδοσης των σχετικών εγγράφων στους αιτητές, έκρινε ότι δικαιολογείτο η έκδοση του σχετικού διατάγματος επιτρέποντας την ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος και διατάσσοντας την παράταση του χρόνου επίδοσης των σχετικών δικαστικών εγγράφων. Η ως άνω απόφαση του δικαστηρίου, ημερ. 19.10.2016, δεν αποτελεί αντικείμενο της υπό συζήτηση αίτησης. Το ως άνω διάταγμα δεν έχει να κάνει με την δυνατότητα του διαδίκου, χάριν της φυσικής δικαιοσύνης, να ακουστεί σε μεταγενέστερο στάδιο και να ζητήσει να παραμεριστεί μονομερώς εκδοθέν διάταγμα για επίδοση κλητηρίου εντάλματος στο εξωτερικό. Ότι ρητά επιζητείται μέσω της παρούσας αίτησης, είναι η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός του διατάγματος του δικαστηρίου ημερομηνίας 29.03.2013, δυνάμει του οποίου επιδόθηκαν εκτός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου τα σχετικά δικαστικά έγγραφα, καθότι δεν ικανοποιήθηκαν οι σχετικές προϋποθέσεις έκδοσης του εν λόγω διατάγματος και καθότι δεν παρουσιάστηκαν στοιχεία και/ή τεκμήρια που να δικαιολογούν την έγκρισή τους και/ή καθότι δεν υπάρχει ούτε καταδείχθηκε οποιαδήποτε αιτία αγωγής εναντίον των αιτητών και/ή καθότι τα Κυπριακά δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Ζητήματα τα οποία απασχόλησαν στην παρούσα, πλην όμως για τους λόγους που πιο πάνω έχουν εξηγηθεί, οι θέσεις των αιτητών επί τούτων, δεν μπορούν να υιοθετηθούν. Πριν την ολοκλήρωση της τοποθέτησης του δικαστηρίου, σε σχέση με τον κίνδυνο μεταβολής των γεγονότων από τον χρόνο που οι αιτητές είχαν προστεθεί ως εναγόμενοι αρ. 12 έως 15 στην αγωγή και την εξασφάλιση του σχετικού διατάγματος επίδοσης σε αυτούς των σχετικών δικαστικών εγγράφων στο εξωτερικό, είναι αισθάνομαι χρήσιμο να σημειωθεί πως πέραν από το γεγονός ότι εξ' αρχής τούτο προτάσσεται ως θεωρητικό και μόνο ενδεχόμενο, δεν έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο ή διαφοροποίηση γεγονότων ικανό να ενισχύσει την ως άνω εισήγηση. Παρεμβάλλεται ότι παρέμεινε αναντίλεκτο το γεγονός της επαναφοράς της ενάγουσας αρ. 10 εταιρείας στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, με αποτέλεσμα, στη βάση της σχετικής νομοθεσίας να λογίζεται ότι η συγκεκριμένη εταιρεία ως εάν να μην είχε διαγραφεί ποτέ. Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται. Κρίνοντας ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχει λόγος που να οδηγεί στην εκτόπιση του βασικού κανόνα, ο οποίος προβλέπει ότι τα έξοδα συνήθως πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, (βλ. Halsbury's Laws of England 3η έκδοση σελ. 421 Παρ. 795-796) τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση και σε βάρος των εναγομένων αρ.12,13, 14 και 15 - αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή. Να καταβληθούν δε στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο