SNAPBOX HOLDINGS LIMITED ν. FOLSTEN HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 5592/2016, 2/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A580 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5592/2016 Μεταξύ: SNAPBOX HOLDINGS LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγόντων -και- 1. FOLSTEN HOLDINGS LIMITED, από τη Λευκωσία 2. FRENTAL DEVELOPMENTS LIMITED, από τη Λευκωσία 3. CITY PALACE LLC, από τη Ρωσία 4. S&T EQUITY (OVERSEAS) LIMITED, από τη Λευκωσία 5. XXXXX CHIGIRINSKIY, από τη Ρωσία 6. XXXXX AKCHURIN, από τη Ρωσία Εναγόμενων Αίτηση ημερομηνίας 17.04.2018 για παραμερισμό αίτησης ημερομηνίας 06.02.2018 Ημερομηνία: 02.11.2018 Εμφανίσεις: Για εναγόμενους αρ. 2, 4 και 5 - αιτητές: κ. Γ. Τριανταφυλλίδης με κ. Θ. Οικονόμου για Άντης Τριανταφυλλίδης και Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κ. Π. Πολυβίου με κ. Γ. Μίτλετον για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. και κ. Ν. Γεωργιάδης για Γεωργιάδης και Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε Α Π Ο Φ Α Σ Η Μια σύντομη αποτύπωση της πορείας της διαδικασίας στην υπό συζήτηση υπόθεση, θα εξυπηρετούσε την πληρέστερη κατανόηση του ευρύτερου πλέγματος των γεγονότων που οδήγησαν στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Στις 29.11.2016, η ενάγουσα εταιρεία δρομολόγησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, με ταυτόχρονη καταχώρηση αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Την ίδια ημέρα, το δικαστήριο, εξετάζοντας μονομερώς την ως άνω αίτηση, εξέδωσε διάφορα διατάγματα, ένα εκ των οποίων διέτασσε τους εναγομένους όπως λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να μεταφερθεί και καταβληθεί σε λογαριασμό του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το ποσό των $133.800.000,00. Πράγματι, οι εναγόμενοι σε συμμόρφωση με το ως άνω διάταγμα του δικαστηρίου, μετέφεραν το πιο πάνω ποσό σε λογαριασμού του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το οποίο, έκτοτε βρίσκεται κατατεθειμένο στο συγκεκριμένο λογαριασμό. Στις 07.04.2017, με τη σύμφωνη προς τούτο τοποθέτηση των πλευρών στη διαδικασία, το δικαστήριο κατέστησε το ως άνω μέρος του διατάγματος απόλυτο «μέχρι της εκδικάσεως και της πλήρους αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου». Σημειώνεται ότι στις 13.10.2017, μετά από ακρόαση, το δικαστήριο ακύρωσε τα υπόλοιπα διατάγματα τα οποία είχαν εκδοθεί μονομερώς στο πλαίσιο της αίτησης ημερ. 29.11.2016. Στις 06.02.2018, οι ενάγοντες, επικαλούμενοι ουσιώδη διαφοροποίηση ή αλλαγή στα ειδικά περιστατικά της υπόθεσης, ως ειδικότερα τούτο εξειδικεύεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτησή τους, προχώρησαν στην καταχώρηση αίτησης μέσω της οποίας επιζητούν: «Α. Διάταγμα με το οποίο να αντικαθίσταται και/ή να τροποποιείται η παρ. «Γ» των Διαταγμάτων ημερ. 29.11.2016 ως τροποποιήθηκε στις 7.4.2017 και/ή έκδοση διατάγματος με το ακόλουθο λεκτικό: «ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας όπως, εντός 7 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος, μεταφέρει από το Λογαριασμό «Central Bank of Cyprus, Account No. XXXXX1010, IBAN CYXXXXX1010 Swift Code XXXXXNACC THROUGH TARGET 2» («Λογαριασμός») το ποσό των 492.331.874 Ρωσικών Ρουβλιών και/ή του αντίστοιχου ποσού σε Δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών («Ποσό») σύμφωνα με την ισοτιμία που θα ισχύει κατά την ημερομηνία μεταφοράς του Ποσού προς όφελος της Εναγόμενης/ Καθ'ης η Αίτηση 3 στο Λογαριασμό που διατηρεί στην Τράπεζα «ΑΟ Alfa Bank» Ρωσίας με Αρ. Λογαριασμού XXXXX 0246, Αρ. BIC XXXXX5593, Correspondent Account XXXXX 0593 ή σε οποιονδήποτε άλλο τραπεζικό λογαριασμό των Εναγομένων/Καθ'ων η Αίτηση 3 που θα κοινοποιηθεί από αυτούς στον Πρωτοκολλητή και να μεταφέρει το υπόλοιπο ποσό που διατηρείται στο Λογαριασμό για σκοπούς της παρούσας Αγωγής («Υπόλοιπο») στον τραπεζικό λογαριασμό των Εναγόντων/Αιτητών στην Τράπεζα Credit Suisse AG, με Αρ. IBAN XXXXX200 0 και SWIFT XXXXXHXXX ή σε οποιονδήποτε άλλο τραπεζικό λογαριασμό των Εναγόντων/ Αιτητών που θα κοινοποιηθεί από αυτούς στον Πρωτοκολλητή. Νοείται ότι ο Πρωτοκολλητής θα προχωρήσει με την μεταφορά του Υπόλοιπου στον ως άνω λογαριασμό των Εναγόντων/ Αιτητών ανεξαρτήτως και/ή ασχέτως με την μεταφορά του Ποσού προς την Εναγόμενη/ Καθ' ης η Αίτηση 3». Β. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. Γ. Έξοδα και ΦΠΑ.». Η ως άνω απόπειρα των εναγόντων, προκάλεσε την αντίδραση των εναγομένων αρ. 2, 4 και 5, οι οποίοι, στις 17.04.2018, καταχώρησαν την υπό συζήτηση αίτηση στο πλαίσιο της οποίας επιζητείται: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απορρίπτεται η αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 6/02/2018 ως επιπόλαια και ενοχλητική (frivolous and vexatious) και/ή ως παράτυπη και/ή ως αντίθετη με το νόμο και/ή με τους Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας και/ η ως καταχρηστικής της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court) και/ή της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Β. Έξοδα». Η νομική βάση της υπό κρίση αίτησης, ημερ. 17.04.2018, εδράζεται στα άρθρα 2, 21, 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, στα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.7, 8, 9, 24 Θ. 6, 25 Θ. 1- 6, 27 θ.3, 19 Θ.26, 48 θ.1-13 και Δ.64, στο άρθρο 5 του περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου, Ν. 67/88, στα άρθρα 34, 36, 37, 38, 39, 41 και 42 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, στους κανόνες επιείκειας, στις αρχές που αφορούν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων προς υποστήριξη του ως άνω αιτήματος τέθηκε με την ένορκη δήλωση της Τατιάνας Χλωρακιώτου, ημερομηνίας επίσης 17.04.2018. Η ως άνω ομνύουσα, δικηγόρος και συνεργάτης στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους εναγομένους αρ. 2, 4 και 5 - αιτητές, προκρίνοντας ότι η υπό συζήτηση αίτηση αφορά αμιγώς νομικά ζητήματα, εξηγεί ότι η πλευρά των αιτητών δεν θα σχολιάσει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην ένορκη δήλωση κάποιου XXXXX Fokin που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση των εναγόντων, ημερ. 06.02.2018, επιφυλάσσοντας το δικαίωμα τους να πράξουν τούτο, αν χρειαστεί, σε μεταγενέστερο στάδιο. Προκρίνει ωστόσο, συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους υποστηρίζει ότι η ως άνω αίτηση ημερ. 06.02.2018 θα πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα, υποστηρίζει πως: (
- i)Με την έκδοση του ζητουμένου διατάγματος ουσιαστικά και πρακτικά αποφασίζεται οριστικά και τελεσίδικα η ουσία της αγωγής. (
- ii)Το αιτούμενο διάταγμα όπως είναι διατυπωμένο δεν είναι προσωρινό αλλά είναι τελικό και/ή στο διηνεκές αποφασίζοντας την τύχη και ουσία, της αγωγής αυτής καθ' εαυτής. (iii)Οι αιτητές συγκατατέθηκαν στο να καταστεί το διάταγμα απόλυτο επειδή τα χρήματα θα παρέμειναν με τον Πρωτοκολλητή μέχρι το τέλος της αγωγής. (ίν) Παρόμοιο αίτημα με το επίδικο υποβλήθηκε με τη μονομερή αίτηση των καθ' ων η αίτηση ημερ. 29 Νοεμβρίου 2016 και το οποίο δεν εγκρίθηκε από το Δικαστήριο και δεν εφεσιβλήθηκε. (ν) Οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν δικαίωμα με βάση το νόμο και τη νομολογία να ζητούν τροποποίηση διατάγματος το οποίο κατέστη απόλυτο εκ συμφώνου. (νί)Το Δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει νέο διάταγμα αντιφατικό με το υφιστάμενο. (vii) Το επίδικο διάταγμα στρέφεται εναντίον προσώπου το οποίο δεν είναι διάδικος στη διαδικασία και εναντίον του οποίου δεν ικανοποιείται καμιά προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. (νiii) Οι καθ' ων η αίτηση δεν επιζητούν την τροποποίηση του υφιστάμενου διατάγματος αλλά την έκδοση νέου διατάγματος πράγμα ανεπίτρεπτο με βάση το νόμο και τους Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας. (ix)Με την παρούσα αίτηση οι καθ' ων η αίτηση ουσιαστικά επιζητούν συνοπτική απόφαση εναντίον των αιτητών πράγμα δικονομικά ανεπίτρεπτο. (
- x)Η αναφορά στο ήδη εκδοθέν προσωρινό διάταγμα ότι παραμένει σε ισχύ «μέχρι της εκδικάσεως και της πλήρους αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου» αφορά το συγκεκριμένο προσωρινό διάταγμα το οποίο κατέστη απόλυτο την 7 Απριλίου 2017 και το οποίο παραμένει αναλλοίωτο έστω και με την έγκριση της παρούσας αίτησης και της έκδοσης του νέου αιτούμενου διατάγματος». Παρεμβάλλεται ότι ο εκ μέρους των εναγομένων αρ.3 και 6, ο ευπαίδευτος συνήγορος τους δήλωσε προς το δικαστήριο ότι η πλευρά τους δεσμεύεται ότι θα ακολουθήσει το αποτέλεσμα της ως άνω αίτησης των εναγομένων αρ.2, 4 και 5. Οι ενάγοντες αντέδρασαν στην προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, καταχωρώντας στις 11.05.2018, ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης. Ως οι πρόνοιες των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπουν, στο σώμα της ως άνω ειδοποίησης ένστασης, πέραν από το νομικό υπόβαθρο επί της οποίας αυτή εδράζεται, προβάλλονται και οι λόγοι της ένστασης. Για σκοπούς πληρότητας, μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα: « 1. Η αίτηση των Εναγόντων ημερ. 6.2.2018 δεν είναι επιπόλαια και/ή ενοχλητική και/ή παράτυπη και/ή αντίθετη με το Νόμο και/ή με τους Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας και/ή καταχρηστική της διαδικασίας του Δικαστηρίου και/ή της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Αντιθέτως, η αίτηση των Εναγόντων ημερ. βασίζεται σε συγκεκριμένες νομοθετικές διατάξεις και διαδικαστικούς κανονισμούς ως επίσης και στις αρχές του δικαίου της επιείκειας, στη διακριτική ευχέρεια του σεβαστού Δικαστηρίου και στη σχετική νομολογία τα οποία δύναται να οδηγήσουν στην έγκριση της Αίτησης. Συνεπώς θα πρέπει να ακουστεί η αίτηση των Εναγόντων ημερ. 6.2.2018 και όχι να απορριφθεί εκ προοιμίου και χωρίς το Δικαστήριο να ασχοληθεί με τα ειδικά περιστατικά της υπόθεσης ως αυτά παρουσιάζονται αδιαμφισβήτητα στην ένορκη δήλωση του κ. Fokin που συνοδεύει την αίτηση των Εναγόντων ημερ. 6.2.2018. 2. Το σεβαστό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ως η αίτηση των Εναγόντων ημερ. 6.2.2018 και/ή δύναται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς έγκριση της εν λόγω αίτησης στα πλαίσια του δικαίου της επιείκειας και/ή σύμφωνα με τη νομολογία και/ή νομοθεσία και/ή τους Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας και/ή άλλως πως. 3. Η Αίτηση ημερ. 17.4.2018 είναι καταχρηστική και/ή αποσκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας και/ή στην προβολή εμποδίων και/ή καθυστέρησης στην ακρόαση και/ή αποπεράτωση της αίτησης των Εναγόντων ημερ. 6.2.2.2018. 4. Η νομική βάση της Αίτησης ημερ. 17.4.2018 δεν παρέχει το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο για να εγκριθεί η εν λόγω Αίτηση και/ή η Αίτηση ημερ. 17.4.2018 είναι νομικά ανυπόστατη και/ή απορριπτέα. 5. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης των Εναγόντων ημερ. 6.2.2018 παραμένει αδιαμφισβήτητο για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης ημερ. 17.4.2018 ενόψει του ότι η Τατιάνα Χλωρακιώτου που ορκίζεται την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν προβαίνει σε οποιονδήποτε ισχυρισμό ως προς τα γεγονότα. 6. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης των Εναγόντων ημερ. 6.2.2018, το οποίο παραμένει αδιαμφισβήτητο για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης ημερ. 17.4.2018, αποκαλύπτει ότι οι Εναγόμενοι δεν προσέρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή επιχειρούν τη νομιμοποίηση και/ή συνέχιση διάπραξης ανεπιεικών και ζημιογόνων πράξεων και/ή ενεργειών σε βάρος των Εναγόντων και ως εκ τούτου κωλύονται και/ή δε νομιμοποιούνται να προωθούν την αίτηση ημερ. 17.4.2018. 7. Δεν αποκαλύπτεται οιοσδήποτε καλός και/ή ικανοποιητικός και/ή επαρκής και/ή πειστικός λόγος για τον οποίο η Αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί με αποτέλεσμα να απορριφθεί η αίτηση των Εναγόντων ημερ. 6.2.2018 σε αυτό το στάδιο. Πιο συγκεκριμένα και χωρίς περιορισμό, οι λόγοι στους οποίους βασίζονται οι Εναγόμενοι για να υποστηρίξουν την Αίτηση ημερ. 17.4.2018 για απόρριψη της αίτησης των Εναγόντων ημερ. 6.2.2018 δεν ισχύουν και/ή είναι ανυπόστατοι και/ή αντίθετοι με γενικές αρχές δικαίου και/ή τη νομολογία και/ή τη νομοθεσία, καθότι: (α) Με την έκδοση του ζητούμενου διατάγματος ουδόλως αποφασίζεται οριστικά και/ή τελεσίδικα η ουσία της αγωγής. (β) Άνευ επηρεασμού της παραγράφου (α) πιο πάνω, το ζήτημα της πιθανής παροχής μέσω της αίτησης ημερ. 6.2.2018 ταυτόσημων ή παρόμοιων θεραπειών με την Αγωγή σύμφωνα με την νομολογία δεν αποκλείεται και αποτελεί ζήτημα που εξετάζεται σύμφωνα με τα ειδικά περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (γ) Ο ισχυρισμός ότι οι Εναγόμενοι συγκατατέθηκαν στο να καταστεί απόλυτο το διάταγμα ημερ. 29.11.2016 «επειδή τα χρήματα θα παρέμεναν με τον Πρωτοκολλητή μέχρι το τέλος της Αγωγής» είναι εσφαλμένος και/ή ανυπόστατος και/ή νομικά αστήρικτος και έρχεται σε αντίθεση με τα πραγματικά γεγονότα. (δ) Ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι παρόμοιο αίτημα με την αίτηση ημερ. 6.2.2018 υποβλήθηκε με τη μονομερή αίτηση των Εναγόντων ημερ. 29.11.2018και το οποίο δεν εγκρίθηκε και δεν εφεσιβλήθηκε είναι εσφαλμένος και/ή ανυπόστατος καθότι μεταξύ άλλων (ί) η μονομερής αίτηση ημερ. 29.11.2016 τροποποιήθηκε δια χειρός ενώπιον του ΠΕΔ Σάντη κατά την εμφάνιση ημερ. 29.11.2016 και ουδέποτε το Δικαστήριο απέρριψε αίτημα για μεταφορά του επίδικου ποσού απευθείας στους Ενάγοντες, (
- ii)εν πάση περιπτώσει, έστω και εάν το Δικαστήριο είχε απορρίψει παρόμοιο αίτημα στο μονομερές στάδιο ημερ. 29.11.2016 (που δεν ισχύει) και πάλι δεν εμποδίζεται ο ενάγοντας να επανέλθει με νέα αίτηση εφόσον αυτό δεν αποτελεί κώλυμα ή δεδικασμένο και/ή στη βάση νέων δεδομένων και/ή διαφοροποίησης στα ειδικά περιστατικά της υπόθεσης. (ε) Ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν δικαίωμα με βάση το Νόμο και τη νομολογία να ζητούν τροποποίηση διατάγματος το οποίο κατέστη εκ συμφώνου απόλυτο είναι εσφαλμένος και/ή ανυπόστατος και ενάντια στην κείμενη νομοθεσία και την νομολογία σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία, αναλόγως των περιστάσεων, να διατάξει την τροποποίηση του διατάγματος και να απονέμει δικαιοσύνη. Εν πάση περιπτώσει, στην παρούσα περίπτωση οι Ενάγοντες με την αίτηση τους ημερ. 6.2.2018 ζητούν είτε τροποποίηση του εκ συμφώνου απόλυτου διατάγματος ημερ. 29.11.2016 είτε την έκδοση νέου διατάγματος στη βάση των νέων ειδικών περιστατικών και/ή παραδοχών που προέκυψαν μετά την απολυτοποίηση του εν λόγω διατάγματος ημερ. 29.11.2016 στις 7.4.2017. (στ) Η εκ συμφώνου απολυτοποίηση του Διατάγματος ημερ. 29.11.2016 δεν αποτελεί σύμβαση με την οποία καθορίζονται οριστικά τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των διαδίκων. (ζ) Ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι το αϊτούμενο νέο διάταγμα είναι αντιφατικό με το υφιστάμενο, είναι εσφαλμένος και/ή ανυπόστατος καθότι μεταξύ άλλων (ί) το αιτούμενο με την αίτηση ημερ. 6.2.2018 διάταγμα δεν είναι αντιφατικό με το διάταγμα ημερ. 29.11.2016 που κατέστη εκ συμφώνου απόλυτο στις 7.4.2017 ούτε και εξηγούν οι Εναγόμενοι, ως όφειλαν, που στηρίζεται ο ισχυρισμός τους αυτός, (ίί) το διάταγμα ημερ. 29.11.2016 ως αυτό κατέστη εκ συμφώνου απόλυτο στις 7.4.2017 έχει εκπληρωθεί με τη μεταφορά του ποσού των $133.8 εκατ. στο λογαριασμό του Πρωτοκολλητή και δεν επιβάλλει πλέον υποχρεώσεις στους Εναγόμενους, (ίii) η αίτηση ημερ. 6.2.2018 επιδόθηκε σε όλα τα ενδιαφερόμενο πρόσωπα τα οποία και έχουν τη δυνατότητα να ακουστούν στα πλαίσια αυτής και να τοποθετηθούν ως προς το κατά πόσο η αιτούμενη θεραπεία με βάση την αίτηση των Εναγόντων 6.2.2018 χρήζει κάποιας διαφοροποίησης από το σεβαστό Δικαστήριο, το οποίο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να επιδικάσει θεραπεία διαφορετική από την αιτούμενη εάν αυτό δικαιολογείται από τα γεγονότα. (η) Ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι το επίδικο διάταγμα που ζητείται με την αίτηση των Εναγόντων ημερ. 6.2.2018 στρέφεται εναντίον προσώπου το οποίο δεν είναι διάδικος στη διαδικασία και εναντίον του οποίου δεν ικανοποιείται καμία προϋπόθεση του άρθρου 32 είναι εσφαλμένος και ανυπόστατος και παραπλανητικός καθότι, μεταξύ άλλων (ϊ) η αίτηση ημερ. 6.2.2018 έχει επιδοθεί στον Πρωτοκολλητή ο οποίος έχει τη δυνατότητα εάν το επιθυμεί να ακουστεί, (
- ii)ο Πρωτοκολλητής δεν είναι ένα οποιονδήποτε τρίτο πρόσωπο αλλά είναι αξιωματούχος του Δικαστηρίου (officer of the Court) στον λογαριασμό του οποίου κατατέθηκε το ποσό των $133.8 εκατ. κατόπιν του προστακτικού διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.11.2016 και (iii) οι Εναγόμενοι κωλύονται και/ή δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν αυτό το ζήτημα από τη στιγμή που οι ίδιοι συγκατατέθηκαν στο να καταστεί, στις 7.4.2017, απόλυτο το διάταγμα ημερ. 29.11.2016 με βάση το οποίο κατατέθηκε το ποσό των $133.8 εκατ. στο λογαριασμό του Πρωτοκολλητή. (θ) Ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες με την αίτηση 6.2.2018 επιζητούν την έκδοση νέου διατάγματος και όχι την τροποποίηση του διατάγματος ημερ. 29.11.2016 το οποίο κατέστη εκ συμφώνου απόλυτο στις 7.4.2017 είναι εσφαλμένος και/ή ανυπόστατος καθότι μεταξύ άλλων με την αίτηση των Εναγόντων ημερ. 6.2.2018 ζητείται είτε η τροποποίηση του υφιστάμενου διατάγματος είτε η έκδοση νέου διατάγματος στη βάση των νέων δεδομένων και/ή των παραδοχών των Εναγομένων που προέκυψαν μετά την 7.4.2017 σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου της επιείκειας και/ή της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου και/ή της Δ.24 Θ.6. (ι) Ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες επιζητούν ουσιαστικά συνοπτική απόφαση δεν ισχύει για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω. 8. Η Αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 6.2.2018 όχι μόνο δεν στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος αλλά έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας και τυχόν στέρηση του δικαιώματος των Εναγόντων να προωθήσουν την αίτηση τους στην βάση των πραγματικών γεγονότων που επικαλούνται (και που δεν έχουν αντικρουσθεί με την αίτηση ημερ. 17/4/2018) θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος των Εναγόντων να προσφύγουν ενώπιον του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 30.1 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. 9. Η αίτηση των Εναγόντων δεν συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και/ή δεν πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις ώστε να δύναται να εξαχθεί οποιαδήποτε κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου με την υποβολή της Αίτησης ημερ. 6.2.2018 αλλά, αντιθέτως, με την υποβολή της Αίτησης ημερ. 6.2.2018 επιδιώκεται η ενεργοποίηση των εξουσιών του Δικαστηρίου στη βάση γεγονότων που προέκυψαν μεταγενέστερα της έκδοσης και/ή οριστικοποίησης του διατάγματος ημερ. 29.11.2016 με σκοπό την απόδοση δικαιοσύνης με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ή μέσω τροποποίησης του διατάγματος ημερομηνίας 29.11.2016 το οποίο οριστικοποιήθηκε την 7.4.2017, σύμφωνα με την αίτηση των Εναγόντων ημερ. 6.2.2018». Ο Παναγιώτης Μακρίδης, δικηγόρος στον δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση, στην ένορκη δήλωσή του που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση των τελευταίων, υιοθετώντας και επαναλαμβάνοντας μεταξύ άλλων το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Α. Fokin που υποστηρίζει την αίτηση ημερομηνίας 06.02.2018, προκρίνει ότι η ως άνω αίτηση των εναγόντων δεν θα πρέπει να απορριφτεί εκ προοιμίου και χωρίς το δικαστήριο να ασχοληθεί με τα ειδικότερα περιστατικά της όπως αυτά παρουσιάζονται στην ως άνω ένορκη δήλωση, τα οποία, ως υποδεικνύει, εκ των πραγμάτων παρέμειναν αδιαμφισβήτητα για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση αίτησης. Εξειδικεύοντας σε κάποιο βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης, υποστηρίζει ότι η υπό συζήτηση αίτηση είναι καταχρηστική, αποσκοπώντας στην καθυστέρηση της διαδικασίας και στην προβολή εμποδίων στην ακρόαση και αποπεράτωση της αίτησης των εναγόντων ημερ. 06.02.2018. Αποτελεί θέση του ότι το δικαστήριο, στα πλαίσια του δικαίου της επιείκειας αλλά και σύμφωνα με τη νομολογία, τη νομοθεσία και τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, έχει τη δυνατότητα να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ως η αίτηση των εναγόντων ημερ. 06.02.2018. Σχολιάζοντας ειδικότερα τους λόγους που προκρίνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την υπό συζήτηση αίτηση, υποστηρίζει ότι δεν αποκαλύπτεται οποιοσδήποτε καλός, ικανοποιητικός, επαρκής ή πειστικός λόγος για τον οποίο η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί, χαρακτηρίζοντας τους ανυπόστατους, αντίθετους με τις γενικές αρχές δικαίου, τη νομολογία και τη νομοθεσία. Τυχόν αποστέρηση των εναγόντων να προωθήσουν την αίτησή τους ημερ. 06.02.2018, σημειώνει, θα αποτελούσε παραβίαση των δικαιωμάτων των εναγόντων να προσφύγουν ενώπιον του δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 30.1 του Συντάγματος της Δημοκρατίας. Καταληκτικά, εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησης, αναδεικνύει την αναγκαιότητα - στη βάση των νέων δεδομένων που έχουν προκύψει και αποκαλυφθεί ως αυτά περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει - να προχωρήσει η εκδίκαση της αίτησης των εναγόντων, ημερ. 06.02.2018, Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι των δυο πλευρών με τις ικανές εισηγήσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, υποστήριξαν και ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Με πολλή προσοχή το δικαστήριο έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν ως και άλλες σχετικές με τα ζητήματα που εδώ ενδιαφέρουν. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο στο πλαίσιο της παρούσας και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Ότι κατά προτεραιότητα απασχολεί, είναι η εισήγηση της πλευράς των καθ' ων η αίτηση πως η νομική βάση της υπό συζήτηση αίτησης, ως αυτή προκρίνεται από την πλευρά των αιτητών, δεν φαίνεται να παρέχει το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο για την περαιτέρω εξέταση και έγκρισή της και ως εκ τούτου η αίτηση θα πρέπει εξ αρχής να αντικριστεί ως νομικά ανυπόστατη και απορριπτέα. Είναι γεγονός ότι βασικοί Διαδικαστικοί Κανονισμοί στους οποίους εδράζεται το αίτημα της πλευράς των αιτητών, είναι οι Δ.19 Θ.26 και Δ.27 Θ.3. Διαδικαστικοί Κανονισμοί που ως ορθά επισημαίνει ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, αφορούν και έχουν να κάνουν με τη διαγραφή και παραμερισμό δικογράφων και όχι ενδιάμεσων αιτήσεων και διαβημάτων ως επιδιώκεται στην υπό συζήτηση περίπτωση. Το ζήτημα όμως στην υπό συζήτηση περίπτωση, δεν φαίνεται να εξαντλείται στα πιο πάνω, αφού η υπό κρίση αίτηση εδράζεται μεταξύ άλλων και στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Η σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου, δεν αποτελεί ασφαλώς ανεξάρτητη πηγή εξουσίας αλλά εξουσία η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης με το δικαστήριο. Χωρίς αμφιβολία η επίκλησή της πρέπει να γίνεται με φειδώ (βλ. Τουβλ. Γίγας ν. Ουστά (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 109, Εμπεδοκλής κ.α. (Αρ.3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529, Ρόπας
(2009)2 Α.Α.Δ. 235. Ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση JSC BTA Bank v. Paul Kythreotis
(2011)1 (Β) A.A.Δ. 779: «Ή σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου και οι προεκτάσεις της εξετάστηκαν σε σωρεία υποθέσεων. Αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι πως δεν πρόκειται για ανεξάρτητη πηγή εξουσίας, αλλά εξουσίας η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο. Η ύπαρξη της είναι αναγκαία για τη λειτουργία του Δικαστηρίου σαν Δικαστηρίου δικαίου, η επίκληση της όμως πρέπει να γίνεται με εξαιρετική φειδώ. Ενδεικτικό της επί του προκειμένου θέσης της νομολογίας μας, συνιστά το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας
(2009)2 Α.Α.Α. 235, στο οποίο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η Ολομέλεια στην απόφαση της στην υπόθεση Ευάγγελος Εμπεδοκλής και άλλοι (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Α. 529 (πιο πάνω): «Ή σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του, εντός των υφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέουσες και πλαισιούμενες, ως στυλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους Νόμους της πολιτείας. (Σχετικές είναι οι υποθέσεις Α. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Α. 339 και Αχιλλέας Κορέλλης
(1999)1 Α.Α.Α. 1122).»» Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Παπαγεωργίου κ.α.
(2000)3 Α.Α.Δ. 151: «Η σύμφυτη δικαιοδοσία δεν πηγάζει ούτε από νόμο ούτε από κανονισμό αλλά από τη φύση της δικαστικής λειτουργίας. Γι' αυτό και προσδιορίζεται με το επίθετο «σύμφυτη». Η βασική εκδήλωση της εξουσίας αυτής είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών. Περιλαμβάνει δε τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη. Όμως έχουν τεθεί όρια και αυτοπεριορισμοί για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική λειτουργία αυτής της εξουσίας στις ορθές διαστάσεις της. Όπως παρατήρησε εύστοχα ο καθηγητής M.S. Dockray στο άρθρο του «The Inherent Jurisdiction to Regulate Civil Proceedings
(1997)113 Law Quarterly Review, σελ. 120, στην οποία σχολιάζει στη σελ. 130, περιπτώσεις όπου τα δικαστήρια δε διέγνωσαν σύμφυτη εξουσία σε συγκεκριμένα θέματα: «These decisions are quite inconsistent with the idea that the inherent jurisdiction is an unlimited reservoir from which new powers can be fashioned at will.» Σε σχέση με την εγγενή εξουσία του δικαστηρίου να παραμερίζει κάθε μορφής διαδικασία που κρίνει ως επιπόλαια και ενοχλητική, καθ' όλα διαφωτιστική είναι η επισήμανση στη σελίδα 557 της Αγγλικής Δικαστηριακής Πρακτικής του 1958, (Annual Practice) όπου αναλύεται ο τότε αντίστοιχος με την Δ.27 θ.3 Αγγλικός Διαδικαστικός Κανονισμός (Ο.25 r.4). Κάτω από τον τίτλο Inherent Jurisdiction, σημειώνεται πως: «Apart from all Rules and Orders, the Court has an inherent jurisdiction to stay all proceedings before it which are obviously frivolous or vexatious or an abuse of its process». Η δυνατότητα αυτή, επιβεβαιώθηκε και από τα Κυπριακά δικαστήρια. Στην υπόθεση Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου
(2012)1 (Α) Α.Α.Δ. 158, είχε προηγηθεί από την πλευρά του εφεσείοντα η προώθηση ενδιάμεσης αίτησης, η οποία όμως παραμερίστηκε στα πλαίσια αίτησης παραμερισμού της που προωθήθηκε από την πλευρά της εφεσίβλητης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της πραγμάτευσης της έφεσης που ακολούθησε, επιβεβαίωσε ουσιαστικά το γεγονός ότι οι συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου έδιδαν τη δυνατότητα στο τελευταίο να εξετάσει αίτηση παραμερισμού ενδιάμεσης αίτησης στη διαδικασία. Εν όψει των πιο πάνω, σε συνδυασμό θεωρούμενων πάντα με τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση αίτηση, η επίκληση από την πλευρά των αιτητών της σύμφυτης εξουσίας του δικαστηρίου, φαίνεται να παρέχει το αναγκαίο και απαραίτητο νομικό υπόστρωμα για την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης εκ μέρους τους σε αυτό το στάδιο. Αποτέλεσε περαιτέρω θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η υπό συζήτηση αίτηση, κακόπιστη, καταχρηστική, επιπόλαιη και ενοχλητική ως είναι, στοχεύουσα αποκλειστικά στην καθυστέρηση της εκδίκασης της αίτησης των εναγόντων, ημερομηνίας 06.02.2018, δεν μπορεί παρά να απορριφτεί από το δικαστήριο, το οποίο ως εισηγούνται, «δεν μπορεί και δεν πρέπει να επιτρέψει ή να ανεχθεί τη συνέχιση αυτής της συμπεριφοράς». Αδιαμφισβήτητη είναι η σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του δικαστηρίου να ανακόψει και να καταστείλει, τη δεδομένη στιγμή, διαδικασίες οι οποίες καταχρηστικά προωθούνται ενώπιον του. (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 AAΔ 217). Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί από τον σεβαστό Δικαστή Καλλή, στην υπόθεση Loucos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμπ. Πλ. και Ντάιγκ Κο, Λτδ,
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1014, η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ανάλογα ευρεία είναι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Ομοίως, ο λόρδος Diplock, στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another
(1981)3 All E.R. 727, σε σχέση με τις διάφορες μορφές που μπορεί να λάβει η κατάχρηση της διαδικασίας και τη συνακόλουθη εξουσία του δικαστηρίου ανάλογα να παρεμβαίνει, υπέδειξε στη σελ 729 του τόμου που αυτή βρίσκεται δημοσιευμένη, ότι: «It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power.» Με κάθε σεβασμό η ως άνω εισήγηση δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Η προώθηση από την πλευρά των εναγομένων 2, 4 και 5 της υπό συζήτηση αίτησης και η αναζήτηση σχετικής θεραπείας, από μόνη της, δεν επιτρέπει την ένταξη της στην έννοια και τα όρια της κατάχρησης, κατά τον τρόπο μάλιστα που θα επέβαλλε τη δραστική παρέμβαση του δικαστηρίου, ως την εισηγείται η πλευρά των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση. Γίνεται κατανοητό ότι η πλευρά των αιτητών προκρίνει πρωτίστως νομικές θέσεις, ζητήματα και αιτιάσεις για τα οποία, ως υποστηρίζει, η αίτηση ημερ. 06.02.2018 θα πρέπει να απορριφτεί χωρίς το δικαστήριο να υπεισέλθει στην εξέταση της ουσίας της. Ως πιο πάνω έχει σημειωθεί, πρόκειται για δικονομικό διάβημα που η νομολογία των δικαστηρίων μας αναγνωρίζει ότι μπορεί να προωθηθεί. Υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, η κατάταξη της αίτησης ως καταχρηστικής και κακόπιστα προωθούμενης, παρά την όποια «αναστάτωση» αισθάνονται οι ενάγοντες ότι προκαλεί στην εξέλιξη της διαδικασίας, δεν φαίνεται, αντικειμενικά ορωμένων των πραγμάτων, να δικαιολογείται. Ως πιο πάνω έχει σημειωθεί, προκρίνεται από τους εναγόμενους 2, 4 και 5 - αιτητές στην υπό συζήτηση αίτηση, ως λόγος απόρριψης της αίτησης ημερ. 06.02.2018, το γεγονός ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν δικαίωμα να ζητούν τροποποίηση του διατάγματος το οποίο κατέστη απόλυτο εκ συμφώνου. Προσθέτουν παράλληλα ότι δεν μπορεί παρά να ληφθεί υπόψη ότι η συγκατάθεση των αιτητών στις 07.04.2017 να καταστεί απόλυτο το διάταγμα ημερομηνίας 29.11.2016, όπως τροποποιήθηκε, δόθηκε επειδή τα χρήματα θα παρέμεναν στον Πρωτοκολλητή μέχρι το τέλος της αγωγής. Αδιαμφισβήτητα ευρύτατη είναι η εξουσία που παρέχει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Τέτοιας μορφής και έκτασης που δύναται να χρησιμοποιηθεί κατά τρόπο ώστε μέσω της παρέμβασης του δικαστηρίου και της έκδοσης του αναγκαίου κατά περίπτωση διατάγματος, να απονέμεται δικαιοσύνη (βλ. ABP Hold. Ltd v. Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694). Δεν θα πρέπει εξ' άλλου να διαλανθάνει της προσοχής ότι η απόδοση από το δικαστήριο θεραπειών που προβλέπονται στο άρθρο 32 του Ν.14/1960, διέπεται πάντα από τις αρχές της επιείκειας, οι οποίες, ούτως ή άλλως παρέχουν στο δικαστήριο ένα ευρύτατο πεδίο λειτουργίας και εξουσιών. Ως χαρακτηριστικά υποδεικνύεται στο σύγγραμμα SPRY «Equitable Remedies», 9η έκδοση, στη σελίδα 469: «Hence the powers of courts with equitable jurisdiction to grant interlocutory injunctions must, subject to any relevant territorial or statutory restrictions, now be taken to be without limits». Στο πλαίσιο της απόφασης της στην Αίτηση της IKOS CIF LTD για παραχώρηση άδειας καταχώρησης αίτησης certiorari, Πολ. ECLI:CY:AD:2015:D146, Αίτ. αρ. 35/2015, ημερ. 03.03.2015, η σεβαστή Δικαστής Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, υπέδειξε πως το γεγονός ότι ένα διάταγμα έγινε απόλυτο, (είτε εκ συμφώνου είτε όχι) δεν αναιρεί τον προσωρινό χαρακτήρα του διατάγματος, αφού εκ της φύσεως του τούτο ισχύει απλώς μέχρι τέλους της αγωγής. Καταγράφοντας περαιτέρω τη διαφωνία της με την θέση ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έσφαλε επί του ότι προέβη σε ακύρωση εκ συμφώνου διατάγματος που δεν ήταν προσωρινό, σημείωσε ταυτόχρονα ότι στις ενδιάμεσες αιτήσεις και στα ενδιάμεσα διατάγματα, δεν υπάρχει με την αυστηρή έννοια του όρου δεδικασμένο και ότι τέτοια διατάγματα μπορεί να τροποποιηθούν ή/και να ακυρωθούν ανάλογα με τις περιστάσεις. Ο σεβαστός Δικαστής Ναθαναήλ, (Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε) στο πλαίσιο ενδιάμεσης απόφασης του στα πλαίσια της αγωγής αρ. 5581/2005, Ε.Δ. Λευκωσίας, Joseph P Lasala κ.α. v Λυκούργου Κυπριανού κ.α., ημερομηνίας 19.04.2006, σημειώνοντας ότι η τροποποίηση ενός διατάγματος είναι εν πάση περιπτώσει δυνατή είτε στα πλαίσια των προνοιών του άρθρου 32
(2)του Ν.14/1960 είτε στα πλαίσια της σύμφυτης εξουσίας του δικαστηρίου, υπέδειξε παράλληλα ότι αίτημα τροποποίησης ενός διατάγματος παραμένει ένδικο μέτρο στα πλαίσια της επίκλησης του δικαιώματος της επιείκειας και ως τέτοιο, χρησιμοποιείται κατ' εξοχή όταν έχουν προκύψει νέα στοιχεία, μεταγενέστερα της έκδοσης ή ακόμα και της οριστικοποίησης ενός διατάγματος. Σύμφωνα με το εδάφιο 2 του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960): «Οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, εκδοθέν συμφώνως τω εδαφίω (Ι), δύναται να εκδοθεί υπό τοιούτους όρους και προϋποθέσεις ως το δικαστήριον θεωρεί δίκαιον, και το δικαστήριον δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να ακυρώσει ή τροποποίηση οιονδήποτε τοιούτον διάταγμα». Έχοντας ήδη σημειώσει τις ως άνω θέσεις επί του ζητήματος, τις οποίες υιοθετώ και επαναλαμβάνω για σκοπούς της παρούσας, είναι φανερό ότι το δικαστήριο, σύμφωνα και με το γράμμα του ως άνω εδαφίου του νόμου, διατηρεί αλώβητη την εξουσία, εάν αποδειχθεί ενώπιων του εύλογη αιτία προς τούτο, να ακυρώσει ή τροποποιήσει, σε οποιονδήποτε χρόνο, διάταγμα που σε προγενέστερο στάδιο έχει εκδώσει. Δυνατότητα που διατηρεί εξ' άλλου, στο πλαίσιο της ευρύτατης σύμφυτης εξουσίας που έχει καθ' ον χρόνο πραγματώνει την αποστολή του, κινούμενο στο πλαίσιο του δικαίου της επιείκειας. Στην πρόσφατη απόφασή του, στο πλαίσιο της υπόθεσης Lupusco Volga Farming Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A77, Πολ. Έφεση Αρ. 209/2014, ημερ. 06.12.2017, το Ανώτατο Δικαστήριο απασχόλησε, μεταξύ άλλων, η δυνατότητα ή μη διαφοροποίησης ή τροποποίησης ή ακύρωσης εκ συμφώνου εκδοθέντος διατάγματος. Παραπέμποντας σε σχετική με το ζήτημα Αγγλική αλλά και Κυπριακή νομολογία, υπέδειξε καταληκτικά ότι: «Θα πρέπει να εξετάζεται σε κάθε περίπτωση κατά πόσο ένα εκ συμφώνου διάταγμα συνιστά στην πραγματικότητα συμφωνία μεταξύ των διαδίκων τέτοια που να έχει ως αποτέλεσμα την τελική διευθέτηση της αγωγής». Σημειώνεται ότι η ως άνω υπόδειξη έγινε με ειδικότερη παραπομπή στο λόγο της Siebe Gorman & Co Ltd v Pneupac Ltd
(1982)1 ALL E.R. 377, όπου ο Λόρδος Denning, M.R., αναλύοντας την έννοια του εκ συμφώνου διατάγματος, υπέδειξε ότι: «We have had a discussion about "consent orders". It should be clearly understood by the profession that, when an order is expressed to be made "by consent", it is ambiguous. There are two meanings to the words "by consent". That was observed by Lord Greene M.R. in Chandless-Chandless v. Nicholson,
(1942)2 All E.R. 315 at 317
(1942)2 KB 321 at 324. One meaning is this: the words "by consent" may evidence a real contract between the parties. In such a case the court will only interfere with such an order on the same grounds as it would with any other contract. The other meaning is this: the words "by consent" may mean "the parties hereto not objecting". In such a case there is no real contract between the parties. The order can be altered or varied by the court in the same circumstances as any other order that is made by the court withourt the consent of the parties. In every case it is necessary to discover which meaning is used. Does the order evidence a real contract between the parties? Or does it only evidence an order made without objection?» Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, ως αυτές αναδύονται από το φάκελο της διαδικασίας σε σχέση με την εκ συμφώνου απολυτοποίηση του διατάγματος στις 07.04.2017, είναι φανερό ότι οι εμπλεκόμενες πλευρές δεν συνομολόγησαν οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ τους η οποία ρύθμιζε και καθόριζε κατά τρόπο τελειωτικό τα ζητήματα που απασχολούν τις πλευρές στην παρούσα αγωγή. Αντίθετα, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί ότι η σύμφωνη τοποθέτηση τους στην οριστικοποίηση του διατάγματος, περιλάμβανε ταυτόχρονα και την ενσωμάτωση στο διάταγμα πρόνοιας ότι τούτο θα παραμείνει σε ισχύ μέχρι «της εκδικάσεως και της πλήρους αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του δικαστηρίου». Ρητά κατέγραψαν δηλαδή, ότι η συμφωνία τους για να καταστεί απόλυτο το σχετικό διάταγμα ίσχυε «. και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του δικαστηρίου». Ως δε διαφαίνεται από το πρακτικό της διαδικασίας ημερομηνίας 07.04.2017, οι δικηγόροι όλων των πλευρών, παρά την συμφωνία τους στην οριστικοποίηση του ως άνω διατάγματος κατά τον πιο πάνω τρόπο, ρητά επιφύλαξαν όλα τα δικαιώματά τους αναφορικά με τα επίδικα ζητήματα, σημειώνοντας ότι η πιο πάνω δήλωση συγκατάθεσή τους στην οριστικοποίηση του διατάγματος, δεν συνιστούσε απεμπόληση - «waiver» - οποιουδήποτε νόμιμου δικαιώματος τους. Συνακόλουθα, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, οι ενάγοντες δεν φαίνεται να αντιμετωπίζουν, ως οι αιτητές προκρίνουν, ανυπέρβλητο εμπόδιο προώθησης της αίτησής τους ημερ. 06.02.2018, από το γεγονός και μόνο ότι μέσω της, επιζητούν την αντικατάσταση και/ή τροποποίηση διατάγματος το οποίο εκ συμφώνου κατέστη απόλυτο. Αποτέλεσε θέση των αιτητών ότι παρόμοιο αίτημα ως αυτό προωθείτε από τους ενάγοντες με την αίτησή τους, ημερ. 06.02.2018, υποβλήθηκε από την πλευρά των τελευταίων μέσω της μονομερούς αίτησής τους ημερ. 29.11.2016, και απορρίφθηκε από το δικαστήριο. Ευθύς εξ' αρχής θα πρέπει να σημειωθεί ότι τούτο δεν επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία του φακέλου της διαδικασίας. Ως προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας, το σχετικό αίτημα ως προωθήθηκε τελικά ενώπιον του δικαστηρίου μέσω της αίτησης ημερ. 29.11.2016, διαμορφώθηκε κατά τρόπο που να επιζητείται η μεταφορά του χρηματικού ποσού σε λογαριασμό του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Εν πάση περιπτώσει και εκ του περισσού ίσως, θα πρέπει να σημειωθεί πως στην υπό συζήτηση περίπτωση, τυχόν προγενέστερη προσπάθειά των εναγόντων να διεκδικήσουν την ίδια θεραπεία, με δεδομένη την προβαλλόμενη διαφοροποίηση των περιστατικών της υπόθεσης και την εισαγωγή εκ μέρους των αιτητών νέων δεδομένων στη βάση των οποίων επανέρχονται, τούτο δεν θα μπορούσε να αποτελέσει ανάχωμα στη νέα τους προσπάθεια. Υπό τις διαφορετικές περιστάσεις και τη νέα κατάσταση πραγμάτων που επικαλούνται επιδιώκοντας τούτο, δεν θα μπορούσε να ισχύσει η αρχή του δεδικασμένου όπως γίνεται κατανοητό ότι εισηγούνται οι αιτητές. Η εισήγηση ότι με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ως αυτό επιζητείται στα πλαίσια της αίτησης 06.02.2018, αποφασίζεται οριστικά και τελεσίδικα η ουσία της αγωγής, δεν μπορεί επίσης κατά την αντίληψή μου να αποτρέψει, προκαταβολικά, τη συζήτηση της ως άνω αίτησης. Πέραν του γεγονότος ότι η επιζητούμενη θεραπεία μέσω της αίτησης ημερ. 06.02.2018, είναι φανερό ότι καλύπτει μέρος μόνο των διεκδικούμενων αξιώσεων των εναγόντων, ως αυτές τουλάχιστον αποτυπώνονται στο κλητήριο ένταλμα της ως άνω αγωγής, ανάμεσα στις οποίες είναι και η διεκδίκηση αποζημιώσεων που εδράζονται σε διάφορες νομικές βάσεις και νομολογιακές αρχές, κατ' επανάληψη έχει υποδειχτεί από τη νομολογία των δικαστηρίων μας, το γεγονός πως η παροχή από το ενδιάμεσο στάδιο ταυτόσημης θεραπείας με την αγωγή, παρόλο που δεν αποτελεί επιθυμητή προοπτική, αυτή δεν αποκλείεται. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας που να το απαγορεύει. Αποτελεί πάντα ζήτημα που εξετάζεται ανάλογα με τα γεγονότα και τη φύση της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης. (βλ. Avila Management Sevrices Ltd κ.α. v Stepanek
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403, Penderhill Holdings Limited κ.α. ν. Ιωάννη Κλουκινα κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτικές Εφέσεις 319/2011 και 320/2011 ημερ. 13.01.2014) Δεν πρέπει άλλωστε να διαλανθάνει της προσοχής ότι η θεραπεία που δίδεται μέσω ενός ενδιάμεσου διατάγματος έστω και αν αυτό οριστικοποιηθεί, παραμένει ενδιάμεση θεραπεία, δυνάμενη να αναθεωρηθεί σε οποιαδήποτε στιγμή οι περιστάσεις το δικαιολογούν, ενώ αντίθετα, οι θεραπείες που αποδίδονται με την αποδοχή της απαίτησης ενός κλητηρίου, αν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές. Η προώθηση άλλωστε της διεκδικούμενης θεραπείας μέσω της αίτησης ημερ. 06.02.2018, εδράζοντας το αίτημα σε διαφορετικές νομικές βάσεις, οι οποίες πάντως αναγνωρίζονται ως τέτοιες στο νόμο, τους διαδικαστικούς κανονισμούς και τη νομολογία, δεν βλέπω πως στην υπό συζήτηση περίπτωση και στη βάση των γεγονότων που την περιβάλλουν, ως τέθηκαν τουλάχιστον υπόψη του δικαστηρίου μέχρι σήμερα, μπορούν να προκαλέσουν στην πλευρά των εναγομένων αρ.2, 4 και 5 - αιτητών αμηχανία και ενόχληση, στο βαθμό που το δικαστήριο σε αυτό το πρώιμο στάδιο θα πρέπει να παρέμβει απορρίπτοντας συλλήβδην και συνοπτικά την αίτηση. Η διεκδίκηση μιας θεραπείας στη βάση διαφορετικών νομικών βάσεων, δεν φαίνεται από μόνη της να αποτελεί απαγορευτική εξέλιξη. Το βάρος εξακολουθεί πάντα να βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, οι οποίοι θα πρέπει, στο βαθμό που κατά περίπτωση απαιτείται από αυτούς, να πείσουν ότι δικαιούνται της αιτουμένης θεραπείας κατά τον τρόπο που επέλεξαν να διεκδικήσουν τούτο. Οι εναγόμενοι, έχοντας υπόψη τις διεκδικήσεις των αιτητών και που αυτές εδράζονται, έχουν κάθε δικαίωμα και δυνατότητα να προβάλουν τις θέσεις τους σε σχέση με τη διεκδικούμενη μέσω της αίτησης θεραπείας. Ομοίως, οι αιτιάσεις περί αντιφατικότητάς του αιτούμενου διατάγματος με το υφιστάμενο, δεν φαίνονται ικανές να ανακόψουν την πορεία και την εξέταση της αίτησης ημερ. 06.02.2018 από αυτό το στάδιο. Πέραν του γεγονότος ότι το υφιστάμενο διάταγμα ως έχει καταστεί εκ συμφώνου απόλυτο, έχοντας μεσολαβήσει ήδη η μεταφορά του σχετικού ποσού σε λογαριασμό του πρωτοκολλητή φαίνεται να έχει ήδη εκτελεστεί, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ζήτημα κατά πόσο τυχόν νέο διάταγμα του δικαστηρίου, θα έρχεται σε σύγκρουση με το υφιστάμενο, αποτελεί ζήτημα που θα απασχολήσει κατά το στάδιο που το δικαστήριο θα κληθεί να εξετάσει τις ουσιαστικές πτυχές της αίτησης ημερομηνίας 06.02.2018, αποφασίζοντας μεταξύ άλλων, πέραν από την αναγκαιότητα και το δικαιολογημένο της τυχόν έκδοσης του και το περιεχόμενο του τελευταίου. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, ουδείς από τους λογούς που προκρίνουν οι αιτητές καθιστούν ξεκάθαρο και αδιαμφισβήτητο ότι η αίτηση ημερομηνίας 06.02.2018 στερείται οποιασδήποτε δυνατότητας επιτυχίας ή ότι καταχρηστικά προωθείται. Δεν έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου οτιδήποτε, ικανό να πείσει ότι η αίτηση ημερ. 06.02.2018, είναι τόσο επιπόλαια, ενοχλητική ή παράτυπη και αντίθετη με το νόμο, κατά τρόπο που θα επέβαλλε από αυτό το στάδιο την καταλυτική παρέμβαση του δικαστηρίου κατά τον τρόπο που αξιώνεται τούτο από τους αιτητές μέσω της υπό συζήτηση αίτησης. Τούτων λεχθέντων, παρέλκει αισθάνομαι η αναγκαιότητα επισήμανσης του αυτονόητου, ότι δηλαδή η αίτηση ημερ. 06.02.2018, επί της ουσίας της, θα αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης και δικαστικής κρίσης αφού τεθούν υπόψη του δικαστηρίου οι θέσεις όλων των ενδιαφερόμενων πλευρών, επί του συνόλου των ουσιαστικών της πτυχών. Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται. Κρίνοντας ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχει λόγος που να οδηγεί στην εκτόπιση του βασικού κανόνα, ο οποίος προβλέπει ότι τα έξοδα συνήθως πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, (βλ. Halsbury's Laws of England 3η έκδοση σελ. 421 Παρ. 795-796) τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση και σε βάρος των εναγομένων αρ.2, 4 και 5 - αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή. Να καταβληθούν δε στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο