← Κύπρος

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3014/09, 22/11/2018

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3014/09, 22/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A590 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3014/09 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Εναγόντων ΚΑΙ XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εναγομένου ----------------- Αίτηση Εναγομένου ημερομηνίας 8.11.18 για τροποποίηση Ημερομηνία: 22 Νοεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Στ. Αυγουστής Για Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κα Ν. Παπανδρέου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση ο Εναγόμενος (στο εξής ο Αιτητής) αποσκοπεί στην τροποποίηση της Υπεράσπισης του ως και στην προσθήκη Ανταπαίτησης. Η Αίτηση - η οποία βασίζεται στη Δ.19 Θ 4, 13, Δ.25 Θ 1 - 5, Δ.48 Θ 1 - 5, 7,8 και 9 και Δ.64 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην πρακτική, διακριτική ευχέρεια και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου ημερομηνίας 8.11.18 - προσέκρουσε σε ένσταση των Εναγόντων (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση) οι οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Έλενας Μανέντζου ημερομηνίας 15.11.18 Όπως διατείνεται ο Εναγόμενος, κατά τη δικάσιμο της 29.10.18 και κατά την ανάγνωση της γραπτής του δήλωσης ενώπιον του Δικαστηρίου, διαπίστωσε, όπως και οι δικηγόροι του, ότι το περιεχόμενο της Υπεράσπισης του δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ως εκ τούτου κατέστη αναγκαία η τροποποίηση της. Σημειώνει ότι στις 7.2.18 διόρισε τους νέους δικηγόρους του Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ, εις αντικατάσταση του κ. Δημήτρη Βάκη. Την παρούσα υπόθεση του, τη χειριζόταν ο δικηγόρος Χριστόφορος Λύτρας εκ μέρους του δικηγορικού γραφείου Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ, ο οποίος αποχώρησε από το εν λόγω γραφείο και πλέον την υπόθεση του χειρίζεται ο κ. Στ. Αυγουστή εκ μέρους του ιδίου γραφείου. Ισχυρίζεται ότι κατά την έναρξη της κυρίως εξέτασης του και κατά την ανάγνωση της γραπτής δήλωσης του, αντιλήφθηκε ότι έπρεπε να είχε αναφέρει τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, τόσο στον κ. Λύτρα, όσο και στον κ. Αυγουστή ώστε αυτά να δικογραφηθούν και ακολούθως να μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Όσα έχει αναφέρει στους δικηγόρους του δεν περιέχονται στην Έκθεση Υπεράσπισης του και συνεπώς δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης. Ανέφερε ότι λόγω άγνοιας και αμέλειας του αναφορικά με τη σύνταξη της Υπεράσπισης, δεν είχε αναφέρει τα πραγματικά γεγονότα στον κ. Λύτρα, κατά την προετοιμασία προηγούμενης Αίτησης του για τροποποίησης της Υπεράσπισης του, διότι νόμιζε ότι μπορούσε να τα αναφέρει στο Δικαστήριο κατά τη μαρτυρία του. Αναφέρθηκε περαιτέρω στις αιτούμενες τροποποιήσεις και ειδικότερα στο ποσό των €5.000.000 που συνιστά το ποσό των παράνομων και αντισυμβατικών υπερχρεώσεων και αποτελεί το αντικείμενο της αιτούμενης προσθήκης Ανταπαίτησης και ισχυρίστηκε ότι αν και στην Υπεράσπιση του αναφέρεται σε τέτοιες παράνομες υπερχρεώσεις, δεν ανέφερε το συγκεκριμένο ποσό αυτών, διότι ο λογιστής στον οποίο ανέθεσε να προβεί σε επαλήθευση του ισχυριζόμενου χρέους, μόλις πρόσφατα την ετοίμασε ώστε να περιέχει τις εν λόγω υπερχρεώσεις μέχρι και σήμερα. Εάν ετοιμαζόταν η επαλήθευση στο παρελθόν και κατά την καταχώρισης της Αγωγής τότε το ποσό των υπερχρεώσεων δεν θα ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και δεν θα περιείχε τις παράνομες χρεώσεις μέχρι σήμερα. Ισχυρίζεται ότι η παρούσα Αίτηση είναι απόλυτα αναγκαία ώστε η Υπεράσπιση του να συνάδει με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία θα πρέπει να αποτελέσουν επίδικα θέματα και το Δικαστήριο να αποφασίσει επί αυτών, ώστε να μην αποστερηθεί του αναφαίρετου συνταγματικού δικαιώματος του για να τύχει δίκαιας δίκης. Οι Καθ' ων η αίτηση έχουν κλείσει την υπόθεση τους και οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν θα επηρεάσουν τα δικαιώματα τους, ούτε και θα προκληθεί σε αυτούς ζημιά ή αδικία εφόσον μπορούν να ζητήσουν την επανακλήτευση των μαρτύρων που έχουν ήδη καταθέσει στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, η καθυστέρηση που τυχόν θα δημιουργηθεί, μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν δικογραφήθηκαν έγκαιρα λόγω της δικής του πεποίθησης ότι δεν ήταν αναγκαίο να δικογραφηθούν. Χωρίς τις αιτούμενες τροποποιήσεις, θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, αφού τα συγκεκριμένα γεγονότα είναι απόλυτα συνυφασμένα με τα επίδικα θέματα. Σε τέτοια περίπτωση, ο ίδιος θα υποστεί ουσιαστική ζημιά εφόσον θα του αποστερηθεί η δυνατότητα να προωθήσει τις υπερασπίσεις του με ενδεχόμενο να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη. Ισχυρίζεται ότι η καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης είναι μικρή και η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται καλόπιστα, χωρίς να αποσκοπεί στην καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης ή σε βλάβη των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση. Σημειώνει τέλος ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις δεν προστίθεται νέα γραμμή Υπεράσπισης, ούτε και εκτροχιάζει την υπόθεση από τα επίδικα θέματα, αλλά διατυπώνεται και επεξηγείται καλύτερα η υφιστάμενη γραμμή Υπεράσπισης του. Οι Καθ' ων η αίτηση με την ένσταση τους προέβαλαν

(23)λόγους ένσταση, οι οποίοι συνοψίζονται στους εξής
(12):
  1. Η Αίτηση αποτελεί έκδηλη κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και προωθείται για αλλότριο σκοπό με μοναδικό στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης.
  2. Η αίτηση καταχωρίστηκε με υπερβολική και αδικαιολόγητη καθυστέρηση δηλαδή μετά παρέλευση 9 ½ χρόνων από την καταχώριση της αγωγής, μετά την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης 2 φορές κατόπιν Διαταγμάτων 15.5.18 και 28.2.18 και μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των Καθ' ων η αίτηση και την προσκόμιση μαρτυρίας από 4 μάρτυρες. Με αυτά τα δεδομένα, προκαλείται ουσιαστική ζημιά στους Καθ' ων η αίτηση η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ τους.
  3. Η Αίτηση αποτελεί έκδηλη κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας διότι τυχόν έγκριση της θα οδηγήσει σε πολλαπλότητα των διαδικασιών και θα υπάρχει κίνδυνος ανάκτησης διπλής αποζημίωσης από τον Αιτητή, εφόσον αυτός το 2017 καταχώρισε μαζί με την Πρωτοφειλέτιδα Εταιρεία Totalfill Ltd την αγωγή με αρ. 1289/17 εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, τις ίδιες αξιώσεις και ισχυρισμούς που επιχειρεί να προβάλει μέσω της αιτούμενης ανταπαίτησης στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν ισχυρισμούς που μόνο η Πρωτοφειλέτιδα Εταιρεία Totalfill Ltd μπορεί να προωθήσει εναντίον των Καθ' ων η αίτηση και όχι ο Αιτητής υπό την ιδιότητα του Εγγυητή.
  4. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν ισχυρισμούς που δεν είναι απαραίτητο να δικογραφηθούν ως ουσιώδεις ισχυρισμοί και/ή είναι περιττές διότι ήδη δικογραφούνται στην τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και αν επιτραπούν, θα αποτελούν αχρείαστη επανάληψη με αποτέλεσμα τον πλήρη εκτροχιασμό και καθυστέρηση της ακροαματικής διαδικασίας.
  5. Από το περιεχόμενο της Αίτησης δεν είναι εμφανείς οι αιτούμενες τροποποιήσεις και επομένως με τυχόν έγκριση τους οι Καθ' ων η αίτηση δεν θα γνωρίζουν με σαφήνεια και καθαρότητα ποια είναι η υπεράσπιση και ανταπαίτηση του Αιτητή εναντίον τους.
  6. Η αλλαγή δικηγόρου του Αιτητή από το ίδιο δικηγορικό γραφείο που τον εκπροσωπεί, δεν παρέχει λόγο για την έγκριση των αιτούμενων Διαταγμάτων, αλλά ούτε και δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας Αίτησης.
  7. Η λανθασμένη ισχυριζόμενη πεποίθηση του Αιτητή για τους κανόνες σύνταξης δικογράφων, δεν παρέχει αφ' εαυτής λόγο για την έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων, ούτε και δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας Αίτησης.
  8. Ο Αιτητής δεν αιτιολόγησε επαρκώς την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος του και η προσφερόμενη αιτιολογία είναι έκδηλα αναληθής και αντίθετη με τα πρακτικά του Δικαστηρίου ως και με προηγούμενη ένορκη δήλωση του και/ή δικογραφημένες θέσεις του.
  9. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις ο Αιτητής επιχειρεί να προβάλει σειρά νέων υπερασπίσεων και/ή ανταξίωση και τυχόν έγκριση τους θα οδηγήσει σε πλήρη επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και/ή θα μεταβάλει το πλαίσιο της δίκης. Στην ουσία επιχειρείται η μετατροπή της πραγματικής και νομικής βάσης της Τροποποιημένης Υπεράσπισης του Αιτητή.
  10. Τυχόν έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων θα επιβάλει στους Καθ' ων η αίτηση τη λήψη περαιτέρω δικονομικών μέτρων και/ή την επανακρόαση της υπόθεσης, πλήττοντας ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα των Καθ' ων η αίτηση που είναι συνυφασμένα με τη βεβαιότητα των διαδίκων για το αντικείμενο της δίκης και λογική προσδοκία για το χρόνο αποπεράτωσης της.
  11. Η παρούσα Αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και καταχρηστική εφόσον όλοι οι ισχυρισμοί του Αιτητή αφορούν γεγονότα που ήταν και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά και/ή εύλογα και εύκολα και με εύλογη επιμέλεια θα μπορούσαν να εντοπιστούν από τον Αιτητή και τους δικηγόρους του στα αρχικά στάδια της διαδικασίας ή και κατά το χρόνο καταχώρισης εκ μέρους του δύο προηγούμενων αιτήσεων για τροποποίηση της Υπεράσπισης του και εν πάση περιπτώσει προτού οι Καθ' ων η αίτηση κλείσουν την υπόθεση τους.
  12. Η παρούσα Αίτηση είναι επιπόλαια, ενοχλητική και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και τυχόν έγκριση της θα οδηγήσει σε παραβίαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος των Καθ' ων η αίτηση για διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρόνου. Η ένσταση των Καθ' ων η αίτηση, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Έλενας Μανέντζου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Καθ' ων η αίτηση, ημερομηνίας 15.11.
  13. Αναφέρθηκε στο ιστορικό της παρούσας αγωγής ως και στις δύο προηγούμενες Αιτήσεις τροποποίησης της Υπεράσπισης του Αιτητή ημερομηνίας 20.4.15 και 27.2.18, τονίζοντας ότι η παρούσα Αίτηση ημερομηνίας 8.11.18 καταχωρίστηκε μετά που οι Καθ' ων η αίτηση έκλεισαν την υπόθεση τους στις 29.10.
  14. Ισχυρίζεται ότι η παρούσα Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω της μακράς, υπερβολικής και αδικαιολόγητης καθυστέρησης της και δεν καταδεικνύεται από τον Αιτητή οποιαδήποτε επαρκής ή πειστική αιτιολογία που να τη δικαιολογεί. Και τούτο, με δεδομένο ότι η αγωγή καταχωρίστηκε το 2009, ενώ η παρούσα Αίτηση το 2018, μετά την τροποποίηση της Υπεράσπισης δύο φορές (στις 15.5.15 κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και στις 28.2.18 εκ συμφώνου), μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού οι Καθ' ων η αίτηση έκλεισαν την υπόθεση τους στις 29.10.
  15. Αναφέρθηκε περαιτέρω στην Αγωγή με αρ. 1289/17 (τεκμήριο 1) την οποία καταχώρισε ο Αιτητής με την Πρωτοφειλέτιδα Εταιρεία εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει ότι ο Αιτητής γνώριζε πολύ καλά και είχε πληροφορήσει τους δικηγόρους του από το 2017 για όσα σήμερα προσπαθεί να προωθήσει με την παρούσα Αίτηση του. Ισχυρίζεται ότι η αιτιολογία του Αιτητή ότι δεν είχε αναφέρει στους δικηγόρους του τα γεγονότα που επιθυμεί να προβάλει, λόγω της δικής του αμέλειας, διότι νόμιζε ότι μπορούσε να τα αναφέρει με τη δική του μαρτυρία, δεν αποτελεί με βάση τη νομολογία νόμιμη και έγκυρη βάση για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις οδηγούν σε πλήρη μετατροπή της πραγματικής και νομικής Υπεράσπισης του Αιτητή, ο οποίος θυμήθηκε μετά από 9 ½ χρόνια από την καταχώριση της αγωγής, ότι έχει αξίωση για αποζημιώσεις εναντίον των Καθ' ων η αίτηση. Επανέλαβε τους πιο πάνω λόγους ένστασης και εισηγήθηκε ότι η παρούσα Αίτηση προωθείται για αλλότριο σκοπό και/ή μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της ολοκλήρωσης της εκδίκασης της Αγωγής. Αναφέρθηκε και σχολίασε στην παράγραφο 34 της ένορκης δήλωσης της, τους ισχυρισμούς του Αιτητή που προσπαθεί να εισάγει ως Υπεράσπιση του και ζήτησε την απόρριψη της παρούσας Αίτησης. Στο στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις, παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου που πραγματεύονται τις αρχές της τροποποίησης. Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν εισηγήσεις, έχοντας προς τούτο υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (βλ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1998)1(Ε) Α.Α.Δ. 33, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44, Χρίστου ν. Αζά
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Fereos v. Martin Brothers
(1997)1 Α.Α.Δ. 370, Pelekanos v. Πελεκάνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075, Τσαγγάρης ν. Γαβριηλίδου
(2002)1 Α.Α.Δ. 156, Στυλιανού ν. Λαϊκής
(2002)1 Α.Α.Δ. 746, Ταξί Κυριάκος ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560 και άλλες) οι οποίες συνοψίζονται ως ακολούθως. Η τροποποίηση ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν αναγκαία. Το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, λαμβάνει υπόψη σειρά παραγόντων, όπως οι επιπτώσεις που θα επιφέρει η τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου, ως και ο χρόνος υποβολής του αιτήματος. Ο χρόνος, όμως, δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Θα πρέπει, όμως, να δικαιολογείται κάθε καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση, βάρος που επαυξάνει αναλόγως της καθυστέρησης. Ένας άλλος παράγοντας που συνεκτιμάται είναι και η δυνατότητα που είχε ο αιτητής για συμπερίληψη των ισχυρισμών του σε προγενέστερο στάδιο, αλλά η σύγχρονη τάση είναι να εγκρίνονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις έστω και αν παρατηρήθηκε αμέλεια ή καθυστέρηση. Επιγραμματικά, τέλος, η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα, εκτός στις περιπτώσεις που προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί με έξοδα. Στην Απόφαση Αντώνης Ανδρέου ν. Adboard Media Ltd κ.ά στην Αγωγή αρ.4/11 ημερ. 16.9.14, ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συνοψίστηκαν επίσης οι αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης δικογράφων και σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Το θέμα της τροποποίησης δικογράφων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται και πρέπει να ασκείται φιλελεύθερα, χωρίς να διέπεται σε άκαμπτους κανόνες, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση επιβεβλημένη για την αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης. Έργο που επιτελείται μετά τη συνεκτίμηση όλων των παραγόντων που αφορούν στην κάθε περίπτωση, συμπεριλαμβανομένων και επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν, στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.ά
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 237). Ακόμη και εκεί όπου η απαιτούμενη τροποποίηση είναι το αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, μπορεί να παραχωρηθεί η θεραπεία (Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη κ.ά., Πολιτική Έφεση 79/2009, 4.5.2012). Προϋποθέτει βεβαίως η έγκριση του αιτήματος, ότι ο αιτητής, δεν ενεργεί κακόπιστα και ότι η αιτιολόγηση του αιτήματος για την όποια καθυστέρηση, η οποία ποικίλει αναλόγως με το στάδιο που υποβάλλεται η αίτηση, δεν προκαλεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά. Η εισαγωγή νέου ζητήματος, δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου πάντοτε, ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες στην άλλη πλευρά. Η διαχρονική γραμμή της νομολογίας επαναλαμβάνει ως θεμελιακή αρχή πως, τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση, όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και προς αποτροπή της πολλαπλότητας των δικαστικών διαδικασιών. Ακόμα και στην περίπτωση που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η αίτηση δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται πάντοτε υπό το πρίσμα των στοιχείων της κάθε περίπτωσης. Κυρίαρχος παράγοντας κατά πάντα χρόνο και σε κάθε περίπτωση ώστε να επιτραπεί η τροποποίηση, συνιστά το συμφέρον της δικαιοσύνης (IKOS CIF LTD v. MARTIN COWARD κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20.3.2014).» Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές, διεξήλθα με προσοχή την παρούσα Αίτηση και τις αιτούμενες τροποποιήσεις και έχω διαπιστώσει ότι ο Αιτητής με αυτήν επιδιώκει να εισάξει σωρεία γεγονότων και ισχυρισμών, μεταβάλλοντας ουσιαστικά και σε μεγάλο βαθμό την Υπεράσπιση του, εισάγοντας επιπρόσθετα και Ανταπαίτηση εναντίον των Καθ' ων η αίτηση. Περαιτέρω, διαπιστώνεται υπερβολική καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης και συγκεκριμένα παρέλευση σχεδόν 10 χρόνων από την καταχώριση της αγωγής, 9 χρόνων από την καταχώριση της Υπεράσπισης του στις 26.2.10 και 4 χρόνων από την καταχώριση της πρώτης τροποποιημένης Υπεράσπισης του στις 15.5.
  1. Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 16.1.18 και κατόπιν εκ συμφώνου Διατάγματος του Δικαστηρίου, ο Αιτητής καταχώρισε την δεύτερη τροποποιημένη Υπεράσπιση του στις 28.2.18, δηλαδή μετά παρέλευση τριών χρόνων από την πρώτη τροποποίηση στις 15.5.
  2. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης των Καθ' ων η αίτηση και την έναρξη της δικής του μαρτυρίας, ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα Αίτηση στις 8.11.18 (δηλαδή μετά παρέλευση 9 μηνών από την προηγούμενη Αίτηση ημερομηνίας 28.2.18), επιδιώκοντας για τρίτη φορά την τροποποίηση της Υπεράσπισης του. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι ο Αιτητής έχει το επαυξημένο βάρος να δώσει στο Δικαστήριο επαρκείς και ικανοποιητικές εξηγήσεις, τόσο ως προς το θέμα της μεγάλης καθυστέρησης και την επιδίωξη της αιτούμενης τροποποίησης σε προχωρημένο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, όσο και ως προς την παράλειψη του να συμπεριλάβει τους ισχυρισμούς του που αφορούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις, στις δύο προηγούμενες Αιτήσεις για τροποποίηση της Υπεράσπισης του. Ο Αιτητής προς απόσειση του πιο πάνω βάρους, τον μοναδικό λόγο που προβάλλει είναι η αποχώρηση του δικηγόρου κ. Λύτρα από το δικηγορικό γραφείο που τον εκπροσωπεί και την ανάληψη του χειρισμού της υπόθεσης του από τον κ. Σ. Αυγουστή, ο οποίος εργοδοτείται στο ίδιο γραφείο, ως και τη δική του αμέλεια, η οποία συνίσταται στην άγνοια του ως προς τη σύνταξη της Υπεράσπισης του, λόγω της οποίας παρέλειψε να αναφέρει τα γεγονότα που επιθυμεί να εισάξει στον κ. Λύτρα, ώστε να τα συμπεριλάβει στην προηγούμενη δεύτερη Αίτηση του για τροποποίηση. Και τούτο γιατί είχε την εσφαλμένη εντύπωση ότι θα μπορούσε να αναφέρει τα γεγονότα αυτά όταν θα κατέθετε ο ίδιος ως μάρτυρας στο Δικαστήριο. Σχετική επί του συγκεκριμένου ζητήματος είναι η υπόθεση IKOS CIF LTD v MARTIN COWARD κ.ά., Πολ. Εφ. 137/13 και 138/13 ημερομηνίας 20.3.14 και το ακόλουθο απόσπασμα: «Έχουν ήδη παρατεθεί οι βασικές αρχές, οι οποίες και συνιστούν τον γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση ζητήματος τροποποίησης δικογράφων. Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μυλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Σχετική επίσης είναι η πρόσφατη απόφαση του Α.Ε. FEDERAL BANK OF LEBANON (SAL) v XXXXΧ ΣΙΑΚΟΛΑΣ, Πολ. Εφ. Ε4/2017, ημερομηνίας 11.10.18, στην οποία συνοψίσθηκαν οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η διακριτική ευχέρεια που δίδεται στο Δικαστήριο με τη Δ.25 και από την οποία, το ακόλουθο απόσπασμα είναι σχετικό: «Αναφορικά με τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση δικογράφου, αυτή ασκείται στη βάση των δεδομένων της κάθε υπόθεσης. Ο χρόνος καταχώρησης της αγωγής αποτελεί ένα δεδομένο το οποίο λαμβάνεται υπόψη κατά την εξέταση τέτοιου αιτήματος, ειδικότερα όταν πρόκειται για μία υπόθεση που έχει καταχωρηθεί σχεδόν τριάντα χρόνια προηγουμένως. Συνεπώς, εξετάζοντας το χρόνο που διέρρευσε ως μέρος των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη για τέτοιου είδους αιτήσεις, είναι ο χρόνος καταχώρησης της αγωγής και όχι ο χρόνος που διετάχθη η επανεκδίκαση που λογίζεται ως αφετηρία. Με βάση τη νομολογία, σε αιτήσεις για τροποποίηση, ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 726). Όπου υπάρχει, όμως, καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης (Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223, ανωτέρω). Στην παρούσα περίπτωση, κρίθηκε από το 2002 ότι υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για τροποποίηση δικογράφου, σε συνάρτηση με το νόμο του Λιβάνου, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εύλογη εξήγηση. Δεν μπορεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης να αξιολογηθεί με διαφορετικό τρόπο ο παράγοντας χρόνου. Αντίθετη αντίκριση θα οδηγούσε σε παραδοξότητα. Γι' αυτό, θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, να εξετάσει τον παράγοντα χρόνο υπό αυτό το πρίσμα, κάτι που λανθασμένα δεν έπραξε. Επιπρόσθετα, σε μία υπόθεση όπου υπάρχει εκκρεμοδικία για τριάντα χρόνια, δεν μπορεί να μην εξετάσει το Δικαστήριο τις επιπτώσεις που θα έχει στην αντίδικη πλευρά η έγκριση τέτοιας τροποποίησης. Αναφορικά με την τροποποίηση της υπεράσπισης με στόχο να προστεθούν ισχυρισμοί περί δόλου και απάτης στη βάση της απόφασης του Εφετείου, θεωρούμε πως το Δικαστήριο θα έπρεπε να στρέψει την προσοχή του στο χρόνο που επιδιώκεται η τροποποίηση, εφόσον τα γεγονότα ήταν γνωστά στον εφεσίβλητο τουλάχιστον πριν ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης. Παράλειψη του να εισάξει τους ανάλογους ισχυρισμούς τότε και χωρίς να δώσει εξήγηση, δεν του επιτρέπει να αξιώνει την εισαγωγή τους τώρα. Ισχυρισμοί περί δόλου και απάτης πρέπει να εισάγονται στο δικόγραφο στα αρχικά στάδια για να γνωρίζει ο αντίδικος την υπόθεση που θα αντιμετωπίσει. Όπως αναφέρεται στο The Annual Practice 1958, Τόμος 1, στη σελίδα 626, δεν επιτρέπεται τροποποίηση με στόχο να προστεθεί ισχυρισμός περί δόλου ή απάτης (fraud) όταν δεν εγείρεται στο αρχικό δικόγραφο, παρά μόνο όταν εγείρεται σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας. Ο λόγος είναι προφανής. Ένας τέτοιος ισχυρισμός πρέπει να προβάλλεται σε αρχικό στάδιο, ώστε να μπορεί η αντίδικη πλευρά να προβάλει τις θέσεις της επί ενός τόσο σοβαρού θέματος. Εδώ η προσπάθεια εισαγωγής τέτοιου ισχυρισμού τριάντα χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής δεν είναι επιτρεπτή γιατί σίγουρα επηρεάζει τον αντίδικο, ο οποίος μετά από τόσα χρόνια θα αντιμετωπίσει νέους ισχυρισμούς και θα πρέπει να προσφέρει την ανάλογη μαρτυρία προς αντίκρουση των ισχυρισμών αυτών.» Στην υπό εξέταση υπόθεση, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης δεν είναι συμβατό με την παροχή άδειας για τροποποίηση της Υπεράσπισης του Αιτητή. Και τούτο γιατί, όπως προκύπτει από την ίδια την ένορκη δήλωση του Αιτητή, τα γεγονότα που επιδιώκει να εισάξει ήταν εξαρχής γνωστά στον ίδιο και σε κανένα σημείο της ένορκης δήλωσης του ισχυρίζεται ότι πρόκειται για γεγονότα που περιήλθαν εκ των υστέρων σε γνώση του. Αντίθετα, ο ίδιος ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 27.2.18 που υποστηρίζει τη δεύτερη Αίτηση του για τροποποίηση της Υπεράσπισης του, είχε αποδώσει ευθύνη στον προηγούμενο δικηγόρο που τον εκπροσωπούσε κ. Δημήτρη Βάκη για λανθασμένο χειρισμό της υπόθεση του και αιτήθηκε την τροποποίηση, προκειμένου να δικογραφηθούν τα πραγματικά γεγονότα που συνιστούν την Υπεράσπιση του. Επομένως, ο Αιτητής γνώριζε, τουλάχιστον από τις 27.2.18 ποια ήταν τα πραγματικά γεγονότα της Υπεράσπισης του, τα είχε αναφέρει στους νέους δικηγόρου του Παπαντωνίου και Παπαντωνίου ΔΕΠΕ και γι' αυτό είχε αιτηθεί την τροποποίηση ώστε να τα συμπεριλάβει στην Υπεράσπιση του. Η αναφορά του Αιτητή σε αλλαγή του δικηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση του, δεν συνιστά, με βάση την πιο πάνω νομολογία, βάσιμο λόγο ούτε και επαρκή δικαιολογία της παρατηρηθείσας ήδη καθυστέρησης. Πολύ περισσότερο γιατί δεν υπήρχε αλλαγή του δικηγορικού γραφείου που τον εκπροσωπεί, παρά μόνο εσωτερική αλλαγή του δικηγόρου που είχε αναλάβει το χειρισμό της υπόθεσης του και ο οποίος εργοδοτείται επίσης από το ίδιο δικηγορικό γραφείο. Η ρητή αναφορά του Αιτητή στην ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 27.2.18 ότι είχε αναφέρει τα πραγματικά γεγονότα της Υπεράσπισης του στους νέους του δικηγόρους Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ από τις 27.2.18, έρχεται σε άμεση αντίθεση με τη θέση που προέβαλε στην παρούσα ένορκη δήλωση του ότι λόγω της δικής του άγνοιας ως προς τον τρόπο σύνταξης της Υπεράσπισης του, είχε παραλείψει να αναφέρει τα πραγματικά γεγονότα της Υπεράσπισης του στον κ. Λύτρα που χειριζόταν τότε την υπόθεση του, ώστε να τα συμπεριλάβει στη δεύτερη Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 27.2.18. Η διαπίστωση αυτή καταδεικνύει με τον πιο εμφανή τρόπο ανυπαρξία καλής πίστης εκ μέρους του Αιτητή. Εν πάση περιπτώσει, τονίζεται ότι η άγνοια εκ μέρους του Αιτητή ως διάδικος, για τους κανόνες που διέπουν τη σύνταξη των δικογράφων, αφ' ης στιγμής εκπροσωπείται από δικηγόρο, δεν μπορεί κατά την άποψη μου να θεωρηθεί ως δικαιολογία για την παρατηρούμενη μακρά καθυστέρηση σχεδόν 10 χρόνων από την καταχώριση της αγωγής, η οποία οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει κανένα λόγο για την τροποποίηση του δικογράφου του. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για τη δεύτερη αίτηση τροποποίησης, μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και σε στάδιο που οι Καθ' ων η αίτηση έχουν κλείσει την υπόθεση τους στις 29.10.18. Τέλος, η παρούσα Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι αυτή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Και τούτο γιατί από μια απλή ανάγνωση της Oπισθογράφησης Απαίτησης του Κλητηρίου Εντάλματος στην Αγωγή με αρ. 1289/17, η οποία καταχωρίστηκε από την Εταιρεία Totalfill Ltd και τον Αιτητή εναντίον των Καθ' ων η αίτηση (τεκμήριο 1 στην ένσταση), προκύπτει κατά εμφανή τρόπο ότι αυτή αφορά τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις, την ακυρότητα των οποίων αξιώνει, ως και αποζημιώσεις, επί τη βάσει των ίδιων ισχυρισμών που επιθυμεί να προωθήσει με τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Συνεπώς, αν εγκριθεί η παρούσα Αίτηση, τροποποιηθεί η Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και προστεθεί η Ανταπαίτηση εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, τότε θα εκκρεμούν δύο διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου με δικογράφηση των ίδιων ισχυρισμών που αφορούν τα ίδια επίδικα θέματα. Συνεπώς θα δημιουργηθεί πολλαπλότητα διαδικασιών, κατά τρόπο που συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και κατασπατάληση δικαστικού χρόνου (Βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 (Α) ΑΑΔ 704). Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν Κώστας Γρηγοριάδης & Συνέταιροι
(2012)1 ΑΑΔ 817 και το ακόλουθο απόσπασμα: «Συμφωνούμε επίσης με την πρωτόδικη απόφαση πως οι προτεινόμενες τροποποιήσεις, σε περίπτωση που αυτές εγκρίνονταν, το Δικαστήριο θα κατέληγε να εκδικάζει, ενόψει των δικογραφημένων θέσεων του εφεσείοντα στην αγωγή 818/2002, τα ίδια γεγονότα δύο φορές, γεγονός που, όπως ορθά και το πρωτόδικο δικαστήριο διαπιστώνει, «δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί κατάχρηση διαδικασίας και κατασπατάληση δικαστικού χρόνου». Είναι αρκετό να διεξέλθει ένας τόσο την έκθεση απαίτησης στην αγωγή 6619/2002, όσο και την υπεράσπιση και ανταπαίτηση του εφεσείοντα στην αγωγή 818/2002, αντίγραφα των οποίων είχαν επισυναφθεί στην ένσταση που οι εφεσίβλητοι καταχώρισαν στην αίτηση για τροποποίηση, για να διαπιστώσει του λόγου το ασφαλές. ................................. Το πρωτόδικο δικαστήριο, αφού διέγνωσε την αναγκαιότητα αιτιολόγησης της καθυστέρησης στην εκδήλωση διαβήματος για εξασφάλιση άδειας για τροποποίηση και με αναφορά σε νομολογία, επεσήμανε τη σημασία της με την έννοια όχι αυτής της ίδιας της εκκρεμότητας της αγωγής για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά της καθυστέρησης στη λήψη μέτρων για εξασφάλιση άδειας για τροποποίηση (Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223, Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Ταξί Κυριάκος Λτδ. ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560), υπέδειξε το γεγονός ότι ο εφεσείων δεν προσδιορίζει το χρόνο κατά τον οποίο είχαν περιέλθει σε γνώση του τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που, σύμφωνα με τον ίδιο επέβαλλαν την τροποποίηση του δικογράφου του. Τα αφήνει να αιωρούνται στο χρόνο διορισμού από πλευράς του, νέων δικηγόρων. Αλλά και επί της σχετικής με τα περί «αντικατάστασης» των παλιών δικηγόρων του με νέους δικηγόρους, πτυχής των ισχυρισμών του εφεσείοντα, το πρωτόδικο δικαστήριο αφού επισημαίνει ότι εκείνο που πραγματικά είχε συμβεί δεν ήταν η αντικατάσταση δικηγόρων, αλλά η διαφοροποίηση στην ονομασία με την οποία οι μέχρι τότε δικηγόροι του εφεσείοντα διεξήγαγαν τις δικηγορικές εργασίες τους και αυτή η διαφοροποίηση έλαβε χώραν ένα χρόνο πριν την καταχώριση της αίτησης για τροποποίηση, καταλήγει ότι έστω και αν υπήρξε αντικατάσταση δικηγόρων, ουδόλως αιτιολογείται από τον εφεσείοντα το γιατί άφησε να διαρρεύσει ένας ολόκληρος χρόνος προτού προσφύγει στο δικαστήριο για εξασφάλιση άδειας για τροποποίηση. Η παράλειψη του εφεσείοντα να αιτιολογήσει τη συγκεκριμένη παράλειψη του, να αποταθεί δηλαδή στο δικαστήριο έγκαιρα, σφράγιζε, σύμφωνα με το πρωτόδικο δικαστήριο τη μοίρα της αίτησης, την οποία και απέρριψε. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε επίσης την αίτηση και γιατί έκρινε ότι ενόψει των δικογραφημένων ισχυρισμών του εφεσείοντα στις αγωγές 818/2002 και 6619/2002, έγκριση της αίτησης για τροποποίηση αναπόφευκτα θα οδηγούσε σε δικογράφηση, για τρίτη φορά των ίδιων ισχυρισμών, γεγονός που συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και κατασπατάληση δικαστικού χρόνου.» Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση και σε βάρος του Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.