← Κύπρος

ΤΥΜΒΙΟΣ ν. SYNCHROTECH SOLUTIONS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 5749/2015, 27/11/2018

ΤΥΜΒΙΟΣ ν. SYNCHROTECH SOLUTIONS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 5749/2015, 27/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A593 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5749/2015 Μεταξύ: XXXXX ΤΥΜΒΙΟΣ, εκ Λευκωσίας Ενάγοντας και 1. SYNCHROTECH SOLUTIONS LTD, εκ Λευκωσίας 2. XXXXX ΧΡΙΣΤΟΥ 3. XXXXX ΣΟΛΩΜΟΥ 4. XXXXX ΣΟΥΡΟΥΛΛΑΣ 5. XXXXX ΠΑΡΘΕΝΗΣ 6. XXXXX ΣΑΒΒΙΔΗΣ 7. PRIME BUSINESS CONSULTANTS LTD Εναγόμενοι Αιτήσεις ημερομηνίας 20.11.2017 και 28.03.2018 Ημερομηνία: 27.11.2018 Εμφανίσεις: Στην αίτηση ημερ. 20.11.2017: Για αιτητές: κ. Στ. Σταυρινίδης και για Ανδρέα Π. Ερωτοκρίτου & Σία ΔΕΠΕ. Για καθ' ου η αίτηση: κ. Χριστοφή για Χριστοφή & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Στην αίτηση ημερ. 28.03.2018: Για αιτητές: κα Β. Αντωνίου για Τορναρίτης & Σία ΔΕΠΕ. Για καθ' ου η αίτηση: κ. Χριστοφή για Χριστοφή & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 20.11.2015, ο ενάγων δρομολόγησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρώντας γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Ακολούθησε εκ μέρους του, η καταχώρηση έκθεσης απαίτησης σε βάρος των εναγομένων. Μέσω της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, ο ενάγων διεκδικεί από τους εναγόμενους, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, διάφορες θεραπείες. Ειδικότερα, ως καταληκτικά αυτές προσδιορίζονται στην ως άνω πολυσέλιδη έκθεση απαίτησης του, ημερ. 25.04.2017: «88. Με βάση τα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ο ενάγοντας εγείρει τη παρούσα αγωγή και αξιώνει κατά τον εναγόμενων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα: 88.1. Γενικές και/ή ειδικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για παράβαση γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντα και της εναγομένης 1 και/ή του αποβιώσαντα διευθυντή της εναγομένης 1 XXXXX Χρίστου, ημερομηνίας κατά/ή περί τον Ιούνιο του 2013, δυνάμει της οποίας ο ενάγοντας παρέδωσε και/ή μετάφερε σε τραπεζικό λογαριασμό της εναγόμενης 1 ποσό ύψους €100,000, ούτως ώστε η εναγομένη 1 να αγοράσει εκ μέρους και για λογαριασμό του ενάγοντα το 12.5% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου μετοχών σε Ελληνική εταιρεία, ιδιοκτήτρια πάρκου φωτοβολταϊκών στην περιοχή Καρδίτσας στην Ελλάδα (στο εξής «η Επένδυση Καρδίτσας») χωρίς η προαναφερθείσα Ελληνική εταιρεία να υφίσταται και/ή χωρίς η εν λόγω επένδυση να γίνει ποτέ. 88.2. Γενικές και/ή ειδικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις κατά της εναγόμενης 1 συνεπεία δόλου και/ή σχεδίου δόλου και/ή σειράς δολίων ενεργειών και/ή παραλείψεων και /ή ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης αναφορικά με την Επένδυση Καρδίτσας ως ανωτέρω. 88.3. Απόφαση κατά της εναγομένης 1 για ποσό €82,000 δυνάμει γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας δανείου, που έγινε κατά/ή περί το 2013, δυνάμει της οποίας ο ενάγοντας έδωσε και/ή δάνεισε στην εναγομένη 1 και/ή στον αποβιώσαντα διευθυντή της XXXXX Χρίστου συνολικό ποσό €99,000 ως δάνειο το οποίο θα εξοφλείτο κατά/ή περί το 2013 και/ή 2014 και/ή 2015, από το οποίο πληρώθηκε ποσό €17,000 και παραμένει υπόλοιπο €82,000. 88.4. Γενικές και/ή ειδικές και/ παραδειγματικές αποζημιώσεις κατά των εναγομένων 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 5 και/ή 6 και/ή 7 για παράβαση εξυπακουόμενων και/ή ρητών και/ή σιωπηρών όρων γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας ημερομηνίας 13/05/2014 μεταξύ του ενάγοντα και της εναγόμενης 1, η οποία προνοούσε συνεργασία μεταξύ ενάγοντα και εναγομένης 1 στην αγορά μετοχών στην Ρουμάνικη εταιρεία Valenergy Prod Instant S.R.L. από τον ενάγοντα, καθώς επίσης και άλλων γραπτών και/ή προφορικών συμφωνιών και /ή παράλληλων συμφωνιών που έγιναν κατά την περίοδο Μαρτίου και/ή Απριλίου και/ή Μαΐου 2014, μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενης 1 και/ή του αποβιώσαντα Χάρη Χρίστου, με αποτέλεσμα ο ενάγοντας να πειστεί να καταβάλει στην εναγομένη 1 ποσό €800,000. 88.5. Γενικές και/ή ειδικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις κατά των εναγόμενων 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 5 και/ή 6 και/ή 7 για αμέλεια και/ή δόλο και /ή απάτη και/ή συνομωσία προς καταδολίευση και/ή ψευδείς παραστάσεις για ενέργειες και/ή πράξεις και/ή παραλείψεις των εναγόμενων 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 5 και/ή 6 και/ή 7 που έλαβαν χώρα πριν, κατά και μετά την υπογραφή συμφωνίας ημερομηνίας 13/05/2014 μεταξύ του ενάγοντα και της εναγόμενης 1 και/ή μέχρι και σήμερα, για συνεργασία σε ότι αφορά την αγορά μετοχών στην Ρουμάνικη εταιρεία Valenergy Prod Instant S.R.L., καθώς επίσης και άλλων γραπτών και/ή προφορικών συμφωνιών που έγιναν το 2014 μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενης 1 και του αποβιώσαντα XXXXX Χρίστου, με αποτέλεσμα ο ενάγοντας να πειστεί να καταβάλει στην εναγόμενη 1 ποσό €800,000. 88.6. Γενικές και/ή ειδικές και /ή παραδειγματικές αποζημιώσεις δυνάμει των αρχών της επιείκειας και/ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως ανωτέρω και/ή 88.7. Οποιαδήποτε περαιτέρω ή άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. 88.8. Νόμιμο τόκο 88.9. Έξοδα, πλέον 19% ΦΠΑ (Αρ. Μητρώου ΦΠΑ XXXXX52F), πλέον έξοδα επίδοσης.». Στις 20.11.2017, η πλευρά των εναγομένων αρ. 2 έως 7 καταχώρησε αίτηση με την οποία επιζητεί: (Α) Την απόρριψη της αγωγής εναντίον των ως άνω εναγομένων - αιτητών, καθότι, ως υποστηρίζουν, δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής εναντίον τους ούτε οποιαδήποτε ζημιά η οποία να προκλήθηκε στον ενάγοντα από ενέργειες τους, ως επίσης ενόψει του γεγονότος ότι δεν εξειδικεύονται στο δικόγραφο οι ειδικές ζημιές τις οποίες ο ενάγων διεκδικεί από τους συγκεκριμένους εναγομένους. (Β) Διάταγμα του δικαστηρίου που να διαγράφει ολόκληρη την απαίτηση ως προσβλητική ή/και άχρηστη ή/και σκανδαλώδη ή/και ενοχλητική ή/και άσχετη ή/και ότι προκαλεί αμηχανία ή/και σύγχυση και αχρείαστα έξοδα ή/και τείνει να προκαταβάλει δυσμενώς τη δίκαιη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας. Διαζευκτικά, αξιώνει διάταγμα του δικαστηρίου που να διαγράφει μεγάλο αριθμό παραγράφων της έκθεσης απαίτησης, ως ειδικότερα τις προσδιορίζει, προκρίνοντας ταυτόχρονα τους λόγους που για κάθε μια από αυτές επιδιώκεται τούτο. Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19 θ.26, Δ.27 θ.1, 2 και 3 και Δ.48 θ.9(
  2. j)στην πρακτική του δικαστηρίου και τη νομολογία. Στην εξέλιξη της διαδικασίας τον εναγόμενο αρ. 6 εκπροσώπησε τελικά άλλος δικηγορικός οίκος, μέσω του οποίου, αφού δηλώθηκε ότι ο εναγόμενος αρ.6 δεν θα επιμείνει στην προώθηση της ως άνω αίτησης ημερομηνίας 20.11.2017, στη συνέχεια, ειδικότερα στις 28.03.2018, προωθήθηκε από την πλευρά του πανομοιότυπη αίτηση, μέσω της οποίας ουσιαστικά επιδιώκονται οι ίδιες θεραπείες με την αίτηση ημερομηνίας 20.11.2017, πλην της διαγραφής των παραγράφων 57 έως 65 της έκθεσης απαίτησης. Η περί ου ο λόγος αίτηση του εναγομένου αρ.6, έχει επίσης σαν βάση το ίδιο νομικό υπόβαθρο με την αίτηση ημερομηνίας 20.11.2017. Με δεδομένο το ταυτόσημο ουσιαστικά αντικείμενο των δυο αιτήσεων, όλοι οι παράγοντες της διαδικασίας ομονόησαν όπως αυτές παρουσιαστούν και ακουστούν ταυτόχρονα, επιζητώντας την ενιαία τοποθέτηση του δικαστηρίου για τις δύο αιτήσεις. Την αίτηση ημερομηνίας 20.11.2017 συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση του XXXXX Σολωμού, ίδιας ημερομηνίας, εναγομένου αρ. 3 στη διαδικασία. Αποτελεί θέση του ως άνω ομνύοντα ότι η έκθεση απαιτήσεως περιέχει άσχετα γεγονότα και μαρτυρία τα οποία είναι ενοχλητικά, προκαλώντας σύγχυση και αμηχανία, με αποτέλεσμα να μην γίνονται αντιληπτά τα αγώγιμα δικαιώματα που ο ενάγων έχει εναντίον των εναγομένων αλλά και για τις ισχυριζόμενες ζημιές τις οποίες υπέστη. Υποστηρίζει πως με δεδομένο ότι όλες οι συμφωνίες που ο ενάγων επικαλείται στην αγωγή του έγιναν μεταξύ του ενάγοντα, του αποβιώσαντα XXXXX Χρίστου και της εναγομένης αρ.1 εταιρείας, δεν αποκαλύπτονται αιτίες αγωγής εναντίον των εναγομένων αρ. 2, 3, 4, 5, και 7 και ως εκ τούτου δικαιολογείται η απόρριψη της αγωγής σε βάρος των συγκεκριμένων εναγομένων από αυτό το στάδιο. Υποδεικνύοντας πως ενώ ζητούνται ειδικές ζημιές από την πλευρά του ενάγοντα για παράβαση συμφωνίας και/ή αμέλεια και/ή δόλο και/ή απάτη, αυτές δεν εξειδικεύονται, προσθέτει παράλληλα ότι οι αξιώσεις του ενάγοντα, γενικές και αόριστες ως παρέμειναν, στηρίζονται σε γεγονότα μεταγενέστερα των συμφωνιών που υπογράφησαν με τον αποβιώσαντα XXXXX Χρίστου (διευθυντή της εναγομένης αρ. 1) και μάλιστα μετά το θάνατο του εν λόγω προσώπου. Η προώθηση της υπό συζήτηση αγωγής, υποστηρίζει, πάσχει δικονομικά, αφού θα έπρεπε να έχει ως διάδικο τον αποβιώσαντα διευθυντή της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας, XXXXX Χρίστου, έχοντας προηγουμένως εξασφαλιστεί έγγραφο διαχείρισης για τον περιορισμένο αυτό σκοπό (Limited Grand). Καταληκτικά, παραπέμποντας στο σώμα της αίτησης, υποδεικνύει πως είτε ολόκληρη η έκθεση απαίτησης είτε συγκεκριμένοι παράγραφοι της θα πρέπει να διαγράφουν, αφού περιπλέκουν χωρίς οποιαδήποτε εύλογη αιτία την απαίτηση του ενάγοντα. Την μεταγενέστερη αίτηση του εναγομένου αρ.6, συνοδεύει ένορκη δήλωση του ιδίου. Αποτελεί ουσιαστικά επανάληψη του περιεχομένου της ως άνω ένορκης δήλωσης του XXXXX Σολωμού που υποστηρίζει την αίτηση ημερομηνίας 20.11.2017. Ο ως άνω ομνύων, σημειώνοντας το γεγονός ότι το σύνολο των συμφωνιών έγινε μεταξύ του ενάγοντα, του αποβιώσαντα διευθυντή της εναγομένης εταιρείας αρ.1 XXXXX Χρίστου και της εναγομένης αρ.1 εταιρείας, υποστηρίζει επίσης ότι από την έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτονται αιτίες αγωγής εναντίον του. Ως η νομική συμβουλή που τυγχάνει, καταλήγει, συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για έκδοση διαταγμάτων ως η αίτηση υποστηρίζοντας ότι κάτι τέτοιο είναι προς το συμφέρον της δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης. Η αντίδραση του ενάγοντα στις ως άνω αιτήσεις, ήταν να καταχωρήσει ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τόσο στην αίτηση ημερομηνίας 20.11.2017 όσο και στην μεταγενέστερη αίτηση του εναγομένου αρ. 6, ημερομηνίας 28.03.2018. Στις ως άνω ενστάσεις, οι οποίες καταχωρήθηκαν και οι δυο στις 19.04.2018, ως οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί περί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπουν, πέραν από τη νομική βάση στην οποία αυτές εδράζονται, περιλαμβάνονται και οι λόγοι της ένστασης. Οι προτασσόμενοι λόγοι ένστασης είναι ταυτόσημοι, πλην του λόγου ένστασης που προκρίνεται επιπρόσθετα ως λόγος ένστασης αρ.9 στην αίτηση των εναγομένων αρ. 2, 3, 4, 5 και 7 ημερ. 20.11.2017. Παρεμβάλλεται ότι κατά το στάδιο της ακρόασης των αιτήσεων, ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα, δήλωσε ότι δεν θα προωθήσει και ως εκ τούτου αποσύρει τον συγκεκριμένο λόγο ένστασης. Για σκοπούς πληρότητας, οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης από την πλευρά του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση, μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα. Ως ειδικότερα προτάσσεται: « 1. Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και αποσκοπεί στο να προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε θεμιτό σκοπό ή συμφέρον των εναγομένων 2-7. 2. Η έκθεση απαίτησης συντάχθηκε σύμφωνα με τους θεσμούς και τη νομολογία και η αγωγή αποκαλύπτει αγώγιμα δικαιώματα. 3. Το αιτητικό της Αίτησης είναι άκυρο και/ή ελαττωματικό και/ή κατά παράβαση της σχετικής νομολογίας αφού προβάλλονται διαζευκτικοί λόγοι διαγραφής χωρίς να προσδιορίζεται με ακρίβεια ο λόγος για τον οποίο επιζητείται η διαγραφή ισχυρισμών ή ολόκληρου δικογράφου, προκαλώντας μεταξύ άλλων σύγχυση. 4. Η επιζητούμενη θεραπεία των εναγομένων/αιτητών εάν επιτύχει θα στερήσει από τον ενάγοντα/καθ' ου η αίτηση το δικαίωμα του να προβάλει τους ισχυρισμούς των γεγονότων που στοιχειοθετούν την απαίτηση του ενώπιον του Δικαστηρίου και κατ' επέκταση θα του στερήσει το δικαίωμα να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία κατά την ακροαματική διαδικασία κατά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος. 5. Η αίτηση για διαγραφή δικογράφου συνιστά, σύμφωνα με την νομολογία, εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο, κάτι που δεν έχει στοιχειοθετηθεί ή καταδειχθεί στη παρούσα υπόθεση. 6. Οι παράγραφοι των οποίων επιζητείται η διαγραφή είναι αλληλένδετες και παρουσιάζουν σειρά γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η απαίτηση του ενάγοντα/καθ' ου η αίτηση τα οποία είναι αναγκαίο να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου ως σύνολο. 7. Καμία από τις προϋποθέσεις της Διαταγής 19, θ. 26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η Αίτηση των εναγομένων/αιτητών δεν ικανοποιείται για να δύναται το Δικαστήριο να αποδώσει τις αιτούμενες θεραπείες. 8. Οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η Αίτηση των εναγομένων/αιτητών ήτοι την Διαταγή 27 θ. 1, θ. 2 και θ. 3 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην επιζητούμενη θεραπεία των εναγομένων/αιτητών. Δεν επιζητείται η εκδίκαση προδικαστικού νομικού σημείου, ως οι πρόνοιες της Διαταγής 27. 9. Η Αίτηση είναι άκυρη εν τη γενέση της και/ή θα πρέπει να απορριφθεί, καθώς στο αιτητικό γίνεται αναφορά σε εναγόμενους / αιτητές 2-7, ενώ την υπογράφουν οι εναγόμενοι / αιτητές 1-3.». Και τις δύο ενστάσεις της πλευράς του ενάγοντα συνοδεύουν και υποστηρίζουν αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις του ιδίου. Μέσω τους, ο ομνύον επαναλαμβάνει και εξειδικεύει σε κάποιο βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Αναγνωρίζοντας ότι κεντρικό πρόσωπο στην εξέλιξη των γεγονότων ήταν η εναγομένη αρ. 1 εταιρεία και ο αποβιώσαντας διευθυντής της, XXXXX Χρίστου, ως επίσης ότι αφετηρία των αγώγιμων του δικαιωμάτων αποτελούν τρεις συμφωνίες που έγιναν με τους πιο πάνω, στις οποίες και αναφέρεται, προβάλλει ταυτόχρονα τη θέση ότι οι απαιτήσεις του δεν θα μπορούσαν να διεκδικηθούν στα πλαίσια ξεχωριστών αγωγών, αφού το υπόστρωμα γεγονότων είναι κοινό, έχοντας ως αφετηρία το θάνατο του ως άνω XXXXX Χρίστου και γεγονότα που συνέβησαν μετά από αυτό, για τα οποία οι εναγόμενοι έχουν άμεση εμπλοκή, ως ειδικότερα τους αποδίδεται στην έκθεση απαίτησης. Αποτελεί περαιτέρω θέση του ότι η έκθεση απαίτησης συντάχθηκε σύμφωνα με τους θεσμούς και τη νομολογία. Σε αυτή, όχι μόνο αποκαλύπτονται με ευκρίνεια τα αγώγιμα δικαιώματα, αλλά ταυτόχρονα καταγράφονται όλα τα γεγονότα τα οποία στηρίζουν τη βάση της αγωγής του. Σημειώνοντας ότι καμία από τις προϋποθέσεις δεν συντρέχει για την απόδοση των αιτούμενων θεραπειών, υποστηρίζει ότι τυχόν επιτυχία των αιτήσεων, θα αποστερήσει από τον ίδιο, κατά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος, το δικαίωμα να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία κατά την ακροαματική διαδικασία. Στο πλαίσιο της ένορκης δήλωσης του ημερομηνίας 19.04.2018, που συνοδεύει την ένσταση της πλευράς του στην ως άνω αίτηση του εναγομένου αρ.6, υποστηρίζει, ανάμεσα σε άλλα, ότι με δεδομένο πως στο πλαίσιο της επιζητούνται οι ίδιες θεραπείες και εδράζεται στο ίδιο αιτιολογικό με την αίτηση ημερ. 20.11.2017, την οποία αρχικά και ο εναγόμενος αρ.6 είχε προωθήσει μέσω των προηγούμενων δικηγόρων του, τούτο αποτελεί επιπρόσθετο στοιχείο που καταδεικνύει την ούτως η άλλως καταχρηστική, όπως υποστηρίζει, προώθηση και των δύο αιτήσεων Σε κάθε περίπτωση, συνεχίζει, ο εναγόμενος αρ.6 εμπλέκεται στα γεγονότα που αφορούν την επένδυση στη Ρουμανία, συνωμοτώντας με τους υπόλοιπους εναγομένους, κατά τον τρόπο που του αποδίδεται στην έκθεση απαίτησης και στα πλαίσια σχεδίου καταδολίευσης του ενάγοντα. Σημειώνει προς τούτο ότι μετά από σχετική καταγγελία του ενάγοντα σχετικά με την εξέλιξη των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση, έχει ήδη δρομολογηθεί σε βάρος του εναγομένου αρ.6 ποινική υπόθεση για παράβαση των καθηκόντων του ως πιστοποιών υπαλλήλου. Δεν υπάρχει περίπτωση σύγχυσης του, καταλήγει, ως προς τα γεγονότα και τι προσάπτεται σε αυτόν. Με τις τελικές τους εισηγήσεις, τις οποίες οι συνήγοροι του ενάγοντα και των εναγομένων αρ 2, 3, 4, 5 και 7 προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Η πλευρά του εναγομένου αρ.6, περιορίστηκε στην υιοθέτηση των εισηγήσεων του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων αρ 2, 3, 4, 5 και 7. Το δικαστήριο έχει σημειώσει με πολλή προσοχή τις αναφορές, τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στο πλαίσιο της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της παρούσας, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Σύμφωνα με τη Δ.
  1. Θ.Θ. 1, 2, 3 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί πολιτικής Δικονομίας: «
  2. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
  3. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter - claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.
  4. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Η Δ.19 κ.26 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» Είναι γνωστός ο κανόνας ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπαγορεύει στους διαδίκους πώς να πλαισιώνουν την υπόθεσή τους. Ο ως άνω βασικός κανόνας, όμως, υπόκειται σε περιορισμούς, όπως αυτοί έχουν τεθεί από τον νόμο και την σχετική με το ζήτημα νομολογία των Δικαστηρίων. Διάδικος που εισάγει στο δικόγραφό του οτιδήποτε αχρείαστο που τείνει να βλάψει, να ενοχλήσει ή να καθυστερήσει τη δίκη της υπόθεσης, κινείται εκτός των επιτρεπτών ορίων και πλαισίων και εκφεύγει των δικαιωμάτων του. Στον πρώτο τόμο της Αγγλικής Δικαστηριακής Πρακτικής του 1958 (Annual Practice), στη σελίδα 446 και επόμενα, σχολιάζεται η Ο.19 r.4, πανομοιότυπη με την Δ.19 κ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών της Δημοκρατίας. Τίθενται οι αρχές που διέπουν τη σύνταξη δικογράφων αλλά και καθορίζονται τα όρια εντός των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να επέμβει και να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία για διαγραφή μέρους των δικογράφων. Οι αρχές που διέπουν την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει την προδικαστική εκδίκαση νομικών σημείων, όπως προβλέπεται στην Δ.27 Θ.1 και 2 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας έχουν επανειλημμένα αναλυθεί και επεξηγηθεί από την νομολογία των Δικαστηρίων μας. (Βλ. Malachtou ν. Armefti
(1984)1 C.L.R 548, In Re Hjicostas
(1984)1 C.L.R. 513, Stylianides v. Paschalides
(1985)1 C.L.R. 49). Η ως άνω πρόνοια των Διαδικαστικών Κανονισμών τίθεται σε εφαρμογή μόνο όταν υπάρχει ξεκάθαρη ή αποδεκτή δέσμη γεγονότων τα οποία είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο, παραμένοντας για το τελευταίο απόφαση μόνο σε σχέση με το νομικό ή τα νομικά σημεία. (Βλ. Annual Practice
(1958)σελ. 571 και επ., Ανδρέας Πιερίδης ν. Kevork Keshishian κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 224 και Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 225). Όπως έχει σημειωθεί στην υπόθεση Greenock Navigation ν. Tradex
(1988)1 C.L.R. 709, παρά το γεγονός ότι κατά κανόνα είναι ανεπιθύμητο να διασπάται η δίκη, μπορεί να δικαιολογηθεί η ακρόαση σοβαρών νομικών ζητημάτων προκαταρκτικά της δίκης, εφ' όσον η επίλυση τους δεν συναρτάται με αμφισβητούμενα γεγονότα αφ' ενός και θα ήταν λυσιτελής ως προς ένα ή περισσότερα επίδικα θέματα αφ' ετέρου. Καθ' ην έκταση συντρέχουν οι προϋποθέσεις, η επίλυση ενός προδικαστικού θέματος είναι όχι μόνο επιτρεπτή αλλά ενδείκνυται ενόψει των πλεονεκτημάτων που ενέχει για την απονομή της δικαιοσύνης. Όπου τα γεγονότα χρειάζεται να φωτιστούν με μαρτυρία, είναι ορθότερο και θα πρέπει να ακολουθηθεί η κανονική διαδικασία δικαστικής επίλυσης μιας διαφοράς, ως οι πρόνοιες της Δ.33 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπουν. Ο χρόνος υποβολής της αίτησης, εξάλλου, αποτελεί παράγοντα που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, όπως έχει υποδειχθεί και στην υπόθεση Hambou ν. Thoma
(1987)1 CLR 370. Σκοπός της Δ.27 είναι ασφαλώς η εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων, καθιστώντας την ακρόαση ή ουσιαστικού μέρους της αχρείαστη. Είναι γι' αυτό το λόγο που έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί ότι ο ενδεικνυόμενος χρόνος για την υποβολή αιτήματος ως το υπό συζήτηση είναι ο χρόνος ορισμού της αγωγής για οδηγίες, κατά το κλείσιμο των δικογράφων ή εν πάση περιπτώσει, εντός σύντομου χρονικού διαστήματος μετά. Οι συνήγοροι δεν θα πρέπει να περιμένουν μέχρι την ημερομηνία ακρόασης για να προτάξουν παρόμοιας φύσης αίτημα, επιτυγχάνοντας με αυτό τον τρόπο αναβολή της ακρόασης της υπόθεσης και προκαλώντας έξοδα. (Βλ. Theodora Panayi ν. The Administrators of the Estate of the Stylianos Madriotis
(1963)2 C.L.R. 167). Στην υπόθεση Σιακόλας - ν - Federal Bank,
(1998)1(Γ) 1338, όπου έτυχαν ερμηνείας τόσο η Δ.19 θ.26 όσο και η Δ.27 θ.3, διευκρινίστηκε ότι η Δ.19 θ.26 περιορίζεται στη διαγραφή μέρους των δικογράφων και όχι ολόκληρης της αγωγής, κάτι που με την Δ.27 θ.3 είναι δυνατό να επιτευχθεί. Ο κύριος σκοπός της Δ.19 Θ.26 είναι η συμμόρφωση με τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων και όχι η εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου ή της αγωγής γενικότερα, ζήτημα που καλύπτει η Δ.27 Θ.3 (Cyber Group Ltd v Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1852). Ενδιαφέρουσα συζήτηση και ανάλυση των ζητημάτων που απασχολούν στην παρούσα, εντοπίζεται στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Presidence on Pleadings 12η έκδοση, στις σελίδες 138 και επόμενα, ως επίσης στο σύγγραμμα Odgers on Pleading and Practice 21η έκδοση, σελίδες 139 και επόμενα. Με σαφήνεια και κατ' επανάληψη μέσα από τη νομολογία είναι διατυπωμένη η αρχή ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για διαγραφή, είτε επί μέρους ισχυρισμών που περιέχονται σε ένα δικόγραφο, είτε του ίδιου του δικογράφου θα πρέπει, ως δραστικό μέτρο που είναι, να ασκείται με εξαιρετική φειδώ και με μεγάλη περίσκεψη, αφού αποτελεί εκτροπή από τα συνηθισμένα πλαίσια του αντιπαραθετικού συστήματος. H Δ.27 Θ.3, παρέχει κατ' ουσία στο δικαστήριο το μηχανισμό και την εξουσία, χωρίς τη διεξαγωγή δίκης, να διαγράψει ένα δικόγραφο και κατ' επέκταση να απορρίψει την αγωγή όταν δεν αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής ή όταν αυτή είναι επιπόλαια ή ενοχλητική. Εξουσία που ασκείται με εξαιρετική φειδώ, αφού αιτήματα του είδους ικανοποιούνται μόνο αν όντως το δικόγραφο αναμφίβολα δεν περιέχει αιτία αγωγής και κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο ή εφόσον η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί με νομότυπες τροποποιήσεις. Εν πάση περιπτώσει το γεγονός ότι μια υπόθεση είναι αδύνατη ή πιθανόν να μην πετύχει, αποκαλύπτει όμως κάποιο αγώγιμο δικαίωμα ή εγείρει κάποιο ζήτημα κατάλληλο για να αποφασιστεί από το δικαστήριο, δεν αποτελεί τούτο, από μόνο του, λόγο για διαγραφή αυτής της αγωγής. Όπως άλλωστε κατ' επανάληψη έχει υποδειχθεί, το ζητούμενο στις περιπτώσεις του είδους, δεν είναι να αποκαλύπτεται μια καλή βάση αγωγής αλλά κατά πόσο αποκαλύπτεται μια εύλογη αιτία αγωγής. (Papamichael v. Chacholiades
(1970)1 C.L.R. 305, In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246, Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ - ν - Σοφοκλή Τ. Σαββίδη
(1997)1 ΑΑΔ 685, Λοΐζος Λουκά και Υιοί Λτδ v Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1316, Συμβ. Αποχ. Λ/σού-Αμαθ. κ.α. v Δημοκρατίας
(2007)1 Α.Α.Δ 21 και Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Natar Terzian και τώρα Παναγιώτου κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A167, Πολ. Έφ. 151/2010, ημερ. 07.03.2014). Ως δε υποδεικνύεται στη σελ. 144 του συγγράμματος Bullen and Leake and Jacob's Precedence on Pleadings (ανωτέρω) σε σχέση με τις έννοιες «frivolous or vexatious»: «.a pleading or an action is frivolous when it is without substance or groundless or fanciful and it is vexatious when it lacks bona fides and it is hopeless or oppressive and tends to cause the opposite party unnecessary anxiety, trouble and expense.». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η λεκτική διατύπωση της Δ.19 κ.26 είναι αρκετά ευρεία. Το εύρος των πλαισίων εφαρμογής της έχει τεθεί με πληθώρα νομολογίας, τόσο Κυπριακής όσο και Αγγλικής. Στις σελίδες 477-479 της ως άνω Αγγλικής Δικαστηριακής Πρακτικής του 1958, κάτω από την επικεφαλίδα "Striking out pleadings", επεξηγούνται οι λόγοι για έγκριση ή απόρριψη παρόμοιας φύσης αιτήσεων καθώς και η έννοια των λέξεων "unnecessary" και "scandalous" και της φράσης «tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» Στην υπόθεση Williams and Glyns Bank v Ship "Maria"
(1984)1 CLR, σελίδα 821, αναλύεται η δυνατότητα που προσφέρεται στο Δικαστήριο να διαγράψει φράσεις οι οποίες ενδεχόμενα θα είναι σκανδαλώδεις ή ενοχλητικές ή τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς τη δίκη. Στη σελίδα 827 του τόμου που δημοσιεύεται η ως άνω απόφαση, τονίστηκε επίσης ότι απλά και μόνο επειδή ένας ισχυρισμός είναι ενδεχόμενα αχρείαστος δεν τον καθιστά ενοχλητικό, όπως επίσης δεν τον καθιστά τέτοιο το ενδεχόμενο να μην είναι αληθής ή ακόμα καθόλου ευκολοαπόδεικτος. Στην υπόθεση Athina Leather. Ltd κ.α. v Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 787, το δικαστήριο αναλύοντας τις πρόνοιες της Δ.19 θ.26, επιβεβαίωσε το γεγονός ότι αυτές παρέχουν την εξουσία στο Δικαστήριο να διαγράψει δικόγραφο το οποίο είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδης ή τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να προκαλέσει αμηχανία ή να καθυστερήσει τη δίκαια δίκη, τονίζοντας ταυτόχρονα ότι οι εκφράσεις «.. tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action» θα πρέπει να ερμηνευθούν κατά τρόπο φιλελεύθερο από το Δικαστήριο. Απλή πολυλογία, ως υποδείχτηκε, δεν αποτελεί αφ' εαυτής αμηχανία, ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία, επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι δεν είναι αληθής. Ο πλατειασμός στη διατύπωση των παραγράφων των δικογράφων δεν αποτελεί αυτόματα και λόγο για διαγραφή τους, καθ' ην έκταση αυτός δεν οδηγεί σε αοριστίες ή σε διφορούμενες θέσεις ή είναι αβλαβής. (βλ. επίσης Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Abdallah κ.α.
(2013)1(Β) Α.Α.Δ. 1520, Παγκύπριος Ετ. Αρτοποιών Λτδ ν Σαββίδη
(1997)1 ΑΑΔ 685 και Vector Oneca AG - v - Πλοίου Μ/V Girvas κ.α. (Αρ.2)
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 986). Ως αποφασίστηκε άλλωστε στην υπόθεση Kemsley - v - Food
(1951)2 KB 34 C.A., είναι ορθότερο ένα δικόγραφο να αφήνετε όπως έχει εκτός εάν είναι ξεκάθαρο ότι είναι ενοχλητικό για τον άλλο διάδικο. Η ένθεση στην παρούσα αυτούσιου του λόγου της υπόθεσης Esquire holding Ltd v Tsentas Developers Ltd κ.α. Πολ. Έφ. Ε191/2015, ημερ. 23.03.2016, εξυπηρετεί την κατανόηση του ζητήματος και αναδεικνύει την απαιτούμενη προσέγγιση από τα δικαστήρια. Ως σημειώθηκε στην εν λόγω υπόθεση: «Με βάση τη σχετική νομολογία κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου είναι εξαιρετικό μέτρο και μέρη από τη δικογραφία μπορούν να διαγραφούν όταν τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, να προκαλέσουν αμηχανία, ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής. Όπως έχει τεθεί από παλαιά (βλ Annual Practice 1958, σελ.477 κ.ε.) απλή πολυλογία δεν προκαλεί αμηχανία. Το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεση τους εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους Κανόνες. Ακόμη και αν ένα δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα τούτο δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει το Δικαστήριο στη διαγραφή του εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Η τελευταία αυτή φράση αποτελεί το ουσιώδες στοιχείο ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά και ως προς τη συναφή αιτιολογία που πρέπει να δίδεται για τη διαγραφή. Όπως εύστοχα έχει παρατηρηθεί παλαιότερα «though the language of Order 19 Rule 26 is wide, its operation is limited". (βλ. Lavar Shipping Co. Ltd & Another v. Souras Bros Ltd & Another
(1972)4 J.S.C. σελ. 416). » Πριν από την ενασχόληση με τα ουσιαστικότερα ζητήματα που απασχολούν στο πλαίσιο της παρούσας, απασχολεί κατά προτεραιότητα η θέση του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση, ότι οι υπό συζήτηση αιτήσεις καταχρηστικά προωθούνται, σκοπώντας στην καθυστέρηση της διαδικασίας και στην αποτροπή του ενάγοντα να παρουσιάσει την υπόθεση του ενώπιων του δικαστηρίου. Σε σχέση με τον εναγόμενο αρ.6 και την δική του αίτηση, ημερομηνίας 28.03.2018, επισημαίνει επιπρόσθετα πως με δεδομένο ότι μέσω της επιδιώκονται ίδιες θεραπείες με το ίδιο μάλιστα αιτιολογικό ως η αίτηση ημερ. 20.11.2017, αποτελεί τούτο στοιχείο επιπρόσθετης κατάχρησης, αφού το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει δύο φορές για τα ίδια θέματα. Αδιαμφισβήτητη είναι η σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του δικαστηρίου να ανακόψει και να καταστείλει, τη δεδομένη στιγμή, διαδικασίες οι οποίες καταχρηστικά προωθούνται ενώπιον του. (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 A.A.Δ. 217). Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί από τον σεβαστό Δικαστή Καλλή, στην υπόθεση Loukos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμπ. Πλ. και Ντάιγκ Κο, Λτδ,
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1014, η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ανάλογα ευρεία είναι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Ομοίως, ο λόρδος Diplock, στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another
(1981)3 All E.R. 727, σε σχέση με τις διάφορες μορφές που μπορεί να λάβει η κατάχρηση της διαδικασίας και τη συνακόλουθη εξουσία του δικαστηρίου ανάλογα να παρεμβαίνει, υπέδειξε στη σελ 729 του τόμου που αυτή βρίσκεται δημοσιευμένη, ότι: «It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power.» Με κάθε σεβασμό η ως άνω εισήγηση δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Η προώθηση από την πλευρά των ως άνω εναγομένων των υπό συζήτηση αιτήσεων και η αναζήτηση σχετικής θεραπείας, από μόνη της, δεν επιτρέπει την ένταξή τους στην έννοια και τα όρια της κατάχρησης ούτε στο χαρακτηρισμό της ως κακόπιστα προωθούμενες. Οι αιτητές ως έχουν κάθε δικαίωμα, προώθησαν τα συγκεκριμένα δικονομικά διαβήματα τους - για κάποιες τουλάχιστον από τις αιτούμενες θεραπείες - κατά τρόπο και σε χρόνο που η νομολογία των δικαστηρίων μας αναγνωρίζει ότι όχι μόνο ότι αυτά μπορούν αλλά και ενδείκνυται να προωθηθούν. Δεν παραβλέπω ότι οι δύο αιτήσεις είναι σχεδόν πανομοιότυπες, πλην όμως τούτο, από μόνο του, δεν αποκαλύπτει κακοπιστία ή διάθεση κατάχρησης των διαδικασιών. Δεδομένη είναι άλλωστε στην υπό συζήτηση περίπτωση η βούληση όλων των πλευρών οι δύο αιτήσεις να συνεκδικαστούν, πραγματικότητα που εκ των πραγμάτων διασκεδάζει οποιεσδήποτε ανησυχίες της πλευράς του ενάγοντα όσων αφορά την σκοπιμότητα του εναγομένου αρ. 6 να καθυστερήσει περαιτέρω την διαδικασία με την προώθηση και της δικής του αίτησης. Υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση η κατάταξη των αιτήσεων ως καταχρηστικών και κακόπιστα προωθούμενων, αντικειμενικά ορωμένων των πραγμάτων, δεν φαίνεται σε καμία περίπτωση να δικαιολογείται. Η προδικαστική εκδίκαση των νομικών ζητημάτων που προκρίνονται στις υπό συζήτηση αιτήσεις, στη βάση τουλάχιστον της Δ.27 θ.1 και 2, δεν φαίνεται να μπορεί να απασχολήσουν στο πλαίσιο της παρούσας. Ως προβλέπεται στις συγκεκριμένες πρόνοιες των Διαδικαστικών Κανονισμών, η προδικαστική συζήτηση και επίλυση τέτοιων νομικών ζητημάτων, προϋποθέτει ότι αυτά έχουν προηγουμένως εγερθεί μέσω των δικογράφων ενός διαδίκου. Στην υπό συζήτηση περίπτωση η πλευρά των εναγομένων - αιτητών, δεν έχει ακόμα καταχωρήσει τις δικογραφημένες τις θέσεις, μέσω των οποίων θα μπορούσε ασφαλώς να εγείρει τα συγκεκριμένα νομικά σημεία, δυνάμενη έτσι στο κατάλληλο στάδιο, με την ολοκλήρωση δηλαδή των δικογράφων ή το συντομότερο αμέσως μετά - κατά προτίμηση κατά το στάδιο των οδηγιών ως υποδεικνύει η νομολογία - να ζητήσει την προδικαστική συζήτηση και επίλυσή τους, στην περίπτωση που το δικαστήριο κρίνει τούτο σκόπιμο και κατάλληλο, στη βάση καλά καθιερωμένων αρχών. Των ως άνω λεχθέντων, θα πρέπει παράλληλα να σημειωθεί ότι αλώβητη παραμένει η δυνατότητα του δικαστηρίου να συζητήσει και να πραγματευτεί τις σχετικές αιτήσεις στη βάση των προνοιών της Δ.27 Θ.3 και της Δ.19 Θ.26, ως ανωτέρω η έκταση της εφαρμογής των εν λόγο Διαδικαστικών Κανονισμών έχει σκιαγραφηθεί. Έχοντας κατά νου όλα όσα περιλαμβάνονται στη μακροσκελή έκθεση απαίτησης του ενάγοντα δεν παραβλέπω το γεγονός, ως ο ίδιος άλλωστε προκρίνει, ότι αφετηρία των αγώγιμων δικαιωμάτων του τελευταίου αποτελούν τρεις συμφωνίες που έγιναν είτε με την εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία είτε με τον αποβιώσαντα XXXXX Χρίστου, διευθυντή της εν λόγω εναγομένης εταιρείας. Είναι γεγονός ότι σε σχέση με το δάνειο ύψους €99.000,00 σε μετρητά από το οποίο σύμφωνα με τον ενάγοντα, μέχρι και σήμερα παρέμεινε ανεξόφλητο το υπόλοιπο ποσό των €82.000,00 το οποίο και διεκδικεί μέσω της παρούσας, δεν φαίνεται οποιοσδήποτε από τους εναγομένους 2 έως και 7 να εμπλέκεται κατά τρόπο που να δικαιολογείται σε βάρος τους η δρομολόγηση της παρούσας αγωγής σε σχέση με το συγκεκριμένο ποσό. Σημειώνεται ότι στην παράγραφο 82 της έκθεσης απαίτησης, προβάλλεται η θέση από την πλευρά του ενάγοντα ότι το συγκεκριμένο ποσό διεκδικείται από τον ίδιο δυνάμει: «Γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας δανείου, που έγινε κατά/ή περί το 2013, δυνάμει της οποίας ο ενάγοντας έδωσε και/ή δάνεισε στην εναγομένη 1 και/ή στον αποβιώσαντα διευθυντή της XXXXX Χρίστου, συνολικό ποσό €99.000,00 ως δάνειο, το οποίο θα εξοφλείτο..». Ως δε κατ' επανάληψη προβάλλεται στην έκθεση απαίτησης, η επικαλούμενη από τον ενάγοντα αναγνώριση της συγκεκριμένης οφειλής από την εναγομένη αρ.2, έγινε υπό την ιδιότητα της τελευταίας ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα συζύγου της και διευθυντή της εναγομένης αρ.1 εταιρείας, XXXXX Χρίστου, ιδιότητα με την οποία δεν ενάγεται ούτε συμμετέχει στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Περεταίρω, σε σχέση με την εξέλιξη των γεγονότων που αφορούν την επένδυση σε εταιρεία ιδιοκτήτρια φωτοβολταϊκού πάρκου στην Καρδίτσα, παρά το γεγονός ότι στο δικόγραφο του ενάγοντα αποκαλύπτεται σε σχέση με το ζήτημα εύλογη αιτία αγωγής σε βάρος της εναγομένης αρ.1 εταιρείας και του αποβιώσαντα διευθυντή της XXXXX Χρίστου, στη βάση όσων προκρίνονται στην έκθεση απαίτησης και χωρίς να παραβλέπεται η προσπάθεια «διασύνδεσης» των εναγομένων 2 και 3 με την εξέλιξη των σχετικών με την συγκεκριμένη επένδυση γεγονότων, δεν φαίνεται τούτο να ισχύει για τους εναγομένους 2 έως 7 - αιτητές. Δεν παραβλέπω άλλωστε ότι οι αξιώσεις του ενάγοντα σε σχέση με τις δύο αυτές συμφωνίες, ως κωδικοποιούνται στην έκθεση απαίτησής της πλευράς του, (βλ. παραγράφους 88.2 και 88.3) περιορίζονται ουσιαστικά σε βάρος της εναγομένης αρ.1 εταιρείας. Αντίθετα με τα πιο πάνω, τα γεγονότα όπως αποτυπώνονται στην έκθεση απαίτησης σε σχέση με τις διεκδικήσεις του ενάγοντα που έχουν να κάνουν με την επένδυση σε φωτοβολταϊκό πάρκο στη Ρουμανία, πέραν από το γεγονός ότι αυτά διασυνδέουν και πάλι, άμεσα την εναγόμενη αρ.1 εταιρεία και τον αποβιώσαντα διευθυντή της XXXXX Χρίστου, παρουσιάζονται να αποκαλύπτουν εύλογη αιτία αγωγής και σε βάρος των υπόλοιπων εναγομένων - αιτητών. Τούτο ενόψει του γεγονότος ότι με την έκθεση απαίτησης παρατίθεται ένα ευρύτερο πλέγμα γεγονότων και αποτυπώνεται ο τρόπος, σύμφωνα με τον ενάγοντα, που κάθε ένας από τους εναγόμενους, ως συνωμότης, συνέδραμε με τη στάση, τη συμπεριφορά, τις ενέργειες και τις παραλείψεις του στην ισχυριζόμενη από την πλευρά του ενάγοντα συνωμοσία προς καταδολίευση και εξαπάτηση του τελευταίου, σε χρόνο μεταγενέστερο της σύναψης της σχετικής συμφωνίας για επένδυση σε φωτοβολταϊκό πάρκο στη Ρουμανία - μέσω της αγοράς μετοχών στη Ρουμανική εταιρεία Valenegy Prod Instants S.R.L. - αλλά και άλλων συμφωνιών που προκρίνει ότι έγιναν μεταξύ του ενάγοντα, της εναγομένης αρ.1 εταιρείας και του αποβιώσαντα διευθυντή της, XXXXX Χρίστου. Η αποκάλυψη εύλογης τουλάχιστον αιτίας αγωγής σε βάρος της εναγομένης αρ.1 εταιρείας σε συνάρτηση με τις τρείς συμφωνίες που επικαλείται και εξειδικεύει στο δικόγραφο του ο ενάγοντας αλλά και σε βάρος του συνόλου των εναγομένων σε σχέση τουλάχιστον με την συμπεριφορά που διατείνεται ότι αυτοί επέδειξαν σε συνάρτηση με την συμφωνία επένδυσης σε εταιρεία που είχε σχέση με φωτοβολταϊκό πάρκο στη Ρουμανία, όπως και για άλλες συμφωνίες γραπτές ή προφορικές που κατά τρόπο γενικό τουλάχιστον προβάλλεται από τον ενάγοντα ότι έγιναν σε συνάρτηση με την πιο πάνω επένδυση, αποτελεί πραγματικότητα που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επιτρέπει στο δικαστήριο να προχωρήσει στη διαγραφή του δικογράφου, κατ' εφαρμογή της Δ.27 θ.3 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Επαναλαμβάνεται, ίσως εκ του περισσού, ότι στα πλαίσια αίτησης ως η υπό συζήτηση, η διαγραφή ενός αγώγιμου δικαιώματος δεν δικαιολογείται απλώς και μόνο από το γεγονός ότι η υπόθεση του ενάγοντα είναι αδύνατη ή ότι πιθανόν να μην πετύχει. Ένα δικόγραφο είναι δυνατόν να διαγραφεί στη βάση της Δ.27 θ.3 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας όταν αυτό δεν αποκαλύπτει καν εύλογο αγώγιμο δικαίωμα και όταν καταδειχθεί ότι είναι άνευ ουσίας, ενοχλητικό και χωρίς καμία προοπτική επιτυχίας ή καταπιεστικό που να προκαλεί στην αντίδικη πλευρά αδικαιολόγητη ταλαιπωρία. Τέτοια δεν κρίνεται ότι είναι η περίπτωση. Έχει άλλωστε ήδη σημειωθεί, η δυνατότητα που οι εναγόμενοι αρ.2 έως 7 διατηρούν - στο κατάλληλο πάντα στάδιο της διαδικασίας - στη βάση της Δ.27 θ.1 και 2 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, να ζητήσουν προδικαστική συζήτηση και επίλυση ζητημάτων που εκ των πραγμάτων θα μπορούσαν να καθορίσουν μέρος ή ακόμη ολόκληρη την αγωγή σε βάρος τους. Η πλευρά των αιτητών επιδιώκει, διαζευκτικά της διαγραφής ολόκληρου του δικογράφου της έκθεσης απαίτησης, τη διαγραφή της συντριπτικής πλειοψηφίας των παραγράφων του ως άνω δικογράφου του ενάγοντα. Προκρίνουν, κατά περίπτωση, ότι συγκεκριμένες παράγραφοι της έκθεσης απαίτησης περιέχουν άσχετα, περιττά και ασύνδετα με την απαίτηση του ενάγοντα γεγονότα, γεγονότα που αφορούν τον αποβιώσαντα διευθυντή της εναγομένης αρ.1 εταιρείας τον οποίο σημειώνουν πως η πλευρά του ενάγοντα επέλεξε να μην καταστήσει μέρος της διαδικασίας, όπως και γεγονότα μεταγενέστερα των επίδικων συμφωνιών, που προέκυψαν μετά τον θάνατο του ως άνω διευθυντή της εναγομένης εταιρείας αρ.1. Αποτέλεσμα τούτου, υποστηρίζουν, είναι οι ως άνω αναφορές να προκαλούν σύγχυση και αμηχανία σε σχέση με τη σύνδεση του ενάγοντα με τους εναγομένους αρ. 2 έως 7. Προκρίνουν επίσης τη θέση ότι σε συγκεκριμένες παραγράφους της έκθεσης απαίτησης περιλαμβάνεται κατά τρόπο ανεπίτρεπτο μαρτυρία. Έχω εξετάσει με πολλή προσοχή τις εισηγήσεις της πλευράς των αιτητών σε σχέση με την αναγκαιότητα να διαγραφούν πληθώρα παραγράφων της έκθεσης απαίτησης και κάθε ένα από τους λόγους που κατά περίπτωση υποστηρίζουν οι αιτητές ότι τούτο πρέπει να γίνει. Έλαβα ασφαλώς υπόψη τον αντίλογο της πλευράς του ενάγοντα για το ζήτημα, ως επίσης, πρωτίστως, τους σχετικούς κανονισμούς και τις αρχές που η νομολογία έχει καθιερώσει ως προς τη μορφή που θα πρέπει να έχει ένα δικόγραφο, τι πρέπει να περιλαμβάνεται σε αυτό και πως θα πρέπει να ενσωματώνονται σε ένα δικόγραφο οι σχετικοί ισχυρισμοί και θέσεις. Είναι γεγονός ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση ο τρόπος καταρτισμού του δικογράφου της έκθεσης απαίτησης εκ μέρους του ενάγοντα, δεν φαίνεται να είναι ο πλέον ενδεδειγμένος. Η παράθεση διαφόρων γεγονότων, δεν φαίνεται να γίνεται με τον επιβαλλόμενο συνοπτικό και περιληπτικό τρόπο. Αντίθετα, παρατηρείται ένας διάχυτος πλατειασμός συνοδευόμενος σε κάποιες περιπτώσεις με παράθεση αχρείαστων λεπτομερειών, στοιχείων και πληροφοριών, όπως για παράδειγμα ζητήματα που αφορούν την προσωπική, την οικογενειακή ζωή και δραστηριότητες του ενάγοντα, που δεν φαίνεται να έχουν άμεση σχέση με τα επίδικα ζητήματα. Είναι προφανές ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν ακολουθήθηκε πιστά η Δ.19 θ.4 όσον αφορά την αναγκαιότητα να παρουσιάζονται στα δικόγραφα κατά τρόπο σύντομο και περιεκτικό τα ουσιώδη γεγονότα στα οποία ο διάδικος στηρίζει την απαίτηση του. Ωστόσο, η ομολογουμένως υπέρμετρα λεπτομερείς παράθεση γεγονότων και η πολυλογία, δεν φαίνεται από μόνες τους να επιτρέπουν την υιοθέτηση της θέσης ότι μέσω του ως άνω δικογράφου του, ο ενάγοντας ουσιαστικά παραθέτει μαρτυρία, πραγματικότητα που θα επέβαλλε τη διαγραφή της από το δικόγραφο. Ο πλατειασμός, η πολυλογία και η παράθεση σε κάποιες περιπτώσεις αχρείαστων γεγονότων, όπως και η προβολή διαζευκτικών αξιώσεων, δεν έχει επίσης καταδειχθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι δύνανται να επηρεάσουν δυσμενώς τους εναγόμενους - αιτητές ή να τους προκαλέσουν οποιαδήποτε βλάβη, σύγχυση, αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκη. Παρεμβάλλεται ότι η παράθεση των γεγονότων και εν γένει των ισχυρισμών του ενάγοντα στο δικόγραφό του, έστω με τον ως άνω ανορθόδοξο τρόπο, παρουσιάζει μια λογική συνέχεια, αλληλουχία και συνοχή, που η παρέμβαση του δικαστηρίου - εδραζόμενη σε μια «τυπολατρική» προσέγγιση - κατά τον τρόπο που επιζητείται από την πλευρά των αιτητών, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να πλήξη τη λογική συνοχή της έκθεσης απαίτησης, μετατρέποντας την σε ένα δύσμορφο ή και δυσνόητο δικόγραφο, χωρίς στο τέλος της ημέρας να εξυπηρετεί τούτο οποιοδήποτε ωφέλιμο σκοπό, τη διαδικασία ή τα συμφέροντα οποιουδήποτε από τους διαδίκους. Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, παρά τα όποια προβλήματα παρουσιάζει από τυπικής απόψεως το ως άνω δικόγραφο του ενάγοντα, οι αιτήσεις δεν μπορούν να έχουν επιτυχή κατάληξη και αναπόδραστα οδηγούνται σε απόρριψη. Κατ' εφαρμογήν του βασικού κανόνα σε σχέση με τα έξοδα, σύμφωνα με τον οποίο αυτά θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, τα έξοδα των αιτήσεων θα επιβαρυνθεί η πλευρά της αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή. Να καταβληθούν δε στο τέλος της διαδικασίας. Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.