ΠΡΑΣΤΙΤΗ ν. ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑ, Αρ. Αγωγής: 1549/10, 23/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A562 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 1549/10 XXXXX ΠΡΑΣΤΙΤΗ εκ XXXXXX Ενάγοντες -και- XXXX ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑ εκ XXXX Εναγομένου Ημερομηνία: 23 Οκτωβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Ψάλτη. Για τον Εναγόμενο: κ. Μιχαηλίδης. ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η Ενάγουσα, στη βάση επικαλούμενης δυσφήμισης και/ή επιζήμιας ψευδολογίας, επιζητεί γενικές, ειδικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις, καθώς επίσης και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζεται ο Εναγόμενος και/ή οιονδήποτε άλλο πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους του από το να επαναλαμβάνει και/ή μεταδίδει και/ή κυκλοφορεί και γενικότερα δημοσιεύει έγγραφα με όμοιο με το επίδικο ηλεκτρονικό μήνυμα περιεχόμενο και γενικότερα από το να δυσφημίζει την Ενάγουσα. Οι πιο πάνω απαιτήσεις της Ενάγουσας εδράζονται στη θέση της ότι το, αμέσως, πιο κάτω, αυτουσίως παρατεθέν ηλεκτρονικό μήνυμα που απεστάλη από τον Εναγόμενο προς τον ΧΧΧΧ Barlow (εκ Λονδίνου, στο εξής «ο Barlow»), συνεργάτη της εταιρείας Acimon Trading House Ltd (εταιρεία συμφερόντων της Ενάγουσας - στο εξής «η εταιρεία») έχει δυσφημιστικό για την ίδια περιεχόμενο και αποτελεί, επίσης και επιζήμια ψευδολογία. Το επίδικο δημοσίευμα "ATTENTION FOR MR. GREAM Dear sir I hope you are well. Iam XXXXX Epaminondas the brother your XXXXX Epaminonda.Because allways my sister spoke for your self very nice and as she said to me many times that you are like brothers I want too much to inform you some things after she left from life.(sorry for my English ...i wish you understand me.1 ) A month before my sister die this XXXXX Prastiti she push and sing[1] a paper with a advocate and give all she had to her (her new house her old office the shares of acimon her car and the house of my parents which this house my father give to my sister like present).Now this Christina she goes on the court with many lawers and she asks from my parents (82 years my father and 78 years my mother) to EMPTY THE HOUSE .
- She stopped me from the work and she didn't paid my salary for the last 3 months I was working with hight care about your products.I want to know that VEVAL company is the No.1 customer to you because of me with my friendship and with my way how i was come in touch with the owners.The last 2 years because my sister was allways stay on the bed i was controlled the bussines.All customers is against her how she is doing with my parents and with me.Special is against her VEVAL, FKS, KASMIRIS,ALLOUCHROM and too much mr MAMAS.Mr XXXXX Mouskis still dont know nothing but i will inform him also.3 I buy my new car Mercedes and i write on the name of my sister just to show her that nothing wrong with her health.Also this XXXXX wants my car. You will see Sir that very soon your business in Cyprus is coming down because now stay in the company not the correct person. Thanks for your attention. I write you with all my respect and i would like also to understand the position of XXXXX family.I wish you the best of you and for your family." Είναι η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι η μόνη λογική ερμηνεία, που μπορεί να δοθεί στο περιεχόμενο του επίδικου δημοσιεύματος είναι ότι αυτή (η Ενάγουσα) διέπραξε σοβαρά αστικά και/ή ποινικά αδικήματα και/ή ότι είναι διεφθαρμένη και/ή κλέφτρα και/ή απατεώνας και/ή συνεργός σε παράνομες διαδικασίες και/ή ασυνείδητη και/ή συνωμότρια και/ή ότι είναι κακού χαρακτήρα και γενικά κακός άνθρωπος, και δη δυσφημιστική για την ίδια ερμηνεία. Είναι ακόμα η δικογραφημένη θέση της ότι, στη βάση πάντα του περιεχομένου του επίδικου δημοσιεύματος, η ίδια φέρεται να είναι ανέντιμο πρόσωπο και/ή ότι ενεργεί με μόνο σκοπό την εξυπηρέτηση προσωπικών συμφερόντων και/ή ότι είναι εκδικητική και/ή ότι εκμεταλλεύεται τη θέση που κατέχει στην εταιρεία για αλλότριους σκοπούς και/ή ότι δεν συμπεριφέρεται σωστά προς τους υπαλλήλους και/ή πελάτες της εταιρείας. Κατά την Ενάγουσα, πάντα στη βάση των σχετικών δικογραφήσεών της, το επίδικο δημοσίευμα αποτελεί λίβελο, τόσο αναφορικά με τον χαρακτήρα της, όσο και σε σχέση με την επαγγελματική της φήμη, ικανότητα και εντιμότητα, με αποτέλεσμα η φήμη της να πληγεί και να υποστεί ζημιά. Είναι, περαιτέρω, η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι, ο Εναγόμενος, κατά την συγγραφή και δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος, ενήργησε κακόβουλα, με σκοπό να την πλήξει, τόσο προσωπικά, όσο και ως διευθύντρια της εταιρείας, παραθέτοντας προς τούτο (στην Έκθεση Απαίτησης) συγκεκριμένες λεπτομέρειες που κατά την ίδια υποδεικνύουν την κακοβουλία υπό την οποία ενήργησε. Η Ενάγουσα, περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι το περιεχόμενο του επίδικου δημοσιεύματος αποτελεί κακόβουλη ψευδολογία, εφόσον τούτο είναι ψευδές και συντάχθηκε κακόβουλα, δημοσιεύτηκε δε με σκοπό να προξενήσει στην ίδια οικονομική ζημιά. Προς τούτο, η Ενάγουσα, μέσω της Έκθεσης Απαίτησης, παραθέτει λεπτομέρειες, που κατά την ίδια υποδεικνύουν το ψευδές του περιεχομένου του επίδικου δημοσιεύματος. Τέλος, η Ενάγουσα προβάλλει και τη θέση ότι αν δεν εμποδιστεί ο Εναγόμενος από το να επαναδημοσιεύσει το επίδικο δημοσίευμα ή γενικά την ουσία του, ελλοχεύει ο κίνδυνος να πράξει τούτο, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται και η έκδοση του επιζητούμενου απαγορευτικού διατάγματος. Η υπεράσπιση Ο Εναγόμενος, με το δικόγραφό του εγείρει διάφορες υπερασπίσεις. Ωστόσο, μέσω σχετικών δηλώσεων του συνηγόρου του (κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία) περιόρισε τούτες στις ακόλουθες δύο: 1) το περιεχόμενο του επίδικου δημοσιεύματος δεν είναι, καθοιονδήποτε τρόπο, δυσφημιστικό για την Ενάγουσα και 2) στην περίπτωση, ωστόσο, που ήθελε κριθεί δυσφημιστικό, εφαρμογής τυγχάνει η υπεράσπιση του άρθρου 19 (α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφάλαιο 148, και δη ότι το περιεχόμενο του είναι αληθές. Μέσω, δε, των πιο πάνω, περιοριστικών, των επίδικων ζητημάτων, δηλώσεων του συνηγόρου του Εναγομένου, έγινε, στην ουσία, αποδεκτή η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας που θέλει τούτον (τον Εναγόμενο) να είναι ο συντάκτης και αποστολέας του δημοσιεύματος, καθώς επίσης και η θέση της που θέλει, τουλάχιστον τον αναγραφόμενο επί του τούτου (του επίδικου δημοσιεύματος) παραλήπτη (τον Barlow), να παραλαμβάνει τούτο. Στη βάση των δύο αυτών εναπομεινασών υπερασπιστικών γραμμών, ο Εναγόμενος επιζητεί την απόρριψη της αγωγής και την καταδίκη της Ενάγουσας στα έξοδα. Η απάντηση Η Ενάγουσα με την Απάντησή της, αφού πρώτα επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, παραθέτει περαιτέρω λεπτομέρειες, που υποδεικνύουν, κατά την ίδια, τη κακοβουλία υπό την οποία ενήργησε ο Εναγόμενος. Οι εκδοχές των μερών Της Ενάγουσας Κατά την Ενάγουσα, στη βάση της μαρτυρίας που προσκόμισε, η ίδια ήταν συνέταιρος με την XXXX Επαμεινώνδα (αδελφή του Εναγομένου - στο εξής «η Μόνικα»), αμφότερες μέτοχοι και αξιωματούχοι της εταιρείας. Ο Εναγόμενος, στα πλαίσια συνεννόησής του με την Μόνικα, και με την τελευταία να επιθυμεί να βοηθήσει, τούτον, οικονομικά, παρείχε υπηρεσίες προς όφελος της εταιρείας λαμβάνοντας προς τούτο οικονομική αντιπαροχή, χωρίς ωστόσο να θεωρείται εργοδοτούμενος. Σε κάποια χρονική στιγμή (η οποία δεν προσδιορίστηκε επακριβώς), η Μόνικα προσβλήθηκε από ανίατη ασθένεια. Κατόπιν της εν λόγω διαγνώσεως, η Μόνικα, μέσω διαθήκης, αλλά και δύο δηλώσεων καταπιστεύματος, μερίμνησε ώστε όλη η κινητή και ακίνητη της περιουσία (εξαιρουμένου ενός διαμερίσματος στο οποίο διέμεναν οι γονείς της, και το οποίο αφήνετο στην Ενάγουσα μόνο μέσω της διαθήκης[2]) να καταλήξει στην Ενάγουσα. Στις 25 Αυγούστου του έτους 2009 η Μόνικα απεβίωσε και λίγους μήνες αργότερα, η Ενάγουσα, η οποία πλέον παρέμεινε ως η μόνη διευθύντρια της εταιρείας, ενημέρωσε τον Εναγόμενο ότι δεν επιθυμεί την όποια συνεργασία μαζί του και ότι δεν θα συνεχίσει να καταβάλλει προς αυτόν το όποιο οικονομικό βοήθημα που προηγουμένως του παρείχετο. Στο μεταξύ, ο εκτελεστής της διαθήκης της Μόνικας και διαχειριστής της περιουσίας της, κίνησε δικαστικές διαδικασίες για να αποκτήσει κατοχή κινητής περιουσίας της Μόνικας (δύο οχήματα), η οποία κατεχόταν από τρίτους (μεταξύ των οποίων και ο Εναγόμενος), καθώς επίσης ενημέρωσε (μέσω επιστολής) τους συνηγόρους των κληρονόμων της Μόνικας (Εναγόμενου και των γονέων του) περί τα χρέη της προς τραπεζικά ιδρύματα και τους τρόπους με τους οποίους θα ήταν δυνατή η αποπληρωμή τους, υποδεικνύοντας ότι, αν δεν συνεισέφεραν οι κληρονόμοι για την αποπληρωμή τους, ενδεχομένως, να καθίστατο αναγκαίο να εκποιηθεί το διαμέρισμα εντός του οποίου διέμεναν οι γονείς της Μόνικας, ως η μόνη περιουσία που δεν καλυπτόταν από τις δηλώσεις καταπιστεύματος. Των γεγονότων αυτών, ακολούθησε ενημέρωση της Ενάγουσας περί του ότι ο Εναγόμενος απέστειλε το επίδικο ηλεκτρονικό μήνυμα στον Barlow. Κατά τη συνομιλία της με το πρόσωπο που την ενημέρωσε σχετικά, η Ενάγουσα ζήτησε και έλαβε αντίγραφο του επίδικου δημοσιεύματος. Θεωρώντας η Ενάγουσα, ότι το περιεχόμενο του δημοσιεύματος είναι δυσφημιστικό για την ίδια, στη βάση των δικογραφημένων σχετικών θέσεών της, καταχώρησε την παρούσα αγωγή και επιδιώκει τις αιτούμενες με αυτή θεραπείες. Του Εναγομένου Στην αντίπερα όχθη, είναι η εκδοχή του Εναγομένου ότι το περιεχόμενο του επίδικου δημοσιεύματος είναι αληθές, μιας και, ως ισχυρίζεται, η Ενάγουσα προέβη σε όλες τις αποδιδόμενες (μέσω του δημοσιεύματος) σε αυτή ενέργειες, καθώς επίσης και ότι η δημοσίευση του, δια της αποστολής του στον Barlow, αποτελούσε δικαιολογημένη ενέργεια στη βάση των δεδομένων που περιέβαλλαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, την υπό εξέταση υπόθεση. Είναι επιπρόσθετα η θέση του Εναγομένου ότι, το περιεχόμενο του δημοσιεύματος, πέραν του ότι είναι αληθές, επ' ουδενί δεν μπορεί, στη βάση όποιας ερμηνείας του δοθεί, να θεωρηθεί ως δυσφημιστικό για την Ενάγουσα. Ακροαματική διαδικασία Προς υποστήριξη της αγωγής κατέθεσαν ενόρκως η Ενάγουσα (ΜΕ1), ο XXXX Μάρκου (ΜΕ2) και ο Δρ. XXXX Κληρίδης (ΜΕ3). Από πλευράς της υπεράσπισης, ενόρκως κατέθεσε ο Εναγόμενος (ΜΥ1) και ο XXXX Σάββα (ΜΥ2). Συνοπτική παράθεση της μαρτυρίας ΜΕ1 ‑ Ενάγουσα Η Ενάγουσα δια της δια ζώσης μαρτυρίας της, προώθησε όλους τους πιο πάνω αναφερόμενους δικογραφημένους ισχυρισμούς της. Μέσω της κατατέθηκαν ως τεκμήρια τα πιστοποιητικά αξιωματούχων και μετόχων της εταιρείας (Τεκμήρια 1 (α) και 1 (β) αντίστοιχα), εκτύπωση του επίδικου δημοσιεύματος, ως τούτο της απεστάλη από τον ΜΕ2 (Τεκμήριο 2), αντίγραφα δύο δηλώσεων καταπιστεύματος στις οποίες προέβη η Μόνικα (Τεκμήρια 3 (α) και 3 (β)) και αντίγραφο της διαθήκης της Μόνικας (Τεκμήρια 4). Επίσης, στα πλαίσια πάντα της δια ζώσης μαρτυρίας της, η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι ουδεμία σχέση είχε ή εντολή έδωσε προς τον ΜΕ3 αναφορικά με τον τρόπο δράσης του υπό την ιδιότητά του ως εκτελεστής της διαθήκης της Μόνικας και ακολούθως ως διαχειριστής της περιουσίας της. Στη βάση δε του ισχυρισμού της αυτού, προώθησε και τη θέση ότι ουδεμία σχέση είχε, ούτε και έδωσε προς το ΜΕ3 εντολή για τη καταχώρηση της αγωγής εναντίον του Εναγόμενου με την οποία απαίτησε από αυτόν να του παραδώσει το όχημα κατασκευής Mercedes το οποίο κατείχε (το οποίο, όμως, ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της Μόνικας), αλλά ούτε και για την αποστολή της επιστολής (Τεκμήριο 13), με την οποία ενημέρωνε τους συνηγόρους του Εναγομένου και των γονέων του περί της ενδεχόμενης ανάγκης εκποίησης της μονής, μη καλυπτόμενης από τις δηλώσεις καταπιστεύματος, περιουσίας της Μόνικας για σκοπούς κάλυψης οφειλών της προς τραπεζικά ιδρύματα. Κατά την Ενάγουσα, ουδέποτε η ίδια απαίτησε από τη Μόνικα να της μεταβιβάσει οποιαδήποτε περιουσία της ή να μεριμνήσει ώστε τούτη (η περιουσία της) να καταλήξει σε αυτή μετά το θάνατό της. Ουδέποτε άσκησε όποια επιρροή ή επίδραση προς αυτή και η ενέργεια της Μόνικας να ορίσει, επί της διαθήκης της, την ίδια ως το μόνο κληρονόμο της, αλλά και ως δικαιούχο επί των δηλώσεων καταπιστεύματος, αποτελεί επιλογή της, βασισμένη στην ελεύθερη βούλησή της, χωρίς την όποια δική της παραίνεση, προτροπή, παρότρυνση και γενικά σχετική ενέργεια. Στη βάση, πάντα, του περιεχομένου του επίδικου δημοσιεύματος (και δη των όσων η ίδια θεωρεί ότι της αποδίδονται από τον Εναγόμενο), η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ακόμα ότι, ποτέ δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο και να απαιτήσει, όπως οι γονείς του Εναγομένου και της Μόνικας, εγκαταλείψουν το διαμέρισμα στο οποίο διαμένουν, ούτε και απαίτησε ποτέ το όχημα στον οποίο ο Εναγόμενος αναφέρεται στο επίδικο δημοσίευμα. Σε ό, τι δε αφορά στην αιτίαση του Εναγομένου (πάντα στη βάση του περιεχομένου του επίδικου δημοσιεύματος) ότι απέλυσε τούτον από εργοδοτούμενο της εταιρείας, η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε ο Εναγόμενος ήταν εργοδοτούμενος της εταιρείας και ότι απλά τερμάτισε τη προ του θανάτου της Μόνικας σχέση εταιρείας - Εναγομένου, η οποία εδράζετο και διατηρείτο στη βάση της σχετικής βούλησης της Μόνικας για παροχή οικονομικής βοήθειας στο Εναγόμενο. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι, μετά τον θάνατο της Μόνικας δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος για να συνεχιστεί η όποια σχέση της εταιρείας με τον Εναγόμενο. Όσο δε αφορά στο υπόλοιπο μέρος του επίδικου δημοσιεύματος, η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι κανένας πελάτης της εταιρείας δεν εξέφρασε οποιανδήποτε δυσαρέσκεια προς την ίδια, είτε ως προς τις υπηρεσίες που παρείχε η εταιρεία, είτε, γενικότερα, ως προς τον τρόπο που τούτη (η Ενάγουσα) ενήργησε κατόπιν του θανάτου της Μόνικας, καθώς επίσης και ότι, η εταιρεία συνέχισε και συνεχίζει ακόμα να παρέχει τις υπηρεσίες της απρόσκοπτα έχοντας στο τιμόνι της την ίδια, η οποία εργάζεται με ζήλο, επαγγελματισμό και επάρκεια. Είναι στη βάση των πιο πάνω δεδομένων που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το περιεχόμενο του επίδικου δημοσιεύματος είναι ψευδές, προσβλητικό και δυσφημιστικό για την ίδια. ΜΕ2 Ο ΜΕ2, με τη μαρτυρία του προώθησε σύμφωνους, με τις σχετικές θέσεις της Ενάγουσας, ισχυρισμούς. Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι κάποια χρονική στιγμή επικοινώνησε μαζί του ο Barlow, ο οποίος είναι συνεργάτης και φίλος του και τον ενημέρωσε ότι παρέλαβε, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου το επίδικο δημοσίευμα. Κατά τη συνομιλία τους, ο Barlow (φίλος και της Μόνικας), αφού πρώτα εξέφρασε άγνοια ως προς την ταυτότητα του αποστολέα του δημοσιεύματος (το όνομα του Εναγομένου, ως ο αποστολέας του αλλά και ως ο αδελφός της Μόνικας, καταγράφεται στο δημοσίευμα), ζήτησε από αυτόν ενημέρωση ως προς τους λόγους που απεστάλη τούτο. Ο ΜΕ2 ενημέρωσε τον Barlow ότι η οικογένεια της Μόνικας καταχώρησε αγωγές εναντίον της Ενάγουσας, πλην όμως ότι το γεγονός αυτό δεν επιφέρει οποιαδήποτε ανησυχία, μιας και η εταιρεία ανήκει νόμιμα στην Ενάγουσα και οι εργασίες της κυλούν ομαλά χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα. Κατόπιν της συνομιλίας του με τον Barlow, και αφού έλαβε από αυτόν αντίγραφο του επίδικου δημοσιεύματος, απέστειλε τούτο, ηλεκτρονικά, στην Ενάγουσα, την οποία και ενημέρωσε σχετικά. Εξέφρασε δε τη γνώμη ότι το περιεχόμενό του είναι προσβλητικό προς την Ενάγουσα μιας και θίγει την επαγγελματική της φήμη και όχι μόνο. Ως προς την Ενάγουσα, ισχυρίστηκε ότι συνεργάζεται μαζί της τα τελευταία δέκα χρόνια (υπό την ιδιότητά της ως εκπρόσωπος της εταιρείας) και ότι κανένα παράπονο ή πρόβλημα αντιμετώπισε κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους. Όσο δε αφορά στο αληθές ή μη του περιεχομένου του επίδικου δημοσιεύματος, ο ΜΕ2, στη βάση των όσων ισχυρίστηκε ότι γνώριζε, εξέφρασε τη θέση ότι τούτο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. ΜΕ3 Ο ΜΕ3, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, στο βαθμό που τούτη αφορούσε σε θέματα στα οποία αναφέρθηκε και η Ενάγουσα, προώθησε σύμφωνους με αυτή ισχυρισμούς. Μέσω της μαρτυρίας του παρέθεσε τις θέσεις του αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες, υπό τη δική του συμβουλή, ως δικηγόρος της, η Μόνικα αποφάσισε να ετοιμάσει και υπογράψει τη διαθήκη της, αλλά και τις δηλώσεις καταπιστεύματος. Ήταν η θέση του ΜΕ3 ότι η Ενάγουσα ουδεμία ανάμειξη είχε, στη βάση των όσων ο ίδιος γνώριζε, στην απόφαση της Μόνικας να επιδιώξει, μέσω της διαθήκης και των δηλώσεων καταπιστεύματος, να καταλήξει η περιουσία της σ' αυτή. Ως ισχυρίστηκε, για χρόνια διετέλεσε δικηγόρος της Μόνικας, καθώς επίσης και γείτονάς της, την οποία χαρακτήρισε ως ισχυρό χαρακτήρα που δεν επηρεαζόταν ούτε συμβιβαζόταν εύκολα και σίγουρα δεν ήταν πρόσωπο επιρρεπές σε πιέσεις. Στη βάση των δεδομένων αυτών, αλλά και της γενικότερης εικόνας που ο ίδιος αποκόμισε κατά τον ουσιώδη χρόνο, εξέφρασε τη γνώμη ότι, κατά το χρόνο που η Μόνικα του έδωσε οδηγίες για ετοιμασία της διαθήκης και των δηλώσεων καταπιστεύματος, αλλά και κατά το χρόνο της υπογραφής των εγγράφων αυτών, τούτη ενεργούσε με ελεύθερη βούληση, εν γνώσει της ως προς το τι έπραττε, με πλήρη κατανόηση των δεδομένων και χωρίς επηρεασμό από τον οποιοδήποτε, στη βάση και των δικών του σχετικών συμβουλών. Παρά ταύτα, γνωρίζοντας ότι κατά το ουσιώδες χρονικό διάστημα η Μόνικα είχε ήδη διαγνωσθεί ως πάσχουσα από ανίατη νόσο, ζήτησε και έλαβε από τον θεράποντα γιατρό της ιατρική βεβαίωση (Τεκμήριο 9), δια της οποίας πιστοποιούταν, αφ' ενός ότι η Μόνικα έπασχε από καρκίνο του στομάχου και αφετέρου ότι οι θεραπευτικές αγωγές, που κατά καιρούς της χορηγούνταν, δεν επηρέασαν την κρίση ή ικανότητά της να λαμβάνει αποφάσεις. Κατά το ΜΕ3, η ιατρική αυτή βεβαίωση απλά επιβεβαίωσε την ήδη δική του αντίληψη επί του προκειμένου. Ως προς δε την ενέργεια του να απαιτήσει με αγωγές την επιστροφή δύο οχημάτων που βρίσκονταν στην κατοχή του Εναγομένου και των γονέων του (μεταξύ των οποίων και του οχήματος το οποίο κατείχε και χρησιμοποιούσε ο Εναγόμενος), ισχυρίστηκε ότι, τούτη, έγινε στα πλαίσια των καθηκόντων του ως διαχειριστής της περιουσίας της Μόνικας και όχι κατόπιν οποιωνδήποτε εντολών, προτροπών ή άλλων ενεργειών της Ενάγουσας. Είναι υπό την ίδια ακριβώς ιδιότητα, πάντα κατά τον ΜΕ3, και χωρίς την όποια προτροπή ή παρότρυνση της Ενάγουσας, που απέστειλε και την επιστολή ημερομηνίας 30.10.2010 (Τεκμήριο 13), με την οποία, ως ισχυρίστηκε, απλά γνωστοποιούσε προς τον συνήγορο του Εναγομένου και των γονέων του τα δεδομένα και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε σε σχέση με τις οφειλές της Μόνικας προς τραπεζικά ιδρύματα. Μέσω της ρηθείσας επιστολής του, ως ανέφερε, υποδείκνυε ότι αν δεν συνεισφέρουν οι κληρονόμοι της Μόνικας για αποπληρωμή των οφειλών της, η μόνη περιουσία, που δεν καλυπτόταν από τις δηλώσεις καταπιστεύματος και κατά συνέπεια μπορούσε να ρευστοποιηθεί για κάλυψή τους, ήταν το διαμέρισμα στο οποίο διέμεναν οι γονείς του Εναγόμενου και της Μόνικας. Κατά τον ΜΕ3, καθ' όλο τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο (χρόνος σύνταξης και δημοσίευσης του επίδικου δημοσιεύματος), ήταν σε συνεχή επικοινωνία με τους συνηγόρους του Εναγομένου και των γονέων του, ανταλλάσσοντας με αυτούς μεγάλου εύρους αλληλογραφία, στα πλαίσια της οποίας, τούτοι, μέσω της (της αλληλογραφίας), έγιναν γνωστές όλων των δεδομένων και συνθηκών υπό των/τις οποίων/ες ενήργησε η Μόνικα για σκοπούς διάθεσης της περιουσίας της. Ήταν δε ο ισχυρισμός του ότι, το όχημα, στο οποίο αναφέρεται ο Εναγόμενος στο επίδικο δημοσίευμα, παραδόθηκε από τον ίδιο (τον Εναγόμενο) προς τη διαχείριση της περιουσίας της Μόνικας κατόπιν σχετικής απαίτησης του (του ΜΕ3) και σε πλήρη συνεννόηση και συμφωνία με τους συνηγόρους του. Προς τούτο παρέπεμψε το Δικαστήριο στη σχετική με το ζήτημα αλληλογραφία, η οποία αποτελεί μέρος της όλης αλληλογραφίας των συνήγορων, η οποία, ως δέσμη, κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
- Κατά το ΜΕ3, όποιες ενέργειές του, αποδίδονται, μέσω του δημοσιεύματος, στην Ενάγουσα, κακώς αποδίδονται σε αυτήν. Όλες διενεργήθηκαν από τον ίδιο υπό τις ιδιότητές του ως εκτελεστής της διαθήκης της Μόνικας και διαχειριστής της περιουσίας της, στη βάση εκπλήρωσης των σχετικών με τις ιδιότητές του αυτές καθηκόντων του, χωρίς την όποια παρότρυνση, οδηγία, εντολή ή άλλη ενέργεια της Ενάγουσας. ΜΥ1‑ Εναγόμενος Ο Εναγόμενος, με τη δια ζώσης μαρτυρία του, ισχυρίστηκε ότι τα όσα αποδίδονται, μέσω του επίδικου δημοσιεύματος, στην Ενάγουσα, είναι αληθή, καθότι τούτη, τον απέλυσε παράνομα από την εταιρεία, επηρέασε τη Μόνικα ώστε να την καταστήσει ως μοναδικό κληρονόμο της και ακολούθως απαίτησε όπως οι γονείς του εγκαταλείψουν το διαμέρισμα στο οποίο διαμένουν, αλλά και ο ίδιος να της παραδώσει το όχημά του, το οποίο, αν και δικής του ιδιοκτησίας, ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της Μόνικας. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι ο λόγος που απέστειλε στον Barlow το επίδικο δημοσίευμα ήταν γιατί θεωρούσε ότι με την πράξη του αυτή εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του ίδιου και γενικότερα της οικογένειάς του, αναφέροντας επίσης ότι με τον Barlow είχαν γνωριστεί στο παρελθόν, όταν αυτός επισκέφτηκε τη Κύπρο. Συγκεκριμένα, κατά την εδώ παραμονή του (του Barlow), συνέφαγαν στην οικία του Εναγομένου και ακολούθως, ο τελευταίος τον μετέφερε στα κατεχόμενα και ειδικότερα στην Κερύνεια. Κατά τον Εναγόμενο, ο Barlow, είχε πολύ φιλικές σχέσεις με τη Μόνικα και θεώρησε ότι ήταν ορθό, υπό τις περιστάσεις, να γνωρίζει για το πώς η Ενάγουσα συμπεριφέρθηκε στον ίδιο αλλά και στην οικογένειά του μετά τον θάνατο της Μόνικας. Ως προς δε την αναφορά του στο επίδικο δημοσίευμα περί του ότι η Ενάγουσα δεν είναι το ορθό πρόσωπο ("correct person") για να διαχειρίζεται την εταιρεία, ισχυρίστηκε ότι, με τη φράση του αυτή εννοούσε ότι η Ενάγουσα δεν ήταν σε θέση να διαχειριστεί τις υποχρεώσεις της εταιρείας μιας και ουδέποτε, πριν αποβιώσει η Μόνικα, δεν εργάστηκε στην εταιρεία. ΜΥ2 Ο ΜΥ2 ισχυρίστηκε ότι τον Φεβρουάριο του 2009 ο Εναγόμενος επισκέφθηκε τη μάντρα αυτοκινήτων την οποία διατηρεί και αγόρασε ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο κατασκευής Mercedes με αριθμό εγγραφής XXG XX8, αξίας €11.
- Ως αντιπαροχή για την πώληση του ρηθέντος αυτοκινήτου, έλαβε ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο κατασκευής Renault και το υπόλοιπο ποσό τοις μετρητοίς από τον Εναγόμενο. Ως ενθυμείτο, στη βάση των όσων ο Εναγόμενος του ανέφερε, το όχημα ενεγράφη στο όνομα της Μόνικας κατόπιν επιθυμίας του ιδίου γιατί όπως του ανέφερε "ήθελε να της κάνει μία χάρη". Με τη Μόνικα, ποτέ δεν γνωρίστηκε. Νομική πτυχή Γενικές αρχές περί του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης Ως προκύπτει από την σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην περίπτωση που το Δικαστήριο βρίσκεται αντιμέτωπο με αγωγή λιβέλου, δυο είναι τα σημαντικά δικαιώματα που θα πρέπει να εξισορροπήσει. Πρώτον, το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και έκφρασης, και δεύτερο το δικαίωμα της προάσπισης της αξιοπρέπειας, υπόληψης και καλής φήμης του ανθρώπου. Αμφότερα τα ποιο πάνω δικαιώματα κατοχυρώνονται από τα Άρθρα 10 και 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αντίστοιχα, αλλά και από σχετικές συνταγματικές διατάξεις (βλ. Άρθρο 19). Εκ της φύσεως τους, αλλά και κατά την εφαρμογή τους στην πράξη, τα δυο ποιο πάνω αναφερόμενα δικαιώματα υπέχουν μέγιστης σημασίας σε κάθε ευνομούμενη πολιτεία. Είναι δε, για αυτό τον λόγο που θα πρέπει να τυγχάνουν αυστηρού σεβασμού, αλλά και της, ανάλογης με την σημασία τους, προστασίας από την δικαιοσύνη. Η σύγχρονη τάση, ως τούτη προκύπτει από τις πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου κλίνει προς τον περιορισμό του δικαιώματος στην φήμη ενός προσώπου, προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου και έκφρασης. Το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και έκφρασης, έχει αναφερθεί ότι συνιστά «ένα από τα ουσιαστικά θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας και απαραίτητο συστατικό για την πρόοδο της και για την ολοκλήρωση του ατόμου». Σημειώθηκε ακόμα ότι, « (μ)ε την επιφύλαξη της παρ. 2 του Άρθρου 10 της Σύμβασης, η ελευθερία του λόγου και της έκφρασης εφαρμόζεται όχι μόνο σε μετάδοση 'πληροφοριών' ή 'ιδεών', οι οποίες γίνονται δεκτές ευνοϊκά ή θεωρούνται ως μη επιθετικές ή προκαλούν αδιαφορία, αλλά εφαρμόζεται επίσης σε εκείνες που ενοχλούν, προσβάλουν ή σοκάρουν. Αυτό επιτάσσει ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και ευρύτητα πνεύματος χωρίς τα οποία δεν υφίσταται δημοκρατική κοινωνία». Τονίστηκε ακόμη ότι, κάθε δημοσίευμα θα πρέπει να εξετάζεται υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν όταν τούτο δημοσιεύτηκε. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στις ακόλουθες αποφάσεις: Εκδοτικός Οίκος Δίας Δημόσια Λτδ κ.α. ν. Κώστα Γενάρη
(2011)1Γ Α.Α.Δ 1952, Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπαευσταθίου
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 856 και Lingens n. Austria Appl. No. 9815/82 Ser.A. Nol. 103 [1986] 8 EHRR 407. Πότε ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό; Στην υπόθεση Μακάριος Δρουσιώτης ν. Νικόλα Παπαδόπουλου,
(2012)1 Α Α.Α.Δ. 102, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά με το πότε ένα δημοσίευμα θεωρείται δυσφημιστικό: «Το κατά πόσον ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, κρίνεται από το Δικαστήριο και αποφασίζεται ως ζήτημα πραγματικό, με απόδοση στις λέξεις ή φράσεις, της συνήθους φυσικής τους έννοιας, με γνώμονα το μέτρο του μέσου λογικού πολίτη. Δεν έχει σημασία το κατά πόσον ένας αναγνώστης ή ακόμη και ο ίδιος ο ενάγων, δυνατόν να θεωρήσει το δημοσίευμα δυσφημιστικό, ούτε και έχει σημασία η μαρτυρία που τυχόν δίδεται για το πώς ένα δημοσίευμα έγινε αντιληπτό σε σχέση με το νόημα και τη γενική του έννοια. Ο Ενάγων, δε μπορεί να αποδώσει ο ίδιος δυσφημιστική έννοια στο δημοσίευμα και να θεωρήσει τον εαυτό του θιγμένο, αν το κείμενο είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Κατά την εξέταση του κειμένου το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, όχι μόνον την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων αλλά και το σύνολο του περιεχομένου του, με αναφορά στο χρόνο και τόπο του δημοσιεύματος καθώς και στην ισχύουσα κοινή γνώμη για το θέμα, με την επισήμανση, ότι κάποια μομφή δυνατόν να είναι δυσφημιστική, ανεξαρτήτως αν γίνεται πιστευτή από αυτούς στους οποίους δημοσιοποιείται. Οι λέξεις στις οποίες αποδίδεται δυσφημιστικό περιεχόμενο πρέπει να ερμηνεύονται στο σύνολό τους. Είναι δυνατόν η μια ή η άλλη διατύπωση σε ένα κείμενο, να θεωρείται δυσφημιστική, όπως είναι εξίσου δυνατόν, να υπάρχουν εκεί και άλλες φράσεις ή προτάσεις οι οποίες να απομακρύνουν από την πρώτη εντύπωση (βλ. Gatley On Libel and Slander, 10η έδ., 2004, παρα. 3.12 - 3.17)». Καθίσταται επομένως ξεκάθαρο ότι, σημαντικό για το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό, είναι το τι πραγματικά, στα μάτια του μέσου συνετού πολίτη, αποδίδεται, με αυτό, στον εκάστοτε ενάγοντα (βλέπε επίσης Χριστοδούλου ν. Αυξεντίου και Αυξεντίου ν. Χριστοδούλου, πολιτικές εφέσεις 33/2011 και 46/2011, αντίστοιχα (συνεκδικασθείσες), ημερομηνία απόφασης, 4 Μαρτίου, 2016. `Εκείνο που προκύπτει από την ποιο πάνω αναφερόμενη νομολογία αλλά και άλλες αυθεντίες (Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, έκδοση 2014, σελ. 380 και 381), είναι ότι, το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία των λέξεων και/ή φράσεων που εμπεριέχονται στην εγκαλούμενη δήλωση, θα αποδώσει σε αυτές, την συνήθη φυσική τους (Literal) έννοια, με γνώμονα τον μέσο λογικό πολίτη, και εκεί που κρίνει ότι τούτο είναι αναγκαίο, θα ανατρέξει και σε λεξικά. Η Υπεράσπιση της αλήθειας Αναφορικά με την προβαλλόμενη από πλευράς του Εναγομένου υπεράσπιση της αλήθειας του περιεχομένου του επίδικου δημοσιεύματος, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθησαν στην υπόθεση Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου ν. Καψού
(2009)1ΑΑΔ 1175, τα οποία έχουν ως ακολούθως: «
- Σε αγωγή για δυσφήμηση αποτελεί υπεράσπιση - (α) ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν αληθές. Νοείται ότι, όταν το δυσφημιστικό δημοσίευμα περιέχει δύο ή περισσότερες ξεχωριστές κατηγορίες κατά του ενάγοντα, υπεράσπιση βάσει της παραγράφου αυτής δεν καταρρίπτεται για μόνο το λόγο ότι δεν αποδεικνύεται το αληθές κάθε μιας κατηγορίας, αν το μέρος του δημοσιεύματος που δεν αποδείκτηκε ως αληθές, δεν βλάπτει ουσιωδώς την υπόληψη του ενάγοντα, αφού ληφθεί υπόψη το αληθές των υπόλοιπων κατηγοριών." Όπως προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό του προαναφερθέντος άρθρου, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, όπως και εδώ, κάποιο δημοσίευμα περιέχει περισσότερους από ένα δυσφημιστικούς ισχυρισμούς, έστω και αν δεν αποδειχθεί η αλήθεια κάποιων από τους ισχυρισμούς, εν τούτοις μπορεί να στοιχειοθετηθεί και να επιτύχει η υπεράσπιση της αλήθειας. Το κριτήριο το οποίο θέτει ο ίδιος ο νομοθέτης σε μια τέτοια περίπτωση είναι η διακρίβωση κατά πόσο το μέρος ή τα μέρη του δημοσιεύματος που δεν αποδείχτηκε ότι είναι αληθινά, βλάπτουν ουσιωδώς την υπόληψη του εφεσίβλητου, λαμβανομένου όμως υπόψη του αληθούς των υπόλοιπων κατηγοριών. Νομοθετική πρόνοια με παρόμοιο λεκτικό συναντάτο και στο Αγγλικό Defamation Act 1952, Αρθρο
- Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Pamplin v. Express Newspapers Ltd (No. 2) [1998] 1 All E.R. 282, μια υπεράσπιση η οποία βασίζεται στη μερική αλήθεια των προβληθέντων ισχυρισμών, μπορεί να ευσταθήσει, εάν δε αυτό δεν καταστεί δυνατό, ο εναγόμενος μπορεί να βασισθεί στα αποδειχθέντα ως αληθή γεγονότα, έτσι ώστε να μειώσει και σχεδόν να εκμηδενίσει το ποσό των επιδικασθησόμενων αποζημιώσεων. Όπως δε τονίστηκε και στην υπόθεση Reynolds v. Times Newspapers Ltd and Others [1999] 4 All E.R. 609, η απόδειξη της αλήθειας συνιστά μια ολοκληρωμένη υπεράσπιση. Εάν ο εναγόμενος αποδείξει ουσιωδώς την αλήθεια των ισχυρισμών του αυτό είναι αρκετό. Στην απόφαση του House of Lords στην υπόθεση Grobbelaar v. News Group Newspapers Ltd and Another [2002] 4 All E.R. 732, τονίστηκε ότι είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι για να επιτύχει υπεράσπιση της αλήθειας, ο εναγόμενος δεν χρειάζεται να αποδείξει την αλήθεια ενός εκάστου επιβλαβούς ισχυρισμού στον οποίο είχε προβεί. Είναι αρκετό εάν αποδείξει το κεντρί (sting) των ισχυρισμών του και οι ένορκοι (εδώ το Δικαστήριο) θα πρέπει να διακριβώσουν ποιο είναι το κεντρικό σημείο (sting) του δημοσιεύματος. Όπως περαιτέρω αναφέρεται και στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 6th Edition, para 1053, είναι επαρκές εάν η υπεράσπιση της αλήθειας καλύπτει την κύρια κατηγορία ή την ουσία της δυσφήμησης και ο εναγόμενος δεν χρειάζεται όπως δικαιολογήσει επουσιώδεις λεπτομέρειες ή καταχρηστικές εκφράσεις, οι οποίες δεν προσθέτουν στο κεντρί της δυσφήμησης, ή οι οποίες δεν προκαλούν στον αποδέκτη επίπτωση διαφορετική απ' εκείνη η οποία προκλήθηκε από το ουσιώδες μέρος το οποίο αποδεικνύεται αληθές. Είναι αρκετό εάν η ουσία της δυσφημιστικής δήλωσης δικαιολογείται». Κακοβουλία Σε ότι δε αφορά στο κατά πόσο ένας εναγόμενος ενήργησε ή όχι κακόβουλα, και σε ποιο βαθμό το ζήτημα αυτό συναρτάται και με την υπεράσπιση της αλήθειας, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθησαν στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Καραμεσίνη
(2011)1 ΑΑΔ 715, τα οποία και παραθέτω ευθύς αμέσως, αυτουσίως. Η ύπαρξη κακοβουλίας μπορεί να διαγνωσθεί εξ αντικειμένου από μια σειρά παραγόντων που αναδύονται μέσα από την ίδια τη δημοσίευση. Στο σύγγραμμα του Gatley on Libel and Slander, 8η έκδ., σελ. 550-564, αναφέρεται ότι η κακοβουλία μπορεί να διαφανεί από τη γενική συμπεριφορά ενός εναγομένου ακόμη και πριν από τη δίκη, τη συμπεριφορά και τη στάση του απέναντι στον ενάγοντα κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης και μέχρι το τέλος της διαδικασίας. Η επιμονή ότι το δυσφημιστικό κείμενο είναι αληθές, ακόμη και μετά την παρουσίαση μαρτυρίας που δείχνει το αντίθετο, αποτελεί ένδειξη κακοβουλίας. Η χρήση των συγκεκριμένων λέξεων επίσης μπορεί να είναι τέτοια που να οδηγεί σε συμπέρασμα κακοβουλίας. Η μη αναζήτηση των απόψεων του υποκείμενου στο δυσφημιστικό δημοσίευμα, ως μέτρο ελέγχου της αλήθειας και της ακρίβειας του περιεχομένου του δημοσιεύματος, είναι επίσης στοιχείο που σύμφωνα και με την υπόθεση Reynolds v. Times Newspapers[1999] 4 All E.R. 609, απογυμνώνουν τους ισχυρισμούς ενός εναγομένου περί καλής πίστης. Η ενασχόληση επίσης εδώ με την εφεσίβλητη για σειρά ημερών, ακόμη ο τρόπος και η έκταση της αντεξέτασης της, που επιβεβαίωσε την πολεμική εναντίον της, (σελ. 23-50 των πρακτικών), αποτελεί ένδειξη του συνεχούς ανελέητου σφυροκοπήματος της και επομένως δεν μπορεί να γίνεται λόγος για οποιαδήποτε καλόπιστη κριτική, ιδιαιτέρως όταν αυτή είναι τόσο ειρωνική και χλευαστική ώστε κάθε προσπάθεια εκ μέρους των εφεσειόντων προώθησης του καλόπιστου του δημοσιεύματος να πίπτει στο κενό. Υπολογισμός γενικών αποζημιώσεων Αναφορικά με τον υπολογισμό των αποζημιώσεων σε υποθέσεις δυσφήμησης, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναγνωρίζει ότι, οι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται είναι αυτοί που συναρτώνται με την προσωπικότητα του δυσφημιζόμενου, την συμπεριφορά του, την θέση του και υπόληψη του στην κοινωνία, την φύση της δυσφήμησης, τον τρόπο και τον βαθμό της δημοσίευσης, την απουσία απολογίας εκ μέρους του δυσφημούντος, την αποτυχία της υπεράσπισης της αλήθειας, την πρόκληση ειδικής ζημίας, την τυχόν επανάληψη της δυσφήμησης και γενικότερα τη συμπεριφορά του εναγομένου από τον χρόνο της δημοσίευσης της δυσφήμησης μέχρι και την έκδοση της απόφασης. Το δε δικαίωμα ενός Ενάγοντα σε αποζημιώσεις συνεπεία δυσφήμησης, γεννάται με την διάπραξη του εν λόγου αστικού αδικήματος. Όσον τώρα αφορά στον υπολογισμό των αποζημιώσεων, τούτος γίνεται, κατά πάγια νομολογία, την ημέρα της δικαστικής κρίσης, οπόταν και λαμβάνονται υπόψη όλοι οι παράγοντες που μεσολάβησαν και επηρεάζουν την σχετική κρίση ως προς τον υπολογισμό των αποζημιώσεων, που ως αναφέρθηκε ανωτέρω, ανάγονται στον χρόνο γένεσης του δικαιώματος. Συνεπεία δε της φύσης των υποθέσεων λιβέλου, δεν αφήνεται πεδίο για την καθόλα ταύτιση τους με τις επιπτώσεις ενός τραυματισμού σε υποθέσεις προσωπικών κακώσεων. Τυγχάνουν όμως καθολικής εφαρμογής οι γενικές αρχές που υιοθετούνται στην Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofis
(1982), 1 CLR
- Επομένως, η αποζημίωση πρέπει να είναι και δίκαιη και εύλογη. Ειδικότερα για υποθέσεις λιβέλου, αναφέρθηκε ότι δίκαιη, είναι η αποζημίωση η οποία αποκαθιστά ουσιαστικά, το θύμα της δυσφήμησης, στον βαθμό που αυτό είναι εφικτό, με μέσο το χρήμα. Το δε εύλογο τούτης, συναρτάται με το κατά πόσο η αποζημίωση ευρίσκει αντικειμενικό έρεισμα στον κοινωνικό χώρο. Έχει δε ακόμα αναφερθεί ότι οι αποζημιώσεις στις περιπτώσεις των δυσφημήσεων είναι πρωταρχική θεραπεία καθότι ο σκοπός της επιδίκασης τους είναι η αποκατάσταση του δυσφημιζόμενου από το αποτέλεσμα της δυσφημιστικής δήλωσης. Η δε τρείς στόχοι που εξυπηρετούνται με την επιδίκαση των αποζημιώσεων είναι (α) η θεραπεία του Ενάγοντα από την βλάβη που υπέστη εξαιτίας της δημοσίευσης της δήλωσης (β) η αποκατάσταση της ζημιάς στην πληγείσα φήμη του και (γ) η δικαίωση του. Επί του θέματος, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθησαν στις Χριστοδούλου ν. Αυξεντίου και Αυξεντίου ν. Χριστοδούλου (ανωτέρω), Αριστόδημος (Άρης) Χατζηπαναγιώτου ν
- Μακαρίου Δρουσιώτη κ.α.
(2009)1 Β Α.Α.Δ. 1321, Λουκής Λουκαΐδης ν 1. Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ
(2003)1Α Α.Α.Δ 22, και Αλέκος Κωνσταντινίδης κ.α. ν. Τάσσου Παπαδόπουλου
(1999), 1 Β Α.Α.Δ. 992. Παραδειγματικές και επαυξημένες αποζημιώσεις Στην υπόθεση Papakokkinou and others v Princess Zena De Tyra Kanther
(1982)1 C.L.R. 65, εξετάστηκε, αν και όχι εξαντλητικά, το κατά πόσο θα έπρεπε, όταν εξετάζεται θέμα επιδίκασης παραδειγματικών αποζημιώσεων, να εφαρμόζονται τα ειδικά κριτήρια που τέθηκαν στην υπόθεση Rookes v. Bernard [1964] 1 All E.R. 367 ή τα όσα αναφέρθηκαν σχετικά με τα εν λόγω κριτήρια στην υπόθεση Cassell & Co. Ltd v. Broome [1972] 1 All E.R. 801. Το Ανώτατο Δικαστήριο, έκρινε ότι για σκοπούς εξέτασης των ενώπιον του επιδίκων ζητημάτων, δεν ήταν αναγκαία η έκφραση καταληκτικής θέσης επί του πιο πάνω ερωτήματος, αναφέροντας ωστόσο ότι, αν ζητείτο από το Δικαστήριο να επιλέξει μεταξύ των δυο σχετικών απόψεων που εκφράστηκαν επί του ζητουμένου, η τάση θα έκλεινε προς την ευρεία προσέγγιση, η οποία επιτρέπει την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων για διάπραξη αστικού αδικήματος, όποτε η συμπεριφορά του αδικοπραγούντα είναι εγγενώς επιλήψιμη σε βαθμό που δικαιολογείται η τιμωρία του από Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία. Πρόσθεσε δε ότι, με αυτό τον τρόπο, το αστικό δίκαιο θα διατηρήσει αποτελεσματικό οπλοστάσιο για την κατάπνιξη μιας ανυπότακτης συμπεριφοράς, η οποία εκφεύγει των ελαχίστων αποδεκτών, από την κοινωνία μας, προτύπων συμπεριφοράς. Σημειώθηκε επίσης ότι, το γεγονός ότι μια συμπεριφορά συνοδεύεται από στοιχεία υπεροψίας, αυθάδειας και κακίας, δυνατό να δικαιολογούν την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων, ειδικότερα εάν τείνει, η εν λόγω συμπεριφορά, να εξευτελίσει το θύμα του αστικού αδικήματος. Για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση, γενικότερα για το αστικό αδίκημα της δυσφήμησης, αλλά και του τρόπου υπολογισμού των αποζημιώσεων, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθησαν στις υποθέσεις Κωνσταντινίδης ν. Παπασάββα
(2004)1 Α.Α.Δ. 981, Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.α. ν. Αλωνεύτη
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1863, Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Λεωνίδα
(1997)1 Α.Α.δ. 550 και Ηνωμένοι Δημοσιογράφοι Λτδ ν. Ναθαναήλ
(1993)1 Α.Α.Δ.
- Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 ‑ Ενάγουσα Η Ενάγουσα μου έκανε καταπληκτική εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο ανέφερε την αλήθεια σε σχέση με όλα τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψή της. Ήταν σταθερή, σαφής και άμεση στις απαντήσεις της, χωρίς να παρατηρούνται οι οποιεσδήποτε υπεκφυγές ή ουσιώδεις αντιφάσεις. Η δε μαρτυρία της, σε αρκετά σημεία της υποστηρίζεται και από την υπόλοιπη ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, αλλά και τα διάφορα τεκμήρια. Πάρα της αντεξέτασης της οποίας έτυχε, η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί ότι, ουσιώδεις για την κρίση της παρούσας αγωγής ισχυρισμοί της δεν αμφισβητήθηκαν κατά το στάδιο της αντεξέτασής της, με αποτέλεσμα τούτοι, στη βάση και της λοιπής μαρτυρίας που παρουσιάστηκε, ευκόλως, να θεωρούνται ως αναντίλεκτοι. Επί του τελευταίου σχολίου του Δικαστηρίου σημειώνω ότι ο ισχυρισμός της περί του ότι ουδέποτε ήταν δέκτης οποιωνδήποτε παραπόνων από πελάτες της εταιρείας, καθώς επίσης και ότι η ίδια εργοδοτείτο στην εταιρεία από το 2007 δεν αμφισβητήθηκαν κατά το στάδιο της αντεξέτασής της. Παρατηρώ ακόμα ότι, η επικαλούμενη από την ίδια σχέση της με την εταιρεία, η θέση που κατείχε σε αυτήν, και γενικότερα η ικανότητά της να διαχειρίζεται τα της εταιρείας, επιβεβαιώνονται και από τη λοιπή ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, ως τούτη θα προκύψει, κατωτέρω, κατόπιν της αξιολόγησής στη οποία θα προβεί το Δικαστήριο. Το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με τον ισχυρισμό της που θέλει την ίδια να είναι εντελώς αμέτοχη και άσχετη με την όποια προσπάθεια απόκτησης κατοχής οχημάτων που ήταν εγγεγραμμένα στο όνομα της Μόνικας και κατέχονταν από τον Εναγόμενο ή τους γονείς του, αλλά και της επικαλούμενης από τον Εναγόμενο απαίτησης για έξωση των γονέων του από το διαμέρισμα στο οποίο διέμεναν. Σημειώνω, σχετικά, ότι, οι όποιες επί του προκειμένου αιτιάσεις του Εναγομένου παρέμειναν στη σφαίρα της θεωρίας χωρίς, καθ' οιονδήποτε τρόπο, να συσχετιστούν με την Ενάγουσα και χωρίς, ουσιαστικά, να αμφισβητηθούν οι επιβεβαιωτικές για την Ενάγουσα αναφορές του ΜΕ
- Ειδικότερα δε για την αναφερόμενη στο δημοσίευμα προσφυγή της Ενάγουσας στο Δικαστήριο για σκοπούς εξασφάλισης απόφασης έξωσης των γονιών της Μόνικας από το διαμέρισμα στο οποίο διέμεναν, όχι απλά δεν παρουσιάστηκε αντίθετη με τους σχετικούς ισχυρισμούς της Ενάγουσας μαρτυρία, αλλά ως μόνη σχετική με το ζήτημα μαρτυρία, ο Εναγόμενος υπέδειξε το περιεχόμενο της επιστολής, Τεκμήριο 13, η οποία αποστάληκε από τον ΜΕ3 και η οποία, επ' ουδενί, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαστικό διάβημα, αλλά ούτε, έστω, ως προσπάθεια ή ενέργεια που σκοπεί στη έξωση των γονιών του Εναγομένου. Ως προς τη θέση του Εναγόμενου ότι η Ενάγουσα τον απέλυσε από εργοδοτούμενο της εταιρείας παράνομα, η Ενάγουσα απεδέχθη τη σχετική κρίση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών στα πλαίσια της αίτησης υπ' αριθμό 41/2010[3], επιμένοντας ωστόσο ότι, για την ίδια, ως τούτη αντιλαμβανόταν τα πράγματα, αλλά και ως τύγχανε νομικής συμβουλής, η σχέση της εταιρείας με τον Εναγόμενο δεν ήταν σχέση εργοδότη ‑ εργοδοτούμενου. Με δεδομένη τη δικαστική κρίση (επί του προκειμένου) στην αίτηση 41/2010, η θέση αυτή της Ενάγουσας, ως, εν πάση περιπτώσει, γνώμη, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Κατά τα λοιπά, η μαρτυρία της γίνεται δεκτή, πλην του μέρους εκείνου που βασίζεται στην πεποίθησή της ότι το επίδικο δημοσίευμα δημοσιεύτηκε και σε πρόσωπα πέραν του Barlow. Και τούτο γιατί, η θέση της αυτή προωθήθηκε στη βάση, μόνο, του γεγονότος ότι το δημοσίευμα απεστάλη με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στο γενικό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της εταιρείας που εργάζεται ο Barlow (info@bakingpowder.com.uk) και όχι στο προσωπικό του ταχυδρομείο. Με δεδομένο, ως διεφάνη και ανωτέρω κατά την παράθεση της μαρτυρίας του ΜΕ2 (μόνου προσώπου που συνομίλησε με τον Barlow σχετικά), ότι ούτε ο Barlow ισχυρίστηκε ότι το δημοσίευμα ειδώθηκε από οποιονδήποτε πρόσωπο, πλην του ιδίου, δεν θεωρώ ασφαλές να καταλήξω, στη βάση αυτού του επιχειρήματος και μόνο, στην ίδια κρίση με την Ενάγουσα, εξού και δεν αποδέχομαι το σχετικό ισχυρισμό της. ΜΕ2 Ο ΜΕ2 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Εν πάση περιπτώσει ο μάρτυρας αυτός, στην ουσία, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς του συνηγόρου του Εναγομένου. Ειδικότερα σημειώνω ότι ο ισχυρισμός του περί το ότι είναι συνεργάτης της Ενάγουσας τα τελευταία 10 χρόνια (και δη από το 2007 και επέκεινα), καθώς επίσης και όλοι οι ισχυρισμοί του αναφορικά με το διαμείφθηκε μεταξύ του ιδίου και του Barlow δεν αμφισβητήθηκαν μιας και δεν αντεξετάστηκε σχετικά. Γενικότερα, η αντεξέταση του ΜΕ2 έγινε δια διευκρινιστικού αντί αντιπαραθετικού τύπου ερωτήσεων, που ως στόχο είχαν να διαφανεί ότι ο μόνος παραλήπτης και αναγνώστης του επίδικου δημοσιεύματος ήταν ο Barlow και κανένας άλλος. Εν πάση περιπτώσει, ως ήδη σημείωσα ανωτέρω, η εικόνα που αποκόμισα, καθ' ον χρόνον τούτος κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι θετικότατη και τούτο στη βάση των αντιδράσεών του, της σαφήνειας και καθαρότητας του λόγου του, της αμεσότητας των απαντήσεών του, της απουσίας αντιφάσεων και υπεκφυγών, αλλά και του τυπικού, ας μου επιτραπεί ο όρος, της μαρτυρίας του, η οποία απλά τον θέλει να είναι το πρόσωπο μέσω του οποίου η Ενάγουσα ενημερώνεται για τη δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος, αλλά και το περιεχόμενό του. Τη μαρτυρία του την αποδέχομαι στο σύνολό της. ΜΕ3 Και ο ΜΕ3 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι στο Δικαστηρίου ανέφερε όλη την αλήθεια. Εκείνο που κρίνεται σημαντικό να αναφερθεί είναι ότι, με εξαίρεση, (α) το μέρος εκείνο της μαρτυρίας του που θέλει την Ενάγουσα να είναι εντελώς αμέτοχη στην ενέργεια της Μόνικας να ετοιμάσει και υπογράψει τη διαθήκη και τις δηλώσεις καταπιστεύματος, και (β) στις ενέργειες του να απαιτήσει δια αγωγής την επιστροφή των δύο οχημάτων και δια επιστολής να ενημερώσει τους γονείς του Εναγομένου περί ενδεχόμενης ανάγκης εκποίησης του διαμερίσματος στο οποίο διέμεναν, για τους οποίους ισχυρισμούς του η όποια σχετική αντεξέταση περιορίστηκε σε εντελώς γενικές και αόριστες υποβολές, επί της λοιπής μαρτυρίας του δεν αντεξετάστηκε. Παραδείγματος χάριν, ο ισχυρισμός του ΜΕ3 ότι η αναζήτηση και η λήψη μέτρων για επιστροφή των δύο οχημάτων που ήταν εγγεγραμμένα στο όνομα της Μόνικας αποτελούσε υποχρέωσή του στη βάση των καθηκόντων του ως διαχειριστής της περιουσία της, δεν τέθηκε εν αμφιβόλω, ούτε και του υποβλήθηκε ότι υπό την ιδιότητα του αυτή δεν είχε τέτοιο καθήκον. Το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με τον ισχυρισμό του που θέλει ως μόνη περιουσία της Μόνικας που θα μπορούσε να εκποιηθεί το διαμέρισμα που διέμεναν οι γονείς της. Τα ίδια ισχύουν και αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι ουδέποτε, τουλάχιστον εν γνώσει του, η Ενάγουσα επηρέασε, καθ' οποιονδήποτε τρόπο, τη Μόνικα στο να αποφασίσει να την καταστήσει ως μοναδική κληρονόμο της μέσω της διαθήκης της ή/και να της παρέχει τα δικαιώματα επί της περιουσίας της μέσω των δηλώσεων καταπιστεύματος. Οι επί του προκειμένου θέσεις του ΜΕ3, που θέλουν τη Μόνικα να είναι δυνατός χαρακτήρας, πρόσωπο που δεν συμβιβάζεται εύκολα και μη επιρρεπές σε οποιεσδήποτε πιέσεις, επίσης δεν αμφισβητήθηκαν, ούτε, έστω και υπό μορφή υποβολής δεν τέθηκε στον μάρτυρα κάτι διαφορετικό. Οι δε θέσεις του ως προς τους λόγους που απαίτησε την επιστροφή των οχημάτων, αλλά και που ενημέρωσε τους γονείς του Εναγομένου περί της ενδεχόμενης ανάγκης μελλοντικής εκποίησης του διαμερίσματος στο οποίο διέμεναν, επιβεβαιώνονται, τόσο από το περιεχόμενο της αλληλογραφίας που αντηλλάγη μεταξύ των συνηγόρων των δύο πλευρών, όσο και από τα γεγονότα και τη λογική συνέχεια των πραγμάτων. Υποδεικνύεται συναφώς ότι, παρά την αποστολή της σχετικής επιστολής προς τους γονείς του Εναγομένου, ουδέποτε λήφθηκε οποιοδήποτε μέτρο έξωσής τους ούτε και επιδιώχθηκε, καθ' οποιονδήποτε τρόπο, η εκποίηση του διαμερίσματος. Στον βαθμό δε που αφορά στην απαίτηση επιστροφής των οχημάτων, ο ισχυρισμός του ότι τούτα παραδόθηκαν στη διαχείριση της περιουσίας της Μόνικας οικειοθελώς από τον Εναγόμενο κατόπιν συνεννόησής του με τους συνηγόρους του, επίσης επιβεβαιώνεται από τη σχετική με το ζήτημα αλληλογραφία των συνηγόρων. Αν και με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εναγομένου θα ασχοληθώ κατωτέρω, θεωρώ σημαντικό να αναφέρω, στο σημείο αυτό, ότι, η θέση του Εναγομένου που θέλει τον ίδιο ενήμερο για τη ανταλλαγείσα μεταξύ των συνηγόρων του και του ΜΕ3 αλληλογραφία, καθώς επίσης και να είναι το πρόσωπο (ο Εναγόμενος), κατ' εντολή του οποίου οι συνήγοροι του ετοίμασαν και απέστειλαν τη ρηθείσα αλληλογραφία, επίσης επιβεβαιώνει τους υπό συζήτηση ισχυρισμούς του ΜΕ
- Υπενθυμίζω, ίσως φορτικά, ότι η όποια διαφωνία του συνηγόρου του Εναγομένου με τις βασικές θέσεις του ΜΕ3 που θέλουν την Ενάγουσα να είναι εντελώς αμέτοχη στην ετοιμασία και υπογραφή της διαθήκης και των δηλώσεων καταπιστεύματος, αλλά και στην απαίτηση από τη διαχείριση της περιουσίας της Μόνικας, περιουσίας που βρισκόταν στα χέρια τρίτων, εκφράστηκε δια γενικών και εντελώς αόριστων υποβολών. Κατά συνέπεια, και τη μαρτυρία του ΜΕ3 την αποδέχομαι στο σύνολό της. ΜΥ1 ‑ Εναγόμενος Ο Εναγόμενος δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία του παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις και σε αρκετά σημεία της συγκρούεται με την κοινή λογική, αλλά και με τη λοιπή ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία. Επίσης, η μαρτυρία του, αν και προωθήθηκε με σκοπό, μεταξύ άλλων, να αποδειχτεί το αληθές του περιεχομένου του επίδικου δημοσιεύματος, εντούτοις, αρκετοί σχετικοί ισχυρισμοί του δεν συμβαδίζουν με τη πρόθεσή του αυτή. Παραδείγματος χάριν, απλή ανάγνωση και μόνο του επίδικου δημοσιεύματος θέλει την Ενάγουσα, μέσω πολλών δικηγόρων να επιδιώκει δια δικαστικών διαδικασιών την έξωση των γονιών του Εναγόμενου από το διαμέρισμα στο οποίο διέμεναν. Ωστόσο, τόσο στα πλαίσια της μαρτυρίας των μαρτύρων της Ενάγουσας, όσο και στα πλαίσια της δικής του μαρτυρίας, ως η μόνη ενέργεια προς αυτήν την κατεύθυνση υποδεικνύεται η επιστολή Τεκμήριο 13 που απέστειλε ο ΜΕ3 προς τους γονείς του και δη πρόσωπο άλλο από την Ενάγουσα και ενέργεια άσχετη με δικαστική διαδικασία. Επίσης, με την εν λόγω επιστολή ο ΜΕ3 δεν απαιτεί την έξωση των γονιών του Εναγόμενου από τον χώρο διαμονής τους. Το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με το μέρος του δημοσιεύματος που θέλει την Ενάγουσα να επιθυμεί να πάρει στην κατοχή της το καινούργιο του όχημα κατασκευής Mercedes, μιας, και ως μόνη ενέργεια προς αυτήν την κατεύθυνση, ο Εναγόμενος υποδεικνύει την αγωγή που κινήθηκε από τη Διαχείριση της περιουσίας της Μόνικας κατόπιν ενεργειών του ΜΕ3 και όχι της Ενάγουσας. Όσο δε αφορά στον ισχυρισμό του (πάντα στη βάση του περιεχομένου του επίδικου δημοσιεύματος) που θέλει τους πελάτες της εταιρείας να είναι δυσαρεστημένοι με την Ενάγουσα λόγω του τρόπου που συμπεριφέρεται έναντι του ιδίου, αλλά και των γονιών του, τίποτε σχετικό δεν αναφέρθηκε από τον Εναγόμενο κατά τη μαρτυρία του. Τουναντίον, ως ήδη σημειώθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Ενάγουσας, ο αντίθετος δικός της ισχυρισμός δεν τέθηκε καν εν αμφιβόλω. Το ίδιο συμβαίνει και σε σχέση με τον ισχυρισμό που περιέχεται στο επίδικο δημοσίευμα που θέλει την Ενάγουσα να μη είναι το κατάλληλο πρόσωπο για να διαχειρίζεται τα της εταιρείας και να είναι η αιτία για την μελλοντική πτώση του κύκλου εργασιών της εταιρείας του Barlow, την οποία, πτώση, ο Εναγόμενος προβλέπει. Και τούτο γιατί, ο Εναγόμενος κανέναν πειστικό σχετικό με το θέμα αυτό ισχυρισμό προώθησε και αφετέρου, ο αντίθετος ισχυρισμός της Ενάγουσας που θέλει την εταιρεία να συνεχίζει απρόσκοπτα τις εργασίες της χωρίς να επηρεάζεται καθ' οποιονδήποτε τρόπο η επιχειρηματική της δεινότητα και δραστηριότητα δεν αμφισβητήθηκε. Τουναντίον επιβεβαιώθηκε και από τον ΜΕ
- Αναφορικά, τώρα, με τον ισχυρισμό του Εναγομένου, ως τούτος προβάλλεται στο περιεχόμενο του επίδικου δημοσιεύματος που θέλει τη Μόνικα να αποφασίζει να καταστήσει ως μοναδικό κληρονόμο της την Ενάγουσα κατόπιν πιέσεων της τελευταίας, επίσης δεν υποστηρίχτηκε από όποιο πειστικό (ως θα διαφανεί κατωτέρω) σχετικό με το ζήτημα ισχυρισμό του Εναγομένου. Μοναδικές, σχετικές, αναφορές του Εναγομένου (κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του), θέλουν την Ενάγουσα να έχει επιρροή στη βούληση της Μόνικας στη βάση του ισχυρισμού του ότι οι δύο τους (Μόνικα και Ενάγουσα) διατηρούσαν δεσμό και ήταν συμβίες με πρόθεση να τελέσουν γάμο στο εξωτερικό. Πέραν αυτού του ισχυρισμού και δη του συναισθηματικού δεσμού των δύο γυναικών, κανένας άλλος πειστικός ισχυρισμός δεν υποβλήθηκε από τον Εναγόμενο προς υποστήριξη της αναφοράς στο δημοσίευμα περί πιέσεως της Ενάγουσας προς τη Μόνικα για να την καταστήσει ως μοναδικό κληρονόμο της. Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια όλες τις αντιφάσεις, αδυναμίες και γενικά τα μέρη εκείνα της μαρτυρίας του Εναγομένου που είτε συγκρούονται με την κοινή λογική, είτε δεν συμβαδίζουν με την λογική συνέχεια των πραγμάτων. Στα πλαίσια ωστόσο της υποχρέωσης του Δικαστηρίου να αιτιολογεί την απόφασή του και για χάριν πληρότητας θα σημειώσω κάποιες εκ των αδυναμιών αυτών. Βασική θέση του Εναγομένου ήταν ότι το όχημα κατασκευής Mercedes το οποίο κατείχε και χρησιμοποιούσε άνηκε στον ίδιο και ότι ο μόνος λόγος που ενεγράφη τούτο στο όνομα της Μόνικας ήταν για να βοηθηθεί η τελευταία (διά τόνωσης του ηθικού της) να αντιμετωπίσει το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε. Αν όντως έτσι είχαν τα πράγματα και ουδέποτε τέθηκε οποιοδήποτε ζήτημα ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς του οχήματος, και τόσο για τον Εναγόμενο, όσο και για τη Μόνικα τούτο άνηκε αποκλειστικά στον πρώτο, με ποια λογική ο Εναγόμενος συγκατατέθηκε (μέσω επιστολών των συνηγόρων του) στο να παραδοθεί το όχημα αυτό στην περιουσία της Ενάγουσας και δεν ζήτησε από τους συνηγόρους του να προβάλουν υπεράσπιση στην αγωγή που καταχωρήθηκε εναντίον του για το ζήτημα αυτό; Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι, με βάση και τη μαρτυρία του Εναγομένου, όλη η αλληλογραφία των συνηγόρων του με τον ΜΕ3 έγινε κατ' εντολή του και το περιεχόμενό της ήταν γνωστό σε αυτόν. Ξενίζει, συναφώς, και το γεγονός ότι, ούτε και στα πλαίσια της σχετικής με το ζήτημα αλληλογραφίας φέρεται ο Εναγόμενος να εναντιώνεται ή να διαφωνεί με την απαίτηση του ΜΕ3 για παράδοση του οχήματος στη διαχείριση της περιουσίας της Μόνικας. Ούτε καν προβάλλεται ισχυρισμός περί του ότι το όχημα, στην πραγματικότητα, είναι ιδιοκτησία του Εναγομένου. Επίσης, ο ισχυρισμός του Εναγομένου ότι η Ενάγουσα ουδέποτε, προ του θανάτου της Μόνικας, εργοδοτήθηκε στην εταιρεία, συγκρούεται με την αναντίλεκτη σχετική μαρτυρία, τόσο της Ενάγουσας, όσο και του ΜΕ2, που την θέλουν να ενεργεί εκ μέρους της εταιρείας από το 2007 και δη δύο χρόνια προ του θανάτου της Μόνικας. Επί ενός άλλου θέματος και ειδικότερα ως προς τους πελάτες της εταιρείας, ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα δεν γνώριζε κανέναν εξ αυτών πλην του ΜΕ2, για τον οποίο και ανέφερε ότι. " Δεν ήταν μία σχέση εργασίας, αλλά μία σχέση διασκέδασης." Η επί του προκειμένου θέση της Ενάγουσας και του ΜΕ2 ως προς την επαγγελματική σχέση του τελευταίου με την εταιρεία δεν αμφισβητήθηκαν. Αντίφαση παρατηρείται και στον ουσιωδέστατο ισχυρισμό του που θέλει τη Μόνικα, λίγες μέρες προ του θανάτου της, ενώ βρισκόταν στο θεραπευτικό κέντρο, να αποκαλύπτει προς τον ίδιο και τη θυγατέρα του ότι συνεπεία επιβολής τρίτων προέβη σε συγκεκριμένες πράξεις τις οποίες επιθυμεί, άμα τη εξόδω της από το θεραπευτικό κέντρο, να ακυρώσει. Πρώτο, σύμφωνα με άλλον ισχυρισμό του Εναγομένου, κατά τους δύο τελευταίους μήνες της ζωής της η Μόνικα ήταν γύρω στα 15 ‑ 25 κιλά βάρος και δεν είχε «ούτε φρένας, ούτε σκέψη, ούτε γνώμη». Πως είναι δυνατό, υπό αυτές τις περιστάσεις ο Εναγόμενος να προσέδωσε σημασία σε μια τέτοια αναφορά της Μόνικας, αν έγινε τέτοια αναφορά. Δεύτερο, σε σύγκρουση πάλι με την αρχική του θέση, σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του, ισχυρίστηκε ότι το τελευταίο χρονικό διάστημα της ζωής της, η Μόνικα έμενε στο σπίτι της και όχι στο θεραπευτικό κέντρο. Ως προς τη σχέση της Ενάγουσας με την εταιρεία, στην προσπάθειά του ο Εναγόμενος να υποστηρίξει τη θέση ότι η τούτη δεν ασχολείτο με τα της εταιρείας, ισχυρίστηκε ότι έμενε (η Ενάγουσα) συνεχώς στο πλευρό της Μόνικας για δύο ολόκληρα χρόνια αφότου και διαγνώστηκε ως πάσχουσα ανίατης ασθένειας μέχρι και τον θάνατό της. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, τούτο συνέβαινε καθότι η Μόνικα, κατά το διάστημα αυτό, ήταν συνεχώς κλινήρης. Ο ισχυρισμός του αυτός, συγκρούεται με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΜΕ3 που θέλει την Ενάγουσα, εντός αυτού του χρονικού διαστήματος, να τον επισκέπτεται αρκετές φορές στο δικηγορικό του γραφείο για να λάβει συμβουλές, αλλά και για να ετοιμαστούν και εν τέλει να υπογραφούν η διαθήκη και οι δηλώσεις καταπιστεύματος. Αναφορικά, τώρα, με τον βασικό ισχυρισμό του Εναγομένου που θέλει την Μόνικα να μεταβάλλει (κατόπιν πιέσεων της Ενάγουσας) τη αρχική και πάγια πρόθεσή της να την κληρονομήσουν οι γονείς της και ο Εναγόμενος, και να αποφασίζει να καταστήσει ως μόνο κληρονόμο της την Ενάγουσα, τούτος συγκρούεται με τις σχετικές ενέργειες της Μόνικας. Και εξηγώ. Αν πραγματικά επιθυμία της Μόνικας ήταν να την κληρονομήσουν οι γονείς της και ο Εναγόμενος, και τούτη μετεβλήθη κατόπιν πιέσεων της Ενάγουσας και μόνο, τότε πώς δικαιολογείται η ενέργεια της Μόνικας να μεριμνήσει, μέσω της διαθήκης της, όπως, στην περίπτωση που η Ενάγουσα απεβίωνε προ της ίδιας, η περιουσία της, αντί να καταλήξει στους συγγενείς κληρονόμους της να διατεθεί στο Ίδρυμα Άγιος Νεκτάριος; Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, ούτε κατά το στάδιο της αντεξέτασης των μαρτύρων της Ενάγουσας, ούτε και κατά τη μαρτυρία του Εναγομένου, υποβλήθηκε ή προωθήθηκε οποιαδήποτε θέση που να θέλει την Ενάγουσα, στα πλαίσια των αποδιδόμενων σε αυτή πιέσεών της προς τη Μόνικα, να επιβάλλει την αποκλήρωση του Εναγόμενου και των γονέων του από την Μόνικα. Αναφορικά τώρα με το λόγο που αποφάσισε να συντάξει και να αποστείλει στον Barlow το επίδικο δημοσίευμα, ήταν η θέση του Εναγομένου ότι τούτο έγινε ώστε ο τελευταίος να μην διερωτάται για το λόγο που δεν εργαζόταν πλέον στην εταιρεία. Ωστόσο, πάντα σε σχέση με το ζήτημα αυτό, η υπεράσπιση προώθησε άλλους δύο εντελώς διαφορετικούς ισχυρισμούς. Στη μία περίπτωση ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι το επίδικο δημοσίευμα απεστάλη στα πλαίσια προσπάθειας του για προστασία των συμφερόντων του ίδιου και της οικογένειάς του, ενώ, μέσω του συνηγόρου του, κατά το στάδιο της αντεξέτασης της Ενάγουσας, προωθήθηκε η θέση ότι το επίδικο δημοσίευμα συνετάχθη και απεστάλη από τον Εναγόμενο, καθότι ο ίδιος «πονούσε την εταιρεία και είχε το δικαίωμα να εκφράσει αυτά τα οποία εξέφραζε στην επιστολή στον κύριο Barlow». Καμία εξήγηση δεν δόθηκε από τον Εναγόμενο αναφορικά με τη υπό συζήτηση συνεχή μεταλλαγή του. Εν πάση περιπτώσει, με εξαίρεση τη μία εκδοχή του που τον θέλει να αποστέλλει το δημοσίευμα στο Barlow ώστε να ενημερωθεί τούτος περί των λόγων που δεν εργάζεται πλέον στη εταιρεία, καμία εξήγηση δεν δόθηκε από τον Εναγόμενο για το πώς εξυπηρετούνταν τα συμφέροντά του ιδίου και των γονιών του ή της εταιρείας (την οποία «πονούσε») με την αποστολή του δημοσιεύματος. Με δεδομένη δε την αναντίλεκτη θέση του ΜΕ2, που θέλει τον Barlow να μην αναγνωρίζει το πρόσωπο που του απέστειλε το δημοσίευμα, παρά το γεγονός ότι επ' αυτού καταγραφόταν, ως ο αποστολέας του, το όνομα του Εναγομένου και η ιδιότητα του ως αδελφός της Μόνικας, πως είναι δυνατό να γίνει δεκτή η πρώτη πιο πάνω σχετική θέση του εναγόμενου περί αποστολής του δημοσιεύματος ώστε να ενημερωθεί ο Barlow για τους λόγους που δεν εργάζεται πλέον στην εταιρεία; Γιατί ενδιέφερε τον Barlow ο λόγος που ένα άγνωστο σε αυτόν πρόσωπο δεν εργάζεται πλέον στην εταιρεία; Και αν όντως η πρόθεση του Εναγόμενου ήταν μόνο αυτή, προς τι το δημοσίευμα εμπεριείχε επιπλέον, εντελώς άσχετους με τη πρόθεσή του αυτή, ισχυρισμούς; Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι, ο Εναγόμενος, γνώστης πλέον (μέσω των επιστολών και δικογράφων που ετοιμάστηκαν από τον ΜΕ3 και κοινοποιήθηκαν στους συνηγόρους του Εναγομένου) των συνθηκών υπό τις οποίες η Μόνικα μερίμνησε ώστε όλη η περιουσία της να καταλήξει στην Ενάγουσα και έχοντας ήδη η τελευταία τερματίσει την σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου μεταξύ της εταιρείας και του Εναγόμενου, περιβαλλόμενος από πικρία και δυσαρέσκεια, τόσο αναφορικά με τον τρόπο που ενήργησε η Μόνικα σε σχέση με τη περιουσία της, όσο και από το γεγονός της απόλυσής του από την Ενάγουσα, αποφάσισε και συνέταξε το επίδικο δημοσίευμα, το οποίο, ακολούθως, απέστειλε στον Barlow με σκοπό να πλήξει την τελευταία. Δεν θεωρώ ότι χρειάζεται να παραθέσω περαιτέρω αδυναμίες, αντιφάσεις ή ασάφειες που παρατηρούνται στη μαρτυρία του Εναγομένου για να δικαιολογήσω την ήδη εκφρασθείσα κρίση μου ως την ποιότητα της μαρτυρίας του. Θεωρώ τα ανωτέρω αναφερόμενα ως επαρκή. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του Εναγομένου, στον βαθμό που συγκρούεται με τη λοιπή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει δεκτή. ΜΥ2 Ο ΜΥ2 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Στην ουσία, δεν αμφισβητήθηκαν οι ισχυρισμοί του. Εκείνο, ωστόσο, που προέκυψε κατά την αντεξέτασή του είναι ότι δεν γνώριζε την πηγή των χρημάτων με τα οποία ο Εναγόμενος κάλυψε μέρος της αντιπαροχής για την αγορά του αυτοκινήτου, ούτε και το κατά πόσο το όχημα αγοράστηκε στην πραγματικότητα προς όφελος της Μόνικας ή του Εναγομένου. Εν πάση περιπτώσει, οι όποιες αναφορές του ΜΥ2 ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς του οχήματος βασίστηκαν στις σχετικές αναφορές του Εναγομένου και μόνον. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του δεν κρίνεται βοηθητική για την Υπεράσπιση, πόσο μάλλον, όταν η μαρτυρία του Εναγομένου, ως διεφάνη προ ολίγου, απερρίφθη. Τελικά ευρήματα Έχοντας παραθέσει ανωτέρω συνοπτικά πλην όμως περιεκτικά τη μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3, κρίνω μη αναγκαία την εκ νέου παράθεση της στα πλαίσια των τελικών μου ευρημάτων και απλά περιορίζομαι να σημειώσω ότι προβαίνω σε ευρήματα στη βάση της μαρτυρίας των τριών αυτών μαρτύρων η οποία, επί των σημαντικών για τη κρίση της παρούσας αγωγής, συμβαδίζει. Υπαγωγή τελικών ευρημάτων στο νομικό πλαίσιο που περιβάλλει την παρούσα αγωγή. Είναι χωρίς καμία απολύτως δυσκολία που καταλήγω ότι το περιεχόμενο του επίδικου δημοσιεύματος είναι άκρως δυσφημιστικό για την Ενάγουσα. Και τούτο γιατί, μέσω του αποδίδεται στην Ενάγουσα άσκηση αθέμιτων πιέσεων προς τη Μόνικα ώστε να την καταστήσει ως τη μοναδική κληρονόμο της, καθώς επίσης και ανικανότητα στη διαχείριση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρείας, η οποία ανικανότητα δημιουργεί δυσαρέσκεια στους πελάτες της, αλλά αποτελεί και την αιτία που θα επιφέρει δυσμενή επηρεασμό στις επιχειρήσεις του παραλήπτη του δημοσιεύματος (Barlow). Παρουσιάζει ακόμα την Ενάγουσα ως πρόσωπο ανήθικο, χωρίς ευαισθησίες και πρόσωπο μη σεβόμενο τα συνταγματικά δικαιώματα τρίτων, που θέλει να εξώσει δύο ηλικιωμένα πρόσωπα, γονείς της συντρόφου και μέχρι πρότινος συνεταίρου της, με μόνο σκοπό να αποκτήσει περαιτέρω περιουσία, αλλά και ως πρόσωπο που επιθυμεί να εκμεταλλευτεί την τυπική εγγραφή περιουσίας στο όνομα της Μόνικας και να αποξενώσει τούτη από τον πραγματικό ιδιοκτήτη της, και δη τον Εναγόμενο. Στην ουσία, ο Εναγόμενος, με το δημοσίευμά του, καταβαραθρώνει την υπόληψη της Ενάγουσας την οποία παρουσιάζει ως πρόσωπο ανυπόληπτο, ανήθικο, αναίσθητο και ικανό για κάθε ατιμία χάριν οικονομικού συμφέροντος. Δεν παραγνωρίζω ότι αναφορικά με το μέρος εκείνο του επίδικου δημοσιεύματος που θέλει την Ενάγουσα να απολύει τον Εναγόμενο από εργοδοτούμενο της εταιρείας, τούτο, στη βάση και της σχετικής απόφασης στην αίτηση 41/2010, επαληθεύεται. Δεν πρόκειται ωστόσο για το βασικό ισχυρισμό (πυρήνα) του δημοσιεύματος ώστε, να υπέχει καταλυτικής σημασίας για την υπό συζήτηση κρίση και δη ως προς το κατά πόσο το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για την Ενάγουσα. Στη βάση των ανωτέρω, με εξαίρεση το μέρος εκείνο του δημοσιεύματος που θέλει την Ενάγουσα να απολύει τον Εναγόμενο από εργοδοτούμενο της εταιρείας, το λοιπές περιεχόμενο του κρίνεται δυσφημιστικό για αυτή. Τούτων δοθέντων, αυτό που παραμένει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο ο Εναγόμενος έχει επιτύχει στην υπεράσπισή του που θέλει το περιεχόμενο δημοσιεύματος να είναι αληθές. Με την απόρριψη και μόνο της μαρτυρίας του, και εν απουσία υποστηρικτικών, της υπεράσπισης αυτής, ισχυρισμών στη λοιπή ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, η απάντηση είναι σαφής. Και δη ότι ο Εναγόμενος δεν κατάφερε να αποδείξει ότι εφαρμογής τυγχάνει η υπεράσπιση της αλήθειας του περιεχομένου του δημοσιεύματος στη βάση του άρθρου 19(α) του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
- Το γεγονός της επαλήθευσης της αναφοράς του δημοσιεύματος περί απόλυσης του Εναγόμενου από την Ενάγουσα, δεν διαφοροποιεί την μόλις αναφερόμενη κρίση μου, γιατί, ως σημειώθηκε και ανωτέρω, ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί το κεντρικό σημείο του δημοσιεύματος, ούτε το ουσιώδες μέρος του, το οποίο εντοπίζεται στις αναφορές εκείνες του δημοσιεύματος που θέλουν την Ενάγουσα, κατόπιν πιέσεων, να αποκτά πλήρη δικαιώματα επί της περιουσίας της Μόνικας και αποκλειστική διαχείριση της εταιρείας, να ενεργεί χωρίς ίχνος ευαισθησίας, με αλλότρια κίνητρα και αδιαφορώντας περί των συνταγματικών δικαιωμάτων τρίτων και να οδηγεί, λόγω της ανεπάρκειας και ανικανότητάς της, την εταιρεία σε μαρασμό. Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω, παραμένει να εξεταστεί το ύψος των αποζημιώσεων που θα επιδικαστούν υπέρ της Ενάγουσας. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ενάγουσα δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη της δικογραφημένης θέσης της περί δικαιώματος της σε ειδικές αποζημιώσεις . Με γνώμονα τις πιο πάνω αναφερόμενες νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιδίκασης αποζημιώσεων για το αστικό αδίκημα του λιβέλου και έχοντας κατά νου, (α) τη φύση και περιεχόμενο του δημοσιεύματος, (β) το εύρος της δημοσίευσης του και δη ότι τούτο γνωστοποιήθηκε σε ένα και μόνο πρόσωπο, (γ) το ότι η δημοσίευση έγινε μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος, (δ) το γεγονός ότι παρά το δυσφημιστικό του, εντούτοις δεν επηρέασε δυσμενώς τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της Ενάγουσας ή την όποια κερδοφορία τους, (δ) ούτε και επηρέασε τις σχέσεις της Ενάγουσας με τρίτα πρόσωπα, καθώς επίσης και ότι (ε) ο μόνος παραλήπτης του δημοσιεύματος έτυχε άμεσης ενημέρωσης περί της μη βασιμότητας του ουσιαστικού για τον ίδιο περιεχομένου του, έχοντας, ωστόσο, από την άλλη, στον νου (στ) το γεγονός ότι ο Εναγόμενος, μέχρι και την υστάτη, επέμενε, εντελώς αβάσιμα, στη θέση περί αλήθειας του περιεχομένου του, αλλά και ότι (ζ) απέστειλε τούτο χωρίς προηγουμένως να αναζητήσει από την Ενάγουσα εξηγήσεις ως προς τα όσα της αποδίδει, ενεργώντας έτσι κακόβουλα, θεωρώ ως ορθή υπό τις περιστάσεις αποζημίωση που πρέπει να αποδοθεί στην Ενάγουσα, το ποσό των €4.000,
- Η νομική βάση της αγωγής για επιζήμια ψευδολογία δεν προωθήθηκε, και ορθά κατά τη γνώμη μου, μιας και δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε ειδική ζημιά. Ούτε είναι δυνατό να επιδικαστούν τιμωρητικές (ως απαιτείται) αποζημιώσεις, ενόψει απουσίας, προσδιοριστικής της οικονομικής κατάστασης του Εναγομένου, μαρτυρίας (Κωνσταντίνου ή Μήτα ν. Γ. & Σοφοκλέους Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1952), παρά το γεγονός ότι τούτος ενέργησε κακόβουλα. Εν πάση, όμως περιπτώσει, θεωρώ την επιδίκαση του ποσού των €4000 ως τέτοια, που στη βάση των όσων αναφέρθηκαν στις Rookes v. Barnard [1964] A.C. 1129, Broome v. Cassel & Co. [1972] Α.C. 1027, 1089, Drane v. Evangelou [1978] 1 W.L.R. 455 (C.A.), δεν θα δικαιολογείτο η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Από την άλλη, με δεδομένη την μέχρι σήμερα, εντελώς αβάσιμη, επιμονή του Εναγόμενου περί αλήθειας του περιεχομένου του δημοσιεύματος, ο κίνδυνος επαναδημοσίευσής του ή δημοσίευσης ισχυρισμών παρόμοιων με τους επίδικους, κρίνεται υπαρκτός και κατά συνέπεια δικαιολογείται και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος (T.M.P. AGENTS v. SABA & CO
(2007)1 Α.Α.Δ. 448). Ως εκ των ανωτέρω, η παρούσα αγωγή επιτυγχάνει και επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου το ποσό των €4.000,00, με νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από τις 30/01/10 (όταν και προέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα) μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Εκδίδεται, επίσης διάταγμα ως η παράγραφος 13 Β της Έκθεσης Απαίτησης. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανέναν λόγο να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης και κατά συνέπεια, αυτά επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου, ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................... Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ [1] Αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων ότι ο Εναγόμενος με τη λέξη 'sing' εννοούσε 'υπογράψει' (sign). [2] Κατά συνέπεια, λόγω του ότι η Ενάγουσα δεν ήταν συγγενής της Μόνικας, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι με βάση τη διαθήκη το συγκεκριμένο διαμέρισμα αφήνετο εν όλο σ' αυτή, το ½ μερίδιό του θα κατέληγε στους συγγενείς κληρονόμους της Μόνικας. [3] Επιδικάστηκαν αποζημιώσεις στο Εναγόμενο για παράνομη απόλυση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο