ΑΝΔΡΕΟΥ ν. ΠΑΠΑΠΑΥΛΟΥ, Αρ. Αγωγής: 623/2011, 30/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A595 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 623/2011 Μεταξύ: XXXXX ΑΝΔΡΕΟΥ, από XXXXXX Ενάγοντος -και- XXXXX ΠΑΠΑΠΑΥΛΟΥ, από XXXXX Εναγομένης -και- XXXXX ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, από XXXXX Τριτοδιαδίκου Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Χριστοφόρου Για Εναγόμενη: κα Πετρίδου Για Τριτοδιάδικο: κος Κορομίας ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, ο Ενάγοντας επιδιώκει την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγόμενης για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, αλλά και υλικές ζημιές, που υπέστη συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που επεσυνέβη στις 25.04.2010 στη Λεωφόρο ΧΧΧΧ στον ΧΧΧΧ της επαρχίας Λευκωσίας. Η υπεράσπιση Η Εναγόμενη, με την υπεράσπισή της, αρνείται την όποια ευθύνη για το επίδικο ατύχημα και ισχυρίζεται ότι ευθύνη για αυτό φέρει ο Σάββας Χριστοδούλου, οδηγός του μοτοποδηλάτου επί του οποίου επέβαινε ο Ενάγοντας, εναντίον του οποίου και προώθησε διαδικασία Τριτοδιαδίκου. Η υπεράσπιση του Τριτοδιαδίκου Ο Τριτοδιάδικος, με την υπεράσπισή του, αρνείται την όποια ευθύνη για το επίδικο ατύχημα και ισχυρίζεται ότι αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια για αυτό φέρει η Εναγόμενη. Περιορισμός επίδικων ζητημάτων Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, στη βάση δηλώσεων των συνηγόρων των διαδίκων, εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε γενικές και ειδικές αποζημιώσεις ύψους €11.000 με νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από 14.10.2011 (ημερομηνία καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης) μέχρι εξοφλήσεως. Δηλώθηκε περαιτέρω ότι, στη βάση του πιο πάνω παραδεκτού γεγονότος, το μόνο που παρέμεινε προς εξέταση από το Δικαστήριο είναι το θέμα της ευθύνης για το ατύχημα, και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι, για τούτο, ευθύνη φέρει τόσο η Εναγόμενη όσο και ο Τριτοδιάδικος, η κρίση ως προς το ποσοστό για το οποίο οφείλει να συνεισφέρει ο τελευταίος στην πρώτη. Οι εκδοχές των μερών Η εκδοχή του Ενάγοντα Στη βάση της μαρτυρίας που προσκόμισε ο Ενάγοντας, στις 25.04.2010, το απόγευμα, ο ίδιος επέβαινε επί της μοτοσικλέτας με αριθμούς εγγραφής XXY XX0, την οποία οδηγούσε ο Τριτοδιάδικος (στο εξής «η μοτοσικλέτα») και η οποία κινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Βικέλα στον Στρόβολο με κατεύθυνση προς το στάδιο ΓΣΠ, όπου και θα διεξαγόταν ο ποδοσφαιρικός αγώνας μεταξύ της Ομόνοιας Λευκωσίας και του Απόλλωνα Λεμεσού. Στον ίδιο δρόμο και με ίδια κατεύθυνση, πλην όμως τηρώντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, οδηγείτο το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXS XX9 (στο εξής «το όχημα») από την Εναγόμενη. Η τροχαία κίνηση στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ήταν πυκνότερη από αυτή στη δεξιά. Η μοτοσικλέτα κινείτο με σχετικά χαμηλή ταχύτητα και σε κάποιο σημείο (όταν η μοτοσικλέτα προσέγγισε το όχημα), αιφνιδίως, χωρίς σχετική προειδοποίηση, η Εναγόμενη οδήγησε το όχημα δεξιόστροφα με σκοπό να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Συνεπεία της ενέργειας αυτής της Εναγομένης, ο Τριτοδιάδικος αιφνιδιάστηκε, και τόσο η μοτοσικλέτα όσο και οι δύο, σε αυτήν, επιβαίνοντες, έπεσαν και σύρθηκαν στην άσφαλτο. Συνεπεία της πιο πάνω πτώσης και συρσίματος ο ενάγοντας τραυματίστηκε. Με γνώμονα τα ενώπιόν μου παραδεκτά γεγονότα, δεν κρίνεται αναγκαία η παράθεση του επιπρόσθετου μέρους της εκδοχής του Ενάγοντα το οποίο αφορά στο εύρος των τραυμάτων του, αλλά και την θεραπευτική αγωγή που ακολούθησε. Η Εκδοχή της Εναγόμενης Κατά την Εναγόμενη, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, οδηγούσε το όχημα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου ΧΧΧΧ κινούμενη με ταχύτητα περίπου 40 χ.α.ω. Λόγω της πυκνής κίνησης στη συγκεκριμένη λωρίδα κυκλοφορίας, αποφάσισε να κατευθυνθεί στην δεξιά λωρίδα. Προς τον σκοπό αυτόν, έθεσε τον σχετικό δείκτη του οχήματος σε λειτουργία, δίδοντας, έτσι, την απαραίτητη προειδοποίηση στον όποιον άλλον οδηγό χρησιμοποιούσε τον δρόμο και ανέμενε ώστε, δύο μοτοσικλέτες, των οποίων την παρουσία είχε αντιληφθεί μέσω του μεσαίου και δεξιού καθρέφτη του οχήματος, να την προσπεράσουν και ακολούθως να επιχειρήσει τη δεξιόστροφη κίνησή της, έχοντας, ήδη, αντιληφθεί και την επίδικη μοτοσικλέτα, η οποία όμως βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση πίσω της και δη σε απόσταση που της επέτρεπε να επιχειρήσει τη δεξιόστροφη κίνησή της πριν τη προσεγγίσει. Μόλις οι δύο μοτοσικλέτες την προσπέρασαν, οδήγησε το όχημα προς τα δεξιά και τη στιγμή που ευθυγραμμίστηκε τούτο με τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας άκουσε χτύπημα στο πίσω μέρος του οχήματός της και αντιλήφθηκε ότι η μοτοσικλέτα συγκρούστηκε με το όχημα. Η εκδοχή του Τριτοδιαδίκου Σύμφωνα με τον Τριτοδιάδικο, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, οδηγούσε τη μοτοσικλέτα, έχοντας ως συνεπιβάτη του τον Ενάγοντα, κατά μήκος της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της πιο πάνω αναφερόμενης Λεωφόρου με κατεύθυνση προς το στάδιο ΓΣΠ. Σε κάποια στιγμή αντιλήφθηκε το όχημα να βρίσκεται σταματημένο, πλην όμως με δεξιόστροφη κλίση στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, με τη δεξιά μπροστινή του γωνία να βρίσκεται λίγο μέσα στη λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγούσε ο ίδιος. Θεωρώντας, ο Τριτοδιάδικος, ότι η Εναγόμενη είχε αντιληφθεί την παρουσία του στον δρόμο και ότι δεν θα επιχειρούσε την περαιτέρω πορεία της προς τα δεξιά, συνέχισε την πορεία του χωρίς να μεταβάλει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την οδική του συμπεριφορά. Παρά ταύτα, η Εναγόμενη, εντελώς απροειδοποίητα, εκκίνησε και κατευθύνθηκε προς τα δεξιά όταν η απόσταση μεταξύ του οχήματος και της μοτοσικλέτας ήταν στα έξι περίπου μέτρα εις τρόπο που απέκοψε την ελεύθερη πορεία του προς τα εμπρός, και έτσι, για σκοπούς αποφυγής της σύγκρουσης, έθεσε σε λειτουργία τα φρένα της μοτοσικλέτας, με αποτέλεσμα τούτη (η μοτοσικλέτα) όσο και οι δύο επιβαίνοντές της, να πέσουν και να συρθούν στην άσφαλτο. Κατά την τριβή της μοτοσικλέτας επί της ασφάλτου, τούτη συγκρούστηκε με τη δεξιά πλευρά του πίσω προφυλακτήρα του οχήματος προκαλώντας του τις ελαφριές ζημιές που εμφαίνονται επί του Τεκμηρίου 4. Δεν αντιλήφθηκε οποιανδήποτε ενέργεια της Εναγόμενης που σκοπό είχε να προειδοποιήσει τους λοιπούς οδηγούς που χρησιμοποιούσαν τον ρηθείσα Λεωφόρο περί της πρόθεσής της να κινηθεί προς τα δεξιά. Κοινώς αποδεχτά γεγονότα Στη βάση των διαφόρων δηλώσεων των συνηγόρων των μερών, των κοινών θέσεων που προωθήθηκαν από τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και της αναντίλεκτης ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, τα πιο κάτω αποτελούν κοινώς αποδεχτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Στις 25.04.2010 και περί τις 16:00, στη Λεωφόρο ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ στον ΧΧΧΧ επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα με ενεχόμενους οδηγούς τον Τριτοδιάδικο (οδηγός της μοτοσικλέτας) και την Εναγόμενη (οδηγός του οχήματος). Ο Ενάγοντας επέβαινε, ως συνεπιβάτης, επί της μοτοσικλέτας, η οποία κινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της ρηθείσας Λεωφόρου, στην οποία λωρίδα, η τροχαία κίνηση ήταν λιγότερη από ότι στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, στην οποία, αρχικά, κινείτο το όχημα, το οποίο, ακολούθως, δια δεξιόστροφης κίνησής του, εισήλθε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Αμέσως μετά το ατύχημα, αστυφύλακας που βρισκόταν στη σκηνή, ζήτησε από τους ενεχόμενους οδηγούς να μετακινήσουν τα οχήματα τους ώστε να μην επηρεαστεί η τροχαία κίνηση που υπήρχε τη δεδομένη στιγμή λόγω του ποδοσφαιρικού αγώνα Ομονοίας Λευκωσίας - Απόλλωνα Λεμεσού, πράγμα που τούτοι (οι ενεχόμενοι οδηγοί) έπραξαν. Δεν κλήθηκε η Τροχαία στο σημείο. Περί τις 20:30, το ίδιο βράδυ, η Εναγόμενη επισκέφθηκε την Τροχαία Λευκωσίας και κατάγγειλε το περιστατικό στον αστυφύλακα ΧΧΧ Πέτρου. Λίγες μέρες μετά την καταγγελία της Εναγόμενης, ο ρηθείς αστυφύλακας επισκέφθηκε τη σκηνή του ατυχήματος μαζί με τον Τριτοδιάδικο, και στην παρουσία του, ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής (πρόκειται για το Τεκμήριο 2 ενώπιον του Δικαστηρίου), το οποίο υπέδειξε και επεξήγησε και στους τρείς διαδίκους, οι οποίοι συμφώνησαν με το περιεχόμενό του και ως ορθό το υπέγραψαν. Επί του Τεκμηρίου 2, με σήμανση Χ, υποδεικνύεται το σημείο πτώσης της μοτοσικλέτας και με σήμανση Χ1 το σημείο όπου τούτη (η μοτοσικλέτα) συγκρούστηκε με το όχημα. Ο ρηθείς αστυφύλακας, στα πλαίσια της περαιτέρω διερεύνησης των συνθηκών υπό τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα, έλαβε κατάθεση από τους τρεις διαδίκους, αλλά και από τρίτο πρόσωπο που παρουσιάστηκε ως αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος. Εν τέλει, η διερεύνηση της υπόθεσης δεν ολοκληρώθηκε και κανένας οδηγός δεν διώχθηκε ποινικά για το επίδικο ατύχημα. Αναφορικά με τις όποιες ζημιές υπέστη ο Τριτοδιάδικος ως αποτέλεσμα του επίδικου ατυχήματος, τούτος αποζημιώθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία που παρείχε κάλυψη στην Εναγόμενη, η οποία (ασφαλιστική εταιρεία), όμως, επιφύλαξε πλήρως τα δικαιώματά της και δεν ανέλαβε καμίαν ευθύνη για το επίδικο ατύχημα. Επίσης, ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, στη βάση παραδεκτών γεγονότων, ο Ενάγοντας δεν ευθύνεται καθ' οιονδήποτε τρόπο για το επίδικο ατύχημα και οι αποζημιώσεις τις οποίες δικαιούται (γενικές και ειδικές) ανέρχονται στο ποσό των €11.000 με νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από τις 14.10.2011 μέχρι εξοφλήσεως. Για τα μόλις πιο πάνω αναφερόμενα γεγονότα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Κατά συνέπεια, το μόνο υπό αμφισβήτηση επίδικο ζήτημα είναι η ευθύνη για το ατύχημα και στην περίπτωση που ήθελε φανεί ότι ευθύνη υπέχει, τόσο η Εναγόμενη, όσο και ο Τριτοδιάδικος, ο καθορισμός του ποσοστού ευθύνης εκάστου και η απόδοση σχετικής θεραπείας στα πλαίσια της διαδικασίας Τριτοδιαδίκου. Ακροαματική διαδικασία Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής του ο Ενάγοντας κάλεσε, ως πρώτο μάρτυρα, τον αστυφύλακα ΧΧΧΧ Πέτρου (ΜΕ1) και δεύτερος κατάθεσε ο ίδιος (ο Ενάγοντας). Από πλευράς της Εναγόμενης, διά ζώσης μαρτυρία έδωσε μόνο η ίδια. Τέλος, και ο Τριτοδιάδικος περιορίστηκε στο να καταθέσει ενόρκως μόνο ο ίδιος. Συνοπτική παράθεση της μαρτυρίας Ο ΜΕ1 Η ουσιαστική, για την επίλυση των επιδίκων διαφορών των μερών, μαρτυρία του ΜΕ1, στην ουσία, καλύπτεται από τα πιο πάνω αναφερόμενα κοινώς αποδεχτά γεγονότα. Ο Ενάγοντας Του Ενάγοντα, το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του καλύπτεται από την πιο πάνω αναφερόμενη εκδοχή του, αλλά και τα κοινώς αποδεχτά γεγονότα. Κρίνεται, ωστόσο, σημαντικό να αναφερθεί ότι, στα πλαίσια της διά ζώσης μαρτυρίας του, ισχυρίστηκε ότι, αν και δεν ήταν σίγουρος για τις όποιες ενέργειες του Τριτοδιαδίκου, εν τούτοις θεώρησε ότι λόγω της αιφνίδιας και απρόσμενης δεξιόστροφης κίνησης του οχήματος, τούτος δεν πρόλαβε να θέσει σε λειτουργία τα φρένα της μοτοσικλέτας. Επίσης, κατά μια αναφορά του[1], κατά την κίνηση του οχήματος για να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, τούτο ήρθε σε επαφή με το τιμόνι ή το μπροστινό τροχό της μοτοσυκλέτας και ακολούθως επήλθε η πτώση της. Τέλος, στο στάδιο της περιορισμένης αντεξέτασής του από τον συνήγορο του Τριτοδιαδίκου ανέφερε ότι, τη στιγμή που η μοτοσικλέτα συγκρούστηκε με το όχημα, τόσο ο ίδιος όσο και ο Τριτοδιάδικος επέβαιναν ακόμα επ' αυτής. Η Εναγόμενη Η Εναγόμενη, προώθησε μαρτυρία σύμφωνη με την πιο πάνω αναφερόμενη εκδοχή της. Αυτό που αξίζει, επιπροσθέτως, να αναφερθεί είναι ότι, στα πλαίσια της διά ζώσης μαρτυρίας της, αναφερόμενη στην απόσταση που χώριζε το όχημα από τη μοτοσικλέτα τη στιγμή που κινήθηκε προς τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, προσδιόρισε τούτη στα 12 με 15 μέτρα. Βρισκόμενη αντιμέτωπη με ερωτήσεις που άπτονταν του ζητήματος αυτού, χωρίς να αρνείται την σχετική αναφορά της στην κατάθεση της που θέλει τη ρηθείσα απόσταση να είναι 6 μέτρα, ισχυρίστηκε ότι η τούτη έγινε στο περίπου. Ήταν η βασική θέση της Εναγόμενης ότι, η απόσταση αυτή, είτε τούτη είναι 6 μέτρα ως αναφέρει στην κατάθεσή της, είτε 12 με 15 μέτρα ως υπέδειξε κατά τη διά ζώσης μαρτυρία της, αποτελούσε επαρκή απόσταση που δικαιολογούσε την ενέργειά της να επιχειρήσει τη δεξιόστροφη κίνηση και, συνάμα, παρείχε στον Τριτοδιάδικο δυνατότητα να λάβει τα όποια μέτρα αποτροπής της σύγκρουσης. Ήταν βασικά η θέση της, θέση στην οποία επέμεινε, ότι προτού επιχειρήσει τη δεξιόστροφη κίνηση του οχήματος, έθεσε σε λειτουργία τον σχετικό δείκτη του οχήματος και έδωσε, με τον τρόπο αυτόν, πλήρη και επαρκή προειδοποίηση σε κάθε οδηγό που ακολουθούσε το όχημά της περί της πρόθεσής της να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Κατά την Εναγόμενη, για το επίδικο ατύχημα ευθύνεται αποκλειστικά ο Τριτοδιάδικος, ο οποίος οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα, ταχύτητα η οποία ήταν η μόνη γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος μιας και, συνεπεία τούτης, δεν κατάφερε να λάβει μέτρα αποφυγής του. Σύμφωνα με την Εναγόμενη, αν ο Τριτοδιάδικος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με χαμηλότερη ταχύτητα, το ατύχημα δεν θα επισυνέβαινε. Ο Τριτοδιάδικος Ο Τριτοδιάδικος, με τη μαρτυρία του, προώθησε ισχυρισμούς ως η πιο πάνω αναφερόμενη εκδοχή του. Εκείνο που κρίνεται σημαντικό να προστεθεί, πάντα σε σχέση με τα όσα διά ζώσης ανέφερε, είναι ότι η ταχύτητα που τηρούσε τη δεδομένη στιγμή ήταν 50 χ.α.ω. και ο λόγος που δεν έλαβε μέτρα αποτροπής του δυστυχήματος προ την ενέργεια της Εναγόμενης να εκκινήσει και να κινηθεί δεξιόστροφα, ήταν γιατί θεώρησε ότι τούτη (η Εναγόμενη) είχε αντιληφθεί την παρουσία του και θα ανέμενε τη διέλευση της μοτοσικλέτας προτού επιχειρήσει την κατά τα άλλα εμφανή πρόθεσή της να κινηθεί προς τα δεξιά. Επέμενε στη θέση του, παρά της έντονης, επί τούτου, αντεξέτασης που έτυχε, ότι ο λόγος της πτώσης της μοτοσικλέτας ήταν η άμεση χρήση των φρένων από τον ίδιο στην προσπάθεια του να αποφύγει τη σύγκρουση. Ισχυρίστηκε, δε, ότι, υπό τις περιστάσεις, ήταν η μόνη δυνατή ενέργεια αποφυγής στην οποία μπορούσε να προβεί και προέβαλε ότι, αν δεν ενεργούσε με τον τρόπο αυτόν, τα αποτελέσματα θα μπορούσαν να ήταν τραγικά, μιας και θα επερχόταν σύγκρουση της μοτοσικλέτας με το όχημα σε χρόνο που αμφότεροι οι επιβαίνοντες θα βρίσκονταν επ' αυτής με πιθανότητα τούτοι να εκσφενδονιστούν πάνω από το όχημα λόγω της σύγκρουσης. Νομική πτυχή Εκείνο που προκύπτει από την πλούσια ομολογουμένως νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι, κατά την οδήγηση, κάθε οδηγός πρέπει να ασκεί προσήκουσα προσοχή και το ερώτημα που εγείρεται ως προς το κατά πόσο ένας οδηγούσε αμελώς είναι κατά πόσο εκπλήρωσε την υποχρέωση του εξασκώντας την απαραίτητη λογική φροντίδα και προσοχή για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το εφαρμοστέο κριτήριο για τον έλεγχο αυτό, είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του θα πρέπει να εξετάζονται σε συνάρτηση με την συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα οδηγού και όχι με την συμπεριφορά ενός τέλειου οδηγού. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (Duty of Care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που λογικά μπορεί να προβλεφθεί ότι μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις και ή ενέργειες του οδηγού. Για να συγκεκριμενοποιηθεί το απρόσωπα προσδιορισμένο καθήκον κάθε οδηγού προς κάθε πρόσωπο που είναι λογικά δυνατόν να επηρεαστεί από τις πράξεις του πρώτου, θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης έτσι που να διασαφηνιστεί η φύση του καθήκοντος, και στην περίπτωση που διαπιστώνεται τέτοιο καθήκον, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Η πρόβλεψη για σκοπούς του ελέγχου αυτού, συναρτάτε με τις κοινές εμπειρίες και την λογική συνέπεια. Κάθε οδηγός οφείλει να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα, και η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Παράλειψη δε, να δει κανείς ότι απλά είναι ορατό ή όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή και ο οδηγός παραλείπει να λάβει μέτρα προφύλαξης, αποτελούν αμέλεια, (για μια ενδιαφέρουσα επί του θέματος συζήτηση βλέπε Νικολαίδη ν Οικονομίδη
(1963)2 C.L.R. 78, Κωσταντίνου ν Κατσούρη
(1976)1 C.L.R. 188, Ioannis Charalambous v Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokalides v Police
(1987)2 C.L.R. 86, Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, Θεοφάνους v Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Βασιλείου ν Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202, Παλαιομυλίτης ν Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Ξιπτέρα ν Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Αναστάσης Παύλου ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Κουμής ν Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383 και Κυριάκος Αργυρού ν Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378. Στο βαθμό που αφορά στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι, αν οδηγός οχήματος επιθυμεί να κατευθύνει το όχημα του σε σημείο που αναμενόμενο είναι να κινείται άλλο όχημα, τότε οφείλει, αφενός να προβεί σε σήμα περί της ρηθείσας πρόθεσής του και αφετέρου, να ελέγξει την πορεία των οχημάτων που ενδεχομένως θα επηρεαστούν από την ενέργεια του, ώστε να αποφευχθεί η οποιαδήποτε παρεμπόδιση της πορείας τους. Αν δεν ενεργήσει ως ανωτέρω, και επέλθει σύγκρουση μεταξύ του οχήματός του και του έτερου αυτού οχήματος, τότε η ευθύνη βαραίνει τον ίδιο αποκλειστικά. Για να είναι δυνατό να αποδοθεί έστω και μερική (συντρέχουσα) ευθύνη στον οδηγό του οχήματος που κινείται στον δρόμο προτεραιότητας, θα πρέπει να αποδειχθεί (α) ότι υπό τις περιστάσεις, εύλογα μπορούσε να προβλέψει ότι, αν δεν ενεργήσει ως θα ενεργούσε ο μέσος συνετός οδηγός, δυνατόν να ζημιωθεί και (β) ότι θα έπρεπε να λάβει αποτρεπτικά μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης μέτρα, τα οποία απέτυχε να λάβει. Επ' ουδενί όμως δεν μπορεί το καθήκον επιμέλειας του οχήματος που κινείται στον δρόμο προτεραιότητας, να επεκταθεί έναντι του κάθε δυνητικού κινδύνου, όταν ο κίνδυνος αυτός μπορεί να προκύψει μόνο συνεπεία αμέλειας του έτερου οδηγού. Ως έχει αναφερθεί «Το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας από άλλους οδηγούς. Ο νουνεχής οδηγός εύλογα μπορεί να υποθέσει ότι όπως ο ίδιος έτσι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας έναντι των ιδίων και των άλλων οδηγών». Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθησαν στην υπόθεση Δημητράκης Ζαχαρία κ.α. ν. Παναγιώτας Καραολή
(2004)1Α.Α.Δ. 72, Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1460, Ιωάννης Παρασκευά Τσολιά ν. Ιάκωβου Χριστοφίδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 730, Παπακώστα κ.α. ν. Ζιπίτη
(2002)1 Α.Α.Δ. 231, Παύλου ν. Παπακυπριανού
(2000)1Β Α.Α.Δ. 974, Χριστοδούλου ν. Μπίλλη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 164, Θρασυβούλου ν. Κουλέρμου κ.α.
(1996), 1(Α) Α.Α.Δ. 253 και Κυριάκου ν. Φιλίππου
(1992)1(Α) Α.Α.Δ.
- Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 Η μαρτυρία του ΜΕ1, στον βαθμό που τούτη αφορά σε αμφισβητούμενα από τις δύο πλευρές γεγονότα, δεν είναι δυνατόν να τύχει όποιας χρήσης από το Δικαστήριο, μιας και συνοδεύτηκε από επιπρόσθετες αναφορές του ιδίου που τον θέλουν να μην ενθυμείται τα γεγονότα και να μην είναι σε θέση να επιβεβαιώσει τούτα. Ωστόσο, αρκετές από τις αναφορές του, ή, εν πάση περιπτώσει, από τις ενέργειές του, έγιναν δεκτές από τους διαδίκους, τόσο κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του, όσο και κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας των λοιπών μαρτύρων. Παραδείγματος χάριν, ως σημειώθηκε ανωτέρω, η ετοιμασία του πρόχειρου σχεδιαγραφήματος, αλλά και γενικά το περιεχόμενό του, έγινε δεκτό από τους τρεις διαδίκους, οι οποίοι επιθεώρησαν τούτο, σε χρόνο κοντινό του ατυχήματος, και ως ορθό το υπέγραψαν στην παρουσία του ΜΕ
- Το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με το περιεχόμενο των καταθέσεων που τούτος έλαβε από τους διαδίκους, το οποίο όλοι αναγνώρισαν, και ως ορθό, έκαστος, το υιοθέτησε στα πλαίσια της κατάθεσής του, αναγνωρίζοντας έτσι ως ορθές και τις όποιες εκεί αναγραφόμενες ενέργειες του ΜΕ
- Φερ ειπείν, τόσο στην κατάθεση που λήφθηκε από την Εναγόμενη, όσο και στην κατάθεση που λήφθηκε από τον Τριτοδιάδικο, ο ΜΕ1 φέρεται, κατόπιν υπόδειξης από τα δύο αυτά πρόσωπα συγκεκριμένης απόστασης που χώριζε το όχημα από τη μοτοσικλέτα τη στιγμή που η Εναγόμενη κινήθηκε προς τα δεξιά, να προβαίνει σε σχετικό υπολογισμό της και ακολούθως να καταγράφει τούτη ως μέρος της κατάθεσης των προσώπων αυτών. Κατά συνέπεια, στον βαθμό που η μαρτυρία του ΜΕ1 άπτεται θεμάτων τα οποία όλες οι πλευρές δεν αμφισβήτησαν, γίνεται δεκτή. Ο Ενάγοντας Ο Ενάγοντας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω αμφιβολία ότι, ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε τα αληθή γεγονότα ως τούτα ήρθα στην αντίληψή του. Με εξαίρεση δύο συναφείς αναφορές του στις οποίες θα αναφερθώ ευθύς αμέσως, και τις οποίες για τους λόγους που αναφέρω κατωτέρω, δεν αποδέχομαι, η λοιπή μαρτυρία του παρουσιάζει την απαραίτητη συνοχή και σαφήνεια, καθώς επίσης επιβεβαιώνεται και από τη λοιπή, ενώπιον του Δικαστηρίου, αποδεκτή μαρτυρία. Αναφορικά με τον μη αποδεκτό ισχυρισμό του, ο οποίος σημειώνεται ότι προωθήθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασής του από τον συνήγορο του Τριτοδιαδίκου, που θέλει, τη στιγμή που η μοτοσικλέτα συγκρούεται με το όχημα, τόσο ο ίδιος όσο και ο Τριτοδιάδικος να επιβαίνουν επ' αυτής, σημειώνω ότι τούτος προωθήθηκε στη βάση άλλου προγενέστερου ισχυρισμού του που θέλει το όχημα, κατά τη στιγμή που επιχειρεί την είσοδο του στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας να έχει επαφή με τη μοτοσικλέτα και συγκεκριμένα επί του τιμονιού και/ή μπροστινού τροχού της. Και οι δύο αυτές θέσεις του Ενάγοντα, δεν μπορούν να γίνουν δεκτές για τους ακόλουθους λόγους. Πρώτον γιατί, συγκρούονται με τη λοιπή ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, που ως θα διαφανεί κατωτέρω, θέλει την όποια επαφή της μοτοσικλέτας με το όχημα να έπεται χρονικά της πτώσης της. Δεύτερο γιατί, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, ο Ενάγοντας, σε συμφωνία με τις σχετικές αναφορές των άλλων δύο διαδίκων, αναφέρει ότι η πτώση της μοτοσικλέτας λαμβάνει χώρα προ της σύγκρουσής της με το όχημα. Τούτο, εξάλλου, αποτελεί κοινή θέση, τόσο της Εναγόμενης, όσο και του Τριτοδιαδίκου. Τρίτο γιατί, από την ίδια τη μαρτυρία του Ενάγοντα προκύπτει ότι, ως συνοδηγός, δεν είχε συνεχώς στραμμένη την προσοχή του προς τα εμπρός, ούτε και είχε πλήρη και σαφή εικόνα των πεπραγμένων, ιδιαίτερα καθήμενος στο πίσω μέρος της μοτοσικλέτας. Στη βάση των ανωτέρω, δικαιολογείται κατά τη γνώμη μου, η σύγχυση που όντως παρατηρείται, επί του προκειμένου, στη μαρτυρία του Ενάγοντα. Κατά τα λοιπά, τη μαρτυρία του την αποδέχομαι στο σύνολό της. Η Εναγόμενη Η Εναγόμενη δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμίαν απολύτως αμφιβολία ότι, ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν είπε την αλήθεια αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν το επίδικο ατύχημα. Η μαρτυρία της παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις, και επί ουσιαστικών ζητημάτων συγκρούεται και με την κοινή λογική. Επίσης, σε αρκετές περιπτώσεις κατέφευγε σε υπεκφυγές και τούτο στην προσπάθειά της να αποφύγει την όποια ευθύνη της και να την επωμίσει, αποκλειστικά, στον Τριτοδιάδικο. Για σκοπούς πληρότητας και αιτιολογίας της μόλις πιο πάνω εκφρασθείσας κρίσης μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας της Εναγόμενης σημειώνω τα ακόλουθα. Στην κατάθεσή της, η οποία λήφθηκε από τον ΜΕ1 έξι μόλις μέρες μετά από το ατύχημα, ανέφερε, ρητά, ότι η απόσταση που χώριζε το όχημά της από τη μοτοσικλέτα τη στιγμή που επιχείρησε τη δεξιόστροφη κίνησή της για να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ήταν 6 μέτρα. Η αναφορά της αυτή, δεν έγινε με γενικό τρόπο. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της υπό συζήτηση κατάθεσής της (Τεκμήριο 5), φαίνεται ότι τη στιγμή που προβαίνει στη σχετική αναφορά της, υποδεικνύει προς τον ΜΕ1 συγκεκριμένη απόσταση. Εξού και στην κατάθεσή της καταγράφεται η φράση «όπως σου έδειξα τώρα». Φαίνεται επίσης ότι, ο ΜΕ1 ενήργησε με τον ίδιο τρόπο και κατά την λήψη της κατάθεσης του Τριτοδιαδίκου (Έγγραφο Γ), όπου στην εκεί, σχετική, καταγραφή του, αναφέρεται «πέντε με έξι μέτρων όπως σου έδειξα και μέτρησες τώρα...». Είναι αβίαστα που προκύπτει ότι ο ΜΕ1, κατά τη λήψη των καταθέσεων, τόσο της Εναγόμενης, όσο και του Τριτοδιαδίκου δεν περιορίστηκε απλά στο να καταγράψει τη όποια λεκτική σχετική αναφορά των προσώπων αυτών, αλλά ζήτησε να του υποδειχθεί η απόσταση από τα πρόσωπα αυτά και κατόπιν υπολογισμού της, κατέγραψε τούτην σε μέτρα στις καταθέσεις. Προφανώς, η Εναγόμενη 1 αντιλαμβανόμενη ότι μία τέτοια απόσταση μεταξύ των δύο οχημάτων ενδεχομένως να έδιδε έναυσμα για προώθηση θέσης ότι, για το επίδικο ατύχημα, ευθύνεται η ίδια, στη γραπτή της δήλωση που ετοίμασε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, αναφερόμενη στην απόσταση που χώριζε τα οχήματα τη δεδομένη στιγμή ανέφερε ότι «πίσω και μακριά μου υπήρχε μία τρίτη μοτοσικλέτα», αποφεύγοντας, επιμελώς, να αναφερθεί πιο συγκεκριμένα στη ρηθείσα απόσταση όπως έπραξε κατά τη λήψη της κατάθεσής της. Ουσιαστική αντίφαση στη μαρτυρία της παρατηρείται και αναφορικά με την τροχαία κίνηση της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, που αρχικά τηρούσε η ίδια. Πιο συγκεκριμένα, όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με υποβολή ότι ο οδηγός του οχήματος που την ακολουθούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ήταν αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος, ισχυρίστηκε ότι τούτο δεν ήταν αληθές καθότι, μόνο μπροστά της υπήρχε τροχαία κίνηση και όχι πίσω της. Επί τούτου ερωτήθηκε επισταμένα και επέμενε στη θέση ότι, πίσω της, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, δεν υπήρχε τροχαία κίνηση. Ωστόσο, στην κατάθεσή της, λίγες μόνο μέρες μετά το ατύχημα, ανέφερε ότι «μπροστά μου και πίσω μου στην αριστερή λωρίδα κινούνταν πολλά οχήματα». Ερχόμενος τώρα στον ισχυρισμό της που θέλει τον Τριτοδιάδικο να οδηγεί τη μοτοσικλέτα με υπερβολική ταχύτητα, τούτος, κρίνω ότι ήταν το αποτέλεσμα δεύτερων σκέψεων της και όχι πρόθεσής της να πει την αλήθεια. Και τούτο γιατί, η λογική συνέπεια των πραγμάτων, θέλει ένα τέτοιο ισχυρισμό να προβάλλεται εξαρχής και όχι υπό τις συνθήκες που τούτος προβλήθηκε. Πιο συγκεκριμένα, ο ρηθείς ισχυρισμός προωθήθηκε στο στάδιο της αντεξέτασης και μόνο μετά που δόθηκε η ευκαιρία στην Εναγόμενη να επιθεωρήσει το δικόγραφο της Υπεράσπισης και ειδικότερα τις εκεί αναγραφόμενες, ισχυριζόμενες λεπτομέρειες αμέλειας του Τριτοδιαδίκου, στις οποίες γίνεται αναφορά σε υπερβολική ταχύτητα. Σημειώνω, συναφώς, ότι, κατά το στάδιο της αντεξέτασης της από τον συνήγορο του Τριτοδιαδίκου, ισχυρίστηκε ότι μοναδικός λόγος για τον οποίο, κατά τη γνώμη της, αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα φέρει ο Τριτοδιάδικος είναι η κατ' ισχυρισμό της υπερβολική ταχύτητα με την οποία τούτος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα, καθιστώντας, έτσι, τον ισχυρισμό της αυτόν ως τον ουσιαστικότερο της εκδοχής της. Πώς είναι δυνατόν υπό αυτές τις περιστάσεις ένας τέτοιος ισχυρισμός να μην απαντάται, ούτε στην κατάθεση που λήφθηκε έξι μόνο μέρες μετά το ατύχημα, ούτε και στη γραπτή της δήλωση που ετοίμασε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της; Θεωρώ ότι ένας τόσο σημαντικός ισχυρισμός, αν όντως ήταν αληθής, αναμενόμενο ήταν να προωθηθεί με την πρώτη ευκαιρία στο πλέον αρμόδιο πρόσωπο, που δεν είναι άλλο από τον ΜΕ1 που διερεύνησε το ατύχημα. Αν μη τι άλλο, αναμενόμενο είναι ότι θα προωθείτο στα πλαίσια της γραπτής δήλωσης που η Εναγόμενη ετοίμασε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της ώστε, αφενός να υπερασπιστεί την αγωγή, και αφετέρου να προωθήσει και την απαίτησή της έναντι του Τριτοδιαδίκου. Ουσιώδης αντίφαση στη μαρτυρία της Εναγόμενης παρατηρείται και αναφορικά με τον τρόπο που ο Τριτοδιάδικος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα. Επί τούτου, υιοθετώντας το περιεχόμενο της κατάθεσής της, Τεκμήριο 5, ισχυρίστηκε ότι, μετά που εισήλθε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, είδε (προφανώς μέσα από το καθρεφτάκι) τη μοτοσικλέτα να «...κάνει ελιγμούς...» και ακολούθως ένιωσε χτύπημα στο όχημά της. Κατά τη διά ζώσης μαρτυρία της, επιβεβαίωσε τον ισχυρισμό της αυτό, και ισχυρίστηκε ότι με την αναφορά της σε ελιγμούς εννοούσε σε ζικ‑ζακ κίνηση. Σε μεταγενέστερο στάδιο της διά ζώσης μαρτυρίας της, προφανώς ξεχνώντας ή αδιαφορώντας για τη σχετική αναφορά της στην κατάθεσή της, ισχυρίστηκε ότι από τη στιγμή αρχίζει τη δεξιόστροφη κίνηση μέχρι και τη στιγμή που η μοτοσικλέτα συγκρούεται στο όχημά της, δεν έστρεψε την προσοχή της προς την τελευταία. Όταν της υποδεικνύεται ότι ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός της συγκρούεται με την προγενέστερη αναφορά της περί ζικ‑ζακ κίνησης της μοτοσικλέτας μετά την είσοδο του οχήματός της στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, επέμεινε στη τελευταία θέση της επαναλαμβάνοντας ότι η ζικ‑ζακ κίνηση της μοτοσικλέτας έλαβε χώρα πριν επιχειρηθεί η είσοδος του οχήματος στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, ισχυρισμός, ο οποίος προβλήθηκε για πρώτη φορά στο στάδιο της αντεξέτασής της. Χρήζουν επίσης σχολιασμού και οι εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις της ως προς το κατά πόσο είδε ή όχι τη μοτοσικλέτα να πέφτει στην άσφαλτο προ της σύγκρουσης των οχημάτων. Στην ερώτηση «Είδατε τη μοτοσικλέτα να πέφτει στο έδαφος;» απάντησε «Την ώρα που μπήκα στη δεξιά λωρίδα, την είδα να πέφτει». Στην ερώτηση που ακολούθησε, «Δεν την είδατε;», απάντησε «Όχι. Ένα λεπτάκι. Εάν είδα τη μοτόρα; Εγώ απλά άκουσα ένα χτύπημα και ακινητοποιήθηκα». Αντιφάσεις παρατηρούνται και σε σχέση με την ταχύτητα που τηρούσε η ίδια τη συγκεκριμένη μέρα. Προτού ερωτηθεί, κατά την αντεξέτασή, της επί τούτου, η σχετική θέση της ήταν ότι κινείτο με ταχύτητα περίπου 40 χ.α.ω, θέση την οποία προέβαλε και στα αρχικά στάδια της αντεξέτασής της. Όταν της υπεδείχθη ότι στη βάση του ισχυρισμού της περί πυκνής τροχαίας κίνησης στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, αλλά και ανάγκης αναμονής της για να διέλθουν οι δύο μοτοσικλέτες, λογικό ήταν να ελαττώσει ταχύτητα, αντιλαμβανόμενη ότι δεν μπορούσε να επιμένει στην αρχική της θέση περί ταχύτητας 40 χ.α.ω., άλλαξε τούτην και την περιόρισε, για πρώτη φορά, στα 20 χ.α.ω. Όταν δε ο συνήγορος που την αντεξέταζε επέμενε στη θέση του ότι τη στιγμή που επιχείρησε την προς δεξιά πορεία του οχήματος για να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας το όχημα ήταν ακινητοποιημένο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, άλλαξε εκ νέου τη θέση της και ανέφερε «δεν ήμουν σταματημένη τελείως», θέση που δεν συμβαδίζει με ταχύτητα 20 χ.α.ω., πόσο μάλλον με 40 χ.α.ω.. Ακόμα, σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι προ της εισόδου στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας έλεγξε την τροχαία κίνηση της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, στην κατάθεσή της στην Αστυνομία, η οποία, επαναλαμβάνω, λαμβάνεται μόλις έξι μέρες μετά τα επίδικα συμβάντα, αναφέρει ότι ο σχετικός έλεγχος έγινε από το δεξιό καθρεφτάκι του οχήματος. Για λόγους ανεξήγητους (μιας και δεν έδωσε καμία δικαιολογία περί τούτου), στη διά ζώσης μαρτυρία της, αλλά και στη γραπτή της δήλωση, ισχυρίστηκε ότι τον ρηθέντα έλεγχο τον διενήργησε και από το μεσαίο καθρεφτάκι. Οι δύο τελευταίες αντιφάσεις που παρατηρούνται στη μαρτυρία της Εναγόμενης δεν υποδεικνύονται λόγω της σημαντικότητας των θεμάτων στα οποία αφορούν, αλλά, πολύ περισσότερο, για να υποδειχθεί η ευκολία με την οποία, χωρίς σχετική επεξήγηση, μετάβαλλε τις θέσεις της. Τέλος, θεωρώ και εντελώς ενάντια στην κοινή λογική τη θέση της που θέλει αναμενόμενη και πλήρως δικαιολογημένη την ενέργειά της να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας καθ' ον χρόνο, η μοτοσυκλέτα που κινείται στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας βρίσκεται, σε κίνηση (τουλάχιστον 50 χ.α.ω.[2]), σε μίαν απόσταση 6 ή ακόμα 12 ή 15 μέτρων από την ίδια. Μία τέτοια θέση, με κάθε σεβασμό προς την Εναγόμενη, αντίκειται στην κοινή λογική. Για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, κρίνω ότι η μαρτυρία της Εναγόμενης, στον βαθμό που τούτη αφορά σε αμφισβητούμενα επίδικα γεγονότα, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Τριτοδιάδικος Ο Τριτοδιάδικος μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο είπε όλη την αλήθεια αναφορικά με τα γεγονότα εκείνης της μέρας. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα, αμεσότητα και παραστατικότητα, σε τέτοιον βαθμό που το Δικαστήριο, επί συγκεκριμένων γεγονότων κατάφερε να σχηματίσει εικόνα. Η μαρτυρία του δεν παρουσιάζει καμία ουσιαστική αντίφαση και η ειλικρίνεια του επιβεβαιώνεται από τις διάφορες, εναντίον των συμφερόντων του, αναφορές του. Δεν δίστασε δε, εκεί που η μνήμη του τον πρόδιδε, να επικαλεστεί τούτη, παρά ψευδώς, να προωθήσει θετικό ισχυρισμό προς υποστήριξη της εκδοχής του. Κατά συνέπεια, τη μαρτυρία του την αποδέχομαι στο σύνολό της. Τελικά ευρήματα Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιόν μου μαρτυρίας, επιπροσθέτως των ευρημάτων στα οποία προέβηκα στο αρχικό στάδιο της παρούσας, προβαίνω και στα ακόλουθα ευρήματα. Ενώ η μοτοσικλέτα οδηγείτο από τον Τριτοδιάδικο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, έχοντας ως συνεπιβάτη τον Ενάγοντα, ο πρώτος αντιλήφθηκε την παρουσία του οχήματος να είναι σε αναμονή στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Βικέλα, πλην όμως με διαγώνια δεξιά φορά, με τη μπροστινή δεξιά γωνία του να βρίσκεται εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας. Ο Εναγόμενος, αντιλαμβανόμενος από τη φορά του οχήματος ότι η Εναγόμενη σκοπούσε να κατευθύνει τούτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, εκτίμησε ότι η παρουσία του στον δρόμο έγινε αντιληπτή από αυτή και έκρινε ότι θα τον ανέμενε να προσπεράσει προτού οδηγήσει το όχημα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Κατά συνέπεια δεν μετέβαλε καθ' οιονδήποτε τρόπο την οδική του συμπεριφορά και συνέχισε να κινείται με 50 χ.α.ω.. Μετά την εκτίμησή του αυτή (παρέμεινε άγνωστη η απόσταση που διένυσε η μοτοσικλέτα από τη σχετική εκτίμηση του Τριτοδιαδίκου μέχρι και την εκκίνηση του οχήματος), όταν τα ενεχόμενα οχήματα τα χώριζε απόσταση περίπου 6 μέτρων, η Εναγόμενη εκκίνησε το όχημα και το κατεύθυνε εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, ανακόπτοντας έτσι την ελεύθερη πορεία της μοτοσικλέτας, με αποτέλεσμα ο Τριτοδιάδικος, για σκοπούς πλέον αποφυγής της επερχόμενης σύγκρουσης, να θέσει σε εφαρμογή τα φρένα της μοτοσικλέτας, και να απολέσει τον έλεγχο της και τόσο η μοτοσικλέτα όσο και οι επιβαίνοντές της να πέσουν στην άσφαλτο και να συρθούν επ' αυτής. Η μοτοσικλέτα, εν τέλει, συγκρούστηκε στη δεξιά πλευρά του πίσω προφυλακτήρα του οχήματος, το οποίο, στο μεταξύ, ευθυγραμμίστηκε εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, προκαλώντας σ' αυτό τις ελαφριές ζημιές που εμφαίνονται στο Τεκμήριο
- Η πτώση της μοτοσικλέτας έλαβε χώρα στο σημείο Χ, ως τούτο υποδεικνύεται επί του Τεκμηρίου 2, ενώ η μετέπειτα σύγκρουση των δύο οχημάτων στο σημείο Χ1, επί του ιδίου Τεκμηρίου. Υπαγωγή των ευρημάτων του Δικαστηρίου στο σχετικό με αυτά νομικό πλαίσιο Ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η διαδικασία της αγωγής είναι ξέχωρη από τη διαδικασία Τριτοδιαδίκου, κρίνω ορθό όπως στο σημείο αυτό αποφανθώ για την όποια ευθύνη της Εναγόμενης και/ή του Τριτοδιαδίκου για το ατύχημα, και στην περίπτωση που ήθελαν κριθούν συνυπεύθυνοι, να αποδώσω σχετική θεραπεία στην Εναγόμενη στα πλαίσια της διαδικασίας Τριτοδιαδίκου. Είμαι της γνώμης ότι η γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος απορρέει από την οδική συμπεριφορά της Εναγόμενης. Θεωρώ την ενέργειά της να οδηγήσει το όχημα δεξιόστροφα και να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας καθ' ον χρόνο η μοτοσικλέτα κινείτο με ταχύτητα περίπου 50 χ.α.ω. και απείχε από αυτή περίπου 6 μέτρα, ως ενέργεια που υπολείπεται της λογικής και αναμενόμενης οδικής συμπεριφοράς ενός μέσου συνετού οδηγού υπό τις ίδιες περιστάσεις. Η ενέργειά της αυτή, ενείχε αυταπόδεικτο κίνδυνο να προκαλέσει το επίδικο ατύχημα διά της ανακοπής της πορείας της μοτοσικλέτας. Ενήργησε, δηλαδή, με τρόπο, που στην ουσία αδιαφόρησε για την ασφάλεια των άλλων οδηγών που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο και ειδικότερα για την ασφάλεια του Τριτοδιαδίκου και του Ενάγοντα που επέβαιναν στη μοτοσικλέτα η οποία κινείτο σε τόσο κοντινή απόσταση από την ίδια. Κατά συνέπεια η Εναγόμενη κρίνεται αμελής έναντι του Ενάγοντα. Στο σημείο αυτό θα εξετάσω και το κατά πόσο, αμέλειας υπέχει και ο Τριτοδιάδικος. Είμαι της γνώμης ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι καταφατική. Και τούτο γιατί, ανεξαρτήτως της αμελούς οδήγησης της Εναγόμενης, ο κίνδυνος τούτη να επιδείξει την αμελή αυτή συμπεριφορά της, ήταν όχι απλά δυνητικά ορατός, αλλά έγινε αντιληπτός από τον ίδιο τον Τριτοδιάδικο. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο Τριτοδιάδικος εξέλαβε την διαγώνια δεξιά κλίση του οχήματος (καθ' ον χρόνο τούτο βρισκόταν σε αναμονή στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας) ως επαρκή προειδοποίηση της πρόθεσής της Εναγόμενης να κατευθύνει τούτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Επίσης, η εκτίμησή του ότι η Εναγόμενη θα ανέμενε την διέλευσή του προτού επιχειρήσει την προς δεξιά πορεία της στη βάση της θεώρησής του ότι αντιλήφθηκε τη παρουσία του στο δρόμο, δεικνύει, ακριβώς, και το αμελές του συλλογισμού του, μιας και θεώρησε την ρηθείσα εκτίμησή του ως ορθή, χωρίς, ωστόσο, να προβεί σε έλεγχο αν όντως η Εναγόμενη αντιλήφθηκε την παρουσία του στο δρόμο και επεδείκνυε τάση αναμονής[3]. Επομένως, στη βάση των ανωτέρω, προκύπτει αβίαστα ότι ο κίνδυνος η Εναγόμενη να οδηγούσε το όχημα εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας ήταν κίνδυνος στον οποίο ο Εναγόμενος έστρεψε την προσοχή του, πλην όμως, αμελώς, τον απέκλεισε, με αποτέλεσμα να μην λάβει τα λογικά αναμενόμενα μέτρα αποτροπής της όποιας σύγκρουσης των οχημάτων, με τρόπο που στην ουσία, η παράλειψη του αυτή, να αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν τις ζημιές στο Ενάγοντα. Είμαι της γνώμης ότι υπό τις περιστάσεις που επεσυνέβη το ατύχημα και με βάση την οδική συμπεριφορά που υπέδειξε η Εναγόμενη και ο Τριτοδιάδικος, το ποσοστό ευθύνης εκάστου ανέρχεται στο 80% για την Εναγόμενη και στο 20% για τον Τριτοδιάδικο. Κατά συνέπεια, η Εναγόμενη και ο Τριτοδιάδικος, έναντι του Ενάγοντα, θεωρούνται ως συναδικοπραγούντες (Joint Tortfeasors), με αποτέλεσμα να υπέχουν ευθύνη, έναντι του, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. Στη βάση δε αυτού του δεδομένου, η ενέργεια του Ενάγοντα να στρέψει την αγωγή του μόνο εναντίον της Εναγόμενης, δεν του στερεί το δικαίωμα να αποζημιωθεί πλήρως από αυτήν, έχοντας ωστόσο η τελευταία το δικαίωμα, να τύχει σχετικής συνεισφοράς στα πλαίσια της διαδικασίας Τριτοδιαδίκου. Κρίση επί της Αγωγής Σε συνέπεια με τα πιο πάνω, στα πλαίσια της αγωγής, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €11.000, με νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από τις 14.10.2011 μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Επίσης, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επί της κλίμακας της αγωγής. Κρίση επί της διαδικασίας Τριτοδιαδίκου Αναφορικά τώρα με τη διαδικασία Τριτοδιαδίκου, στη βάση της πιο πάνω τελικής απόφανσης του Δικαστηρίου ως προς την ευθύνη του Τριτοδιαδίκου, εκδίδεται απόφαση με την οποία ο Τριτοδιάδικος διατάσσεται όπως παράσχει κάλυψη και/ή συνεισφορά προς την Εναγόμενη για το ποσό των €2.200, το οποίο αντιστοιχεί στο 20% του ποσού που διατάχθηκε η Εναγόμενη να καταβάλει προς τον Ενάγοντα, με νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από τις 14.10.2011 μέχρι εξοφλήσεως. Ως προς τα έξοδα της διαδικασίας Τριτοδιαδίκου, δεν έχω λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και κατά συνέπεια τούτα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Τριτοδιαδίκου, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλην όμως στην κλίμακα €2.000 ‑ €10.
- (Υπ.) .................... Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Επί του ίδιου θέματος, σε προγενέστερο χρονικό σημείο, προώθησε άλλο συγκρουόμενο ισχυρισμό. [2] Υπενθυμίζω ότι, κατά την Εναγόμενη η μοτοσικλέτα κινείτο με υπερβολική ταχύτητα. [3] ο Τριτοδιάδικος δεν ανέφερε τίποτα ως προς το κατά πόσο η Εναγόμενη, τη δεδομένη στιγμή, είχε στραμμένη την προσοχή της προς τον ίδιο, ούτε οτιδήποτε σχετικό που να οδηγεί, αν όχι σε εύρημα, τουλάχιστον σε συμπέρασμα, ότι η θεώρησή του περί αντίληψης της παρουσίας του στον δρόμο από την Εναγόμενη και πρόθεσής της να τον αναμένει να προσπεράσει ήταν λογική υπό τις περιστάσεις. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο