← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Μιχαηλίδης κ.α., Αρ. Αγωγής: 2975/17, 11/9/2018

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Μιχαηλίδης κ.α., Αρ. Αγωγής: 2975/17, 11/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A492 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2975/17 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσα -και-

  1. XXXX Μιχαηλίδης
  2. XXXX Κωνσταντίνου σύζυγος του XXXX Μιχαηλίδη. Εναγόμενοι Ημερομηνία: 11 Σεπτεμβρίου,
  3. Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους/Αιτητές: κα Χ" Ιωάννου. Για την Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση: κα Στυλιανού. Ενδιάμεση Απόφαση Η αγωγή Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 26.7.2017 και η οποία επιδόθηκε στους εναγόμενους 1 και 2 στις 7.8.2017, η ενάγουσα επιζητούσε την έκδοση απόφασης για το ποσό των €31.687,93 πλέον τόκους, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές τον χρόνο, καθώς επίσης και την έκδοση διαταγμάτων εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων, τα οποία υποθηκεύτηκαν για σκοπούς εξασφάλισης τραπεζικών διευκολύνσεων που δόθηκαν στον εναγόμενο 1, υπό την εγγύηση της εναγόμενης 2, από την ενάγουσα τράπεζα (στο εξής «η ενάγουσα»). Η ερήμην εκδοθείσα απόφαση Στις 13.10.2017, κατόπιν μονομερούς αιτήσεως της ενάγουσας, ημερομηνίας 19.9.2017, για έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης, το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 (παρά το ότι τους επιδόθηκε η αγωγή), δεν καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης, επί τη βάσει ενόρκου δηλώσεως που ετοίμασε ο XXXX Κουντουρής εκ μέρους της ενάγουσας, εξέδωσε εναντίον των εναγομένων 1 και 2 (στο εξής «οι εναγόμενοι»), αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, απόφαση ως η απαίτηση. Αντίδραση των εναγομένων Στις 8.6.2018, οι εναγόμενοι καταχώρησαν δύο αιτήσεις (μια μονομερή και μια δια κλήσεως), με τις οποίες επιδιώκουν, αφ' ενός την αναστολή της εκτέλεσης της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης έως ότου εξεταστεί εάν πρέπει τούτη (η απόφαση) να παραμεριστεί (η μονομερής), και αφ' ετέρου τον παραμερισμό της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης (η δια κλήσεως). Το Δικαστήριο, κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης των εναγομένων έκρινε ότι τούτη, ορθό ήταν να εξεταστεί αφού ακουστούν και οι δύο πλευρές, και κατά συνέπεια, έδωσε οδηγίες όπως επιδοθεί στην ενάγουσα. Πρόκειται για την επίδικη αίτηση. Η επίδικη αίτηση Ως σημειώθηκε και ανωτέρω, με την επίδικη αίτηση οι εναγόμενοι επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης ημερομηνίας 13.10.2017, μέχρι πλήρους απόφανσης επί της έτερης, δια κλήσεως, αιτήσεως τους για παραμερισμό της. Η επίδικη αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα στη Δ.35 Θ.18, Δ.40 Θ.7(β) και 11 και Δ.48 Θ.1‑4 και 8

(1)(ii), άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τούτην (την επίδικη αίτηση), συνοδεύει ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 (στο εξής «ο εναγόμενος»), στην οποία, δηλώνει εξουσιοδοτημένος και από την εναγόμενη 2 (στο εξής «η εναγόμενη») όπως προβεί σε αυτήν προς υποστήριξη της επίδικης αίτησης. Ως προς την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής σ' αυτόν και στην εναγόμενη, ο εναγόμενος αποδέχεται τούτη, πλην όμως, προβάλλει τη θέση ότι, συνεπεία επίδοσης, λίγες μέρες νωρίτερα, στους ίδιους, των Κλητήριων Ενταλμάτων των αγωγών 2973/17 και 2974/17 (με ίδια ενάγουσα, ως στην παρούσα αγωγή), κρίθηκε, λανθασμένα, τόσο από τον ίδιο, όσο και από την εναγόμενη, ότι η παρούσα αγωγή αφορούσε στα ίδια επίδικα θέματα που αφορούσαν και οι δύο πιο πάνω αγωγές. Αν και οι εναγόμενοι παρέδωσαν το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής στους συνηγόρους τους, όπως έπραξαν και σε σχέση με τα Κλητήρια Εντάλματα των δύο, πιο πάνω, άλλων αγωγών, εντούτοις φαίνεται να παρέσυραν τούτους (τους συνηγόρους τους), αναφέροντάς τους τη λανθασμένη πεποίθησή τους ότι η παρούσα αγωγή αφορούσε στα ίδια επίδικα ζητήματα με τις άλλες δύο αγωγές που επιδόθηκαν σε αυτούς προηγουμένως. Είναι δε στη βάση αυτής της αναφοράς τους, που οι συνήγοροι τους δεν καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης εκ μέρους τους στην υπό εξέταση αγωγή. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ακόμα ότι, ούτε ο ίδιος, ούτε η εναγόμενη επιδεικνύουν αδιαφορία για τις εναντίον τους δικαστικές διαδικασίες. Προς τούτο, επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση, ως τεκμήρια, τα Σημειώματα Εμφάνισης, και τις Υπερασπίσεις που καταχώρησαν στα πλαίσια των δύο άλλων αγωγών που επιδόθηκαν σ' αυτούς λίγο πριν την επίδοση της παρούσας αγωγής. Μέχρι και τον Μάρτιο του 2018, οι εναγόμενοι δεν είχαν οποιαδήποτε ενημέρωση για την παρούσα αγωγή, όταν και ενημερώθηκαν, πλέον, από τον επιδότη κύριο Τσιαπίνη ότι είχε εις χείρας του ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας για σκοπούς εκτέλεσης της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης. Συνεπεία της πληροφόρησης αυτής, μέσω και των συνηγόρων τους, οι εναγόμενοι προέβηκαν σε έρευνα στον φάκελο του Δικαστηρίου και διαπίστωσαν, μεταξύ άλλων, ότι στις 13.10.2017 εκδόθηκε η εναντίον τους επίδικη απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης από πλευράς τους. Έκτοτε, οι εναγόμενοι αναζήτησαν, μέσω των προηγούμενων δικηγόρων τους, να ενημερωθούν ως προς τις όποιες ενέργειές τους μετά την παράδοση σ' αυτούς του Κλητηρίου Εντάλματος της παρούσας αγωγής, πλην όμως, ως διεφάνη, παρασυρόμενοι (οι προηγούμενοι δικηγόροι) από την εντύπωση των εναγομένων αναφορικά με τα επίδικα ζητήματα της, δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης. Επίσης, στο διέρρευσαν αυτό χρονικό διάστημα, επιδιώχθηκε και η τροποποίηση της αγωγής 2751/14, την οποία οι εναγόμενοι καταχώρησαν εναντίον της ενάγουσας, σε σχέση, μεταξύ άλλων, και με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής. Ως προς την υπεράσπιση των εναγομένων στα όσα τους αποδίδονται με την παρούσα αγωγή, ο εναγόμενος, μέσω της ένορκου δηλώσεώς του που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, χαρακτηρίζει τούτη ως καλή. Ως προς δε τη φύση της, παραπέμπει στο περιεχόμενο των Υπερασπίσεων που ήδη καταχωρήθηκαν εκ μέρους τους στις αγωγές 2973/17 και 2974/17, καθώς επίσης και στο περιεχόμενο του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής 2751/14, λέγοντας ότι τούτη (η υπεράσπιση τους στην παρούσα αγωγή) είναι πανομοιότυπη με τις θέσεις που προβάλλουν στα μόλις πιο πάνω αναφερόμενα δικόγραφά τους. Στη βάση δε των πιο πάνω αναφορών του, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι, ορθό και δίκαιο είναι να παραμεριστεί η εναντίον των εναγομένων εκδοθείσα απόφαση, καθώς επίσης και ότι, το γεγονός της εκκρεμότητας της εκτέλεσης της, εναντίον τους, καθιστά δικαιολογημένη την απόδοση της αιτούμενης, με την επίδικη αίτηση, θεραπείας, και δη την αναστολή της εκτέλεσής της, μέχρι πλήρους απόφανσης του Δικαστηρίου επί της δια κλήσεως αίτησης τους για παραμερισμό της. Η ένσταση Η ενάγουσα, κατόπιν της επιδόσεως της επίδικης αίτησης σε αυτήν, στις 5.7.2018, καταχώρησε την Ειδοποίηση περί Προθέσεως Υποβολής Ένστασης (στο εξής «η ένσταση»). Η ένσταση, ως επί το πλείστον, εδράζεται επί της νομικής βάσης που στηρίζεται και η επίδικη αίτηση. Ως επιπρόσθετη νομική βάση, αναφέρεται η Δ.26 Θ.14, η Δ.44, Δ.64, άρθρο 47 του Νόμου 14/1960 και Άρθρο 30 του Συντάγματος. Επί του κυρίως σώματος της, ως λόγοι ένστασης προβάλλουν οι ακόλουθοι: «
  1. Δεν υπάρχει και/ή δεν εγείρεται νομικό υπόβαθρο που να δικαιολογεί και/ή να δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει του επιζητούμενα Διατάγματα. Οι δια της αιτήσεως επικαλούμενοι Νόμοι και/ή Κανονισμοί δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση και/ή δεν στοιχειοθετούν ικανό και/ή το αναγκαίο νομικό πλαίσιο για την εξέταση και/ή έκδοση των αιτούμενων θεραπειών.
  2. Το Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το προσωρινό διάταγμα και ως εκ τούτου αυτό πρέπει να ακυρωθεί.
  3. Η νομική βάση της παρούσας αγωγής είναι εσφαλμένη και/ή η παρούσα Αίτηση δεν στηρίζεται στις ορθές νομοθετικές και/ή δικονομικές διατάξεις.
  4. Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου.
  5. Οι Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση σε πολύ καθυστερημένο στάδιο.
  6. Η παρούσα Αίτηση κακώς στηρίζεται στο Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμου 14/60 δι' έκδοση των Αιτούμενων Διαταγμάτων.
  7. Η Δικαστική Απόφαση ημερ. 13.10.2017 εξεδόθη καθόλα νομότυπα και/ή είναι καθόλα έγκυρη και δεσμευτική προς τους αιτητές.
  8. Οι Καθ' ων η αίτηση ενέργησαν και/ή ενεργούσαν καθ' όλους τους ουσιώδης χρόνος ορθά, νόμιμα και νομότυπα και έντιμα, και σε πλήρη συμμόρφωση με την εκάστοτε ισχύουσα Νομοθεσία και/ή Κανονισμούς.
  9. Υπάρχει υπερβολική και/ή υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση Αίτηση, καθότι η δικαστική απόφαση εξεδόθη την 13.10.2017 και οι Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης αυτής σχεδόν 1 χρόνο αργότερα. Ως εκ των ανωτέρω, η παρούσα αίτηση είναι αδικαιολόγητη και καταχρηστική, καθότι καταχωρήθηκε με υπέρμετρη και/ή υπερβολική καθυστέρηση εκ μέρους των Αιτητών χωρίς καμία προς τούτο αιτιολογία και/ή τεκμηριωμένη αιτιολογία.
  10. Τα όσα προβάλλονται από τους Αιτητές ως λόγοι ένστασης της δικαστικής απόφασης ημερ. 13.10.2017 είναι αβάσιμα, και ατεκμηρίωτα και ανεδαφικά. Δεν υπάρχει και/ή αποκαλύπτεται οποιοσδήποτε και/ή επαρκής λόγος να ανασταλεί η ισχύς και η εκτέλεση της εκδοθείσας απόφασης και εν πάση περιπτώσει τα όσα αναφέρονται αποτελούν καθαρά ενέργειες παρεμπόδισης των Καθ' ων η Αίτηση να εκτελέσουν τη Δικαστική Απόφαση ημερ. 13.10.
  11. Το εξ' αποφάσεως χρέος των Αιτητών δεν έχει μέχρι σήμερα εξοφληθεί και καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους υφίσταται και συνεχίζει μέχρι σήμερα και εξακολουθεί να υφίστανται και οι καθ' ων η αίτηση στερούνται τους καρπούς της επιτυχίας τους.
  12. Η ευθύνη, των Αιτητών βάσει της Δικαστικής Απόφασης ημερ. 13.10.2017 είναι ξεκάθαρη, αφού πλέον, είναι «εξ' αποφάσεως οφειλέτες» και συνεπώς η υποχρέωση τους είναι η πληρωμή και/ή αποπληρωμή προς τους Καθ' ων η αίτηση των εξ' αποφάσεως χρεών τους πλέον τόκους μέχρι εξοφλήσεως.
  13. Η αίτηση δεν αποκαλύπτει οποιεσδήποτε περιστάσεις που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ των αιτημάτων των Αιτητών.
  14. Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the court) και/ή είναι κακόπιστη και/ή καταχωρήθηκε για να εξυπηρετήσει αλλότριους σκοπούς και/ή είναι ενοχλητική, εκδικητική, καταπιεστική και νομικά αβάσιμη.
  15. Οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι τυχόν έκδοση των υπό αναφορά Διαταγμάτων συνεπάγει άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων των αφού εμποδίζονται και/ή θα παρεμποδιστούν από το να εισπράξουν το εξ' αποφάσεως λαβείν τους.
  16. Η αναστολή της ισχύς της εκτέλεσης της Δικαστική Απόφασης, θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις.» Την ένσταση, συνοδεύει ένορκη δήλωση του ΧΧΧΧ Δημητρίου, o οποίος δηλώνει λειτουργός της ενάγουσας, γνώστης των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή, καθώς επίσης και εξουσιοδοτημένος από αυτή για να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Σε αυτήν, ούτε λίγο, ούτε πολύ, επαναλαμβάνει, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και σχετική επιχειρηματολογία, τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους ένστασης. Ακροαματική διαδικασία Αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παράδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις στις 9.7.2018, στις οποίες αναπτύσσουν τους λόγους επί των οποίων έκαστη πλευρά βασίζει τη θέση τους. Καμία πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα της άλλης. Διεξήλθα, τόσο την αίτηση, όσο και την ένσταση, όπως επίσης και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, αλλά και τα Τεκμήρια που επισυνάπτονται (εκεί που επισυνάπτονται) σε αυτές, έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τις αγορεύσεις τους. Νομική πτυχή Είναι πλέον νομολογιακά καθιερωμένο ότι η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου, όταν εξετάζει αιτήσεις οι οποίες βασίζονται ουσιαστικά επί των προνοιών της Δ.40 θ.7, διέπεται, κατ' αναλογία, από τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου όταν εξετάζει αιτήσεις για αναστολή εκτέλεση απόφασης συνεπεία εκκρεμούσας εφέσεως δυνάμει της Δ.35 θ.
  17. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.α. (Αρ.1)
(1997)1 ΑΑΔ 1384, 1386 και 1387 «Το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ.35, θ.18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται. Η θέση αυτή προκύπτει ευθέως από τις αποφάσεις (Fotiou and Anotherv. Petrolina Ltd.
(1984)1 C.L.R. 708, In re E.S. (an Infant)
(1986)1 C.L.R. 119" (βλ. επίσης Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524). Η Δ.35, θ.18, δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισης της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση (prohibition), της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με ένταλμα (prohibition), βάσει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος». Επομένως, εκείνο που προκύπτει από την σχετική με το θέμα νομολογία, είναι ότι η έφεση (στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση παραμερισμού), δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης, ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης, η οποία παραμένει τελεσίδικη και ισχυρή μέχρι την οποιαδήποτε τροποποίηση ή ανατροπή της από το εφετείο (στην προκειμένη περίπτωση από το δικαστήριο που θα εκδικάσει την αίτηση παραμερισμού). Κατ' ακολουθία, προκύπτει ότι δεν θα πρέπει ο διάδικος υπέρ του οποίου εκδόθηκε μία απόφαση να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του απλά γιατί εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του (στην προκειμένη περίπτωση η εκδίκαση της αίτησης παραμερισμού). Από την άλλη, όμως, αποτελεί πάγια, βασική και κύρια προϋπόθεση για τους σκοπούς της απονομής της δικαιοσύνης, ότι θα πρέπει να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα του δικαιώματος ενός προσώπου να ασκήσει έφεση και θα πρέπει να εκδίδονται διατάγματα αναστολής εκτέλεσης μίας απόφασης όταν, εν απουσία ενός τέτοιου διατάγματος, δημιουργείται πιθανότητα εξανέμισης της αξίας της έφεσης (στην προκειμένη περίπτωση της αίτησης παραμερισμού). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 AAΔ 955, «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια». Προκύπτει, ακόμα, από την σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι, για να ασκήσει το Δικαστήριο την διακριτική του εξουσία υπέρ της αναστολής της εκτέλεσης μιας απόφασης, θα πρέπει ο αιτητής, που φέρει και το σχετικό βάρος, να αποδείξει την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων που καθιστούν επιβεβλημένη μια τέτοια ενέργεια. Αναφορικά δε με το τι συνιστά εξαιρετικές περιστάσεις αναφέρθηκε ότι, οι περιστάσεις πρέπει να συσχετίζονται με τις συνέπειες της εφαρμογής της απόφασης που εκδόθηκε πρωτόδικα και να είναι δυνατό να υποδειχθούν οι ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες που θα προκύψουν στον αιτητή, στην περίπτωση που δεν ανασταλεί η εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης και σε μεταγενέστερο χρόνο επιτύχει η έφεση (εδώ ο παραμερισμός). Εκεί δε που η πρωτόδικη απόφαση, την αναστολή της εκτέλεσης της οποίας επιδιώκει ο αποτυχόν διάδικος, αφορά σε απόφαση δια της οποίας διατάσσεται ο αιτητής να καταβάλει ορισμένο χρηματικό ποσό, ο αιτητής, για να αποδείξει την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, θα πρέπει να υποδείξει, είτε ότι ο επιτυχόν διάδικος είναι κάτοικος εξωτερικού ή ότι είναι αφερέγγυος ή τέλος ότι, αν τυχόν καταβάλει τα χρήματα που διατάχθηκε δια της απόφασης να καταβάλει και σε μεταγενέστερο στάδιο επιτύχει η έφεση του (στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση παραμερισμού), δεν θα μπορέσει ο επιτυχόν διάδικος να του επιστρέψει το ποσό που κατέβαλε (Μιχάλης Δημητρούδης ν. Ανδρέα Νίκου Λουγκρίδη,
(2011)1 Α.Α.Δ. 687). Ως προς δε την προοπτική επιτυχίας της έφεσης (εδώ της αίτησης παραμερισμού), αν και αποτελεί σχετικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο, εντούτοις τούτος υπέχει οριακής σημασίας στις πλείστες των περιπτώσεων, μιας και η διάγνωση των δικαιωμάτων των διαδίκων στην εκκρεμούσα διαδικασία θα αποτιμηθεί στην ακρόαση της εν λόγω διαδικασίας. Είναι μόνο στις περιπτώσεις που μπορεί με βεβαιότητα να γίνει από αυτό το στάδιο πρόγνωση αναφορικά με την πιθανότητα επιτυχίας ή αποτυχίας της εκκρεμούσας διαδικασίας, χωρίς αναγκαία επιπρόσθετη συζήτηση, που ο εν λόγω παράγοντας καθίσταται ουσιαστικός στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου (για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος βλ. Thorn Domestic Appliances v. Alpan (Takis Bros) Ltd
(1982)JSC 544, Charalambous v. Nicolaides & Neophytou
(1985)1 C.L.R. 737, I. Aristidou v. N. Aristidou
(1985)1 C.L.R. 649, Christofi and Others v. Iacovidou
(1985)1 C.L.R. 713, Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχή Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, 1150-1, Μέγας Χ΄Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd & Others
(1991)1 A.A.Δ. 172, Α.Β.Ρ. Holdings Ltd & Άλλου ν. Ανδρέα Κιταλίδη & Άλλων
(1994)1 Α.Α.Δ. 287, Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέας
(1997)1Β Α.Α.Δ. 591, Θωμά ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 797, Loukos Trading Co. Ltd v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάϊγκ Κο. Λτδ
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1014, 1018, THANOS Club Hotels Limited v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας κ.α.
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ. 312, 314-5, Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v. Telec Logistic Company Ltd
(2008)1 (A) A.A.Δ. 764, 767-8 και Δημητρούδης ν. Λουγκρίδη (ανωτέρω)). Προσδιορισμός των επιδίκων ζητημάτων Πρέπει εξ αρχής να παρατηρηθεί, και τούτο στη βάση του περιεχομένου της ένορκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση, αλλά και της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου της ενάγουσας ότι, ανεξάρτητα του γεγονότος ότι η ενάγουσα προωθεί 16 λόγους ένστασης, στην ουσία, τούτοι, θα μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν, περιοριστικά, ως ακολούθως: Πρώτον, ότι η υπό εξέταση αίτηση προωθείται καταχρηστικά και/ή με αλλότριο σκοπό, στη βάση, μεταξύ άλλων και του γεγονότος ότι παρατηρείται υπέρμετρη καθυστέρηση στην προώθηση της, δεύτερον, ότι, πλείστες όσες νομικές πρόνοιες αναφέρονται στη νομική βάση της αίτησης κρίνονται εντελώς άσχετες ή, εν πάση περιπτώσει, μη τυγχάνουσες εφαρμογής στα γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση και τρίτον, ότι τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της προσκομισθείσας από τις δύο πλευρές μαρτυρίας, δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Οι λοιπές αιτιάσεις της ενάγουσας, ως τούτες προβάλλουν μέσω των λόγων ένστασής της, άπτονται θεμάτων, που το Δικαστήριο, καθηκόντως, θα πρέπει να εξετάσει στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του εξουσίας. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση αίτηση στο πιο πάνω νομικό πλαίσιο Στον βαθμό που αφορά στη θέση της ενάγουσας περί λανθασμένης νομικής βάσης της επίδικης αίτησης, εκείνο που αβίαστα προκύπτει, τόσο από την αγόρευση της συνηγόρου των εναγομένων, όσο και από αυτήν της συνηγόρου της ενάγουσας είναι ότι, και οι δύο πλευρές θεωρούν ότι, εφαρμογής τυγχάνουν οι πρόνοιες της Δ.40 Θ.7, και επί αυτών των προνοιών, είναι, που έκαστη πλευρά εδράζει τα όποια επιχειρήματα, είτε προς υποστήριξη της αίτησης, είτε προς απόρριψή της. Επομένως, στον βαθμό που η αίτηση έχει ως νομική βάση της τη Δ.40 Θ.7, καθώς επίσης και την Δ.48 (ως προς τον τύπο της αίτησης), οι σχετικοί με τη νομική βάση της αίτησης λόγοι ένστασης δεν μπορούν να επιτύχουν. Ως προς τους λόγους ένστασης που θέλουν την επίδικη αίτηση να προωθείται καταχρηστικά και/ή με αλλότρια κίνητρα και/ή τόσο καθυστερημένα που να δικαιολογείται η απόρριψή της, με κάθε σεβασμό προς τις σχετικές εισηγήσεις της ενάγουσας, τούτες δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Το κακόπιστο μιας ενέργειας και/ή ο ενδεχόμενος αλλότριος σκοπός της, δεν είναι δυνατό να εξάγεται από μόνο το γεγονός της όποιας καθυστέρησης στη λήψη μέτρων από πλευράς ενός διαδίκου. Θα πρέπει τη συμπεριφορά του διαδίκου αυτού να περιβάλλουν περαιτέρω δεδομένα, που, μονοδρομικά, να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι με την προωθούμενη από αυτόν διαδικασία καταχράται της διαδικασίας του Δικαστηρίου και/ή ενεργεί κακόπιστα και/ή με αλλότρια κίνητρα. Οι ισχυρισμοί του εναγόμενου ως προς τους λόγους που δεν προώθησε την επίδικη αίτηση ενωρίτερα, όχι απλά δεν αμφισβητήθηκαν, αλλά ούτε και προβλήθηκε, από πλευράς της ενάγουσας οποιοσδήποτε αντίθετος ή έστω συγκρουόμενος, με αυτούς ισχυρισμός. Το αν οι λόγοι που προβάλλονται για την καθυστέρηση δικαιολογούν ή όχι τούτη, είναι ζήτημα που προφανώς θα απασχολήσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της εξέτασης της κυρίως διαδικασίας, στη βάση της ανάγκης αιτιολόγησης από πλευράς των εναγομένων της αδράνειας τους να αποταθούν στο Δικαστήριο προηγουμένως. Η καθυστέρηση, όμως, δεν συνοδεύεται, στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, από τέτοια γεγονότα και περιστάσεις που να δικαιολογούν τη θέση της ενάγουσας περί κακόπιστης και/ή κακόβουλης και/ή υποκινούμενης από αλλότρια κίνητρα διαδικασίας, και/ή ότι πρόκειται για διαδικασία με την οποία οι εναγόμενοι επιδιώκουν αποτέλεσμα άλλο από την αναστολή της εκτέλεσης της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης, και κατά συνέπεια, και οι λόγοι ένστασης που σχετίζονται με τις αιτιάσεις αυτές της ενάγουσας, επίσης δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί. Από την άλλη, σε συμφωνία με την ενάγουσα, θεωρώ την προσκομισθείσα από πλευράς των εναγομένων μαρτυρία μη ικανοποιητική και ανεπαρκή για να δικαιολογήσει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να δικαιολογεί την αποστέρηση της ενάγουσας να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας της. Αναφορικά με τη μαρτυρία των εναγομένων σε σχέση με τη βασιμότητα της αίτησης τους για παραμερισμό της απόφασης, το μόνο που αβίαστα μπορώ να σημειώσω, χωρίς, καθ' οιονδήποτε τρόπο, να αποφαίνομαι επί της ουσίας της, είναι ότι δεν πρόκειται για αίτηση, η τύχη της οποίας να είναι εμφανώς προβλέψιμη, ώστε ο παράγοντας αυτός να υπέχει καταλυτικής σημασίας για την τύχη της υπό εξέταση αίτησης. Από την άλλη, η ερήμην εκδοθείσα απόφαση, ο παραμερισμός της οποίας επιδιώκεται με την υπό εξέταση αίτηση, αφορά σε απόφαση με την οποία διατάσσονται οι εναγόμενοι να καταβάλουν συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, και στα πλαίσια της διασφάλισης είσπραξής του, το Δικαστήριο διέταξε, περαιτέρω, την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Το δε μέτρο εκτέλεσης που εκκρεμεί, τη δεδομένη στιγμή, εναντίον των εναγομένων και το οποίο οι εναγόμενοι επιδιώκουν να αναχαιτίσουν, αφορά σε μέτρο που μόνο σκοπό έχει να αποπληρωθεί η εξ αποφάσεως οφειλή τους και όχι να εκτελεστεί το διάταγμα εκποίησης της ενυπόθηκης περιουσίας τους. Τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, που να θέλει την ενάγουσα να έχει προωθήσει όποιες διαδικασίες προς εκτέλεση του μέρους εκείνου της υπέρ της εκδοθείσας απόφασης που διατάσσει την εκποίηση της ενυπόθηκης περιουσίας των εναγομένων. Ούτε προβάλλεται θέση, από πλευράς των εναγομένων, που να τους θέλει να αδυνατούν να καταβάλουν το εξ αποφάσεως χρέος τους, καταβολή η οποία και θα επιφέρει την απαλλαγή των ενυπόθηκων ακινήτων τους από την διαταχθείσα εναντίον τους εκποίηση. Επίσης, δεν πρέπει να λησμονείται ότι, η κυρίως αίτηση (αίτηση παραμερισμού) είναι ήδη ορισμένη για ακρόαση σήμερα (11.9.2018), όπου και σκοπός είναι να ακουστεί, και λίγες μέρες αργότερα, αναμενόμενο είναι ότι, θα εκδοθεί η σχετική με αυτή απόφαση του Δικαστηρίου. Στη βάση των ανωτέρω, και έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Δημητρούδης (ανωτέρω) ως προς τους παράγοντες που υπέχουν ουσιαστικής σημασίας όταν επιδιώκεται η αναστολή εκτέλεσης απόφασης με την οποία διατάσσεται ο αιτητής να καταβάλει ορισμένο χρηματικό ποσό[1] και τη μη ικανοποίηση των παραγόντων αυτών (ο επιτυχών διάδικος να είναι κάτοικος εξωτερικού ή να είναι αφερέγγυος ή την υπό εξέταση περίπτωση να περιβάλλουν τέτοια γεγονότα και περιστατικά που να προκύπτει ότι αν ο αιτητής καταβάλει την εξ αποφάσεως οφειλή του και σε μεταγενέστερο στάδιο επιτύχει η αίτηση του για παραμερισμό της απόφασης δεν θα μπορέσει - ο επιτυχών διάδικος - να του επιστρέψει το ποσό που κατέβαλε), κρίνω ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και κατά συνέπεια είναι έκθετη σε απόρριψη. Ως εκ των ανωτέρω, η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο να παρεκκλίνω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας και κατά συνέπεια, τούτα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα ή κεχωρισμένα, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................. Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Το μόνο προωθούμενο μέτρο εκτέλεσης, δεν αφορά στην διαταχθείσα εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων και οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται αδυναμία καταβολής του εξ αποφάσεως χρέους τους, ούτε ότι η εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων αποτελεί τη μόνη οδό για αποπληρωμή του χρέους τους. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.