← Κύπρος

SHISHKIN ν. 01 GROUP LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2179/2018, 3/8/2018

SHISHKIN ν. 01 GROUP LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2179/2018, 3/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A441 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2179/2018 Μεταξύ: XXXX SHISHKIN Ενάγοντας/Αιτητής -και- 1. 01 GROUP LIMITED 2. GISORAL HOLDINGS LIMITED Εναγόμενες 1 και 2/ Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 3 Αυγούστου, 2018. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - αιτητή: κ. A. Ερωτοκρίτου. Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Α Χαβιαρά και κ. Λ. Χαβιαράς. Μονομερής αίτηση από πλευράς του Ενάγοντα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων Ενδιάμεση απόφαση. Την 1/8/18, ο Ενάγοντας καταχώρησε την υπό των ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 και 2. Ως προς την Εναγόμενη 2 εταιρεία, η νομική βάση της αγωγής αφορά σε ισχυριζόμενη παράβαση όρων δύο συμφωνιών δανείου. Ως προς την Εναγόμενη 1 εταιρεία, σε ισχυριζόμενη παράβαση όρων συμφωνίας εγγύησης, με την οποία η Εναγόμενη 1 εγγυήθηκε την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 2 έναντι του Ενάγοντα, σε σχέση πάντα με τις δύο συμφωνίες δανείου. Στα πλαίσια της αγωγής, ο Ενάγοντας καταχώρησε και την υπό εξέταση, μονομερή, αίτηση, επίσης ημερομηνίας 1/8/18, με την οποία αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης 1‑ Καθ' ης η Αίτηση, τις ακόλουθες ενδιάμεσες θεραπείες: «Α. Ενδιάμεσο διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο, μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου, να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει την Εναγόμενη 1, από του: α. να μεταφέρει εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας οποιαδήποτε από τα περιουσιακά της στοιχεία βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, αξίας μέχρι USD $ 5.000.000 και β. με οποιοδήποτε τρόπο διαθέσει, διαχειριστεί ("deal with") ή μειώσει την αξία οποιωνδήποτε περιουσιακών της στοιχείων είτε αυτά βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε όχι, μέχρι της πιο πάνω αξίας. Νοείται ότι για σκοπούς της παρούσας παραγράφου (Α): i. Τα περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1, ανά το παγκόσμιο, είτε κατέχονται εξ' ολοκλήρου ή από κοινού με άλλους ("solely or jointly owned"), ανεξαρτήτου εάν το συμφέρον της Εναγόμενης 1 επί αυτών είναι επ' ονόματι της είναι ωφέλιμο ή κατέχεται άλλως πως ("legally, beneficially or otherwise). Τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1 περιλαμβάνουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων η Εναγόμενη 1 έχει άμεση ή έμμεση εξουσία να διαθέσει ή να διαχειριστεί ως να ήταν δικά της. Η Εναγόμενη 1 θεωρείται ότι έχει τέτοια εξουσία και/ή δυνατότητα επί οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου το οποίο κατέχεται και/ή ελέγχεται από οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, στη βάση των άμεσων ή έμμεσων οδηγιών της Εναγόμενης 1. ii. Τα απαγορευτικά διατάγματα καλύπτουν, μεταξύ άλλων, τα ακόλoυθα περιουσιακά στοιχεία: 1. Τις μετοχές και τα περιουσιακά στοιχεία της Κυπριακής εταιρείας Agdalia Holdings Limited (HE 375326)· 2. Τις μετοχές που κατέχει η Agdalia Holdings Limited στην Κυπριακή εταιρεία 01 Properties Limited (HE 272334) και 3. Τα περιουσιακά στοιχεία που έμμεσα ή άμεσα ανήκουν και/ή ελέγχονται από την Κυπριακή εταιρεία 01 Properties Limited (HE 272334). iii. Εάν η συνολική καθαρή αξία, εξαιρουμένων υποθηκών και επιβαρύνσεων, των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 που βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας («Ελεύθερα Περιουσιακά Στοιχεία») υπερβαίνει τα USD $ 5.000.000, αυτή δύναται να μεταφέρει οποιαδήποτε από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας ή δύναται να τα διαθέσει ή να τα διαχειριστεί, υπό την προϋπόθεση ότι η συνολική αξία των Ελεύθερων Περιουσιακών Στοιχείων της εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας θα υπερβαίνει την προαναφερόμενη αξία. iv. Εάν η συνολική καθαρή αξία των Ελεύθερων Περιουσιακών Στοιχείων της Εναγόμενης 1 που βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν υπερβαίνει τα USD $ 5.000.000, αυτή δεν δικαιούται να μεταφέρει οποιοδήποτε από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας και δεν δύναται να διαθέσει ή να διαχειριστεί οποιοδήποτε από αυτά. Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου (ν) κατωτέρω, εάν η Εναγόμενη 1 έχει περιουσιακά στοιχεία εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας, αυτή δύναται να διαθέσει ή να διαχειριστεί τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία νοουμένου ότι η συνολική αξία των Ελεύθερων Περιουσιακών Στοιχείων, είτε εντός είτε εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας, παραμένει υπέρ των USD $ 5.000.000. v. Προτού διαθέσει περιουσιακά στοιχεία ως προβλέπει η παράγραφος (
  2. iv)ανωτέρω, η Εναγόμενη 1 πρέπει να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις αποκάλυψης όλων των περιουσιακών στοιχειών της, ως η παράγραφος Γ κατωτέρω. vi. Το παρόν Διάταγμα υπόκειται στους περιορισμούς που σημειώνονται στο Παράρτημα Α του Διατάγματος. vii. Το παρόν Διάταγμα ερμηνεύεται σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις που σημειώνονται στο Παράρτημα Β του Διατάγματος. Β. Ενδιάμεσο και/ή Υποβοηθητικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάζει κάθε τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο θα επιδοθεί και/ή το οποίο θα λάβει γνώση του Διατάγματος, εντός 10 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης και/ή λήψης γνώσης του Διατάγματος, όπως πληροφορήσει τον Αιτητή και/ή τους δικηγόρους του Αιτητή κατά πόσο έχει δεσμευτεί οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο και/ή τραπεζικός λογαριασμός δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου Α ανωτέρω και να δώσει στον Αιτητή και/ή στους δικηγόρου του Αιτητή τα στοιχεία των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων και/ή τους αριθμούς των δεσμευμένων τραπεζικών λογαριασμών καθώς και τα ονόματα των προσώπων επ' ονόματι των οποίων διατηρούνται τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία και οι εν λόγω λογαριασμοί. Νοείται ότι σε περίπτωση που τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα δεν έχει δεσμεύσει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο και/ή τραπεζικό λογαριασμό δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου Α ανωτέρω, δεν έχει υποχρέωση να πληροφορήσει τον Αιτητή και/ή τους δικηγόρους αυτού. Νοείται επίσης ότι ο Αιτητής θα υποχρεούται να καταβάλει οποιαδήποτε εύλογα έξοδα που οποιαδήποτε τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα θα υποστεί για σκοπούς της συμμόρφωσης του με τις πρόνοιες της παρούσας παραγράφου ως αυτά θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Γ. Ενδιάμεσο και/ή Υποβοηθητικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάζει την Εναγόμενη 1, μέσω των διευθυντών της, όπως εντός 10 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης και/ή λήψης γνώσης του παρόντος Διατάγματος, ετοιμάσει, καταχωρήσει και επιδώσει στους δικηγόρους του Αιτητή, ένορκη δήλωση με την οποία να παραθέτει τις πληροφορίες που αυτή οφείλει να αποκαλύψει δυνάμει του παρόντος Διατάγματος, και που θα επισυνάπτει όλα τα σχετικά έγγραφα και αρχεία που υποστηρίζουν τις πληροφορίες που αυτός θα αποκαλύψει. 1. Η Εναγόμενη 1 πρέπει να αποκαλύψει όλα της τα περιουσιακά στοιχεία ανά το παγκόσμιο η αξία των οποίων υπερβαίνει τα ΕΥΡΩ 5.000, είτε αυτά είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι του είτε όχι και είτε κατέχον εξ ολοκλήρου ή από κοινού με άλλους ("solely or jointly owned") είτε το συμφέρον της Εναγόμενης 1 επί αυτών είναι επ' ονόματι της, είναι ωφέλιμο ή κατέχεται άλλως πως ("legally, beneficially or otherwise'') συμπεριλαμβανομένου υπό την ιδιότητα της ως δικαιούχου κάτω από διακριτικό εμπίστευμα ("discretionary trust") ή ιδιωτικό ίδρυμα (private foundation), αποκαλύπτοντας την αξία, την τοποθεσία και τις λεπτομέρειες αυτών των περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένου της ταυτότητας οποιουδήποτε προσώπου ή οργανισμού που τα κατέχει και τα κρατεί εκ μέρους και προς όφελος της Εναγόμενης 1. 2. Η Εναγόμενη 1 πρέπει να αποκαλύψει όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς που έχει, είτε εξ' ολοκλήρου επ' ονόματι του ή από κοινού με άλλους ("solely or in joint names") και/ή επί των οποίων η Εναγόμενη 1 έχει δικαίωμα να υπογράφει ("he is a signatory") και/ή κατέχοντα από αντιπρόσωπο εκ μέρους και προς όφελος της Εναγόμενης 1 και/ή επί των οποίων αυτή με άλλο τρόπο έχει εξουσία να ελέγχει μεταφορές από και προς τον λογαριασμό, αποκαλύπτοντας όλες τις λεπτομέρειες συμπεριλαμβανομένων του αριθμού λογαριασμού, του ονόματος του κατόχου του λογαριασμού ("account holder"), το τραπεζικό ίδρυμα στο οποίο βρίσκεται ο λογαριασμός και το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την ημερομηνία επίδοσης· Νοείται ότι αν οι πιο πάνω πληροφορίες ενδεχομένως να αυτοενοχοποιήσουν την Εναγόμενη 1, αυτή δύναται να αρνηθεί να παράσχει τις πληροφορίες, αλλά συνιστάται όπως αυτή λάβει νομική συμβουλή πριν αρνηθεί να παράσχει τις πληροφορίες. Νοείται επίσης ότι αδικαιολόγητη άρνηση να παράσχει τις πληροφορίες αποτελεί καταφρόνηση Δικαστηρίου και δύναται να οδηγήσει στην επιβολή φυλάκισης, προστίμου ή σε κατάσχεση των περιουσιακών τους στοιχείων. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α 1. Το παρόν Διάταγμα δεν απαγορεύει στην Εναγόμενη 1 να διαθέτει εύλογα ποσά σε δικηγορικά έξοδα, νοουμένου ότι προηγουμένως θα ενημερώσει τους δικηγόρους του Αιτητή για την προέλευση του ποσού που θα ξοδέψουν. 2. Το παρόν Διάταγμα δεν απαγορεύει στην Εναγόμενη 1 να διαθέτει ή να διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχειά κατά τη διεξαγωγή των συνήθων εργασιών της, νοουμένου ότι προηγουμένως θα ενημερώσει τους δικηγόρους του Αιτητή κατά πόσο η αξία του περιουσιακού στοιχείου που θα διαθέσει ή διαχειριστεί υπερβαίνει τα ΕΥΡΩ 5.000, και νοουμένου ότι θα προσδιορίσει το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο όπως επίσης και τη συναλλαγή στην οποία προτίθεται να προβεί. 3. Η Εναγόμενη 1 δύναται να συμφωνήσει με τους δικηγόρους του Αιτητή όπως αυξηθούν τα ανωτέρω όρια εξόδων ή όπως διαφοροποιηθεί το παρόν Διάταγμα με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, νοουμένου ότι η εν λόγω συμφωνία θα είναι γραπτή. 4. Το παρόν Διάταγμα θα παύσει να είναι σε ισχύ έναντι της Εναγόμενης αυτή: i. παράσχει ασφάλεια σε μορφή πληρωμής του ποσού των USD $ 5.000.000 στο Δικαστήριο, ή ii. προχωρήσει με την παροχή ασφάλειας σε μορφή που έχει συμφωνηθεί με τους Δικηγόρους του Αιτητή. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ 1. Η Εναγόμενη 1 που διατάζεται να μην προβεί σε κάποια πράξη, δεν πρέπει να προβεί στην εν λόγω πράξη ούτε η ίδια ούτε άλλως πως, μέσω άλλων που ενεργούν εκ μέρους της ή βάσει των οδηγιών της ή με την ενθάρρυνση ή παρότρυνση της. ΜΕΡΗ ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΑΙΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ 2. Επίδραση του Παρόντος Διατάγματος Αποτελεί καταφρόνηση του Δικαστηρίου όταν οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο ειδοποιήθηκε για το παρόν Διάταγμα, εν γνώσει του βοηθήσει ή επιτρέψει την παράβαση του παρόντος Διατάγματος. Οποιοδήποτε πρόσωπο προβεί στις εν λόγω πράξεις υπόκειται σε φυλάκιση, σε επιβολή προστίμου ή η περιουσία του υπόκειται σε κατάσχεση. 3. Συμψηφισμός από τράπεζες Το παρόν Διάταγμα δεν απαγορεύει οποιαδήποτε τράπεζα από του να ασκεί οποιοδήποτε δικαίωμα συμψηφισμού σε σχέση με οποιαδήποτε χρηματοδότηση παρείχε στην Εναγόμενη 1 προτού λάβει γνώση του παρόντος Διατάγματος 4. Αναλήψεις από τον Εναγόμενο Καμία τράπεζα δεν χρειάζεται να προβεί σε έρευνες σε σχέση με τη χρήση οποιωνδήποτε χρημάτων αναλήφθηκαν από την Εναγόμενη 1 εάν η ανάληψη φαίνεται να επιτρέπεται από το παρόν Διάταγμα. 5. Άτομα εκτός Κυπριακής Δημοκρατίας 5.1 Εκτός από όπως προβλέπεται στην παράγραφο 5.2 κατωτέρω, οι πρόνοιες του παρόντος Διατάγματος δεν επηρεάζουν ή αφορούν οποιονδήποτε εκτός της δικαιοδοσίας αυτού του Δικαστηρίου. 5.2 Οι πρόνοιες του παρόντος Διατάγματος θα επηρεάσουν τα ακόλουθα πρόσωπα που βρίσκονται σε χώρα ή πολιτεία εκτός της δικαιοδοσίας αυτού του Δικαστηρίου: 1. Την Εναγόμενη 1, τους αξιωματούχους αυτής και τους αντιπροσώπους αυτής που διορίστηκαν με πληρεξούσιο. 2. Οποιοδήποτε πρόσωπο που: i. Υπόκειται στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. ii. Έχει λάβει γραπτή ειδοποίηση του παρόντος Διατάγματος στην οικία του ή στον χώρο εργασίας του, η οποία βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου- iii. Δύναται να αποτρέψει πράξεις ή παραλείψεις εκτός της δικαιοδοσίας αυτού του Δικαστηρίου που συνιστούν παράβαση των προνοιών του παρόντος Διατάγματος ή βοηθούς στην παράβαση αυτών και 3. Οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, μόνο στον βαθμό που το παρόν Διάταγμα ανακηρύσσεται εκτελεστέο ή εκτελείται από δικαστήριο στη χώρα ή πολιτεία όπου αυτός βρίσκεται. 6. Περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται εκτός Κυπριακής Δημοκρατίας 6.1. Καμία πρόνοια του παρόντος Διατάγματος, σε ότι αφορά περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν εμποδίζει οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο από του να συμμορφώνεται με: 1. Υποχρεώσεις που εύλογα πιστεύει ότι έχει, συμβατικές ή άλλως πως, βάσει των νόμων και υποχρεώσεων της χώρας ή πολιτείας οπού βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία ή βάσει του εφαρμοστέου δικαίου επί οποιοσδήποτε σύμβασης μεταξύ αυτού και των Καθ' ων η Αίτηση και 2. Οποιαδήποτε Διατάγματα των Δικαστηρίων εκείνης της χώρας ή πολιτείας, νοουμένου ότι έχει δοθεί εύλογη ειδοποίηση στους δικηγόρους του Αιτητή για οποιαδήποτε αίτηση Διαταγμάτων αυτής της φύσης.» Η αίτηση ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο, για πρώτη φορά, σήμερα, και δη στις 3/8/18. Προτού το Δικαστήριο επιληφθεί της αίτησης, έγινε γνωστό ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2, μέσω των συνηγόρων τους κυρίων ΧΧΧ Χαβιαρά και ΧΧΧ Χαβιαρά, επιθυμούσαν να παρέμβουν στη διαδικασία και να ακουστούν. Ο συνήγορος του Ενάγοντα, πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι είχε λάβει από χθες σχετική γραπτή ειδοποίηση των συνηγόρων των Εναγομένων, με την οποία ενημερωνόταν για την πρόθεσή τους να παρουσιαστούν σήμερα και να ακουστούν στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της μονομερούς αίτησης. Ανέφερε ακόμα ότι, ο Ενάγοντας επιθυμεί μία τέτοια παρέμβαση από πλευράς των συνηγόρων των Εναγομένων, νοουμένου ότι τούτη θα περιορισθεί στο να τους δοθεί δικαίωμα περιορισμένης ακρόασης (opposed ex ‑ parte). Κατά τη ζωντανή συζήτηση, ο κ. Χαβιαράς εισηγήθηκε ότι την υπό εξέταση αίτηση περιβάλλουν τέτοια δεδομένα και γεγονότα, που δεν δικαιολογούν την εκδίκαση της μονομερώς και ζήτησε όπως του δοθεί ο λόγος ώστε να πείσει το Δικαστήριο για την ανάγκη να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία και να διατάξει όπως τούτη (η επίδικη αίτηση) επιδοθεί στους Εναγόμενους και εκδικαστεί πλέον ως αν να επρόκειτο περί δια κλήσεως αίτηση. Το αίτημα του συνηγόρου των Εναγομένων, προσέκρουσε στην ένσταση του συνηγόρου του Ενάγοντα, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να ζητήσει από τις δύο πλευρές να τοποθετηθούν επί της διαφοράς, πράγμα το οποίο και έπραξαν. Έχω ακούσει με προσοχή τα επιχειρήματα αμφοτέρων των πλευρών έχοντας, πάντα, κατά νου το μαρτυρικό υλικό, ως τούτο έχει τεθεί ενώπιον μου μέσω της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, αλλά και των επ' αυτής επισυναπτόμενων Τεκμηρίων. Σε μεγάλο βαθμό, το ζητούμενο εξαρτάται από το κατ' επείγον της υπόθεσης και δη το κατά πόσο ο Ενάγοντας, με τα όσα θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου, δικαιολογεί την (κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, που θέλει κάθε ζήτημα να αποφασίζεται αφού πρώτα ακουστούν όλες οι ενδιαφερόμενες πλευρές), εκδίκασης της αίτησης του μονομερώς. Η νομολογία επί του ζητήματος είναι πλούσια. Είναι καλά γνωστό ότι η έκδοση διαταγμάτων με μονομερή αίτηση συνιστά εξαιρετικό μέτρο, αφού η θεραπεία αυτή παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την απόδοση θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί. (Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης , 1462). Στη Fereos Ltd

(1997)1(B) Α.Α.Δ. 959 λέχθηκαν τα ακόλουθα ενδιαφέροντα από τον Δικαστή Κωνσταντινίδη: «Το στοιχείο του επείγοντος ή άλλης ιδιαίτερης περίστασης αποτελεί όρο για την ύπαρξη εξουσίας προς έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος μετά από ex parte αίτηση. (Βλ. Τις υποθέσεις HadjiSoteriou , R.C.K. Sports Ltd, Αίτηση Αρ. 155/93 ‑ 23.8.93, Stavros Hotels Appartments Ltd και Άλλων Αίτηση 76/94 ‑ 29.12.94 και ΒΡ Cyprus Ltd Αίτηση 143/96 ‑1.8.96). Εν προκειμένω η ένορκη δήλωση που υποστήριξε την ex parte αίτηση περιορίζεται σε ισχυρισμούς αναφορικά με τις οικονομικές επιπτώσεις από τη συνέχιση της διάθεσης του προϊόντος από τους εναγομένους 2 και τη βλάβη του καλού ονόματος των εναγόντων, που χαρακτηρίζονται ως ανεπανόρθωτες. Αυτοί είναι παράγοντες που στην κατάλληλη περίπτωση μπορεί να διαδραματίσουν ρόλο ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου αλλά, στην απουσία άλλων στοιχείων, δημιουργείται εκ πρώτης όψεως ζήτημα αναφορικά με τη θεμελίωση των προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος χωρίς να δοθεί στους εναγομένους 2 η ευκαιρία να ακουστούν.» Επίσης, στην Rezola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου, 604 αναφέρθηκαν τα εξής: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση». Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Αντώνη Βούρου,
(2003)1 ΑΑΔ 1176 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά, στη σελίδα 1183: «Δεν αποφαίνομαι αν αυτή ήταν η πρέπουσα περίπτωση εκδόσεως διατάγματος ex parte για αναστολή εκτελέσεως, όμως δεν μπορώ παρά να επαναλάβω τη νομολογιακή αρχή ότι μόνο σε πραγματικά πολύ κατεπείγουσες υποθέσεις που δεν παρέχεται χρόνος πρέπει τα δικαστήρια να εκδίδουν διατάγματα ex parte. Η έκδοση διατάγματος ex parte δεν είναι η συνήθης διαδικασία αλλά η κατά παρέκκλιση διαδικασία από πάγιους θεμελιακούς κανόνες και δικονομικούς θεσμούς. Και οδηγεί, εφόσον δεν ασκείται ορθά, στις καθυστερήσεις και όλων των ειδών τις αχρείαστες περιπλοκές των υποθέσεων.» Τα ίδια και στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας Quantum Telecommunications Ltd,
(2005)1 ΑΑΔ, 901, όπου στη τελευταία παρατήρησή του ο Χατζηχαμπής Δ., ως ήταν τότε, σημείωσε: «Με αφορμή όμως το θέμα αυτό, θα ήθελα, κλείνοντας, να επαναλάβω ορισμένες παρατηρήσεις που είχα την ευκαιρία να εκφράσω αλλού (ίδε In Re Αραβή
(1999)1 ΑΑΔ 1, Ιn Re Bούρου, 70/2003, 16.9.2003). Η έκδοση διατάγματος ex parte δεν πρέπει να είναι ο κανόνας ούτε καν το σύνηθες, αλλά ούτε και η εξαίρεση παρά μόνο η σπάνια εξαίρεση. Και τούτο διότι όχι μόνο, στο επίπεδο αρχών, συνιστά παρέκκλιση (αναγκαία όντως σε πολύ ειδικές περιπτώσεις) από τον κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, αλλά και διότι, στο επίπεδο της εύρυθμης απονομής της δικαιοσύνης, δημιουργεί περιπλοκές και καθυστερήσεις στη διαδικασία, ιδιαίτερα αν το εκδιδόμενο διάταγμα δεν ορίζεται πολύ σύντομα για ακρόαση». Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Έλενας Κυριάκου,
(2010)1 ΑΑΔ 1332, λέχθηκαν και τα ακόλουθα: «Ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Αιτήτρια με έχει παραπέμψει σε πρόσφατη δική μου απόφαση, στη Βαλεντίνα Θεοφάνους
(2010)1 ΑΑΔ 234, όπου εξέφρασα τις έντονες ανησυχίες μου για την παρατηρούμενη ευκολία με την οποία διατάγματα exparte εκδίδονται από τα δικαστήρια, και παρατηρώ ότι και εκείνη η υπόθεση αφορούσε το Οικογενειακό Δικαστήριο. Η εντύπωσή μου είναι ότι οι διάδικοι χρησιμοποιούν τις διαδικασίες κατά το συμφέρον και ότι το Δικαστήριο δυστυχώς γίνεται συνεργός στην κατάχρηση αυτή. Διερωτώμαι με ποιο τρόπο θα μπορούσε να τονιστεί περαιτέρω η θεμελιακή διάσταση του Συντάγματος και των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης ότι διατάγματα ex parte είναι η άκρα εξαίρεση και όχι ο συνήθης κανόνας. Πρέπει τα πράγματα να είναι τόσο επείγοντα και τόσο πιεστικά που το Δικαστήριο να μην έχει άλλη επιλογή, εξυπηρετώντας το σκοπό της δικαιοσύνης, παρά να εκδώσει το διάταγμα. Σε μια περίπτωση στην οποία το θέμα κρίνεται έστω επείγον, τα δικαστήρια έχουν την ευχέρεια, και χωρίς την έκδοση ex parte διατάγματος, να ορίσουν την οποιαδήποτε ενώπιόν τους αίτηση σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, όπως είναι η υποχρέωση τους βάσει του Συντάγματος, και να ακούσουν και τις δύο πλευρές πριν αποφασίσουν να εκδώσουν οποιοδήποτε διάταγμα[1]. Αυτό δεν είναι μόνο θέμα δικαιοσύνης και στοιχειώδους συμμόρφωσης με τα δικαστηριακά πλαίσια, είναι και θέμα διευκόλυνσης της διαδικασίας. Η εμπειρία δείχνει ότι διαδικασίες που αρχίζουν με ex parte διατάγματα έχουν επιπλοκές και δεν οδηγούν πουθενά.» Στην υπόθεση Αμβροσιάδου κ.ά ν. Coward κ.ά
(2013)1(Α) Α.Α.Δ.78, λέχθηκε για άλλη μια φορά πως «σε περίπτωση ex parte αίτησης για έκδοση διατάγματος είναι απείρως ορθότερο, εκτός βεβαίως αν όντως καταδεικνύεται το κατεπείγον, να δίδεται η ελάχιστη προνοούμενη ειδοποίηση στην άλλη πλευρά και η αίτηση να ακούεται εντός των ελαχίστων ημερών που είναι δυνατό αφού καταχωρηθεί η ένσταση». Στην Αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari The Junior School (Αρ. 2),
(2013)1(Β) Α.Α.Δ. 1421, λέχθηκε για άλλη μια φορά πως, «η έκδοση μονομερών διαταγμάτων πρέπει να αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον κανόνα σε κάθε δικαστική διαδικασία». Στην πρόσφατη υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Μαρίας Οικονομίδου και Αντρέα Οικονομίδη, Πολιτική Έφεση 327/14, απόφαση ημερ. 23.2.16, σημειώθηκαν τα έξης σχετικά από το Πενταμελές Εφετείο: «Αποτελεί θεμελιακό κανόνα του δικαϊκού μας συστήματος ότι κανείς δεν δικάζεται χωρίς να ακουστεί. Αρχή διακαίου η οποία εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα «audi alteram partem». Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που ο νομοθέτης επιτρέπει την παρέκκλιση από τον παραπάνω κανόνα και την έκδοση διατάγματος χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, οι οποίες συναρτώνται με το επείγον της περίπτωσης ή όπου υπάρχουν ιδιάζουσες περιστάσεις (βλ., για παράδειγμα, το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6).» Στην υπόθεση Cyprus Sulphur κ.α. ν. Παραρλάμα Λτδ
(1990), 1 Α.Α.Δ 1051, το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέδωσε, μονομερώς, προσωρινό διάταγμα, παρόλο που βρήκε πως ικανοποιείτο ο παράγοντας του κατεπείγοντος, στη βάση της προβαλλόμενης αιτίας αγωγής και της ανάγκης να έχει τις απόψεις αμφοτέρων των πλευρών. Παραθέτω το σχετικό σκεπτικό (σελίδα 1055): «Έχω με προσοχή εξετάσει την αίτηση, την επισυνημμένη ένορκο δήλωση, και το Τεκμήριο 1 που επισυνάπτεται ως και την οπισθογράφηση της αγωγής. Το προβαλλόμενο αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι από τα συνήθη εμφανιζόμενα στα δικαστήρια και η νομολογία μας στο σημείο αυτό είναι ελάχιστη. Δεν κρίνω ορθό να εκδώσω προσωρινό διάταγμα ως το ζητούμενο σε αγωγή όπου είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να ακουσθούν οι απόψεις των διαδίκων ως προς το αγώγιμο δικαίωμα. Δεν παραβλέπω ότι με την απόφαση μου αυτή τώρα ο σκοπός του αιτουμένου διατάγματος ματαιώνεται αλλά αυτό είναι το κρατούν δίκαιο και θεωρώ ότι εξυπηρετούνται καλύτερα με τον τρόπο αυτό οι σκοποί της δικαιοσύνης[2]». Το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση ανέφερε τα ακόλουθα στις σελ. 1065 και 1066: «Μέσα σ΄ όλο αυτό το φάσμα η πρωτόδικος Δικαστής, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ανεξάρτητα αν το λεκτικό δεν είναι το ιδεώδες ή το μάλλον επιθυμητό, δεν εξέδωσε σε μονομερή αίτηση το παρεμπίπτον ζητούμενο διάταγμα, αλλά, ασκώντας τις εξουσίες της με βάση τη, θ. 8
(3), έδωσε οδηγίες να γίνει η αίτηση διά κλήσεως, για να δοθεί η ευκαιρία στην άλλη πλευρά ‑ τους εναγομένους ‑ εφεσίβλητους ‑ να εμφανιστούν ενώπιον Δικαστηρίου και να εκφέρουν τις δικές τους απόψεις. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται η βασική αρχή δικαίου ότι το Δικαστήριο, κατά κανόνα, δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα «audi alteram partem». Κατά παρέκκλιση όμως ο νομοθέτης, για κατεπείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό έχει νομοθετηθεί με το εδάφιο
(1)του Άρθρου 9 του Κεφ.6». Στην Αγωγή 1207/08, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, μεταξύ AVIAPARTNER CYPRUS LTD κ.α.ν. HERMES AIRPORTS LTD απόφαση ημερ. 11.3.08, ο τότε Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου κ. Κ. Κληρίδης, ανέφερε τα ακόλουθα: «Αλλά και με την στοιχειοθέτηση ακόμα του επείγοντος, το θέμα και πάλι επαφίεται στην διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της κ.3 το Δικαστήριο ή ο δικαστής που επιλαμβάνεται αίτησης που έγινε μονομερώς, δύναται να δώσει οδηγίες όπως αυτή γίνει διά κλήσεως με ειδοποίηση σ' εκείνα τα πρόσωπα που θα έκρινε σκόπιμο. Όπως έχει δε ερμηνευθεί αυτή η διαταγή, μεταξύ άλλων στην υπόθεση Cyprus Sulphur κ.α. ν. Παραρλάμα Λτδ στη σελ. 1066 και μετά την απόδειξη του κατεπείγοντος το δικαστήριο δεν έχει τότε υποχρέωση να προχωρήσει μονομερώς στην εξέταση της ουσίας και να διαγνώσει εάν ικανοποιούνται τα κριτήρια που θέτει το Α.32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Το Δικαστήριο διατηρεί και τότε την διακριτική ευχέρεια να προχωρήσει με την μονομερή αίτηση ή αντίθετα να δώσει οδηγίες για αίτηση με κλήση και ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά.» Ως αναφέρθηκε και στο αρχικό στάδιο της παρούσας απόφασης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και μελέτησε, τόσο το ειδικώς οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής, όσο και την επίδικη αίτηση, αλλά και το μαρτυρικό υλικό που την υποστηρίζει. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από τα όσα σχετικά, με το θέμα του κατεπείγοντος, εκεί αναφέρονται είναι ότι, ο όποιος κίνδυνος τυχόν αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της O1 Properties Ltd την οποία ελέγχει η Εναγόμενη 1, δεν μπορεί, ευκόλως να χαρακτηριστεί ως άμεσος. Τουναντίον, στη βάση πάντα των αναφορών του Ενάγοντα - ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, αυτός (ο κίνδυνος) εξαρτάται από άλλα πιθανά γεγονότα, τα οποία, με τη σειρά τους, εξαρτώνται από τις προθέσεις και ενδεχόμενες ενέργειες τρίτων προσώπων, μη διαδίκων της παρούσας αγωγής. Ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά σημειώνω τα εξής σχετικά: Στη βάση των όσων σχετικών αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση (όλες, στο εξής, οι αναφορές σε συγκεκριμένες παραγράφους, θα αφορούν στο περιεχόμενο της ρηθείσας ένορκης δήλωσης), της όποιας πώλησης της περιουσίας της O1 Properties Ltd, θα πρέπει να προηγηθεί συμβιβασμός μεταξύ του Ομίλου Ο1 και συγκεκριμένων πιστωτών του, οι οποίοι έχουν δικαίωμα πρόωρης εξαργύρωσης ομολόγων ύψους USD350.000.000 (βλέπε παρα. 46 - 55). Επίσης, πάντα στη βάση του ενώπιόν μου μαρτυρικού υλικού, για να δυνηθεί η Εναγόμενη 1 να πωλήσει την όποια περιουσία της O1 Properties Ltd, θα πρέπει, προηγουμένως, να εξαγοράσει όλα τα μειοψηφικά πακέτα των μετοχών της (O1 Properties Ltd), τα οποία κατέχονται από τρίτους (βλέπε παρα. 59 - 64). Οι απαραίτητες, αυτές, συμφωνίες (με εξαίρεση την εξαγορά δύο εκ των κατόχων μειοψηφικών πακέτων του μετοχικού κεφαλαίου της O1 Properties Ltd - παρα. 64), δεν έχουν ακόμα ολοκληρωθεί, ούτε και προκύπτει, έστω και υπό μορφή τάσης, η όποια πιθανή κατάληξή τους. Τουναντίον, στο βαθμό που αφορά στους πιστωτές κατόχους των ομολόγων, το ενώπιόν μου μαρτυρικό υλικό, μάλλον τους θέλει να εξασκούν το δικαίωμα πρόωρης εξαργύρωσης, παρά να συγκατατίθενται στο να μην το εξασκήσουν ώστε να δυνηθεί η Εναγόμενη να πωλήσει τη περιουσία του Ομίλου. Στην ευνοϊκότερη, για τη τύχη της υπό εξέταση αίτησης, περίπτωση, αυτό που προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, είναι ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη βρίσκονται σε σχετικές συζητήσεις. Οι δε αναφορές του Ενάγοντα περί γνώσης του ότι οι Εναγόμενες 1 και 2 δεν σκοπεύουν να αποπληρώσουν το επίδικο χρέος τους, προβάλλεται εντελώς γενικά και αόριστα, στη βάση δικής του πεποίθησης, χωρίς να δίδει στο Δικαστήριο τα δεδομένα εκείνα που θα του επιτρέψουν (του Δικαστηρίου) να εξετάσει την ορθότητα του ισχυρισμού του. Η παρούσα υπόθεση (επ' ουδενί η όποια παρατήρηση του Δικαστηρίου που ακολουθεί, να θεωρηθεί ως εξέταση της ουσία της αίτησης ή της αγωγής), εδράζεται επί δύο συμφωνιών δανείων μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 2 και μιας συμφωνίας εγγυήσεως, μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης
  1. Οι όροι τους οποίους ο Ενάγοντας επικαλείται για να ισχυρισθεί ότι παρήλθε ο χρόνος εντός του οποίου η Εναγόμενη 2 όφειλε να καταβάλει το υπόλοιπο της στον Ενάγοντα, αποτελούν όρους των δύο τελευταίων, χρονικά, τροποποιητικών συμφωνιών δανείου, αμφότερες συνομολογηθείσες (με μέρη τον Ενάγοντα και την Εναγόμενη 2 μόνον) την 31 Αυγούστου 2016, και δη σε χρόνο μεταγενέστερο της συνομολόγησής της μόνης συμφωνίας εγγύησης που διέπει τις σχέσεις του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 1, η οποία υπεγράφη στις 26/08/
  2. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί ότι, με βάση τους όρους των συμφωνιών δανείου, οι συμβατικές σχέσεις του Ενάγοντα με την Εναγόμενη 2 διέπονται από το Ρωσικό Δίκαιο, και δικαιοδοσίας να επιλύσουν την όποια διαφορά τους έχουν τα Ρωσικά Δικαστήρια. Από την άλλη, τη συμβατική σχέση του Ενάγοντα με την Εναγόμενη 1, στη βάση των όρων της συμφωνίας εγγυήσεως, διέπουν οι νόμοι της Κυπριακής Δημοκρατίας, και δικαιοδοσία να επιλύσουν την όποια διαφορά τους, έχουν τα κυπριακά Δικαστήρια. Παρατηρώ, ακόμα, ότι, δυνάμει του όρου 2 της σύμβασης εγγύησης, η οποία, ως σημειώθηκε ανωτέρω, αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της όλης επιχειρηματολογίας του Ενάγοντα περί δικαιώματος του σε θεραπεία εναντίον της Εναγόμενης 1, η υποχρέωση της τελευταίας να καταβάλει χρήματα στον Ενάγοντα για σκοπούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 2, δύναται να εκπληρωθεί εντός 30 ημερών από την ειδοποίηση που, προφανώς, θα αποσταλεί από τον Ενάγοντα. Ως τέτοια ειδοποίηση, με βάση πάντα το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση παρουσιάζονται 3 επιστολές που απεστάλησαν από τους συνηγόρους του Ενάγοντα (2 προς την Εναγόμενη 2 και μία προς την Εναγόμενη 1 ‑ Τεκμήρια 23 Α, 23 Β και 23 Γ), οι οποίες φέρουν ημερομηνία 11 Ιουλίου 2018, με αποτέλεσμα να εγείρεται το ζήτημα κατά πόσο η παρούσα αγωγή, στα πλαίσια της οποίας προωθείται η υπό εξέταση αίτηση, είναι ή όχι πρόωρη. Χωρίς να παραγνωρίζεται η θέση του Ενάγοντα, ως τούτη προβάλλεται, τόσο μέσω της ενόρκου δηλώσεως του, όσο και μέσω του συνηγόρου του κατά την επιχειρηματολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου περί του ότι η αγωγή προωθείται και υπό μορφή προληπτικής αγωγής (Quia timet), και ότι, στην ίδια βάση, δικαιολογείται και η έκδοση του διατάγματος μονομερώς, με γνώμονα την πιο πάνω, σχετική με το ζήτημα της μονομερούς ή όχι εξέτασης μιας αίτησης, νομολογία, είμαι της γνώμης πάντα, υπό το φως των ανωτέρω, ότι την υπό εξέταση αίτηση δεν περιβάλουν τέτοια γεγονότα και περιστάσεις που να την εντάσσουν εντός της σπάνιας εξαίρεσης, στην οποία γίνεται αναφορά στην πιο πάνω νομολογία, ώστε να δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της εκδόσεως των αιτούμενων διαταγμάτων μονομερώς και δη χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά. Είμαι, επομένως, της γνώμης ότι, η αίτηση θα πρέπει να γνωστοποιηθεί στην άλλην πλευρά και να της δοθεί η ευκαιρία για να προβάλει τις θέσεις της. Με βάση τα ανωτέρω, καθώς επίσης και την όποια δυσχέρεια που λογικά αναμενόμενο είναι ότι θα προκληθεί λόγω των διακοπών του δεκαπενταύγουστου, αλλά και το γεγονός ότι οι Εναγόμενες, έστω και για σκοπούς της υπό εξέτασης αίτησης και μόνο, εκπροσωπούνται, ορίζω την αίτηση για ακρόαση στις 17/08/2018 και ώρα 9:
  3. Επίδοση της να λάβει χώρα μέχρι και την 9 Αυγούστου 2018 και ένσταση να καταχωρηθεί εντός τριών εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία επίδοσης. Έξοδα στην πορεία. (Υπ.) ................ Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Υπογράμμιση δική μου. [2] Υπογράμμιση δική μου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.