XANCON CONSTRUCTIONS LTD ν. UNIPLANT LTD, Αρ. Αγωγής: 2893/2009, 11/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A493 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2893/2009 Μεταξύ: XANCON CONSTRUCTIONS LTD Εναγόντων Και UNIPLANT LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 11 Σεπτεμβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κος Χριστάκης Ματθαίου Για Εναγόμενη: κα Δέσποινα - Μαρία Γεωργιάδου ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αρχική απαίτηση Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, στη βάση παράβασης συμφωνίας και παράνομης κατακράτησης από πλευράς της εναγόμενης εταιρείας (στο εξής «η Εναγόμενη») ενός εκσκαφέα ιδιοκτησίας της Ενάγουσας, ο οποίος παραδόθηκε από την τελευταία προς την πρώτη (ούσα εταιρεία εισαγωγέας που διατηρεί συνεργείο επιδιόρθωσης μηχανοκίνητων οχημάτων ως ο εκσκαφέας της Ενάγουσας), η Ενάγουσα επιζητούσε ειδικές και γενικές αποζημιώσεις (συνυφασμένες με την κατακράτηση εκσκαφέα), καθώς επίσης και δηλωτικές αποφάσεις, αλλά και διατάγματα με σκοπό την επιστροφή του εκσκαφέα στην ίδια. Στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, προτού καταχωρηθεί η Έκθεση Απαίτησης (η αγωγή κινήθηκε διά γενικώς οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος), η Ενάγουσα, μέσω ενδιάμεσης αίτησης της εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα του παρόντος Δικαστηρίου (υπό διαφορετική σύνθεση), διά του οποίου η Εναγόμενη διατασσόταν να παραδώσει σε αυτήν τον εκσκαφέα της με αριθμό εγγραφής XXXXX57 (στο εξής «ο εκσκαφέας»). Χωρίς προηγουμένως να συμμορφωθεί η Εναγόμενη, κατόπιν ακρόασης της ενδιάμεσης αυτής αίτησης της Ενάγουσας, το Δικαστήριο ακύρωσε το προσωρινώς εκδοθέν διάταγμα, κρίνοντας, μεταξύ άλλων, στη βάση πάντα των όσων είχαν τεθεί ενώπιον του μέσω των ενόρκων δηλώσεων που συνόδευαν την αίτηση και την ένσταση, ότι η Εναγόμενη είχε δικαίωμα επίσχεσης επί του εκσκαφέα, καθότι επιδιόρθωσε τούτον κατόπιν εντολής της Ενάγουσας και ορθώς απαιτούσε χρήματα για επιδιορθωτικές εργασίες στις οποίες προέβη και τα εξαρτήματα τα οποία αντικατέστησε. Μετά την ενδιάμεση αυτή απόφαση του Δικαστηρίου, η Ενάγουσα, με επιφύλαξη όλων των σχετικών δικαιωμάτων της, περιλαμβανομένης και της πρόθεσης της να συνεχίσει την προώθηση της παρούσας αγωγής, κατέβαλε προς την Εναγόμενη το απαιτούμενο από αυτήν ποσό και παρέλαβε τον εκσκαφέα. Τούτο συνέβη την 1.03.
- Στις 21.01.11, η Ενάγουσα καταχώρησε Έκθεση Απαίτησης, και στη βάση της μόλις πιο πάνω αναφερόμενης εξέλιξης, μετέβαλε τις αιτούμενες πλέον από αυτή θεραπείες διά της εγκατάλειψης του μέρους εκείνου που αποσκοπούσε στην επιστροφή του εκσκαφέα, και διά της προσθήκης νέας απαίτησης για ειδικές αποζημιώσεις ύψους €3.000, ποσό, που κατά την Ενάγουσα, αδικαιολογήτως κατέβαλε την 1.03.10 προς την Εναγόμενη, για σκοπούς παραλαβής του εκσκαφέα[1]. Οι επακριβείς, με την Έκθεση Απαίτησης, αιτούμενες θεραπείες, είναι οι ακόλουθες: «Α. Γενικές Αποζημιώσεις για παράνομη κατακράτηση περιουσιακού στοιχείου των Εναγόντων και/ή του εκσκαφέα (Digger Loader) με αριθμό εγγραφής XXXXX75 και/ή για παράβαση σύμβασης ημερομηνίας 17.2.
- Β. Ειδικές αποζημιώσεις για παράνομη κατακράτηση του εκσκαφέα (Digger Loader) με αριθμό εγγραφής XXXXX75 και/ή για παράβαση σύμβασης διαφόρων εργασιών ύψους €40.000.-. Γ. Ειδικές αποζημιώσεις ύψους €3.000.- ως η παράγραφος 17 ανωτέρω. Δ. Διάταγμα και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία ημερομηνίας 17.2.2009 μεταξύ των διαδίκων τερματίστηκε και/ή ακυρώθηκε με αποκλειστική υπαιτιότητα των Εναγομένων. Ε. Τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές και/ή αυξημένες αποζημιώσεις. Στ. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή και/ή θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογη και/ή δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Ζ. Έξοδα και Φ.Π.Α. (αρ. XXXXX9R).» Στις 29.09.11, η Εναγόμενη καταχώρησε την Υπεράσπιση της. Περιορισμός επίδικων ζητημάτων Η Εναγόμενη, με τη σύμφωνη γνώμη της Ενάγουσας, καταχώρησε ενδιάμεση αίτηση για σκοπούς απόφανσης του Δικαστηρίου επί διαφόρων προδικαστικών ενστάσεων που προέβαλε μέσω της Υπεράσπισής της. Η Ενάγουσα συγκατατέθηκε μόνο στο να εκδικαστούν οι εν λόγω ενστάσεις προδικαστικά και ακολούθως προέβαλε τις ενστάσεις της ως προς τις διάφορες αιτιάσεις της Εναγόμενης. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του, ημερομηνίας 21.02.17, ενέκρινε την αίτηση της Εναγόμενης μερικώς και δη διά της αποδοχής της θέσης της ότι η Ενάγουσα εμποδίζεται να επιζητεί την υπό στοιχείο Γ, στην Έκθεση Απαίτησής της, αιτούμενη θεραπεία, στη βάση του γεγονότος ότι τα γεγονότα που την στοιχειοθετούν έλαβαν χώρα μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Κατά συνέπεια, η υπό εξέταση αγωγή προωθήθηκε από την Ενάγουσα με σκοπό να εξασφαλίσει θεραπείες ως οι υπό στοιχεία Α, Β, Δ και Ε στην Έκθεση Απαίτησης. Οι εκδοχές των μερών Στη βάση των πιο πάνω εξελίξεων, εκείνο που η Ενάγουσα, δικογραφικά, προβάλλει είναι ότι, περί το Φεβρουάριο του έτους 2009, σε συνεννόηση με την Εναγόμενη, παρέδωσε σε αυτήν τον εκσκαφέα της με σκοπό να ελεγχθεί και να διαφανεί η αιτία που παρουσίαζε πρόβλημα το σύστημα ταχυτήτων και ειδικότερα η 2η και η 4η ταχύτητα του εκσκαφέα. Κατά την Ενάγουσα, ουδέποτε δόθηκε εντολή στην Εναγόμενη να προχωρήσει σε επιδιόρθωση του όποιου μηχανικού ή άλλως πως προβλήματος που παρουσίαζε ο εκσκαφέας και ότι, ρητός όρος της μεταξύ των μερών συμφωνίας ήταν όπως η Εναγόμενη προβεί «σε έλεγχο των ηλεκτρικών συστημάτων του εν λόγω εκσκαφέα λόγω προβλήματος στο σύστημα ταχυτήτων του, οι δε εναγόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να ενημερώσουν τους ενάγοντες εντός επτά
(7)ημερών για τον εντοπισμό οποιουδήποτε τυχόν προβλήματος και τις πιθανότητες επιδιόρθωσης αυτού». Επίσης, πάντα κατά τις σχετικές δικογραφήσεις της Ενάγουσας, ρητός όρος της μεταξύ των μερών συμφωνίας ήταν ότι, «η οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους των Εναγόμενων για τυχόν επιδιόρθωση του εν λόγω εκσκαφέα θα απαιτούσε την προηγούμενη έγκριση των Εναγόντων, καθώς και την προηγούμενη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για το ποσό της αμοιβής των Εναγόμενων». Ως ισχυρίζεται η Ενάγουσα, η Εναγόμενη, χωρίς προηγουμένως να διαβουλευθεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο, με την Ενάγουσα, προχώρησε σε διάφορες επικαλούμενες από την ίδια επιδιορθώσεις επί του εκσκαφέα (τόσο ηλεκτρικές, όσο και μηχανικές), και απαίτησε, εντελώς αυθαίρετα, την καταβολή του ποσού των €4.600 για τις κατ' ισχυρισμό εργασίες (περιλαμβανομένων εργατικών και ανταλλακτικών, τόσο για ηλεκτρικές, όσο και για μηχανολογικές επιδιορθώσεις), στις οποίες προέβη επί του εκσκαφέα της Ενάγουσας. Αρνήθηκε δε να παραδώσει τον εκσκαφέα πίσω στην Ενάγουσα, έως ότου της καταβληθεί το πιο πάνω ποσό. Η Ενάγουσα θεωρεί την ενέργεια αυτή της Εναγόμενης αντισυμβατική, και δη ως απολήγουσα σε παράβαση ρητού όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας και κατ' επέκταση, την απόφαση της Εναγόμενης να επικαλεστεί δικαίωμα επίσχεσης επί του εκσκαφέα, ως αδικαιολόγητη. Στη βάση δε των πιο πάνω αιτιάσεων της, η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι, για το χρονικό διάστημα που ο εκσκαφέας κατακρατείτο παράνομα από την Εναγόμενη, τούτη υπέστη ζημιές λόγω απώλειας χρήσης του, για κάλυψη των οποίων επιζητεί αποζημιώσεις. Στην αντίπερα όχθη, η Εναγόμενη, με την Υπεράσπισή της, απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και προβάλλει τη θέση ότι η μεταξύ των μερών συμφωνία εμπεριείχε όρο για επιδιόρθωση του όποιου προβλήματος παρουσίαζε ο εκσκαφέας της Ενάγουσας, καθώς επίσης και ότι, εν πάση περιπτώσει, όλες οι επιδιορθωτικές ενέργειες της Εναγόμενης, έγιναν κατόπιν ενημέρωσης του διευθυντή της Ενάγουσας, κυρίου Ξυψιτή, έχοντας την προς τούτο έγκριση και συγκατάθεσή του. Όταν δε ο εκσκαφέας επιδιορθώθηκε, ενημερώθηκε σχετικά ο διευθυντής της Ενάγουσας, στον οποίο και αναφέρθηκε, επίσης, ότι, λόγω του ύψους της χρέωσης, λήφθηκε έγκριση από το λογιστήριο της Εναγόμενης ώστε να μπορεί να παραληφθεί ο εκσκαφέας διά της καταβολής, αρχικώς, €2.000 και το υπόλοιπο ποσό να καταβληθεί διά 2 μεταχρονολογημένων επιταγών εντός χρονικής περιόδου 6 μηνών από την παραλαβή του. Κατά την Εναγόμενη, η χρέωσή της για όλες τις εργασίες στις οποίες προέβη επί του εκσκαφέα ήταν πολύ χαμηλότερη από όσο θα έπρεπε και τούτο στη βάση της πρόθεσής της να εξυπηρετηθεί ένας ακόμα πελάτης που χρησιμοποιεί μηχάνημα για το οποίο η Εναγόμενη αποτελεί τον αντιπρόσωπο στην Κύπρο. Είναι, εν ολίγοις, η βασική δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης ότι ουδέποτε παραβίασε οποιονδήποτε όρο της μεταξύ των μερών συμφωνίας, στη βάση των οποίων και ενήργησε καθ' όλη τη διάρκεια που κατείχε τον εκσκαφέα, και ότι, κατά συνέπεια, έχοντας αναλώσει μόχθο, εργατοώρες και έξοδα για εξαρτήματα για την επιδιόρθωσή του, νομιμοποιείτο να ασκήσει επ' αυτού δικαίωμα επίσχεσης μέχρι και την καταβολή του κόστους των επιδιορθώσεων. Με γνώμονα τις θέσεις της αυτές, προβάλλει ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να επιζητεί τις αιτούμενες θεραπείες και απαιτεί την απόρριψη της αγωγής. Με την Απάντησή της, η οποία καταχωρήθηκε στις 9.07.14, η Ενάγουσα απορρίπτει τις θέσεις της Εναγόμενης και ισχυρίζεται ότι ο διευθυντής της, κύριος Ξυψιτής, επισκέφθηκε το συνεργείο της Ενάγουσας μόνο μια φορά και προβάλει εκ νέου τη θέση ότι η κατακράτηση του εκσκαφέα από την Εναγόμενη ήταν παράνομη, μιας και ουδέποτε δόθηκαν οδηγίες σε αυτήν για επιδιόρθωση του. Ακροαματική διαδικασία Η Ενάγουσα προς απόδειξη της υπόθεσης της, παρουσίασε μαρτυρία μόνο μέσω του διευθυντή της, ΧΧΧΧ Ξυψιτή (ΜΕ1), ενώ η Εναγόμενη, παρουσίασε τρεις μάρτυρες. Πιο συγκεκριμένα, τον ΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΥ1), τον ΧΧΧΧ Ιακωβίδη (ΜΥ2) και τον ΧΧΧΧ Σταυρίδη (MY3). Συνοπτική παράθεση μαρτυρίας ΜΕ1 Σε ένα βαθμό, η μαρτυρία του ΜΕ1 καλύπτεται από τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω στα πλαίσια παράθεσης της εκδοχής της Ενάγουσας. Εκείνο που κρίνεται σημαντικό να προστεθεί είναι ότι, κατά το ΜΕ1, προ της επιδιόρθωσης του εκσκαφέα, πάντα σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, επισκέφθηκε το συνεργείο της εναγόμενης μόνο μια φορά και δη κατά την αρχική παράδοσή του εκσκαφέα στις 16 με 17 Φεβρουαρίου του
- Από την παράδοση του εκσκαφέα στην Εναγόμενη μέχρι και τις 3.03.09, όταν και ο ίδιος επικοινώνησε μαζί της τηλεφωνικά, δεν υπήρξε οποιαδήποτε επαφή μεταξύ των διαδίκων. Κατά την τηλεφωνική αυτή επικοινωνία τους, αντιπρόσωπος της Εναγόμενης τον ενημέρωσε ότι ο εκσκαφέας επιδιορθώθηκε και το κόστος επιδιόρθωσης του ανέρχετο στα €4.
- Ως προς τους όρους της μεταξύ των μερών συμφωνίας, ο ΜΕ1, πλειστάκις, ανέφερε ότι η εντολή του προς την Εναγόμενη ήταν να προβεί σε έλεγχο σε σχέση με το πρόβλημα που παρουσίαζε το σύστημα ταχυτήτων του εκσκαφέα και ακολούθως να τον ενημερώσει, αφενός για το είδος του προβλήματος και τη δυνατότητα επιδιόρθωσης του και αφετέρου το κόστος μιας τέτοιας επιδιόρθωσης, ώστε να αποφασίσει αν θα δώσει περαιτέρω εντολή για επιδιόρθωσή του. Ουδέποτε η Εναγόμενη, επικοινώνησε μαζί του ή με οποιονδήποτε άλλο εκπρόσωπο ή υπάλληλο της Ενάγουσας προτού επιδιώξει την επιδιόρθωση του προβλήματος που παρουσίαζε ο εκσκαφέας. Στις 3.03.09 όταν και ενημερώθηκε, τηλεφωνικώς, περί της επιδιόρθωσης του εκσκαφέα, επισκέφθηκε το συνεργείο της Εναγόμενης και διαμαρτυρήθηκε έντονα, τόσο για την ενέργεια της τελευταίας να προχωρήσει σε επιδιόρθωση του προβλήματος χωρίς την προγενέστερη ενημέρωση και συγκατάθεση της Ενάγουσας, όσο και για το ύψος της χρέωσης, το οποίο, εν πάση περιπτώσει, θεωρεί εντελώς αδικαιολόγητο και ως υπερβαίνον, κατά πολύ, την εύλογη αμοιβή και χρέωση για τις εργασίες και/ή επιδιορθώσεις στις οποίες προέβη η Εναγόμενη επί του εκσκαφέα. Η επιμονή της Εναγόμενης να καταβληθεί όλο το ποσό της χρέωσης προτού δυνηθεί η Ενάγουσα να παραλάβει τον εκσκαφέα, οδήγησε σε ρήξη τη σχέση των μερών και ακολούθησε η ανταλλαγή σχετικής αλληλογραφίας ως τα Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7 ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως προς τις ειδικές αποζημιώσεις, τις οποίες απαιτεί η Ενάγουσα, ο ΜΕ1, με την κατάθεση των Τεκμηρίων 8, 9, 10 και 11 και στη βάση σχετικών με αυτά ισχυρισμών, πρόβαλε τη θέση ότι η Ενάγουσα υπέστη οικονομική ζημιά συνεπεία της παράνομης κατακράτησης του εκσκαφέα, με αποτέλεσμα να νομιμοποιείται η απόδοση σχετικής με αυτή (την οικονομική ζημιά) θεραπείας. MY1 Ο ΜΥ1 παρουσιάστηκε ως ο ηλεκτρολόγος της Εναγόμενης, που κατόπιν εντολών του ΜΥ2 (τότε προϊσταμένου του) προχώρησε στον έλεγχο και εντέλει επιδιόρθωση του ηλεκτρικού συστήματος του εκσκαφέα. Μέσω του καταχωρήθηκε το Τεκμήριο 13 το οποίο αφορά σε αντίγραφο της κάρτας εργασιών που τηρείτο και τηρείται ακόμα στην Εναγόμενη σε σχέση με κάθε μηχάνημα επί του οποίου γίνονται εργασίες. Επί του συγκεκριμένου τεκμηρίου, σε διάφορα μέρη του, αναγνώρισε τον γραφικό του χαρακτήρα, αναφέροντας ότι πρόκειται για σημειώσεις του οι οποίες γίνονταν στο τέλος κάθε εργάσιμη ημέρας και οι οποίες αφορούσαν στην ώρα που ανάλωσε επί έκαστου μηχανήματος, καθώς επίσης και σε συνοπτική περιγραφή του τύπου της εργασίας που διενήργησε. Ως ο ΜΥ1 ανάφερε, ο εκσκαφέας της Ενάγουσας παρουσίαζε σοβαρότατο πρόβλημα στη ηλεκτρική εγκατάσταση και τούτο συνεπεία επέμβασης που έγινε στη σχετική με αυτήν καλωδίωση από άλλα συνεργεία στο παρελθόν. Ανάφερε επίσης ότι, με δεδομένο το παράπονο της Ενάγουσας, μέσω του ΜΕ1, περί προβλήματος στο σύστημα ταχυτήτων, ήταν αναγκαία η προγενέστερη επιδιόρθωση της ηλεκτρικής καλωδίωσης ώστε να διαφανεί κατά πόσο το πρόβλημα στο σύστημα ταχυτήτων οφειλόταν στο ηλεκτρονικό πρόβλημα που παρουσίαζε ο εκσκαφέας. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, πρώτα θα έπρεπε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο το πρόβλημα στο σύστημα ταχυτήτων να οφείλεται στο ηλεκτρονικό πρόβλημα και ακολούθως να γίνει ο οποιοσδήποτε έλεγχος περί ενδεχόμενου μηχανικού προβλήματος. Στα πλαίσια δε των δικών του ενεργειών, το ηλεκτρονικό πρόβλημα επιδιορθώθηκε και επί τούτου ενημερώθηκε σχετικά ο ΜΕ
- Ως χαρακτηριστικά ανέφερε, ενθυμείτο συγκεκριμένη περίπτωση που ο ΜΕ1 επισκέφθηκε το συνεργείο της Εναγόμενης και κατά την εκεί παρουσία του (του ΜΕ1), του υπέδειξε μέρος των εργασιών επιδιόρθωσης στο οποίο ο ίδιος προέβη. Ερωτηθείς δε ειδικά ως προς το κατά πόσο μπορούσε να τοποθετήσει το περιστατικό αυτό χρονικά, ανέφερε ότι τούτο, σίγουρα, έλαβε χώρα πριν τις 26.02.2009, μιας και το όχημα δεν είχε ακόμα διορθωθεί, το δε «ταμπλό» των ταχυτήτων ήταν ακόμα ανοικτό. Ως προς την ημερομηνία 26.02.2009, ανέφερε ότι ενθυμείται τούτη, καθότι πρόκειται για την ημερομηνία κατά την οποία ο ίδιος είχε περατώσει όλες τις επιδιορθωτικές εργασίες επί του ηλεκτρονικού συστήματος του εκσκαφέα που αφορούσαν στο σύστημα ταχυτήτων για το οποίο παραπονέθηκε η Ενάγουσα. Ανέφερε ακόμα ότι, επί του συγκεκριμένου εκσκαφέα, εργάστηκε και σε μέρες που έπονται χρονικά της 26.02.2009, πάντα σε σχέση με ηλεκτρικά ζητήματα, πλην όμως για θέματα άσχετα με το σύστημα ταχυτήτων. Ενδεικτικά σημείωσε ότι ο εκσκαφέας παρουσίαζε πρόβλημα στους διακόπτες φώτων πορείας, μιας και τούτα τίθεντο σε λειτουργία χωρίς κάποιος να χρησιμοποίει τον σχετικό διακόπτη, καθώς επίσης και ότι, όποτε τίθετο σε λειτουργία το σύστημα θέρμανσης του εκσκαφέα «καιγόταν» η σχετική με αυτόν ασφάλεια του οχήματος. Όσον αφορά στην επιδιόρθωση στην οποία προέβη επί της ηλεκτρικής καλωδίωσης που σχετίζετο με το σύστημα ταχυτήτων, ανέφερε ότι, κατόπιν τούτης (της επιδιόρθωσης), διεφάνη, ότι το πρόβλημα στις ταχύτητες δεν οφειλόταν στη, κατά τα άλλα, προβληματική ηλεκτρική καλωδίωση και ότι, αναγκαίο ήταν, πλέον, το σύστημα ταχυτήτων να εξεταστεί και για ενδεχόμενη μηχανική βλάβη. Αναφορικά τώρα με την επίσκεψη του ΜΕ1 στο συνεργείο της Εναγόμενης, της οποίας επίσκεψης ήταν αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας, ισχυρίστηκε ότι τούτος (ο ΜΕ1) παραπονείτο προς τον ΜΥ2 περί καθυστέρησης στον χρόνο επιδιόρθωσης του εκσκαφέα. Κατόπιν δε υποβολής του συνηγόρου της Ενάγουσας, περί του ότι, κατά την εκεί επίσκεψη του ΜΕ1, μαζί του, τοποθέτησαν εαυτούς κάτω από τον εκσκαφέα για να υποδειχθούν προς τον πρώτο συγκεκριμένα καλώδια που αντικαταστάθηκαν στα πλαίσια της επιδιόρθωσης του ηλεκτρονικού συστήματος, ανέφερε ότι δεν ενθυμείτο το συγκεκριμένο γεγονός, πλην όμως ενθυμείτο ότι, όντως, καθ' υπόδειξη του ΜΥ2, επέδειξε προς τον ΜΕ1 συγκεκριμένα καλώδια τα οποία αντικατέστησε, τα οποία, όμως, ήταν ορατά, ενώ ήταν ιστάμενοι, χωρίς να καθίσταται ανάγκη να μπουν κάτω από τον εκσκαφέα. Ο ΜΥ1 επέμενε στη θέση του ότι η ισχυριζόμενη από αυτόν επίσκεψη του ΜΕ1 στο συνεργείο έλαβε χώρα, σίγουρα, πριν την 26.02.2009, υποδεικνύοντας προς τούτο, κατ' επανάληψη, ότι δεν είχε ακόμα περατωθεί η επιδιόρθωση της ηλεκτρικής καλωδίωσης, η οποία περατώθηκε τη ρηθείσα ημερομηνία. Σε υποβολή του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι η εκεί παρουσία του ΜΕ1, κατά το επεισόδιο που περιέγραψε ο μάρτυρας, έγινε με σκοπό να διαμαρτυρηθεί τούτος (ο ΜΕ1) περί του ότι η Εναγόμενη προέβη σε επιδιορθώσεις επί του εκσκαφέα χωρίς την προγενέστερη συγκατάθεση και συμφωνία του, ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι κάτι τέτοιο δεν προέκυπτε από τη συμπεριφορά του ΜΕ1, καθώς επίσης και ότι ενθυμείτο χαρακτηριστικά ότι το παράπονο του εστιαζόταν στην καθυστέρηση που παρατηρείτο στην επιδιόρθωση του εκσκαφέα. Ως δε ανέφερε, ήταν στη βάση του παραπόνου αυτού, που κατόπιν οδηγιών του ΜΥ2, μαζί με αυτόν, επέδειξαν προς τον ΜΕ1 το αναγκαίο της επιδιόρθωσης της καλωδίωσης, το εύρος του προβλήματος και το εύρος των εργασιών που έγιναν και θα έπρεπε ακόμα να γίνουν. Κατά την επανεξέτασή του, σε σχέση με το Τεκμήριο 13, ισχυρίστηκε ότι κάθε ηλεκτρονική επ' αυτού καταχώρηση είναι βασισμένη στα εκάστοτε χειρόγραφα των υπαλλήλων της Εναγόμενης, οι οποίοι στο τέλος κάθε εργάσιμης μέρας καταγράφουν επί συγκεκριμένων καρτών τον χρόνο που ανάλωσαν επί κάθε μηχανήματος, καθώς επίσης και συνοπτική περιγραφή της εργασίας που διετέλεσαν. ΜΥ2 Ο ΜΥ2 ισχυρίστηκε ότι ήταν, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ο γενικός υπεύθυνος του συνεργείου της Εναγόμενης και ότι ενθυμείτο χαρακτηριστικά αρκετά γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη υπόθεση. Συγκεκριμένα θυμόταν ότι ο ΜΕ1 επισκεπτόταν σε διάφορα στάδια της επιδιόρθωσης του εκσκαφέα το συνεργείο της Εναγόμενης και ενημερωνόταν, τόσο για την πορεία των διάφορων επιδιορθωτικών ή άλλως πως εργασιών, καθώς επίσης και συγκατατίθετο και έδιδε προς τούτο σχετικές εντολές για τη διεκπεραίωση όλων των αναγκαίων εργασιών. Ήταν η θέση του ότι, τόσο για τη επιδιόρθωση της ηλεκτρικής καλωδίωσης, όσο και για την ανάγκη αποσυναρμολόγησης του κιβωτίου ταχυτήτων, ο ΜΕ1 είχε ενημερωθεί και έδωσε προς τούτο τη συγκατάθεση του. Επίσης ανέφερε ότι, μετά την αποσυναρμολόγηση του κιβωτίου ταχυτήτων, κατέστη δυνατό πλέον να διαγνωστεί το μηχανικό πρόβλημα και δη η αιτία που προκαλούσε αδυναμία λειτουργίας της δεύτερης και τέταρτης ταχύτητας του εκσκαφέα και κατέστη δυνατή η εκτίμηση του κόστους επιδιόρθωσης του, κόστος το οποίο αναφέρθηκε από τον ίδιο στον ΜΕ1, σε εκεί παρουσίαση του τελευταίου, και ο οποίος έδωσε εντολή όπως η Εναγόμενη προχωρήσει στην επιδιόρθωσή του. Κατά το ΜΥ2, η όποια αρνητική συμπεριφορά του ΜΕ1 παρουσιάστηκε μετά την τελική ενημέρωση του ως προς τη χρέωση της Εναγόμενης για όλες τις εργασίες στις οποίες προέβη επί του εκσκαφέα. Τελικής ενημέρωσης, επί του προκειμένου, έτυχε όταν όλες οι επιδιορθωτικές εργασίες είχαν περατωθεί πλην της τοποθέτησης ενός άξονα ο οποίος δεν βρισκόταν στο αποθεματικό της εναγόμενης και είχε παραγγελθεί από την κατασκευάστρια εταιρεία. Τα παράπονα του εστιάστηκαν στο ύψος της χρέωσης και μόνο, στη βάση της αμφισβήτησής του ως προς το εύρος των εργασιών που διενεργήθηκαν και του δικαιολογημένου ή μη της χρέωσης. Ο ΜΥ2 επέμενε, παρά της έντονης αντεξέτασης που έτυχε, στη θέση του ότι ο ΜΕ1 σε τακτά χρονικά διαστήματα, τόσο τηλεφωνικά, όσο και διά ζώσης ενημερωνόταν για την πορεία των εργασιών και συγκατατίθετο στη συνέχισή τους μέχρι και την πλήρη επιδιόρθωση. Ακόμα σημείωσε ότι, ο ΜΕ1 κατά τις διάφορες επισκέψεις του στο συνεργείο της Εναγόμενης, έβλεπε την πορεία των εργασιών και αντιλαμβανόταν, κατόπιν και της σχετικής πληροφόρησης, αλλά και λόγω της όποιας πείρας του ως οδηγός και κάτοχος ενός τέτοιου εκσκαφέα, ότι επ' αυτού γίνονταν επιδιορθωτικές εργασίες και είχε την ευκαιρία, όποτε ήθελε, αν τούτο αποτελούσε επιθυμία του, να διατάξει όπως η Εναγόμενη πάψει να εκτελεί τούτες, πράγμα που ουδέποτε έπραξε. Ως προς δε τη χρέωση, ισχυρίστηκε ότι τούτη είναι χαμηλότερη από το πραγματικό κόστος επιδιόρθωσης. Σημείωσε, δε, προς τούτο ότι, παρά το γεγονός ότι ο ηλεκτρολόγος της Ενάγουσας ανάλωσε πολλές εργατοώρες επί του εκσκαφέα, εν τούτοις, η σχετική με το ζήτημα αυτό χρέωση περιορίστηκε για μικρό μόνο αριθμό εργατοωρών. Ισχυρίστηκε ακόμα, σχετικά, ότι, μετά τις αρχικές εργασίες προς επιδιόρθωση του μηχανικού προβλήματος του συστήματος ταχυτήτων, διεφάνη ότι τούτο δεν είχε επιδιορθωθεί και κατέστη αναγκαία η εκ νέου αποσυναρμολόγηση του κιβωτίου ταχυτήτων, όπου και διεφάνη ότι συγκεκριμένο εξάρτημα, και δη ο συμπλέκτης, παρουσίαζε ράγισμα και έπρεπε να αντικατασταθεί. Τούτο οδήγησε σε ανάλωση περαιτέρω εργατοωρών, καθώς επίσης και σε έξοδα αντικατάστασης του συγκεκριμένου εξαρτήματος. Παρά ταύτα, τίποτα σε σχέση με την ανάγκη επανανοίγματος του κιβωτίου ταχυτήτων και την αντικατάσταση του συμπλέκτη δεν χρεώθηκε στην Ενάγουσα, μιας και η χρέωση έγινε σε ειδικό λογαριασμό που διατηρούσε η Εναγόμενη, ο οποίος ονομάζετο «garage mistakes», λόγω αδυναμίας της Εναγόμενης να αποκλείσει το ενδεχόμενο, το ράγισμα του συμπλέκτη να οφείλεται σε πράξη ή αμέλεια υπαλλήλων της, παρά το γεγονός ότι οι ξεκάθαρες, στο παρελθόν, επεμβάσεις άλλων συνεργείων στο κιβώτιο ταχυτήτων ενδεχομένως να αποτέλεσαν και τον λόγο της φθοράς του συμπλέκτη. Αναφορικά τώρα με τη συμπεριφορά του ΜΕ1, ο ΜΥ2 σημείωσε ότι μετά την αρνητική στάση του ως προς τη χρέωση της Εναγόμενης, ουδέποτε επέδειξε οποιανδήποτε πρόθεση για να συμβιβαστεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο, με την Εναγόμενη, η οποία, αναγνωρίζοντας, εξαρχής, ότι η χρέωση της αφορούσε σε ένα σεβαστό ποσό, εισηγήθηκε όπως για σκοπούς αποδέσμευσης και παράδοσης του εκσκαφέα στην Ενάγουσα, τούτη να καταβάλει μόνο €2.000 αρχικά και το υπόλοιπο ποσό των €2.600, να καταβληθεί με δύο μεταχρονολογημένες επιταγές με βάθος χρόνου 6 μηνών. Η δε όλη συμπεριφορά του ΜΕ1 από το σημείο εκείνο και μετά ήταν ετσιθελική και δη απαιτούσε από την Εναγόμενη να παραδώσει τον εκσκαφέα στην Ενάγουσα χωρίς ποτέ να προσφέρει οποιοδήποτε ποσό έναντι των εκτελεσθεισών εργασιών της Εναγόμενης επ' αυτού. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού του, ο ΜΥ2 παρέπεμψε στο περιεχόμενο των διαφόρων επιστολών που απεστάλησαν εκ μέρους της Ενάγουσας από τον τότε συνήγορό της, στις οποίες καμία αναφορά περί πρόθεσης της Ενάγουσας να καταβάλει χρήματα στη Εναγόμενη απαντάται. Πλειστάκις ο ΜΥ2 απέρριψε υποβολές του συνήγορου της Ενάγουσας που ήθελαν την Εναγόμενη να προβαίνει σε εργασίες επιδιόρθωσης, τόσο σε σχέση με την ηλεκτρική καλωδίωση, όσο και με το μηχανικό πρόβλημα του κιβωτίου ταχυτήτων χωρίς τη συγκατάθεση της Ενάγουσας και ειδικότερα του ΜΕ1 που ενεργούσε εκ μέρους της. Πέραν της απόρριψης των υποβολών αυτών, ο ΜΥ2 υπέδειξε και το ότι η επιδιόρθωση του ηλεκτρονικού συστήματος αποτελούσε προϋπόθεση για να είναι δυνατός, μεταγενέστερα, ο οποιοσδήποτε μηχανικός έλεγχος στο κιβώτιο ταχυτήτων και ότι τούτο, ως γεγονός, ήταν, εν πάση περιπτώσει, γνωστό στο ΜΕ
- Σε συμφωνία με τον ΜΥ1, και ο μάρτυρας αυτός, υπέδειξε ότι όταν ένα μηχάνημα, ως το επίδικο, παρουσιάζει πρόβλημα στο σύστημα ταχυτήτων, πρώτα πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο τούτο, να οφείλεται σε ηλεκτρική βλάβη, και μόνο κατόπιν αρνητικής σε τούτο το ερώτημα απάντησης, είναι δυνατή η αναζήτηση άλλης αιτίας πρόκλησης του. Ως προς την κατακράτηση του εκσκαφέα από την Εναγόμενη μέχρι και την 01.03.10, όταν και η Ενάγουσα εξόφλησε το σχετικό τιμολόγιο της πρώτης, ισχυρίστηκε ότι, το να παραδίδεται ένα μηχάνημα στον ιδιοκτήτη του μόνο κατόπιν της εξόφλησης του σχετικού με την όποια εργασία έγινε επ' αυτού, τιμολογίου, αποτελούσε και αποτελεί ακόμα πάγια πρακτική του εμπορίου, αλλά και της Εναγόμενης. Υπέδειξε δε προς τούτο ότι, η Ενάγουσα δεν αποτελούσε μέρος εκείνου του μικρού αριθμού πελατών, για τους οποίους η Εναγόμενη διατηρούσε λογαριασμό επί πιστώσει, ώστε να ήταν δυνατή η παράδοση του εκσκαφέα χωρίς προηγουμένως να εξοφλείτο το σχετικό τιμολόγιο. Ως προς δε τις εργασίες που διενεργήθηκαν και τα εξαρτήματα που αντικαταστάθηκαν επί του εκσκαφέα από την Εναγόμενη, υπέδειξε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13, καθώς επίσης και κατέθεσε το αντίγραφο του σχετικού με αυτές τιμολογίου που εξέδωσε η Εναγόμενη, ως Τεκμήριο
- Ο ΜΥ2, βρισκόμενος αντιμέτωπος με τη θέση της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη ετσιθελικά και αδικαιολόγητα κατακράτησε τον εκσκαφέα της Ενάγουσας, ισχυρίστηκε ότι τούτη (η Εναγόμενη), εξαρχής εξέφρασε την πρόθεση και ετοιμότητά της να παραδώσει τον εκσκαφέα άμα τη εξοφλήσει του σχετικού τιμολογίου και ότι τούτο προκύπτει από την παράδοσή του αμέσως μετά την εξόφλησή του. Ισχυρίστηκε, δε, ότι, η Ενάγουσα, ως έπραξε την 01.03.2010, μπορούσε να πράξει και έναν χρόνο νωρίτερα, όταν και ενημερώθηκε για την έκδοση του τιμολογίου, και δη, διά της, έστω, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της, εξόφληση του τιμολογίου να παραλάβει τον εκσκαφέα, πράγμα που όχι απλά δεν έπραξε, αλλά εντελώς αδικαιολόγητα απαιτούσε την παράδοσή του χωρίς καν να προσφέρει οποιοδήποτε ποσό για τις διενεργηθείσες επ' αυτού εργασίες της Εναγόμενης. Ως προς το αδικαιολόγητο της απαίτησης αυτής της Ενάγουσας ισχυρίστηκε ότι ο ΜΕ1 και γενικότερα η Ενάγουσα δεν ήταν η πρώτη φορά που συναλλασσόταν με την Εναγόμενη, καθώς επίσης και ότι στο παρελθόν, σε κάθε μεταξύ τους συναλλαγή, η παράδοση του εμπορεύματος που αγόραζε η Ενάγουσα γινόταν άμα τη εξοφλήσει του σχετικού τιμολογίου. Αναφερόμενος στις ταχύτητες που παρουσίαζαν πρόβλημα, στη βάση σχετικών σημειώσεων επί του Τεκμηρίου 13 οι οποίες αφορούσαν στα εξαρτήματα που αντικαταστάθηκαν, ισχυρίστηκε ότι τούτες αφορούσαν στις ταχύτητες με τις οποίες επιτυγχάνεται η προς τα εμπρός κίνηση και όχι η όπισθεν, ως ήταν ο σχετικός ισχυρισμός του ΜΕ1, αλλά και του ΜΥ
- Ως προς τη θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη όφειλε να δώσει στον ΜΕ1, ως εκπρόσωπο της Ενάγουσας, γραπτή προσφορά για την εκτίμηση του κόστους επιδιόρθωσης των προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο εκσκαφέας, ο ΜΥ2 ισχυρίστηκε ότι τέτοιες, κατά καιρούς, εκτιμήσεις, δίδονταν προφορικά στον ΜΕ1, ο οποίος κατόπιν τούτων, έδιδε τη συγκατάθεση του για να προχωρήσει η Εναγόμενη στις διάφορες διορθωτικές εργασίες. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι, ήταν αδύνατη η ετοιμασία προσφοράς προτού διορθωθεί το ηλεκτρονικό σύστημα, λόγω του ενδεχόμενου η βλάβη στο ρηθέν σύστημα να ήταν και η αιτία παρουσίασης της βλάβης στο σύστημα ταχυτήτων, καθώς επίσης και ότι, κατόπιν της επιδιόρθωσης του ηλεκτρονικού συστήματος, ήταν αδύνατη η ετοιμασία προσφοράς, προτού αποσυναρμολογηθεί το κιβώτιο ταχυτήτων και διαφανεί, εσωτερικώς, το σημείο στο οποίο παρουσιάζεται η βλάβη και ποια εξαρτήματα χρήζουν αντικατάστασης ώστε, στη βάση των δεδομένων αυτών να μπορεί να γίνει και εκτίμηση για τις αναγκαίες εργατοώρες που θα αναλωθούν για την επιδιόρθωση του. Είναι δε συνέπεια τούτων των δεδομένων, που υπήρχε η συνεχής, κατά καιρούς, επικοινωνία με τον ΜΕ1, στα πλαίσια της οποίας ενημερώνετο και ανάλογα έδιδε τις διάφορες εντολές του. Σημείωσε, ωστόσο, ότι, εν πάση περιπτώσει, εξαρχής ο εκσκαφέας παραδόθηκε στην Εναγόμενη από τον ΜΕ1 για σκοπούς επιδιόρθωσης και ουδέποτε τέθηκε από πλευράς του ΜΕ1 οποιοδήποτε ζήτημα περί ελέγχου και μόνο και/ή περί μη επιδιόρθωσης του, παρά μόνο κατόπιν συγκατάθεσης και/ή εντολής του. Ως προς τη σχέση του με την Εναγόμενη, ανέφερε ότι από το Μάιο του έτους 2010 δεν εργάζεται πλέον σε αυτήν και έχει συστήσει δική του εταιρεία η οποία διατηρεί συνεργείο που ασχολείται με τη συντήρηση και την επιδιόρθωση μηχανημάτων και οχημάτων. ΜΥ3 Ο ΜΥ3, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, εργαζόταν στο τμήμα ανταλλακτικών της Εναγόμενης. Το γραφείο του βρισκόταν παραπλεύρως του χώρου του συνεργείου και από εκεί, είχε άμεση οπτική επαφή με το χώρο του συνεργείου. Στα πλαίσια δε των καθηκόντων του βοηθούσε το ΜΥ2 με προμήθεια ανταλλακτικών από την αποθήκη, καθώς επίσης και γενικότερα με τη διαχείριση των εργασιών της Εναγόμενης, όπως καταχωρήσει στο λογισμικό σύστημα του συνεργείου των διαφόρων πληροφοριών αναφορικά με τις ώρες εργασίας των υπαλλήλων, καθώς επίσης και των ανταλλακτικών και λιπαντικών που χρησιμοποιούνταν καθημερινά κατά τις εργασίες της Εναγόμενης. Κατά περιόδους, δε, απαντούσε και στις διάφορες τηλεφωνικές κλήσεις που γίνονταν στην Εναγόμενη. Ως προς τα επίδικα γεγονότα, ενθυμείτο τρεις συγκεκριμένες επισκέψεις του ΜΕ1 στο συνεργείο της Εναγόμενης. Πιο συγκεκριμένα, κατά την ημέρα παράδοσης του εκσκαφέα στην Εναγόμενη, ενώ βρισκόταν στο γραφείο του, είδε τον ΜΕ1 να συνομιλεί με τον ΜΥ2, χωρίς ωστόσο να ήταν σε θέση να ακούσει τι διαμειβόταν μεταξύ τους. Η δεύτερη περίπτωση αφορά σε επίσκεψη του ΜΕ1 κατά τον χρόνο που γινόταν ο έλεγχος και η επιδιόρθωση της ηλεκτρονικής εγκατάστασης και εκεί, στην παρουσία του, ο ηλεκτρολόγος τον ενημέρωσε για τις εργασίες που έγιναν καθώς επίσης και για τις εργασίες που αναμένονταν ακόμα να γίνουν. Του αναφέρθηκε ακόμα ότι παρουσιάστηκε πρόβλημα στη λειτουργία των φώτων πορείας, αλλά και του συστήματος θέρμανσης και ο ΜΕ1 ζήτησε από τον ηλεκτρολόγο της Εναγόμενης όπως τα επιδιορθώσει. Η τρίτη περίπτωση, αφορά σε επίσκεψη του ΜΕ1 στο συνεργείο της Εναγόμενης, καθ' ον χρόνο το κιβώτιο ταχυτήτων του εκσκαφέα ήταν αποσυναρμολογημένο επί του πάγκου του συνεργείου. Κατά την εκεί παρουσία του ο ΜΕ1 επιθεώρησε τούτο (το αποσυναρμολογημένο κιβώτιο ταχυτήτων), και αναφέροντας τη φράση «προχωράτε προχωράτε» έδωσε εντολή για τη συνέχιση των επιδιορθωτικών εργασιών. Ως προς τη δυνατότητα ετοιμασίας προσφοράς από πλευράς της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα για το όποιο κόστος επιδιόρθωσης του προβλήματος που αντιμετώπιζε ο επίδικος εκσκαφέας, και αυτός ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν δυνατή η ετοιμασία μιας τέτοιας προσφοράς, στη βάση της πολυπλοκότητας και του είδους της βλάβης που παρουσίαζε ο εκσκαφέας. Ισχυρίστηκε, σχετικά, ότι, χωρίς να επιδιορθωθεί αρχικώς η ηλεκτρική καλωδίωση και ακολούθως να αποσυνδεθεί από το πρόβλημα που παρουσίαζε το σύστημα ταχυτήτων, δεν ήταν δυνατό να γίνει διάγνωση περί ενδεχόμενου μηχανικού προβλήματος και περί της όποιας ανάγκης αποσυναρμολόγησης του κιβωτίου ταχυτήτων. Ανάφερε ακόμα ότι, και μετά την επιδιόρθωση του ηλεκτρονικού συστήματος και τη μη επίλυση της βλάβης στο σύστημα ταχυτήτων, και πάλι ήταν αδύνατη η διάγνωση και κατ' επέκταση η ετοιμασία προσφοράς, χωρίς την προγενέστερη αποσυναρμολόγηση του κιβωτίου ταχυτήτων, ώστε, να διενεργηθεί, εσωτερικά, έλεγχος και να διαφανεί η όποια ενδεχομένως ανάγκη αντικατάστασης εξαρτημάτων. Όσον αφορά στη δεύτερη και τρίτη πιο πάνω αναφερόμενη επίσκεψη του ΜΕ1, κατά τους ισχυρισμούς του ΜΥ3, τούτος (ο ΜΥ3), ήταν παρών και αυτήκοος μάρτυρας των όσων συζητήθηκαν μεταξύ του ΜΕ1 και των υπαλλήλων της Εναγόμενης. Αναφερόμενος δε ειδικά στη φράση που αποδίδει στο ΜΕ1 «προχωράτε προχωράτε», ισχυρίστηκε ότι τούτη ελέχθη προς το ΜΥ2, με τον οποίο συνομιλούσε ο ΜΕ
- Αρνήθηκε δε τις διάφορες υποβολές του συνηγόρου της Ενάγουσας που ήθελαν το ΜΕ1 να μην έχει συγκατατεθεί και/ή να μην έχει δώσει εντολή για να προχωρήσει η Εναγόμενη με την επιδιόρθωση της βλάβης που παρουσίαζε ο εκσκαφέας. Επίδικα ζητήματα Τα επίδικα ζητήματα που απασχολούν την παρούσα αγωγή, είναι δύο. Πρώτο, ο προσδιορισμός, στη βάση των τελικών ευρημάτων, κατόπιν αξιολόγησης της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, των όρων της μεταξύ των μερών συμφωνίας και, δεύτερο, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η Εναγόμενη ενήργησε κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας, η εξέταση του κατά πόσο, παρά ταύτα, είχε δικαίωμα ή όχι σε επίσχεση του εκσκαφέα, ώστε η κατακράτηση του να μην θεωρείται παράνομη. Στην περίπτωση δε που ήθελε κριθεί ότι η Εναγόμενη ενήργησε σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ των μερών συμφωνίας, τότε, στη βάση της σχετικής δικογράφησης της Ενάγουσας, των σχετικών θέσεων του μοναδικού μάρτυρα εκ μέρους της (ΜΕ1), αλλά και της αγόρευσης του συνηγόρου της, δεν αμφισβητείται το δικαίωμα της Εναγόμενης για επίσχεση του εκσκαφέα. Πιο συγκεκριμένα, η Ενάγουσα, ως μοναδικό λόγο για τον οποίο η εναγόμενη δεν νομιμοποιείται να ισχυρίζεται ότι η επίσχεση του εκσκαφέα και η κατ' επέκταση κατακράτηση του για 12 και πλέον μήνες ήταν νόμιμη, προωθεί τη θέση ότι, οι όποιες επιδιορθωτικές επί του εκσκαφέα εργασίες, έγιναν κατά παράβαση ρητού όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας και δη χωρίς την προγενέστερη ενημέρωση και λήψη συγκατάθεσης από την Ενάγουσα. Στην Απάντηση της, και συγκεκριμένα στην παράγραφο Κ τούτης, η Ενάγουσα, αναφερόμενη στο περιεχόμενο της παραγράφου 13 της Υπεράσπισης, μέσω της οποίας η Εναγόμενη προβάλλει τη θέση για νόμιμη επίσχεση και κατακράτηση του εκσκαφέα, ισχυρίζεται ότι ο λόγος για τον οποίο η κατακράτηση του επίδικου εκσκαφέα ήταν παράνομη ήταν γιατί «ουδέποτε δόθηκαν οδηγίες στους Εναγόμενους για επιδιόρθωσή του». Την ίδια θέση, προέβαλε, πλειστάκις, και o ΜΕ1, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, αλλά και o συνήγορος της Ενάγουσας, κατά την αγόρευσή του. Επομένως, εκείνο για το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει, ως ανωτέρω σημειώθηκε, είναι, αφενός ο προσδιορισμός των όρων της μεταξύ των μερών συμφωνίας, και αφετέρου το κατά πόσο η Εναγόμενη παραβίασε οιονδήποτε εξ αυτών των όρων εις τρόπον που να μην νομιμοποιείτο να κατακρατήσει τον εκσκαφέα μέχρι και την εξόφληση του τιμήματος επιδιόρθωσης. Στην περίπτωση δε που το Δικαστήριο καταλήξει ότι η επίσχεση και κατ' επέκταση η κατακράτηση του εκσκαφέα από πλευράς της εναγόμενης ήταν παράνομη, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει και το κατά πόσο η Ενάγουσα κατάφερε, με δεδομένη την παρανομία στην κατακράτηση του εκσκαφέα, να αποδείξει ότι υπέστη ζημιές για τις οποίες δικαιούται σε σχετική θεραπεία. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ο ΜΕ1 δεν με έπεισε ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Η μαρτυρία του παρουσιάζει σημαντικές αντιφάσεις και σε αρκετά σημεία της συγκρούεται με δικογραφημένες ή άλλως πως θέσεις της Ενάγουσας ως τούτες προωθήθηκαν από τον ίδιο ή από τρίτα πρόσωπα κατ' εντολή της. Επίσης, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του κατέφευγε σε υπεκφυγές ιδιαίτερα σε σημεία που βρισκόταν αντιμέτωπος με υποβαλλόμενες σε αυτόν θέσεις που είχαν ως βάση προγενέστερες δικές του ή της ενάγουσας αιτιάσεις. Ακόμα, σε διάφορες περιπτώσεις, άλλαζε άρδην προγενέστερη σαφή τοποθέτηση του, χωρίς εξήγηση ως προς την αιτία της μεταλλαγής, και τούτο, προφανώς, λόγω της θεώρησης του, ότι τη δεδομένη στιγμή η υπόθεση της Ενάγουσας εξυπηρετείτο από τη νέα διαφορετική θέση που προέβαλε. Γενικότερα, η μαρτυρία του παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες, σε τέτοιον βαθμό, που δεν κρίνεται ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων ή έστω συμπερασμάτων ως προς τα επίδικα υπό αμφισβήτηση γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή. Για σκοπούς πληρότητας και αιτιολογίας, της μόλις πιο πάνω εκφρασθείσας κρίσης μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του ΜΕ1, σημειώνω τα ακόλουθα. Βασικός, αν όχι ακρογωνιαίος λίθος της όλης γραμμής της Ενάγουσας, αποτέλεσε ο ισχυρισμός του ΜΕ1, ο οποίος προωθείται και δικογραφικά (βλέπε παρ. 4 και 5 της έκθεσης απαίτησης), ότι ουσιώδης όρος της μεταξύ των μερών συμφωνίας ήταν η διενέργεια ελέγχου και μόνο από πλευράς της Εναγόμενης, τόσο στο ηλεκτρικό σύστημα του εκσκαφέα, όσο και στο σύστημα ταχυτήτων και η απόφανση ως προς την αιτία της βλάβης, καθώς επίσης και η εκτίμηση ως προς το κόστος επιδιόρθωσης τους. Ήταν δε περαιτέρω η θέση του ότι, η όποια απόφαση για ενδεχόμενη επιδιόρθωση της βλάβης, θα προέκυπτε μόνο κατόπιν του πιο πάνω συμφωνηθέντος ελέγχου της Εναγόμενης και στη βάση της δικής του πλέον συγκατάθεσης και/ή εντολής. Πώς είναι δυνατό υπό αυτές τις περιστάσεις, στις 13 Μαΐου 2009 το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε την Ενάγουσα τότε, να αποστείλει την επιστολή Τεκμήριο 6(α) και επ' αυτής, να χαρακτηρίζει τη μεταξύ των μερών συμφωνία ως «σύμβαση, ημ. 17.02.2009, μεταξύ σας, για επιδιόρθωση[2] του εν λόγω εκσκαφέα... »; Με την ίδια λογική, και δη αν ήθελε ο ισχυρισμός του ΜΕ1 ως προς τους ουσιώδεις όρους της μεταξύ των μερών συμφωνίας να είναι αληθινός, με ποια λογική στις 15 Μαΐου 2009, και δη μόλις δύο μέρες μετά την αποστολή του Τεκμηρίου 6(α) από τους τότε συνηγόρους της Ενάγουσας, να καταχωρείται το γενικώς οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής και επ' αυτού, στην υπό στοιχείο (Ε) αιτούμενη θεραπεία, η επίδικη σύμβαση, και πάλι να χαρακτηρίζεται ως σύμβαση «για επιδιόρθωση[3] του εν λόγω εκσκαφέα... »; Σε σχέση με τις μόλις πιο πάνω παρατηρήσεις μου, κρίνεται, στο σημείο αυτό, σημαντικό να σημειωθεί ότι ο ΜΕ1, ερωτηθείς ειδικά για το περιεχόμενο των διαφόρων επιστολών και δικογράφων που ετοιμάστηκαν από τους τότε συνηγόρους του, δήλωσε, ευθαρσώς, ότι τούτο στηρίχθηκε στη βάση των δικών του αναφορών και εντολών προς τους εν λόγω δικηγόρους. Επίσης, ως ήδη σημειώθηκε και ανωτέρω, μέρος του βασικότερου ισχυρισμού του ΜΕ1 ήταν η θέση ότι ποτέ δεν συζητήθηκε μεταξύ του ιδίου και του όποιου λειτουργού της Εναγόμενης ζήτημα επιδιόρθωσης του εκσκαφέα, παρά μόνον διενέργειας ελέγχου και διάγνωσης ως προς την αιτία της παρουσιασθείσας βλάβης και το κόστος επιδιόρθωσης της. Στα πλαίσια προώθησης τούτης της θέσης του, ισχυρίστηκε ότι κατόπιν τούτων των ελέγχων και στη βάση της εκτίμησης ως προς το κόστος επιδιόρθωσης θα αποφάσιζε για το κατά πόσο θα έδιδε εντολή για την επιδιόρθωση της. Τούτη όμως η θέση του, συγκρούεται με την έτερη του θέση που τον θέλει να είναι πρόσωπο, που, λόγω της πολυετούς πείρας του ως χειριστής μηχανημάτων, ως το επίδικο, έχει γνώση για τα διάφορα πιθανά μηχανικά ή άλλως πως προβλήματα και τον τρόπο που τούτα ελέγχονται και ενδεχομένως επιδιορθώνονται, καθώς επίσης και γνώση για το γεγονός ότι ο ρηθείς έλεγχος προϋποθέτει ανάλωση σεβαστού αριθμού εργατοωρών, καθώς επίσης και αναγκαστική επιδιόρθωση του όποιου προβλήματος στην ηλεκτρική εγκατάσταση του εκσκαφέα. Υπενθυμίζω, στο σημείο αυτό, ότι, τόσο στη βάση της σχετικής δικογράφησης της Ενάγουσας, όσο και των διαφόρων υποβολών του συνηγόρου της προς τους μάρτυρες της Εναγόμενης, εντολή του ΜΕ1 προς την Εναγόμενη ήταν να προβεί σε έλεγχο, τόσο στο ηλεκτρικό σύστημα, όσο και στο κιβώτιο ταχυτήτων, χωρίς να προβεί σε όποιαν επιδιόρθωση. Η σχετική, όμως, θέση όλων των μαρτύρων που παρουσίασε η υπεράσπιση, περί του ότι ήταν αδύνατος ο όποιος έλεγχος στο κιβώτιο ταχυτήτων προτού αποσυνδεθεί η βλάβη από το αδιαμφισβήτητο πρόβλημα που παρουσίαζε η ηλεκτρονική εγκατάσταση του εκσκαφέα, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς της Ενάγουσας και στη βάση της επικαλούμενης, πιο πάνω, από πλευράς του ΜΕ1, πείρας του ως προς τα θέματα αυτά, αποτελεί γεγονός το οποίο γνώριζε. Επί αυτής δε της γνώσης του, προώθησε και ισχυρισμούς αναφορικά με το κόστος των εργατοωρών που ήταν αναγκαίο να αναλωθούν για τους όποιους τέτοιους ελέγχους και γενικά εργασίες. Επομένως, ήταν σε γνώση του ΜΕ1 ότι για να διενεργηθεί ο έλεγχος στο κιβώτιο ταχυτήτων, για τον οποίο έλεγχο και ο ίδιος ο ΜΕ1 αποδέχεται ότι έδωσε εντολή, θα έπρεπε να διενεργηθούν επιδιορθωτικές εργασίες, τουλάχιστον, στην ηλεκτρική εγκατάσταση του εκσκαφέα για τη βλάβη που αυτή παρουσίαζε και της οποίας ήταν γνώστης. Στη βάση των μόλις πιο πάνω, πώς είναι δυνατό να γίνει δεχτός ο ισχυρισμός του ΜΕ1 ότι, ρητός όρος της μεταξύ των μερών συμφωνίας ήταν η διενέργεια ελέγχου και μόνο χωρίς την όποιαν επιδιόρθωση; Στη δε προσπάθεια του ο ΜΕ1 να πείσει ότι η Εναγόμενη προχώρησε σε επιδιορθώσεις του εκσκαφέα άνευ της γνώσης, συγκατάθεσης και εντολής του, ισχυρίστηκε ότι, με εξαίρεση την επίσκεψή του στο συνεργείο της για παράδοση του εκσκαφέα, την οποία τοποθετεί περί τις 16 με 17 Φεβρουαρίου 2009, ουδέποτε ξαναεπισκέφθηκε τούτο, παρά μόνο τις 3.03.2009, όταν, τηλεφωνικώς (κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας), ενημερώθηκε περί του ότι ο εκσκαφέας είχε ήδη επιδιορθωθεί και ότι το κόστος επιδιόρθωσης ανέρχετο στις €4.
- Η θέση του όμως αυτή, συγκρούεται μετωπικά με τη σχετική θέση των τριών μαρτύρων υπεράσπισης (η αξιολόγηση της μαρτυρίας των οποίων θα ακολουθήσει), οι οποίες θέσεις τους δεν αμφισβητήθηκαν από τον συνήγορο της Ενάγουσας. Σημειώνω, επί τούτου, ότι, οι όποιες υποβολές τέθηκαν από τον συνήγορο της Ενάγουσας προς τους μάρτυρες της Εναγόμενης αφορούσαν σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς των εν λόγω μαρτύρων επί διάφορων ισχυριζόμενων πεπραγμένων και/ή περιεχομένου ισχυριζόμενου διαλόγου του ΜΕ1 με τους ίδιους ή άλλους υπαλλήλους της Εναγόμενης 1 και όχι αυτή, τούτη τη θέση τους περί του ότι ο ΜΕ1, τόσο κατά το στάδιο που γινόταν ο έλεγχος στο ηλεκτρικό σύστημα του εκσκαφέα, όσο και κατά το στάδιο που είχε αποσυναρμολογηθεί το κιβώτιο ταχυτήτων του (αμφότερα, στάδια μετά την παράδοση του εκσκαφέα στην Εναγόμενη και πριν την επιδιόρθωση του) επισκέφθηκε το συνεργείο της Εναγόμενης. Επί του ιδίου θέματος, παρατηρώ, επίσης, ότι, στην επιστολή της Εναγόμενης προς τους τότε συνηγόρους της Ενάγουσας ημερομηνίας 15 Μαΐου 2009 (Τεκμήριο 6 (β)) προβάλλεται σχετικός ισχυρισμός (βλέπε δεύτερη παράγραφο τούτης), σύμφωνα με τον οποίο ο ΜΕ1 επισκέφθηκε το συνεργείο της Εναγόμενης 4 φορές σε διαφορετικές ημερομηνίες και ενημερώνετο για την εξέλιξη των επιδιορθώσεων. Δεν έχω ανεύρει και ούτε τέθηκε σχετική μαρτυρία που να θέλει τον ισχυρισμό αυτόν της Εναγόμενης να τον αρνείται η Ενάγουσα με οποιανδήποτε επιστολή της, ή άλλως πως. Να σημειώσω, δε, ότι, η επιστολή Τεκμήριο 6(β) απεστάλη την ίδια μέρα που καταχωρήθηκε η αγωγή και ούτε σε αυτήν (στο Κλητήριο Ένταλμα), ή έστω, στην Έκθεση Απαίτησης, προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί του ότι ο ΜΕ1 ουδέποτε, μετά την παράδοση του εκσκαφέα και πριν την επιδιόρθωσή του, επισκέφθηκε το συνεργείο της Εναγόμενης. Επανερχόμενος στον επικαλούμενο από το ΜΕ1 ουσιώδη όρο της μεταξύ των μερών συμφωνίας παρατηρώ ότι, και στην πρώτη χρονικά γραπτή τοποθέτηση της Ενάγουσας, η οποία αφορά στην επιστολή των τότε συνηγόρων της ημερομηνίας 2 Απριλίου 2009 η οποία αποστάληκε προς την Εναγόμενη με τίτλο «Παράνομη κατακράτηση εκσκαφέα....», καμία αναφορά περί επιδιόρθωσης του άνευ της προγενέστερης εντολής και/ή συγκατάθεσης της Ενάγουσας απαντάται, ούτε και προβάλλεται οποιοδήποτε παράπονο περί παράβασης, από πλευράς της Εναγόμενης, όρου της μεταξύ των μερών σύμβασης σε σχέση με το κατά πόσο η τελευταία είχε δικαίωμα ή όχι να προχωρήσει στην επιδιόρθωσή του. Το μόνο δε παράπονο που προβάλλεται μέσω της, σε συμφωνία και με την εκδοχή της Εναγόμενης, σχετίζεται με το ύψος της χρέωσης και γενικά την τιμολόγηση της Ενάγουσας σε σχέση με τις εργασίες επιδιόρθωσης του εκσκαφέα. Όσον τώρα αφορά στη θέση του ΜΕ1 περί του ότι ο σημαντικότερος παράγοντας για το αν θα έδιδε εντολή για επιδιόρθωση του εκσκαφέα, ήταν το κόστος επιδιόρθωσης της βλάβης, τούτη ελέγχεται από τα άλλα όσα επί του ζητήματος ανέφερε. Και εξηγώ. Πώς είναι δυνατό το ζήτημα αυτό να αποτελούσε ουσιαστικό για τον ίδιο παράγοντα τη στιγμή που ουδέποτε ζήτησε εκτίμηση για το κόστος του ελέγχου, που κατά τα άλλα, ο ίδιος έδωσε εντολή να διενεργηθεί; Όπως ο ίδιος ανέφερε, γνώριζε ότι για να διενεργηθεί ο έλεγχος στο ηλεκτρικό σύστημα του εκσκαφέα και στο κιβώτιο ταχυτήτων, ήταν αναγκαία η ανάλωση σεβαστού αριθμού εργατοωρών, γνώση την οποία παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του. Επίσης, ως ο ίδιος ανέφερε, είχε προσέξει ότι καλώδια του ηλεκτρικού συστήματος του εκσκαφέα ήταν φθαρμένα και προφανώς είχε εικόνα του εύρους του ελέγχου που θα έπρεπε να διενεργηθεί και της ανάγκης αντικατάστασής τους. Πώς είναι δυνατό, το κόστος της όποιας εργασίας θα διενεργούσε η Εναγόμενη να αποτελεί τον σημαντικότερο για τον ίδιο παράγοντα στην απόφαση του για την όποια ενδεχομένως εντολή θα έδιδε προς την Εναγόμενη, και για αυτές τις απαραίτητες και εν γνώση του αντικαταστάσεις καλωδίων και εργατοώρες που θα ανάλωνε η Εναγόμενη για τη διενέργεια των δύο ελέγχων, δεν αναζήτησε καν εκτίμηση ως προς το κόστος τους; Οι δε σχετικές αναφορές του περί γνώση του ως προς το κόστος ενός τέτοιου ελέγχου, κρίνονται εντελώς γενικές, αόριστες και ανεδαφικές. Τίποτε σχετικό δεν αναφέρθηκε από τον ΜΕ1 επί του οποίου να είναι δυνατός ο έλεγχος της ορθότητας των προβαλλόμενων θέσεων του, και, εν πάση περιπτώσει, τούτες αφορούσαν μόνο στο χρόνο που κατά τον ίδιο χρειαζόταν να εργαστούν δύο υπάλληλοι της Εναγόμενης για να αποσυναρμολογηθεί το κιβώτιο ταχυτήτων, χωρίς να προβάλλει οποιαδήποτε σχετική αναφορά σε ό,τι αφορά στον αναγκαίο προγενέστερο έλεγχο και επιδιόρθωση της ηλεκτρικής εγκατάστασης, το εύρος και όγκο του οποίου δεν αμφισβήτησε κατά τα διάφορα σημεία που βρισκόταν αντιμέτωπος με σχετικές με αυτό ερωτήσεις και υποβολές. Ως σημειώθηκε ανωτέρω, ο ΜΕ1, κατά τη διά ζώσης μαρτυρία του, ειδικότερα κατά το στάδιο της αντεξέτασής του, χωρίς ενδοιασμό, άλλαζε στάση, απλώς γιατί, τη δεδομένη στιγμή, θεωρούσε ότι τούτο εξυπηρετούσε την υπόθεσή του. Τέτοια συμπεριφορά του, παρατηρείται σε αριθμό περιπτώσεων. Ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά, υποδεικνύω τρεις εξ αυτών. Στη μια περίπτωση, βρισκόμενος αντιμέτωπος με το κατά πόσο, προ των επίδικων γεγονότων, η Ενάγουσα αγόρασε εμπορεύματα ή έτυχε υπηρεσιών της Εναγόμενης επί πιστώσει, με απόλυτο τρόπο ισχυρίστηκε ότι τούτο συνέβη, αλλά μόνο στην περίπτωση που η πίστωση ήταν μικρή. Όταν ακολούθως του υποβάλλεται ότι κάτι τέτοιο ουδέποτε έγινε και ότι η Ενάγουσα κατέβαλλε πάντα το τίμημα αγοράς προτού παραλάβει το αγορασθέν εμπόρευμα, δεν επέμεινε στην αρχική του θέση, χωρίς ωστόσο να δώσει οποιανδήποτε εξήγηση γιατί, προηγουμένως, προέβαλε έναν τόσο σαφή και απόλυτο ισχυρισμό. Το ίδιο παρατηρείται και αναφορικά με το πότε άρχισε ο ΜΥ1 να εργάζεται επί του εκσκαφέα. Ενώ, με σαφή και απόλυτο τρόπο ισχυρίστηκε ότι τούτο έγινε στις 17 Φεβρουαρίου 2009, ακολούθως, όταν η συνήγορος της Εναγόμενης, στη βάση της απόλυτης θέσης του, προώθησε νέα ερώτηση, όχι απλά δεν επέμεινε στον προγενέστερο απόλυτο ισχυρισμό του, αλλά επικαλέστηκε άγνοια ως προς τον χρόνο έναρξης των εργασιών του ρηθέντος υπαλλήλου, επικαλούμενος μη παρουσία του στον χώρο. Τρίτη περίπτωση, αφορά στο σημείο που ο ΜΕ1 τοποθετείτο επί των ισχυριζόμενων από αυτόν διαμειφθέντων μεταξύ του ιδίου και των λειτουργών της Εναγόμενης. Στα πλαίσια των εκεί αναφορών του, αποδέχθηκε, στη βάση πάντα δικής του σχετικής αναφοράς που αποτέλεσε μέρος της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο A), ότι οι λειτουργοί της Εναγόμενης, κατά την παράδοση σε αυτούς του εκσκαφέα, ζήτησαν 7 ημέρες χρόνο για να ελέγξουν και να εντοπίσουν το οποιοδήποτε τυχόν πρόβλημα σε σχέση με τη ηλεκτρική βλάβη που παρουσίαζε τούτος. Στη βάση δε της παραδοχής του αυτής, η συνήγορος της Εναγόμενης του υπέδειξε ότι ο ίδιος, δύο μόνο μέρες μετά που άρχισαν οι έλεγχοι από πλευράς της Εναγόμενης, τηλεφώνησε (ως ισχυρίστηκε) στην Εναγόμενη και ζητούσε ενημέρωση. Η ερώτηση αυτή, τέθηκε υπό μορφή αμφισβήτησης των σχετικών θέσεων του ΜΕ1 περί του ότι, οι μεταξύ των μερών συνεννοήσεις ήταν ξεκάθαρες και έκαστος γνώριζε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. Όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με την ερώτηση αυτή, αντιλαμβανόμενος, προφανώς, ότι η ενέργεια του να τηλεφωνήσει στις 19.02.09 (ως ο ίδιος ισχυρίστηκε) δεν συμβάδιζε με την προγενέστερη ισχυριζόμενη θέση που τον ήθελε από τις 16 - 17 Φεβρουαρίου 2009 να γνωρίζει ότι για τις υπόλοιπες 7 ημέρες θα διενεργείτο έλεγχος, άλλαξε αμέσως θέση και ισχυρίστηκε ότι η αναφορά του σε 7 ημέρες δεν αφορούσε στο χρόνο που η Εναγόμενη χρειαζόταν για να διενεργήσει τον αρχικό έλεγχό της, αλλά στο χρόνο που θα έπρεπε να αναλωθεί για να αποσυναρμολογηθεί το κιβώτιο ταχυτήτων, και δη «στο επόμενο στάδιο», όπως το χαρακτήρισε. Όμως, και η δεύτερη αυτή διαφορετική θέση του, ελέγχεται, μιας και η αναφορά περί απαίτησης από πλευράς της Εναγόμενης χρόνου 7 ημερών για να διενεργηθεί ο αρχικός έλεγχος, προβάλλεται από τον ίδιο το ΜΕ1, ως σημειώθηκε ανωτέρω, στη δική του γραπτή δήλωση, πράγμα που του υποδείχθηκε από τη συνήγορο της Εναγόμενης. Αντί, δε, η υπόδειξη αυτή της συνηγόρου να οδηγήσει το ΜΕ1 στο να αποδεχθεί την αρχική αναφορά του ως τούτη παρουσιάζεται στη γραπτή του δήλωση, Έγγραφο A, της οποίας το περιεχόμενο υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, απέδωσε τούτη (τη ρηθείσα αναφορά) σε πιθανό λάθος, επιμένοντας ότι οι 7 ημέρες χρόνος αναφέρθηκαν από την Εναγόμενη σε σχέση με το στάδιο της αποσυναρμολόγησης του κιβωτίου ταχυτήτων και όχι για τον έλεγχο που θα διενεργείτο σε σχέση με την ηλεκτρική εγκατάσταση. Επί του τελευταίου κρίνεται σημαντικό να σημειωθεί ότι, σε προγενέστερο στάδιο της μαρτυρίας ισχυρίστηκε ότι, για την αποσυναρμολόγηση του κιβωτίου ταχυτήτων, η Εναγόμενη χρειαζόταν χρόνο 10 - 15 ημερών. Ως σημειώθηκε ανωτέρω, στη μαρτυρία του ΜΕ1 παρατηρούνται και υπεκφυγές, οι οποίες, κατά την γνώμη μου, οφείλονται στην πρόθεση του να μην απαντήσει στο ερώτημα που του τίθετο. Παραδείγματος χάριν, όταν του υποδείχτηκε η επιστολή των τότε συνηγόρων της Ενάγουσας [Τεκμήριο 6 (α)] και ειδικότερα το σημείο στο οποίο γίνεται αναφορά σε συμφωνία επιδιόρθωσης και όχι ελέγχου, έχοντας, ήδη, ακριβώς πριν, αποδεχθεί ότι οι επιστολές που συντάχθηκαν από τους τότε δικηγόρους της Ενάγουσας ετοιμάστηκαν στη βάση δικών του αναφορών προς αυτούς και κατόπιν εντολής του, αντί να τοποθετηθεί και να δώσει εξήγηση ως προς τον λόγο που η μεταξύ των μερών σύμβαση χαρακτηρίζεται ως συμφωνία επιδιόρθωσης, παρέπεμψε στο περιεχόμενο της απαντητικής προς αυτήν επιστολής της Εναγόμενης [Τεκμήριο 6 (β)] και στην εκεί αναφορά περί μη συνομολόγησης σύμβασης μεταξύ των μερών. Η ίδια η υπεκφυγή, παρατηρείται και στην επόμενη ερώτηση της δικηγόρου της Εναγόμενης. Ο ΜΕ1, αντί και πάλι να τοποθετηθεί ως προς τον λόγο που η επίδικη σύμβαση χαρακτηρίζεται ως σύμβαση επιδιόρθωσης, παραπέμπει εκ νέου στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 (β). Ίδιου τύπου υπεκφυγές παρατηρούνται και στον τρόπο που ο ΜΕ1 αντιμετώπισε τις ερωτήσεις που αφορούσαν στο γεγονός ότι και στις αιτούμενες, με το γενικώς οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, θεραπείες, γίνεται αναφορά σε σύμβαση επιδιόρθωσης και όχι ελέγχου ως ο ισχυρισμός του ΜΕ
- Αντιφάσεις, και γενικά αδυναμίες, παρατηρούνται και στο μέρος εκείνο της μαρτυρίας του ΜΕ1 που άπτεται του θέματος των επικαλούμενων ζημιών της Ενάγουσας λόγω της ισχυριζόμενης παράνομης κατακράτησης του εκσκαφέα. Κατά το ΜΕ1, η Ενάγουσα, συνεπεία της δωδεκάμηνης κατακράτησης του εκσκαφέα από την Εναγόμενη, υπέστη οικονομική ζημιά, καθότι αναγκαζόταν να αναθέσει εργασίες (που θα έπρεπε να εκτελέσει η ίδια με τον επίδικο εκσκαφέα) σε τρίτα πρόσωπα, τα οποία τη χρέωναν ανάλογα. Ήταν δε η θέση του ότι, καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα, η Ενάγουσα διεκπεραίωνε τις διάφορες εργασίες της μέσω τρίτων τέτοιων προσώπων, καταβάλλοντας προς αυτούς ανάλογο τίμημα για την εκμίσθωση και χρήση εκσκαφέα. Ο ισχυρισμός του αυτός, ωστόσο, συγκρούεται, τόσο με τη σχετική δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, όσο και με άλλους δικούς του ισχυρισμούς. Και εξηγώ. Ως προκύπτει από την παράγραφο 17 της Έκθεσης Απαίτησης, η κατακράτηση του εκσκαφέα από την Εναγόμενη είχε ως αποτέλεσμα να προκληθεί αδυναμία τόσο για εκτέλεση, όσο και για υποβολή προσφορών για νέες εργασίες. Την ίδια θέση προέβαλε και ο ΜΕ1 κατά την αντεξέτασή του, όπου χαρακτηριστικά ανέφερε τα ακόλουθα: "Έναν χρόνο μου κρατούσε το μηχάνημα, έναν χρόνο δεν μπορούσα να βάλω προσφορές, είναι πολλά παραπάνω οι ζημιές που προέκυψαν από 30 χιλιάδες". Αυτές οι θέσεις, θέλουν την Ενάγουσα, σε αντιδιαστολή με την αρχική πιο πάνω θέση του ΜΕ1, να υπόκειται ζημιά λόγω απώλειας κέρδους συνεπεία αδυναμίας ανάληψης νέων εργασιών καθ' ον χρόνο ο εκσκαφέας βρισκόταν στην κατοχή της Εναγόμενης, και όχι να υπόκειται ζημιά λόγω εκτελέσεων υφιστάμενων εργασιών της Ενάγουσας από τρίτους. Επίσης, πέραν της εμφανούς αντίφασης που παρουσιάζουν οι δυο μόλις πιο πάνω εκδοχές της Ενάγουσας, και οι δυο τους, θέλουν (α) την Ενάγουσα να επικαλείται ζημιές για όλο το χρονικό διάστημα που ο εκσκαφέας βρισκόταν στην κατοχή της Εναγόμενης και δη από 17.2.2009 μέχρι και 1.3.2010 και (β) την επικαλούμενη ζημιά που σχετίζεται με ισχυριζόμενο κόστος ενοικίασης έτερου εκσκαφέα, ανά ώρα, να προσδιορίζεται, μέσω της μαρτυρίας του ΜΕ1, στα €45 την ώρα. Οι θέσεις του αυτές συγκρούονται με άλλους δικούς του σχετικούς ισχυρισμούς. Ως προς το πρώτο, κατά τον ΜΕ 1, κατά τον χρόνο παράδοσης του εκσκαφέα στην Εναγόμενη, τούτος δεν ήταν αναγκαίος για την Ενάγουσα. Χαρακτηριστικές είναι οι ακόλουθες αναφορές του, τις οποίες παραθέτω, αυτούσιες. Αναφερόμενος πάντα στον εκσκαφέα ισχυρίστηκε: «... και αποφάσισα να το πάρω εγώ στο γκαράζ, όταν δεν χρειαζόταν άμεσα το μηχάνημα για εργασίες». Επίσης, πάντα αναφερόμενος στον εκσκαφέα, αλλά και στον χρόνο που η Εναγομένη ζήτησε από τον ίδιο ώστε να διενεργήσει τους ελέγχους για διάγνωση της βλάβης που παρουσίαζε, ισχυρίστηκε «δεν μπορούσαν πιο γρήγορα, δεν είχε πρόβλημα να κάτσει το μηχάνημα, μόνο εγώ το δούλευα». Ως προς το δεύτερο πιο πάνω ισχυρισμό του περί δικαιολογημένης απαίτησης της Ενάγουσας για €45 ανά ώρα για εκμίσθωση εκσκαφέα, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι, εντός της χρέωσης των €45 ανά ώρα, περιλαμβάνεται και η μισθοδοσία του χειριστή του εκσκαφέα, καθώς επίσης και των καυσίμων του, τα οποία, ως υπηρεσίες, παρέχονται από τον τρίτο που παρέχει τον εκσκαφέα προς ενοικίαση, έξοδα δηλαδή, που εάν ο εκσκαφέας της Ενάγουσας μπορούσε να τύχει χρήσης από την τελευταία, θα τα επωμιζόταν η Ενάγουσα ούτως ή άλλως. Έχω τη γνώμη και τούτο στη βάση της εικόνας που αποκόμισα καθ' όλη την διάρκεια που ο ΜΕ1 κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι οι ισχυρισμοί του περί δικαιολογημένης απαίτησης της Ενάγουσας για €45 ανά ώρα, έγιναν με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο, ώστε, στην περίπτωση που θα αποδιδόταν σχετική με το ζήτημα θεραπεία, το συνολικό ποσό των €45 να αποτελούσε τη βάση για τον σχετικό υπολογισμό της. Σημειώνω, σχετικά, ότι, το γεγονός ότι εντός του ποσού των €45 περιλαμβάνεται και το κόστος των καυσίμων, αλλά και η μισθοδοσία του χειριστή του εκσκαφέα, προέκυψε μόνο στο στάδιο της αντεξέτασης και μόνο κατόπιν σχετικής ερώτησης της συνηγόρου της Εναγόμενης. Ακόμα, και τούτο πολύ περισσότερο για να υποδείξω την πρόθεση του ΜΕ1 να προωθήσει ισχυρισμούς ανεξαρτήτως αληθείας τους ή μη, σημειώνω και τα ακόλουθα. Προς το τέλος της αντεξέτασης του, με απόλυτο τρόπο, ανέφερε, δυο φορές, ότι εκείνο που ο ίδιος αντιλήφθηκε, ήταν ότι η Εναγόμενη δεν ήθελε να της καταβληθούν τα χρήματα του σχετικού με την επιδιόρθωση του εκσκαφέα τιμολογίου και ότι, στην πραγματικότητα, επιθυμούσε, εκδικητικά, να κατακρατήσει τον εκσκαφέα ώστε να προκαλέσει ζημιά στην Ενάγουσα. Οι σχετικές αναφορές του είναι οι εξής: «... Ήθελαν το μηχάνημα, όχι τις 5 χιλιάδες, ήθελαν να με εκδικηθούν για τη συμπεριφορά μου, κάπως έτσι το αντιλήφθηκα.», και «Εγώ αντιλήφθηκα ότι ήθελαν να μην μου δώσουν το μηχάνημα, να πληρώσω όσο ήθελαν αυτοί, με το έτσι θέλω». Οι ισχυρισμοί του αυτοί, αφενός συγκρούονται με έτερο ισχυρισμό του, αλλά και με τη λοιπή ενώπιον μου, κοινώς αποδεκτή μαρτυρία. Και εξηγώ. Σε μια εκ των τοποθετήσεών του, ο ΜΕ1, με κάθε σαφήνεια, αποδέχθηκε ότι εάν κατέβαλλε το χρηματικό ποσό των €4.600 (χρέωση σχετικού τιμολογίου), η Εναγόμενη θα παρέδιδε στην Ενάγουσα τον εκσκαφέα. Επίσης, στη βάση της υπόλοιπης ενώπιον μου, κοινώς, ως σημείωσα και ανωτέρω, αποδεκτής μαρτυρίας, η Εναγόμενη παρουσιάζεται από τα αρχικά στάδια της μεταξύ των μερών διαφοράς, να τοποθετείται σαφώς και ειδικώς ότι ο εκσκαφέας θα παραδοθεί στην Ενάγουσα άμεσα άμα την εξόφληση του σχετικού με την επιδιόρθωση του τιμολογίου. Τούτο, προκύπτει, τόσο από τα Τεκμήρια/επιστολές που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, όσο και από έτερες αναφορές του ΜΕ1, οι οποίες θέλουν την Εναγόμενη, αμέσως μετά την επιδιόρθωση του εκσκαφέα, να ξεκαθαρίζει στον ΜΕ1 ότι ο εκσκαφέας μπορεί να παραδοθεί άμεσα στην Ενάγουσα νοουμένου ότι η τελευταία θα εξοφλήσει το σχετικό με την επιδιόρθωση του τιμολόγιο της Εναγόμενης. Τέλος, κρίνω σημαντικό να σημειώσω ότι, η μαρτυρία του ΜΕ1, αντιστρατεύεται γενικότερα, και της κατ' ισχυρισμό εξέλιξης των πραγμάτων. Καμία απολύτως εξήγηση δεν έδωσε γιατί δεν προχώρησε, πριν την 1.3.2010, να εξοφλήσει το επίδικο τιμολόγιο και να λάβει κατοχή του εκσκαφέα. Ούτε εξήγησε γιατί την 1.3.2010 η Ενάγουσα έπραξε τούτο. Πως είναι δυνατό να αποδεχθώ μια εκδοχή που θέλει την Ενάγουσα, να αποδέχεται να υπόκειται τις ισχυριζόμενες ζημιές ύψους πέραν των €40.000 ενώ, με τυχόν εξόφληση του επίδικου τιμολογίου, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της, δεν θα υπόκειτο καμία ζημιά και η όλη διαφορά των μερών θα περιοριζόταν στο λογικό ή μη της χρέωσης. Καμία απολύτως εξήγηση δεν δόθηκε από τον ΜΕ1 για το θέμα αυτό. Τούτο, ως γεγονός, συνυπολογίζεται από το Δικαστήριο και σε σχέση με την κρίση του ως προς την αλήθεια των όσων ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε αναφορικά με την επικαλούμενη οικονομική ζημιά που προκλήθηκε στην Ενάγουσα συνεπεία του γεγονότος ότι ο εκσκαφέας βρισκόταν στην κατοχή της Εναγόμενης. Στη βάση των ανωτέρω, η μαρτυρία του ΜΕ1, στον βαθμό που συγκρούεται με την υπόλοιπη ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία ή αμφισβητείται από την Εναγόμενη, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. ΜΥ1, ΜΥ2 και ΜΥ3 Αν και νομολογιακά, έχει υποδειχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι θα πρέπει να αποφεύγεται η αξιολόγηση αριθμού μαρτύρων συλλήβδην, εντούτοις, στην υπό εξέταση υπόθεση, λόγω ιδιαίτερα της φύσης της μαρτυρίας, της συνάφειας της και των κοινών χαρακτηριστικών και των τριών μαρτύρων της υπεράσπισης (όλοι υπάλληλοι, τότε, της Εναγόμενης, παρουσιαζόμενοι ως μάρτυρες κοινών, ως επί το πλείστον, γεγονότων, σε κοινό χώρο εργασίας και με κοινές αντιδράσεις κατά τη δια ζώσης μαρτυρία τους), κρίνω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους με τον τρόπο που θα ακολουθήσει, δεν προσκρούει στις αρχές που διέπουν στην συγγραφή και δομή μια δικαστικής απόφασης. Και οι τρεις αυτοί μάρτυρες, μου έκαναν άριστη εντύπωση. Δεν έχω πραγματικά, καμία απολύτως αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο ανέφεραν την αλήθεια. Ενδεικτικό της ειλικρίνειας τους ήταν το γεγονός ότι δεν δίσταζαν, εκεί που η μνήμη τους τους πρόδιδε, λόγω προφανώς της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από τότε που έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα, να αποκαλύψουν την αδυναμία τους αυτή, έστω και εάν τα σχετικά ερωτήματα προς αυτούς αφορούσαν ζητήματα ουσιαστικά και πολύ σημαντικά για την κρίση της παρούσας αγωγής. Πρέπει επίσης να σημειώσω ότι, τουλάχιστον οι δυο εκ των τριών μαρτύρων υπεράσπισης (ΜΥ2 και ΜΥ3), είναι πρόσωπα που σήμερα δεν εργοδοτούνται στην Εναγόμενη. Ο δε ΜΥ2, ως εκ της σημερινής του απασχόλησης, αποτελεί, στην ουσία, ανταγωνιστή της Εναγόμενης. Πρόκειται για μάρτυρες, οι οποίοι προώθησαν, εκεί που η μνήμη τους, τους βοηθούσε, σαφείς ισχυρισμούς και ξεκάθαρες θέσεις, χωρίς να καταφεύγουν σε υπεκφυγές και οι απαντήσεις τους δίδονταν με αμεσότητα και σιγουριά και δη με τρόπο που αναμένεται να δίνονται απαντήσεις από ένα πρόσωπο που λέει την αλήθεια. Όλοι οι μάρτυρες της υπεράσπισης, εκεί που προέβαλαν σημαντικούς και ουσιώδεις ισχυρισμούς για τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, ήταν αρκούντως κατατοπιστικοί, δίδοντας όλες εκείνες τις λεπτομέρειες και επεξηγήσεις, καθιστώντας έτσι το έργο του Δικαστηρίου να εξετάσει την ορθότητα των ισχυρισμών τους εύκολο. Πλείστοι δε ουσιαστικοί ισχυρισμοί τους παρέμειναν αναντίλεκτοι, καθώς επίσης, και ισχυρισμοί τους που έρχονταν σε πλήρη σύγκρουση με τους σχετικούς ισχυρισμούς του ΜΕ1, δεν αντιμετωπίστηκαν με υποβολές που να θέλουν τούτους να είναι αναληθείς και/ή μη ανταποκρινόμενοι στην πραγματικότητα. Επίσης, εκεί που οι ισχυρισμοί του ενός μάρτυρα αφορούσαν γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε και άλλος μάρτυρας υπεράσπισης, παρατηρείται συμφωνία, εις τρόπον, ακριβώς, που επιβεβαιώνεται η αλήθεια του ισχυρισμού. Τούτο, ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά, παρατηρείται στις διάφορες αναφορές των μαρτύρων υπεράσπισης ως προς τις φορές που ο ΜΕ1 επισκέφθηκε το συνεργείο της Εναγόμενης, τις όποιες εκεί αναφορές του και γενικά την συμπεριφορά του, ακόμα και το στάδιο στο οποίο βρίσκονταν οι εργασίες της Εναγόμενης επί του εκσκαφέα κατά τον χρόνο των επισκέψεων αυτών. Η δε αντίθετη εισήγηση του συνηγόρου της Ενάγουσας που θέλει τη μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης να παρουσιάζει αντιφάσεις μεταξύ της, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Παραδείγματος χάριν, η αναφορά του ΜΥ3 ότι ο ΜΕ1 ανέφερε προς τον ΜΥ2 τη φράση "προχωράτε προχωράτε", δεν συγκρούεται με τις σχετικές θέσεις του ΜΥ
- Και τούτο γιατί, μπορεί ο ΜΥ2 να μην αναφέρθηκε στην ακριβή φράση του ΜΕ1, ωστόσο, σε πλήρη συμφωνία με τα όσα του αποδίδει η μόλις πιο πάνω αναφερόμενη φράση, ανέφερε ότι ο ΜΕ1 έδωσε τη συγκατάθεση του στο να προχωρήσουν οι διορθωτικές εργασίες επί του εκσκαφέα. Το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με τους ισχυρισμούς του ΜΥ3 που θέλουν τον ΜΕ1, και στις δυο περιπτώσεις που είχε την ευκαιρία να ακούσει τα όσα τούτος ανέφερε, να είναι ήρεμος και να μην διαμαρτύρεται. Οι θέσεις αυτές του ΜΥ3 δεν συγκρούονται με τις σχετικές με το ζήτημα θέσεις των ΜΥ1 και ΜΥ
- Ποτέ οι δυο αυτοί μάρτυρες υπεράσπισης δεν ισχυρίστηκαν ότι οι όποιες αντιδράσεις του ΜΕ1 και οι όποιες διαφωνίες τυχόν εξέφρασε ήταν συνεχείς και έντονες. Παραδείγματος χάριν, ο ΜΥ1 απλά ανέφερε ότι η μόνη διαμαρτυρία του ΜΕ1 αφορούσε σε υποβολή παραπόνου περί το ότι δεν περατώθηκαν ακόμη οι εργασίες επιδιόρθωσης του εκσκαφέα, χωρίς να αναφερθεί στο έντονο της παρατήρησης. Όσον δε αφορά στον ΜΥ2, τοποθετεί τις όποιες έντονες αντιδράσεις του ΜΕ1, σε χρόνο μετά την επιδιόρθωση του εκσκαφέα και δη στο άκουσμα του ύψους της χρέωσης και όχι προηγουμένως, και δη όχι κατά τις επισκέψεις στις οποίες αναφέρθηκε ο ΜΥ
- Ως προς δε τη θέση του ΜΥ2 περί του ότι η βλάβη αφορούσε στη 2η και 4η ταχύτητα για έμπροσθεν κίνηση του εκσκαφέα και όχι για τη όπισθεν, ως ισχυρίστηκαν οι ΜΕ1 και ΜΥ1, τούτη δεν κρίνεται ικανή να ανατρέψει τη θετικότατη εικόνα που αποκόμισα για αυτόν, ούτε και μπορεί να αποτελέσει τη βάση για κρίση περί αναξιοπιστίας του, ως εισηγείται ο συνήγορός της ενάγουσας. Πέραν του επουσιώδους του ζητήματος στο οποίο αφορά, ο ισχυρισμός του αυτός βασίστηκε και στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13 που θέλει τα εξαρτήματα που αντικαταστάθηκαν να αφορούν στις ταχύτητές με τις οποίες επιτυγχάνεται η έμπροσθεν κίνηση του εκσκαφέα. Ήταν στη ουσία θέση που στηρίχθηκε πολύ περισσότερο στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13 (του οποίου δεν είναι ο συντάκτης) παρά στην ειδική μνήμη του επί του προκειμένου. Ως σημείωσα και ανωτέρω, δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι και οι τρεις μάρτυρες της υπεράσπισης ανέφεραν στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια επί των γεγονότων που ήρθαν στην αντίληψη τους και για τα οποία η μνήμη τους, τους βοηθούσε να εκφραστούν με σαφήνεια και επάρκεια. Κατά συνέπεια, τη σχετική, για την κρίση επί των υπό αμφισβήτηση επιδίκων ζητημάτων, μαρτυρία των ΜΥ1, ΜΥ2 και ΜΥ3, την αποδέχομαι στο σύνολο της. Τελικά ευρήματα Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας, πέραν των ευρημάτων στα οποία προέβηκα στο αρχικό στάδιο της παρούσας απόφασης υπό το φως της κοινώς αποδεκτής μαρτυρίας, προβαίνω και στα ακόλουθα επιπρόσθετα, τελικά πλέον ευρήματα. Κατά τις 16 ή 17 Φεβρουαρίου 2009, ο ΜΕ1, εκ μέρους της Ενάγουσας (διευθυντής της), μετέφερε τον εκσκαφέα της με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧ Χ75, στο συνεργείο της Εναγόμενης ώστε τούτος να επιδιορθωθεί αναφορικά με τη βλάβη που παρουσίαζε το σύστημα ταχυτήτων και ειδικότερα την αδυναμία εφαρμογής της δεύτερης και της τέταρτης ταχύτητας. Ενόψει της κοινώς αποδεκτής και αδιαμφισβήτητης βλάβης που παρουσίαζε ο εκσκαφέας, δεν κρίνεται σημαντική η τελική απόφανση ως προς το κατά πόσο τούτη (η βλάβη) αφορούσε τις ταχύτητες για έμπροσθεν ή για όπισθεν κίνηση και κατά συνέπεια δεν θα με απασχολήσει άλλο το θέμα αυτό. Κατά την παράδοση του εκσκαφέα στην Εναγόμενη, η κοινή αντίληψη όλων ήταν ότι τούτος παραδίδεται με σκοπό τη διάγνωση ως προς τη βλάβη, αλλά και την επιδιόρθωση της. Παρά τη σαφή αυτή αντίληψη, εντούτοις, συνεπεία του γεγονότος ότι ο ΜΕ1, κατά καιρούς, επισκεπτόταν το συνεργείο της Εναγόμενης, αλλά και είχε τηλεφωνικές επαφές με τους λειτουργούς της, ενημερωνόταν για την πορεία των εργασιών καθώς επίσης και για τις κατά καιρούς διαγνώσεις ως προς τη βλάβη, αλλά και αναφορικά με τις αναγκαίες εργασίες που υπολείπονταν να γίνουν ώστε να επιτευχθεί η επιδιόρθωσή της. Κατόπιν δε των σχετικών αυτών ενημερώσεων, ο ΜΕ1 έδιδε οδηγίες προς την Εναγόμενη και δη στους διάφορους υπαλλήλους με τους οποίους συνομιλούσε όπως προχωρήσουν στην επιδιόρθωση του εκσκαφέα. Τέτοιου είδους ενημερώσεις από την μια πλευρά και συγκαταθέσεις από την άλλη, γίνονταν και τηλεφωνικά στα πλαίσια τηλεφωνικών συνδιαλέξεων που είχαν υπάλληλοι της Εναγόμενης με τον ΜΕ
- Στα πλαίσια των εργασιών για επιδιόρθωση της βλάβης στο σύστημα ταχυτήτων του εκσκαφέα, διεφάνη ότι το ηλεκτρονικό του σύστημα παρουσίαζε και έτερη βλάβη που αφορούσε στον τρόπο λειτουργίας των φώτων πορείας, αλλά και του συστήματος θέρμανσης. Για τούτη ενημερώθηκε ο ΜΕ1, ο οποίος έδωσε οδηγίες όπως επιδιορθωθεί και αυτή. Όταν εν τέλει επιδιορθώθηκαν όλες οι ανωτέρω βλάβες του εκσκαφέα, και το μόνο που παρέμεινε ήταν η τοποθέτηση ενός άξονα, ο οποίος τη δεδομένη στιγμή δεν βρισκόταν στο αποθεματικό της Εναγόμενης και, κατά συνέπεια, παραγγέλθηκε από τον προμηθευτή, στην εκεί παρουσία του ΜΕ1 παραδόθηκε σε αυτόν το σχετικό με την επιδιόρθωση τιμολόγιο. Εκεί, ο ΜΕ1 διαμαρτυρήθηκε, για πρώτη φορά, επικαλούμενος ότι οι αναφερόμενες σε αυτό εργασίες δεν έγιναν και όπως ο ΜΥ2 αποσυναρμολογήσει εκ νέου τα κιβώτια του εκσκαφέα, ώστε να επιβεβαιώσει, ιδίοις όμασσι, ότι οι αναγραφόμενες επί του τιμολογίου εργασίες και εξαρτήματα όντως έγιναν και τοποθετήθηκαν, αντίστοιχα και ότι οι εργατοώρες που χρεώθηκαν δικαιολογούνται στη βάση του εύρους των εργασιών. Η απαίτηση του αυτή, δεν ικανοποιήθηκε, μιας και ο ίδιος γνώριζε, τόσο για το εύρος της εργασίας που εκτελέστηκε, όσο και για το είδος και αριθμό των εξαρτημάτων που χρησιμοποιήθηκαν, στη βάση των προηγούμενων σχετικών ενημερώσεων που του γίνονταν. Ήταν ακόμη ενήμερος και ως προς το αναμενόμενο κόστος της επιδιόρθωσης, μιας κατά την τελευταία, προ της επιδιόρθωσης του εκσκαφέα, επίσκεψη του, έτυχε σχετικής πληροφόρησης από τον ΜΥ
- Ο ΜΕ1 ως εκπρόσωπος της Ενάγουσας είχε και στο παρελθόν συνδιαλλαχθεί με την Εναγόμενη και πάντα, για κάθε τέτοια συναλλαγή του, εξοφλούσε το σχετικό τιμολόγιο της Εναγόμενης και ακολούθως παραλάμβανε το αγορασθέν εμπόρευμα. Η μεταξύ των μερών επίδικη συμφωνία δεν περιείχε όρο που να επιτρέπει στην Ενάγουσα να λάβει τις υπηρεσίες της Εναγόμενης επί πίστωση, ούτε και να παραλάβει τον εκσκαφέα διορθωμένο, προτού καταβάλει το αντίτιμο για το κόστος επιδιόρθωσης του. Πρόταση που έγινε στην Ενάγουσα από πλευράς της Εναγόμενης, ώστε η πρώτη, να παραλάβει τον εκσκαφέα διορθωμένο καταβάλλοντας μόνο €2.000 αρχικά και το υπόλοιπο ποσό των €2.600 να καταβληθεί διά δυο μεταχρονολογημένων επιταγών σε βάθος χρόνου 6 μηνών, δεν έγινε δεκτή από την Ενάγουσα. Για σκοπούς επιδιόρθωσης του εκσκαφέα, η Εναγόμενη, μέσω υπαλλήλων της (μεταξύ των οποίων και οι ΜΥ1, ΜΥ2 και ΜΥ3), ανάλωσε μεγάλο αριθμό εργατοωρών, μόχθου και δεξιότητα, καθώς επίσης και υπέστη ζημιά για την αγορά των αναγκαίων, για αντικατάσταση, εξαρτημάτων, τα οποία τοποθετήθηκαν επ' αυτού. Η Ενάγουσα, πέραν του γεγονότος ότι δεν αποδέχτηκε την όποια πρόταση της έγινε για σκοπούς ευκολίας πληρωμής του επίδικου τιμολογίου, ουδέποτε, πριν την 1.3.2010 υπέβαλε οποιαδήποτε πρόταση για καταβολή, έστω μέρους του κόστους επιδιόρθωσης του. Η πρώτη φορά που η Ενάγουσα προθυμοποιήθηκε να καταβάλει χρήματα έναντι της επιδιόρθωσης του εκσκαφέα ήταν την 1.3.2010, όταν, και με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της, εξόφλησε το επίδικο τιμολόγιο και άμεσα έλαβε κατοχή εκ νέου του εκσκαφέα. Η όποια απώλεια κέρδους και/ή πρόκληση ζημιάς στην Ενάγουσα, καθ' ον χρόνο ο εκσκαφέας βρισκόταν στην κατοχή της Εναγόμενης, παρέμειναν άγνωστες στο Δικαστήριο, μιας και καμία αποδεκτή για τούτες μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.[4] Υπαγωγή ευρημάτων στο σχετικό νομικό πλαίσιο Στη βάση των πιο πάνω τελικών ευρημάτων μου, καθώς επίσης και του σχετικού με αυτά νομικού πλαισίου, κρίνω ότι η Ενάγουσα δεν κατάφερε να αποδείξει την υπόθεση της, μιας και δεν κατάφερε να αποδείξει το βασικό ισχυρισμό της ότι η Εναγόμενη ενέργησε κατά παράβαση της μεταξύ των μερών συμφωνίας και δη ότι προχώρησε και επιδιόρθωσε τον εκσκαφέα χωρίς την συγκατάθεση και σχετική εντολή της Ενάγουσας. Και τούτο γιατί, ως σημειώθηκε ανωτέρω, στα πλαίσια παράθεσης των τελικών ευρημάτων μου, η επίδικη μεταξύ των μερών συμφωνία δεν εμπεριείχε τον επικαλούμενο από την Ενάγουσα όρο. Τουναντίον, ως έγινε δεχτό, μέρος των όρων της συμφωνίας των μερών ήταν ότι ο εκσκαφέας παρουσιάστηκε και παραδόθηκε στην Εναγόμενη με σκοπό τη διάγνωση της βλάβης και τη μετέπειτα επιδιόρθωσή της με εξυπακουόμενη υποχρέωση της Ενάγουσας να καταβάλει το τίμημα του κόστους επιδιόρθωσης. Στην πορεία δε των πραγμάτων, ως, επίσης, έγινε δεχτό, κατά καιρούς, η Ενάγουσα, μέσω του ΜΕ1, έδιδε εντολές για συνέχιση και διεκπεραίωση των επιδιορθωτικών εργασιών. Με δεδομένη δε την κοινή αντίληψη των δυο μερών, ως τούτη σημειώθηκε στα αρχικά στάδια της παρούσας απόφασης, ότι η Εναγόμενη είχε δικαίωμα σε επίσχεση του εκσκαφέα στην περίπτωση που το Δικαστήριο απορρίψει την εισήγηση της Ενάγουσας περί σύμβασης των μερών μόνο για έλεγχο και διάγνωση της βλάβης, η τύχη της αγωγής είναι προδιαγεγραμμένη. Ωστόσο, εντελώς επιγραμματικά και για σκοπούς πληρότητας, στη βάση της σχετικής με το ζήτημα του δικαιώματος επίσχεσης νομοθεσίας και νομολογίας (βλ. άρθρο 128 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, που ρυθμίζει τα ειδικά δικαιώματα επισχέσεως θεματοφύλακα (lien by a bailee), σχόλιο των Pollock & Mulla Indian Contract & Specific Relief Acts, 9η έκδοση, σελ. 678 μέχρι 680 για το άρθρο 170 του Ινδικού Νόμου περί Συμβάσεων που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 128 Κεφ. 149, Green v. All Motors Ltd
(1917)1 K.B 625, Tappenden v. Artus
(1963)3 All E.R. 213 και Halsbury' s Laws of England 5th edition Vol 68 par. 801 and sec) και των εκεί αναφερόμενων προϋποθέσεων που πρέπει να ικανοποιήσει ο διάδικος που επικαλείται ένα τέτοιο δικαίωμα, κρίνω ότι τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή, στη βάση των πιο πάνω τελικών μου ευρημάτων δικαιολογούν την ενέργεια της Εναγόμενης να κατακρατήσει τον εκσκαφέα μέχρι και την αποπληρωμή του σχετικού με την επιδιόρθωση της βλάβης τιμολογίου. Κρίση επί των αποζημιώσεων στη περίπτωση που η μαρτυρία της Ενάγουσας γινόταν δεκτή. Η άποψη του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσο (στην περίπτωση που η κρίση του θα ήταν ότι η Εναγόμενη δεν είχε δικαίωμα επίσχεσης επί του εκσκαφέα), η Ενάγουσα θα δικαιούτο σε οποιαδήποτε αποζημίωση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, και πάλι θα ήταν αρνητική, μιας και η Ενάγουσα δεν κατάφερε να παρουσιάσει επαρκή μαρτυρία, ώστε να μπορεί να γίνει ασφαλής προσδιορισμός της όποιας υλικής ζημιάς υπέστη. Και τούτο γιατί, και αποδεκτή να γινόταν η μαρτυρία του ΜΕ1, στον βαθμό που αυτή αφορούσε στην ισχυριζόμενη ζημιά και/ή απώλεια κέρδους που υπέστη η Ενάγουσα, τούτη ήταν εντελώς γενική και αόριστη και σε αρκετά σημεία της, σε σύγκρουση με σχετικές δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας. Ως υπόβαθρο δε, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων ή έστω συμπερασμάτων ως προς την ισχυριζόμενη ζημιά της Ενάγουσας. Ενδεικτικά σημειώνω την πάγια αναφορά του ΜΕ1 περί της ανάγκης ενοικίασης εκσκαφέα από τρίτο στην τιμή των €45 την ώρα, το οποίο ποσό, ως ο ίδιος δέχτηκε, εμπεριέχει το κόστος των καυσίμων, καθώς επίσης και τη μισθοδοσία του χειριστή του, κόστα, τα οποία θα επωμιζόταν η Ενάγουσα, εν πάση περιπτώσει, εάν και εφόσον εκτελούσε τις εργασίες με τον επίδικο εκσκαφέα. Τα κόστα δε αυτά δεν προσδιορίστηκαν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, με αποτέλεσμα η όποια μαθηματική πράξη να είναι αδύνατη για τον υπολογισμό της όποιας απώλειας κέρδους. Επίσης, σημειώνεται, σχετικά, ότι, τα διάφορα τεκμήρια, τα οποία κατατέθηκαν προς υποστήριξη, είτε του ισχυρισμού ότι η Ενάγουσα χρεώθηκε από τρίτους συγκεκριμένα ποσά για ενοικίαση και χρήση εκσκαφέα, είτε για απόδειξη του ισχυρισμού ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα η Ενάγουσα εκτελούσε εργασίες του Δημόσιου ή άλλως πως, επίσης δεν μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για σχηματισμό κρίσης σχετικής με το ζήτημα της ισχυριζόμενης ζημιάς της Ενάγουσας. Και τούτο γιατί, αφενός ως προς τις προσφορές και/ή συμβόλαια που υπέγραψε η Ενάγουσα, ο ΜΕ1 δεν μπορούσε να τοποθετηθεί εάν κατά τον επίδικο χρόνο υπολείπονταν να διενεργηθούν οποιεσδήποτε εργασίες στα πλαίσια των ρηθέντων συμβάσεων της Ενάγουσας, και αφετέρου γιατί, δεν δόθηκε καμία απολύτως διευκρινιστική και/ή διαφωτιστική μαρτυρία από πλευράς της Ενάγουσας αναφορικά με το γιατί δεν μπορούσαν οι όποιες τέτοιες ισχυριζόμενες εργασίες της να διεκπεραιωθούν από τον μικρότερο εκσκαφέα που σύμφωνα με τον ΜΕ1 κατείχε η Ενάγουσα. Το ίδιο συμβαίνει και για τις όποιες εργασίες τυχόν η Ενάγουσα εκτελούσε και για τις οποίες αναγκάστηκε, ως ισχυρίστηκε ο ΜΕ1, να λάβει υπηρεσίες από τρίτους. Ούτε για αυτές τις εργασίες, πέραν του περιεχομένου των διάφορων αποδείξεων πληρωμής και/ή τιμολογίων που κατατέθηκαν από πλευράς του ΜΕ1, αναφέρθηκε οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος της ορθότητας και βασιμότητας του ισχυρισμού περί πραγματικής ανάγκης της Ενάγουσας να αναζητήσει και να λάβει τέτοιες υπηρεσίες και κατ' επέκταση, σε πλήρη όμως συνάφεια, περί της αδυναμίας της να παρέχει τούτες η ίδια με τον έτερο εκσκαφέα που κατείχε. Στα πιο πάνω σημειώνω και το γεγονός ότι, τουλάχιστον δικογραφικά, αυτό που προβάλλεται από πλευράς της Ενάγουσας είναι ότι η κατακράτηση του εκσκαφέα από την Εναγόμενη της προκάλεσε οικονομική ζημιά καθότι την κατέστησε μη δυνάμενη να υποβάλει προσφορές και να εκτελέσει νέες εργασίες, και όχι ότι την εξανάγκασε να προβεί σε περαιτέρω έξοδα για σκοπούς εκτέλεσης υφιστάμενων εργασιών της (βλ. παράγραφο 17 της Έκθεσης Απαίτησης). Επιπροσθέτως, υποδεικνύεται και το γεγονός ότι η Ενάγουσα, υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, είχε τη λογική και νομική υποχρέωση μέσω ενδεχομένως της εξόφλησης του τιμολογίου της Εναγόμενης, έστω με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της, ως εν τέλει έπραξε, να μετριάσει την οποιαδήποτε ζημιά της και όχι να επαναπαυθεί στον ισχυρισμό της, ο οποίος ενδεχομένως να σχηματίστηκε στη βάση και σχετικής νομικής συμβουλής που έλαβε, ότι η Εναγόμενη δεν νομιμοποιείτο να κατακρατεί τον εκσκαφέα και ακολούθως να συνεχίσει να υπόκειται την ισχυριζόμενη ζημιά την οποία διεκδικεί μέσω της παρούσας αγωγής. Στον βαθμό δε που με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα επιζητεί γενικές αποζημιώσεις, τίποτα σχετικό δεν αναφέρθηκε από πλευράς του συνήγορου της, κατά την αγόρευσή του, ούτε και τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που θα δικαιολογούσε την απόδοση μιας τέτοιας θεραπείας. Κατάληξη Στη βάση των ανωτέρω, η παρούσα αγωγή απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν βλέπω κανέναν λόγο γιατί τούτα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής κατ' εφαρμογή του σχετικού με αυτά κανόνα και κατά συνέπεια, τούτα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Το συνολικό ποσό που κατεβλήθη την 1.03.10 στην Εναγόμενη για παραλαβή του εκσκαφέα ανέρχετο στα €5.388,61. Κατά την Ενάγουσα, η Εναγόμενη νομιμοποιείτο να απαιτεί για την όποια ενέργεια και ή εργασία της επί του εκσκαφέα €2.388,61, και κατά συνέπεια θεωρεί το ποσό των €3.000 ως αδικαιολογήτως χρεωθέν από την Εναγόμενη. [2] Υπογράμμιση δική μου [3] Υπογράμμιση δική μου [4] Μοναδική σχετική μαρτυρία δόθηκε από τον ΜΕ1, η οποία και δεν έγινε δεκτή. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο