ΚΡΑΣΙΑ κ.α. ν. ΜΑΛΛΟΥΠΑ, Αρ. Αγωγής: 3111/2010, 17/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A507 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 3111/2010 Μεταξύ:
- XXXX ΚΡΑΣΙΑ
- XXXXX ΚΡΑΣΙΑΣ Ενάγοντες Και XXXXX ΜΑΛΛΟΥΠΑ Εναγομένου Ημερομηνία: 17 Σεπτεμβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες : Κος Χρ. Χρυσάνθου Για τον Εναγόμενο : Κος Α. Κορομίας ΑΠΟΦΑΣΗ Η Απαίτηση Με την υπό τoν ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, οι Ενάγοντες 1 και 2 (πρόκειται για συζύγους), επιδιώκουν την έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγόμενου για αποζημιώσεις, στη βάση επικαλούμενης αμέλειας, βάση, άρρηκτα συνυφασμένη με τροχαίο ατύχημα που επεσυνέβη στις 06.11.2008 και ώρα 09:20 π.μ. στο Παλαιομέτοχο της Επαρχίας Λευκωσίας. Πιο συγκεκριμένα, η Ενάγουσα 1 (στο εξής «η Ενάγουσα»), ως ιδιοκτήτρια του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX33, το οποίο, κατά τη μέρα του επίδικου ατυχήματος οδηγείτο από τον Ενάγοντα 2 (στο εξής «ο Ενάγοντας»), επιζητεί, από τον Εναγόμενο ειδικές αποζημιώσεις ύψους €8.221,02 (στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται και ποσό ύψους €7.745,02, που αποτελεί το κόστος επιδιόρθωσης των ζημιών του οχήματός της), ενώ ο Ενάγοντας, γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, πόνους και ταλαιπωρία που με βάση την Έκθεση Απαίτησης υπέστη, πλέον €557 ως ειδικές αποζημιώσεις για επίσκεψη στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών ιδιωτικού Νοσοκομείου και διάφορα άλλα ιατρικά έξοδα και έξοδα έκδοσης ιατρικού πιστοποιητικού. Η Υπεράσπιση Ο Εναγόμενος, με την Υπεράσπισή του αποδέχεται πλήρως την ευθύνη για το επίδικο ατύχημα, πλην όμως αρνείται τους λοιπούς ισχυρισμούς που αφορούν στο είδος και ύψος των επιζητούμενων αποζημιώσεων. Ως προς δε τη θέση της Ενάγουσας ότι δικαιούται, ως μέρος των ειδικών αποζημιώσεων, και το ποσό των €7.745,02 (κόστος επιδιόρθωσης), προβάλλει τη θέση ότι, συνεπεία του επίδικου ατυχήματος το όχημά της καταστράφηκε ολοσχερώς (total loss), με αποτέλεσμα η όποια δικαιολογημένη, σχετική με τις ζημιές του οχήματός της, αποζημίωση, να περιορίζεται στο ποσό των €6.000 που αποτελεί τη διαφορά μεταξύ της εκτιμημένης, προ του ατυχήματος, αγοραίας αξίας του οχήματός της (€8.500) και της μετά του ατυχήματος αξίας του (€2.500 - salvage value). Προς τούτο δε, ο Εναγόμενος προβάλλει και τη θέση ότι η Κεντρική Ασφαλιστική εταιρεία που παρείχε σ' αυτόν κάλυψη (στο εξής «η Κεντρική»), με επιταγή της ημερομηνίας 28/05/2009, ύψους €6.500, επιχείρησε να καλύψει, εκ μέρους του, την όποια ζημιά της Ενάγουσας, πλην όμως, η τελευταία επέστρεψε τούτη πίσω. Η Απάντηση Οι Ενάγοντες, με την απάντησή τους, απορρίπτουν τον ισχυρισμό του Εναγόμενου περί λογικής αποζημίωσης της Ενάγουσας για ποσό χαμηλότερο από το απαιτούμενο, και ισχυρίζονται ότι το συνεργείο της Cyprus Import Corporation Ltd (εισαγωγέας των οχημάτων Mercedes, ως και το όχημα της Ενάγουσας ‑ στο εξής «η CIC»), στο οποίο και μεταφέρθηκε το όχημα της Ενάγουσας, επιδιόρθωσε τούτο στη βάση συμφωνίας με την Κεντρική και ότι, μετά την έναρξη των επιδιορθωτικών εργασιών και/ή μετά τη συμπλήρωσή τους, η ρηθείσα ασφαλιστική εταιρεία αναίρεσε τα συμφωνηθέντα. Περιορισμός Επίδικων Ζητημάτων Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, κατόπιν σχετικών δηλώσεων των συνηγόρων των μερών, τα επίδικα ζητήματα περιορίστηκαν κατά πολύ, με αποτέλεσμα, πλέον, ως μοναδικό υπό αμφισβήτηση επίδικο ζήτημα, να παραμένει το κατά πόσο η Ενάγουσα, ως μέρος των αποζημιώσεων (που ούτως ή άλλως θα της επιδικαστούν), δικαιούται και στο ποσό των €7.745,02 το οποίο αποτελεί το κόστος επιδιόρθωσης των ζημιών του οχήματός της ή μόνο στο περιορισμένο ποσό που εισηγείται ο Εναγόμενος, στη βάση της θεώρησής του ότι το όχημα της κατεστράφη ολοσχερώς. Ως προς τα λοιπά επίδικα ζητήματα, πάντα στη βάση των πιο πάνω αναφερόμενων κοινώς αποδεκτών δηλώσεων των συνηγόρων, τούτα έχουν ως ακολούθως: · Ο Ενάγοντας δικαιούται σε ειδικές μόνο αποζημιώσεις ύψους €
- · Οι επιζητούμενες από αυτόν γενικές αποζημιώσεις, εγκαταλείφθηκαν. · Το κόστος επιδιόρθωσης του οχήματος της Ενάγουσας, ανεξαρτήτως αν τούτο, υπό τις περιστάσεις, θα έπρεπε να θεωρηθεί ως ασύμφορο (ζήτημα, το οποίο, ως σημειώθηκε ανωτέρω, παραμένει επίδικο), ανήλθε στο ποσό των €7.745,
- · Η Ενάγουσα, πέραν των όποιων αποζημιώσεων θα τις επιδικαστούν για τις άμεσες ζημιές που υπέστη το όχημά της, δικαιούται και σε επιπρόσθετες, σχετικές με την απώλεια χρήσης του, ειδικές αποζημιώσεις ύψους €495[1]. · Το κόστος για την επιδιόρθωση του οχήματος της Ενάγουσας από το συνεργείο της CIC, τα κατέβαλε η Atlantic Insurance Public Co Ltd (ασφαλιστική εταιρεία που παρείχε κάλυψη στους Ενάγοντες σε σχέση με το επίδικο όχημα - στο εξής «η Atlantic»), Υπό το φως των ανωτέρω, ως εξάλλου σημειώθηκε προηγουμένως, το μόνο υπό αμφισβήτηση επίδικο, επί των αιτούμενων θεραπειών, ζήτημα, αφορά στο ύψος των αποζημιώσεων που θα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ της Ενάγουσας σε σχέση με τις άμεσες ζημιές που προκλήθηκαν επί του οχήματός της συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος. Επίδικα υπό αμφισβήτηση ζητήματα, υπάρχουν και σε σχέση (α) με τη συμπεριφορά των διαδίκων, καθ' ον χρόνο το όχημα της Ενάγουσας βρισκόταν στο συνεργείο για επιδιόρθωση, αλλά και (β) με την προ του ατυχήματος αγοραία αξία του. Ως προς το (α), το επίδικο ερώτημα αφορά στο κατά πόσο ο Εναγόμενος νομιμοποιείται να αρνείται να καταβάλει το κόστος επιδιόρθωσης του οχήματος της Ενάγουσας, στη βάση της υπό αμφισβήτηση (από τον Εναγόμενο) θέσης των Εναγόντων ότι, εκ μέρους του, η Κεντρική, συμφώνησε με το συνεργείο όπως προχωρήσει στην επιδιόρθωσή του αναλαμβάνοντας το κόστος της. Ως προς το (β), το επίδικο ερώτημα αφορά στο κατά πόσο οι εκτιμητές που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου βοήθησαν στο να προκύψει δικαστική κρίση ως προς την προ του ατυχήματος αγοραία αξία του οχήματος της Ενάγουσας, και αν ναι, ποια είναι τούτη. Ακροαματική Διαδικασία Οι Ενάγοντες, προς απόδειξη της υπόθεσής τους παρουσίασαν πέντε μάρτυρες. Ειδικότερα, τον Ενάγοντα (ΜΕ1), τον XXXXX Τσιελεπή (ΜΕ2), τον XXXXX Στυλιανού (ΜΕ3), τον XXXXX Ελληνίδη (ΜΕ4) και τον XXXXX Νικηφόρου (ΜΕ5). Για την υπόθεση του Εναγόμενου, κατέθεσε ενόρκως μόνο ο XXXXX Αγαθαγγέλου (ΜΥ1). Συνοπτική Παράθεση Μαρτυρίας Συνεπεία του περιορισμού των επίδικων ζητημάτων, ακολούθως θα παραθέσω, συνοπτικά, το μέρος της μαρτυρίας των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο αφορά στα και/ή σχετίζεται με τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα. ΜΕ1 Μοναδικός, σχετικός με τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα, ισχυρισμός του ΜΕ1, είναι αυτός που τον θέλει, μετά το ατύχημα, να δίδει οδηγίες (πάντα όμως υπό την ιδιότητα του αντιπροσώπου της Ενάγουσας),όπως το όχημα της Ενάγουσας μεταφέρεται στο συνεργείο της CIC, με εντολή όπως τούτο επιδιορθωθεί και για το κόστος επιδιόρθωσής του, αναζητηθεί πληρωμή από τις ασφαλιστικές εταιρείες που παρείχαν κάλυψη στα ενεχόμενα οχήματα (το όχημα της Ενάγουσας ήταν υπό περιεκτική ασφαλιστική κάλυψη). Όπως ισχυρίστηκε, ουδέποτε τον απασχόλησε το ζήτημα του κόστους επιδιόρθωσής του οχήματος, καθότι, αυτό αφορούσε ζήτημα, που, κατά τον ίδιο, απασχολούσε τις ασφαλιστικές εταιρείες. Εξού και ενημέρωσε τη CIC αναφορικά με τις ασφαλιστικές εταιρείες που παρείχαν κάλυψη στους ενεχόμενους οδηγούς. Υποστήριξε, Σχετικά, ότι, λόγω διαφωνίας των ασφαλιστικών εταιρειών, τελικά, το κόστος επιδιόρθωσης του οχήματος καταβλήθηκε από την Atlantic και η σχετική με αυτό επιζητούμενη, με τη παρούσα αγωγή, θεραπεία, προωθείται ώστε να αποζημιωθεί η ρηθείσα ασφαλιστική εταιρεία. Σημαντικό, επίσης, κρίνεται να αναφερθεί ότι, κατά τον ΜΕ1, το όχημα της Ενάγουσας αγοράστηκε, ως καινούργιο, το 2004, στην τιμή των Λ.Κ.20.
- ΜΕ2 Ως ΜΕ2, παρουσιάστηκε ο κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, εσωτερικός εκτιμητής της Atlantic, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι, περί τον Νοέμβριο του έτους 2008, σε χρόνο μετά που επεσυνέβη το ατύχημα, του δόθηκαν οδηγίες από την εργοδότρια εταιρεία του όπως προβεί σε εκτίμηση των ζημιών του οχήματος της Ενάγουσας, εκτίμηση στην οποία και προέβη (πρόκειται για το Τεκμήριο 4 ενώπιον του Δικαστηρίου). Ως ανέφερε, αρχικά επισκέφθηκε το συνεργείο της CIC και επιθεώρησε το όχημα της Ενάγουσας και προέβη σε μια αρχική εκτίμηση του κόστους επιδιόρθωσής του. Κατόπιν, και αφού πλέον η CIC ήταν σε θέση να τον ενημερώσει επακριβώς για τα εξαρτήματα που θα έπρεπε να αντικατασταθούν (είχαν ήδη αποσυναρμολογηθεί τα επηρεασμένα από τη σύγκρουση εξωτερικά μέρη του αμαξώματος του οχήματος), καθώς επίσης και τις επιδιορθωτικές εργασίες που έπρεπε να γίνουν, σε συμφωνία με αυτήν (την CIC), κατέληξε στην εκτίμησή του, Τεκμήριο
- Σύμφωνα με αυτήν, το όχημα της Ενάγουσας, προ του ατυχήματος, είχε αγοραία αξία €15.000, ενώ το κόστος επιδιόρθωσης των ζημιών που προκλήθηκαν από το επίδικο ατυχήματα ανήρχετο στο ποσό των €7.745,
- Στα πλαίσια της εκτίμησής του, δεν προέβη σε εκτίμηση ως προς την αξία του οχήματος, κατόπιν του ατυχήματος και προ της επιδιόρθωσής του. Κατά τον ΜΕ2, η προγενέστερη του ατυχήματος αξία του οχήματος της Ενάγουσας προκύπτει από έρευνα αγοράς στην οποία προέβη, αλλά και από συγκεκριμένη μεθοδολογία την οποία εφάρμοσε στη βάση της αρχικής αξίας του ρηθέντος οχήματος. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, ως Τεκμήριο 9, κατέθεσε αντίγραφα πτυχίων και πιστοποιητικών που έλαβε από διάφορα ακαδημαϊκά και άλλα ιδρύματα σε σχέση με προγράμματα σπουδών και/ή συνέδρια και/ή σεμινάρια που κατά καιρούς παρακολούθησε, όλα σχετιζόμενα, μεταξύ άλλων, και με την επιστήμη της Διαχείρισης και Τεχνολογίας Μηχανοκίνητων Οχημάτων, αλλά και γενικότερα της μηχανικής επί μηχανοκινήτων οχημάτων (Motor Vehicle Management and Technology και Engineering ‑ Motor Vehicle Studies). Κατέθεσε επίσης, ως Τεκμήριο 10, αντίγραφα σελίδων του περιοδικού Autotrader για τους μήνες Ιούνιο του έτους 2006 και Απρίλιο του έτους 2007, επί των οποίων απεικονίζονται διάφορες αγγελίες πώλησης μεταχειρισμένων οχημάτων κατασκευής Mercedes (ως και το επίδικο όχημα), καθώς επίσης και η τότε τιμή πώλησής τους. Με παραπομπή σε διάφορες τέτοιες αγγελίες επί του Τεκμηρίου 10, προώθησε τον ισχυρισμό ότι η εκτίμησή του περί του ότι το όχημα της Ενάγουσας, προ του ατυχήματος, είχε αγοραία αξία €15.000, είναι ορθή. ΜΕ3 Ο ΜΕ3, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, εργαζόταν ως επιστάτης στο συνεργείο της CIC. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, ως Τεκμήριο 11, κατατέθηκε τιμολόγιο που εκδόθηκε από τη CIC σε σχέση με το κόστος επιδιόρθωσης του οχήματος της Ενάγουσας. Πρόκειται, στην ουσία, για πανομοιότυπο έγγραφο με το Τεκμήριο 5, με τη διαφορά ότι, στο πάνω αριστερά μέρος της πρώτης σελίδας τούτου, σε αντίθεση με το Τεκμήριο 5 όπου χειρογράφως, ως πρόσωπο προς το οποίο αποστέλλεται αναφέρεται η Atlantic, σ τούτο αναφέρεται «C/O KENTRIKI INSURANCE». Στη βάση δε της αναφοράς αυτής επί του Τεκμηρίου 11, προώθησε τις θέσεις ότι το ρηθέν τιμολόγιο απεστάλη προς την Κεντρική και το κόστος επιδιόρθωσης του οχήματος της Ενάγουσας και δη το τιμολόγιο - Τεκμήριο 11, εξοφλήθηκε από την εν λόγω εταιρεία. Κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι, οι αναφορές του στην όποια ανάμειξη της Κεντρικής με την επιδιόρθωση του οχήματος της Ενάγουσας, έγιναν στη βάση της σχετικής αναφοράς επί του Τεκμηρίου 11 και ότι ο ίδιος ουδέποτε είχε οποιανδήποτε εμπλοκή στην ετοιμασία των τιμολογίων που εκδόθηκαν από την CIC, ούτε και επικοινώνησε ποτέ με την Κεντρική, ούτε ήταν γνώστης του προσώπου που διέγραψε τη λέξη «KENTRIKI» επί του τιμολογίου και κατέγραψε, χειρογράφως, τη λέξη «ATLANTIC INC» (ως επί του Τεκμηρίου 5 αναγράφεται), ούτε ως προς το ποιος εξόφλησε το επίδικο τιμολόγιο της CIC. ΜΕ4 Ο ΜΕ4, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ήταν ο υπεύθυνος στο τμήμα ατυχημάτων και μπογιατισμάτων της CIC. Ως ισχυρίστηκε, το Τεκμήριο 3, το οποίο αποτελεί μια προεκτίμηση των ζημιών του οχήματος της Ενάγουσας που ετοιμάστηκε από την CIC, κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας, απεστάλη στον XXXXX Μανούρη, ο οποίος του το είχε ζητήσει. Πρόκειται, πάντα κατά τον ΜΕ4, για τον ανεξάρτητο εκτιμητή, που η Κεντρική διόρισε για να εκτιμήσει τις ζημιές του οχήματος της Ενάγουσας. Ως προς την επιδιόρθωση του οχήματος της Ενάγουσας, ισχυρίστηκε ότι οδηγίες για να προχωρήσουν σε αυτήν, έλαβε από την Κεντρική. Κατά την αντεξέτασή του, επέμεινε στον τελευταίο αυτόν ισχυρισμό του, αναφέροντας επίσης ότι οι οδηγίες δόθηκαν τηλεφωνικά στον ίδιο από τον υπεύθυνο εκτιμήσεων της Κεντρικής, κ. Θωμά. Σε υποβολή που του τέθηκε ότι ο λόγος που η CIC καθυστέρησε πέντε μήνες να επιδιορθώσει το όχημα, από όταν αρχικά παραδόθηκε σε αυτήν, ήταν γιατί η Κεντρική αρνείτο να αναλάβει την ευθύνη για επιδιόρθωσή του, αρνήθηκε τούτη και επανέλαβε ότι η CIC προχώρησε στην επιδιόρθωση του οχήματος κατόπιν συμφωνίας της με την Κεντρική στη βάση της κατ' ισχυρισμό του σχετικής εντολής του κ. Θωμά. ΜΕ5 Ο ΜΕ5, επαγγέλλεται τον πωλητή αυτοκινήτων και μέσω του κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 12(α) και 12(β). Πρόκειται για δύο αποδείξεις είσπραξης χρημάτων, που εκδόθηκαν από τον ίδιο σε σχέση με πωλήσεις οχημάτων κατασκευής Mercedes Ε200 (ως το επίδικο) κατά τα έτη 2007 και
- Σύμφωνα με τον ΜΕ5, στις 21/09/2007 πώλησε όχημα κατασκευής Mercedes Ε200 για το ποσό των Λ.Κ.12.300 (απόδειξη Τεκμήριο 12(α)) και κατά τις 23/12/2009, ίδιας κατασκευής όχημα, για το ποσό των €15.000 (απόδειξη Τεκμήριο 12 (β)). Και τα δύο αυτά οχήματα ήταν βενζινοκίνητα, ως και το επίδικο. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε. ΜΥ1 Ο ΜΥ1, παρουσιάστηκε ως ανεξάρτητος εκτιμητής αυτοκινήτων, ο οποίος δραστηριοποιείται από το 1983 και ο οποίος ήταν ιδρυτικό μέλος, και κατά τον χρόνο που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, Πρόεδρος του Παγκύπριου Συνδέσμου Εκτιμητών Μηχανοκινήτων. Ως ισχυρίστηκε, στις 14/11/2008, ο ίδιος και ο XXXXX Μανούρης (συνέταιροι) έλαβαν οδηγίες από την Κεντρική να επιθεωρήσουν και εκτιμήσουν τη ζημιά του οχήματος της Ενάγουσας. Κατόπιν τούτου, επισκέφθηκε το συνεργείο της CIC και προέβη σε υπολογισμό του κόστους επιδιόρθωσης των ζημιών του, καθώς επίσης και σε εκτίμηση της προ του ατυχήματος αξίας του. Ακολούθως, ετοίμασε σχετική εκτίμηση (πρόκειται για το Τεκμήριο 14), σύμφωνα με την οποία, συνεπεία των ζημιών που προκλήθηκαν στο όχημα της Ενάγουσας, τούτο θεωρείται ότι υπέστη «Ολική Απώλεια». Ως επεξήγηση για τη θέση του αυτήν, επί της εκτίμησής του, Τεκμήριο 14, αλλά και διά ζώσης, ισχυρίστηκε ότι το κόστος επιδιόρθωσης του ρηθέντος οχήματος, πλέον Φ.Π.Α, υπερβαίνει την προ του ατυχήματος αγοραία αξία του. Ως, ειδικότερα, ανέφερε, η εκτιμημένη από τον ίδιο, προ του ατυχήματος, αγοραία αξία του οχήματος της Ενάγουσας ανέρχετο στα €8.500, ενώ η μετά του ατυχήματος αξία του (salvage value), στα €2.
- Με δεδομένη δε την έτερη εκτίμησή του ως προς το κόστος επιδιόρθωσης των ζημιών, την οποία όρισε στα €6.018,31[2], κατέληξε στην πιο πάνω αναφερόμενη θέση του ότι η αξία του κόστους επιδιόρθωσης του οχήματος υπερβαίνει την προγενέστερη του ατυχήματος αγοραία αξίας του (θεωρώντας, προφανώς, ότι η Ενάγουσα θα μπορούσε να επωφεληθεί της μετέπειτα του ατυχήματος αξίας του - salvage value). Ως προς τη μέθοδο που χρησιμοποίησε για σκοπούς εκτίμησης της προγενέστερης του ατυχήματος αγοραίας αξίας του οχήματος της Ενάγουσας, σε συμφωνία με τον ΜΕ2 ισχυρίστηκε ότι, για τέτοια ζητήματα εφαρμόζεται συγκεκριμένη μαθηματική μέθοδος όπου, μετά τον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας ενός οχήματος, τούτο υπόκειται σε μείωση συγκεκριμένου ποσοστού επί της αρχικής αξίας του, και κάθε επόμενο χρόνο, επί άλλου ποσοστού, και στη βάση της σχετικής μαθηματικής πράξης, ισχυρίστηκε ότι τούτο, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, είχε αξία €8.
- Επιπρόσθετα ανέφερε ότι, ως βάση για εφαρμογή της μαθηματικής αυτής μεθόδου έλαβε την τιμή πώλησης του αντίστοιχου της Ενάγουσας καινούργιου μοντέλου που πωλείτο κατά το 2008, όταν και επεσυνέβη το ατύχημα, και όχι την αξία πώλησης του ιδίου του οχήματος της Ενάγουσας κατά το 2000, όταν και τούτο κατασκευάστηκε. Επί τούτου ισχυρίστηκε ότι δεν θα ήταν ορθό να λάμβανε υπ' όψιν την αξία πώλησης του οχήματος όταν τούτο κατασκευάστηκε, καθότι οι τιμές των οχημάτων, γενικότερα, επηρεάστηκαν ουσιωδώς (διά εμφανούς και μεγάλης μείωσης) κατά τους πρώτους μήνες του 2008 (πριν επισυμβεί το επίδικο ατύχημα), λόγω ουσιώδους μείωσης της σχετικής με τα οχήματα κρατικής φορολογίας. Ως σημείωσε, στα πλαίσια της υποχρέωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας για εναρμόνιση με τη σχετική Ευρωπαϊκή Νομοθεσία, κατά τις αρχές του 2008, διά σχετικής Νομοθεσίας, μειώθηκαν κατά πολύ οι φορολογίες για την εισαγωγή οχημάτων, οι οποίες, προ της μείωσής τους, ανέρχονταν στο 160% επί της τιμής αγοράς τους από την κατασκευάστρια εταιρεία, και ότι, τούτο, ως γεγονός, επέφερε δραστική μείωση στις τιμές των οχημάτων στο εμπόριο γενικότερα. Ισχυρίστηκε, δε, ότι, συνεπεία της ρηθείσας μείωσης, το 2008, το νέο μοντέλο του οχήματος της Ενάγουσας πωλείτο, καινούριο, στην τιμή των €37.000, ενώ, προ του 2008, η τιμή πώλησής του ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη. Με βάση τα €37.000, εφάρμοσε τη μέθοδο που θέλει μείωση, κατά τον πρώτο χρόνο 20%, κατά τον δεύτερο χρόνο 15% και κατά τα λοιπά έτη 10%, και συνυπολογίζοντας, επιπροσθέτως, ότι μετά το μοντέλο του οχήματος της Ενάγουσας, ακολούθησε, κατά το 2001 ανανέωση της υφιστάμενης έκδοσης (face lift), κατά το 2003 αλλαγή του όλου μοντέλου, και τέλος, κατά το 2006 εκ νέου ανανέωση της υφιστάμενης έκδοσης (face lift), κατέληξε ότι, η προ του ατυχήματος αγοραία αξία του ανερχόταν στο ποσό των €8.690, το οποίο στρογγυλοποίησε, για σκοπούς της γραπτής του εκτίμησης στο ποσό των €8.
- Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι, στα πλαίσια της εκτίμησής του, συνυπολόγισε και την κατά τον χρόνο του ατυχήματος τιμή πώλησης οχημάτων πανομοιότυπων μ' αυτό της Ενάγουσας, την οποία τοποθέτησε περί τις €8.000 με €9.
- Ως προς την μετά του ατυχήματος αξία του, ισχυρίστηκε ότι, κατόπιν ενημέρωσης που έτυχε τηλεφωνικά από την CIC, καθώς επίσης και εταιρείες που ασχολούνται με την πώληση μεταχειρισμένων εξαρτημάτων, κατέληξε στην κρίση ότι, η εναπομείνασα αξία (salvage value) του οχήματος της Ενάγουσας ανερχόταν στα €2.
- Ως προς τους όρους εντολής του, πάντα κατά το στάδιο της αντεξέτασής του, ανέφερε ότι τούτοι ήταν περιορισμένοι και δη να επιθεωρήσει και να εκτιμήσει τη ζημιά του οχήματος της Ενάγουσας. Μεταξύ τις 14/11/2008 και 28/11/2008, είχε ήδη καταλήξει στην κρίση ότι η επιδιόρθωση του οχήματος ήταν ασύμφορη και ότι, κατά τον ίδιο, λόγω των ζημιών του, το ρηθέν όχημα είχε υποστεί ολική απώλεια (total loss), κρίση την οποία μεταβίβασε, τόσο προς την Κεντρική που τον είχε διορίσει, όσο και προς το συνεργείο της CIC. Ως προς τις όποιες οδηγίες της Κεντρικής προς την CIC, δήλωσε άγνοια, επαναλαμβάνοντας το περιορισμένο της εμβέλειας της ευθύνης του στη βάση των ειδικών οδηγιών και εντολών που είχε λάβει από την Κεντρική. Βρισκόμενος αντιμέτωπος με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10 και δη τις τιμές πώλησης κατά τα έτη 2006 και 2007 οχημάτων πανομοιότυπου τύπου και μοντέλου μ' αυτό της Ενάγουσας, ισχυρίστηκε ότι τούτες (οι εκεί αναγραφόμενες τιμές πώλησης) δεν μπορούν να κριθούν σχετικές και προσδιοριστικές της προγενέστερης του ατυχήματος αξίας του οχήματος, καθότι αφορούν σε χρόνο προ της αλλαγής της σχετικής με τα οχήματα φορολογίας, με αποτέλεσμα να μην παρατηρείται η εμφανής μείωση που τούτη (η νέα φορολογική ρύθμιση) επέφερε στην αγοραία αξία των οχημάτων. Και αυτός ο μάρτυρας, ως υπεύθυνο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, πρόσωπο για το επίδικο ατύχημα εκ μέρους της Κεντρικής, καθόρισε τον κ. Θωμά. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΕ1 Ο ΜΕ1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας και θεωρώ ότι ενώπιον του Δικαστηρίου είπε την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα που ήρθαν στην αντίληψή του και ενθυμείτο κατά τον χρόνο που κατέθετε ενόρκως. Ως ειλικρινή μάρτυρα, τον αντιμετώπισε και ο συνήγορος του Εναγόμενου, ο οποίος έθεσε προς αυτόν, πάντα σε σχέση με τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα, διευκρινιστικού και μόνο τύπου ερωτήσεων και όχι αντιπαραθετικού. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι ο ίδιος ανέλαβε να μεταφερθεί το επίδικο όχημα στο συνεργείο της CIC, ότι ενημέρωσε το εν λόγω συνεργείο αναφορικά με τις ασφαλιστικές εταιρείες που παρείχαν κάλυψη στους ενεχόμενους οδηγούς δίδοντάς του, συνάμα, εντολή επιδιόρθωσής του, και ότι το επίδικο όχημα αγοράστηκε ως καινούργιο, το 2004, στη τιμή των Λ.Κ.20.000, δεν αμφισβητήθηκε. Επομένως, η σχετική με τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα μαρτυρία του γίνεται δεκτή. ΜΕ2 Ο ΜΕ2, ως εμπειρογνώμονας, δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Είμαι της γνώμης ότι η μαρτυρία του δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την όποια δικαστική κρίση ως προς την εκτίμηση της προ του ατυχήματος αγοραίας αξίας του επίδικου οχήματος της Ενάγουσας. Η μαρτυρία του παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις, καθώς επίσης και εναλλαγές θέσεων, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση ως προς λόγο που έγιναν οι αρχικές τοποθετήσεις του. Επίσης, κατά το στάδιο της αντεξέτασής του, προέκυψε, αβίαστα, ότι, η εκτίμησή του έγινε με εντελώς γενικό τρόπο χωρίς να λάβει υπ' όψιν σημαντικούς παράγοντες, οι οποίοι αν συνυπολογίζονταν, θα επέφεραν διαφορετικό αποτέλεσμα ως προς την προ του ατυχήματος αγοραία αξία του οχήματος. Ακόμα, με δεδομένο ότι κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας, όφειλε, με τη μαρτυρία του, να ενεχυριάσει το Δικαστήριο με όλα τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια, λεπτομέρειες και στοιχεία, ώστε αυτό, ως ανεξάρτητος, πλέον, κριτής, αφενός να μπορεί να ελέγξει την ορθότητα της γνώμης του και αφετέρου να καταλήξει και να εξαγάγει τα δικά του ευρήματα και/ή συμπέρασμα. Ωστόσο δεν έπραξε τούτο. Για σκοπούς πληρότητας και αιτιολογίας της μόλις πιο πάνω αναφερθείσας κρίσης μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του ΜΕ2, σημειώνω τα ακόλουθα: Αποτέλεσε ακρογωνιαίο λίθο της όλης επιχειρηματολογίας του η αξία πώλησης του οχήματος της Ενάγουσας κατά το 2000, όταν και τούτο κατασκευάστηκε. Πιο συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι, για σκοπούς ετοιμασίας της εκτίμησής του και εφαρμογής της μαθηματική μεθόδου για εξεύρεση της μείωσης της αξίας ενός οχήματος ανά έτος, χρησιμοποίησε ως βάση το ποσό των Λ.Κ.38.000, το οποίο αποτελούσε την τιμή πώλησης του ρηθέντος οχήματος κατά το έτος κατασκευής του και δη το
- Η ενέργειά του αυτή, όμως, ελέγχεται. Και τούτο γιατί, η ρηθείσα αξία του οχήματος ήταν άρρηκτα συνυφασμένη με το ύψος των φορολογιών που επιβάλλονταν από την Κυπριακή Δημοκρατία στην εισαγωγή του κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα. Ο ισχυρισμός του ΜΥ1 (η αξιολόγηση της μαρτυρίας του οποίου θα ακολουθήσει) ότι κατά τις αρχές του 2008 οι νομοθετικές ρυθμίσεις που άπτονται της φορολογίας εισαγωγής οχημάτων τροποποιήθηκαν άρδην στα πλαίσια εναρμόνισης της Κυπριακής Νομοθεσίας με την Ευρωπαϊκή και ότι τούτο είχε ως αποτέλεσμα τη δραστική μείωση της τιμής πώλησης των οχημάτων γενικότερα, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς των Εναγόντων. Επίσης (αν ήθελε θεωρηθεί ότι ορθώς δεν έθεσε ως βάση την αγοραία αξία του οχήματος μετά τη μείωση της σχετικής φορολογίας), η ενέργεια του ΜΕ2 να συνυπολογίσει, ως βάση, το ποσό των Λ.Κ.38.000 (αγοραία αξία κατά το 2000), παραγνωρίζει την αδιαμφισβήτητη και πραγματική αγοραία αξία του επίδικου οχήματος, ως καινούργιου κατά το 2004 (όταν και αγοράστηκε), η οποία ήταν Λ.Κ.20.000, σύμφωνα με την αποδεκτή, αναντίλεκτη, μαρτυρία του ΜΕ
- Ακόμα, οι όλες παραπομπές του, στη βάση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 10, στις τιμές πώλησης οχημάτων ιδίου μοντέλου ως το επίδικο, όχι απλά δεν βοηθούν τη μαρτυρία του, αλλά αντιστρατεύονται τούτην. Και εξηγώ∙ πρόκειται για τιμές πώλησης παρόμοιων με το επίδικο μοντέλο οχημάτων κατά τα έτη 2006 και 2007 και δη σε χρόνο προ της δραστικής μείωσης των τιμών τους, με αποτέλεσμα τούτες (οι τότε τιμές), όχι απλά να μην προσδιορίζουν την ακριβώς πριν του ατυχήματος αγοραία αξία του επίδικου οχήματος, αλλά να καθίστανται πλέον προσδιοριστικές του γεγονότος ότι τούτη (η προ του ατυχήματος αξία του οχήματος), ήταν αισθητά χαμηλότερη από την τιμή στην οποία πωλείτο το εν λόγο μοντέλο κατά το 2006 και
- Επίσης ξενίζει το πώς βρήκε, για σκοπούς υποστήριξης της μαρτυρίας του, αντίγραφα του συγκεκριμένου περιοδικού για το έτος 2006 και 2007 και δεν βρήκε και για το 2008, που εδώ ενδιαφέρει. Η δε δικαιολογία που έδωσε ως προς το γιατί δεν βρήκε περιοδικά για το έτος 2008, όχι απλά δεν ήταν πειστική, αλλά συνδυάστηκε και με ισχυρισμό που συγκρούεται με την κοινή λογική, αλλά και τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Ήταν η επί του προκειμένου θέση του ότι, ο λόγος που δεν κράτησε περιοδικά για το έτος 2008, ήταν γιατί δεν γνώριζε ότι τα επίδικα ζητήματα θα έφταναν «σ' αυτό το σημείο», εννοώντας ότι η διαφορά των διαδίκων θα κατέληγε στα Δικαστήρια. Πρώτον, πώς η άγνοια του αυτή δεν απέληξε στο να μην κρατήσει και περιοδικά για το έτος 2006 και 2007; Ποιος ο λόγος που κράτησε τούτα; Και γιατί δεν τα αποξενώθηκε, όπως έπραξε για τα περιοδικά του έτους 2008; Δεύτερον, σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΥ1 (δεν αμφισβητήθηκε επί του προκειμένου), τουλάχιστον το συνεργείο της CIC, ενημερώθηκε για την κρίση του ότι το επίδικο όχημα είχε υποστεί ολική απώλεια και ότι η Κεντρική δεν θα αναλάμβανε το κόστος επιδιόρθωσής του. Πώς είναι δυνατόν ο ΜΕ2, ο οποίος ετοίμασε την εκτίμησή του στις 02/12/2018 (μετά τη ετοιμασία της εκτίμησης του ΜΥ1) ως εσωτερικός εκτιμητής της Atlantic και σε πλήρη συνεργασία με το συνεργείο της CIC, να μην γνωρίζει ότι προέκυψε διαφορά μεταξύ των μερών και ότι θα ήταν, λογικά, αναγκαίο να είναι σε θέση να υποστηρίξει την εκτίμησή του; Πως και δεν ενημερώθηκε, έστω και μετά την ετοιμασία της δικής του εκτίμησης, ότι η Κεντρική αρνείται να εξοφλήσει το σχετικό τιμολόγιο της CIC; Επίσης, ως σημειώθηκε ανωτέρω, η μαρτυρία του παρουσιάζει αδικαιολόγητες εναλλαγές θέσεων. Ενδεικτικές της τάσης του αυτής, είναι και οι διάφορες αναφορές του ως προς τον λόγο που η δική του εκτίμηση για το κόστος επιδιόρθωσης των ζημιών του οχήματος της Ενάγουσας διαφέρει από τη σχετική εκτίμηση της CIC, ως τούτη αντικρίζεται στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Η αρχική, επί τούτου, τοποθέτηση του, ήταν ότι η διαφορά αυτή προκύπτει λόγω αλλαγής τιμών στα διάφορα εξαρτήματα. Ακολούθως, χωρίς εξήγηση ως προς την αλλαγή της θέσης του, προώθησε τον ισχυρισμό ότι η διαφορά προκύπτει λόγω επιπρόσθετης χρέωσης για μεταφορικά των εξαρτημάτων λόγω έλλειψης στο αποθεματικό της CIC. Τέλος, όταν κατά το στάδιο της επανεξέτασής του, ερωτήθηκε, σχετικώς, εκ νέου, ισχυρίστηκε ότι η διαφορά αυτή προκύπτει λόγω ζημιών που δεν ήταν εμφανείς προ της αποσυναρμολόγησης του οχήματος στο σημείο που υπέστη ζημιά. Ίδια τάση, και δη προώθηση απόλυτων θέσεων περί ενός ζητήματος και αλλαγή τούτων χωρίς αιτιολόγηση των αρχικών τοποθετήσεων του, παρατηρείται και στους, σχετικούς με την επίπτωση στην τιμή ενός οχήματος όταν επί της υφιστάμενης έκδοσής του γίνεται ανανέωση (face lift), ισχυρισμούς του. Πιο συγκεκριμένα, κατά το στάδιο της αντεξέτασής του, ερωτήθηκε ειδικά ως προς το κατά πόσο μια τέτοια ανανέωση, επιφέρει μείωση της αξίας του προ της ανανέωσης μοντέλου. Η απάντησή του ήταν «Μπορώ να πω ότι το face lift, πάει πιο ακριβά από προηγουμένως». Ακολούθως, και πάντα στη βάση ερωτήσεως που του τέθηκε για το αν επηρεάζεται η αξία του προ της ανανέωσης μοντέλου συνεπεία της ανανέωσης, ισχυρίστηκε ότι «Το face lift, πάντα πάει πιο πολλά από το προηγούμενο, δηλαδή, αν έγινε το 2001, ναι πάει πιο ακριβά το face lift». Ερωτηθείς εκ νέου πάντα για το ίδιο ζήτημα, ανέφερε «Συνήθως από ό,τι ξέρω όχι, πάει λίγο πιο ακριβά το face lift. Παραμένει η ίδια η αξία του προηγούμενου». Στην ακριβώς επόμενη σχετική ερώτηση, χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο να εξηγήσει τον λόγο της άρδην αλλαγής της στάση του, απάντησε «Μπορώ να πω ότι ναι, μπορεί να την μειώνει, απλώς τα face lift πουλιούνται πιο εύκολα και πιο ακριβά από το pre‑ face lift». Οι μόλις πιο πάνω παρατηρήσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με την αλλαγή στάσης του μάρτυρα σε σχέση με τα δύο πιο πάνω θέματα, δεν καταγράφονται για τη σημαντικότητα των θεμάτων στα οποία αφορούν, αλλά για να υποδειχθεί, η ευκολία με την οποία ο μάρτυρας προωθούσε απόλυτες θέσεις, οι οποίες, αν δεν επέμεινε ο συνήγορος του Εναγόμενου που τον αντεξέταζε, θα παρέμεναν ως οι βασικές τοποθετήσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου. Μια άλλη σημαντική αδυναμία που παρουσιάζει η μαρτυρία του ΜΕ2 αφορά στο γεγονός ότι στα πλαίσια της εκτίμησής του δεν συνυπολόγισε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, το γεγονός των δύο ανανεώσεων της έκδοσής του επίδικου οχήματος που μεσολάβησαν από τη μέρα κατασκευής του μέχρι και τη μέρα του ατυχήματος. Η μοναδική σχετική αναφορά του, αφορά στην αλλαγή μοντέλου και τον ισχυρισμό του ότι, μια τέτοια εξέλιξη, επιφέρει μείωση της τάξης του 10%, 12% ή 15% ανά έτος, μετά την πενταετία, χωρίς ωστόσο να επεξηγήσει, ποιο από τα πιο πάνω ποσοστά συνυπολόγισε και πώς τούτα επηρέασαν την εκτίμησή του ως προς την προγενέστερη του ατυχήματος αξία του επίδικου οχήματος. Όταν δε ο συνήγορος των Εναγόντων του ζήτησε να προβεί, στη βάση της συγκεκριμένης μαθηματικής μεθοδολογίας, διά ζώσης, ενώπιον του Δικαστηρίου, σε εκτίμηση, αφού μετέτρεψε την κατά τον χρόνο κατασκευής του οχήματος της Ενάγουσας τιμή πώλησης του στην Κύπρο, από Λίρες Κύπρου, σε Ευρώ αναφέροντας ότι τούτη ανέρχεται στα €64.000 με €65.000, με τη βοήθεια υπολογιστικής μηχανής που κατείχε, ανέφερε ότι το αποτέλεσμα ανέρχεται στα €20.
- Αντιλαμβανόμενος ότι ο αριθμός αυτός απείχε, κατά πολύ, από τη δική του εκτίμηση, που θέλει, υπενθυμίζω, την προ του ατυχήματος αξία του επίδικου οχήματος να ανέρχεται στα €15.000, ανέφερε ότι «Φυσικά να αναφέρουμε ότι αν θυμάστε περίπου στο 2004 ‑ 2005 τα αυτοκίνητα τρώθηκαν κάπως στην Κύπρο, γι' αυτό και η τιμή του δεν το παίρνουμε ως depreciation με αριθμούς και το βάζουμε €5.000», χωρίς να δώσει οποιανδήποτε περαιτέρω εξήγηση ως προς το τι έγινε το 2004 με 2005, και γιατί υπάρχει αυτή η μείωση των €5.
- Όταν δε ερωτήθηκε ως προς το αν έλαβε υπ' όψιν, για σκοπούς της εκτίμησής του, το γεγονός ότι επί του επίδικου οχήματος επήλθαν τρεις ουσιαστικές αλλαγές, και δη μια έκδοση νέου μοντέλου και δύο ανανεώσεις υφιστάμενων εκδόσεων, ισχυρίστηκε ότι σ' αυτά αναφερόταν όταν κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασής του αναφέρθηκε σε μείωση της τιμής σε ποσοστό πέραν του 10%. Υποδεικνύω, ωστόσο, ότι, η σχετική θέση του, κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης, ήταν άρρηκτα συνυφασμένη με τη σχετική προς αυτόν ερώτηση, αλλά και τη δική του, υπό μορφή υποβάθρου, αναφορά ότι, μετά την κατασκευή του επίδικου οχήματος, η κατασκευάστρια εταιρεία εξέδωσε και ένα νέο μοντέλο, χωρίς καμία απολύτως συνάρτησή και/ή συσχέτισή της με όποια ανανέωση υφιστάμενων εκδόσεων. Επίσης, κατά το στάδιο της αντεξέτασής του, βρέθηκε εκ νέου αντιμέτωπος με το γεγονός ότι, κατά το έτος 2008, η CIC πωλούσε ήδη τα νέα, αντίστοιχα του επιδίκου οχήματος, μοντέλα που εξέδωσε η Mercedes. Ο μάρτυρας, αποδεχόμενος ότι τούτο ως γεγονός αποτελούσε παράγοντα που έπρεπε να συνυπολογίσει (στη βάση του γεγονότος ότι η τιμή του νέου μοντέλου ήταν κατά πολύ χαμηλότερη από την τιμή πώλησης, ως καινούργιου κατά το 2000, του οχήματος της Ενάγουσας), ανέφερε «Είναι τούτο που είπα πριν σε κάποια φάση τα αυτοκίνητα έπεσαν, ναι δεν ήταν όπως πουλιούνταν το 2008», χωρίς, ωστόσο, να εξηγήσει σε ποιον προγενέστερο ισχυρισμό του αναφερόταν και χωρίς να έχει προηγουμένως προωθήσει σχετικό με το ζήτημα ισχυρισμό. Μετά όμως από επιμονή του συνηγόρου Υπεράσπισης, ο ΜΕ2, άλλαξε στάση, και απεδέχθη ότι τον παράγοντα αυτόν (την τιμή πώλησης του καινούργιου νέου μοντέλου) δεν τον συνυπολόγισε. Ακολούθως, και χωρίς καμία απολύτως επεξήγηση ως προς την ακριβώς προηγούμενη θέση του περί μη συνυπολογισμού του ρηθέντος παράγοντα, άλλαξε εκ νέου στάση και ισχυρίστηκε ότι η τιμή πώλησης του νέου μοντέλου συνυπολογίστηκε από τον ίδιο, χωρίς ωστόσο να δώσει εξήγηση, σε ποιον βαθμό, και πώς ο παράγοντας αυτός επηρέασε την κρίση του. Οι πιο πάνω παρατηρήσεις του Δικαστηρίου, επαρκούν, κατά τη γνώμη μου, για να αιτιολογήσουν την ήδη εκφρασθείσα κρίση μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του ΜΕ2 και ειδικότερα ως προς την αδυναμία του Δικαστηρίου, επ' αυτής, να μπορεί να στηρίζει τα όποια δικά του ανεξάρτητα ευρήματα ή συμπέρασμα. ΜΕ3 Ο ΜΕ3 που έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Εν πάση, όμως, περιπτώσει, η μαρτυρία του δεν κρίνεται υποβοηθητική για τη δικαστική κρίση επί των υπό αμφισβήτηση επίδικων ζητημάτων. Ως σημειώθηκε και κατά την παράθεση της μαρτυρίας του, η όποια θέση του ως προς το ποιος έδωσε εντολή στο συνεργείο της CIC για να επιδιορθώσει το επίδικο όχημα, βασίστηκε στην αναφορά επί του Τεκμηρίου 11 στο όνομα της Κεντρικής, χωρίς ωστόσο ο ίδιος να ήταν σε θέση να τοποθετηθεί επί του ζητουμένου. Αν και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητά της, η μαρτυρία του δεν κρίνεται βοηθητική. ΜΕ4 Ο ΜΕ4 που έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Η αξιοπιστία του, πάρα της ικανής αντεξέτασης της οποίας έτυχε, δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του. Ήταν σαφής στις θέσεις που προωθούσε, καθώς επίσης και αρκούντως παραστατικός. Με τη μαρτυρία του διασαφήνισε ένα ζήτημα, που κατέστη επίδικο, και δη του κατά πόσο η Κεντρική έδωσε εντολή για την επιδιόρθωση του οχήματος της Ενάγουσας. Επί τούτου, η αναφορά του στον υπεύθυνο της ρηθείσας ασφαλιστικής εταιρείας (κ. Θωμά) όχι απλά ήταν πειστική, αλλά, εν μέρει, επιβεβαιώθηκε και από τον ΜΥ1, ο οποίος, επίσης, αναγνώρισε στο πρόσωπό του (του κ. Θωμά) τον τότε υπεύθυνο της Κεντρικής για το επίδικο όχημα. Σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι η πλευρά του Εναγόμενου δεν παρουσίασε οποιανδήποτε μαρτυρία διαφωτιστική του κατά πόσο η Κεντρική έδωσε ή όχι την εντολή στην οποία ο ΜΕ4 αναφέρθηκε. Επί τούτου, υπενθυμίζω ότι, ο ΜΥ1 (ο μόνος μάρτυρας της Υπεράσπισης) δεν παρουσιάστηκε ως εκπρόσωπος της Κεντρικής, αλλά, τουναντίον, ως ανεξάρτητος εκτιμητής, με εντελώς περιορισμένο εύρος ευθύνης στη βάση των εντελώς ειδικών οδηγιών και εντολών που του δόθηκαν για επιθεώρηση και εκτιμητή τους ύψους της ζημιάς που υπέστη το όχημα της Ενάγουσας. Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης, τη μαρτυρία του ΜΕ4 την αποδέχομαι στο σύνολό της. ΜΕ5 Ο ΜΕ5, δεν βοήθησε τους Ενάγοντες, καθ' οιονδήποτε τρόπο, με τη μαρτυρία του. Είναι γεγονός ότι, συνεπεία της μη αντεξέτασής του, η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Υπενθυμίζω ότι ο βασικός λόγος παρουσίασης της μαρτυρίας του ήταν να υποδειχθεί στο Δικαστήριο ότι κατά τα έτη 2007 και 2009, ο ίδιος, ως πωλητής μεταχειρισμένων οχημάτων, πώλησε οχήματα ιδίου τύπου με το επίδικο, σε συγκεκριμένη τιμή, ώστε να υποστηρίξει τη θέση του ΜΕ2 ως προς την προ του ατυχήματος αξία του επίδικου οχήματος. Η απόφαση του συνηγόρου του Εναγόμενου να μην αντεξετάσει τον μάρτυρα, κρίνεται ως ορθή. Και τούτο γιατί, καμία απολύτως αναφορά δεν έγινε από τον μάρτυρα αυτόν στον χρόνο κατασκευής των οχημάτων που πώλησε, στο αν τούτα ήταν μετά την όποια ανανέωση της υφιστάμενης έκδοσής τους ή αν αφορούσαν στο νεότερο μοντέλο που εκδόθηκε κατά το 2003 ή, τέλος, αν αφορούσαν και στην τελευταία ανανέωση της έκδοσης που έγινε κατά το
- Ούτε έγινε οποιαδήποτε αναφορά ως προς την κατάστασή τους, τόσο εξωτερικά, όσο και εσωτερικά ή την απόσταση που διένυσαν από τους προηγούμενους κατόχους τους ή, αν παραδείγματος χάριν, τα οχήματα αυτά έφεραν επιπρόσθετα (extras) πλεονεκτήματα, όλα, σημαντικοί παράγοντες, άρρηκτα συνυφασμένοι με την αξία ενός οχήματος. Στη βάση των ανωτέρω, το γεγονός και μόνο ότι ο ΜΕ5 πώλησε δύο αυτοκίνητα (ένα το 2007 και ένα το 2009) ιδίου τύπου, και μόνο, με το επίδικο όχημα δεν βοηθά, κατά τη γνώμη μου, καθ' οιονδήποτε τρόπο την υπόθεση των Εναγόντων, καθότι δεν κρίνεται σημαντικό για την επίλυση των υπό αμφισβήτηση επίδικων ζητημάτων της παρούσας αγωγής. ΜΥ1 Ο ΜΥ1 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο ανέφερε την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα που περιέπεσαν στην αντίληψή του και σχετίζονται με τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα. Ως προς δε το μέρος εκείνο της μαρτυρίας του, το οποίο αφορά στην εμπειρογνωμοσύνη του, ο μάρτυρας αυτός, έδωσε στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα απαραίτητα εχέγγυα, στοιχεία και επιστημονικά κριτήρια, ώστε, αφενός να είναι δυνατή η εξέταση από το Δικαστήριο της ορθότητας των θέσεών του, και αφετέρου ο σχηματισμός ανεξάρτητης κρίσης από πλευράς του Δικαστηρίου ως προς το ζητούμενο. Ήταν πλήρως διαφωτιστικός ως προς τους λόγους που ακολούθησε τη συγκεκριμένη μεθοδολογία, καθώς επίσης και γιατί θα ήταν λάθος να συνυπολογιστεί η αξία πώλησης του επίδικου οχήματος όταν τούτο πωλείτο καινούριο κατά τον χρόνο κατασκευής του. Η δε εξήγησή του ότι η δραστική μείωση της φορολογίας κατά το 2008 αποτελούσε βασικότατο παράγοντα που θα έπρεπε να αποκλείσει τον όποιο συνυπολογισμό (για σκοπούς εκτίμησης της προ του ατυχήματος αγοραίας αξίας του), της τιμής πώλησης του ρηθέντος μοντέλου προ του 2008, ήταν πλήρως κατανοητή και συνάδουσα με τη λογική εξέλιξη των πραγμάτων. Η παρατήρηση του συνηγόρου των Εναγόντων, κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ότι η εφαρμογή της αριθμητικής μεθοδολογίας με βάση την τιμή πώλησης του νέου αντίστοιχου μοντέλου κατά το 2008, οδηγεί σε αξία περίπου €13.000 και δη μεγαλύτερη της κατάληξης του ΜΥ1, αγνοεί την επιπρόσθετη αναφορά του ΜΥ1, που θέλει την κατάληξή του να μην βασίζεται αποκλειστικά στο αριθμητικό αποτέλεσμα κατόπιν εφαρμογής της συγκεκριμένης μεθοδολογίας, αλλά να συνυπολογίζει και την επιπρόσθετη μείωση της αξίας λόγω αλλαγής μοντέλου, αλλά και δύο ανανεώσεων των υφιστάμενων εκδόσεων κατά τα έτη 2001, 2003 και
- Η αξιοπιστία του ΜΥ1 δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του, παρά της έντονης και ικανής αντεξέτασης της οποίας έτυχε. Κατά συνέπεια, τη μαρτυρία του την αποδέχομαι και στη βάση της προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα, τόσο επί των επίδικων υπό αμφισβήτηση γεγονότων, όσο και αναφορικά με την εμπειρογνωμοσύνη του και δη, την προ του ατυχήματος αξία του οχήματος της Ενάγουσας, αλλά και την μετέπειτα τούτου αξία του (salvage value), όπου και αποτελεί πλέον ανεξάρτητη δική μου κατάληξη ότι η πρώτη ανέρχετο στο ποσό των €8.500, η δε δεύτερη, στο ποσό των €2.
- Τελικά Ευρήματα Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, αποτελούν πλέον τελικά ευρήματά μου, επιπροσθέτως των όσων, στο αρχικό στάδιο της παρούσας απόφασης, αναφέρθηκαν, τα ακόλουθα: Συνεπεία του επίδικου ατυχήματος το όχημα της Ενάγουσας υπέστη ζημιά, το κόστος αποκατάστασης της οποίας ανήλθε στο ποσό των €7.745,02 περιλαμβανομένου και του Φ.Π.Α. Προ του ατυχήματος, η αξία του ρηθέντος οχήματος ανέρχετο στα €8.
- Μετά το ατύχημα, άνευ επιδιορθώσεως των ζημιών που προκλήθηκαν σ' αυτό, η εναπομείνασα αξία του ανερχόταν στο ποσό των €2.
- Αρχικά, εντολή προς το συνεργείο της CIC για επιδιόρθωση του οχήματος δόθηκε από τον ΜΕ1 συνοδευόμενη από ενημέρωση ως προς τις ασφαλιστικές εταιρείες που παρείχαν κάλυψη στους ενεχόμενους οδηγούς και από τις οποίες, προφανώς, θα αναζητείτο ή αποπληρωμή του κόστους επιδιόρθωσης, και ακολούθως, εντολή επιδιόρθωσης δόθηκε και από τη Κεντρική, τηλεφωνικά, προς τον ΜΕ4 με εξυπακουόμενη ανάληψη ευθύνης για καταβολή του κόστους της. Εισήγηση για κώλυμα του Εναγομένου Καθηκόντως, με δεδομένη τη σχετική εισήγηση του συνηγόρου των Εναγόντων, θα ασχοληθώ ευθύς αμέσως με το επιχείρημά του που θέλει τον Εναγόμενο να κωλύεται από το να αρνείται να πληρώσει το κόστος επιδιόρθωσης του οχήματος στη βάση της εντολής που δόθηκε για επιδιόρθωσή του από πλευράς της Κεντρικής. Η αρχή του κωλύματος, προϋποθέτει ενέργεια ή υπόσχεση ή έγγραφο ή συμπεριφορά από πλευράς του διαδίκου ή του αντιπροσώπου του (agent) η οποία οδηγεί το έτερο διάδικο που επικαλείται το κώλυμα στο να ενεργήσει εναντίον των συμφερόντων του (βλέπε, ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Τάκη Ηλιαδη και Νικόλα Σάντη σελ. 938 - 944). Ειδικότερα, εκεί που το ζήτημα αφορά στις ευθύνες αντιπροσωπευμένων συνεπεία δέσμευσής τους από ενέργειες των αντιπροσώπων τους, που εδώ ενδιαφέρει λόγω επίκλησης κωλύματος του Εναγομένου συνεπεία ενεργειών της Κεντρικής, χρήσιμα είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ του Πολύβιου Γ. Πολυβίου, τόμος Β σελ.837 -
- Ως εκεί αναφέρεται, ενέργεια του αντιπροσώπου (agent), δεσμεύει έναντι τρίτων τον αντιπροσωπευόμενο (principal). Έτσι, συμφωνία την οποία συνομολογεί ένας αντιπρόσωπος με ένα τρίτο πρόσωπο, είναι δεσμευτική για τον αντιπροσωπευόμενο ως αν να συμβλήθηκε ο ίδιος με το τρίτο αυτό πρόσωπο (βλ. ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ (ανωτέρω) σελ. 839). Στο μόλις πιο πάνω αναφερόμενο σύγγραμμα, με παραπομπή σε σχετική με το ζήτημα νομολογία, αναφέρεται επίσης ότι, το κατά πόσο μεταξύ δύο προσώπων υπάρχει σχέση αντιπροσώπου και αντιπροσωπευόμενου μπορεί να προκύψει και από τη συμπεριφορά των μερών και γενικά τον τρόπο δράσης τους (βλ. σελ. 839 - 842). Το ζητούμενο, πάντα, είναι, το κατά πόσο ο διάδικος, είτε εξαρχής (ρητά ή στη βάση των όσων λέχθηκαν μεταξύ τους ή γράφτηκαν ή ως απορρέοντα από την συνήθη πορεία των συναλλαγών[3]), είτε κατόπιν της ενέργειας του παρουσιαζόμενου ως αντιπροσώπου του (επικυρώνοντας ή εγκρίνοντας τούτη[4]), να πληρεξουσιοδότησε τούτον να ενεργεί εκ μέρους του ως αντιπρόσωπός του. Είναι χωρίς καμία απολύτως δυσκολία, στη βάση πάντα της ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτής μαρτυρίας αλλά και των σχετικών δικογραφήσεων, που καταλήγω ότι, τόσο η CIC, καθόν χρόνο επικοινωνούσε με την Κεντρική, όσο και η τελευταία, καθόν χρόνο επικοινωνούσε, μέσω του κ. Θωμά, με την πρώτη (πάντα σε σχέση με τις επίδικες ζημιές του οχήματος της Ενάγουσας), ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι των διαδίκων και ειδικότερα, η CIC ως αντιπρόσωπος της Ενάγουσας (μέσω των εντολών του Ενάγοντα), και η Κεντρική ως αντιπρόσωπος του Εναγόμενου. Όσον αφορά στη CIC, η σχέση αντιπροσώπου με την Ενάγουσα προκύπτει, από την προφανή οδηγία του Ενάγοντα (πάντα εκ μέρους της συζύγου του - Ενάγουσας) προς αυτή να αναζητήσει πληρωμή για το όποιο κόστος επιδιόρθωση του οχήματος από τις δύο ασφαλιστικές εταιρείες. Προκύπτει επίσης και από τις επακόλουθες (και επιβεβαιωτικές τούτης της θέση του ΜΕ1) ενέργειες της CIC, η οποία, για σκοπούς αποπληρωμής του κόστους επιδιόρθωσης του οχήματος της Ενάγουσας, αποτάθηκε όντως στις δύο αυτές ασφαλιστικές εταιρείες. Επίσης, ως σημειώθηκε ανωτέρω στα πλαίσια της παράθεσης των τελικών ευρημάτων του Δικαστηρίου, η CIC προχώρησε στην επιδιόρθωση του οχήματος αφού πρώτα έλαβε και την προς τούτο εντολή της Κεντρικής. Ακόμα, πάντα σε πλήρη συμφωνία με τις οδηγίες της Ενάγουσας (μέσω του Ενάγοντα), κατόπιν της προφανούς αρνήσεως της Κεντρικής να αποπληρώσει το σχετικό τιμολόγιο, η CIC αποτάθηκε στην Atlantic, η οποία και της κατέβαλε το κόστος επιδιόρθωσης, χωρίς ποτέ (στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου) να ενοχλήσει την Ενάγουσα. Όσον τώρα αφορά στην Κεντρική, η σχέση αντιπροσώπου - αντιπροσωπευόμενου με τον Εναγόμενο, είναι διάχυτη τόσο από τις σχετικές δικογραφήσεις του τελευταίου, όσο και από την εξέλιξη των γεγονότων που ακολουθούν χρονικά το επίδικο ατύχημα, αλλά και τη συμβατική τους σχέση ασφαλιστή - ασφαλιζομένου. Στη βάση των όσων αναφέρθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Εναγόμενος δεν φέρεται καθ' οιονδήποτε τρόπο, να λαμβάνει μέρος στις όποιες διαπραγματεύσεις και/ή συνδιαλλαγές που ακολούθησαν χρονικά το επίδικο ατύχημα. Όλες οι εκ μέρους του ενέργειες, διενεργούνται από την Κεντρική, η οποία και διορίζει ανεξάρτητους εκτιμητές για να εκτιμήσουν τη ζημιά του οχήματος της Ενάγουσας, αλλά και επικοινωνεί με τη CIC και δίδει προς αυτή εντολή για επιδιόρθωση του οχήματος. Επίσης στη βάση σχετικής δικογράφησης του Εναγομένου, η Κεντρική φέρεται, πάντα εκ μέρους του, προ της καταχώρισης της παρούσας αγωγής, να αποστέλλει επιταγή συγκεκριμένου ποσού για κάλυψη των ζημιών της Ενάγουσας. Ακόμα, στη βάση περιεχομένου ενδιάμεσης απόφασης που εκδόθηκε από το παρόν Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση), ημερομηνίας 04.03.2016, η Κεντρική, κατόπιν εγέρσεως της παρούσας αγωγής (με διευκρινισμένα πλέον τα διάδικα μέρη - χωρίς η Κεντρική να είναι εναγόμενη), φέρεται να αποστέλλει, δια επιταγής, συγκεκριμένο ποσό, εκ μέρους του Εναγόμενου, για ικανοποίηση όλων των απαιτήσεων των Εναγόντων. Είναι στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, που, ως ανέφερα και προηγουμένως, με μεγάλη ευκολία καταλήγω ότι στα πλαίσια της εντολής που δόθηκε από την Κεντρική προς τη CIC για επιδιόρθωση του επίδικου οχήματος, η πρώτη ενήργησε ως αντιπρόσωπος του Εναγόμενου και η τελευταία ως αντιπρόσωπος της Ενάγουσας. Με δεδομένη τη μόλις εκφρασθείσα κρίση, αλλά και την αρχή που θέλει τον αντιπροσωπευόμενο να δεσμεύεται έναντι τρίτων από τις ενέργειες του αντιπροσώπου του, κρίνω ότι, με την ενέργεια της η Κεντρική να δώσει εντολή προς τη CIC να προχωρήσει με την επιδιόρθωση του οχήματος της Ενάγουσας (με αναμφίβολο εξυπακουόμενο όρο ότι θα αναλάβει να αποπληρώσει το κόστος επιδιόρθωσης του), έπεισε την Ενάγουσα, μέσω της αντιπροσώπου της CIC, ότι το όποιο κόστος επιδιόρθωσης του οχήματος της, θα καταβληθεί από την αυτή και είναι στη βάση αυτού του δεδομένου που η CIC εκτέλεσε την εντολή της Ενάγουσας και επιδιόρθωσε το όχημα της. Κατά συνέπεια, με δεδομένη τη δέσμευση του Εναγόμενου από την εντολή που δόθηκε εκ μέρους του από την Κεντρική προς τη CIC, τούτος κωλύεται να αρνείται να καταβάλει, υπό μορφή αποζημίωσης προς την Ενάγουσα, το κόστος επιδιόρθωσης του οχήματός της. Παρεμφερείς εξέταση του λογικού η μη της απαίτηση της Ενάγουσας για αποζημιώσεις για το συνολικό κόστος επιδιόρθωσης του οχήματός της. Ανεξάρτητα της μόλις πιο πάνω τοποθέτησης του Δικαστηρίου, η οποία σφραγίζει και το τελικό αποτέλεσμα της αγωγής[5], με μόνο σκοπό να υπάρχει καταγραμμένη η θέση του, στην περίπτωση που ήθελε ανατραπεί κατ' έφεση η κρίση του περί εφαρμογής της Αρχής του Κωλύματος, σημειώνω ότι, εν πάση περιπτώσει, κατάληξη του Δικαστηρίου θα ήταν ότι η Ενάγουσα δικαιούται, ως μέρος των ειδικών αποζημιώσεων που θα επιδικαστούν υπέρ της, και το συνολικό κόστος επιδιόρθωσης του οχήματός της. Το πώς αντιμετωπίζεται από τα Δικαστήρια απαίτηση Ενάγοντα για κάλυψη του κόστους επιδιόρθωσης του οχήματος του όταν τούτο (το κόστος επιδιόρθωσης) υπερβαίνει τη προ του ατυχήματος αγοραία αξία του, δεν φαίνεται να έχει απασχολήσει, μέχρι σήμερα, το Ανώτατο Δικαστήριο. Για να είμαι πιο ακριβής, από τη σχετική έρευνα στην οποία προέβηκα δεν ανηύρα οποιαδήποτε σχετική με το θέμα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ωστόσο, το ζήτημα απασχόλησε, πλειστάκις, τα Αγγλικά Δικαστήρια με απόφαση ορόσημο την, Darbyshire v. Warran [1963] 1 WLR
- Έχει περαιτέρω απασχολήσει, από ακαδημαϊκής πλευράς, και διάφορους συγγραφείς[6]. Τόσο στο λόγο και των τριών Δικαστών που εξέδωσαν την απόφαση στη Darbyshire (ανωτέρω), όσο και στα συγγράμματα που ασχολήθηκαν με το ζήτημα, ο έλεγχος του τρόπου δράσης ενός Ενάγοντα είναι αντικειμενικός, στη βάση πάντα του μέσου συνετού επιχειρηματία (businessman) και όχι του μέσου συνετού ιδιοκτήτη του οχήματος που υπέστη ζημιά. Επίσης, προκύπτει ότι, σημαντικός παράγοντας που συνυπολογίζεται κατά την απόφαση ως προς το δικαιολογημένο ή μη της απαίτησης ενός Ενάγοντα να αποζημιωθεί για το κόστος επιδιόρθωσης του οχήματος εκεί που τούτο (το κόστος επιδιόρθωσης) υπερβαίνει της προ του ατυχήματος αγοραίας αξίας του, είναι και το εύρος της υπέρβασης, καθώς επίσης και τα δεδομένα που είχε υπόψη του όταν, αφενός έδιδε εντολή για επιδιόρθωση του οχήματός του και αφετέρου απαιτούσε από το πρόσωπο που ευθυνόταν για το ατύχημα να τον αποζημιώσει σχετικά. Στην υπόθεση Derbyshire (ανωτέρω), ο εκεί Ενάγοντας απαίτησε από τον Εναγόμενο να τον αποζημιώσει για το κόστος επιδιόρθωσης του οχήματός του, το οποίο υπέστη ζημιές σε ατύχημα για το οποίο αποκλειστική ευθύνη είχε ο τελευταίος, το οποίο κόστος επιδιόρθωσης ήταν υπερδιπλάσιο της αγοραίας αξίας του οχήματός του κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος. Προ της επιδιόρθωσής του, τόσο το συνεργείο προς το οποίο αποτάθηκε, όσο και οι ασφαλιστικές εταιρείες που παρείχαν κάλυψη στους ενεχόμενους οδηγούς, ενημέρωσαν τον Ενάγοντα ότι η επιδιόρθωσή του οχήματός του, στη βάση της προ του ατυχήματος αγοραίας αξίας του, κρινόταν ασύμφορη και ότι θα έπρεπε να εξετάσει το ενδεχόμενο να αναζητήσει, στο ελεύθερο εμπόριο, όχημα παρόμοιου, με το δικό του, τύπου, για να το αγοράσει, παρά να επιδιώξει την επιδιόρθωσή του. Παρά της πιο πάνω ενημέρωσης που έτυχε, ο Ενάγοντας έδωσε εντολή για επιδιόρθωση του οχήματος του και ακολούθως απαίτησε σχετική αποζημίωση από την ασφαλιστική εταιρεία που παρείχε κάλυψη στον Εναγόμενο. Η τελευταία, πλήρωσε σ' αυτόν το χρηματικό ποσό που η ίδια θεωρούσε ως δίκαιο υπό τις περιστάσεις (ίσο με την προ του ατυχήματος αγοραία αξία του), αρνούμενη να τον αποζημιώσει για το συνολικό κόστος επιδιόρθωσης. Στα πλαίσια της έφεσης που ασκήθηκε επί της πρωτόδικης κρίσης, το εφετείο αποφάσισε ότι, υπό τις περιστάσεις που ο Ενάγοντας ενήργησε, δεν νομιμοποιείτο να απαιτεί πλήρη κάλυψη του κόστους επιδιόρθωσης του οχήματός του, με τους τρεις Δικαστές να τονίζουν, τόσο το υπερδιπλάσιο του κόστους επιδιόρθωσης έναντι της προ του ατυχήματος αγοραίας αξίας του, όσο και τα δεδομένα που ο Ενάγοντας γνώριζε πριν την απόφασή του να απαιτήσει αποζημίωση ίση με το κόστος επιδιόρθωσης. Αν και αναγνώρισαν το δικαίωμα κάθε τέτοιου Ενάγοντα να επιθυμεί και να ενεργεί ώστε το όχημά του να επιδιορθωθεί, εντούτοις περιόρισαν το δικαίωμά του σε αποζημίωση ίση με την προ του ατυχήματος αγοραία αξία του, ιδιαίτερα όταν το κόστος επιδιόρθωσης υπερβαίνει κατά πολύ την προ του ατυχήματος αγοραία αξία του οχήματος και ο Ενάγοντας γνωρίζει εκ των προτέρων ότι θεωρείται ασύμφορη η επιδιόρθωσή του[7]. Στην υπό εξέταση υπόθεση, είμαι της γνώμης ότι η Ενάγουσα δικαιολογείται να απαιτεί αποζημίωση ίση με το κόστος επιδιόρθωσης του οχήματός της, γιατί, αφενός, το ρηθέν κόστος δεν υπερβαίνει κατά πολύ τη προ του ατυχήματος αγοραία αξία του (νοουμένου ότι η Ενάγουσα θα ήταν σε θέση να ρευστοποιήσει την εναπομείνασα αξία του[8]), και αφετέρου ούτε η ίδια, ούτε ο Ενάγοντας, που ενεργούσε για λογαριασμό της, γνώριζαν ή έστω είχαν κάποια ένδειξη περί ενδεχόμενης υπέρβασης του κόστους επιδιόρθωσης από την προ του ατυχήματος αγοραία αξία του. Όσο δε αφορά στη ρευστοποίησης της μετά του ατυχήματος αξίας του οχήματός της (salvage value), καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε που να θέλει την Ενάγουσα να έχει (κατά τον ουσιώδη χρόνο) τέτοια δυνατότητα, μιας και τίποτα προσδιοριστικό της όποιας σχετικής ανάγκης και/ή ζήτησης της αγοράς για εξαρτήματα του συγκεκριμένου τύπου οχήματος αναφέρθηκε. Κατά την γνώμη μου, η ενέργεια της Ενάγουσας να αποταθεί στο πλέον αρμόδιο για το όχημά της συνεργείο, χωρίς τούτο να την ενημερώσει περί ενδεχόμενης ασύμφορης επιδιόρθωσης, και χωρίς να της αναφερθεί ότι η όποια εκτίμηση του κόστους επιδιόρθωσης υπερβαίνει του ποσού των €8500[9] και ακολούθως να απαιτήσει την αποπληρωμή του κόστους επιδιόρθωσης από τον Εναγόμενο (ο οποίος ευθύνεται αποκλειστικά για το επίδικο ατύχημα), κρίνεται δικαιολογημένη και δεν θεωρώ ότι τούτη εκφεύγει της λογικής και αναμενόμενης αντίδρασης του μέσου συνετού επιχειρηματία υπό τις ίδιες περιστάσεις, ούτε απολήγει σε παραβίαση της αναγνωρισμένης αρχής δικαίου που επωμίζει στο θύμα μιας πράξης τρίτου, υποχρέωση μετριασμού της ζημιάς του. Ας μη λησμονείται ότι, η βασική θεραπεία στην οποία δικαιούται το θύμα ενός αστικού αδικήματος είναι η επαναφορά στην προτέρα της διάπραξης του αστικού αδικήματος κατάσταση (restitutio in integrum), και δη εκεί που δεν εκφεύγει της λογικής απαίτησης ενός μέσου συνετού επιχειρηματία, στην επανακατοχή του οχήματός του στην κατάσταση που βρισκόταν προ του ατυχήματος. Είναι στη βάση της πιο πάνω επιχειρηματολογίας που θα κατέληγα στο ότι η Ενάγουσα, εν πάση περιπτώσει, ως μέρος των ειδικών της αποζημιώσεων, θα δικαιούτο και στο κόστος επιδιόρθωσης του οχήματός της, που στην προκείμενη περίπτωση, αποτελεί κοινό τόπο ότι ανέρχεται στο ποσό των €7.745,
- Κατάληξη Επομένως, με γνώμονα τα παραδεκτά ενώπιόν μου γεγονότα και ειδικότερα αυτά που αφορούν στα ποσά για τα οποία οι Ενάγοντες δικαιούνται σε θεραπεία στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, και υπό το φως πλέον της πιο πάνω κατάληξής μου ως προς τις ειδικές αποζημιώσεις που δικαιούται η Ενάγουσα σε σχέση με τις υλικές ζημιές που υπέστη το όχημά της, κρίνω ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση εναντίον του Εναγόμενου ως ακολούθως: · η Ενάγουσα, για το ποσό των €8.221,02[10] και · ο Ενάγοντας, για το ποσό των €
- Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου, ως ειδικώς προσδιορίστηκαν στην ακριβώς προηγούμενη αναφορά του Δικαστηρίου, με νόμιμο τόκο επί των εν λόγω ποσών από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής (λόγω απουσίας αιτιολογίας της καθυστέρησης που παρατηρείται στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής‑ έναν περίπου χρόνο μετά την έκδοση του επίδικου τιμολογίου και 17 και πλέον μήνες από όταν και επεσυνέβη το ατύχημα), μέχρι εξοφλήσεως. Ως προς τα έξοδα της αγωγής, δεν βλέπω κανένα λόγω για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει τούτα να επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διαδίκου και κατά συνέπεια επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................ Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Δεν παραγνωρίζεται ότι η σχετική δήλωση του συνηγόρου του Εναγομένου έγινε σε σχέση και με τους δύο Ενάγοντες και όχι μόνο για της Ενάγουσα, πλην όμως σχετική θεραπεία απαιτείται μόνο από την Ενάγουσα, ως ιδιοκτήτρια του οχήματος. Ο Ενάγοντας διεκδικεί αποζημιώσεις μόνο για ιατρικά έξοδα [2] Η εκτίμηση έγινε προτού αποσυναρμολογηθούν τα επηρεασμένα από το ατύχημα μέρη του εξωτερικού αμαξώματος και κατά συνέπεια προτού διαφανεί η όποια ανάγκη επιδιόρθωσης μη εμφανών ζημιών. [3] Άρθρο 147 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 [4] Άρθρο 156 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 [5] Το μόνο επίδικο ζήτημα ήταν το δικαιολογημένο ή μη της απαίτησης της Ενάγουσας να αποζημιωθεί για το συνολικό κόστος επιδιόρθωσης του οχήματός της. [6] McGREGOR on DAMAGES, σελ. 171 - 196 και 772, THE LAW OF MOTOR INSURANCE των Robert Merkin και Jeremy Stuart-Smith σελ. 238 και 239 και MOTOR CLAIMS CASES των Paul Taylor, Timothy Oliver και Michael Pether, σελ. 943 και
- [7] Το Δικαστήριο, για λόγους που εδώ δεν ενδιαφέρουν, επιδίκασε στο Ενάγοντα ποσό μεγαλύτερο της προ του ατυχήματος αξίας του οχήματός του. [8] Αν όχι, τότε το κόστος επιδιόρθωσης δεν υπερβαίνει την προ του ατυχήματος αγοραία αξία και δεν προκύπτει οποιοδήποτε ζήτημα αδικαιολόγητης απαίτησης από πλευράς της Ενάγουσας. [9] Χαμηλότερη εκτίμηση της προ του ατυχήματος αγοραίας αξίας του οχήματός της για την οποία, μέσω του ΜΕ1, έτυχε ενημέρωσης, [10] Το άθροισμα των €7.745,02 (κόστος επιδιόρθωσης) και €495 για τα οποία δηλώθηκε σχετικό παραδεκτό γεγονός, ανέρχεται στα €8.240,02, και δη σε ποσό μεγαλύτερο των απαιτούμενων (από την Ενάγουσα) με την Έκθεση Απαίτησης ειδικών αποζημιώσεων και κατά συνέπεια της αποδίδεται το περιορισμένο πόσο που απαιτεί με την αιτούμενη θεραπεία της. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο