ΥΑΛΟΔΥΝΑΜΙΚΗ ΛΤΔ ν. ΠΑΥΛΟΥ, Αρ. Αγωγής: 5650/15, 18/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A331 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5650/15 ΥΑΛΟΔΥΝΑΜΙΚΗ ΛΤΔ Εναγόντων -και- XXX ΠΑΥΛΟΥ Εναγομένου Ημερομηνία: 18 Μαΐου,
- Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Ε. Χειμώνας. Για τον Εναγόμενο: κ. Ρ. Σχίζας. ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η Ενάγουσα εταιρεία, η οποία ασχολείται με την εμπορία, πώληση και κατεργασία γυαλιών, καθρεπτών και άλλων συναφών εμπορευμάτων, επιδιώκει την έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €2.691,50, ως οφειλόμενο λόγω παράβασης, από τον τελευταίο, ουσιώδους όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας πώλησης και παράδοσης εμπορευμάτων από την πρώτη. Σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, η συνεργασία των μερών άρχισε το 2000 και διεκόπη στις 31.03.
- Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, ο Εναγόμενος αγόραζε και λάμβανε κατά καιρούς, εμπορεύματα από την Ενάγουσα και, έναντι των αγορών του, κατέβαλε διάφορα ποσά. Για τις συναλλαγές των μερών, η Ενάγουσα τηρούσε σχετικό λογαριασμό, ο οποίος στις 31.03.2015, όταν και η συνεργασία των μερών έχει ήδη διακοπεί, παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο εκ ποσού €2.691,
- Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις προς τον Εναγόμενο, ο τελευταίος αρνήθηκε και/ή αμέλησε και/ή παρέλειψε να αποπληρώσει το χρέος του, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να κινήσει την παρούσα αγωγή. Η Υπεράσπιση Σύμφωνα με την Υπεράσπιση, ο Εναγόμενος ουδέποτε συμφώνησε με την Ενάγουσα ως η τελευταία ισχυρίζεται και ουδέποτε παράγγειλε οποιαδήποτε εμπορεύματα από αυτήν. Προβάλλει ακόμα τη θέση ότι, ουδέποτε ο ίδιος υπέγραψε οποιοδήποτε τιμολόγιο, ούτε και είχε οποιονδήποτε προσωπικό λογαριασμό στην Ενάγουσα, ούτε και η τελευταία εξέδωσε ποτέ οποιανδήποτε απόδειξη είσπραξης επ' ονόματι του. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι, οι σχετικές με τον ίδιο αναφορές στην Έκθεση Απαίτησης είναι γενικές και αόριστες σε βαθμό που αδυνατεί να υπερασπιστεί λεπτομερώς και εμπεριστατωμένα τον εαυτό του. Ως εκ των ανωτέρω, ζητά την απόρριψη της αγωγής. Ακροαματική διαδικασία Συνεπεία του γεγονότος ότι η υπό εξέταση αγωγή καταχωρήθηκε εντός του έτους 2015 και η απαίτηση της Ενάγουσας αφορά σε ποσό κάτω των €3,000, η ακροαματική διαδικασία, με βάση τις πρόνοιες της νέας Διαταγής 30, διεξήχθη στη βάση του περιεχομένου ένορκων δηλώσεων (μια από κάθε πλευρά). Εκ μέρους της Ενάγουσας, ένορκη δήλωση κατέθεσε ο XXXXX Κωνσταντίνου, διευθυντής της (στο εξής «ο ΜΕ1»). Ο Εναγόμενος, καταχώρησε προσωπική του ένορκη δήλωση. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, και τούτο στα πλαίσια των σχετικών προνοιών της νέας Διαταγής 30, επετράπη στον ΜΕ1 να καταθέσει προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσο προς συμπλήρωση της κυρίως εξέτασης του, όσο και για να αντεξεταστεί επί των διαφόρων θέσεων του από τον συνήγορο του Εναγόμενου. Οι εκδοχές των μερών Η εκδοχή της ενάγουσας Με βάση τη μαρτυρία που προσκόμισε η Ενάγουσα μέσω του ΜΕ1, η συμφωνία των διαδίκων για την αγορά από τον Εναγόμενο των εμπορευμάτων της Ενάγουσας, έγινε μεταξύ του ιδίου και του Εναγόμενου και ο τελευταίος συμβλήθηκε υπό την προσωπική του ιδιότητα. Η κάθε εντολή για τις επίδικες συναλλαγές προς την Ενάγουσα διδόταν από τον Εναγόμενο. Η καταγραφή επί των τιμολογίων, των αποδείξεων είσπραξης και της κατάστασης λογαριασμού, της λέξης «SPEAL», έγινε κατόπιν απαίτησης του Εναγόμενου χωρίς να συσχετιστεί τούτη με οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο ή την όποια εταιρεία συμφερόντων του εναγομένου. Το ότι η λέξη αυτή σχηματίζεται με τα αρχικά της εταιρείας συμφερόντων του Εναγόμενου (Savvas Pavlou Export, Αgent Ltd), έγινε αντιληπτό στον ΜΕ1 μετά τη λήξη της συνεργασίας των μερών και ειδικότερα μετά που η Ενάγουσα αποτάθηκε στους δικηγόρους της για διεκδίκηση της επίδικης οφειλής. Ποτέ προηγουμένως ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι ενεργεί για λογαριασμό οποιασδήποτε εταιρείας ή ότι, συμβαλλόμενoς για τα επίδικες συναλλαγές της, δεν ήταν ο ίδιος, αλλά η εταιρεία του. Ως προς το ύψος της οφειλής, η Ενάγουσα, μέσω του ΜΕ1, ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος κατέβαλλε, κατά καιρούς, χρήματα έναντι των αγορών του και ότι, ο συνδυασμός του περιεχόμενου των τιμολογίων (τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 1 κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του ΜΕ1), με το περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού (το οποίο επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του ΜΕ1), αποδεικνύει του λόγου το αληθές ως προς την ορθότητα του οφειλόμενου ποσού. Η εκδοχή του Εναγόμενου Με βάση το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του Εναγόμενου, ο ίδιος «ουδέποτε αγόρασε ή του παρέδωσαν οιαδήποτε εμπορεύματα ή υπέγραψε οιονδήποτε τιμολόγιο ή εξεδόθη οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής επ' ονόματι του αλλά εκδίδοντο επ' ονόματι τρίτου προσώπου»[1]. Προς υποστήριξη δε του ισχυρισμού του αυτού, στην ένορκη του δήλωση επισυνάπτει 13 αποδείξεις εισπράξεως, που εξέδωσε η Ενάγουσα, επ' ονόματι, είτε κάποιου Speal (οι οκτώ εξ αυτών), είτε της SPEAL LTD (οι τέσσερις εξ αυτών), είτε, τέλος, της SAVVAS PAVLOU EXPORT EGENT LTD (η μία εξ αυτών). Επισυνάπτει, επίσης, και 22 τιμολόγια που εξέδωσε η Ενάγουσα στο όνομα Speal, τα οποία ευρίσκοντο στην κατοχή του, και τα οποία αφορούν στις επίδικες συναλλαγές. Σε ό,τι δε αφορά στη λέξη Speal, ισχυρίζεται ότι αυτή αποτελεί ακρωνύμιο ή αρκτικόλεξο του νομικού προσώπου Savvas Pavlou Export Agent LTD, για το οποίο νομικό πρόσωπο δεν δίνει οποιαδήποτε περαιτέρω πληροφορία, ούτε προβάλλει οποιαδήποτε θέση αναφορικά με το λόγο που η ενάγουσα εξέδωσε τα τιμολόγια της στο όνομα Speal. Τέλος, με γνώμονα το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, αλλά και της ενόρκου δηλώσεως του ΜΕ1, υποδεικνύει, (α) ότι η Ενάγουσα, παρά την αναφορά της σε εμπορική σχέση των διαδίκων από το 2000 μέχρι και το 2015, παρουσίασε μαρτυρία για συναλλαγές μόνο για το χρονικό διάστημα από τον Μάιο του 2013 μέχρι και τέλος Μαρτίου 2015, (β) ότι παρά τον ισχυρισμό της παραγράφου 8 της ενόρκου δηλώσεως του ΜΕ1 περί του ότι σε αυτήν (την ένορκη δήλωση) επισυνάπτονται τιμολόγια, δεν επισύναψε τούτα και ότι αυτό έγινε σκόπιμα ώστε να μην γίνει γνωστό στο Δικαστήριο ότι τούτα εκδόθηκαν στο όνομα τρίτου προσώπου και τέλος, (γ) ότι η κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του ΜΕ1, αφορά σε έγγραφο που δημιουργήθηκε μονομερώς από πλευράς της Ενάγουσας, χωρίς επ' αυτής να φαίνεται το πρόσωπο προς το οποίο τούτη απευθύνεται. Κοινώς αποδεχτά γεγονότα Ως προκύπτει, τόσο από την ενώπιον του Δικαστηρίου μη αμφισβητούμενη μαρτυρία, τις δικογραφημένες θέσεις των μερών και τις θέσεις που προβλήθηκαν από τους συνηγόρους τους κατά την ακροαματική διαδικασία, αλλά και στα πλαίσια των αγορεύσεών τους, τα ακόλουθα αποτελούν κοινώς αποδεχτά γεγονότα. Η Ενάγουσα αποτελεί εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νομίμως εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία με την έδρα των εργασιών της να βρίσκεται στη Λευκωσία. Ασχολείται δε με την εμπορία, πώληση και κατεργασία γυαλιών, καθρεφτών και άλλων συναφών εμπορευμάτων. Στα πλαίσια των εργασιών της, κατόπιν εντολών του Εναγόμενου, η Ενάγουσα, σε διάφορες ημερομηνίες, πώλησε αριθμό εμπορευμάτων, για τα οποία παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους €2.691,50 (οι σχετικές αναφορές του ΜΕ1 δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς του Εναγόμενου. Η δε προβαλλόμενες σχετικές θέσεις του συνηγόρου του Εναγομένου - στην αγόρευσή του και κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 - ήταν, αφενός ότι το απαιτούμενο από την Ενάγουσα υπόλοιπο δεν αμφισβητείται από τον Εναγόμενο «καθ' ότι δεν τον αφορούσε αλλά αφορούσε το τρίτο νομικό πρόσωπο[2]» και αφετέρου ότι οι εντολές του Εναγόμενου, για τη διενέργεια των επίδικων συναλλαγών, δίδοντο εκ μέρους της εταιρείας Savvas Pavlou Export Agent Ltd και όχι υπό την κατ' ισχυρισμό ιδιότητα του συμβαλλομένου με την Ενάγουσα). Για τα μόλις πιο πάνω γεγονότα, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Αμφισβητούμενα επίδικα γεγονότα Με γνώμονα τις δικογραφήσεις των μερών, τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή μαρτυρίας και τα ευρήματα του Δικαστηρίου στη βάση των κοινώς αποδεκτών γεγονότων, εκείνο που στην ουσία παραμένει ως μοναδικό επίδικο ζήτημα, είναι το κατά πόσο η Ενάγουσα, για την πώληση και παράδοση των επίδικων εμπορευμάτων, στα οποία αφορά το οφειλόμενο προς την ίδια ποσό, συμβλήθηκε με τον Εναγόμενο προσωπικά (ως η ίδια αιτιάται), ή με τρίτο νομικό πρόσωπο και ειδικότερα την εταιρεία Savvas Pavlou Export Agent Ltd (ως ο ισχυρισμός από πλευράς του Εναγομένου). Αξιολόγηση μαρτυρίας Με γνώμονα τα ανωτέρω και πρωτίστως στη βάση των υπό αμφισβήτηση επίδικων γεγονότων, προχωρώ ευθύς αμέσως στην αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Ο ΜΕ1, ο οποίος είναι και ο μόνος μάρτυρας που κατέθεσε, διά ζώσης, ενώπιον του Δικαστηρίου, μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι, στο Δικαστήριο είπε όλη την αλήθεια σε σχέση με τα επίδικα, για την παρούσα αγωγή, γεγονότα. Οι σχετικές με τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα θέσεις του, υποστηρίζονται και από το περιεχόμενο των ενώπιον του Δικαστηρίου τεκμηρίων και συμβαδίζουν και με την κοινή λογική. Προωθήθηκαν δε με σαφή και ανεπιτήδευτο τρόπο. Τόσο στην ένορκή του δήλωση ημερομηνίας 14/10/16, όσο και στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α), το περιεχόμενο της οποίας κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του κατά τη διά ζώσης μαρτυρία του, ο ΜΕ1, με σαφέστατο και κατηγορηματικό τρόπο, προώθησε τη θέση ότι, για να αποδεχθεί η Ενάγουσα να παραδώσει τα επίδικα εμπορεύματα, εντολή έλαβε από τον Εναγόμενο προσωπικά, χωρίς ο τελευταίος να αναφέρει ποτέ ότι ενεργεί υπό την ιδιότητά του ως αξιωματούχος και/ή αντιπρόσωπος οποιουδήποτε νομικού προσώπου. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, κατόπιν απαίτησης και πάλι του Εναγόμενου, όλα τα τιμολόγια που σχετίζονται με τα επίδικα εμπορεύματα εκδίδοντο στο όνομα Speal, χωρίς ωστόσο να αναζητήσει ο ίδιος ποτέ τον λόγο για τον οποίο ο Εναγόμενος απαίτησε τούτο. Ότι η λέξη SPEAL αποτελεί ακρωνύμιο ή αρκτικόλεξο της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης Savvas Pavlou Export Agent Ltd, το αντιλήφθηκε για πρώτη φορά μετά την διακοπή των συναλλαγών των μερών, και τούτο στα πλαίσια πληροφόρησης που έλαβε από του δικηγόρους της Ενάγουσας, τους οποίους διόρισε για να ενεργήσουν ώστε να εισπραχθεί το απαιτούμενο, με τη παρούσα αγωγή ποσό. Σημειώνεται, στο σημείο αυτό, ότι η επί των πιο πάνω θέσεων του ΜΕ1 αντεξέταση του συνηγόρου του Εναγόμενου, ήταν εντελώς χλιαρή και περιορισμένη στη βάση του περιεχομένου των διαφόρων τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Πιο συγκεκριμένα, ο συνήγορος του Εναγόμενου, υποδεικνύοντας προς τον ΜΕ1 ότι όλα ανεξαιρέτως τα τιμολόγια (Τεκμήριο 1 ενώπιον του Δικαστηρίου) και η κατάσταση λογαριασμού (επισυναπτόμενο Τεκμήριο επί της ενόρκου δηλώσεως του ΜΕ1 ημερομηνίας 14/10/16) εκδόθηκαν στο όνομα Speal, καθώς επίσης και ότι τέσσερις αποδείξεις πληρωμών εκδόθηκαν στο όνομα SPEAL Ltd, μια στο όνομα Savvas Pavlou Export Agent Ltd και οι λοιπές οκτώ στο όνομα Speal (13 αποδείξεις πληρωμών που εξέδωσε η Ενάγουσα, οι οποίες επισυνάπτονται ως Τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου ημερομηνίας 28/02/17), υπέβαλε στον ΜΕ1 ότι, κατά τις συναλλαγές του με τον Εναγόμενο για σκοπούς πώλησης των επίδικων εμπορευμάτων, γνώριζε ότι ο τελευταίος δεν συναλλασσόταν προσωπικώς αλλά διά λογαριασμό της εταιρείας του Savvas Pavlou Export Agent Ltd, της οποίας εταιρείας η λέξη SPEAL αποτελεί ακρωνύμιο και για αυτό το λόγο τα τιμολόγια εκδόθηκαν, και η κατάσταση λογαριασμού τηρείτο, στο Speal. Η υποβολή, όμως, αυτή του συνηγόρου του Εναγόμενου που θέλει το τελευταίο να δίνει εντολές προς την Ενάγουσα υπό την ιδιότητά του ως εκπρόσωπος της πιο πάνω αναφερόμενης εταιρείας, παρέμεινε εντελώς μετέωρη, μιας και καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από πλευράς του Εναγομένου προς υποστήριξή της. Αν και με τη μαρτυρία του Εναγόμενου θα ασχοληθώ κατωτέρω κατά την αξιολόγησή της, αξίζει να σημειωθεί ότι, τούτος, δεν προώθησε οποιονδήποτε σχετικό, με την εν λόγω υποβολή του συνηγόρου του, ισχυρισμό. Πουθενά στην ένορκη του δήλωση (η οποία αποτελεί και τη μόνη μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς του Εναγόμενου) δεν προωθείται οποιοσδήποτε ισχυρισμός που να θέλει τον Εναγόμενο να ενεργεί, σε σχέση με τις επίδικες συναλλαγές, ως εκπρόσωπος και/ή αξιωματούχος της εταιρείας του και/ή οποιουδήποτε άλλου νομικού προσώπου. Εκείνο που απλά προβάλλεται μέσω της είναι ότι, ο ίδιος, ουδέποτε συμβλήθηκε προσωπικώς με την Ενάγουσα, χωρίς, καθ' οιονδήποτε τρόπο, να εμπλέκει τον εαυτό του, έστω και υπό την ιδιότητα του αντιπροσώπου εταιρείας, με τις επίδικες συναλλαγές. Επανερχόμενος στη μαρτυρία του ΜΕ1 σημειώνω ότι, οι όποιες αντιφάσεις παρουσιάζει, κρίνονται εντελώς επουσιώδεις και μη άμεσα σχετιζόμενες με τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής. Ως τέτοιες δε, δεν μπορούν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία του. Ουδέποτε κατέστη επίδικο ζήτημα η χρονική διάρκεια που συναλλάσσονταν τα μέρη, ώστε να υπέχει ουσιαστικής σημασίας το γεγονός ότι ο ΜΕ1, κατά μια εκδοχή του περιόρισε τον χρόνο αυτόν στα 3 με 4 χρόνια, ενώ κατά μια άλλη, στα 15 χρόνια. Όσον δε αφορά στο όνομα στο οποίο εκδόθηκαν τα διάφορα ενώπιον του Δικαστηρίου Τεκμήρια (κατάσταση λογαριασμού, τιμολόγια και αποδείξεις πληρωμών), ο ΜΕ1, με κάθε πειστικότητα, εξήγησε γιατί τούτο συμβαίνει. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, ως προς το τιμολόγια και την κατάσταση λογαριασμού, τούτα εκδόθηκαν στο όνομα SPEAL καθ' υπόδειξη του ιδίου του Εναγόμενου, χωρίς ποτέ ο τελευταίος να συσχετίσει το όνομα αυτό με οποιανδήποτε εταιρεία και χωρίς να αποκαλύψει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο να ισχυριστεί προς αυτόν ότι ενεργεί ως αξιωματούχος και/ή αντιπρόσωπος κάποιου νομικού προσώπου. Όσον δε αφορά στο γεγονός ότι πέντε από τις αποδείξεις πληρωμών εκδόθηκαν στο όνομα νομικού προσώπου (τέσσερις στο όνομα SPEAL Ltd και μια στο όνομα Savvas Pavlou Export Agent Ltd), ο ΜΕ1, πάντα με πλήρη πειστικότητα, εξήγησε ότι ο ίδιος ουδεμία ανάμειξη είχε στην έκδοση των ρηθέντων αποδείξεων, οι οποίες εκδόθηκαν από υπαλλήλους του, στη βάση, προφανώς, της ταυτότητας του προσώπου που κατέβαλε τα χρήματα έναντι της οφειλής του Εναγόμενου. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός του ΜΕ1 ότι ο ίδιος, προσωπικά, έλαβε γνώση περί της ύπαρξης της εταιρείας του Εναγόμενου μετά τη διακοπή της μεταξύ των μερών συνεργασίας, δεν συγκρούεται ούτε και ελέγχεται από το γεγονός ότι επί πέντε αποδείξεων πληρωμής που εκδόθηκαν από υπαλλήλους της Ενάγουσας σε προγενέστερο χρόνο (κατά τον χρόνο συνεργασίας των μερών) αναφέρεται το όνομα νομικού προσώπου. Υπενθυμίζεται, στο σημείο αυτό, ότι, η θέση του ΜΕ1 ότι ουδέποτε ο Εναγόμενος του αποκάλυψε την όποια σχέση του με την εταιρεία Savvas Pavlou Export Agent Ltd ή την όποια άλλη εταιρεία, δεν αμφισβητήθηκε. Ενδεικτική της μη αμφισβήτησης της, είναι και η εξής αναφορά του συνηγόρου του Εναγομένου από τη τελική του αγόρευση. «Ο Εναγόμενος σίγουρα βλέποντας τα τιμολόγια που εκδίδοντο στο όνομα της Εταιρείας, τον αριθμό λογαριασμού αυτής, το τηλέφωνο της εταιρείας σίγουρα δεν του δημιούργησε την ανάγκη να διευκρινισθεί ή να ζητήσει να συμπληρωθεί το όνομα αυτή[3]». Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, τη σχετική με τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα μαρτυρία του ΜΕ1 την αποδέχομαι στο σύνολό της και επ' αυτής προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Από την άλλη, ο Εναγόμενος με τη μαρτυρία του δεν με έπεισε ότι ανέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Είναι γεγονός ότι, συνεπεία του τρόπου που διεξήχθη η ακροαματική διαδικασία, δεν είναι δυνατή η αποκόμιση από το Δικαστήριο ζωντανής εικόνας του Εναγόμενου, μιας και η μαρτυρία του περιορίστηκε στο περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεώς του. Παραταύτα, όμως, η μαρτυρία του, έστω και έτσι, παρουσιάζει ουσιώδεις αδυναμίες. Είναι δε έκδηλη η προσπάθεια του να αποκρύψει από το Δικαστήριο γεγονότα, που κατά την άποψή του, θα μπορούσαν να εκληφθούν ως επιβαρυντικά για τον ίδιο. Πιο συγκεκριμένα, θεωρώ επιτηδευμένη την ενέργειά του να αποφύγει στην ένορκη του δήλωση να αναφέρει την όποια ανάμειξή του στις επίδικες συναλλαγές. Θεωρώ επίσης επιτηδευμένη και την παράλειψή του να αποκαλύψει, μέσω της ένορκης του δήλωσης, την όποια σχέση του με την εταιρεία Savvas Pavlou Export Agent Ltd, η οποία, σύμφωνα με τις υποβολές και θέσεις του συνηγόρου του είναι η εταιρεία για λογαριασμό της οποίας έδιδε εντολές ο Εναγόμενος. Η δε απολύτως γενική, αλλά και μόνη εκδοχή που προβάλλει μέσα από την ένορκή του δήλωση, θέλει τον ίδιο να είναι εντελώς άσχετος και μη γνώστης των γεγονότων που περιβάλλουν τις επίδικες συναλλαγές. Οι όποιοι δε ισχυρισμοί του περί σύμβασης της Ενάγουσας με τρίτο νομικό πρόσωπο και όχι τον ίδιο προσωπικά, εδράζονται επί του περιεχομένου των τεκμηρίων που επισυνάπτονται, τόσο στην ένορκη δήλωση του ΜΕ1, όσο και στη δική του και όχι στη όποια γνώση του αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγιναν οι επίδικες συναλλαγές. Η εκδοχή του όμως αυτή, συγκρούεται με τις σχετικές θέσεις που υποβλήθηκαν από τον συνήγορό του προς τον ΜΕ1, οι οποίες τον θέλουν (τον Εναγόμενο) να είναι το πρόσωπο που δίδει τις εντολές προς την Ενάγουσα για πώληση και παράδοση των επίδικων εμπορευμάτων, πλην όμως όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα, αλλά ως εκπρόσωπος και/ή αξιωματούχος της εταιρείας του Savvas Pavlou Export Agent Ltd. Προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου, από τον Εναγόμενο, παρατηρείται και σε σχέση με τον τρόπο που ήρθαν στην κατοχή του οι αποδείξεις πληρωμών και τα τιμολόγια που επισυνάπτει ως τεκμήρια στην ένορκή του δήλωση. Και εξηγώ. Ενώ, ως σημειώθηκε ανωτέρω, προβάλλει μια γενική εκδοχή περί ανυπαρξίας οποιασδήποτε σχέσης του ιδίου με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, από την άλλη παρουσιάζει τον εαυτό του ως πρόσωπο που κατέχει τιμολόγια και αποδείξεις πληρωμών σε σχέση με τις επίδικες συναλλαγές, χωρίς να αιτιολογεί τον τρόπο που τούτα βρέθηκαν στην κατοχή του. Το εντελώς παράδοξο της όλης εκδοχής της πλευράς του Εναγομένου (είτε προβλήθηκε δια μαρτυρίας, είτε δια θέσεων του συνηγόρου του) εντοπίζεται στο μέρος εκείνο που θέλει την Ενάγουσα να συμβάλλεται, μέσω του Εναγόμενου, με την εταιρεία του, χωρίς ο τελευταίος να ισχυρίζεται καν ότι είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στις επίδικες συναλλαγές ή έστω ότι ανέφερε ποτέ στην Ενάγουσα την όποια σχέση του με την όποια εταιρεία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και με γνώμονα τα ήδη πιο πάνω ευρήματά μου, η μαρτυρία του Εναγόμενου, στον βαθμό που συγκρούεται με τη λοιπή ενώπιόν μου αποδεκτή μαρτυρία, δεν γίνεται δεκτή. Τελικά ευρήματα Ανεξαρτήτως του ακριβούς χρονικού σημείου που άρχισε η συνεργασία των μερών και του χρόνου που διήρκησε τούτη, μεταξύ του χρονικού διαστήματος 22/05/13 μέχρι και 10/03/15, η Ενάγουσα, κατόπιν εντολής του Εναγόμενου, χωρίς ποτέ ο τελευταίος να επικαλεστεί, κατά τον χρόνο που έδιδε τις σχετικές εντολές, ότι ενεργούσε ως εκπρόσωπος και/ή αξιωματούχος οποιουδήποτε νομικού προσώπου, πώλησε και παρέδωσε στον τελευταίο και/ή σε αντιπροσώπους του τα εμπορεύματα που με λεπτομέρεια περιγράφονται επί των τιμολογίων, Τεκμήριο 1 ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία τιμολόγια η Ενάγουσα, κατόπιν, επίσης, εντολής του Εναγομένου, εξέδωσε στο όνομα Speal. Για τις ρηθείσες πωλήσεις, καθώς επίσης και για τις εκάστοτε, έναντι τους, πληρωμές, η Ενάγουσα τηρούσε, καθ' υπόδειξη του Εναγόμενου, επίσης στο όνομα SPEAL, χρεοπιστωτικό λογαριασμό (πρόκειται για το επισυναπτόμενο Τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του ΜΕ1). Έναντι του λογαριασμού αυτού, καταβλήθηκαν διάφορα χρηματικά ποσά (κάποια εκ των οποίων δόθηκαν από νομικά πρόσωπα), ως τούτα προσδιορίζονται στην κατάσταση λογαριασμού και ειδικότερα κάτω από τη στήλη «Πίστωση». Παρά τις μόλις πιο πάνω, έναντι, πληρωμές, παρέμεινε οφειλόμενο προς την τελευταία το ποσό των €2.691.50, το οποίο, ο Εναγόμενος, παρά το ότι οχλήθηκε σχετικά, αρνήθηκε να καταβάλει. Νομική πτυχή Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από τη σχετική με το μοναδικό υπό αμφισβήτηση επίδικο ζήτημα της παρούσας αγωγής, και δη το κατά πόσο ένα φυσικό πρόσωπο συναλλάσσεται υπό την προσωπική του ιδιότητα ή διά λογαριασμό νομικού προσώπου, είναι ότι το ζήτημα εξετάζεται πάντα στη βάση των περιστάσεων και δεδομένων που περιβάλλουν τις επίδικες συναλλαγές και ότι στην ουσία αφορά σε ζήτημα πραγματικό. Το βάρος απόδειξης της συμβατικής σχέσης των διαδίκων βαρύνει φυσικά τον Ενάγοντα, ο οποίος και θα πρέπει να αποδείξει ότι η επικαλούμενη δικογραφημένη θέση του περί συμβατικής του σχέσης με τον Εναγόμενο, φυσικό πρόσωπο, αποτελεί πραγματικό γεγονός. Όταν δε το Δικαστήριο εξετάζει τη εκδοχή του Εναγόμενου περί το ότι τούτος, κατά τις επίδικες συναλλαγές, ενεργούσε διά λογαριασμό νομικού προσώπου και όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα, εξετάζει και το κατά πόσο με βάση την ενώπιόν του αποδεκτή μαρτυρία ο τελευταίος απεκάλυψε ή γνωστοποίησε στον Ενάγοντα ότι συναλλάσσεται υπό αυτήν του την ιδιότητα και όχι προσωπικώς. Αναφέρθηκε επίσης ότι, αν και εφόσον το Δικαστήριο αποδεχθεί τη θέση του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος συμφώνησε μαζί του υπό την προσωπική του ιδιότητα και μόνο, το γεγονός ότι χρήματα έναντι της οφειλής του Εναγόμενου καταβλήθηκαν από νομικό πρόσωπο και/ή οι αποδείξεις πληρωμών εκδόθηκαν στο όνομα του όποιου τέτοιου νομικού προσώπου, δεν υπέχει οποιασδήποτε σημασίας, ούτε είναι δυνατόν να ανατρέψει τη σχετική κρίση του Δικαστηρίου ως προς τη ταυτότητα των συμβαλλομένων, υποδεικνύοντας, ακριβώς, ότι «δεν έχει σημασία ο τρόπος με τον οποίο καταβαλλόταν το τίμημα» (Βλέπε Δομνίκη Χριστοδουλίδου v. Mocassino Shoes Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ 294). Αποφασίστηκε επίσης ότι, τυχόν κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι οι συναλλαγές έλαβαν χώρα μεταξύ των Εναγόντων και μιας εταιρείας, για την ύπαρξη της οποίας ουδέποτε ενημερώθηκαν οι Ενάγοντες, εκεί που τα σχετικά με τις συναλλαγές τιμολόγια δεν εκδόθηκαν επί του ακριβούς ονόματος της ρηθείσας εταιρείας, θα ήταν αντίθετη με κάθε έννοια του περί Εταιρειών Νόμου. (Βλέπε Ahmed Kawal Naser Lel Din v. Fereos Ltd
(1983)1 CLR σελίδα 298). Σχετικά με το υπό εξέταση ζήτημα είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Ηρακλής Μιχαηλίδης v. Φάνος Ν. Επιφανίου
(2009)1 Α.Α.Δ 494, καθώς επίσης και στην Δήμος Παπαδόπουλος v. Σωτήρη Παναγιώτου KO Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A402, Πολιτική Έφεση 399/2011 απόφαση ημερομηνίας 15 Νοεμβρίου 2017, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε και τους δυο μάρτυρες της εφεσίβλητης αξιόπιστους σε αντίθεση με τον εφεσείοντα που έκρινε αναξιόπιστο και απέρριψε τη μαρτυρία του τελικά για τους λόγους που αναφέρει στην εμπεριστατωμένη απόφαση του, όπως ότι αργούσε να απαντά στις ερωτήσεις, ήταν φανερή η προσπάθεια του να αποφύγει τα αληθινά γεγονότα, περιέπεσε σε αντιφάσεις και άλλα. Καταλήγει στα εξής σ' όσον αφορά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εφεσείοντα: «Γενικά θεωρώ ότι ο μάρτυρας αυτός δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να παρουσιάσει την πραγματική εικόνα των γεγονότων σε μια προσπάθεια του να αποφύγει οποιαδήποτε τυχόν υποχρέωση του απορρέει από τις εκτελεσθείσες από τους ενάγοντες εργασίες. Ήταν αρνητικός σε οτιδήποτε αφορούσε την εκτέλεση των εργασιών και παρουσιαζόταν ότι δεν είχε γνώση για οτιδήποτε έγινε στο υποστατικό του. Από την άλλη προσπάθησε να αμφισβητήσει τις εκτελεσθείσες εργασίες και το ύψος τους και να αρνηθεί ότι έγιναν όλα όσα αναφέρουν οι ενάγοντες. Θεωρώ ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα και ως εκ τούτου την απορρίπτω στην ολότητα της.» Αμέσως μετά το πρωτόδικο Δικαστήριο προβαίνει στα εξής ευρήματα: «Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων του Δικαστηρίου είναι αυτά που αναφέρθηκαν από τους μάρτυρες των εναγόντων, όπως ανωτέρω έχουν αναφερθεί. Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα οι ενάγοντες έχουν αποδείξει ότι μέσω του διευθυντή τους κ. Σωτήρη Παναγιώτου συμφώνησαν με τον εναγόμενο όπως εκτελέσουν τις αναφερόμενες οικοδομικές εργασίες στο υποστατικό του εναγόμενου. Η θέση της υπεράσπισης ότι η συμφωνία έγινε με την ενοικιάστρια εταιρεία Gongola Trading Limited δεν βρίσκει έρεισμα στην αποδεχτή από το Δικαστήριο μαρτυρία. Αν ο εναγόμενος είχε κατά νου ότι οι εν λόγω εργασίες θα πληρώνονταν από τους ενοικιαστές του ή ότι ενεργούσε για λογαριασμό τους, όφειλε να το καταστήσει σαφές στους ενάγοντες και οι τελευταίοι να γνωρίζουν για το γεγονός αυτό (βλ. Ηρακλής Μιχαηλίδης ν. Φάνου Ν. Επιφανίου Λτδ Πολ. Έφεση αρ. 62/2007, ημερ. 11/5/2009 και Χριστοδουλίδου ν. Mocassino Shoes Ltd
(1006)1 A AAΔ.294). Η άμεση εμπλοκή του εναγόμενου στις επίδικες συναλλαγές δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφιβολίας ότι οι ενάγοντες είναι με τον εναγόμενο που συμβλήθηκαν. Ο ίδιος ζήτησε τις υπηρεσίες τους, στον ίδιο δόθηκαν οι τιμές και η προσφορά για αυτές τις υπηρεσίες, ο ίδιος έδινε εντολές στους ενάγοντες, στον ίδιο παραδόθηκαν οι προσφορές και από τον ίδιο απαιτήθηκε η πληρωμή των εργασιών χωρίς να προβάλει οποιοδήποτε ισχυρισμό περί του αντιθέτου ή ότι δεν είχε ο ίδιος προσωπική ευθύνη. Πέραν τούτου, με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία προκύπτει ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την εκτέλεση και την αξία των εργασιών που αξιώνουν με την παρούσα αγωγή. Ο εναγόμενος άλλωστε ουδέποτε αμφισβήτησε την αξία των εν λόγω εργασιών και το μόνο το οποίο ανέφερε στους ενάγοντες, όταν οχλήθηκε για πληρωμή τους ήταν να αναμένουν μέχρι να τον πληρώσουν οι ενοικιαστές του. Οι τιμές που αναγράφονται στα τεκμήρια 1 και 2 είχαν συμφωνηθεί με τον εναγόμενο και η αξία αγοράς των γρανιτών είναι αυτή που ο ίδιος ο εναγόμενος συμφώνησε με το εργοστάσιο κατά την παραγγελία τους.» Εξετάσαμε την εισήγηση που αναφέρεται στη λανθασμένη αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας που οδήγησε σε λανθασμένα ευρήματα, σε συνάρτηση με τα πρακτικά στα οποία έχουμε ανατρέξει και το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε είναι ότι τίποτε το ουσιαστικό δεν προβάλλεται από τη πλευρά του εφεσείοντα με το οποίο να μπορούσε να τεθεί θέμα μεμπτότητας του τρόπου αξιολόγησης της δοθείσας μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο και συνακόλουθα εσφαλμένης αποδοχής της μαρτυρίας οποιουδήποτε μάρτυρα.» Κατάληξη Με γνώμονα τα πιο πάνω αναφερόμενα τελικά ευρήματά μου, καθώς επίσης και το νομικό πλαίσιο που διέπει τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, είναι αβίαστα που καταλήγω ότι η Ενάγουσα κατάφερε, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, να αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον του Εναγόμενου. Υπενθυμίζω, ενδεχομένως και φορτικά, ότι το μόνο επίδικο προς εξέταση αμφισβητούμενο ζήτημα ήταν το κατά πόσο οι συμφωνίες που έγιναν, στη βάση των οποίων και πωλήθηκαν τα επίδικα εμπορεύματα της Ενάγουσας και για τις οποίες πωλήσεις οφείλεται στην Ενάγουσα το απαιτούμενο ποσό, είχαν ως αντισυμβαλλόμενο της Ενάγουσας τον Εναγόμενο υπό την προσωπική του ιδιότητα ή ως ενεργούντα για λογαριασμό τρίτου νομικού προσώπου. Κατά τα λοιπά, οι υπόλοιπες δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας δεν αμφισβητούνται. Με γνώμονα το τελικό εύρημα του Δικαστηρίου, και δη ότι όταν ο Εναγόμενος έδιδε εντολές για τη διενέργεια των επίδικων συναλλαγών δεν αποκάλυψε στην Ενάγουσα την όποια σχέση του με το όποιο νομικό πρόσωπο, ούτε ότι ενεργεί εκ μέρους κάποιου νομικού προσώπου, το θέμα τελειώνει εδώ και έτσι σφραγίζεται και η τύχη της παρούσας αγωγής που δεν μπορεί παρά να είναι επιτυχής για την Ενάγουσα. Το γεγονός ότι έναντι της οφειλής του Εναγομένου καταβλήθηκαν χρήματα και από νομικά πρόσωπα δεν επηρεάζει, καθ' οιονδήποτε τρόπο την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, μιας και κανένα τιμολόγιο δεν εκδόθηκε στο ακριβές όνομα οποιασδήποτε εταιρείας, ενώ με δεδομένη τη αποδοχή της εκδοχής της Ενάγουσας ως προς το γιατί τα τιμολόγια εκδίδοντο στο όνομα Speal, ο τρόπος με τον οποίο καταβλήθηκε το τίμημα, δεν υπέχει οποιασδήποτε σημασίας. Συνεπεία των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €2.691,50 με νόμιμο τόκο από 18/11/15, και δη από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Ως προς τα έξοδα, μη έχοντας οποιονδήποτε λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, αυτά επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Πρόκειται για αυτούσια καταγραφή μέρους της παραγράφου 2 της ένορκου δηλώσεως του Εναγόμενου, πλην όμως αποδιδόμενη στο τρίτο πρόσωπο. [2] Αυτούσια καταγραφή της σχετικής αναφοράς από την αγόρευση του συνηγόρου του Εναγομένου. [3] Όλα τα τιμολόγια εκδόθηκαν στο όνομα Speal και όχι στο όνομα της εταιρείας Savvas Pavlou Export Agent Ltd. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο