← Κύπρος

Ανδρονίκου ν. Βαρδάκης, Αρ. Αγωγής: 9640/10, 11/9/2018

Ανδρονίκου ν. Βαρδάκης, Αρ. Αγωγής: 9640/10, 11/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A495 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 9640/10 Μεταξύ: XXXX Ανδρονίκου Ενάγοντα Και XXXX Βαρδάκης Εναγομένου Ημερομηνία: 11 Σεπτεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κος Ανδρέας Χατζησέργης Για τον Εναγόμενο: κος Κυριάκος Ορφανίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Η Απαίτηση Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, στη βάση παράβασης συμφωνίας εγγύησης και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust and enrichment) και/ή στη βάση χρημάτων που λήφθηκαν και κατακρατήθηκαν (money had and received) και/ή τέλος της ακάλυπτης επιταγής, ο Ενάγοντας επιδιώκει την έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των ευρώ 17.086,01 (Λ.Κ10.000.) Σύμφωνα τις σχετικές δικογραφήσεις του Ενάγοντα, ως τούτες προκύπτουν από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και της Απάντησης, η βασική θέση του, η οποία υποστηρίχτηκε και από τη μαρτυρία του ίδιου ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ότι, περί τον Ιούνιο με Ιούλιο του έτους 2002, κατόπιν προτροπών και υποσχέσεων του Εναγομένου, ο οποίος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της εταιρείας Κ.Z. Web Fortune Ltd (στο εξής "η εταιρεία"), πείστηκε και επένδυσε το χρηματικό ποσό των Λ.Κ10.000 στην ως άνω εταιρεία, στη βάση όρων γραπτής συμφωνίας που συνομολογήθηκε στις 18.07.

  1. Μέρος των προτροπών του Εναγομένου ήταν και η παράδοση προς τον Ενάγοντα μιας προσωπικής του επιταγής, χωρίς ημερομηνία εξαργύρωσης, για το ποσό των Λ.Κ10.000 και δη το κεφάλαιο της επένδυσης, με την υπόσχεση ότι τούτη (η επιταγή) δίδεται υπό μορφή εγγύησης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της εταιρείας έναντι του Ενάγοντα στα βάση των όρων της μεταξύ τους συμφωνίας. Επί της ρηθείσας επιταγής (στο πίσω μέρος), κατόπιν απαίτησης του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος, κατέγραψε (ιδιοχείρως) το εξής κείμενο: «Η επιταγή θα εξαργυρωθεί μόνον σε περίπτωση που η εταιρεία web ‑ Fortune δεν τηρήσει τα συμφωνηθέντα στο συμφωνητικόν έγγραφον με No 6486 μέσων του XXXXX Βαρδάκη (ο Εναγόμενος). Ο XXXXX Βαρδάκης θα είναι υποχρεωμένος να καλύψει το ποσό δέκα χιλιάδων λιρών που είναι η αξία του κεφαλαίου δηλαδή το αναγραφόμενον ποσόν». Ως ο Ενάγοντας ισχυρίζεται, η εταιρεία παραβίασε τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, και αφού, αρχικά, απαίτησε, τόσο από την εταιρεία, όσο και από τον Εναγόμενο, την επιστροφή των χρημάτων που επένδυσε, λόγω άρνησης και/ή παράλειψής τους να του τα επιστρέψουν, το Αύγουστο του έτους 2005, συμπλήρωσε επί της επιταγής την ημερομηνία εξόφλησης και κατέθεσε τούτη στην τράπεζα για να τιμηθεί. Η επιταγή δεν τιμήθηκε λόγω μη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της, και δη του Εναγομένου, με την ένδειξη "ΑΠΟΤΑΘΕΙΤΕ ΣΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ". Ακολούθως, στη βάση του ακάλυπτου της επιταγής, καταχώρησε ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον του Εναγομένου, ο οποίος αθωώθηκε από το εκ πρώτης όψεως στάδιο για τους λόγους που αναφέρονται στη σχετική απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο. Μετά την περάτωση της ποινικής διαδικασίας, ο Ενάγοντας έδωσε οδηγίες στον συνήγορό του, ο οποίος και καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Πάντα κατά την εκδοχή του Ενάγοντα, ανεξαρτήτως της καταγραφής του πιο πάνω κειμένου στο πίσω μέρος της επιταγής, τούτη παραμένει επιταγή εν την έννοια του νόμου και νομιμοποιεί τον Ενάγοντα να επικαλείται το ακάλυπτό της ως νομική βάση για την παρούσα αγωγή. Επίσης, αποτελεί θέση του Ενάγοντα ότι, οι περιστάσεις υπό τις οποίες εκδόθηκε η επιταγή και το κείμενο που κατεγράφη στο πίσω μέρος της, καθιστούν τούτη μέρος συμφωνίας εγγύησης μεταξύ του ιδίου και του Εναγομένου, με την οποία ο τελευταίος εγγυήθηκε την υλοποίηση των υποχρεώσεων της εταιρείας έναντι του. Επιπροσθέτως, είναι η θέση του Ενάγοντα ότι, οι συνθήκες υπό τις οποίες ο ίδιος κατέβαλε το χρηματικό ποσό των Λ.Κ10.000, δικαιολογούν την έκδοση απόφασης στη βάση των αρχών, αφενός του παράνομου πλουτισμού και αφετέρου των χρημάτων που παραδόθηκαν και κατακρατήθηκαν. Η υπεράσπιση Κατά τον Εναγόμενο, στη βάση του δικογράφου της Υπεράσπισης, αλλά και των όσων ο ίδιος ανέφερε κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή για διάφορους λόγους. Πρώτον γιατί ενεργεί εντελώς καθυστερημένα και δη 8 περίπου χρόνια μετά την παράδοση της επιταγής από τον Εναγόμενο. Δεύτερον γιατί, οι συνθήκες υπό τις οποίες συμπληρώθηκε και παραδόθηκε η επιταγή, καθιστούν τούτη έγγραφο που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως συναλλαγματική ή επιταγή εν τη έννοια του νόμου, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποτελέσει βάση για επιτυχία της παρούσας αγωγής. Τρίτον γιατί, παρά το γεγονός ότι ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι η επιταγή παραδόθηκε από τον ίδιο υπό μορφή εγγύησης της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της εταιρείας έναντι του Ενάγοντα, εντούτοις ο τελευταίος δεν δικαιούται στην αιτούμενη με την παρούσα αγωγή, θεραπεία, καθότι ουδέποτε ο Εναγόμενος παραβίασε τους όρους της συμφωνίας εγγύησης, στη βάση του επιχειρήματος ότι η εταιρεία εκπλήρωσε όλες ανεξαιρέτως τις υποχρεώσεις της έναντι του Ενάγοντα. Τέλος, προβάλλοντας τη θέση ότι οι Λ.Κ10.000 κατέληξαν στην εταιρεία, χωρίς ο ίδιος, καθ' οποιονδήποτε τρόπο, να κατακρατήσει οποιοδήποτε μέρος τους, προωθεί την εισήγηση ότι η παρούσα αγωγή δεν είναι δυνατό να επιτύχει στη βάση των αρχών του παράνομου πλουτισμού ή των χρημάτων που παραδόθηκαν και κατακρατήθηκαν. Υποστηρίζει, δε, ότι, και ο ίδιος συναλλάχθηκε με την εταιρεία υπό τους ίδιους όρους που διέπουν τη συμβατική σχέση του Ενάγοντα με αυτή και ότι το κεφάλαιο που ο ίδιος επένδυσε είναι κατά πολύ μεγαλύτερο από αυτό που επένδυσε ο Ενάγοντας. Κοινώς αποδεχτά γεγονότα Στη βάση των δικογραφημένων θέσεων των μερών, των διάφορων δηλώσεων των συνήγορων τους, των παραδεκτών γεγονότων και της αναντίλεκτης ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, τα ακόλουθα αποτελούν κοινώς αποδεχτά γεγονότα: Η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από τον Εναγόμενο και παραδόθηκε στον Ενάγοντα στις 18/07/2002 χωρίς να φέρει, κατά την παράδοσή της, ημερομηνία εξαργύρωσης. Η επιταγή, αφού συμπληρώθηκε ως προς την ημερομηνία εξαργύρωσης παρουσιάστηκε στην τράπεζα στις 22/08/2005, όπως αναφέρεται και επί της σφραγίδας της τράπεζας, και τούτη δεν εξαργυρώθηκε λόγω του ότι κρίθηκε από τη τράπεζα ως ακάλυπτη και παραπέμπετο ο Ενάγοντας να αποταθεί εκ νέου στον εκδότη της. Η σχετική σφραγίδα της τράπεζας τοποθετήθηκε στις 25/08/
  2. Το αναγραφόμενο επί της επιταγής ποσό των Λ.Κ10.000, μέχρι και σήμερα δεν έχει καταβληθεί στον Ενάγοντα. Όλες ανεξαιρέτως οι χειρόγραφες καταγραφές στο πίσω μέρος της επιταγής καταγράφηκαν από τον Εναγόμενο κατά την ημέρα της συμπλήρωσης και παράδοσης της στον Ενάγοντα. Το ίδιο ισχύει και αναφορικά με όλες τις συμπληρώσεις στο μπροστινό μέρος της, με εξαίρεση την ημερομηνία εξαργύρωσης, η οποία συμπληρώθηκε από τη λειτουργό της τράπεζας προς την οποία παραδόθηκε από τον Ενάγοντα για εξαργύρωση. Βασικοί όροι της μεταξύ του Ενάγοντα και της εταιρείας συμφωνίας, είναι και οι αναγραφόμενοι στη συμφωνία Τεκμήριο 1 ενώπιον του Δικαστηρίου. Μέρος των όρων του Τεκμηρίου 1, είναι και οι ακόλουθοι: «
  3. Η Εταιρεία θα καταβάλει στους συνδρομητές ένα ποσοστό πάνω στη λιανική τιμή των Αγαθών (το οποίο καλείται από τώρα και στο εξής" Η Προμήθεια" ), κάθε φορά που η Εταιρεία πωλεί τα προϊόντα της μέσω του Δικτύου ή μέσω των Διανομέων της.
  4. Οι προμήθειες πρέπει να συλλέγονται κάθε μήνα άμεσα από τους συνδρομητές, με την έκθεση για το σχέδιο μάρκετινγκ. Οι προμήθειες μπορούν επίσης να προστεθούν στην αξία της παρούσας Συμφωνίας. Οι προμήθειες θα μοιραστούν ανάμεσα στους συνδρομητές σύμφωνα με τις πρόνοιες του σχεδίου μάρκετινγκ όπως προσφέρεται στην ιστοσελίδα htp://www.web‑fortune.com. Η Εταιρεία θα εγγυηθεί την ετήσια καταβολή ενός ελάχιστου ποσού της τάξης του 20% και ενός μέγιστου ποσού της τάξης των 40% που βασίζονται πάνω στη συμμετοχή της Συμφωνίας για συνδρομή κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία η παρούσα συμφωνία βρίσκεται σε ισχύ. Τυχόν επιπρόσθετη προμήθεια και επιτυχία για τους συνδρομητές, πραγματοποιείται και σημειώνεται μόνο με δική τους προσπάθεια για επιχορήγηση επιπρόσθετων συνδρομών. Το ποσοστό συμμετοχής θα υπολογιστεί σύμφωνα με το σχέδιο μάρκετινγκ.
  5. ....................................................................................................................
  6. ....................................
  7. ....................................
  8. Η περίοδος της παρούσας Συμφωνίας είναι για τρία

(3)χρόνια. 9. ΑΝΑΝΕΩΣΗ: Η παρούσα συμφωνία ανανεώνεται αυτόματα για ακόμα τρία
(3)χρόνια, εκτός αν οποιοδήποτε μέρος δώσει προειδοποίηση δύο μηνών για εκπνοή των όρων της παρούσας Συμφωνίας.
  1. .....................................
  2. Με την εκπνοή αυτής της Συμφωνίας μετά από τρία
(3)χρόνια και σε περίπτωση που ο συνδρομητής δεν επιθυμεί να την ανανεώσει, τότε αυτός θα παραχωρήσει μία περίοδο μέχρι και έναν μήνα για να ολοκληρωθεί η διοικητική διαδικασία μεταφοράς της αξίας της παρούσας Συμφωνίας από την εταιρεία. .......................................................................................................................» Ανεξαρτήτως των γραπτών όρων της συμφωνίας του Ενάγοντα με την εταιρεία (τεκμήριο 1), μεταξύ των διαδίκων της παρούσας αγωγής αποτελεί κοινό τόπο ότι, μέρος των υποχρεώσεων της εταιρείας έναντι των συνδρομητών της (μεταξύ των οποίων και οι διάδικοι της παρούσας αγωγής), ήταν, άμα τον τερματισμό της συμφωνίας (στα 3 χρόνια), και νοουμένου ότι δεν ανανεωνόταν τούτη, ανεξαρτήτως των όποιων κατά καιρούς προμηθειών παρέδιδε προς αυτούς, να τους επιστρέψει το αρχικό κεφάλαιο της επένδυσης. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου ότι, κατά το στάδιο της αντεξέτασης του Ενάγοντα, ο συνήγορος του Εναγομένου υπέβαλε σ' αυτόν ότι οι γραπτοί όροι της μεταξύ της εταιρείας και του ίδιου συμφωνίας δεν επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό του περί υποχρέωσης της πρώτης για επιστροφή του κεφαλαίου στο τέλος της συμφωνίας. Η μόλις πιο πάνω αναφορά του Δικαστηρίου περί του αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων της παρούσας αγωγής ότι ένας τέτοιος όρος δίεπε τη σχέση των συνδρομητών/επενδυτών με την εταιρεία (μεταξύ των οποίων και οι διάδικοι της παρούσας αγωγής), έγινε, καθότι ο Εναγόμενος, κατά τη διά ζώσης μαρτυρία του, αποδέχθηκε τούτο και είναι στη βάση αυτού του γεγονότος και δεδομένου που το Δικαστήριο θεωρεί το ζήτημα αυτό ως καλυπτόμενο από τα κοινώς αποδεχτά γεγονότα της παρούσας αγωγής. Ας μη λησμονείται ότι, οι τοποθετήσεις συνηγόρων δεν αποτελούν μαρτυρία. Επανερχόμενος στην παράθεση των κοινώς αποδεκτών γεγονότων, σε κάποιο χρονικό σημείο, προ της παρόδου των 3 ετών από την ημέρα υπογραφής της συμφωνίας του Ενάγοντα με την εταιρεία (Τεκμήριο 1), η εταιρεία έπαυσε να καταβάλλει προμήθειες (ως ο όρος «προμήθειες» ερμηνεύεται στον όρο 3 του Τεκμηρίου 1) στον Ενάγοντα. Αναζητήθηκαν οι λόγοι αυτής της συμπεριφοράς της εταιρείας και η τελευταία επικαλέστηκε παράνομες και αδικαιολόγητες επεμβάσεις των κρατικών υπηρεσιών οι οποίες επέφεραν αδυναμία στην εταιρεία να συνεχίσει τη λειτουργία της στη βάση των όρων των συμφωνιών που υπέγραψε με διάφορους συνδρομητές (ως ο όρος «συνδρομητής» ερμηνεύεται στο Τεκμήριο 1), μεταξύ των οποίων ήταν και ο Ενάγοντας. Στα πλαίσια των αντιδράσεων της εταιρείας, προγραμματίστηκαν συνελεύσεις των μελών της ώστε να ληφθούν αποφάσεις για την περαιτέρω πορεία της. Σε τέτοιες συνελεύσεις, παρευρέθηκε και ο Ενάγοντας. Ανεξάρτητα των όποιων θέσεων υποβλήθηκαν από τον συνήγορο του Εναγόμενου προς τον Ενάγοντα καθ' ον χρόνο ο τελευταίος κατέθετε, δια ζώσης, ενώπιον του Δικαστηρίου και ανεξάρτητα της όποιας, σχετικής με το ζήτημα, αναφοράς του Εναγόμενου κατά τη μαρτυρία του, τούτος (ο Εναγόμενος), καθ' όλους τους ουσιώδεις για την παρούσα αγωγή χρόνους, ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Τούτο αποτελεί παραδεκτό γεγονός, που προκύπτει από τα δικόγραφα των δύο μερών και ειδικότερα από τον συνδυασμό της παραγράφου 5 της Υπεράσπισης και της παραγράφου 6 της Απάντησης, όπου στην πρώτη, ο Εναγόμενος αναφέρει ρητά ότι ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της εταιρείας, ενώ στη δεύτερη ο Ενάγοντας αποδέχεται ότι συμβλήθηκε με την εταιρεία διά της υπογραφής συμβολαίου (Τεκμήριο 1), επί του οποίου, εκ μέρους της εταιρείας, υπέγραψε ο Εναγόμενος. Η υπεράσπιση που θέλει το παρόν Δικαστήριο να μην έχει κατά τόπο δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, εγκαταλείφθηκε. Τουλάχιστον κατά το 2005, και δη με την καταχώρηση της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης εναντίον του Εναγομένου, ο Ενάγοντας απαίτησε από αυτόν την καταβολή του αναγραφόμενου επί της επιταγής ποσού. Εναντίον της εταιρείας εκδόθηκε διάταγμα εκκαθαριστή από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 15/11/2007 στην αίτηση υπ' αριθμό 285/
  1. Η πρώτη δε συνεδρίαση των πιστωτών της έγινε στις 15/11/2012 και διορίσθηκε ως εκκαθαριστής της, στις 30/01/13, ο Επίσημος Παραλήπτης. Για τα πιο πάνω γεγονότα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Νομική βάση συμφωνίας εγγύησης Παρά το γεγονός ότι η υπό εξέταση αγωγή εδράζεται επί πέραν της μιας νομικής βάσης, για σκοπούς δομής της παρούσας απόφασης, κρίνω ορθότερο όπως, αρχικά, εξεταστεί η νομική βάση που θέλει τον Ενάγοντα να δικαιούται την αιτούμενη θεραπεία στη βάση του ότι ο Εναγόμενος παραβίασε τους όρους της μεταξύ των συμφωνίας εγγύησης. Επιγραμματικά, υπενθυμίζω ότι αποτελεί κοινό τόπο των δύο πλευρών ότι, μεταξύ των διάδικων συνομολογήθηκε συμφωνία εγγύησης, καθώς επίσης ότι οι όροι της απαντούνται στις χειρόγραφες σημειώσεις πίσω από την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο
  2. Αποτελεί επίσης κοινό τόπο ότι, οι ρηθείσες χειρόγραφες σημειώσεις καταγράφηκαν από τον Εναγόμενο κατά την ώρα παράδοσης της επιταγής στον Ενάγοντα. Ως αβίαστα προκύπτει από το περιεχόμενο των χειρόγραφων σημειώσεων και δη των όρων της επίδικης συμφωνίας εγγύησης[1], ο Εναγόμενος, στην περίπτωση που η εταιρεία δεν τηρούσε τα συμφωνηθέντα μεταξύ της και του Ενάγοντα (στη βάση των όρων της μεταξύ τους συμφωνίας), ανέλαβε να καταβάλει στον τελευταίο το ποσό των ΛΚ10.000, που αποτελούσε και την «αξία του κεφαλαίου» που ο Ενάγοντας κατέβαλε προς την εταιρεία υπό μορφή επένδυσης, και την ίδια στιγμή, νομιμοποιούσε τον Ενάγοντα, σε μία τέτοια περίπτωση, να εξαργυρώσει την επιταγή για να λάβει το αναγραφόμενο επ' αυτής ποσό. Ως, επίσης, αβίαστα προκύπτει από τα πιο πάνω αναφερόμενα, κοινώς αποδεχτά, γεγονότα, για λόγους που δεν αφορούν καθ' οιονδήποτε τρόπο τον Ενάγοντα, η εταιρεία δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα, μιας και προ της λήξεως της μεταξύ της και του Ενάγοντα συμφωνίας έπαψε να εκπληρώνει την αντιπαροχή της και δη να καταβάλλει προς αυτόν τις προμήθειες, ως ο όρος 4 του Τεκμηρίου 1 προέβλεπε. Επίσης, στη βάση πάντα των πιο πάνω, κοινώς αποδεκτών, γεγονότων, η εταιρεία δεν επέστρεψε μετά τη λήξη των τριών ετών από τη μέρα συνομολόγησης της συμφωνίας της με τον Ενάγοντα το ποσό των ΛΚ10.000, και δη το κεφάλαιο που ο τελευταίος επένδυσε σε αυτήν. Δεν τίθετο πλέον θέμα ανανέωσης της συμφωνίας με την εταιρεία, μιας και η τελευταία δήλωσε αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της έναντι των συνδρομητών λόγω επικαλούμενης παράνομης κρατικής επέμβασης. Και οι δύο αυτές παραλείψεις της Ενάγουσας δεν συσχετίστηκαν ή καθ' οιονδήποτε τρόπον, αποδόθηκαν σε πράξη και/ή παράλειψη του Ενάγοντα. Τούτων δοθέντων, είναι με μεγάλη ευκολία που καταλήγω ότι η εταιρεία παραβίασε τους όρους της μεταξύ της και του Ενάγοντα συμφωνίας, με αποτέλεσμα να ενεργοποιείται η ευθύνη του Εναγόμενου έναντι του Ενάγοντα, στη βάση της μεταξύ τους συμφωνίας εγγύησης και δη να καθίσταται πλέον υποχρέωση του πρώτου να καταβάλει στον τελευταίο το ποσό των ΛΚ10.
  3. Συνεπεία δε και της συμπερίληψης στους όρους της συμφωνίας εγγύησης ότι το ποσό τούτο θα μπορούσε να εισπραχθεί διά της εξαργύρωσης της επίδικης επιταγής, κρίνω ότι άμα τη επιστροφή της ρηθείσας επιταγής ως ακάλυπτης μετά την κατάθεση της από τον Ενάγοντα στην Τράπεζά και τη μη μετέπειτα τίμηση της από τον Εναγόμενο, ο τελευταίος παραβίασε τους όρους της μεταξύ των μερών συμφωνίας εγγύησης, με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να έχει αποδείξει, στον απαραίτητο βαθμό, την υπόθεσή του έναντι του Εναγόμενου, στη νομική βάση, τουλάχιστον, της παράβασης των όρων της συμφωνίας εγγύησης. Η μόλις πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου σφραγίζει και την τύχη της υπό εξέταση αγωγής, που δεν μπορεί παρά να επιτύχει και κατά συνέπεια, στα πλαίσιά της, να αποδοθεί η αιτούμενη θεραπεία και δη να εκδοθεί απόφαση εναντίον του Εναγόμενου και υπέρ του Ενάγοντα για την καταβολή του ποσού των €17.086,01 (ΛΚ10.000). Στο σημείο αυτό, και δη για σκοπούς πληρότητας αλλά και αιτιολογίας, κρίνω απλά ορθό να σημειώσω ότι η θέση του συνήγορου του Εναγόμενου, ότι η υπό εξέταση αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί επί το ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρησή της (lashes), δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πρώτο γιατί, η σχετική εισήγηση έγινε με εντελώς γενικό και αόριστο τρόπο. Φτάνει απλά να σημειώσω ότι η μοναδική σχετική αναφορά γίνεται στη τελευταία σελίδα της αγόρευσής του και τούτη περιορίζεται απλά στο να υποδείξει τον χρόνο που προέκυψε η διαφορά των μερών και τον χρόνο που καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αγωγή, χωρίς να ενημερώνει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο να προωθεί οποιοδήποτε άλλο επιχείρημα που να καθιστά την επικαλούμενη καθυστέρηση, στέρεα βάση, για απόρριψη της αγωγής. Δεύτερο, καμία απολύτως μαρτυρία δεν προωθήθηκε από πλευράς του Εναγόμενου, ούτε και προκύπτει κάτι σχετικό από την λοιπή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, που να θέλει τούτον να έχει επηρεαστεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο, από την καθυστέρηση, που ομολογουμένως παρατηρείται στην καταχώρηση της υπό εξέταση αγωγής. Τέλος, ως έχει πλειστάκις αναφερθεί (βλέπε Καρπασίτης ν. Σιόκουρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 472, Χριστοφίδου ν. Παπαχρυσοστόμου
(2009)1 Α.Α.Δ. 1360 και Α.Η.Κ. ν. Κλεάνθους
(2013)1 Α.Α.Δ. 158), εκεί που μια αγωγή εδράζεται επί νομικής βάσης, για την οποία, νομικώς, προβλέπεται χρονικό διάστημα παραγραφής, δεν είναι δυνατό, προτού παρέλθει το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, να τίθεται θέμα απόρριψης της λόγω καθυστέρησης. Στην ίδια νομολογία αναφέρθηκε, επίσης, ότι, η Υπεράσπιση της αδικαιολόγητης καθυστέρησης (laches) τυγχάνει εφαρμογή μόνο εκεί όπου με την αγωγή επιδιώκεται η απόδοση θεραπειών επί των αρχών της επιείκειας. Όσον, τώρα, αφορά στο διαζευκτικό επιχείρημα του συνηγόρου του Εναγόμενου ότι στην περίπτωση που η υπό εξέταση αγωγή επιτύχει, η όποια εκδοθείσα εναντίον του Εναγόμενου απόφαση θα πρέπει να αφορά σε περιορισμένο ποσό στη βάση του γεγονότος ότι, κατά τα αρχικά στάδια της μεταξύ του ιδίου και της εταιρείας συμφωνίας, τούτος λάμβανε, κατά καιρούς, προμήθειες και χρήματα, με κάθε σεβασμό προς αυτό (το επιχείρημα), επίσης δεν με βρίσκει σύμφωνο. Οι όροι της μεταξύ των διάδικων της παρούσας αγωγής συμφωνίας εγγύησης, επί του προκειμένου, είναι ξεκάθαροι. Η υποχρέωση του Εναγόμενου για καταβολή των ΛΚ10.000 (ως αξία του κεφαλαίου που επενδύθηκε από τον Ενάγοντα) στην περίπτωση που η εταιρεία δεν τηρήσει τα συμφωνηθέντα της με τον τελευταίο, δεν εξαρτάται από τα όποια τυχόν χρήματα ή προμήθειες έλαβε τούτος καθ' ον χρόνο η εταιρεία τηρούσε τα συμφωνηθέντα μαζί του. Ας μην λησμονείται, επίσης, ότι, στη βάση των κοινών θέσεων αμφοτέρων των διάδικων (ως προκύπτει από τις αναφορές τους κατά τη δια ζώσης μαρτυρία τους), ανεξαρτήτως των όποιων προμηθειών ή χρημάτων η εταιρεία, κατά καιρούς, απέστελλε στους συνδρομητές της, άμα τη πάροδο τριών ετών από τη συνομολόγηση της συμφωνίας επένδυσης, τούτη (η εταιρεία) είχε υποχρέωση επιστροφής σε αυτούς του κεφαλαίου της επένδυσης, που στην υπό εξέταση περίπτωση αφορά στο ποσό των ΛΚ10.
  1. Ο λόγος που η παρούσα απόφαση παρουσιάζει την ανωτέρω δομή, και δη όχι τη συνήθη που θέλει το Δικαστήριο, (α) να αξιολογεί την ενώπιον του μαρτυρία, (β) ακολούθως, στη βάση της ρηθείσας αξιολόγησης, να προβαίνει σε σχετικά ευρήματα επί των επίδικων ζητημάτων, (γ) να θέτει τούτα υπό το σχετικό με την αγωγή νομικό πλαίσιο και (δ) να καταλήγει στη σχετική δικαστική κρίση, είναι γιατί, τουλάχιστον ως προς τη νομική βάση της παράβασης των όρων της συμφωνίας εγγύησης, η αγωγή μπορεί ευχερώς να κριθεί στη βάση των παραδεχτών και/ή κοινώς αποδεκτών ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότων. Ωστόσο, για σκοπούς πληρότητας και αιτιολογίας και για να υπάρχει καταγραμμένη η θέση του Δικαστηρίου στην περίπτωση που ήθελε ανατραπεί, κατ' έφεση, η ανωτέρω κρίση του, σημειώνω ότι, χωρίς καμίαν απολύτως αμφιβολία περί τούτου, η μαρτυρία του Εναγόμενου, στο βαθμό που συγκρούεται με τη λοιπή αποδεκτή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, ενώ, από την άλλη, η μαρτυρία του Ενάγοντα γίνεται δεκτή στη ολότητά της, Και εξηγώ. Ο Ενάγοντας μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι ανέφερε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια, σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής. Ήταν σαφής στις θέσεις που προωθούσε, σταθερός καθ' όλη τη διάρκεια της δια ζώσης μαρτυρίας του και αρκούντως διαφωτιστικός, σε τέτοιο βαθμό που, για αρκετά γεγονότα στα οποία αναφερόταν, το Δικαστήριο, στη βάση της μαρτυρίας του, μπορούσε να σχηματίσει εικόνα των πεπραγμένων. Ήταν επίσης άμεσος και ανεπιτήδευτος, συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν πρόσωπα, τα οποία λένε την αλήθεια. Τουναντίον, η μαρτυρία του Εναγόμενου παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις επί σημαντικών επίδικων ζητημάτων. Σε αρκετές περιπτώσεις ο Εναγόμενος κατέφευγε σε υπεκφυγές, ώστε να μην απαντήσει στις ερωτήσεις που του τίθεντο. Ακόμα, χωρίς καμίαν απολύτως δυσκολία ή ενδοιασμό, ανάλογα με την περίπτωση, άλλαζε προγενέστερη σαφή θέση του, απλά γιατί θεωρούσε ότι, τη δεδομένη στιγμή, αυτό εξυπηρετούσε την υπόθεσή του και τούτο ανεξάρτητα του ποια από τις εκδοχές του ήταν αληθής. Για σκοπούς αιτιολόγησης της μόλις πιο πάνω εκφρασθείσας κρίσης μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του Εναγόμενου, ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά, σημειώνω τα ακόλουθα. Αναφορικά με τις τελευταίες πέντε γραμμές των χειρόγραφων σημειώσεων, στο πίσω μέρος της επιταγής, οι οποίες είναι αρκούντως κατατοπιστικές και διαφωτιστικές της υποχρέωσης του Εναγόμενου να καταβάλλει στον Ενάγοντα, (ανεξαρτήτως του είδους της παράβασης από πλευράς της εταιρείας των όρων της συμφωνίας της με τον πρώτον) όλο το επενδυθέν κεφάλαιο και δη το χρηματικό ποσό των ΛΚ10.000, μέχρι και το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας, προωθούσε τη θέση ότι, τούτες (οι ρηθείσες χειρόγραφες καταγραφές) δεν καταγράφηκαν από τον ίδιο, ισχυριζόμενος ακόμα ότι πρόκειται καταγραφές με εντελώς διαφορετικό από το δικό του γραφικό χαρακτήρα. Να σημειωθεί, στο σημείο αυτό, ότι, ποτέ κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου δια ζώσης μαρτυρία του δεν άλλαξε τη θέση του αυτήν. Προ της περατώσεως της ακροαματικής διαδικασίας, και κατόπιν εκφρασθείσας κοινής πρόθεσης των συνηγόρων των μερών για διορισμό γραφολόγου διά απόφανση ως προς την ταυτότητα του συγγραφέως των επίδικων υπό αμφισβήτηση καταγραφών, ο συνήγορός του, κατά την επόμενη δικάσιμο, διά σχετικής δηλώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, απεδέχθη ότι και εκείνες οι καταγραφές ανήκουν στον Εναγόμενο. Τούτο, ως γεγονός, πέραν της πρόκλησης της ήδη σημειωθείσας ανωτέρω αντίφασης που παρατηρείται επί ενός τόσο σημαντικού ζητήματος στη μαρτυρία του Εναγόμενου, υπέχει και ουσιαστικής σημασίας επί το ότι ουδέποτε δόθηκε η ευκαιρία στον συνήγορο του Ενάγοντα να αντεξετάσει τον Εναγόμενο, αναφορικά με τους λόγους που κατέγραψε τις συγκεκριμένες καταγραφές, μιας και ουδέποτε απεδέχθη, καθ' ον χρόνο αντεξεταζόταν, ότι ήταν ο συγγραφέας τους. Επίσης, ενώ η βασική του θέση ήταν ότι η εταιρεία τηρούσε όλα τα συμφωνηθέντα με τους συνδρομητές της (περιλαμβανομένου και του Ενάγοντα), σε άλλα σημεία της μαρτυρίας του, αποδέχθηκε ότι, ό, τι οικονομική ζημιά υπέστη ο Ενάγοντας (λόγω της επίδικης επένδυσής του στην εταιρεία), την υπέστη και ο ίδιος, ο οποίος επένδυσε πολύ περισσότερα χρήματα από τον Ενάγοντα και τούτη η θέση του προβλήθηκε με αναφορά στη μη επιστροφή από την εταιρεία του αρχικού καταβληθέντος κεφαλαίου επένδυσης, το δικό του οποίου ανήρχετο στις ΛΚ60.
  2. Επίσης, πάντα σε σύγκριση με τη μόλις πιο πάνω αναφερόμενη βασική εκδοχή του που θέλει την εταιρεία να τηρεί όλες τις υποχρεώσεις της έναντι των συνδρομητών της, σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του, ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία, συνεπεία λόγων που δεν αφορούν στον Ενάγοντα, έπαψε να τηρεί τις υποχρεώσεις της. Αναφορικά τώρα με τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Ενάγοντας αποφάσισε να επενδύσει στην εταιρεία, η βασική θέση του, η οποία και προωθήθηκε με απόλυτο τρόπο, ήθελε τον Ενάγοντα να είναι πλήρως κατατοπισμένος και γνώστης της όλης επένδυσης και πρόσωπο αποφασισμένο να επενδύσει χωρίς οποιουσδήποτε ενδοιασμούς. Ξέχασε, προφανώς, ότι στα αρχικά στάδια της μαρτυρίας του, ανέφερε, επί του προκειμένου, ότι «είχα και εγώ τις επιφυλάξεις μου όπως και ο Ενάγων». Όσον, τώρα, αφορά στους όρους της μεταξύ των διάδικων συμφωνίας εγγύησης, στη δια ζώσης μαρτυρία του ο Εναγόμενος προώθησε τη θέση ότι, βασικός όρος της ρηθείσας σύμβασης ήταν όπως, άμα τη ενεργοποίηση του λογαριασμού του Ενάγοντα από την εταιρεία (μετά τη λήψη από την τελευταία του αρχικού κεφαλαίου των ΛΚ10.000), ο Ενάγοντας όφειλε να επιστρέψει σ' αυτόν την επίδικη επιταγή, μιας και τούτος (ο Εναγόμενος) με την επιταγή απλά εγγυήθηκε ότι η εταιρεία θα αποδεχτεί το χρηματικό ποσό των ΛΚ10.000 και θα ενεργοποιήσει τον σχετικό λογαριασμό του Ενάγοντα. Ο ισχυρισμός του αυτός συγκρούεται μετωπικά με τον δικογραφημένο σχετικό ισχυρισμό του, όπου στην παράγραφο 7 της Υπεράσπισης αναφέρεται «ο Εναγόμενος το έπραξε και κατά ή περί την 18/7/2002 παρέδωσε την ισχυριζόμενη επιταγή στον Ενάγοντα. Στο πίσω μέρος της εν λόγω επιταγής αναγράφονταν οι όροι υπό τους οποίους ο Ενάγοντας θα δικαιούτο να εξαργυρώσει την επιταγή...», καθιστώντας έτσι τις χειρόγραφες σημειώσεις στο πίσω μέρος της επιταγής ως τους μόνους όρους της μεταξύ των μερών συμφωνίας, οι οποίοι (όροι) δεν συναρτούν την ευθύνη του ως εγγυητή ή το δικαίωμα του Ενάγοντα για εξαργύρωση της επιταγής με την όποια ενεργοποίηση, από την εταιρεία, του λογαριασμού του Ενάγοντα. Εν πάση περιπτώσει, η πιο πάνω θέση του συγκρούεται και με άλλον σχετικό ισχυρισμό του, που θέλει τον Ενάγοντα να απαιτεί τη συνομολόγηση της σύμβασης εγγύησης ώστε να είναι καλυμμένος «αν η εταιρεία... θα εξαφανιζόταν και να μην του δώσει τίποτε λεφτά και να μην λειτουργήσει», φόβος, που δεν περιορίζεται απλά στην ενεργοποίηση του λογαριασμού του Ενάγοντα από την εταιρεία, ως ο κύριος ισχυρισμός του Εναγομένου. Πάντα σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες εξέδωσε την επίδικη επιταγή, και πάντα σε πλήρη σύγκρουση με την πιο πάνω δικογραφημένη σχετική θέση του, ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι το όνομα του δικαιούχου επί της επιταγής (το όνομα του Ενάγοντα) δεν το κατέγραψε ο ίδιος και ότι τούτο συμπληρώθηκε, είτε από τον Ενάγοντα, είτε από κάποιο άλλο τρίτο πρόσωπο. Ακολούθως, και αφού του υπεδείχθη το Τεκμήριο 1, όπου στην πρώτη σελίδα τούτου, επίσης με κεφαλαία γράμματα, καταγράφηκε από τον ίδιο τον Εναγόμενο το όνομα του Ενάγοντα, αποδέχθηκε ότι πρόκειται για τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα με τον οποίον συμπληρώθηκε και ο δικαιούχος επί της επιταγής. Η μόλις σχολιασθείσα αντίφαση στη μαρτυρία του Εναγόμενου, δεν σημειώθηκε για την όποια σημαντικότητά της, αλλά, αφενός για να υποδειχθεί η ευκολία με την οποίαν προωθούσε απόλυτες θέσεις, τις οποίες ακολούθως άλλαζε ανάλογα με το τι ερωτάτο μια δεδομένη στιγμή και αφετέρου, για να υποδειχθεί η ευκολία με την οποίαν ο Εναγόμενος προωθούσε εντελώς συγκρουόμενους ισχυρισμούς. Επί του τελευταίου σημειώνω ότι, στη βάση της θέσης του, που ήθελε τον ίδιο να μην είναι ο συγγραφέας της συμπλήρωσης του δικαιούχου της επιταγής, προώθησε και τον εξής ψευδή ισχυρισμό, "επειδή ήμουν σίγουρος ότι θα επέστρεφε την επιταγή, δεν έβαλα το όνομα του XXXXX ούτε την ημερομηνία" και δη, επί αναληθούς ισχυρισμού, προώθησε και βάσισε επιπρόσθετο αναληθή ισχυρισμό. Με τον ίδιο τρόπο, και δη προωθώντας ψευδή ισχυρισμό στη βάση προγενέστερου, επίσης ψευδούς ισχυρισμού, ενήργησε και αναφορικά με τις χειρόγραφες καταγραφές στο πίσω μέρος της επιταγής. Όταν ερωτάτο ως προς το ποιος κατέγραψε τούτες, ως σημειώθηκε και ανωτέρω, προώθησε τον αναληθή ισχυρισμό ότι ο ίδιος ήταν συγγραφέας μόνο των τεσσάρων πρώτων γραμμών. Στη βάση αυτού του αναληθούς ισχυρισμού του, υπέδειξε το σημείο όπου έθεσε την υπογραφή του, και δη ακριβώς δίπλα και κάτω από το τέλος των τεσσάρων αυτών πρώτων γραμμών. Ισχυρίστηκε δε ότι, το γεγονός ότι δεν είναι ο ίδιος ο συγγραφέας των λοιπών πέντε γραμμών προκύπτει από το σημείο που έθεσε την υπογραφή του, μιας και, ως ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, αν ήταν ο συγγραφέας όλων των χειρόγραφων καταγραφών, θα έθετε την υπογραφή του στο τέλος τούτων και όχι εκεί που την έθεσε. Υπενθυμίζω, ίσως φορτικά, ότι, πριν τη περάτωση της ακροαματικής διαδικασίας, πλην όμως μετά τη περάτωση της δια ζώσης μαρτυρίας του Εναγόμενου, δια δηλώσεως του συνηγόρου του, ο τελευταίος αποδέχθηκε ότι είναι ο συγγραφέας όλων των χειρόγραφων σημειώσεων στο πίσω μέρος της επιταγής. Ακόμα, στο σημείο που ο Εναγόμενος άλλαξε την αρχική του θέση και αποδέχθηκε ότι ο ίδιος ήταν ο συγγραφέας της συμπλήρωσης του ονόματος του δικαιούχου επί της επιταγής, ρωτήθηκε ως προς τον λόγο που αρχικά ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν αυτός που κατέγραψε το όνομα του Ενάγοντα επί της επιταγής. Η άμεση απάντησή του ήταν ότι, τούτο συνέβη καθότι το Τεκμήριο 1 (επί του οποίου αναγνώρισε τον γραφικό του χαρακτήρα, γεγονός που αποτέλεσε τον λόγο αλλαγής της θέσης του και αποδοχής πλέον ότι αυτός κατέγραψε το όνομα του Ενάγοντα ως δικαιούχος της επιταγής), το είδε για πρώτη φορά εκείνη τη στιγμή ενώ κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου. Όταν, ακολούθως, του υπεδείχθη από τον συνήγορο του Ενάγοντα ότι το Τεκμήριο 1 το είχε δει πολλές φορές στο παρελθόν, αντιλαμβανόμενος πλήρως το ανεδαφικό του μόλις προηγούμενου σχετικού ισχυρισμού του, άλλαξε, εκ νέου, θέση και ισχυρίστηκε ότι ήταν η πρώτη φορά που συνέκρινε τον γραφικό χαρακτήρα του Τεκμηρίου 1 με τον γραφικό χαρακτήρα της συμπλήρωσης του δικαιούχου της επιταγής. Με δεδομένο το γεγονός ότι η συμπλήρωση του ονόματος του δικαιούχου της επιταγής έγινε από τον Εναγόμενο, διερωτάται κανείς, ποιαν ανάγκη είχε ο Εναγόμενος να πρέπει να συγκρίνει την επίδικη γραφή με άλλη γραφή για να αποφασίσει αν ο ίδιος κατέγραψε τούτην; Ως προς την ιδιότητα με την οποίαν ενήργησε καθ' όλον τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, πέραν των δύο φορών, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, δεν αποδέχθηκε τον χαρακτηρισμό που του απέδωσε ο συνήγορος του Ενάγοντα και δη του αντιπροσώπου της εταιρείας. Πέραν της μη αποδοχής του όρου, ο Εναγόμενος προχώρησε περιγράφοντας την ιδιότητά του με διαφορετικό τρόπο, υποδεικνύοντας και γιατί διαφώνησε με αυτόν, αλλά και γιατί επέμεινε στη διαφορετική ιδιότητα. Παρά ταύτα, το ότι ο Εναγόμενος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της εταιρείας δεν αποτελεί, ως σημειώθηκε και ανωτέρω, επίδικο ζήτημα, μιας και στην παράγραφο 5 της Υπεράσπισης ο ίδιος χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως αντιπρόσωπο της εταιρείας. Ως σημειώθηκε ανωτέρω, οι πιο πάνω αντιφάσεις, αδυναμίες και γενικά ενάντια στη λογική θέσεις του Εναγόμενου δεν αποτελούν εξαντλητική παράθεση των σχετικών αναφορών του, παρά μόνο ενδεικτική. Επαρκούν, ωστόσο, κατά τη γνώμη μου για να υποδειχθεί του λόγου το ασφαλές της ήδη πιο πάνω εκφρασθείσας κρίσης μου, ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του. Απέφυγα να καταγράψω εκ νέου, έστω και συνοπτικά, τη μαρτυρία ενός έκαστου των διάδικων και τούτο γιατί καλύπτονται επαρκώς από τα όσα αναφέρονται στις εκδοχές των μερών, στις οποίες αναφέρθηκα στα αρχικά στάδια της παρούσας απόφασης. Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, προβαίνω σε ανάλογα με τη μαρτυρία του Ενάγοντα ευρήματα, με αποτέλεσμα, η αγωγή να επιτυγχάνει και επί της νομικής βάσης της ακάλυπτης επιταγής, μιας και η βασική Υπεράσπιση του Εναγόμενου ότι τούτη εκδόθηκε χωρίς νόμιμο αντάλλαγμα δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Στη βάση των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου, για το ποσό των €17.086,01 με νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής (δεν δικαιολογήθηκε ο λόγος που η αγωγή καταχωρήθηκε καθυστερημένα) μέχρι εξοφλήσεως. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα, που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, με αποτέλεσμα αυτά να επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Δ. Θεοδώρου, E.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Παρατέθηκαν αυτουσίως κατά την καταγραφή των δικογραφημένων θέσεων του Ενάγοντα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.