ANHΛΙΚΟΥ Β.Σ. ΔΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ Γ.Σ. ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ ΚΑΙ Α.Π. ΜΗΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ν. ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΗΣ ΚΑΙ ΛΕΒΑΝΤΗΣ (ΨΥΧΑΓΩΓΙΚΑ ΠΑΡΚΑ ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 4364/2010, 23/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A563 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 4364/2010 Μεταξύ: ANHΛΙΚΟΥ Β.Σ. ΔΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ Γ.Σ. ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ ΚΑΙ Α.Π. ΜΗΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΑΣΚΟΥΝ ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΥ ΤΗΝ ΓΟΝΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ ΑΥΤΟΥ Ενάγοντες ΚΑΙ ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΗΣ ΚΑΙ ΛΕΒΑΝΤΗΣ (ΨΥΧΑΓΩΓΙΚΑ ΠΑΡΚΑ ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Εναγομένης Ημερομηνία: 23 Οκτωβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Ζαχαρία. Για την Εναγόμενη: κα Αρκάδη. ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση Με την υπό των ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, ο ανήλικος Ενάγοντας, διά μέσου των γονέων του (στο εξής «ο Ενάγοντας») επιζητεί την επιδίκαση γενικών και ειδικών αποζημιώσεων για πόνο, ταλαιπωρία και απώλεια των απολαύσεων και χαρών της ζωής συνεπεία τραυματισμού που, ως ισχυρίζεται, υπέστη καθ' ον χρόνο βρισκόταν στις εγκαταστάσεις του ψυχαγωγικού πάρκου με την επωνυμία Volta Fun Club (στο εξής «ο παιδότοπος») της Εναγόμενης εταιρείας (στο εξής «η Εναγόμενη»), ο οποίος λειτουργούσε στο εμπορικό κέντρο γνωστό ως The Mall of Cyprus (στο εξής «το Mall») στη Λευκωσία. Είναι η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα ότι, στις 4/1/2009, καθ' ον χρόνο βρισκόταν στον παιδότοπο, χωρίς οι γονείς του και ειδικότερα η μητέρα του, με την οποία μετέβηκε στον παιδότοπο, να έχει δικαίωμα εισόδου σ' αυτόν, οι υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι της Εναγόμενης δεν υπέδειξαν την εύλογη φροντίδα, επιμέλεια και επίβλεψη έναντι του και/ή δεν του προσέφεραν ασφαλή χώρο για παιχνίδι, με αποτέλεσμα να επισυμβεί ατύχημα συνεπεία του οποίου τραυματίστηκε στο δεξί άνω άκρο το οποίο και υπέστη υπερκονδύλιο κάταγμα, για τη θεραπεία του οποίου κρατήθηκε για νοσηλεία στο ορθοπεδικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και υπό γενική αναισθησία υπεβλήθη σε κλειστή ανάταξη και τοποθέτηση γύψινου νάρθηκα. Πάντα στη βάση των δικογραφημένων θέσεων του Ενάγοντα, τούτος συνέχισε να επισκέπτεται το νοσοκομείο ως εξωτερικός ασθενής μέχρι και τις 11/2/2009 όταν και του δόθηκαν οδηγίες για έναρξη κινησιοθεραπείας για βελτίωση της κινητικότητας του επηρεασμένου άνω άκρου του. Είναι περαιτέρω η θέση του Ενάγοντα ότι, συνεπεία του τραύματος που υπέστη, μελλοντικά, πιθανό να υποστεί παραμόρφωση του αγκώνα του και να χρήζει περαιτέρω θεραπείας ή να προκληθεί σε αυτό σχετική μόνιμη βλάβη. Τέλος, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι, «λόγω του τραυματισμού του και της βλάβης που υπέστη και τον φόβο του κλείστηκε στον εαυτό του και ζητά τη μητέρα του συνεχώς, περιορίστηκε το παιχνίδι του και έχει φόβο για τραυματισμό». Στη βάση όλων των ανωτέρω και αφού δικογραφικά παραθέτει 10 λεπτομέρειες ισχυριζόμενης αμέλειας της Εναγόμενης, επιζητεί τις πιο πάνω αιτούμενες θεραπείες. Η Υπεράσπιση Η Εναγόμενη, με την Υπεράσπιση της, αφού αρχικά αποδέχεται την ιδιότητα της εταιρείας που λειτουργούσε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τον παιδότοπο και ότι, έναντι αμοιβής, προσέφερε υπηρεσίες ψυχαγωγίας παρέχοντας άδεια ή προσκαλώντας παιδιά για να παίξουν στα παιχνίδια του παιδότοπου, και αφού επίσης αποδέχεται ότι κατά τις 4/1/2009 ο Ενάγοντας επισκέφθηκε τον παιδότοπο περί τις 15:00 και εγκατέλειψε τούτο περί τις 15:30, ισχυρίζεται ότι ο όποιος επικαλούμενος από τον Ενάγοντα τραυματισμός του, δεν επεσυνέβη στον παιδότοπο και ότι ο ισχυρισμός της αυτός μπορεί ευκόλως να επιβεβαιωθεί από το περιεχόμενο της καταγραφής κλειστού κυκλώματος βιντεοσκόπησης των εγκαταστάσεων του παιδότοπου, όπου και φαίνεται τούτος (ο Ενάγοντας) να εγκαταλείπει τον παιδότοπο σώος και αβλαβής. Ακολούθως, η Υπεράσπιση καταπιάνεται με περιστατικό δημοσίευσης σχετικού άρθρου σε εφημερίδα παγκύπριας κυκλοφορίας και στις ενέργειες της Εναγόμενης προς αντιμετώπιση του, καθώς επίσης και με τη μετέπειτα έρευνα που διενεργήθηκε από λειτουργό του Υπουργείου Εργασίας, κατόπιν, προφανώς, σχετικής καταγγελίας των γονέων του Ενάγοντα. Ως προς τις δικογραφημένες αιτιάσεις του Ενάγοντα, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι έλαβε όλα τα αναγκαία, λογικά και επαρκή μέτρα ασφαλείας, καθώς και όλες τις προφυλάξεις για την προστασία και ασφάλεια του Ενάγοντα, χωρίς να τον εκθέσει σε οποιονδήποτε κίνδυνο ή προβλεπτό κίνδυνο και ότι όλα τα παιχνίδια με τα οποία ασχολήθηκε ήταν ασφαλή και υπό τη συνεχή καθοδήγηση και επιτήρηση στον βαθμό που ήταν τούτο απαιτητό. Ακολούθως προβάλλει τη θέση ότι ο παιδότοπος είχε τύχει σχετικής πιστοποίησης από τον Ελληνικό Οργανισμό Πιστοποίησης, αλλά και το Υπουργείο Εργασίας, πάντα σε σχέση με την καταλληλότητα και ασφάλεια του, και στη βάση των ανωτέρων αρνείται όλες τις επικαλούμενες λεπτομέρειες αμέλειας από πλευράς του Ενάγοντα, προβάλλοντας επίσης τη θέση ότι ο παιδότοπος ήταν εναρμονισμένος με ό,τι ορίζει η μελέτη εκτίμησης και διαχείρισης κινδύνων, η οποία παραδόθηκε στο Υπουργείο Εργασίας. Πάντα προς Υπεράσπιση της, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο παιδότοπος εργοδοτούσε προσωπικό άρτια εκπαιδευμένο και τούτο ώστε να διασφαλίζεται η ασφαλής παραμονή και διακίνηση των φιλοξενούμενων προσώπων. Δικογραφείται ακόμα ότι, η Εναγόμενη ακολουθούσε, κατά γράμμα, τους κανονισμούς ασφαλείας και ότι το προσωπικό που εργοδοτούσε εκπαιδεύτηκε κατάλληλα καθώς επίσης και ότι η ποιότητα των παιχνιδιών ήταν η ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις, έχοντας προς τούτο τοποθετήσει και ειδικές πινακίδες προς ενημέρωση των επισκεπτών. Επίσης ότι, η Εναγόμενη γενικότερα ακολουθούσε ειδικό πρόγραμμα ασφάλειας και υγείας και λάμβανε όλα τα προβλεπόμενα μέτρα για την ασφάλεια των επισκεπτών και γενικότερα όσων χρησιμοποιούσαν τον χώρο. Διαζευκτικά των πιο πάνω θέσεων της και/ή υπό μορφή περαιτέρω Υπεράσπισης, η Εναγόμενη παραθέτει 8 λεπτομέρειες ισχυριζόμενης αμέλειας του Ενάγοντα εναποθέτοντας στην ουσία σε αυτόν την ευθύνη για τον όποιο τυχόν τραυματισμό υπέστη καθ' ον χρόνο έπαιζε στον παιδότοπο. Τέλος, επαναλαμβάνει τη βασική της θέση ότι, οι ισχυριζόμενες από τον Ενάγοντα σωματικές βλάβες προκλήθηκαν είτε πριν την είσοδό του στον παιδότοπο είτε μετά την αναχώρησή του από εκεί. Στη βάση των ανωτέρων επιζητεί την απόρριψη της αγωγής και την καταδίκη του Ενάγοντα στα έξοδα. Οι εκδοχές των μερών Η εκδοχή του Ενάγοντα Στη βάση των δικογραφημένων θέσεων του, αλλά και των μαρτύρων που παρουσιάστηκαν προς υποστήριξη της αγωγής, ο Ενάγοντας (ηλικίας 4 ½ ετών κατά τον ουσιώδη χρόνο) ισχυρίζεται ότι στις 4/1/2009, περί τις 15:00, συνοδευόμενος από τη μητέρα του, επισκέφθηκε τον παιδότοπο για να παίξει. Σύμφωνα με τους κανονισμούς του παιδότοπου, η είσοδος των γονέων των ανήλικων δεν επιτρεπόταν και για σκοπούς εισόδου στον παιδότοπο θα έπρεπε να καταβληθεί προς την Εναγόμενη το ποσό των €7, ποσό το οποίο και καταβλήθηκε με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να εισέλθει στους χώρους του παιδότοπου. Η μητέρα του, μη έχουσα το δικαίωμα να εισέλθει στον παιδότοπο, εγκατέλειψε το σημείο, έχοντας, όμως, προηγουμένως συμπληρώσει σχετικό έντυπο με τα στοιχεία της, αλλά και με τον αριθμό τηλεφώνου της για σκοπούς ενδεχόμενης αναγκαίας επικοινωνίας. Περί τα 10 με 15 λεπτά μετά την είσοδο του Ενάγοντα στον παιδότοπο, η μητέρα του ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από αντιπρόσωπο της Εναγόμενης ότι ο Ενάγοντας επιθυμούσε να επισκεφθεί το αποχωρητήριο με αποτέλεσμα τούτη να εγκαταλείψει το σημείο στο οποίο βρισκόταν και να επισκεφθεί τον παιδότοπο και να συνοδεύσει τον Ενάγοντα στο αποχωρητήριο. Ακολούθως, ο Ενάγοντας, πάντα με τη συνοδεία της μητέρας του, επέστρεψε και εισήλθε εκ νέου στον παιδότοπο, με την τελευταία να εγκαταλείπει, επίσης, εκ νέου, τούτον και να μεταβαίνει σε άλλο σημείο του Mall. Γύρω στις 15:30, η μητέρα του Ενάγοντα δέχτηκε εκ νέου τηλεφώνημα από εκπροσώπους της Εναγόμενης οι οποίοι της ανέφεραν ότι ο Ενάγοντας παραπονείται ότι χτύπησε. Η μητέρα του Ενάγοντα, αμέσως, επισκέφθηκε εκ νέου τον παιδότοπο όπου βρήκε τον Ενάγοντα σκυθρωπό, «με γεμάτα τα μάτια του». Αφού πρώτα τον πήρε παραμάσχαλα, τον ρώτησε τι έπαθε και αυτός απάντησε ότι πονάει το χέρι του. Της ανέφερε ακόμα ότι σε κάποια φάση, καθώς έβγαινε από συγκεκριμένο σημείο του παιχνιδιού όπου υπάρχουν πολλές μπάλες, έπεσε και χτύπησε το χέρι του. Η μητέρα του Ενάγοντα, προβαίνοντας σε αρχική εκτίμηση (στην όψη και μόνο) της σοβαρότητας του τραυματισμού του και κρίνοντας ότι δεν επρόκειτο για κάτι σοβαρό, μετέφερε, με το όχημα της, τον Ενάγοντα στο σπίτι, ο οποίος, ωστόσο, καθ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής, συνέχισε να παραπονείται για έντονο πόνο στο δεξί του χέρι. Κατά την άφιξη τους στην οικία τους, στην προσπάθεια της να αφαιρέσει την μπλούζα του Ενάγοντα, η μητέρα του διαπίστωσε ότι το χέρι του (στο σημείο του αγκώνα) είχε φουσκώσει και ότι δυσκόλευε την αφαίρεση της μπλούζας. Στη βάση των δεδομένων αυτών, η μητέρα του Ενάγοντα τον μετέφερε στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, όπου, κατόπιν κλινικής και ακτινολογικής εξέτασης (η οποία διενεργήθηκε στις 17:08 της ίδιας ημέρας), διεφάνη ότι είχε υποστεί υπερκονδύλιο κάταγμα δεξιού βραχίονα, για τη θεραπεία του οποίου κρατήθηκε για περαιτέρω νοσηλεία για δύο μέρες, στα πλαίσια της οποίας, υπό γενική αναισθησία, υποβλήθηκε σε κλειστή ανάταξη και τοποθέτηση γύψινου νάρθηκα. Ακολουθήθηκε θεραπευτική αγωγή και στις 29/1/2009 αφαιρέθηκε ο γύψινος νάρθηκας και ακολούθησε η παρακολούθηση του από τα εξωτερικά ιατρεία. Στις 11/2/2009, δόθηκαν οδηγίες στον Ενάγοντα για έναρξη κινησιοθεραπείας για σκοπούς βελτίωσης της κινητικότητας του δεξιού του άνω άκρου. Σε μεταγενέστερο χρόνο, ο Ενάγοντας μαζί με τη μητέρα του, τη συνοδεία της Αστυνομίας, επισκέφθηκε εκ νέου τον παιδότοπο, όπου, στην παρουσία δύο αστυνομικών, ο Ενάγοντας υπέδειξε τον σημείο στον παιδότοπο όπου επεσυνέβη το ατύχημα. Συγκεκριμένα, υπέδειξε το σημείο εξόδου από περιφραγμένο χώρο όπου ήταν συγκεντρωμένες μικρές πλαστικές μπάλες για προστασία των παιδιών κατά την έξοδό τους από τσουλήθρες που καταλήγουν στο σημείο, ως το σημείο στο οποίο έπεσε και τραυματίστηκε. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι το συγκεκριμένο σημείο, ως εκ της φύσης του, αλλά και της φύσης και δυνατοτήτων του ιδίου, ήταν επικίνδυνο και ότι η Εναγόμενη, συνεπεία τούτου, έπρεπε να λάβει ειδικά μέτρα προστασίας του, κάτι που δεν έπραξε. Σύμφωνα πάντα με την εκδοχή του Ενάγοντα, το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ως ήταν τότε), διερεύνησε την υπόθεση και ετοίμασε σχετική έκθεση. Τέλος, στη βάση πάντα της εκδοχής του Ενάγοντα, τούτος, λόγω του τραυματισμού και της βλάβης που υπέστη, αλλά και του φόβου που του προκάλεσε, κλείστηκε στον εαυτό του, απέφευγε την ενασχόληση με παιχνίδια και απαιτούσε συνεχώς την παρουσία της μητέρας του πλησίον του. Η εκδοχή της Εναγόμενης Στην αντίπερα όχθη, η εκδοχή της Εναγόμενης είναι διαζευκτική και δη, αφενός ότι ο όποιος επικαλούμενος από τον Ενάγοντα τραυματισμός δεν προκλήθηκε καθ' ον χρόνο τούτος βρισκόταν στον παιδότοπο και αφετέρου ότι, στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεχτή η αντίθετη θέση του Ενάγοντα, τότε, τούτος (ο τραυματισμός του Ενάγοντα) δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επακόλουθο της όποιας αμέλειας από πλευράς της. Ως προς τη δεύτερη διαζευκτική θέση της, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο παιδότοπος και ειδικότερα το σημείο στο οποίο ο Ενάγοντας, ως ισχυρίζεται, έπεσε και τραυματίστηκε, δεν μπορεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο να θεωρηθεί επικίνδυνο, ούτε ως τέτοιο που να επιβάλλει στην Εναγόμενη τη υποχρέωση λήψης οποιωνδήποτε ειδικών μέτρων ασφαλείας, πέραν των όσων λαμβάνονταν κατά την επίδικη μέρα από τους υπαλλήλους και γενικότερα το προσωπικό της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη, χωρίς να αμφισβητεί, στη βάση πάντα της εκδοχής της, το καθήκον της για επίδειξη επιμέλειας έναντι του Ενάγοντα, προβάλλει τη θέση ότι, με την όλη συμπεριφορά της, ως τούτη προκύπτει από τον τρόπο λειτουργίας του παιδότοπου, τη συμπεριφορά του προσωπικού της και την ποιότητα και γενικά τρόπου κατασκευής του παιδότοπου, δεν έχει παραβιάσει το εν λόγω καθήκον της έναντι του Ενάγοντα και ως εκ τούτου επιζητεί την απόρριψη της αγωγής. Ακροαματική διαδικασία Ο Ενάγων, προς υποστήριξη της υπόθεσης του, κάλεσε τέσσερις μάρτυρες και συγκεκριμένα τη μητέρα του ΧΧΧΧ Πάρπα (ΜΕ1), τον ΧΧΧΧ, Νικολάου (ΜΕ2), τον Δρ. ΧΧΧΧ Βασιλείου (ΜΕ3) και τον Δρ. ΧΧΧΧ Τρυφωνίδη (ΜΕ4). Από πλευράς της υπεράσπισης, κατέθεσε ένας μάρτυρας, και δη ο Δρ. ΧΧΧΧ Γεωργίου (ΜΥ1). Κοινώς αποδεκτά γεγονότα Στη βάση των δικογραφημένων θέσεων των δύο πλευρών, των κατά καιρούς δηλώσεων των συνηγόρων τους ενώπιον του Δικαστηρίου και της αναντίλεκτης ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, τα πιο κάτω αναφερόμενα αποτελούν κοινώς αποδεκτά γεγονότα. Στις 4/1/2009 και περί ώρα 15:00, ο Ενάγοντας επισκέφθηκε τον παιδότοπο ιδιοκτησίας της Εναγόμενης. Εκεί, αφού πρώτα η ΜΕ1 κατέβαλε το αναγκαίο χρηματικό ποσό στην Εναγόμενη για σκοπούς εισόδου και χρήσης του παιδότοπου από τον Ενάγοντα, ο τελευταίος εισήλθε μόνος σε αυτό (δεν επιτρεπόταν η είσοδος στους γονείς των παιδιών) χωρίς να φέρει το επίδικο υπερκονδύλιο κάταγμα στο δεξί άνω άκρο του (παρά την αντίθετη δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης, η βασική της θέση, ως τούτη προωθήθηκε κατά τη δίκη, είναι ότι η όλη συμπεριφορά του Ενάγοντα μετά τη χρονική στιγμή που κατά τον ίδιο υπέστη τον επίδικο τραυματισμό του, μέχρι και την αναχώρησή του από τον παιδότοπο επιβεβαιώνουν ότι ο Ενάγοντας εγκατέλειψε τις εγκαταστάσεις του παιδότοπου σώος και αβλαβής και ότι ο επίδικος τραυματισμός του επεσυνέβει μετά την αποχώρησή του από το υποστατικό της Εναγόμενης). Οι εσωτερικοί χώροι του παιδότοπου, καθώς επίσης και το κοινό σημείο άφιξης και αναχώρησης από αυτόν, καλυπτόταν από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης με κάμερες, όλες με διαφορετική λήψη και καλύπτουσες, ως επί το πλείστον, διαφορετικά σημεία του παιδότοπου. Στα πλαίσια της δια ζώσης κατάθεσης των ΜΕ2, ΜΕ3, ΜΕ4 και ΜΥ1, τούτοι είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν, μέρος του περιεχομένου των καταγραφών του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης (Τεκμήριο 4). Οι συνήγοροι των μερών, διά κοινών θέσεων τους, υπέδειξαν τον Ενάγοντα ως το παιδάκι που φοράει πράσινη μπλούζα με κουκούλα και φέρεται να κινείται και να χρησιμοποιεί τον παιδότοπο. Στη βάση δε του προσδιορισμού αυτού, προωθήθηκαν όλοι οι ισχυρισμοί των μαρτύρων που κατέθεσαν σχετικά. Στη βάση δε του υλικού αυτού, είναι, που και οι δύο πλευρές, ζητούν από το Δικαστήριο να αποφανθεί ως προς τα επίδικα ζητήματα για τα οποία το οπτικό αυτό υλικό παρέχει βοήθεια. Μετά την αποχώρηση του Ενάγοντα από τον παιδότοπο, η οποία τοποθετείται, χρονικά, στις 15:30:05 της 4/1/2009, το αργότερο περί τις 17:00 της ίδιας μέρας (οι ακτινογραφίες που λήφθηκαν στο νοσοκομείο ‑ Τεκμήριο 6, αναγράφουν ως ώρα λήψης τους τη 17:08), ο Ενάγοντας επισκέφθηκε το Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, και αφού εξετάστηκε, διεγνώσθη ότι υπέστη υπερκονδύλιο κάταγμα δεξιού άνω άκρου. Στα πλαίσια της αντιμετώπισης του τραύματος, υπό γενική αναισθησία, του έγινε κλειστή ανάταξη και τοποθέτηση γύψινου νάρθηκα και κρατήθηκε για νοσηλεία μέχρι και τις 6/1/2009, όταν και έλαβε εξιτήριο με συγκεκριμένες οδηγίες για παρακολούθηση του, ως εξωτερικός ασθενής. Στις 29/1/2009, ο γύψινος νάρθηκας αφαιρέθηκε και ακολούθως, στις 11/2/2009, δόθηκαν στον Ενάγοντα, μέσω της μητέρας του, οδηγίες για έναρξη κινησιοθεραπείας. Κατά τις 24/6/2009, όταν και ο ΜΕ3 εξέτασε τον Ενάγοντα, τούτος είχε πλήρη κάμψη και έκταση του αγκώνα, ο δε υπτιασμός και πρηνισμός ήταν φυσιολογικός. Φυσιολογικός ήταν και ο άξονας του βραχιόνιου και του αντιβραχιόνιου. Η δε μετεγχειρητική ακτινογραφία, στην οποία υπεβλήθη, έδειξε πώρωση του κατάγματος. Για τα μόλις πιο πάνω αναφερόμενα κοινώς αποδεκτά γεγονότα, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Συνοπτική παράθεση μαρτυρίας ΜΕ 1 Η ΜΕ1, στην ουσία, προέβαλε ισχυρισμούς ως η ανωτέρω εκδοχή του Ενάγοντα. Κατά συνέπεια, στον βαθμό που η μαρτυρία της καλύπτεται από την πιο πάνω αναφερόμενη εκδοχή του Ενάγοντα, για σκοπούς εξοικονόμησης χρόνου, δεν επαναλαμβάνεται. Εκείνο που δεν καλύπτεται από τα ανωτέρω και κρίνεται σημαντικό να αναφερθεί είναι ότι, η ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας, από την πρώτη στιγμή που τον συνάντησε μετά τον τραυματισμό του, παραπονέθηκε για πόνο στο δεξί του χέρι και τα μάτια του ήταν βουρκωμένα, χωρίς, ωστόσο, να σπαράζει στο κλάμα. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι η αιτίαση πόνου από πλευράς του Ενάγοντα ήταν συνεχής και εκδηλωνόταν και κατά τη διάρκεια μεταφοράς του από τον παιδότοπο στην οικία τους. Ο λόγος δε που μετά την αποχώρηση από τον παιδότοπο δεν επισκέφθηκαν αμέσως το νοσοκομείο, ήταν γιατί η αρχική εντύπωση που η ίδια αποκόμισε, διά αγγίγματος στο σημείο του αγκώνα του Ενάγοντα, με δεδομένη την κάλυψη του σημείου αυτού από το μανίκι του μπλούζας που φορούσε και την αποτροπή από πλευράς του Ενάγοντα για πιο ενδελεχή έλεγχο, ήταν ότι το τραύμα δεν ήταν τόσο σοβαρό και γι' αυτό αποφάσισε τη μετάβαση τους στην οικία τους. Εκείνο που οδήγησε τη ΜΕ1 στο να αποφασίσει να μεταφέρει τον Ενάγοντα στο νοσοκομείο, ήταν το εμφανές φούσκωμα που αντίκρισε όταν, πλέον στην οικία τους, επιχείρησε να βγάλει τη μπλούζα του Ενάγοντα, πρήξιμο το οποίο προκάλεσε και δυσκολία στην περάτωση της ενέργειας της αυτής. Ήταν στη βάση αυτών των δεδομένων που θεώρησε, πλέον, το τραύμα σοβαρό και άμεσα επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ερωτηθείσα ειδικά ως προς το κατά πόσο ο Ενάγοντας έκλαιγε κατά την αποχώρηση της από τον παιδότοπο και γενικότερα κατά τη μεταφορά του στην οικία τους, η ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι δεν έκλαιγε, πλην όμως παραπονείτο συνεχώς για έντονο πόνο στο χέρι του. ΜΕ 2 Ο ΜΕ2 (λειτουργός του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ως ονομαζόταν τότε το Υπουργείο), στην ουσία προώθησε ισχυρισμούς σύμφωνους με την έκθεση διερεύνησης ατυχήματος την οποία ο ίδιος ετοίμασε και η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
- Κατά τον μάρτυρα αυτό, στις 7/1/2009 ενημερώθηκε από προϊστάμενο του περί του επίδικου ισχυριζόμενου ατυχήματος και ακολούθως, την ίδια μέρα, επισκέφθηκε τον παιδότοπο για διερεύνηση, όπου σε συνομιλία που είχε με δύο μέλη του προσωπικού της Εναγόμενης και τη ΜΕ1 έλαβε πληροφορίες για τις συνθήκες υπό τις οποίες, ενδεχομένως, τούτο επεσυνέβη. Σχετικές πληροφορίες έλαβε και από τρία άλλα μέλη του προσωπικού της Εναγόμενης, τα οποία, ειδικώς, κατονομάζει. Κατά τον ΜΕ2, ο παιδότοπος είναι κατασκευασμένος από μεταλλικό σκελετό, ο οποίος σκελετός είναι επενδυμένος με αφρώδες ελαστικό και πλαστικό το οποίο συγκρατείται με πλαστικούς συνδέσμους, καθώς επίσης και δίχτυ για αποτροπή πτώσης των παιδιών από τα διάφορα επίπεδα του. Τα επίπεδα του είναι τρία, όπου το πρώτο επίπεδο, διαχωρίζεται σε δύο υποεπίπεδα (διαφορετικού υψομέτρου), συνολικού εμβαδού περίπου 88m2 και ύψους 1.80m. Το δεύτερο επίπεδο έχει εμβαδό 46m2 και ύψος 1.60m, ενώ το τρίτο, εμβαδόν περίπου 46m2 και ύψος 1.55m. Στο τρίτο επίπεδο, υπάρχει τσουλήθρα κλειστού τύπου «τούνελ», η οποία έχει σχήμα σκωληκοειδές και καταλήγει στο πρώτο επίπεδο σε χώρο ειδικά διαμορφωμένο, περίκλειστο, στον οποίο υπάρχουν συγκεντρωμένες μικρές πλαστικές μπάλες για σκοπούς προστασίας των παιδιών κατά την έξοδο τους από την τσουλήθρα. Στο ίδιο σημείο, καταλήγει και έτερη τσουλήθρα, η οποία ξεκινά από το επίπεδο
- Στη βάση πάντα του περιεχομένου της έκθεσης του ΜΕ2, ο Ενάγοντας κατά τις 15:25 της 4/1/2009 έπαιζε στο πρώτο επίπεδο του παιδότοπου και οι κινήσεις του έχουν καταγραφεί από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, το οποίο και ο ίδιος παρακολούθησε. Τέτοια παρακολούθηση έγινε και κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, όπου, κατά τον ΜΕ2, ο Ενάγοντας φαίνεται να πέφτει κατά την προσπάθεια του να εξέλθει από το περιφραγμένο χώρο του παιδότοπου εντός του οποίου είναι συγκεντρωμένες οι πλαστικές μπάλες. Σύμφωνα πάντα με το ΜΕ2, το ύψος του εμποδίου που θα έπρεπε ο Ενάγοντας να υπερσκελίσει για να εξέλθει από τον ρηθέντα περιφραγμένο χώρο του παιδότοπου ήταν 30εκ., τόσο από την εσωτερική επιφάνεια του παιδότοπου, όσο και από την εξωτερική. Ως ο ΜΕ2 ισχυρίστηκε, στη βάση των πληροφοριών που έλαβε από τα πρόσωπα με τα οποία συνομίλησε, αλλά και από το οπτικό υλικό του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης, ο Ενάγοντας, στη προσπάθεια του να υπερσκελίσει το εμπόδιο ύψους 30εκ., έχασε την ισορροπία του και έπεσε κάτω, ενώ ακολούθως σηκώθηκε και μετέβηκε στη συνοδό (υπάλληλο του παιδότοπου -στο εξής «η συνοδός»), η οποία βρισκόταν στο επίπεδο 1, σε κάποια απόσταση από το σημείο πτώσης του Ενάγοντα και μετέπειτα εγκατέλειψε τον χώρο, φερόμενος να χρησιμοποιεί και τα χέρια του για να κατεβεί στο ισόγειο του παιδότοπου. Λίγα λεπτά αργότερα, ο Ενάγοντας φαίνεται να φεύγει από τον παιδότοπο συνοδευόμενος από τη μητέρα του. Στα πλαίσια της ετοιμασίας του πορίσματος του, ο ΜΕ2 αναζήτησε πληροφόρηση και από τον ΜΕ3 (ο θεράπων γιατρός του Ενάγοντα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας), ο οποίος και τον ενημέρωσε ότι «μερικά άτομα κατά τον τραυματισμό τους πονούν υπερβολικά, ενώ άλλα δεν πονούν ή αντέχουν τον πόνο». Αποτέλεσε θέση του ΜΕ2 ότι, στον παιδότοπο δεν υπήρχε σύστημα διαχείρισης των κινδύνων στο οποίο να περιγράφονται, μεταξύ άλλων, οι διευθετήσεις που πρέπει να γίνονται για τον αποτελεσματικό προγραμματισμό, την οργάνωση, τον έλεγχο, καθώς και την παρακολούθηση των παιδιών. Δεν έγινε εντοπισμός των προληπτικών και προστατευτικών μέτρων που έπρεπε να λαμβάνονται στο παιδότοπο. Επίσης, δεν υπήρχαν γραπτές εκτιμήσεις κινδύνων για την ασφάλεια και υγεία των εργοδοτουμένων, αλλά και τρίτων προσώπων, με αποτέλεσμα τούτα (τα εν λόγω πρόσωπα) να εκτίθενται σε κίνδυνο τραυματισμού ή βλάβης της υγείας τους λόγω μη έγκαιρου εντοπισμού και εκτίμησης των κινδύνων, αλλά και μη λήψης των αναγκαίων προστατευτικών και προληπτικών μέτρων. Ισχυρίστηκε, ακόμα, ότι, στον παιδότοπο υπήρχε τοποθετημένη πινακίδα η οποία ενημέρωνε το κοινό ότι εκεί μπορούσαν να φιλοξενηθούν παιδιά ηλικίας από 3 μέχρι 10 ετών. Κατά τη επίδικη μέρα, είχαν φιλοξενηθεί στον παιδότοπο συνολικά 39 παιδιά, ενώ κατά τη στιγμή της πτώση του Ενάγοντα, στο επίπεδο 1 του παιδότοπου υπήρχαν 2 με 3 παιδιά. Πάντα κατά τον ΜΕ2, στις 22/4/2009 όταν και ετοίμασε την έκθεση του (Τεκμήριο 2), αναγνώρισε ότι ο παιδότοπος είχε πιστοποιηθεί από τον Ελληνικό Οργανισμό Τυποποίησης και δη ότι πληροί τις προδιαγραφές του (σύμφωνα με τον τύπο ΕΝ1176‑11 ), καθώς επίσης και ότι το προσωπικό του ‑ συνοδοί - τυγχάνουν, κατά την πρόσληψη τους, κατάλληλης εκπαίδευσης σχετικά με καθήκοντα της θέσης τους. Ο ΜΕ2 ερωτώμενος ειδικά ως προς το κατά πόσο, στη βάση του τρόπου κατασκευής του παιδότοπου, υπήρχε συγκεκριμένο σημείο σε αυτόν που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως επικίνδυνο, υπέδειξε το σημείο εξόδου από τον περιφραγμένο χώρο, ως τέτοιο. Κατά τον ΜΕ2, ανάλογα με τις δυνατότητες του παιδιού, η υπερσκέλιση εμποδίου ύψους 30 εκ., ενέχει κινδύνους, μιας και ένα παιδί ηλικίας 4 ½ ετών, ως ο Ενάγοντας, δυνατό να χάσει την ισορροπία του και να πέσει. Κατά τον μάρτυρα, με δεδομένη την ύπαρξη, σε κάθε επίπεδο του παιδότοπου, συνοδού, και με δεδομένο το γεγονός ότι κατά τον χρόνο της πτώσης του Ενάγοντα, εντός του επιπέδου 1 του παιδότοπου υπήρχαν, μαζί με τον Ενάγοντα, 2‑3 παιδιά, η συνοδός, ως θέμα καλής πρακτικής, θα έπρεπε να εστιάσει την προσοχή της στο συγκεκριμένο σημείο, ως επικίνδυνο σημείο, και εκεί που θα κρινόταν αναγκαίο να βοηθήσει το όποιο παιδάκι επιχειρούσε να εξέλθει από τον περιφραγμένο χώρο, έτσι που να αποφευχθεί το ενδεχόμενο πτώσης του και γενικότερα το ενδεχόμενο πρόκλησης ατυχήματος. ΜΕ3 Ο ΜΕ3 είναι ο γιατρός ο οποίος εξέτασε τον Ενάγοντα κατά την 4/1/2009 και ακολούθως, υπό γενική αναισθησία, με ανοικτή ανάταξη, αντιμετώπισε το τραύμα του. Είναι ο συντάκτης του ιατρικού πιστοποιητικού - Τεκμήριο 1(β), το περιεχόμενο του οποίου και υιοθέτησε. Κατά τον ΜΕ3, ο Ενάγοντας υπέστη υπερκονδύλιο κάταγμα, τραυματισμός ο οποίος συνήθως προκαλείται μετά από ατυχήματα παιδιών. Ως προς τον τρόπο αντίδρασης των ασθενών, περιλαμβανομένων και των παιδιών, στον πόνο, ο ΜΕ3 ισχυρίστηκε ότι τούτος διαφέρει από ασθενή σε ασθενή. Ως χαρακτηριστικά ανέφερε, αυτό είναι «κάτι που το συναντούμε συνέχεια, δηλαδή ο κάθε άνθρωπος είτε είναι ενήλικας είτε ανήλικος το επίπεδο πόνου μπορεί να το αντιληφθεί πολύ διαφορετικά. Υπάρχει μια διαφορετικότητα, όπως επίσης και οι αντιδράσεις του κατά τη διάρκεια του πόνου, κάποιος κλαίει, κάποιος να γκρινιάζει αλλά δεν θα σε αφήσει να τον εξετάσεις και κάποιοι είναι ήρεμοι και συνεργάζονται μαζί σου, δεν υπάρχει μια κλασσική εικόνα η οποία φωτογραφίζει όλους τους ανθρώπους. Πολλές φορές παρουσιάζονται διαφορετικοί». Ως ισχυρίστηκε, την άποψη του αυτή την βασίζει στην εικόνα που αποκομίζει καθημερινά κατά τις εξετάσεις ασθενών, ιδιαίτερα κατά την υποδοχή τους και δη την πρώτη τους επίσκεψη στον γιατρό. Αναγνώρισε ειδική διαφορετικότητα στον τρόπο αντίδρασης στον πόνο στα παιδιά, στη βάση, περισσότερο, ενστίκτου, αντί λογικής, αλλά, την ίδια στιγμή, ισχυρίστηκε ότι, ακόμα και τα παιδιά, ορώμενα ως σύνολο, δεν αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο, αναφέροντας χαρακτηριστικά «Υπάρχουν παιδιά τα οποία είναι συνεργάσιμα, ήρεμα και δεν προκαλούν τον γνωστό πανικό με τα κλάματα και τις φωνές και στην ανησυχία του περιβάλλον τους. Για να είμαι πιο σωστός πιο συχνά στα παιδιά παρουσιάζεται έντονη αντίδραση σε πόνο παρά σε ενήλικες». Κατόπιν υπόδειξης στον μάρτυρα του μέρους εκείνου του Τεκμηρίου 4 που δείχνει τον Ενάγοντα να κατεβαίνει επίπεδο στον παιδότοπο (από την κάμερα 4, στους χρόνους μεταξύ τις 15:26:39 - 15:26:55), ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας προτάσσει ναι μεν το δεξί του χέρι χρησιμοποιώντας το στα τελευταία σκαλοπάτια, «αλλά κατά την πορεία του στα σκαλοπάτια ήταν σε θέση λίγο αφύσικη. Το πρώτο σκαλοπάτι το κατεβαίνει. Έτσι όπως το έχω δει δεν το χρησιμοποίησε. Στα επόμενα όμως θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει, να τον βοηθήσει να κατεβεί. Έκανε κάποια κάμψη, κίνηση στον δεξί αγκώνα, φαινόταν κίνηση. Η κίνηση ήταν κάμψη. Το μόνο που έχω προσέξει, αν είναι το δεξί για το οποίο γίνεται λόγος. Αν είναι για το αριστερό δεν υπάρχει λόγος. Το χρησιμοποίησε σε όλα τα σκαλοπάτια. Το δεξί το είχε σε άβολη, σε μη φυσική θέση όταν βάδιζε προς τα σκαλοπάτια. Το πρώτο σκαλοπάτι που μπορούσα να δω καλά. Επίσης δεν το χρησιμοποίησε. Το άγγιξε. Στα επόμενα φαίνεται, δεν ξέρω φυσικά αν χρειάζεται να κάνεις αυτό (ο γιατρός με το δεξί του χέρι προβαίνει σε χαρακτηριστική κίνηση κάμψης του αγκώνα)». Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ3 αν και χαρακτήρισε το κάταγμα του Ενάγοντα ως δεύτερου βαθμού κάταγμα, εντούτοις, ανέφερε ότι θα μπορούσε να τοποθετηθεί επί του ζητούμενου με ακρίβεια μόνο αν είχε στην κατοχή του τη σχετική με το τραύμα ακτινογραφία. Επίσης, αναφερόμενος στις επιπτώσεις ενός τέτοιου τραύματος, ισχυρίστηκε ότι ένα τέτοιο κάταγμα στην περιοχή του αγκώνα επηρεάζει τις δραστηριότητες του αντιβραχιόνιου και ειδικότερα την κάμψη, έκταση και στροφή. Ως προς τον βαθμό επηρεασμού, ισχυρίστηκε ότι αυτός καθορίζεται από το χρόνο, αναφέροντας ειδικά ότι «Ως περνά ο χρόνος τόσο περισσότερο θα περιορίζεται η κίνηση λόγω της εγκατάστασης του αιματώματος που θα προκύψει, αναπόφευκτα του οιδήματος ή του αιματώματος που θα αναπτυχθεί». Τέλος, πάντα κατά την αντεξέταση του, σε ειδική ερώτηση που του τέθηκε αναφορικά με το κατά πόσο η συμπεριφορά του Ενάγοντα κατά την κατάβασή του προς το ισόγειο του παιδότοπου συμβαδίζει με την περίπτωση ενός παιδιού που μόλις είχε υποστεί το επίδικο κάταγμα, ανέφερε «Όχι, θεωρώ ότι είναι πολύ απομακρυσμένο να έχουμε ένα κάταγμα δεύτερου βαθμού και να συμπεριφέρεται όπως έχει συμπεριφερθεί, η μόνη περίπτωση είναι αν ήταν πρώτου βαθμού, δηλαδή αν πρόκειται για απαρεκτόπιστο κάταγμα το οποίο επιτρέπει κάποιες κινήσεις, αλλά δεύτερου βαθμού αποκλείεται να μας έκανε τούτην τη συμπεριφορά». ΜΕ4 Ο ΜΕ4 (πρόκειται για ορθοπεδικό χειρούργο τραυματιολόγο με ειδικό ενδιαφέρον στη παιδορθοπεδική), κλήθηκε από πλευράς του Ενάγοντα, ώστε να διαφωτίσει με τη μαρτυρία του αναφορικά με τον τύπο του επίδικου τραύματος, αλλά και για να εκφράσει τη γνώμη του σε σχέση με το κατά πόσο ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι υπέστη το επίδικο κάταγμα στις 15:25:29 της 04.01.2009, συμβαδίζει με τη μετέπειτα εικόνα και συμπεριφορά του, ως τούτη αποτυπώνεται στο Τεκμήριο
- Κατά τον ΜΕ4, αν και το επίδικο τραύμα του Ενάγοντα αφορά σε υπερκονδύλιο κάταγμα στον δεξιό αγκώνα με συντριβή στον έξω φλοιό, εντούτοις, «Υπάρχει συνέχεια στα κατεαγότα άκρα του κατάγματος, υπάρχει επαφή, και αυτό υποδεικνύει ότι το κάταγμα είναι σταθερό σε αυτήν τη θέση, δεν πιέζει. Άρα και ότι δεν υπάρχει εντέλει αποκόλληση, καταρράχθηκε αλλά είναι σταθερό, εξού και τέτοια κατάγματα δεν χρειάζονται οστεοσύνθεση με μέταλλο, παρά μόνο διόρθωση της παραμόρφωσης και ακινητοποίηση σε γύψο». Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι η θέση αυτή του ΜΕ4 προωθήθηκε αφού προηγουμένως, μέσω της οθόνης ηλεκτρονικού υπολογιστή, εξέτασε το περιεχόμενο ακτινογραφιών που λήφθησαν κατά τη μέρα που ο Ενάγοντας εξετάστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας (Τεκμήριο 5). Επανερχόμενος στους ισχυρισμούς του ΜΕ4, κατόπιν επιθεώρησης του περιεχομένου του Τεκμήριο 4, σχολιάζοντας τη συμπεριφορά του Ενάγοντα κατά την κατάβασή του προς το ισόγειο του παιδότοπου, αλλά και κατά την αποχώρησή του από τις εγκαταστάσεις του παιδότοπου, ισχυρίστηκε ότι «Το μόνο που μπορώ να σχολιάσω με ασφάλεια σε αυτό που βλέπω στην ταινία είναι ότι το παιδί με το πράσινο footer, καθώς κατεβαίνει από τον παιδότοπο δείχνει προτίμηση στο αριστερό άνω άκρο που το χρησιμοποιεί για να στηριχθεί και να κατεβεί. Από εκεί και πέρα δεν φαίνεται καθαρά η εικόνα, είναι το μόνο ασφαλές σχόλιο που μπορεί να γίνει, τίποτε άλλο[1]». Ανέφερε ακόμα ότι «Σε αυτήν την ταινία βασικά είδαμε την κυρία που είναι η μητέρα του ανηλίκου να έρχεται να στηρίξει το χέρι του παιδιού, χωρίς να το τραβά, σε κάποια φάση πήγε να το τραβήξει αλλά δεν το έκανε και έπιασε το μωρό κάτω από τις μασχάλες «Όπα», και το τοποθέτησε στον ώμο της. Βλέποντας το παιδί, όταν τοποθετήθηκε το παιδί στον ώμο της μάνας, το αριστερό άκρο είχε ηθελημένες κινήσεις και τοποθέτησε το παιδί, το άνω άκρο του, στην ωμοπλάτη της μάνας, ενώ το δεξί άνω άκρο ήταν εντελώς χωρίς έλεγχο και κρεμόταν, δεν το κινητοποιούσε θεληματικά το παιδί. Με αυτά που βλέπουμε, το μόνο που μπορεί να πει κάποιος με ασφάλεια είναι ότι το παιδί δεν ήθελε να λειτουργήσει πλήρως το δεξί άνω άκρο του, και ολοκληρώνω δεν γίνεται διάγνωση κατάγματος, ούτε και κατηγοριοποίηση κατάγματος, με βάση τη συμπεριφορά ενός ασθενή είτε παιδιού είτε ανηλίκου, το μόνο που μπορεί να κάνει κάποιος είναι να υποψιάζεται κάταγμα, το οποίο πρέπει να διαγνωστεί με ακτινογραφία». Αναφερόμενος ειδικά στη δυνατότητα ενός ασθενούς να κινεί το άνω άκρο του κατόπιν πρόκλησης κατάγματος, ως το επίδικο, ανέφερε ότι το ερώτημα δεν πρέπει να απαντηθεί στη βάση της δυνατότητας του άνω άκρου γενικότερα, αλλά σε συνάρτηση με τον μηχανισμό του αγκώνα, υποδεικνύοντας ότι «Αν είναι σταθερός, τα κατεαγότα άκρα του κατάγματος, όπως στην παρούσα περίπτωση, εξαρτάται μόνο από το αν έχει έντονο πόνο εκείνην τη στιγμή, για την οποία μιλάμε ή όχι. Ο πόνος περιορίζει την κίνηση, άρα είναι δυνατό, αλλά είναι ανάλογο με τον πόνο». Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ4, επέμεινε στις θέσεις που πρόβαλε κατά την κυρίως εξέταση του, μη αποδεχόμενος τις διάφορες υποδείξεις που τέθηκαν από τη συνήγορο της Εναγόμενης δια σχετικών ερωτήσεων και υποβολών. Ισχυρίστηκε επίσης ότι, η όψη και γενικά η θέση που θα έχει το άνω άκρο ενός ασθενούς που επισκέπτεται τον ιατρό μετά τον τραυματισμό του, εξαρτάται από το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τον τραυματισμό, το εύρος και/ή βαθμό του τραυματισμού, καθώς επίσης και το εύρος της μετατόπισης που επήλθε συνεπεία του κατάγματος. Αναφερόμενος στην επίδραση του πόνου σε έναν ασθενή που υπέστη κάταγμα ως το επίδικο, ανέφερε ότι «...το πώς συμπεριφέρεται ένας άνθρωπος, ένα παιδί μετά από μια κάκωση εξαρτάται πρώτα από το εύρος της ζημιάς που έχει γίνει, από τον χρόνο που έχει παρέλθει, πόσο πρήξιμο έχει στην περιοχή και πώς αντιλαμβάνεται τον πόνο ο καθένας και πώς συμπεριφέρεται στην παρουσία του πόνου. Άρα δεν μπορούμε να βάζουμε μαύρο, άσπρο, ο κάθε ασθενής, είτε παιδί είτε ενήλικας, είτε έφηβος είτε έφηβη συμπεριφέρεται διαφορετικά. Υπάρχουν διάφορα στοιχεία στη συμπεριφορά ενός ατόμου που μπορούν να δείξουν ότι κάτι ενοχλεί, κάτι πονάει, απλά δεν μπορείς να είσαι βέβαιος για το τι συνέβη αν δεν κάνει αξιολόγηση πλήρη ιατρική. Άρα δεν μπορώ να κάνω απόλυτο σχόλιο για το πώς θα έπρεπε οποιοδήποτε παιδάκι μετά από οποιανδήποτε κάκωση να κρατά ή να μην κρατά το χέρι του, εξαρτάται από την περίπτωση». Βρισκόμενος αντιμέτωπος με τη θέση ότι ένα τέτοιο κάταγμα, ως το επίδικο, γίνεται αντιληπτό αμέσως, ο ΜΕ4 ισχυρίστηκε ότι τέτοιου είδους κατάγματα δεν μπορείς να πεις ότι οπωσδήποτε γίνονται αμέσως αντιληπτά, γιατί ένα σταθερό κάταγμα που επιτρέπει την κίνηση εξαρτάται πάντα από το εύρος του πόνου που προκαλεί στο παιδί τη δεδομένη στιγμή πριν φουσκώσει ή μετά που θα φουσκώσει ή πώς το παιδί αντιδρά και αντιλαμβάνεται τον πόνο γενικότερα. Συνέχισε ωστόσο αναφέροντας ότι, σίγουρα το παιδί αντιλαμβάνεται ότι υπέστη τραυματισμό, αυτό όμως που ενδεχομένως να μην είναι αντιληπτό εξ' αρχής είναι το είδος του τραυματισμού και δη αν πρόκειται για κάταγμα και τούτο μέχρι να διενεργηθεί ακτινογραφία. Ερωτώμενος ειδικά για την εξωτερίκευση του πόνου από πλευράς ενός παιδιού που υπέστη κάταγμα, ο ΜΕ4 υπέδειξε ότι οι γιατροί γενικότερα αποκομίζουν εικόνα μιας τέτοιας εξωτερίκευσης μετά πάροδο σεβαστού χρόνου από τη στιγμή που προκαλείται το κάταγμα, και δη κατά τον χρόνο της πρώτης επίσκεψης του ασθενούς στο γιατρό, με αποτέλεσμα η όποια σχετική γνώμη του να μη είναι διαφωτιστική της αμέσως μετά τον τραυματισμό συμπεριφοράς ενός παιδιού. Ωστόσο, ως ισχυρίστηκε, ακόμα και μετά την πάροδο του χρόνου αυτού, δεν αποτελεί κανόνα ότι ένα παιδί θα πρέπει λόγω ενός τέτοιου κατάγματος να σπαράζει στο κλάμα. Αναμενόμενο είναι, πάντα κατά τον ΜΕ4, ότι άμα την πρόκληση του τραυματισμού το παιδί θα διαμαρτυρηθεί, όπως να παραπονεθεί στη μητέρα του για πόνο. Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι απαραίτητα θα πρέπει να προκαλέσει κλάμα. Βρισκόμενος αντιμέτωπος με τη συμπεριφορά του Ενάγοντα, ως τούτη καταγράφηκε στο Τεκμήριο 4, ο ΜΕ4 επέμεινε στη θέση του ότι τούτος (ο Ενάγοντας) έδειχνε προτίμηση στη χρήση του αριστερού χεριού όταν κατέβαινε τα σκαλιά, καθώς επίσης και όταν η ΜΕ1 τον τοποθέτησε στον ώμο της, ισχυριζόμενος ότι, η όποια κίνηση παρατηρείται στο δεξί χέρι κατά τον χρόνο ανύψωσης του από την ΜΕ1, σκοπό έχει απλά να θέσει το χέρι γενικότερα πάνω από τον ώμο της μητέρας του και όχι να προβεί σε έκταση ή κάμψη του αγκώνα, που εδώ είναι το ζητούμενο. Ως προς δε την κατ' ισχυρισμό, από πλευράς της συνηγόρου της Εναγομένης, ενέργεια της ΜΕ1 (ως τούτη, επίσης, κατεγράφη στο Τεκμήριο 4) να επιχειρήσει να τραβήξει τον Ενάγοντα από το δεξί του χέρι, ο ΜΕ4 ισχυρίστηκε ότι μια τέτοια ενέργεια από πλευράς της ΜΕ1 δεν έγινε, και ότι αυτό που ο ίδιος αντιλήφθηκε από την παρακολούθηση της σχετικής καταγραφής είναι ότι η ΜΕ1 απλά στηρίζει, με την ενέργεια της, το χέρι του Ενάγοντα. Προχώρησε ακόμα και ανέφερε ότι μια τέτοια στήριξη, όχι απλά δεν ήταν αναμενόμενο να προκαλέσει πόνο στον Ενάγοντα αλλά πιο πιθανόν τον ανακούφισε. Βρισκόμενος αντιμέτωπος με τη θέση της συνηγόρου της Εναγόμενης ότι, στη βάση των δικών του ισχυρισμών (του ΜΕ4), ο Ενάγοντας φέρεται να μην αντιδρά στον αναπόφευκτο πόνο που προκαλεί ένα κάταγμα ως το επίδικο, ο ΜΕ4 ισχυρίστηκε ότι υπάρχει εμφανής αντίδραση του Ενάγοντα στον πόνο, η οποία εκδηλώνεται δια της προτίμησης χρήσης του αριστερού του χεριού αντί του δεξιού σε όλες του τις κινήσεις που έπονται χρονικά της πτώσης του από το σημείο εξόδου από τον περιφραγμένο χώρο του παιδότοπου, ως τούτες απεικονίζονται στην καταγραφή του Τεκμηρίου
- ΜΥ1 Ο ΜΥ1, κλήθηκε από πλευράς της Εναγόμενης, ως ειδικός ορθοπεδικός χειρούργος τραυματιολόγος, ώστε και αυτός να τοποθετηθεί αναφορικά με τη φύση του επίδικου τραύματος, καθώς επίσης και να εκφράσει την επιστημονική του γνώμη ως προς το κατά πόσο η αιτίαση του Ενάγοντα περί πρόκλησης του επίδικου κατάγματος κατά την έξοδο του από τον περιφραγμένο χώρο του παιδότοπου περί τις 15:25:29 της 04.01.2009, συμβαδίζει με τη μετέπειτα συμπεριφορά του ως τούτη κατεγράφη στο Τεκμήριο
- Ο ΜΥ1, ισχυρίστηκε ότι ένα κάταγμα ως το επίδικο, είναι πολύ επώδυνο και ότι στη βάση της σαρανταοκτάχρονης πείρας του και της ενασχόλησης του με ασθενείς που υπέστησαν παρόμοιας φύσεως κατάγματα θεωρεί ότι η λογική και αναμενόμενη αντίδραση ενός παιδιού, στην ηλικία του Ενάγοντα, που υπέστη κάταγμα, ως το επίδικο, θα εκφραστεί με κλάμα. Αποδέχθηκε ότι ο κάθε ασθενής αντιδρά διαφορετικά και ότι μια τέτοια διαφορετικότητα αναμενόμενο είναι να παρατηρείται και σε ασθενείς παιδιά. Ωστόσο ισχυρίστηκε ότι η διαφορετικότητα θα αφορά στο εύρος του κλάματος και όχι στην ενδεχόμενη ανυπαρξία τούτου. Κατά τον ΜΥ1, η όλη συμπεριφορά του Ενάγοντα κατά τον χρόνο κατάβασης του στο ισόγειο του παιδότοπου και τούτο στη βάση της σχετικής με τη κατάβασή του χρήσης, κατά τον μάρτυρα, του δεξιού του χεριού, δεν συμβαδίζει με τη θέση του Ενάγοντα που θέλει τούτον, λίγα δευτερόλεπτα προηγουμένως, να έχει υποστεί το επίδικο κάταγμα. Για σκοπούς υποστήριξης του ισχυρισμού του περί του ότι η λογική και αναμενόμενη αντίδραση ενός παιδιού που υπέστη κάταγμα ως το επίδικο θα ήταν να κλάψει, ο ΜΥ1, ως Τεκμήριο 7, κατέθεσε μελέτη της Ιατρικής Βιβλιοθήκης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και υπέδειξε τις τρεις τελευταίες γραμμές της πρώτης σελίδας τούτης που θέλουν ως επακόλουθο ενός υπερκονδυλίου κατάγματος να είναι το επώδυνο φούσκωμα του αγκώνα (painful swollen elbow). Κατά την αντεξέταση του, βρέθηκε αντιμέτωπος, αρκετές φορές, με τις υποβολές και ερωτήσεις της συνηγόρου του Ενάγοντα που θέλουν τον τρόπο αντίδρασης κάθε ασθενούς, είτε τούτος είναι ενήλικας είτε ανήλικος, να εξαρτάται από τον τρόπο αντίληψης του πόνου και ότι, κατά συνέπεια, διαφέρει, θέση την οποία και απεδέχθη, ισχυριζόμενος, ωστόσο, ότι, η μόνη διαφορά που αναμένεται να παρατηρηθεί στις σχετικές συμπεριφορές παιδιών που υπέστησαν κάταγμα ως το επίδικο, θα αφορά στο εύρος και ένταση του κλάματος και/ή των φωνασκιών τους και όχι στην ενδεχόμενη απουσία τους. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, αναφερόμενος, ωστόσο, στην απλούστερη και ηπιότερη μορφή υπερκονδυλίου κατάγματος, η οποία επιτρέπει στον ασθενή να κινήσει τον αγκώνα του, ανέφερε ότι θα ήταν δυνατό, ο όποιος πόνος αναπόφευκτα προκαλείται από ένα τέτοιο κάταγμα να μην οδηγήσει κατ' ανάγκη σε κλάμα, αλλά θα παρατηρείτο παράπονο της μορφής εκφράσεων όπως «Πονώ, πονώ, μην με αγγίζεις». Και αυτός ο μάρτυρας εξέφρασε τη θέση ότι, παρά την παρεκτόπιση του οστού του ενάγοντα συνεπεία του κατάγματος, τούτο (το κάταγμα) θεωρείται σταθερό καθότι η πιθανότητα να γλιστρήσει το οστό και να μετατοπιστεί ακόμη περισσότερο είναι πολύ απομακρυσμένη. Στα πλαίσια των ισχυρισμών που προέβαλε ο ΜΥ1 για να δικαιολογήσει τη θέση του ως προς το επώδυνο ενός κατάγματος ως το επίδικο, καθώς επίσης και την αδυναμία του τραυματία να κινήσει το χέρι του, ανέφερε ότι είναι όλα ζήτημα έντασης του πόνου και ότι κατά την προσπάθεια κίνησης ο πόνος γίνεται εντονότερος, με αποτέλεσμα να παρατηρείται από πλευράς των τραυματιών αποφυγή και/ή δισταγμός στην κίνηση. Πάντα κατά την αντεξέταση του, ο ΜΥ1 επανέλαβε εκ νέου τη θέση του ότι η συμπεριφορά που επέδειξε ο Ενάγοντας κατά την κατάβαση του από τον παιδότοπο δεν συμβαδίζει με τη θέση του που τον θέλει, λίγα δευτερόλεπτα προηγουμένως, να υπέστη το επίδικο κάταγμα, τονίζοντας ότι αυτό που ο ίδιος αποκόμισε ως εικόνα των πεπραγμένων του Ενάγοντα ήταν η χρήση αμφότερων των χεριών (κατά την κατάβαση), σε ευθειασμό των αγκώνων, ενέργειες που, κατά τον ίδιο, δεν συμβαδίζουν με τη βασική θέση του Ενάγοντα ως προς το πότε και πώς προκλήθηκε το επίδικο κάταγμα. Όταν δε ερωτήθηκε ειδικά για το κατά πόσο το επίδικο τραύμα που ανιχνεύτηκε δια των ακτινογραφιών το απόγευμα της 4/1/2009 δυνατό να οφείλεται στην καταγραμμένη από το κύκλωμα παρακολούθησης πτώση του Ενάγοντα περί τις 15:25:29 εκείνης της μέρας, ο ΜΥ1 απέκλεισε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, όχι στη βάση της εικόνας της πτώσης, αλλά στη βάση της θεώρησης ότι η ΜΕ1 θα έβλεπε πολύ πιο γρήγορα ότι το χέρι του Ενάγοντα στράβωσε και ότι φούσκωσε και κατά ακολουθία η επίσκεψη στον γιατρό θα γινόταν νωρίτερα. Ως προς δε τον χρόνο που μεσολαβεί από την στιγμή που επέρχεται το κάταγμα μέχρι και την εκδήλωση του φουσκώματος στην περιοχή, ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι, το σημείο αρχίζει να φουσκώνει σχετικά άμεσα, πλην όμως αυτό είναι σε μικρό βαθμό και με την πάροδο που χρόνου, σταδιακά, φουσκώνει περισσότερο και είναι πλέον πιο εμφανές. Ειδικότερα, αναφερόμενος για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ισχυρίστηκε ότι, 5 λεπτά μετά την πρόκληση του κατάγματος το φούσκωμα θα είναι «αρκετά λιγότερο από ό,τι έπειτα». Νομική πτυχή Σύμφωνα με το σύγγραμμα Winfield & Jolowicz on Tort Sweet & Maxwell, 16η έκδοση, σελίδα 395, παράγραφος 9-5, ο επισκέπτης είναι γενικά το πρόσωπο στο οποίο ο κάτοχος δίνει την άμεση ή εξυπακουόμενη άδεια να εισέλθει στα υποστατικά του. Κατά τις αρχές του Κοινοδικαίου, που εφαρμόζονται και στην Κύπρο, η κατηγορία των νόμιμα ευρισκόμενων σε ιδιοκτησία επισκεπτών (visitors), διαχωρίζεται στους αδειούχους (licensees) και στους προσκεκλημένους (invitees) (βλέπε Winfield & Jolowiczon Torts (πιο πάνω) επίσης στη σελίδα 395). Στην υπόθεση Φραγκεσκίδης Λτδ & Σια κ.ά. v. Μάμα
(1989)1 ΑΑΔ 70, αναφέρθηκε ότι «προσκεκλημένος (invitee) είναι πρόσωπο που εισέρχεται στο υποστατικό με πρόσκληση του κατόχου, από το οποίο ο κάτοχος έχει κάποιο χρηματικό ή υλικό συμφέρον». Γενικότερα, μπορεί να λεχθεί ότι οι πλείστες αυθεντίες κάνουν λόγο για κοινό συμφέρον κατόχου και του προσκεκλημένου. Η πρόσκληση είναι παράκληση εισόδου στο υποστατικό για τους σκοπούς της επιχείρησης του κατόχου. Η πρόσκληση μπορεί να είναι γραπτή ή προφορική, ρητή ή εξυπακουόμενη ή να συνάγεται από τη συμπεριφορά του κατόχου (βλ. Fairman v. Perperthal Investment Building Sonety
(1923)AC 74, Mersey Docks and Harbour Board v. Procter
(1923)AC 257 και Ellis v. Fulham Borough Council
(1937)3 All ER 454). Το θέμα της ευθύνης κατόχου ρυθμίζεται από το άρθρο 51
(2)(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
- Το εν λόγω άρθρο αποτελεί κωδικοποίηση των αρχών του Κοινοδικαίου, οι οποίες μεταγενέστερα ενσωματώθηκαν στο αγγλικό Occupiers' Act
- Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου 51
(2)(β) του Κεφ. 148, οι οποίες έχουν ερμηνευθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η διάκριση μεταξύ του απλού αδειούχου και του προσκεκλημένου αποκτά σημασία μόνο όταν η ζημιά στον επισκέπτη έχει προκληθεί από τη στατική κατάσταση του ακινήτου σε αντιδιαστολή με τη ζημιά που προκλήθηκε από τις δραστηριότητες του κατόχου στο ακίνητο, αφού σε σχέση με αυτές ο κάτοχος έχει το ίδιο καθήκον επιμέλειας έναντι όλων των προσώπων που βρίσκονται νόμιμα εντός του ακινήτου, ενώ σε σχέση με την κατάσταση ή τη συντήρηση του ακινήτου, η ευθύνη του κατόχου σε σχέση με τον αδειούχο περιορίζεται μόνο στην ειδοποίηση για οποιοδήποτε κρυμμένο κίνδυνο (βλ. Κυριακίδης v. Tenekedjian
(1994)1 ΑΑΔ 504, Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας v. Νικήτα
(2000)1 ΑΑΔ 1712 και Άθως Αγγελίδης ν. Κάτια Α. Λούτσιου,
(2010)1 ΑΑΔ 200. Στην υπό εξέταση αγωγή, ως εξάλλου αποτελεί και κοινό τόπο, ο Ενάγοντας βρισκόταν στον παιδότοπο ως νόμιμος επισκέπτης με την ιδιότητα του προσκεκλημένου. Επομένως, το ζήτημα της ευθύνης της Εναγόμενης θα πρέπει να εξεταστεί πάνω σε αυτή τη βάση με δεδομένη, βέβαια, την ηλικία του Ενάγοντα. Στο σύγγραμμα Winfield & Jolowicz on Torts (πιο πάνω), στις σελίδες 399-404 αναλύεται το θέμα της ευθύνης του κατόχου προς όλους τους νόμιμα ευρισκόμενους στο ακίνητο. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τις σελίδες 399 και 400: «D. Common Duty of Care The common duty of care, owed to all visitors and also where the duty of the occupier depends upon a term to be implied in a contract, is defined as: "a duty to take such care as in all the circumstances of the case is reasonable to see that the visitor will be reasonably safe in using the premises for the purposes for which he is invited or permitted to be there. The question whether the occupier has fulfilled his duty to the visitor is thus dependent upon the facts of the case, and, though the purpose of the visit may be a relevant circumstance, it can no longer be conclusive as it so often was before when it governed the status of the entrant. All the circumstances must be taken into account.» Οι πιο πάνω αρχές επαναδιατυπώθηκαν σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλέπε μεταξύ άλλων Χαράλαμπος Μιχαήλ v. Νίκου Ττουνιά κ.ά.
(2005)1 ΑΑΔ 19). Αναφορικά με τους παράγοντες που υπέχουν σημασίας για τη κρίση ως προς το λογικό η μη των πράξεων ή παραλείψεων του κατόχου, στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, Sweet & Maxwell, 20η έκδοση, παράγραφος 12-29, αναφέρονται τα εξής σχετικά: «In determining whether what was done or not done by the occupier was in fact reasonable, and whether in the particular circumstances of the case the visitor was reasonably safe, the court is free to consider all the circumstances, such as how obvious the danger is, warnings, lighting, fencing, the age of the visitor, the purpose of his visit, the conduct to be expected of him, removing the danger is a relevant factor.» Όσον τώρα αφορά στα παιδιά επισκέπτες, στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts (ανωτέρω), παράγραφος 12-34, αναφέρονται τα εξής σχετικά: «Liability to children. An occupier must be prepared for children to be less careful than adults, for the obvious reason that something which would not be a danger to an adult may very well be one to a child; and a warning sufficient for the former may be inadequate for the latter.» Επί του ιδίου θέματος, στο σύγγραμμα Winfield & Jolowicz on Tort (πιο πάνω), στη σελίδα 399, παράγραφος 9-7, αναφέρεται ότι όταν εξετάζεται η ευθύνη του κατόχου έναντι παιδιών επισκεπτών, θα πρέπει αφενός να λαμβάνεται υπόψη ότι τα πολύ μικρά παιδιά μπορεί να μην είναι σε θέση να αντιληφθούν ακόμα και τον πιο φανερό κίνδυνο και αφετέρου ότι, αναμενόμενο είναι οι γονείς των παιδιών να έχουν την ευθύνη της ασφάλειας τους. Ως προς την ευθύνη των γονέων για την ασφάλεια των παιδιών τους και το πότε τούτη δυνατόν να επωμιστεί σε στους κατόχους υποστατικών, ο Devlin J. στην υπόθεση Phipps v. Rochester Corporation
(1955)1 All ER 129, ανέφερε τα ακόλουθα: «It would not be socially desirable if parents were, as a matter of course, able to shift the burden of looking after their children from their own shoulders to those of persons who happen to have accessible bits of land. Different considerations may well apply to public parks or to recognized playing grounds where parents allow their children to go unaccompanied in the reasonable belief that they are safe». ...................................................................................................... «The cases which deal with the licensor's duty towards children in general are well known. The law recognizes for this purpose a sharp difference between children and adults. But there might well, I think, be an equally well-marked distinction between "big children" and "little children". I shall use those broad terms to denote broadly the difference between children who know what they are about and children who do not. The latter are sometimes referred to in the cases as "children of tender years". Not having reached the age of reason or understanding, they present a special problem. When it comes to taking care of themselves, there is a greater difference between big and little children than there is between big children and adults, and much justification for putting little children into a separate category. Adults and big children can be guilty of contributory negligence; A little child cannot». Στην υπόθεση Family Restaurants Andreou Co. Ltd ν. Αχέλειας Δημητρίου, ανήλικης δια της μητέρας και φυσικού κηδεμόνα αυτής. Στέλλας Αντωνιάδου,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1687, η οποία αφορούσε σε απαίτηση ανήλικου για αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες που υπέστη καθ' ον χρόνο έπαιζε σε παιδότοπο, αναφέρθηκε ότι: «Η αγγλική νομολογία επί του θέματος όπως επιβεβαιώθηκε και πιο πρόσφατα με την υπόθεση Harris v. Perry a. o. [2009] 1 W.L.R. 19, επιτάσσει ότι οι εναγόμενοι είχαν καθήκον να επιδείξουν τέτοια επιμέλεια όσο θα επεδείκνυε ένας προστατευτικός γονέας ώστε να προστάτευε το παιδί του από τον κίνδυνο πτώσης ή τραυματισμού, παίζοντας σε συγκεκριμένο παιγνίδι, συναρτημένη με τους κινδύνους που ο συνετός γονέας, θα διέβλεπε ότι πιθανό να επισυμβούν». Ως προς τα μέτρα που θα έπρεπε να ληφθούν από τους εκεί εναγόμενους, το Ανώτατο Δικαστήριο προσδιόρισε τούτα δια των ακόλουθων σχολίων του: « ..: ποιά προληπτικά μέτρα, έπρεπε να ληφθούν, υπό τις περιστάσεις, από τους εφεσείοντες ώστε να προστατευθούν τα παιδιά που χρησιμοποιούσαν το συγκεκριμένο παιγνίδι, την τσουλήθρα, από κινδύνους, που γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι υπήρχαν για τα παιδιά που θα χρησιμοποιούσαν το εν λόγω παιγνίδι και ενδεχομένως να εκτίθεντο σ' αυτούς. ................................... Το ζητούμενο είναι ποιά θετικά βήματα έπρεπε να πάρει ένας προστατευτικός γονιός που είναι το μέτρο για την ασφάλεια του εννιάχρονου παιδιού του, που θα χρησιμοποιούσε την εν λόγω τσουλήθρα. Η απάντηση έχει άμεση συνάφεια με τους κινδύνους που ένας συνετός γονέας διέβλεπε ότι εγκυμονεί η χρήση της εν λόγω τσουλήθρας». Στο σύγγραμμα The Law Relating to Parent & Child in Scotland (SULI) 3η έκδοση, παράγραφοι 7.04 και 7.05 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά με την ευθύνη προσώπων που έχουν υπό την επίβλεψη και φροντίδα τους παιδιά: «Duty of care-liability for negligence 7.04 The duty of care owed by persons who have children in their charge is, apart from criminal neglect, best illustrated by cases on liability for negligence of schoolteachers and authorities responsible for schools. The general principle is that a schoolteacher is bound to take such care of his or her pupils as a reasonably careful and prudent parent would take of his or her own children. That principle which follows from the in loco parentis relationship is, it is conceived, applicable to all cases of persons having children in their care. .................................. 7.05 The ambit of the duty of care is as wide as the circumstances demand but the matters covered usually fall under one or more of three main heads: safety of premises and equipment, organization of activities, and supervision. In relation to all of them, account has to be taken of the propensities of children, "the ordinary nature of young boys, their tendency to do mischievous acts, and their propensity to meddle with anything that came in their way». Παρομοίως, στο Halsbury's Laws of England/Education, τόμος 35
(2015), και τόμος 36
(2015), παράγραφος 1088, υπό τον τίτλο Liability for negligence supervision of pupils, αναφέρονται τα εξής σχετικά: «Negligence in the supervision of pupils may render those charged with their care liable to compensate the pupils or any other person suffering injury or damage as a result. The duty is to take at least such care of the pupils as a careful parent would take of his children, and the ordinary principles of vicarious liability apply where the negligence is that of a teacher. The age of the pupil and the nature of the activity in which he is taking part are material factors in determining the degree of supervision demanded. For example, the release of a very young child from school before the scheduled time in certain circumstances has been held to be negligent. School trips present particular risks requiring careful supervision.». Στην υπόθεση Fryer v. Salford Corporation [1937] 1 All ER 617, η οποία αφορούσε σε απαίτηση εντεκάχρονης μαθήτριας για σωματικές βλάβες τις οποίες υπέστη κατόπιν εγκαυμάτων από αναμμένη εστία κατά τη διάρκεια μαθήματος μαγειρικής, στη βάση του δεδομένου ότι οι εκεί εναγόμενοι δεν τοποθέτησαν, για σκοπούς ασφάλειας των μαθητών, προσωπικό τους πέριξ του σημείου της αναμμένης εστίας, αποφασίστηκε ότι ο κίνδυνος να καεί μαθητής από τις φλόγες της αναμμένης εστίας ήταν λογικά αναμενόμενος και τέτοιος που θα έπρεπε να οδηγήσει τους εναγόμενους στα να λάβουν μέτρα αποτροπής δια της τοποθέτησης προσωπικού γύρω από την εστία ή άλλως πως. Το δε ακριβές σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση Fryer (ανωτέρω), ήταν το ακόλουθο: «In my view, the learned judge was fully entitled, on the evidence in this case to come to the conclusion which he there states. It must be remembered that a distinction should be drawn, when the question, "What is the duty of a local authority (οι εκεί εναγόμενοι και διοργανωτές των μαθημάτων μαγειρικής) to guard against possible dangers?" is being considered, between the case where the possibility of danger emerging is reasonably apparent, in which case there is negligence if no precautions be taken, and the case where: "the possibility of danger emerging is only a mere possibility which would never occur to the mind of a reasonable man, then there is no negligence in not having taken extraordinary precautions." [...] In my view, in the present case having regard to all its circumstances this was a case where the danger emerging was reasonably apparent. [...] As she (η εκεί ενάγουσα) was there as an invitee, the defendant education authority was under a completely unqualified duty to take all reasonable care of her. The second thing is that the measure of care, in such cases as this, varies with the degree of intensity of danger. In this case, the danger was one of fire, and of fire to little girls, many of them wearing cotton clothes, perhaps flimsy and easily inflammable. Add to this, that, being little girls, they would be less careful than grown-up people, and more easily attracted to the place of danger. The third thing affecting the degree of care that is called for, is that, in the nature of things, the children would be allured towards their puddings when the puddings were ready to be handed out to them. One can picture the keenness of the children, making them run and hurry to the place where they were to receive them, in so far as it was possible for them to do so». Τέλος, στην υπόθεση Family Restaurants Andreou Co. Ltd ν. Αχέλειας Δημητρίου, ανήλικης δια της μητέρας και φυσικού κηδεμόνα αυτής. Στέλλας Αντωνιάδου (ανωτέρω), στη βάση των εκεί δεδομένων, ως τούτα συνοψίστηκαν ως ακολούθως, κρίθηκε ότι οι εκεί εναγόμενοι (εφεσείοντες) ήταν ένοχοι αμέλειας. «Η λεγόμενη «host» υπάλληλος των εφεσειόντων, είχε ευθύνη να βεβαιώνεται ότι τα εισερχόμενα στο χώρο της τσουλήθρας παιδιά είχαν προηγουμένως αφαιρέσει τα παπούτσια τους, ακριβώς για λόγους ασφαλείας. Ο ευρύτερος χώρος της τσουλήθρας ήταν εκτός της δυνατότητας εισόδου των γονιών. Υπήρχε ανάγκη εποπτείας, εξ' ου και παρευρισκόταν μέσα στο χώρο υπάλληλος των εφεσειόντων Τη στιγμή της πρόσκρουσης ενός παιδιού στην πλάτη της εφεσίβλητης η υπάλληλος των εφεσειόντων «host» απουσίαζε από τη σκηνή. Η ρηθείσα «host» είχε ευθύνη να βεβαιώνεται ότι δεν χρησιμοποιούν τη τσουλήθρα παιδιά πέραν μιας συγκεκριμένης ηλικίας, με δυνατότητα παρέμβασης. Με βάση τα πιο πάνω καταδεικνύεται ότι ήταν σε γνώση των εφεσειόντων ότι υπήρχε η πιθανότητα πρόσκρουσης των παιδιών, που τσουλούσαν εντός του πλαστικού σωλήνα, ιδιαιτέρως όταν ένα παιδάκι δεν απομακρυνόταν από το στόμιο της εξόδου, φθάνοντας στο ισόγειο. Η μετά την κάθοδο, γρήγορη απομάκρυνση κάθε παιδιού από το εν λόγω στόμιο, θα αφαιρούσε ή θα μείωνε την πιθανότητα σοβαρών τραυματισμών από πρόσκρουση μεταξύ των παιδιών. Η καθυστέρηση στην έξοδο ενός παιδιού ή ακόμη η στάση του στο στόμιο εξόδου είναι πιθανότητα που δεν αποκλείεται, αλλά θα σημειώναμε, ότι είναι αναμενόμενο να παρατηρείται με παιδιά κατά το παιγνίδι τους. Η συγκεκριμένη απουσία (της "Host") ήταν η αιτία του μη ικανοποιητικού ελέγχου και επιτήρησης των παιδιών. Συνακόλουθα, οι εφεσείοντες ορθώς κρίθηκαν ένοχοι αμέλειας». Αξιολόγηση μαρτυρίας Αποδοχής Μαρτυρίας Εμπειρογνώμονα Στην υπόθεση Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «
(1)The duty of an expert is to furnish the Judge with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions, so as to enable the Judge to form his own independent judgment by the application of these criteria to the facts proved in evidence.
(2)Trial Judges should not turn themselves into experts. They may look at the real and other evidence and draw inferences and reach conclusions as regards the existence of liability for negligence, not in the form of an expert opinion, but as a matter of sheer common sense.» Στην υπόθεση Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 298 έχουν λεχθεί τα εξής: «Τα Δικαστήρια δέχονται τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώμη τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον αυτών των μαρτύρων είναι να δώσουν στον Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361. Στην πρόσφατη υπόθεση Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 53/2011, ημερ. 24.1.2013, το Δικαστήριο είπε τα ακόλουθα αναφορικά με το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα: «Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Για την εξακρίβωση τούτου, πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα: Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων, R. ν Bonython
(1984)38 S.A.S.R. 45 και R. ν Henderson [2010] EWCA 1269). Είναι δε σαφώς νομολογημένο από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ.984.» Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και αυτός αξιολογείται ανάλογα, η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν παραγνωρίζεται αλλά και αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό εκτίμησης της αξίας της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Jovcev. Yeomans
(1981)2 All Ε. R. 21.» Στην Αγγλική υπόθεση Bolitho v. City and Hackeney Health Authority [1988] A.C. 232 at 241-242 έχουν επίσης λεχθεί τα ακόλουθα: "The court has to be satisfied that the exponents of the body of opinion relied upon can demonstrate that such opinion has a logical basis. In particular, in cases involving, as they often do, the weighing of risks against benefits, the judge before accepting a body of opinion as being responsible, reasonable or respectable, will need to be satisfied that, in forming their views, the experts have directed their minds to the question of comparative risks and benefits and have reached a defensible conclusion on the matter. Κρίνεται αναγκαίο να σημειωθεί, επίσης, ότι ένας εμπειρογνώμονας δύναται να παραπέμψει στο περιεχόμενο βιβλιογραφίας και επιστημονικών άρθρων, η αξία του οποίου (περιεχομένου) θα εκτιμηθεί από το Δικαστήριο. Αναφέρεται συναφώς ότι, η βιβλιογραφία, δεν αποτελεί μαρτυρία per se, αλλά είναι δυνατόν να καταστεί μέρος της μαρτυρίας του εμπειρογνώμονα ο οποίος παραπέμπει σ' αυτήν και την επεξηγεί (βλ. Τσαγγαρίδης κ.α. ν. Αυγουστή
(2000)1 Α.Α.Δ. 528, Concha v. Murieta
(1989)40 Ch. D. 543, Davie v. The Magistrates of Edinburgh
(1953)S.C.34 και Gerrard and Others v. The Royal Infirmary of Edinburgh NHS Trust
(2005)ScotCs CSIH 10 - 10.1.2005). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου και αξιολόγησα, ως θα φανεί κατωτέρω, τη μαρτυρία τους με γνώμονα πως η αξιοπιστία ενός μάρτυρα εκτιμάται αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης. Είχα επίσης συνέχεια κατά νου το διαδικαστικό στάδιο στο οποίο προέκυψε η κάθε μαρτυρία, την γνώση, πηγή και κύρος του κάθε μάρτυρα, αλλά και την ύπαρξη ή μη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Κατά νου είχα ακόμα και τη δυνατότητα μνήμης έκαστου μάρτυρα, αλλά και τους λόγους που είχαν ή που επικαλέστηκαν για το γεγονός ότι θυμούντο τα όσα κατέθεταν, καθώς επίσης και την αμεσότητα, σαφήνεια και ειλικρίνεια που ενδεχομένως χαρακτήριζε τις αναφορές τους. Βαρύτητα δόθηκε και στις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες, ασυνέπειες και αντιφάσεις που ενδεχομένως παρατηρούνται στη μαρτυρία τους. Απέφυγα να αποδώσω υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς των μαρτύρων και τούτο με γνώμονα το γεγονός ότι μια διαφορετική προσέγγιση ενέχει κινδύνους μιας και, κάποιοι μάρτυρες, συνεπεία των εξωτερικών γνωρισμάτων της συμπεριφοράς τους, ενδεχομένως να δημιουργούν μια τελείως διαφορετική εντύπωση από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406). ΜΕ1 Η ΜΕ1 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο είπε την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση Αγωγή, στη βάση πάντα των δικών της υποκειμενικών αντιλήψεων. Ήταν σταθερή καθ' όλη τη διάρκεια που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, προβάλλοντας σαφείς θέσεις, χωρίς να καταφεύγει σε υπεκφυγές. Σε διάφορα δε μέρη της μαρτυρίας της ήταν αρκούντως κατατοπιστική, σε τέτοιο βαθμό που μέσω της μαρτυρίας της κατέστη δυνατή η αποκόμιση εικόνας από πλευράς του Δικαστηρίου. Δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις, και οι ουσιαστικοί ισχυρισμοί της συμβαδίζουν με τη λοιπή ενώπιόν του Δικαστηρίου μαρτυρία, αλλά και τη λογική εξέλιξη των πραγμάτων. Εν ολίγοις η αξιοπιστία της, παρά της ικανής αντεξέτασης της οποίας έτυχε, δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της. Σε μεγάλο δε βαθμό, η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε, καθιστώντας έτσι τους αναντίλεκτους ισχυρισμούς της μέρος του υπόβαθρου για την κρίση ως προς τη ποιότητα της μαρτυρία της. Παραδείγματος χάριν, αν και η βασικότερη υπερασπιστική γραμμή της Εναγόμενης θέλει τον επίδικο τραυματισμό του Ενάγοντα να μην προκαλείται καθ' ον χρόνο τούτος προβαίνει σε χρήση του παιδότοπου, εντούτοις οι ισχυρισμοί της ΜΕ1 που θέλουν, από τη μια, τον Ενάγοντα να επισκέπτεται τον παιδότοπο χωρίς να είναι τραυματισμένος και από την άλλη την ΜΕ1 να μεταβαίνει στην είσοδό του για να παραλάβει τον Ενάγοντα κατόπιν τηλεφωνικής ενημέρωσης της από υπαλλήλους της Εναγόμενης περί του ότι τούτος παραπονείται ότι χτύπησε, δεν αμφισβητήθηκαν. Επίσης, η θέση της ότι κατά την ώρα παραλαβής του Ενάγοντα, το σημείο στην περιοχή του αγκώνα του άνω δεξιού του άκρου δεν ήταν εμφανώς φουσκωμένο και ότι, μετά πάροδο περίπου 35 λεπτών (όταν και κατέφθασαν στην οικία τους), τούτο παρουσίαζε έντονο φούσκωμα συνάδει με την κοινή τοποθέτηση και των τριών γιατρών μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου που θέλουν ως συνέπεια ενός τραύματος, ως το επίδικο, το κλιμακωτό (αυξανόμενο με τη πάροδο του χρόνου) φούσκωμα στην περιοχή του κατάγματος,. Όσον τώρα αφορά στη βασική επιχειρηματολογία της συνηγόρου της Εναγόμενης περί εμφανούς αντίφασης στον τρόπο δράσης της ΜΕ1, αντικριζόμενος τούτος με τη σοβαρότητα του τραύματος, με κάθε σεβασμό προς την ρηθείσα εισήγηση, τούτη δεν με βρίσκει σύμφωνο. Το είδος και εύρος του τραυματισμού δεν τελεί υπό αμφισβήτηση στην υπό εξέταση υπόθεση. Οι δε ενέργειες της ΜΕ1 από τη στιγμή που ενημερώνεται περί του ότι ο Ενάγοντας χτύπησε μέχρι και τη στιγμή που αποφασίζει να μεταφέρει τούτον στο Νοσοκομείο, στη βάση της εικόνας, που την κάθε δεδομένη στιγμή, αποκόμιζε, κρίνεται λογική. Ας μην λησμονείται ότι η πρώτη επαφή της ΜΕ1 με τον Ενάγοντα μετά τον ισχυριζόμενο τραυματισμό του, λαμβάνει χώρα λίγα μόλις λεπτά αφότου και ενημερώθηκε περί του παραπόνου του ότι κτύπησε και δη σε χρόνο, που σύμφωνα με όλη την ενώπιον του Δικαστηρίου ιατρική μαρτυρία (περιλαμβανομένης και αυτής του ΜΥ1) δεν αναμένεται να παρατηρείται μεγάλο φούσκωμα. Στη βάση δε του δεδομένου ότι μέχρι εκείνην τη στιγμή η αντίδραση του Ενάγοντα δεν εκδηλώνεται με έντονα κλάματα και φωνασκίες (εικόνα που επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4), η εκτίμηση της ΜΕ1 περί του ότι ο τραυματισμός του Ενάγοντα δεν ήταν σοβαρός και η επακόλουθη απόφαση της να τον μεταφέρει στην οικία τους (αντί για ιατρική εξέταση), δεν κρίνεται παράλογη, ούτε μη συνάδουσα με τα δεδομένα της συγκεκριμένης στιγμής. Από το σημείο εκείνο και μετά και/ή καλύτερα από την είσοδο αμφότερων (Ενάγοντα και ΜΕ1) στο όχημα για μεταφορά στην οικία τους και έπειτα, η επόμενη στιγμή που η ΜΕ1 έχει, επί σκοπώ, οπτική εικόνα με το σημείο του τραύματος, είναι, πλέον, κατά την άφιξη τους στην οικία τους, όταν και επιχειρεί να του βγάλει τη μπλούζα και τούτο 35 περίπου λεπτά μετά την αναχώρηση τους από τον παιδότοπο. Είναι κατ' εκείνην, ακριβώς, τη στιγμή που αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα του τραύματος συνεπεία του έντονου φουσκώματος στην περιοχή του αγκώνα και της δυσκολίας που τούτο προκαλεί στην αφαίρεσή της. Η δε άμεση αντίδραση της στην εικόνα αυτή ήταν να μεταφέρει τον Ενάγοντα στο Νοσοκομείο, επίσης, κατά τη γνώμη μου, η πλέον λογική αντίδραση μιας μάνας στην εικόνα ενός τέτοιου τραύματος του παιδιού της. Κατά συνέπεια, δεν συμφωνώ με τη θέση της συνηγόρου της Εναγόμενης ότι η συμπεριφορά που επέδειξε η ΜΕ1 μετά την παραλαβή του Ενάγοντα από τον παιδότοπο δεν συμβαδίζει με την έτερη θέση της ότι κατά την παραλαβή του Ενάγοντα από τον παιδότοπο τούτος είχε ήδη υποστεί το επίδικο κάταγμα. Στη βάση των ανωτέρω, η μαρτυρία της ΜΕ1, στο βαθμό που τούτη αφορά σε γεγονότα και όχι υποκειμενικές γνώμες για τις οποίες δεν έχει τεθεί υπόβαθρο που της επιτρέπει να τις εκφράζει, γίνεται, στην ολότητά της, δεχτή. ΜΕ2 Ο ΜΕ2 μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμιά απολύτως αμφιβολία ότι, ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε όλη την αλήθεια αναφορικά με τα γεγονότα που ήρθαν στην αντίληψή του. Παρά της αντεξέτασης της οποίας έτυχε, η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του. Εν πάση περιπτώσει, τούτη (η αντεξέταση), διενεργήθηκε περισσότερο δια διευκρινιστικού τύπου ερωτήσεων παρά αντιπαραθετικού και τούτο όχι με σκοπό να πληγεί η αξιοπιστία του, αλλά για να τοποθετηθεί επί των θέσεων της υπεράσπισης που θέλουν τον παιδότοπο να πληροί τα κριτήρια ασφαλείας και να λαμβάνει τα ενδεικνυόμενα μέτρα αποφυγής ατυχημάτων . Ο μάρτυρας αυτός με σαφήνεια αναφέρθηκε στις ενέργειες του που έλαβαν χώρα στα πλαίσια της διερεύνησης των συνθηκών υπό τις οποίες επεσυνεύει το επίδικο ατύχημα. Πρόκειται, δε, για πρόσωπο, το οποίο, ως εξεταστής ατυχημάτων για λογαριασμό του Τμήματος Εργασίας, παρουσιάστηκε ως γνώστης των νομικών υποχρεώσεων που, κατά τον ουσιώδη χρόνο, επιβάλλονταν στους επιχειρηματίες που διατηρούσαν παιδότοπους, αλλά και της ανάγκης εκτίμησης κινδύνων υπό την έννοια του προσδιορισμού των σημείων εκείνων σε έναν παιδότοπο που κρίνονται επικίνδυνα και για τα οποία ορθό θα ήταν να γίνεται ιδιαίτερη επίβλεψη και να λαμβάνονται σχετικά μέτρα αποτροπής των όποιων ενδεχόμενων ατυχημάτων. Τη μαρτυρία του ΜΕ2 στο βαθμό που αφορά σε γεγονότα τα οποία έζησε ή σε ευρήματά του επί γεγονότων τα οποία προέκυψαν κατόπιν της διερεύνησης του παραπόνου του Ενάγοντα και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν την αποδέχομαι στο σύνολό της. Ως προς τις όποιες αναφορές του σχετικά με τις κινήσεις του Ενάγοντα ως τούτες καταγράφτηκαν στο τεκμήριο 4, λαμβάνονται υπόψη, πλην όμως θα ιδωθούν και αντικριστούν στη βάση της εικόνας που το ίδιο το Δικαστήριο αποκόμισε κατά την επανειλημμένη παρακολούθηση του περιεχομένου του τεκμηρίου
- Και τούτο γιατί, εν αντιθέσει με το τι ισχύει για τους μάρτυρες/γιατρούς, οι οποίοι κατά την παρακολούθηση του περιεχομένου του εν λόγω τεκμηρίου αποκόμισαν εικόνα των εκεί πεπραγμένων του Ενάγοντα στη βάση της και της εμπειρογνωμοσύνης τους, ο ΜΕ2 απλά μετέφερε τη υποκειμενική του αντίληψη στη βάση της εικόνας και μόνο, χωρίς τούτη να επηρεάζεται από άλλους παράγοντες. ΜΕ3 Ο ΜΕ3 επίσης μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Και ο μάρτυρας αυτός προώθησε σαφείς ισχυρισμούς και γενικά (πλην μίας περίπτωσης, στην οποία θα αναφερθώ κατωτέρω) η μαρτυρία του παρουσίαζε την απαραίτητη συνοχή και συμβάδιζε και με τη λογική εξέλιξη των πραγμάτων. Εν πάση περιπτώσει, οι ερωτήσεις που τέθηκαν στο μάρτυρα αυτό από τη συνήγορο της εναγόμενης ήταν χωρίς αμφιβολία διευκρινιστικού τύπου και η αξιοπιστία του δεν αμφισβητείται από τη Υπεράσπιση. Ως εμπειρογνώμονας, ο ΜΕ3 έδωσε στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα απαραίτητα εχέγγυα, στοιχεία και επιστημονικά κριτήρια ώστε, αφενός να είναι δυνατή η εξέταση της ορθότητας των θέσεων του και αφετέρου η, επί της μαρτυρίας του, εξαγωγή ανεξάρτητων πλέον ευρημάτων και σχετικών συμπερασμάτων από πλευράς του Δικαστηρίου. Παρά την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του ΜΕ3, ως ακροθιγώς σημείωσα και ανωτέρω, μία εκ των θέσεών του δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Και αναφέρομαι σε αυτή που θέλει, με απόλυτο τρόπο, τον ενάγοντα, καθ' ον χρόνο κατεβαίνει από το επίπεδο 1 του παιδότοπου, να μην έχει ήδη υποστεί το επίδικο κάταγμα. Και τούτο για πέραν του ενός λόγου. Και εξηγώ: Ως βάση για την προώθηση της απόλυτης αυτής θέσης του έθεσε δύο υποθέσεις. Πρώτον, ότι ο επίδικος τραυματισμός αφορά σε υπερκονδύλιο κάταγμα δεύτερου βαθμού, και δεύτερο ότι, κατά την ώρα της κατάβασης ο Ενάγοντας προβαίνει σε μη συνάδουσα με τις λογικές συνέπειες ενός τέτοιου κατάγματος κάμψη του αγκώνα του δεξιού του άνω άκρου, το οποίο, κατά τον μάρτυρα, χρησιμοποιεί κατά την κατάβασή του. Ως προς την πρώτη υπόθεση του, αξίζει να σημειωθεί ότι, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, ανέφερε ότι το ποιου βαθμού κάταγμα υπέστη ο Ενάγοντας μπορεί να αποφασιστεί με ακρίβεια μόνο κατόπιν επιθεώρησης των σχετικών ακτινογραφιών, τις οποίες δεν επιθεώρησε καθ' ον χρόνο κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως προς το δεύτερο, αφενός η ρηθείσα θέση του δεν επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 4 (δεν προκύπτει σαφής εικόνα χρήσης) και αφετέρου συγκρούεται με έτερη δική του θέση, που θέλει τον Ενάγοντα, κατά την υπό συζήτηση κατάβασή του να αποφεύγει τη χρήση του δεξιού του χεριού, την οποία θέση του, παραθέτω ευθύς αμέσως, εκ νέου, αυτούσια. Αναφερόμενος στον τρόπο χρήσης του δεξιού χεριού του Ενάγοντα κατά την υπό συζήτηση κατάβασή του ανέφερε «.αλλά κατά την πορεία του στα σκαλοπάτια ήταν σε θέση λίγο αφύσικη. Το πρώτο σκαλοπάτι το κατεβαίνει. Έτσι όπως το έχω δει δεν το χρησιμοποίησε. Στα επόμενα όμως θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει, να τον βοηθήσει να κατεβεί. Έκανε κάποια κάμψη, κίνηση στον δεξί αγκώνα, φαινόταν κίνηση. Η κίνηση ήταν κάμψη. Το μόνο που έχω προσέξει, αν είναι το δεξί για το οποίο γίνεται λόγος. Αν είναι για το αριστερό δεν υπάρχει λόγος. Το χρησιμοποίησε σε όλα τα σκαλοπάτια. Το δεξί το είχε σε άβολη, σε μη φυσική θέση όταν βάδιζε προς τα σκαλοπάτια. Το πρώτο σκαλοπάτι που μπορούσα να δω καλά. Επίσης δεν το χρησιμοποίησε. Το άγγιξε. Στα επόμενα φαίνεται, δεν ξέρω φυσικά αν χρειάζεται να κάνεις αυτό (ο γιατρός με το δεξί του χέρι προβαίνει σε χαρακτηριστική κίνηση κάμψης του αγκώνα)», θέτοντας, έτσι, ο ίδιος την υπό συζήτηση απόλυτη θέση του εν αμφιβόλω. Το μόνο σίγουρο που μπορεί να εξαχθεί από τη μόλις αυτουσίως παρατεθείσα τοποθέτηση του ΜΕ3, είναι ότι ο Ενάγοντας, κατά την υπό συζήτηση κατάβασή του, για σκοπούς υποβοήθησής της δείχνει προτίμηση στη χρήση του αριστερού του χεριού. Επίσης ότι, για σκοπούς κατάβασης του πρώτου σκαλοπατιού, δεν χρησιμοποιεί το δεξί του χέρι, ενώ για τα υπόλοιπα σκαλιά, δεν είναι δυνατή η αποκόμιση καθαρής σχετικής εικόνας. Έχοντας μελετήσει επισταμένα και κατ' επανάληψη το περιεχόμενο του τεκμηρίου 4, θεωρώ τη μόλις πιο πάνω αυτουσίως παρατεθείσα θέση του ΜΕ3 ως αντικατοπτρίζουσα την πραγματική εικόνα που είναι καταγραμμένη στο τεκμήριο 4 σε σχέση με την όποια χρήση από τον Ενάγοντα του δεξιού του χεριού κατά την υπό συζήτηση κατάβασή του. Αν χρήζει κάτι, περαιτέρω, επί του προκειμένου, να αναφερθεί είναι ότι η καταγραφή του τεκμηρίου 4 δεν είναι διαφωτιστική ως προς το κατά πόσο ο Ενάγοντας, κατά την κατάβασή του, εξασκεί ή όχι πίεση στο δεξί του αγκώνα, υπό την έννοια ότι δεν είναι ορατό το κατά πόσο η κάμψη του δεξιού του αγκώνα, που όντως παρατηρείται, οφείλεται σε εθελούσια χρήση του χεριού του ή είναι επακόλουθη συνέπεια της επαφής του με το δάπεδο. Τονίζω, στο σημείο αυτό, ότι, οι όποιες, επί του περιεχομένου του τεκμηρίου 4, μέχρι τώρα παρατηρήσεις του Δικαστηρίου, δεν αφορούν στο συνάδων ή μη των εκεί ορώμενων ενεργειών του Ενάγοντα με τον επίδικο τραυματισμό του, πράγμα με το οποίο θα καταπιαστώ στη πορεία, στη βάση και της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων/γιατρών, αλλά με την δυνατότητα αποκόμισης σχετικής με αυτές εικόνας από την ρηθείσα καταγραφή. Εν πάση περιπτώσει, η υπό συζήτηση απόλυτη θέση του ΜΕ3, τίθεται εν αμφιβόλω και από τις λοιπές σχετικές αναφορές του, σύμφωνα με τις οποίες, το πώς αντιλαμβάνεται κάθε ασθενής τον πόνο και σε ποιον βαθμό τούτος αποτελεί εμπόδιο στη χρήση του μέρους εκείνου του σώματός του που τραυματίστηκε εξαρτάται από τον κάθε άνθρωπο, καθώς επίσης και ότι, διαφοροποίηση, σε τέτοιου είδους αντιδράσεις, παρατηρείται τόσο σε ενήλικες όσο και σε ανήλικους. Επίσης και ότι, η δυνατότητα ενός ασθενούς που υπέστη κάταγμα, ως το επίδικο, να χρησιμοποιήσει το τραυματισμένο άνω άκρο του, εξαρτάται από το εύρος του κατάγματος, την όποια παρεκτόπιση του επηρεασμένου οστού και γενικά το χρόνο που παρήλθε από την ώρα του τραυματισμού. Επομένως, αν και αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ3, για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, η υπό συζήτηση απόλυτη θέση του, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. ΜΕ4 Ο ΜΕ4 επίσης μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Παρά της έντονης αντεξέτασης που έτυχε, αλλά και της αμφισβήτησης των κινήτρων του αναφορικά με τον λόγο που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας του Ενάγοντα, εντούτοις η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του. Και αυτός ο μάρτυρας, τροφοδότησε το Δικαστήριο με τα απαραίτητα στοιχεία, λεπτομέρειες και επιστημονικά κριτήρια ώστε να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος της ορθότητας των γνωμών του, αλλά και η επ' αυτών κατάληξη σε ανεξάρτητες σχετικές δικαστικές κρίσεις. Και τούτα σε σχέση με το είδος και εύρος του επίδικου τραύματος του ενάγοντα, αλλά και το συμβατό της συμπεριφοράς του (στον βαθμό που τούτη καταγράφεται στο Τεκμήριο 4), με την επικαλούμενη από τον ίδιο (τον Ενάγοντα) προγενέστερη πρόκληση του επίδικου κατάγματος. Οι ιατρικές θέσεις του ΜΕ4 δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, ούτε και η προσκομισθείσα από πλευράς της Εναγόμενης μαρτυρία παρουσιάζει ειδικές, αντίθετες με αυτές, ιατρικές θέσεις. Παραδείγματος χάρη, η θέση του ΜΕ4 ότι, αν και το επίδικο κάταγμα επέφερε παρεκτόπιση οστού, εντούτοις χαρακτηρίζεται ως σταθερό καθότι δεν έχει αποκολληθεί πλήρως, με αποτέλεσμα η σταθερότητα αυτή να επιτρέπει τη χρήση του άνω άκρου, και τούτη (η χρήση) πλέον να περιορίζεται μόνο στη βάση της έντασης του πόνου που προκαλεί το τραύμα, δεν τέθηκε εν αμφιβόλω. Επίσης, και αυτός ο μάρτυρας, όπως και ο ΜΕ3, αλλά και ο ΜΥ1, του οποίου η αξιολόγηση της μαρτυρίας ακολουθεί, ανέφερε ότι η δυνατότητα χρήσης και κίνησης του άνω άκρου μετά από έναν τραυματισμό, ως ο επίδικος, εξαρτάται από τον χρόνο που παρέρχεται από το χτύπημα, υπό την έννοια ότι το μεγαλύτερο της παρόδου του χρόνου, το μεγαλύτερο του περιορισμού της χρήσης (λόγω έντονου πλέον φουσκώματος στη περιοχή του αγκώνα). Πρέπει να τονιστεί, στο σημείο αυτό, ότι, τόσο αναφορικά με το ΜΕ3, όσο και το ΜΕ4, αλλά, ως θα διαφανεί κατωτέρω, και το ΜΥ1, οι ουσιαστικές διαφορές τους δεν εντοπίζονται στην επιστημονική τους γνώμη ως προς τη φύση και εύρος του τραύματος, ούτε και στην όποια δυνατότητα χρήσης του επηρεασμένου άκρου από τον ασθενή (στη βάση, πάντα, της όποιας αντοχής του στο πόνο), αλλά, πολύ περισσότερο, στις υποκειμενικές αντιλήψεις τους (στη βάση του περιεχομένου του τεκμηρίου 4) ως προς τη χρήση στην οποία προβαίνει ο ενάγοντας του δεξιού άνω άκρου του, τόσο κατά την κάθοδό του προς το ισόγειο του παιδότοπου, όσο και κατά τη στιγμή, που τον παραλαμβάνει η ΜΕ1 και αποχωρεί γενικότερα από το υποστατικό της Εναγομένης. Εκεί είναι που εντοπίζονται οι ουσιαστικές διαφορές των μαρτύρων/γιατρών και ειδικότερα, (α) ως προς το κατά πόσο ο Ενάγοντας προβαίνει σε χρήση του δεξιού άνω άκρου του μετά τη χρονική στιγμή που κατά τον ίδιο υπέστη τον επίδικο τραυματισμό του, (β) αν ναι, σε ποιο βαθμό και τέλος, (γ) αν, στη βάση της υποκειμενικής τους αντίληψης ως προς την όποια τέτοια χρήση, δικαιολογείται ή όχι η θέση του Ενάγοντα ότι υπέστη τον επίδικο τραυματισμό του κατά τη πτώση του καθ' ον χρόνο επιχειρούσε να εξέλθει από τον περιφραγμένο χώρο του παιδότοπου. Είναι στη βάση των μόλις αναφερόμενων δεδομένων που ο ΜΕ4 ισχυρίστηκε ότι, η όποια ενέργεια του Ενάγοντα, που ακολουθεί της πτώσης του κατά την υπερσκέλιση της περίφραξης του παιδότοπου (στη βάση των καταγραφών του τεκμηρίου 4), δεικνύει δισταγμό από πλευράς του χρήσης του δεξιού άνω άκρου του και προτίμηση χρήσης του αριστερού (αντίληψη που ως σημειώθηκε και ανωτέρω, έχει και το ίδιο το Δικαστήριο, στη βάση του περιεχομένου του τεκμηρίου 4), μη αποκλείοντας την πρόκληση του επίδικου τραύματος κατά τη υπό συζήτηση πτώση και αποδεχόμενος και αυτός, στην ουσία, τη θέση ότι, ένα τέτοιο κάταγμα καθιστά επώδυνη την πλήρη χρήση του επηρεασμένου άκρου. Για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, τη μαρτυρία του ΜΕ4 την αποδέχομαι στο σύνολό της. ΜΥ1 Και ο ΜΥ1, γενικά, μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Δράττομαι της ευκαιρίας να σημειώσω ότι δεν θεωρώ ότι οιοσδήποτε εκ των μαρτύρων/ιατρών ήρθε ενώπιον του Δικαστηρίου με σκοπό να το παραπλανήσει. Ωστόσο, για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω αναφορικά με τον ΜΕ2, αλλά και για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, αναφορικά με τον ΜΥ1, κάποιες απόλυτες θέσεις τους δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Ως προς την υπό συζήτηση μαρτυρία και δη αυτή του ΜΥ1, δεν μπορώ να δεχτώ την απόλυτη θέση του ότι η αντίδραση ενός παιδιού, της ηλικίας του Ενάγοντα, κατόπιν πρόκλησης κατάγματος, ως το επίδικο, πρέπει απαραίτητα να συνοδεύεται με κλάμα, ούτε και ότι η συμπεριφορά του Ενάγοντα κατά την κατάβασή του από το επίπεδο 1 του παιδότοπου στο ισόγειο, αλλά και κατά την παραλαβή του από τη ΜΕ1 δεν συμβαδίζει με τη θέση του (του Ενάγοντα) ότι, κατά την πτώση του εντός του παιδότοπου, υπέστη το επίδικο κάταγμα. Ως προς το κλάμα, η θέση του αυτή προωθήθηκε με εντελώς γενικό και αόριστο τρόπο, χωρίς να συνοδεύεται από οποιασδήποτε άλλης μορφής επεξήγηση, η οποία να επιτρέπει την εξέταση της ορθότητάς της. Και τούτο στη βάση του δεδομένου ότι, και οι τρεις μάρτυρες/γιατροί, δέχθηκαν ότι, από ασθενή σε ασθενή η συμπεριφορά διαφέρει πάντα στη βάση της υποκειμενικής τους αντίληψης (αντοχής και αποδοχής) ως προς τον πόνο. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι και ο ΜΥ1 αναφέρθηκε στην άμεση συνάφεια του πόνου με το εκάστοτε εύρος του φουσκώματος στην περιοχή του τραύματος, υποδεικνύοντας ότι, με το φούσκωμα επηρεάζονται τα κεντρικά νεύρα του αγκώνα, τα οποία ενδεχομένως πιέζονται από το οστό που παρεκτοπίστηκε. Ωστόσο, παρά τη θέση του αυτή, ο ΜΥ1 δεν ισχυρίστηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση, το παρεκτοπισμένο οστό πίεζε τα κεντρικά νεύρα του αγκώνα και προκαλούσε φρικτό πόνο, ώστε τούτο, ως γεγονός, να συνυπολογιστεί κατά την εξέταση της ορθότητας της απόλυτης θέσης του ότι η αναμενόμενη αντίδραση του ενάγοντα, μετά που υπέστη το επίδικο κάταγμα, θα έπρεπε, εκ των πραγμάτων, να συνοδεύεται και από κλάμα. Και αυτού του μάρτυρα, η όποια γνώμη του ως προς το κατά πόσο ο Ενάγοντας υπέστη τον επίδικο τραυματισμό καθ' ον χρόνο βρισκόταν στον παιδότοπο, βασίστηκε στην υποκειμενική του αντίληψη (στη βάση του περιεχομένου του τεκμηρίου 4) ως προς την όποια χρήση του δεξιού χεριού του κατά την κατάβασή του από το επίπεδο 1 του παιδότοπου, αλλά και κατά την παραλαβή του από τη ΜΕ1 κατά την αποχώρησή του. Ως προς την κατάβαση του Ενάγοντα, η θέση του ΜΥ1 που θέλει τον Ενάγοντα να χρησιμοποιεί το δεξί άνω άκρο του εις τρόπον που αποκλείει την πιθανότητα ο επίδικος τραυματισμός του να προκλήθηκε προηγουμένως, επίσης προωθήθηκε με εντελώς γενικό και αόριστο τρόπο και στη βάση της λανθασμένης εικόνας που αποκόμισε κατά την παρακολούθηση του περιεχομένου του τεκμηρίου
- Δεν χρειάζεται να επαναλάβω το τι επακριβώς φαίνεται ο Ενάγοντας να πράττει κατά την υπό συζήτηση κατάβασή του. Περιορίζομαι απλά να επαναλάβω ότι, η ρηθείσα καταγραφή δεν επιβεβαιώνει την απόλυτη θέση του ΜΥ1 ότι ο Ενάγοντας ασκεί μη συνάδουσα με τον επίδικο τραυματισμό του πίεση στο δεξί του χέρι, μιας και η εικόνα δεν είναι διαφωτιστική της όποιας πίεσης ασκείται στον αγκώνα. Με δεδομένη τη δυνατότητα κάμψης και έκτασης του χεριού του Ενάγοντα (λόγω της σταθερότητας του κατάγματος και της παρόδου μόνο λίγων δευτερολέπτων από όταν και χρονικά, κατά το Ενάγοντα, τοποθετείται η πρόκλησή του) και την άρρηκτη συνάφεια του όποιου περιορισμού τους (κάμψης - έκτασης) με το εύρος του φουσκώματος στην περιοχή του αγκώνα (για το οποίο φούσκωμα δεν είναι διαφωτιστική η καταγραφή του τεκμηρίου 4), δεν μπορώ να δεχθώ την υπό συζήτηση απόλυτη θέση του ΜΥ
- Υποδεικνύω, συναφώς, εκ νέου, ότι, και ο ΜΥ1, κατά τη μαρτυρία του, ισχυρίστηκε ότι το κατά πόσο ένα πρόσωπο που υπέστη κάταγμα, ως το επίδικο, δύναται να προβεί σε χρήση του τραυματισμένου άνω άκρου του εξαρτάται από το εύρος του πόνου που προκαλεί το κάταγμα σ' αυτόν. Είναι ο πόνος που αποτελεί τη γενεσιουργό και μόνη αιτία περιορισμού της χρήσης. Ο δε πόνος, σύμφωνα και με το ΜΥ1, γίνεται αντιληπτός διαφορετικά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Το εύρος δε τούτου, εξαρτάται από το εύρος του φουσκώματος στην περιοχή του κατάγματος, υπό την έννοια ότι, το μεγαλύτερο του φουσκώματος, το μεγαλύτερο του περιορισμού. Πάντα κατά το ΜΥ1 το φούσκωμα που αναμένεται να προκληθεί σε ασθενή ενός τέτοιου κατάγματος μετά πάροδο πέντε περίπου λεπτών από την πρόκλησή του, είναι πολύ μικρότερο από ότι θα είναι μετά πάροδο 30 λεπτών. Επίσης, στη βάση πάντα των όσων ο ΜΥ1 ανέφερε, το επίδικο τραύμα του Ενάγοντα, αν και με παρεκτοπισμένο οστό, χαρακτηρίζεται ως σταθερό, κάτι που, με βάση την αναντίλεκτη, επί του προκειμένου, θέση του ΜΕ4, επιτρέπει την κίνηση. Η δε υπό συζήτηση κατάβαση του Ενάγοντα λαμβάνει χώρα 1 - 2 λεπτά (μόνο) μετά τη πτώση που κατά τον ίδιο (τον Ενάγοντα) προκάλεσε τον τραυματισμό του. Είμαι της γνώμης ότι, οι μόλις αναφερθείσες τοποθετήσεις του ΜΥ1, θέτουν, από μόνες τους, εν αμφιβόλω την υπό συζήτηση απόλυτη θέση του ότι η συμπεριφορά του Ενάγοντα κατά την κατάβασή του στο ισόγειο του παιδότοπου δεν συμβαδίζει με ενδεχόμενη πρόκληση του επίδικου κατάγματος ελάχιστο χρόνο προηγουμένως. Κατά συνέπεια, οι θέσεις του ΜΥ1 περί πρόκλησης του επίδικου κατάγματος μετά την αποχώρηση του Ενάγοντα από τον παιδότοπο, καθώς επίσης και ότι ο επίδικος τραυματισμός θα έπρεπε, οπωσδήποτε, να προκαλέσει σ' αυτόν κλάμα, δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Εκτίμηση και εικόνα από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης Είχα, ως σημείωσα και ανωτέρω, την ευκαιρία να επιθεωρήσω το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4, πλειστάκις, και με όλη την απαραίτητη προσοχή και υπομονή να αποκομίσω ξεκάθαρη εικόνα των κινήσεων, γενικά συμπεριφοράς, και ειδικότερα της όποιας χρήσης στην οποία προβαίνει ο ενάγοντας στο δεξί άνω άκρο του μετά την πτώση του από τον περιφραγμένο χώρο του παιδότοπου, πτώση που κατά την εκδοχή του ενάγοντα προκάλεσε τον τραυματισμό του. Σε συμφωνία με τις σχετικές θέσεις των ΜΕ3 (πλην της απόλυτης σχετικής θέσης του που δεν έγινε δεκτή) και ΜΕ4, ο Ενάγοντας, τόσο κατά την κατάβασή του από το επίπεδο 1 του παιδότοπου, όσο και κατά την παραλαβή του από τη ΜΕ1 και αναχώρησή του από το υποστατικό της Εναγόμενης δείχνει ξεκάθαρη προτίμηση στη χρήση του αριστερού του χεριού, ενώ, σε μεγάλο βαθμό, οι διάφορες κινήσεις του δεξιού του χεριού φαίνονται άθελες και οι τοποθετήσεις του άβολες, κινήσεις και τοποθετήσεις που δεν παρατηρούνται πριν τη επίδικη πτώση του. Τελικά ευρήματα Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, πέραν των ευρημάτων που προέβηκα στα αρχικά στάδια της παρούσας απόφασης, προβαίνω και στα ακόλουθα τελικά ευρήματα. Περί τις 15:25:29 της 4/1/2009, καθ' ον χρόνο ο Ενάγοντας έπαιζε στο παιδότοπο, στη προσπάθειά του να υπερσκελίσει περίφραξη του παιδότοπου ύψους 30εκ., έχασε την ισορροπία του και έπεσε στην εξωτερική, της περίφραξης, επιφάνεια του παιδότοπου και παρέμεινε για λίγο στο σημείο. Κατά τη στιγμή της πτώσης του, στο σημείο που τούτη επεσυνέβει δεν βρισκόταν οποιοσδήποτε συνοδός με σκοπό να αποτρέψει τούτη. Επίσης, κατά τη στιγμή της πτώσης του Ενάγοντα, στο επίπεδο 1 του παιδότοπου βρίσκονταν, μαζί με τον Ενάγοντα, τρία με τέσσερα παιδιά. Λίγα δευτερόλεπτα μετά τη πτώση του (κατά τα οποία παρέμεινε στο δάπεδο) με άβολο τρόπο χωρίς να χρησιμοποιήσει το δεξί του χέρι, ο Ενάγοντας σηκώστηκε και κατευθύνθηκε προς τη συνοδό, η οποία, τη δεδομένη στιγμή, ήταν ξαπλωμένη μπροστά και παραπλεύρως του σημείου πτώσης του και ακολούθως (αφού πρώτα φαίνεται να συνομιλεί μαζί της και να της δείχνει το σημείο της πτώσης του), άρχισε να κατεβαίνει από το επίπεδο 1 του παιδότοπου προς το ισόγειο. Τόσο κατά την κατάβασή του, αμέσως μετά τον τραυματισμό του, όσο και κατά την παραλαβή του από την ΜΕ1, αλλά και την αποχώρησή του από το υποστατικό της Εναγόμενης, ο Ενάγοντας φέρεται να δείχνει προτίμηση στη χρήση του αριστερού άνω άκρου του ενώ, σε αρκετά σημεία, φέρεται να μην ελέγχει τις κινήσεις του δεξιού άνω άκρου του. Αν και παρατηρείται, κατά την κατάβαση του, επαφή του δεξιού άνω άκρου του επί του δαπέδου, εντούτοις η εικόνα δεν είναι διαφωτιστική της όποιας πίεσης στη οποία τυχόν υποβάλλεται το ρηθέν άκρο ή δε επαφή γίνεται με εντελώς άβολο τρόπο. Κατά τη παραλαβή του από τη ΜΕ1, ο Ενάγοντας παραπονέθηκε για πόνο στον αγκώνα του δεξιού άνω άκρου του. Η ΜΕ1, μη αντιλαμβανόμενη τη σοβαρότητα του τραύματος και υποκειμενικά εκτιμώντας τούτον ως μη τέτοιου εύρους που καθιστούσε αναγκαία την εξέταση του ενάγοντα από γιατρό, μετέφερε τον Ενάγοντα στην οικία τους, όπου, εκεί, κατά την προσπάθεια αφαίρεσης της μπλούζας που φορούσε, έγινε αντιληπτό το μεγάλο φούσκωμα στην περιοχή του αγκώνα του δεξιού χεριού του. Το δεδομένο αυτό οδήγησε τη ΜΕ1 στην απόφαση να μεταφέρει τον Ενάγοντα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Κατά την επίσκεψη του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας διεφάνη ότι ο ενάγοντας υπέστη το επίδικο κάταγμα για το οποίο έτυχε της θεραπείας που αναφέρθηκε στα αρχικά ευρήματα του Δικαστηρίου. Ο Ενάγοντας, συνεπεία του τραυματισμού του, υπέστη πόνο και ταλαιπωρία φέροντας γύψινο νάρθηκα μέχρι και τις 29 Ιανουαρίου του 2009, ενώ ακολούθως, αναγκάστηκε να προβεί σε έναρξη κινησιοθεραπείας. Στις 24 Ιουλίου 2009, ο ενάγοντας είχε πλέον πλήρη κάμψη και έκσταση του αγκώνα. Ο δε υπτιασμός και πρηνισμός ήταν φυσιολογικός. Φυσιολογικός ήταν και ο άξονας του βραχίονα και αντιβραχίονα. Το δε κάταγμα είχε πλήρως πορωθεί. Μετά τον επίδικο τραυματισμό του, ο ενάγοντας απέφευγε να παίζει φοβούμενος το ενδεχόμενο του εκ νέου τραυματισμού του και αναζητούσε συνεχώς τη συντροφιά της μητέρας του - ΜΕ
- Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου οι φοβίες αυτές εξανεμίστηκαν και σήμερα ασχολείται με το ποδόσφαιρο. Με δεδομένο ότι (α) ο Ενάγοντας προ της επίσκεψης του κατά την επίδικη μέρα στον παιδότοπο δεν ήταν τραυματισμένος, (β) κατά την προσπάθειά του να υπερσκελίσει την περίφραξη του παιδότοπου για να εξέλθει από το σημείο που ήταν συγκεντρωμένες οι πλαστικές μπάλες έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο δάπεδο (καταγραφή 15:25:19, κάμερες 3 και 4, Τεκμηρίου 3), (γ) μετά τη πτώση του, παρέμεινε στο δάπεδο για λίγο και οι ενέργειές του που ακολούθησαν με στόχο το ανασήκωμά του δείχνουν αποφυγή χρήσης του δεξιού άνω άκρου του (δ) αμέσως μετά κατευθύνθηκε προς τη συνοδό που βρισκόταν στο επίπεδο 1 του παιδότοπου με την οποία φαίνεται να συνομιλεί και να δείχνει προς το σημείο που επήλθε η πτώση του (καταγραφή 15:26:14, κάμερα 4, Τεκμήριο 4), (ε) ακολούθως αποχώρησε από τον παιδότοπο και κατευθύνθηκε προς το σημείο παραλαβής των παιδιών από τους γονείς τους, (στ) η ΜΕ1 ενημερώθηκε, τηλεφωνικά, από λειτουργό της Εναγόμενης ότι ο ενάγοντας αιτιάται ότι χτύπησε, (ζ) δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ή έστω εκδοχή που να θέλει τον Ενάγοντα, μετά την κάθοδο του προς το σημείο αναχώρησης και πριν την παραλαβή του από την ΜΕ1 να τραυματίζεται εντός του παιδότοπου, (η) ο Ενάγοντας, αν και παιδί μόλις 4½ ετών, επιλέγει να εγκαταλείψει το παιχνίδι μετά τη πτώση του χωρίς να του έχει ζητηθεί κάτι τέτοιο, πράξη που δεν συμβαδίζει με τη σχετική νοοτροπία των παιδιών τέτοιας ηλικίας, (θ) από τη στιγμή που η ΜΕ1 παραλαμβάνει τον Ενάγοντα μέχρι και τη μεταφορά του στο νοσοκομείο τούτος παραπονείται για έντονο πόνο στο σημείο του επίδικου τραύματος, (ι) μετά τη πτώση του, ο Ενάγοντας επιδεικνύει προτίμηση στη χρήση του αριστερού του χεριού και παράλληλα, σε πολλά σημεία, τοποθετεί εντελώς άβολα και/ή προβαίνει σε μη ηθελημένη χρήση του δεξιού του χεριού (ια) 35 περίπου λεπτά μετά την αναχώρηση από τον παιδότοπο η περιοχή του αγκώνα στο δεξί του χέρι παρουσιάζει εμφανώς μεγάλο φούσκωμα, (ιβ) περί της 17:08 εκείνης της ημέρας, γίνεται ακτινολογική διάγνωση περί του ότι ο Ενάγοντας υπέστη τον επίδικο τραυματισμό του και τέλος (ιγ) ο Ενάγοντας, σε χρόνο μετά την επίδικη ημέρα, στην παρουσία της ΜΕ1, αλλά και αστυνομικών οργάνων, υπέδειξε το σημείο πτώσης του, ως το σημείο στο οποίο τραυματίστηκε, κρίνω ότι ο Ενάγοντας κατάφερε να αποδείξει ότι το επίδικο τραύμα του προκλήθηκε καθ' ον χρόνο έπαιζε στον παιδότοπο και ειδικότερα κατά την πτώση του όταν επιχείρησε να εξέλθει από τον περιφραγμένο χώρο του παιδότοπου ως τούτη (η πτώση) εμφαίνεται από τη λήψη των κάμερών 3 και 4 του Τεκμηρίου 4 στο χρόνο λήψης 15:25:
- Υπαγωγή ευρημάτων στο νομικό πλαίσιο που περιβάλλει την παρούσα αγωγή Στη βάση των τελικών ευρημάτων του Δικαστηρίου, και με γνώμονα τη νομική πτυχή που περιβάλλει την υπό εξέταση αγωγή, κρίνω ότι ο ενάγοντας κατάφερε να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον της εναγόμενης. Για σκοπούς αιτιολόγησης της μόλις εκφρασθείσας κρίσης μου, αλλά και για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης σημειώνω τα ακόλουθα: Ο ενάγοντας, ως ανήλικος ηλικίας 4½ ετών, ο οποίος χρησιμοποίησε τους χώρους του παιδότοπου, ως προσκεκλημένος της Εναγόμενης χωρίς δικαίωμα συνοδείας του, εντός των χώρων του παιδότοπου, από τους γονείς του και ειδικότερα τη ΜΕ1, επείχε δικαίωμα προστασίας, φροντίδας και επιμέλειας από την εναγόμενη. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι η Εναγόμενη επείχε καθήκον επιμέλειας έναντι του Ενάγοντα καθ' ον χρόνο τούτος προέβαινε σε χρήση του παιδότοπου, δεν αποτελεί επίδικο υπό αμφισβήτηση ζήτημα, μιας και τούτο γίνεται δεκτό και από την Εναγόμενη. Είναι δε, προφανώς, στη βάση αυτού του δεδομένου που η Εναγόμενη μερίμνησε ώστε σε κάθε επίπεδο του παιδότοπου να υπάρχει ενήλικας συνοδός, ο οποίος, προφανή σκοπό, είχε να προστατεύει τους ανήλικους χρήστες του παιδότοπου. Είμαι της γνώμης ότι, ως τύγχανε χρήσης ο παιδότοπος και ειδικότερα το σημείο εξόδου από τον περιφραγμένο χώρο στον οποίο ήταν συγκεντρωμένες οι πλαστικές μπάλες, ελλόχευε κίνδυνος πτώσης μικρών παιδιών κατά την προσπάθεια εξόδου τους. Αν και δεν υπάρχει μαρτυρία διαφωτιστική του (κατά τον ουσιώδη χρόνο) ύψους του ενάγοντα ή έστω του μήκους των κάτω άκρων του, η εικόνα από το τεκμήριο 4 είναι διαφωτιστική του κινδύνου στον οποίο αναφέρθηκα ανωτέρω, μιας και προκύπτει έκδηλα ότι, μικρά παιδιά, ως ο Ενάγοντας, θα πρέπει να επιδείξουν υπέρμετρη προσπάθεια για να επιτύχουν την υπερσκέλιση της περίφραξης. Ως δε παρατηρείται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4, η τάση των πλείστων παιδιών κατά την υπό συζήτηση υπερσκέλιση δεν περιορίζεται σε αυτή τούτη την υπερσκέλιση, αλλά εκδηλώνεται και με βάδιση και ισορρόπηση επί της περίφραξης και ακολούθως άλμα προς το εξωτερικό της περίφραξης δάπεδο, εικόνα έκδηλα ορατή στη συνοδό που βρίσκεται στο επίπεδο
- Πολλές δε φορές, τα παιδιά, εκ της φύσης τους, χρησιμοποιούν την υπό συζήτηση περίφραξη ως μέρος του παιχνιδιού τους και δη ως εμπόδιο που πρέπει να υπερβληθεί δια άλματος. Σχετικές με τις επί του προκειμένου παρατηρήσεις μου είναι οι ακόλουθες καταγραφές από τις κάμερες 3 και 4 του τεκμηρίου
- Καταγραφές, 15:01:29, 15:01:51, 15:06:24 -15:06:41, 15:07:30, 15:15:58, 15:16:57, 15:20:12, 15:24:49, 15:24:58 και 15:25:
- Περιορίστηκα στην υπόδειξη των καταγραφών εκείνων που αφορούν σε χρόνο προ της επίδικης πτώσης του Ενάγοντα στη βάση του δεδομένου ότι τούτες, ως ενέργειες των παιδιών που έπαιζαν στον παιδότοπο ήταν και/ή θα έπρεπε να ήταν ορατές προς τις συνοδούς προ της επίδικης πτώσης του Ενάγοντα και δεν υπέδειξα παρόμοιες καταγραφές του τεκμηρίου 4 που αφορούν πανομοιότυπη συμπεριφορά των παιδιών σε χρόνο μετά την επίδικη πτώση του Ενάγοντα. Σημειώνω ακόμα ότι, η πιο πάνω αναφερόμενη καταγραφή στις 15:16:57, αφορά στον Ενάγοντα, ο οποίος, κατά την προσπάθεια υπερσκέλισης της υπό συζήτηση περίφραξης έπεσε στο δάπεδο, ως συνέβη και κατά την επίδικη πτώση του, εννέα περίπου λεπτά αργότερα. Η απαραίτητη υπερσκέλιση της περίφραξης ύψους 30εκ., η δεδομένη συμπεριφορά των παιδιών κατά την έξοδό τους από το σημείο (ως τούτη περιγράφηκε προ ολίγου) και η διαφορετική, αναμφίβολα, προσπάθεια που πρέπει κάθε παιδί (στη βάση των δυνατοτήτων του) να καταβάλει για να υπερσκελίσει την περίφραξη, καθιστούν το υπό συζήτηση σημείο επικίνδυνο για ενδεχόμενη πτώση ενός παιδιού. Σημειώνω, παρενθετικά, πλην όμως συναφώς, ότι τα απλά συνήθη σκαλιά ενός κλιμακοστασίου που χρησιμοποιείται και από ενήλικες, έχουν ύψος κατά πολύ μικρότερο των 30εκ., που εδώ ενδιαφέρει. Επίσης, με αδιαμφισβήτητη την πρόβλεψη ότι ένα παιδί κατά την πτώση του δυνατό να τραυματιστεί (όπως στη περίπτωση που θα εναποθέσει το βάρος του επί της παλάμη του, που θα επεκτείνει ενστικτωδώς για να αποφύγει τη βίαιη πρόσκρουση), η Εναγόμενη θα έπρεπε να εκτιμήσει τον κίνδυνο αυτό και να μεριμνήσει ώστε να τον διαχειριστεί με μόνο μέλημα την ασφάλεια των παιδιών επισκεπτών της. Πρόκειται, για κίνδυνο, που ο μέσος προστατευτικός γονέας θα εκτιμούσε και για τον οποίο θα λάμβανε μέτρα αποφυγής πρόκλησης οποιασδήποτε ζημιάς στο παιδί του, και κατά συνέπεια (στη βάση των σχετικών αρχών της νομολογίας), κίνδυνο στον οποίο θα έπρεπε να στρέψει την προσοχή της και η Εναγόμενη. Η δε τοποθέτηση συνοδού στο επίπεδο 1 του παιδότοπου, σε σημείο (και σωματική στάση) που αδυνατούσε να διαχειριστεί τον υπό συζήτηση κίνδυνο δια αποκλεισμού του, δεν δίδει το δικαίωμα στην Εναγόμενη να επικαλείται ότι δεν παραβίασε το καθήκον επιμέλειας που όφειλε προς τον ενάγοντα. Και τούτο γιατί, παρά την παρουσία της συνοδού στο σημείο που τούτη φαίνεται να βρίσκεται κατά τη στιγμή της πτώσης του ενάγοντα, η εκεί παρουσία της (και ειδικότερα η σωματική στάση την οποία τηρούσε - ξαπλωτή με αντίθετη, προς το σημείο πτώσης, φορά) δεν της επέτρεπε να αποτρέψει την πτώση του ενάγοντα, που ως σημειώθηκε, ακριβώς πιο πάνω, αποτελούσε μια πιθανή εξέλιξη στην προσπάθεια υπερσκέλισης της υπό συζήτηση περίφραξης. Με δεδομένη την κρίση ως προς το ότι η Εναγόμενη παραβίασε το καθήκον επιμέλειας που είχε έναντι του Ενάγοντα, και δη δεν έλαβε μέτρα αποτροπής του κατά τα άλλα υπαρκτού και προβλέψιμου κινδύνου στον οποίο τέθηκε ο Ενάγοντας, αλλά και την κρίση ότι ο επίδικος τραυματισμός του προκλήθηκε συνεπεία της πτώσης του κατά την προσπάθεια υποσκέλισης του περιφραγμένου χώρου του παιδότοπου, ο Ενάγοντας κατάφερε να αποδείξει και την αιτιώδη συνάφεια του τραυματισμού του με την παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας από πλευράς της Εναγόμενης Κατά συνέπεια, κρίνω ότι η Εναγόμενη ήταν αμελής έναντι του Ενάγοντα και η αμέλεια της είχε ως αποτέλεσμα τούτος να τραυματιστεί ως ανωτέρω αναφέρθηκε και να υποστεί πόνο και ταλαιπωρία ως τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Αποζημιώσεις Ειδικές αποζημιώσεις Ως προς τις ειδικές αποζημιώσεις, μοναδική σχετική με το ζήτημα μαρτυρία αφορά στην απόδειξη πληρωμής του ποσού των €47,84 για σκοπούς έκδοσης του ιατρικού πιστοποιητικού από τον ΜΕ2, Τεκμήριο 1Γ και 1Β, αντίστοιχα. Σ' αυτό το ποσό φαίνεται να περιορίζει και την όποια απαίτησή του ο Ενάγοντας.[2] Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, η θέση της ΜΕ1 περί καταβολής του ρηθέντος ποσού για σκοπούς εκδόσεως του ιατρικού πιστοποιητικού, δεν αμφισβητήθηκε. Γενικές αποζημιώσεις Σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν σε διάφορες υποθέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι αποζημιώσεις είναι το μέσο με το οποίο εκτιμάται ο πόνος και η ταλαιπωρία του θύματος και δεν αποσκοπούν στην τιμωρία του προσώπου που φέρεται ως νομικά υπεύθυνο για τα τραύματα του πρώτου. Το ύψος τους δε, πρέπει να αντανακλά στη φύση και έκταση των τραυμάτων, αλλά και του πόνου του θύματος. Αναγνωρίζεται και παρατηρείται μία ανοδική πορεία αναφορικά με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται για σωματικά τραύματα. Η τάση, όμως, αυτή, δεν είναι ανεξέλεγκτη και πρέπει να περιορίζεται μέσα σε λογικά πλαίσια. Αυτό που κρίνεται ουσιαστικό είναι, η εν λόγω τάση, να αντανακλά στη μεγαλύτερη ευαισθησία που επιδεικνύεται πλέον για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας, αλλά και την ψυχική οδύνη που υπόκειται κάποιος συνεπεία της περιθωριοποίησης του από τις συνήθεις δραστηριότητές του. Πρέπει να τονιστεί ότι δεν υπάρχει σταθερό μέτρο αποτίμησης του ανθρώπινου πόνου. Αναφορές και/ή κρίσεις δικαστηρίων σε άλλες αποφάσεις, απλά παρέχουν μια γενική καθοδήγηση γιατί δεν είναι δυνατό δύο πρόσωπα, τα οποία τραυματίστηκαν κάτω από τελείως διαφορετικές συνθήκες και δεδομένα, να υποστούν όμοιες και/ή πανομοιότυπες σωματικές βλάβες και/ή πόνο και οδύνη. Εντούτοις, όταν αναφορικά με άλλες εκδικασθείσες υποθέσεις, υπάρχει, είτε κάποια συνάφεια ως προς τα τραύματα, είτε αναλογία ως προς την έκταση, είδος και/ή επακόλουθα τούτων, είναι σωστό και πρέπον τα δικαστήρια να αντλούν καθοδήγηση και να λαμβάνουν υπόψη τους το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάστηκαν στις εν λόγω υποθέσεις, και με γνώμονα τούτες, αλλά πρωτίστως έχοντας κατά νου τα δεδομένα και περιστατικά της υπό εκδίκασης υπόθεσης, να καταλήξουν στο ύψος των αποζημιώσεων που θα επιδικάσουν. Ένας ουσιαστικός παράγοντας που συνυπολογίζεται κατά την κρίση ως προς το ύψος των γενικών αποζημιώσεων, είναι οι αλλαγές στην αγοραστική αξία του χρήματος και οι σχετικές με το θέμα αποζημιώσεων, εξελίξεις της νομολογίας. Ως έχει ειπωθεί, «στον καθορισμό του ποσού των αποζημιώσεων λαμβάνεται ασφαλώς υπόψη η αξία του χρήματος. Ένα ποσό, ως αριθμός, μπορεί να ακούεται και να διαβάζεται μεγάλο. Πρέπει όμως να υπολογίζεται ουσιαστικά ώστε να έχει αντιστοιχία με την αγοραστική του αξία». (βλ. Γεννάδιος Τζιβανίδης ν. Λούη Μιχαηλίδη
(2008)1 ΑΑΔ 218, και για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση επί των πιο πάνω θεμάτων βλ. Ανδρέας Καΐλας ν. Ανδρέα Παπαχαραλάμπους ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Κώστα Σαϊττη
(2009)1 Α' ΑΑΔ 596, Γεώργιος Ταμπουράς v. Κυριακής Κολάνη
(2008)1 ΑΑΔ 384, Χρίστος Φωτίου ν. Στέλιου Νεοφύτου κ.ά.
(2005)1 ΑΑΔ 1511, Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1 ΑΑΔ 1460, Μιχαήλ κ.α. ν. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λτδ. κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 1049, Μαυροπετρή ν Λουκά
(1995)1 ΑΑΔ 66, Κωνσταντίνου ν. Ιωάννου
(1993)1 ΑΑΔ 669, Παναγή ν. Θεοδώρου κ.α.
(1992)1 Β ΑΑΔ 1303, Φοινικαρίδης & άλλη ν. Γεωργίου & άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 475, Fysco Contructing Co Ltd v. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 1014, Σπύρου ν. Χ"Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 298), Polycarpou v. Adamou
(1988)1 CLR 727, Paraskevaides (Overseas) Ltd and Another v. Christofi
(1982)1 CLR 789). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, παραθέτω, ευθύς αμέσως, αριθμό αποφάσεων που κατά τη γνώμη μου αφορούν σε σωματικές βλάβες, πόνο και οδύνη, ανάλογες και/ή προσομοιάζουσες με αυτές που υπέστη ο Ενάγοντας στην υπό εξέταση υπόθεση. Κρίνω ότι, οι πιο κάτω υποθέσεις, πληρούν, στο βαθμό που είναι αναγκαίο, την απαιτούμενη αναλογία αναφορικά με τον τραυματισμό του Ενάγοντα και για αυτό παρατίθενται κατωτέρω, και στο βαθμό που είναι επιτρεπτό, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο. Στην υπόθεση Πέτρου v. Γαλάνη
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 84, γυναίκα, ηλικίας 37 ετών κατά το χρόνο της εκδόσεως της απόφασης του Εφετείου είχε υποστεί συντριπτικό διπολικό κάταγμα του αριστερού βραχιονίου. Τούτο αντιμετωπίστηκε δια ανάταξής του υπό γενική αναισθησία και ακινητοποίησή του με γυμνό νάρθηκα. Ακολούθως τοποθετήθηκε εργοστασιακός πλαστικός νάρθηκας ο οποίος διατηρήθηκε για επτά εβδομάδες. Το κάταγμα πωρώθηκε. Στα πλαίσια της αποθεραπείας της, η Ενάγουσα ακολούθησε εντατική φυσιοθεραπευτική και κινησιοθεραπευτική αγωγή για τρεις μήνες. Ως μόνιμα κατάλοιπα του τραυματισμού της παρατηρείται το άλγος μετά από εντατική εργασία ή ανύψωση βάρους ή, τέλος, κατά τις απότομες καιρικές αλλαγές. Επίσης, παρουσιάζει μυϊκή παραμόρφωση στο άνω μέρος του αριστερού δελτοειδούς μυός, καθώς επίσης, στο μέλλον, δυνατόν να εμφανίσει περιαρθρίτιδα στον αριστερό ώμο. Το ποσό των ΛΚ7.000- που επιδικάστηκε πρωτοδίκως υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων κρίθηκε έκδηλα ανεπαρκές και αυξήθηκε κατ' έφεση στις ΛΚ10.000-. Στην υπόθεση Κωμιάτη v. Πολίτσου και άλλου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 226, άνδρας ηλικίας 35 ετών, υπέστη συντριπτικό και μετατοπισμένο κάταγμα του άνω μέρους του δεξιού βραχιονίου οστού, μετατοπισμένο κάταγμα του σώματος της δεξιάς ωμοπλάτης, πολλαπλά θλαστικά τραύματα, εκδορές και εκχυμώσεις στο θώρακα και στο αριστερό γόνατο και πόδι και ελαφρά εγκεφαλική διάσειση χωρίς νευρολογικές διαταραχές ως μόνιμα κατάλοιπα παρουσίαζε μικρού βαθμού μυϊκή ατροφία των μυών του δεξιού βραχίονα και μικρού βαθμού ελάττωση της απαγωγής του δεξιού ώμου. Επιπροσθέτως, συνεπεία του γεγονότος ότι κατά το ατύχημα στο οποίο τραυματίστηκε έχασε τη ζωή του και το παιδί του το οποίο κρατούσε τη δεδομένη στιγμή υπέστη ψυχικό κλονισμό με έντονες και παρατεταμένες αϋπνίες και σεξουαλική ανικανότητα. Το ποσό των ΛΚ15.000- που επιδικάστηκε πρωτόδικα υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων, κρίθηκε ως έκδηλα ανεπαρκές και αυξήθηκε, κατ' έφεση, στις ΛΚ30.000-. Στην υπόθεση Κυριάκου v. Σβανά
(2012)1 Α.Α.Δ. 1810, άνδρας ηλικίας 33 ετών υπέστη, μεταξύ άλλων, κάταγμα του έσω σφυρού της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης και υπεβλήθη σε οστεοσύνθεση, ενώ παρουσίαζε και προϋπάρχουσα του επίδικου τραυματισμού του βλάβη στη σπονδυλική στήλη, η οποία βλάβη επιδεινώθηκε συνεπεία του επίδικου τραυματισμού του. Το ποσό των €25.000- που, πρωτοδίκως, επιδικάστηκε υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων, στη βάση της εφετειακής κρίσης ότι παραγνωρίστηκε η σημασία των τραυμάτων στη σπονδυλική στήλη, αλλά και η απώλεια της δυνατότητας ενασχόλησης του εφεσείοντα με γεωργικές εργασίες, αυξήθηκε στα €35.000-. Στην υπόθεση Άντρη Ρούσου ν. Ελένης Αλεξάνδρου κ.α.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1060, η εφεσείουσα είχε υποστεί κατάγματα στους καρπούς των δύο χεριών τα οποία επουλώθηκαν πλήρως χωρίς να τίθεται θέμα μελλοντικής οστεοαρθρίτιδας, μώλωπες κάτω και γύρω από το δεξιό μάτι, συμπίεση της δεξιάς ζυγωματικής χώρας, ελαφρά εγκεφαλική διάσειση και θλαστικό τραύμα στην αριστερή επιγονατίδα. Το ποσό των ΛΚ5.000- που επιδικάστηκε, πρωτοδίκως, ως γενικές αποζημιώσεις, αν και χαρακτηρίστηκε, κατ' έφεση, ως ευρισκόμενο κοντά στα χαμηλά όρια του πλαισίου, επικυρώθηκε. Στην υπόθεση Α. Νικηφόρου ν. Α. Αντωνίου κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 937, γυναίκα ηλικίας 53 ετών υπέστη κάταγμα του κάτω τριτημορίου της δεξιά κερκίδας και ωλένης και καρπού, κάταγμα αριστερού καρπού θλαστικό τραύμα δεξιού γόνατος, εγκεφαλική διάσειση, τραύματα και εκχυμώσεις γύρω στους οφθαλμούς και μικρό κάταγμα ρινός. Ως μόνιμα κατάλοιπα παρουσιάζει οδυνηρή δυσκινησία του δεξιού καρπού και του αντιβραχίου, δύσμορφη ουλή στο δεξιό γόνατο μήκους 10 εκ. και ουλές γύρω από τα μάτια και στην πρόσθια όψη της μύτης. Το ποσό των ΛΚ12.000- που επιδικάστηκε, πρωτοδίκως, υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων, κρίθηκε, κατ' έφεση, ανεπαρκές και αυξήθηκε στις ΛΚ20.000-. Στην υπόθεση Κυριάκου ν. Λοϊζίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 414, γυναίκα ηλικίας 20 ετών, υπέστη επιπλεγμένο κάταγμα της πρώτης φάλαγγος του δεξιού τετάρτου δακτύλου με εμπλοκή της αρθριτικής επιφάνειας της πρώτης φαλαγγικής αρθρώσεως, κάταγμα της τελευταίας φάλαγγος του δεξιού τρίτου δακτύλου, θλαστικό τραύμα της ραχιαίας επιφάνειας της δεξιάς χειρός μεταξύ της περιοχής του τέταρτου και πέμπτου μετακαρπίου, αίμαρθρον δεξιού γόνατος, δύο μικρά θλαστικά τραύματα πρόσθιας επιφάνειας του δεξιού γόνατος και μικρό θλαστικό τραύμα με μερική απώλεια μαλακών μορίων της άκρης του δεξιού τρίτου δακτύλου του άκρου ποδός. Ως μόνιμα κατάλοιπα, παρουσίαζε ουλές στο δεξιό μετακάρπιο, στην πρώτη φάλαγγα του δεξιού τετάρτου δακτύλου και στην εσωτερική πλευρά του δεξιού γόνατος καθώς επίσης και περιορισμό της κίνησης της πρώτης φαλαγγικής αρθρώσεως του δεξιού τετάρτου δακτύλου κατά δέκα μοίρες. Το ποσό των ΛΚ6.000-, το οποίο επιδικάστηκε πρωτοδίκως, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην υπόθεση Θεοδώρου Στέλιος v. Aνδρέα Βασιλείου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1192, άνδρας ηλικίας 41 ετών (κατά το χρόνο που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου), υπέστη θλαστικά τραύματα τριχωτού της κεφαλής στην μετωπιαία χώρα συντριπτικό κάταγμα και εξάρθρωση του ώμου και κάταγμα του πέρατος της δεξιάς κερκίδας, τα οποία αντιμετωπίστηκαν δια συρραφής των θλαστικών τραυμάτων, ανοικτή ανάταξη του εξαρθρώματος και του κατάγματος του αριστερού ώμου και ακινητοποίηση σε γύψινο επίδεσμο του κατάγματος της δεξιάς πηχεοκαρπικής, αντίστοιχα. Ως μόνιμα κατάλοιπα παρουσίαζε πολλαπλές ουλές από τα θλαστικά τραύματα και τη χειρουργική επέμβαση στα πλαίσια της οποίας έγινε η συρραφή τους, απώλεια χρήσης αριστερού άνω άκρου για ανύψωση αντικειμένων και απώλεια δυνατότητας άσκησης της εργασίας του ως σκυβαλοσυλλέκτης σε δημοτική αρχή. Το ποσό των ΛΚ30.000- που υπολογίστηκε πρωτοδίκως ως αντικατοπτρίζον τη λογική αποζημίωση του ενάγοντα για τις σωματικές του βλάβες, πόνο και οδύνη επί πλήρους ευθύνης, επικυρώθηκε κατ' έφεση (σημειώνεται ότι το ποσό που αποδόθηκε τελικά στον Ενάγοντα ήταν μειωμένο στη βάση του ποσοστού της δικής τους ευθύνης). Τελική Κρίση Με γνώμονα τις ανωτέρω δικαστικές κρίσεις επί των γενικών αποζημιώσεων, στη βάση πάντα του τραυματισμού που υπέστη ο Ενάγοντας, των επιπτώσεων του σ' αυτόν και της ηλικίας του, κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις, οι δίκαιες και εύλογες γενικές αποζημιώσεις που θα πρέπει να του επιδικαστούν είναι αυτές των €10.000,00. Στη βάση των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €10.000,00, ως γενικές αποζημιώσεις και για το ποσό των €47,84σ, ως ειδικές αποζημιώσεις. Ερχόμενος, τώρα, στο θέμα του τόκου, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο τραυματισμός επεσυνέβη στις 4/1/2009 και η αγωγή καταχωρήθηκε στις 21/5/2010, ήτοι δεκαέξι και πλέον μήνες μετά, και με γνώμονα ότι, η φύση του τραύματος και η αποθεραπεία του Ενάγοντα δεν δικαιολογούσε την παρατηρηθείσα καθυστέρηση (βλ. Παύλος Ευαγγέλου ν. Άθως Δημητρίου
(2008)1 ΑΑΔ 248), κρίνω ορθό, όπως, τόσο επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων (€10.000,00), όσο και επί του ποσού των ειδικών αποζημιώσεων (€47,84), επιδικαστεί νόμιμος τόκος από την καταχώρηση της αγωγής, ήτοι, από τις 21/5/2010 μέχρι τελείας εξόφλησης, χωρίς να καθίσταται ανάγκη να διαφοροποιηθεί το ύψος του τόκου για τις ειδικές αποζημιώσει, μιας και αφορούν σε έξοδα που προέκυψαν πριν την καταχώρηση της αγωγής. Ως προς τα έξοδα της αγωγής δεν έχω κανέναν λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης και κατά συνέπεια, αυτά επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................... Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Η αναφορά του αυτή γίνεται σε σχέση με τον τρόπο κατάβασης του Ενάγοντα κατά την προσπάθεια του να μεταβεί στον χώρο υποδοχής του παιδότοπου. [2] Σχετικός περιορισμός γίνεται στη τελευταία σελίδα της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου του. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο