← Κύπρος

ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ, Γενική Αίτηση: 311/16, 26/11/2018

ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ, Γενική Αίτηση: 311/16, 26/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A591 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Γενική Αίτηση: 311/16 Αναφορικά με τον περί Διαιτησίας Νόμο Και αναφορικά με την Διαιτησία μεταξύ:

  1. **** ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ
  2. **** ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ Εφεσειόντων-Αιτητών -και- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ Εφεσίβλητη-Καθ' ης η αίτηση ........ ΚΑΙ ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ Ο ΤΙΤΛΟΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 18.12.2017 Αναφορικά με τον Περί Διαιτησίας Νόμο Και αναφορικά με την Διαιτησία μεταξύ:
  3. **** ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ
  4. **** ΚΟΛΑΤΣΗ και *** ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα **** Ξενοφώντος τέως από την Αναφωτία Εφεσείοντες-Αιτητές -και- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ Εφεσίβλητη-Καθ' ης η αίτηση 26 Νοεμβρίου 2018 Για Αιτητές: κ. Λ. Λουκά Για Καθ' ης: κ. Μ. Νικολάου για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αίτηση τους οι Αιτητές αιτούνται την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης (του κ. Παπαλεξάνδρου) ημερ. 22.6.16 εις βάρος τους για το ποσόν των €132.150 συν τόκους προς 9% ετησίως από 6.3.
  5. Από νομικής πλευράς η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 1, 2, 52 και 53 του Ν.22/85, στο Κεφ.4, στα άρθρα 29-32 του Ν.14/60, στις Δ.40, 48 και 49, στο άρθρο 3 του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160(Ι)/99στο Κεφ.149, στον Ν.197

(1)/03, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στην εγγενή εξουσία του Δικαστηρίου. Προβάλλονται συνολικά έξι λόγοι ακύρωσης, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι:
  1. Η απόφαση βασίζεται σε θέματα για τα οποία δεν είχε συμφωνηθεί παραπομπή τους σε διαιτησία (άρθρο 7 του Κεφ.4).
  2. Ο διαιτητής ενήργησε καθ' υπέρβαση εξουσιών αφού δεν είχε δικαιοδοσία να αποφασίσει για την εγκυρότητα της συμφωνίας εγγύησης.
  3. Η απόφαση παραβιάζει τους νόμους και τους κανονισμούς.
  4. Η διαδικασία ήταν παράνομη.
  5. Η απόφαση εξεδόθη υπό πλάνη περί τον Νόμο και τα γεγονότα.
  6. Η απόφαση αναφορικά με τον τόκο υπερημερίας είναι λανθασμένη. Στη συνοδεύουσα την αίτηση ένορκη δήλωση του ο Αιτητής 2 αναφέρεται στο ιστορικό έκδοσης της απόφασης εις βάρος των αιτητών ως εγγυητών τρίτου προσώπου, το οποίο έλαβε δάνειο και στο οποίο εγγυητές ήταν ο Κεντρικός Φορέας Ισότιμης Κατανομής Βαρών, καθώς και η Κυπριακή Δημοκρατία. Οι ίδιοι μάλιστα μέχρι την κλήση για τη διαιτησία είχαν την εντύπωση ότι το δάνειο χορηγήθηκε από τον εν λόγω Φορέα και ότι οι υπάλληλοι της ΣΠΕ ήταν υπάλληλοι του Φορέα για τους οποίους προβάλλουν ότι τους είχαν εξαπατήσει κατά την υπογραφή δίδοντας τους διαβεβαιώσεις ότι το δάνειο ήταν εξασφαλισμένο από υποθήκη επί του διαμερίσματος το οποίο θα αγόραζε η πρωτοφειλέτιδα. Ισχυρίζονται ότι τα πιο πάνω ζητήματα είχαν τεθεί στην Υπεράσπιση τους και ότι ο Διαιτητής δεν είχε εξουσία να αποφασίσει για θέματα ψευδών παραστάσεων και εγκυρότητας της συμφωνίας. Πέραν αυτού, προβάλλει ότι η απόφαση είναι αποτέλεσμα νομικής πλάνης και κακού χειρισμού αφού καθορίστηκε τόκος υπερημερίας προς 4% στη βάση εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου και της νομολογίας. Ένσταση Στην ένσταση της η Καθ' ης προέβαλε οκτώ λόγους προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι:
  7. Η αίτηση είναι παράτυπη και αστήρικτη.
  8. Δεν συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις.
  9. Δεν προσκομίστηκε ουσιαστική μαρτυρία.
  10. Η απόφαση λήφθηκε από δίκαιο και ανεξάρτητο διαιτητή.
  11. Η διαδικασία ήταν νομότυπη.
  12. Ο διαιτητής δεν επέδειξε κακή και ή ανάρμοστη συμπεριφορά.
  13. Η ένορκη δήλωση υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας, μη εξεταζόμενα από το Δικαστήριο.
  14. Η ακύρωση θα έπληττε το κύρος και την αξιοπιστία του θεσμού της διαιτησίας. Στη συνοδεύουσα την ένσταση ένορκη δήλωση της η υπάλληλος της Καθ' ης (κα Μαρδαπήττα) αρνείται τους ισχυρισμούς των Αιτητών και εν πρώτοις επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Στη συνέχεια αναφέρεται στη χορήγηση δανείου ύψους Λ.Κ.75.000 στην πρωτοφειλέτιδα με την εγγύηση πέντε προσώπων, μεταξύ των οποίων οι δύο Αιτητές. Εξηγεί ότι της επίδικης απόφασης προηγήθηκε άλλη, η οποία αφορούσε την πρωτοφειλέτιδα και δύο άλλους εγγυητές, για τα ίδια ποσά. Προσθέτει ότι οι Αιτητές στην επίδικη διαδικασία είχαν εγείρει προδικαστικές ενστάσεις τις οποίες εν τέλει δεν προώθησαν και δέχεται ότι είχαν προβάλει και τους υπόλοιπους ισχυρισμούς τους στην Υπεράσπιση που είχαν καταχωρίσει. Όσον αφορά την επιδίκαση τόκου υπερημερίας προς 4% εισηγείται ότι είναι ορθή η απόφαση του Διαιτητή και ότι, εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο δεν έχει την ευχέρεια να επέμβει τροποποιώντας ή ακυρώνοντας τη διαιτητική απόφαση. Νομική Πτυχή Η υπό κρίσιν αίτηση συνιστά έφεση εναντίον της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 22.6.16 δυνάμει του άρθρου 52
(5)του Ν.22/85. Η παραπομπή υπό του Εφόρου προς διαιτησία είχε γίνει βάσει του άρθρου 52
(2)του ιδίου νόμου ως αυτός ίσχυε στις 7.1.13, ημερομηνία της παραπομπής, ως συνάγεται από το καταγραφέν στην επίμαχη απόφαση ιστορικό. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο η διαιτησία διεξάγεται βάσει των διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας (δηλαδή το Κεφ.4). Ας σημειωθεί πως από πολύ νωρίς στη διαιτητική διαδικασία, ήτοι στις 6.3.13, είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον της πρωτοφειλέτιδος (Καθ' ης 1) και των εγγυητών (Καθ' ων 2 και 4), ενώ κάπως αργότερα, ήτοι στις 3.4.15 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση και εναντίον ακόμα μίας εγγυήτριας (της Καθ' ης 3). Οι Αιτητές στην παρούσα, οι οποίοι ήταν οι Καθ' ων 5 και 6 στη διαιτησία, είχαν εμφανιστεί μέσω δικηγόρου και μάλιστα καταχώρισαν Υπεράσπιση στις 25.4.13, υποβάλλοντας και Ανταπαίτηση, με την οποίαν αξίωναν δηλώσεις αφενός περί ακυρότητος της εγγύησης και αφετέρου περί απαλλαγής των ιδίων από οποιαδήποτε ευθύνη εξ εγγυήσεως. Με το δικόγραφο τους είχαν αρνηθεί τα πάντα εκτός από το ότι είχαν όντως υπογράψει τη σύμβαση εγγύησης. Υπέβαλαν γραπτή αίτηση στα πλαίσια της οποίας είχαν επιλυθεί κάποια προδικαστικά ζητήματα ενώ κατά την ακροαματική διαδικασία προσκομίστηκε εκατέρωθεν προφορική μαρτυρία και η τελική (16σέλιδη) απόφαση του διαιτητή εκδόθηκε στις 22.6.16, την οποίαν προσέβαλαν εμπρόθεσμα οι Αιτητές. Στην υπόθεση Τσιμεντοποιϊα Βασιλικού Λτδ ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 23 αναφέρθηκε πως ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διαιτησίας είναι ο περιορισμός των ένδικων μέσων κατά της διαιτητικής απόφασης και πως ο σχετικός περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ. 4, επιτρέπει την ακύρωση τέτοιας απόφασης για τους περιορισμένους λόγους οι οποίοι εκτίθενται στο άρθρο 20
(2)του εν λόγω Νόμου. Οι λόγοι αυτοί είναι: i. Επίδειξη ανάρμοστης συμπεριφοράς από διαιτητή (misconduct). ii. Ανάρμοστος χειρισμός της υπόθεσης από διαιτητή (misconduct). iii. Παράτυπη διεξαγωγή της διαιτησίας (improperly). iv. Παράτυπη έκδοση της διαιτητικής απόφασης (improperly). Όπως αναφέρεται στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd κ.α.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 717 στον όρο «ανάρμοστη συμπεριφορά» (misconduct) αποδίδεται ευρεία ερμηνεία και περιλαμβάνει κάθε μορφή συμπεριφοράς η οποία τείνει να διασαλεύσει και να καταστρέψει την εμπιστοσύνη την οποία οι διάδικοι ή εκάτερος εξ αυτών πρέπει να έχει στους διαιτητές, ότι θα καταλήξουν σε δίκαιη απόφαση. Στο σύγγραμμα Russel on Arbitration 19η έκδοση σελ. 428 αναφέρεται ότι: «The court has further an inherent power to set aside an award which is bad on its face: either as involving an apparent error in fact or law, or as not complying with the requirements of finality and certainty. The inherent power to set aside also extends to an award which exceeds the arbitrator's jurisdiction, and possibly to cases where fresh evidence has become available». Στη Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 687 προστίθεται πως, πέραν των θεμάτων δωροδοκίας ή συμφέροντος, η έννοια ανάρμοστη συμπεριφορά καλύπτει και τις περιπτώσεις λανθασμένης λήψης ή αποκλεισμού μαρτυρίας, την αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας για την ερμηνεία συμβολαίου, την έκδοση απόφασης επί παρανόμου συμφωνίας, την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή, καθώς και την παράβαση βασικού δικονομικού κανόνα (βλ. A.N. Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2006). Όπως περαιτέρω τονίζεται στη Σολωμού (ανωτέρω): «Πουθενά, όμως, η μέχρι τούδε νομική θεώρηση των προνοιών του άρθρου 20
(2), δεν έχει συμπεριλάβει, (στην απουσία βεβαίως παραβιάσεων των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης), και, την ενδεχομένως λανθασμένη νομική ερμηνεία ενός εγγράφου. Η παραδοσιακή αντίληψη περί του σκοπού της παραπομπής μιας διαφοράς σε διαιτησία, είναι ακριβώς η ταχεία και τελεσίδικη επίλυση της. ....................». Σχετικά με την πιο πάνω απόφαση και το επίδικο θέμα λέχθηκαν αργότερα στην P.N.P. Constructions Ltd v. Μακάριου Χαραλαμπίδη κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1395 τα εξής: «Όπως όμως επισημαίνεται στην υπόθεση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd, ανωτέρω, ουδέποτε η μέχρι τούδε νομική θεώρηση των προνοιών του άρθρου 20
(2)δεν έχει συμπεριλάβει και την ενδεχομένως λανθασμένη νομική ερμηνεία εγγράφου. Τα δικαστήρια ήταν πάντοτε απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου η νομοθεσία ειδικά παρείχε τέτοια δυνατότητα, οι δε αποφάσεις των διαιτητών γενικά δεν ήταν δεκτικές αναθεώρησης από το δικαστήριο, εκτός στο βαθμό που ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά πασιφανή τρόπο εναντίον των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης (Russel on Arbitration, 2007, σελ. 375, παρ. 7-056)». Στη Χ.Α. Παπαέλληνας Εμπορικής Δημόσιας Εταιρείας ν. Yiannis Charalambides Shopping Center Ltd,
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1720, τονίζεται πως δικαστική παρέμβαση θα επιτρέπετο μόνο εάν ο διαιτητής είχε ενεργήσει υπό πλάνη ή κατά θεμελιακή παράβαση των αρχών που διέπουν την ερμηνεία εγγράφων. Στην ίδια υπόθεση αναφορά υπήρξε και στη διάκριση μεταξύ αφενός της περίπτωσης κατά την οποία το θέμα είναι καθαρά νομικό, οπότε το δικαστήριο δεν παρεμβαίνει ενόψει του ότι τα μέρη επέλεξαν την κρίση του διαιτητή αντί τη δικαστική, εκτός αν ο διαιτητής ενήργησε αντιδικαστικώς, και αφετέρου της περίπτωσης κατά την οποία το θέμα δεν είναι αμιγώς νομικό αλλά ο διαιτητής αποφαίνεται επί νομικού θέματος παρεμπιπτόντως, οπότε το δικαστήριο δυνατόν να παρέμβει αν ο διαιτητής εκδήλως έσφαλε. Καταληκτικά λέχθηκε πως το δικαστήριο δεν παρεμβαίνει για να ανατρέψει διαιτητική απόφαση εκτός αν υπάρχει θεμελιακή απόκλιση από τις αρχές της ερμηνείας, η οποία καθιστά την απόφαση του διαιτητή «αντιδικαστική». Θα πρέπει να σημειωθεί πως το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία να αναπέμπει οποιαδήποτε θέματα για επανεξέταση από τον Διαιτητή βάσει του άρθρου 19
(1)του Κεφ.4 (βλ. Νεόφυτος Ιωάννου ν. ΣΠΕ Ύψωνα-Λόφου)
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 875) ή και υπό κάποιες προϋποθέσεις να παραμερίσει μόνο μέρος της απόφασης του διαιτητή (βλ. ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔ ν. Lakis Georgiou Construction Ltd
(2010)1(A) A.A.Δ. 223 kai Russel on Arbitration, 19η έκδοση, σελ. 484). Στην παρούσα περίπτωση οι Αιτητές προώθησαν με την αγόρευση τους ουσιαστικά δύο λόγους έφεσης, ως εξηγείται κατωτέρω. Εν πρώτοις εισηγούνται ότι η παρεχόμενη στον διαιτητή εξουσία περιορίζεται στο να κρίνει «το ύψος του αξιούμενου ποσού ή το επιβαλλόμενο επιτόκιο» και ως εκ τούτου δεν δύναται να αποφασίσει για την εγκυρότητα κάποιας συμφωνίας από τη στιγμή που υπάρχει ισχυρισμός υπογραφής της κατόπιν ψευδών παραστάσεων, όπως έπραξε ο διαιτητής στην παρούσα, επιδεικνύοντας «κακή συμπεριφορά». Η πρώτη ως άνω εισήγηση των Αιτητών είναι αναμφίβολα αβάσιμη δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 52, προς διαιτησία παραπέμπεται από τον Έφορο «οποιαδήποτε διαφορά» μεταξύ μελών ή των εγγυητών τους, η οποία αφορά τις εργασίες συνεργατικής εταιρείας. Ειδικότερα, στην υπό κρίση περίπτωση, οι ίδιοι οι Αιτητές είχαν με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους εγείρει ζητήματα ψευδούς παράστασης (διά της τήρησης σιωπής ως προς την απουσία υποθήκευσης). Ο διαιτητής καθηκόντως στην απόφαση του παρέθεσε με λεπτομέρεια τις θέσεις των δύο πλευρών επί του θέματος αυτού και παρέπεμψε σε συγγράμματα για το δίκαιο της απόδειξης καθώς και σε νομολογία. Ουσιαστικά υπέδειξε πως τα έγγραφα ήταν σαφή σχετικά με τους όρους του δανείου, το οποίο χορηγήθηκε με προσωπικές εγγυήσεις και πως οι ισχυρισμοί για σιωπή σχετικά με τη μη ύπαρξη υποθήκευσης ήταν γενικοί, αόριστοι και αστήρικτοι από πλευράς μαρτυρίας. Θα μπορούσε να λεχθεί από μια άλλη σκοπιά, πως ο διαιτητής στη πραγματικότητα δεν είχε (πέραν των ισχυρισμών) ενώπιον του κάποια συγκεκριμένη θέση για παράσταση εκ μέρους της Καθ' ης ή των εκπροσώπων της αφού η εισήγηση εξαντλείτο στο ότι υπήρξε σιωπή κατά την υπογραφή των εγγράφων, τα οποία όμως δεν αναφέροντο σε υποθήκευση ή κάτι σχετικό αλλά μόνο στις εγγυήσεις. Δεν θεωρώ ότι η εξουσία του διαιτητή εξαντλείτο στην ανεύρεση του ποσού και του επιτοκίου μόνο. Η διαφορά είχε δυνάμει νόμου παραπεμφθεί σε διαιτησία, οι ίδιοι οι Αιτητές είχαν εγείρει το θέμα της «ψευδούς παράστασης δια σιωπής» και έχω τη γνώμη πως ήταν επιτρεπτό για τον διαιτητή να σχολιάσει το θέμα. Κατά δεύτερο, οι Αιτητές εισηγούνται ότι ο διαιτητής υπέπεσε σε νομική πλάνη και ότι είναι ένοχος κακού χειρισμού αφού παρά το ότι η υπό κρίσιν περίπτωση αφορούσε συμφωνία τερματισθείσα πριν την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Ν.66
(1)/15 εντούτοις ενέκρινε τόκον υπερημερίας προς 4% (αντί μέχρι 2%) παρά την κατάληξη του ότι η Καθ' ης δεν είχε αποδείξει ότι το επιπλέον ποσοστό αντιπροσώπευε την πραγματική της ζημιά, ως επέβαλλε ο πιο πάνω νόμος. Η Καθ' ης διεκδικούσε συνολικό τόκο 9% και ο διαιτητής κατ' αρχάς έκρινε πως αυτό αποτελείτο από συμβατικό επιτόκιο 5% και επιτόκιο υπερημερίας προς 4%. Έχοντας υπόψιν τις εκατέρωθεν θέσεις προχώρησε να εξετάσει κατά πόσον η Καθ' ης δικαιούτο κατά τον τερματισμό να αυξήσει το συνολικό επιτόκιο σε 9%. Το παράπονο των Αιτητών είναι πως ενώ ο διαιτητής απεδέχθη ότι με την εισαγωγή του Ν.141
(1)/14 η Καθ' ης δεν μπορούσε να επιβάλει τόκο υπερημερίας πέραν του 2% εκτός αν απεδείκνυε ότι ο τόκος που επέβαλε αντιπροσωπεύει την πραγματική της ζημιά, εντούτοις έκρινε σε άλλο σημείο πως ήταν χωρίς σημασία η μη απόδειξη ψηλότερου τόκου. Προκύπτει από την εκκαλούμενη απόφαση πως μεταξύ των διαπιστώσεων του διαιτητή ήταν πως η επίδικη συμφωνία δανείου είχε τερματιστεί με επιστολές της Καθ' ης ημερ. 15.11.12, με τις οποίες και είχε καθοριστεί το επιτόκιο σε 9% στη βάση σχετικής νομολογίας η οποία επικύρωσε την αύξηση κατά τον τερματισμό (Κόμπος ν. Universal Bank Ltd
(2009)1(A) A.A.Δ. 194, Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 479). Θα πρέπει να σημειωθεί πως ο τροποποιητικός Ν.141
(1)/14 είχε εισαγάγει ορισμούς, καθώς και ορισμένα άρθρα στον βασικό περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160
(1)/99. Σκοπός της εν λόγω τροποποίησης ήταν αφενός η προστασία των οφειλετών διά της απαγόρευσης της επιβολής πρόσθετης επιβάρυνσης η οποία προέκυπτε από την μονομερή άσκηση συμβατικού δικαιώματος και αφετέρου η προαγωγή της διαφάνειας. Ο τροποποιητικός αυτός νόμος είχε εφαρμογή σε όλες τις εν ισχύι συμβάσεις κατά την έναρξη ισχύος του, ήτοι κατά τις 9.9.14, καθώς και σε όλες τις μεταγενέστερες συμβάσεις (νέα άρθρα 2Α και 2Β). Είναι σαφές πως δεν περιείχε ρύθμιση για συμβάσεις οι οποίες είχαν τερματιστεί πριν τη θέσπιση του. Με τον εν λόγω νόμο, ειδικά όσον αφορά τον τόκο υπερημερίας, με συγκεκριμένη τροποποίηση στο άρθρο 3 του βασικού νόμου απαγορευόταν η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2% από τις 9.9.14 και για όλες τις εν ισχύι συμβάσεις. Η επιβολή αυξημένου τόκου υπερημερίας, δηλαδή πέραν του 2%, δημιουργούσε μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα το οποίο είχε το βάρος να αποδείξει ότι ο επιβληθείς τόκος αντιπροσώπευε την πραγματική του ζημιά. Εάν το πιστωτικό ίδρυμα δεν ανέτρεπε το μαχητό τεκμήριο τότε ο όρος για χρέωση τόκου υπερημερίας πέραν του 2% καθίστατο άκυρος με υποχρέωση του ιδρύματος να αποκαταστήσει το όφελος ή να καταβάλει αποζημίωση στον ζημιωθέντα. Ουσιαστικά ο Ν.141
(1)/14, με τις επιφυλάξεις τις οποίες εισήγαγε στο άρθρο 3
(1)και δη στο υποεδ. (στ) απαγόρευε την επιβολή τόκου υπερημερίας πέραν του 2% από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του και για όλες τις εν ισχύι συμβάσεις, χωρίς να υπάρχει ειδική πρόνοια για τις συμβάσεις οι οποίες είχαν ήδη τερματιστεί πριν τις 9.9.14 (έναρξη ισχύος του). Τέτοια πρόνοια όμως εισήχθη με τον Ν.66
(1)/15 ο οποίος αφενός προσέθεσε στο άρθρο 2Β το εδ.(γ), επεκτείνοντας την εφαρμογή των νέων ρυθμίσεων τόσο σε όλες τις συμβάσεις οι οποίες τερματίζονται όσο και σε όλες τις συμβάσεις των οποίων οι πιστωτικές διευκολύνσεις έχουν καταστεί απαιτητές ή καθίστανται απαιτητές και αφετέρου κατήργησε τις υφιστάμενες επιφυλάξεις και προσέθεσε τα εδ.(1α) και (1β) με τα οποία κατέστησε σαφές ότι: - H επιβολή επιτοκίου πέραν του 2% απαγορεύεται - Από τις 9.9.14 το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει το 2% - Σε περίπτωση σύμβασης η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την έναρξη της ισχύος του, ήτοι στις 7.5.15, θα ισχύει το προαναφερθέν μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα. Με δεδομένο ότι η επίδικη σύμβαση είχε τερματιστεί πριν από τις 7.5.15 είναι σαφές λοιπόν πως είχε εφαρμογή το εδ.3(1β) του βασικού Νόμου. Ουσιαστικά, δεν απαγορευόταν η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2% πλην όμως για την επιβολή «αυξημένου τόκου» (ως αναφέρεται στο εν λόγω εδάφιο) θα έπρεπε να είχε αποδειχθεί από την Καθ' ης ότι αντιπροσωπεύει την πραγματική της ζημιά, όπως ορθώς αναφέρουν και οι Αιτητές. Σε αντίθεση με τα ανωτέρω ο διαιτητής στη δική του απόφαση εξέλαβε ότι εφαρμογή είχε μόνον ο Ν.141
(1)/14 αφού στηρίχθηκε στο ότι αυτός ο Νόμος «ήταν σε ισχύ κατά τη συμπλήρωση κατάθεσης των δικογράφων». Ερμηνεύοντας δε τον Νόμο κατέληξε ότι οι τερματισθείσες πριν τη θέσπιση του συμφωνίες δεν καλύπτονταν από αυτόν, οπότε γι' αυτό έκρινε και ότι δεν είχε σημασία το γεγονός πως η Καθ' ης δεν είχε αποδείξει ότι ο τόκος υπερημερίας αντιπροσώπευε την πραγματική της ζημιά. Είναι σαφές, κατά την άποψη μου, ότι ο διαιτητής έσφαλε όσον αφορά την επιλογή του να μην εφαρμόσει τον Ν. 66
(1)/15. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση των Αιτητών ότι το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία «περιορισμού» της εκδοθείσας απόφασης. Όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ ΛΤΔ (ανωτέρω) «..είναι καλά καθιερωμένη η αρχή σύμφωνα με την οποία εκεί όπου υπάρχουν πέραν του ενός θέματα σε μια διαιτητική απόφαση τα οποία είναι δυνατό να τύχουν διαχωρισμού, τότε δεν παρίσταται ανάγκη να παραμεριστεί ολόκληρη η απόφαση λόγω εσφαλμένης προσέγγισης στο ένα θέμα». Ας σημειωθεί πως στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε πως πολύ ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι το εσφαλμένο μέρος της διαιτητικής απόφασης, που αφορούσε μόνο στο ύψος του επιτοκίου, μπορούσε και έπρεπε να διαχωριστεί από την υπόλοιπη απόφαση ως προς τα οφειλόμενα ποσά. Κατάληξη Στη βάση όλων των πιο πάνω και κατ' αναλογίαν προς τη σχετική νομολογία καταλήγω ότι θα πρέπει να παραμεριστεί και ή ακυρωθεί μόνο το μέρος της απόφασης το οποίο αφορά την επιδίκαση τόκου υπερημερίας 4% (αντί του 2% που ήταν το ανώτατο επιτρεπόμενο) και εκδίδεται ανάλογη διαταγή. Η επίδικη διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 22.6.16 παραμένει έγκυρη και καθίσταται τελική ως προς το υπόλοιπο μέρος της με τη διαφοροποίηση μόνο του συνολικού τόκου που αναφέρεται στην παράγραφο (α) στη σελ.15, από «9.00%» σε «7%». Ενόψει της μερικής επιτυχίας των Αιτητών επιδικάζονται προς όφελος τους αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως το 1/2 των εξόδων ως αυτά θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α (εάν υπάρχει), τα οποία να τύχουν συμψηφισμού, ήτοι να αφαιρεθούν από τα έξοδα τα οποία οι ίδιοι οφείλουν στην Καθ' ης, βάση της διαιτητικής απόφασης. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΙΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.