Ξενοφώντος κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 40/13, 31/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A638 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 40/13 ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 6.11.13 Μεταξύ:
- XXXXX Ξενοφώντος
- XXXXX Ξενοφώντος
- XXXXX Ξενοφώντος
- ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος
- ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος Εναγόντων και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31 Δεκεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Η κ. Η. Νικολάου, για Νικολάου & Κάιζερ Δικηγόροι και Νομικοί Σύμβουλοι (ΔΘ435). Για τον Εναγόμενο: Ο κ. Α. Χριστοφόρου, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες αξιώνουν από τον εναγόμενο σειρά θεραπειών «.για παραβίαση του δικαιώματος προστασίας της ανθρώπινης ζωής.» τού ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος, του οποίου (κατά το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης) η ζωή αφαιρέθηκε στις 24.12.12 «.λόγω αχρείαστης ή/και δυσανάλογης χρήσης θανατηφόρου βίας από μέλος της αστυνομίας με πυροβόλο όπλο.». Συνιστά εκδοχή των εναγόντων - με τους «.ενάγοντες 1, 2 και 4 [να] είναι τα αδέλφια του αποθανόντος ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος και η ενάγουσα 5 . η μητέρα του..» - ότι ο ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος («το θύμα») σκοτώθηκε από πυρά της Αστυνομίας Κύπρου σε καταδίωξη του από την τελευταία στις 24.12.12 («το συμβάν»), υπό συνθήκες που καθιστούν την Κυπριακή Δημοκρατία υπόλογη για την απόδοση (προς τους ενάγοντες) αποζημιώσεων για την παραβίαση τού ανθρωπίνου δικαιώματος προστασίας της ζωής. Ο ενάγων 3 ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος, πατέρας του θύματος, απεβίωσε κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας (ως ελέχθη) και ως εκ τούτου η αγωγή από μέρους του αποσύρθηκε. Στη ρύμη της διαδικασίας, ο εναγόμενος παραδέχθηκε πλήρη ευθύνη για τον θάνατο του θύματος, με τους δικηγόρους των διαδίκων να δηλώνουν (και το Δικαστήριο να εγκρίνει) ως παραδεκτό γεγονός το περιεχόμενο του πορίσματος, ως το Ημερολόγιο Ενεργείας-Τεκμήριο 2 («το πόρισμα»), τής Ανεξάρτητης Αρχής Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων Πολιτών κατά Μελών της Αστυνομίας («η Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης»), όπως και το ότι ο εναγόμενος καταχώρισε στις 27.7.15 (εν σχέσει προς το συμβάν) την Ποινική Υπόθεση 17359/15 κατά τριών αστυνομικών (ήτοι των Αστυνομικών 2068, 948 και 5308), για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου εξαιτίας αλόγιστης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβασιν των άρθρων 210 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (βλ. Τεκμήριο 3). Η υπόθεση, ως δηλώθηκε, είναι ορισμένη για ακρόαση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 8.3.
- Ως εκ της προειρημένης παραδοχής ευθύνης από τον εναγόμενο - και ως ευσύνοπτα το έθεσε η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόντων στη γραπτή της αγόρευση - ως μοναδικό ζήτημα προς απόφανση «.παραμένει η επιδίκαση των αποζημιώσεων στην βάση των γεγονότων όπως διαμορφώνονται ενώπιον του δικαστηρίου, και/ή αποκρυστάλλωση των γεγονότων στην βάση των οποίων θα καθοριστεί η επιδίκαση αποζημιώσεων». Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 3.1.
- Μετά από διαδικαστικά διαβήματα, συμπεριλαμβανομένης και τροποποίησης της αγωγής από τους ενάγοντες αλλά και της απόσυρσης και της αντικατάστασης τού αρχικού τους δικηγόρου, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση για την 17.9.
- Στην εξέλιξη, δυστυχώς ο δικαστηριακός φάκελος της υπόθεσης απωλέσθηκε και μετά από έντονα διαβήματα του Δικαστηρίου αλλά και συνεργασία των δικηγόρων και των δύο πλευρών κατέστη δυνατή η ανασύσταση του δικαστηριακού φακέλου (ο οποίος σημειωτέον ουδέποτε ανευρέθηκε), ώστε να προχωρήσει η υπόθεση κατά τα πρέποντα. Εν είδει παρένθεσης καταγράφω ότι ενάσκησα την εξαιρετικά σπάνια συμφυή και ευρεία εξουσία μου για επανάνοιγμα υπόθεσης (βλ. κατ' αναλογίαν, Μαυρογένη ν Βουλής των Αντιπροσώπων και Άλλων (Αρ 1)
(1996)1(Α) ΑΑΔ 49, 60, Μαυρογένης ν Βουλής των Αντιπροσώπων και Άλλων (Αρ 2)
(1996)1(Α) ΑΑΔ 134, 137), προχωρώντας αυτεπαγγέλτως στην επιλογή μετά την επιφύλαξη της απόφασης (βλ. κατ' αναλογίαν, Μιχαήλ ν Λαπίθη και Άλλων, ΠΕ 336/11, ημ. 12.1.18), για να δώσω τον λόγο στους δικηγόρους να τοποθετηθούν επί ζητημάτων που αναδείχθηκαν μετά την επιφύλαξη και που εκπήγασαν από το γεγονός τής απώλειας του αρχικού δικαστηριακού φακέλου και της αλλαγής στη δικηγορική αντιπροσώπευση των εναγόντων. Επανέρχομαι. Στη δίκη δηλώθηκαν ως παραδεκτά και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο σειρά γεγονότων για συνιστώσες των επίδικων θεμάτων. Ενέταξα και ανέλυσα όλα ανεξαιρέτως τα παραδεκτά γεγονότα στο σύνολο τού μαρτυρικού υλικού θεωρώντας τα δεδομένα (βλ. κατ' αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501) και ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιον μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640). Για στοιχειοθέτηση της αγωγής, οι ενάγοντες παρουσίασαν τη μαρτυρία των ΧΧΧΧΧ Ματσάκη (ΜΕ1), ενάγουσας 5 ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος (ΜΕ2) και ενάγοντα 1 ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος (ΜΕ3), ενώ ο εναγόμενος τη μαρτυρία τού ΧΧΧΧΧ Σολωμού (ΜΥ1). Οι αποδεκτές αναφορές των ως άνω μαρτύρων (και τα περικλειόμενα στα τεκμήρια) αξιολογήθηκαν πλήρως, έστω και αν αν δεν εκφράζονται ρητώς στο παρόν σκεπτικό (βλ. κατ' αναλογίαν, Al Watani και Άλλων v Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1924, 1936-1937), μη χρειαζούμενης τής καταγραφής και επανάληψης τους εκτός μιας περίληψης, πρωτίστως για πρακτικούς λόγους (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Ό,τι καθηκόντως επράχθη είναι ο προσδιορισμός των επιδίκων υπό το φως της δικογραφίας, η συνάρθρωση τους με τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας και η κατάληξη σε ευρήματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεοντίου ν Καραγιώργη, ΠΕ 189/12, ημ. 12.7.18, Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd v Παύλου και Άλλου, ΠΕ 240/10, ημ. 20.12.17, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15, ημ. 4.7.17, Λάρκου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1399, 1406). Οι περικοπές που παρατίθενται μεταφέρθηκαν αυτούσιες από τα πρακτικά, τις γραπτές αγορεύσεις και τη δικογραφία. Συνοψίζω τη μαρτυρία των μαρτύρων. Ο ΧΧΧΧΧ Ματσάκης (ΜΕ1), ως ιατροδικαστής τοποθετήθηκε για το αίτιο θανάτου τού θύματος. Η ενάγουσα 5 ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος (ΜΕ2), ως μητέρα του θύματος, επικεντρώθηκε σε όσα επακολούθησαν του συμβάντος από απόψεως επαφής των αρμοδίων αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας με την μάρτυρα και για την πληροφόρηση της περί του θανάτου του παιδιού της. Ο ενάγοντας 1 ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος (ΜΕ3), ως αδελφός του θύματος, κατέθεσε περί της αντίληψης του για τις προσπάθειες της Αστυνομίας να διερευνήσει την υπόθεση. Ο ΧΧΧΧΧ Σολωμού (ΜΥ1), ως μέλος της Ανεξάρτητης Αρχής Διερεύνησης, αναφέρθηκε στο πόρισμα το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός για την αλήθεια - εν τέλει - των γεγονότων που εκφράζει. Στις αγορεύσεις οι δικηγόροι επιχειρηματολόγησαν πως η μαρτυρία (και οι εφαρμοζόμενες νομικές αρχές), δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε αποδοχή των αντίστοιχων θέσεων τους. Διεξήλθα τη γραπτή και προφορική μαρτυρία. Το ίδιο και τις αγορεύσεις. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Έθεσα ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και το κύρος της γνώσης των μαρτύρων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν για να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους και τις όποιες υπερβολές ή σημαντικές ανακολουθίες και αντιφάσεις σε αυτές (σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις), τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρη αξία στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους διαγωγής, επειδή κάτι τέτοιο ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), εφόσον δεν είναι σπάνιο, κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να αντανακλούν μια ολοσχερώς διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών και όχι κατ' ανάγκην από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Ήμουν πάρα πολύ προσεκτικός και τελούσα σε διαρκή εγρήγορση ώστε σταθμίζοντας τη μαρτυρία να μην συμπλέξω απαραδέκτως την αξιοπιστία με το εφαρμοζόμενο βάρος και επίπεδο απόδειξης (βλ. κατ' αναλογίαν, Αθανασίου και Άλλου ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, 636-642). Για τον ΧΧΧΧΧ Ματσάκη (ΜΕ1) - ο οποίος έδωσε τη μαρτυρία του ως πραγματογνώμονας για πλείστα όσα θέματα ενέπιπταν εντός της ειδικότητας του (βλ. κατ' αναλογίαν, Σάββα ν Α/φοί Κουρίδη Λτδ, ΠΕ 74/12, ημ. 26.2.18, Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 162/14, ημ. 2.5.17, Αντωνίου ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 766, 785-787) - δεν θεώρησα τον τρόπο του στο εδώλιο τόσο σημαντική όσο των άλλων μαρτύρων και τούτο από υποδείξεις της νομολογίας επί του θέματος (βλ. κατ' αναλογίαν, Genzyme Corporation v Kayat Trading Limited, ΠΕ 199/14, ημ. 25.5.18, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 62-65), χωρίς να σημαίνει πως αξιολόγησα τη μαρτυρία του ειδικού αυτού, με γνώμονα άλλο από τις καθιερωμένες αρχές, ή ότι τον αντιμετώπισα κατά αλλιώτικο τρόπο από τους υπόλοιπους μάρτυρες, μια και κάτι τέτοιο θα ήταν, ως αρχή, κατακριτέο (βλ. κατ' αναλογίαν, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298, 2309-2310, Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, 119). Αναμφιβόλως η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα με την οποία ο ΧΧΧΧΧ Ματσάκης (ΜΕ1) προσέγγισε το έργο του, συνέθεσε στοιχείο αξιολόγησης του (βλ. κατ' αναλογίαν, Μιτσιγιώργη και Άλλος ν Αδελφών Γαλάζη (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1811, 1814). Αποτιμώντας τη μαρτυρία δεν περιορίστηκα στην ατομική εκτίμηση τής αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. κατ' αναλογίαν, Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά συσχέτισα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης (βλ. κατ' αναλογίαν, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση για την ανθρώπινη προσωπικότητα, γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη πάντοτε), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, Καραολή ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 418/11, ημ. 15.2.18, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609 - με αυτό να εφαρμόζεται οριζοντίως στα εδώ ισχύοντα - πραγματεύθηκα την κάθε παράλειψη αντεξέτασης (που δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς ή και διόλου), ως δηλωτική αλληλοαναίρεσης στην προώθηση των θέσεων τού αντεξετάζοντος, ή και ως αποδυναμωτική τούτων (ή και ως παραδοχή), ζυγιάζοντας την παράβλεψη αναλόγως της σοβαρότητας της, με το απόσταγμα της διεργασίας να αντανακλάται στα δικαστικά ευρήματα και συμπεράσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Περσιάνη ν Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 194/12, ημ. 20.3.18, Στέλιος Σάββα και Υιοί Λτδ ν Medcon Constructions Limited, ΠΕ 53/13, ημ. 20.3.18, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298). Ως θα αναλύσω εκτενέστερα, όλοι οι μάρτυρες μού δημιούργησαν καλή εντύπωση, καθότι ήσαν κατά κανόναν σταθεροί και συνεπείς στη μαρτυρία τους. Οι ΧΧΧΧΧ Ματσάκης (ΜΕ1) και ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος (ΜΕ2) δεν αντεξετάστηκαν, ενώ δεν αμφισβητήθηκε (κατά την πολύ σύντομη αντεξέταση του), η μαρτυρία του ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος (ΜΕ3). Παρομοίως, η αντεξέταση του ΧΧΧΧΧ Σολωμού (ΜΥ1), περιορίστηκε στο περιεχόμενο του πορίσματος δίχως αμφισβήτηση κατ' ουσίαν του περιεχομένου του. Ο ΧΧΧΧΧ Ματσάκης (ΜΕ1), με αναφορά σε σύντομο βιογραφικό του σημείωμα (Έγγραφο Α) και σε σχεδιάγραμμα που ετοίμασε αναφορικώς προς την νεκροτομή του θύματος (Τεκμήριο 1), ανέλυσε υποδειγματικώς όσα θέματα ενέπιπταν εντός της ειδικότητας του (βλ. κατ' αναλογίαν, Σάββα ν Α/φοί Κουρίδη Λτδ, ΠΕ 74/12, ημ. 26.2.18, Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 162/14, ημ. 2.5.17, Αντωνίου ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 766, 785-787). Η ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος (ΜΕ2), ήταν σταθερή και αρκετά σαφής στα όσα παρέθεσε. Ο ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος (ΜΕ3) - καίτοι ο αρνητισμός του και η εν γένει θεσμική καχυποψία του, κάθε άλλο παρά προσέθεσε ή συνέτεινε στην οριακώς θετική εικόνα του ως μάρτυρα - κατέθεσε χωρίς καταλυτικές διαθλάσεις ή ουσιώδεις και επί σκοπώ εξαπάτησης του Δικαστηρίου αντιφάσεις. Το ότι βρισκόταν στη δικαστική αίθουσα ενόσω κατέθετε η ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος (ΜΕ2), δεν επηρέασε τα όσα τούτος είπε, μήτε και δομεί άνευ ετέρου λόγο απόρριψης της μαρτυρίας του ως αναξιόπιστης και τούτο, το αποτυπώνω ως απαύγασμα αναγκαίας αυτοκαθοδήγησης για τους εγγενείς κινδύνους σε τέτοιες περιπτώσεις (βλ. κατ' αναλογίαν, Ηλιάδης ν Βενιζέλου και Άλλων
(2009)1(Β) ΑΑΔ 960, 968-969, R v Shaw
(2002)EWCA Crim 3004, Economides and Another v The Police
(1983)2 CLR 301, 312). Ο ΧΧΧΧΧ Σολωμού (ΜΥ1), έδωσε τυπική μαρτυρία αποφεύγοντας τοποθετήσεις επί του συμβάντος, δοσμένου τού πορίσματος. Μολαταύτα, ίσως και εκ του περισσού, μ' όλο που η παρούσα διαδικασία δεν είναι ποινικής μορφής αλλά αστικής, αυτοπροειδοποιήθηκα - έχοντας υπόψιν τον δικαστικό λόγο σε αποφάσεις Αμερικανικών Δικαστηρίων όπως οι United States v Tirouda, 394 F3d 683, 687 (9th Cir 2005), United States v Urdiales, 523, F2d 1245, 1248 (5th Cir 1975), United States v Bolin, 35 F3d 306, 308 (7th Cir 1974), United States v Nolte, 440 F2d 1124, 1126-27 (5th Cir 1971) - για την ανάγκη ύψιστης προσοχής στην αξιολόγηση του μάρτυρα ως εκ της φερόμενης εμπλοκής του στην Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης και για το ενδεχόμενη η μαρτυρία του να είναι μολυσμένη από ιδιοτελή κίνητρα. Δεν διακρίβωσα τέτοια ελατήρια. Δέχομαι τη μαρτυρία και εκδοχή όλων των μαρτύρων (εναγόντων και εναγομένου), υπό τις αιρέσεις που διατυπώθηκαν. Μολονότι το θέμα δεν ηγέρθη ευθέως από τον εναγόμενο, κρίνω πως πρέπει να απογραφεί πρώτα η διαπίστωση περί νομιμοποίησης των εναγόντων να στραφούν εναντίον του διά αγωγής ανεξαρτήτως της παραδοχής ευθύνης από αυτόν σε ό,τι αφορά στο συμβάν και τούτο για τον λόγο ότι ένα τέτοιο εξόχως σημαντικό δικαιοδοτικό ζήτημα δημόσιας τάξης ως είναι (βλ. κατ' αναλογίαν, Κυπριακή Δημοκρατία ν Χατζηπαντελή
(1989)3(Β) ΑΑΔ 961, 964-972 [Ολομέλεια], Ironfx Global Limited v Χριστάκης Αλεξάνδρου & Υιοί Λίμιτεδ, ΠΕ 338/16, ημ. 23.3.17, Παναγή ν Του Πλοίου 'Christy' Υπό Σημαία Αγίου Βικεντίου και Γρεναδίνες και Άλλων, Αγ. Ναυτ. 33/13, ημ. 17.1.18), δεν μπορεί παρά να καθοριστεί, από τον τελικό κριτή, που δεν είναι άλλος από το Δικαστήριο (βλ. κατ' αναλογίαν, Πισσάς ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 229/16, ημ. 14.3.18, Κυπρίζογλου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 53/17, 15.12.17, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15, ημ. 4.7.17), ακόμη και αν άλλοι παράγοντες της δίκης, όπως οι δικηγόροι, συμφωνούν (ή δεν διαφωνούν) μεταξύ τους για ό,τι είναι που εξυφαίνεται (βλ. κατ' αναλογίαν, Pirikkis v The Republic
(1982)2 CLR 245). Το πράττω αμέσως. Το δικαίωμα αγωγής για παραβίαση συνταγματικού και ανθρώπινου δικαιώματος - ως εν τίνι τρόπω αυτοφυές (κατά διασταλτική προσέγγιση) και μόλο που μπορεί για τη διάπλαση και διάρθρωση του, να διατυπωθούν ευρήματα ή να εγερθούν προς συναφή απόφανση, ζητήματα απτόμενα αμέλειας ή ετέρας υπαιτιότητας - δεν ακυρώνεται ή αμβλύνεται ως εκ της δυνατότητας καταχώρισης αγωγής στη βάση άλλων ή και άλλων νομοθετημάτων, όπως για παράδειγμα τού Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148. Αυτό είναι που προκύπτει κατά δικαιϊκή λογική και τάξη. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων («ΕΔΑΔ»), όπως και το δικό μας Ανώτατο Δικαστήριο, έχουν εντρυφήσει κατ' επανάληψιν στην ερμηνεία του Άρθρου 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ») και του Άρθρου 7 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας για το αγώγιμο δικαίωμα που εκπορεύεται από παράλειψη θετικής υποχρέωσης προστασίας του δικαιώματος ζωής χωρίς ασφαλώς αυτό το δικαίωμα να αποτέμνεται ερμηνευτικώς και ουσιαστικώς από τη γενικότερη φιλοσοφία και στόχευση της ΕΣΔΑ για διασφάλιση, πρακτικώς και ουσιωδώς των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (βλ. κατ' αναλογίαν, Centre for Legal Resources on behalf of Valentin Campeanu v Romania
(2014)ECHR 789, McCann and Others v United Kingdom
(1995)ECHR 31). Στην Rabone and Another v Pennine Care NHS Foundation Trust
(2012)UKSC 2, το Αγγλικό Ανώτατο Δικαστήριο, απεφάσισε για ό,τι τώρα αναλύεται (τηρουμένων αναμενόμενων μικρών διαφοροποιήσεων ως προς γεγονότα και νομοθετικές προβλέψεις που όμως στην πεμπτουσία τους δεν εξανδραποδίζουν την παρεχόμενη καθοδήγηση), ότι: « Section 7
(1)of the HRA provides that a claim that a public authority has acted in a way which is incompatible with a Convention right may be brought before the courts only if the person bringing the complaint "is (or would be) a victim of the unlawful act". Section 7
(7)provides that a person is a "victim" of an unlawful act only if he would be a victim for the purposes of article 34 of the Convention if proceedings were brought in the ECtHR in respect of that act. Miss Carss-Frisk submits that Mr and Mrs Rabone would not be treated as victims within the meaning of article
- She relies on the reasoning of Lord Scott in the Savage case [2009] AC 681, para
- Lord Scott said that he could well understand how a member of a deceased's family may be regarded as a "victim" for the purposes of the article 2 investigative obligation. But he could not understand how a close family member could claim to be a "victim" for the purpose of the article 2 substantive obligations. He said that it was not "any part of the function of article 2
(1)to add to the class of persons who under ordinary domestic law can seek financial compensation for a death an undefined, and perhaps undefinable, class composed of persons close to the deceased who have suffered distress and anguish on account of the death." Both the judge and the Court of Appeal rejected the trust's submissions. In my view, they were right to do so. The ECtHR has repeatedly stated that family members of the deceased can bring claims in their own right both in relation to the investigative obligation and the substantive obligations. Examples of such cases are Yasa v Turkey
(1999)28 EHRR 408, para 64; Edwards v United Kingdom at para 106; Renolde v France
(2009)48 EHRR 42, para 69; and Kats v Ukraine
(2010)51 EHRR 44, para 94. Miss Carss-Frisk realistically accepts that the Strasbourg jurisprudence is clear on this. She points out that the question of victim status was not argued in any of these cases, so that the weight to be accorded to them is diminished. But there is no basis for believing that the ECtHR would depart from this consistent line of authority if the contrary were argued. In any event, the contrary was argued in Yasa v Turkey
(1999)28 EHRR 408 where the court held that a nephew was a "victim". It follows that the observations of Lord Scott in Savage (with which no other member of the House expressed agreement) are not correct. They seem to have been made without the benefit of a consideration of the Strasbourg jurisprudence on the point.» Οι ενάγοντες εντάσσονται στην κατηγορία των θυμάτων υποτιθέμενων παραβιάσεων του Άρθρου 2 της ΕΣΔΑ - η οποία αποτελεί το αποκλειστικό αίτιο αγωγής που προώθησε η ευπαίδευτη δικηγόρος τους κατά τις αγορεύσεις - με αναφαίρετο το δικαίωμα τους για καταχώριση απαίτησης κατά του Κράτους (βλ. κατ' αναλογίαν, Rabone and Another v Pennine Care NHS Foundation Trust
(2012)UKSC 2, Kats and Others v Ukraine
(2010)51 EHRR 44, Renolde v France
(2008)ECHR 1085, Edwards v United Kingdom
(2002)ECHR 303, Yasa v Turkey
(1998)ECHR 83). Προχωρώ στα (πρόσθετα) ευρήματα μου. Στις 24.12.12 και περί ώρα 07:00, λήφθηκε καταγγελία από τον Αστυνομικό Σταθμό Λατσιών ότι διαρρήχθηκε η Ηλεκτραγορά Electroline στα Λατσιά («η Ηλεκτραγορά»). Ανταποκρίθηκαν οι αστυφύλακες ΧΧΧ8 και ΧΧΧ5, οι οποίοι μετέβησαν επιτόπου. Εκεί είδαν να αναχωρεί όχημα με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧΧ28 («το όχημα»), στην πισινή μαξιλάρα τού οποίου υπήρχαν κασόνια εμπορευμάτων. Παρά τις προτροπές το όχημα δεν σταμάτησε. Άρχισε αστυνομική καταδίωξη με περιπολικό. Οι δύο αστυνομικοί πληροφορήθηκαν ότι ο αριθμός εγγραφής του οχήματος ήταν κλοπιμαίος. Το κυνηγητό συνέχισε. Το όχημα πέρασε από κυκλικό κόμβο. Φάνηκε πως έσκασε το μπροστινό ελαστικό με συνεπόμενο το όχημα να ακινητοποιηθεί για ελάχιστο χρόνο. Ο αστυφύλακας ΧΧΧ5 επιδίωξε να προσεγγίσει το όχημα πεζή αλλά ο οδηγός το επανεκκίνησε. Η καταδίωξη συνεχίστηκε. Οι επιβαίνοντες στο όχημα πέταγαν έξω από αυτό εμπορεύματα. Ο συνοδηγός του οχήματος άνοιξε την πόρτα και με κοντόκαννο κυνηγετικό όπλο πυροβόλησε ανεπιτυχώς κατά του περιπολικού. Οι αστυνομικοί απέστειλαν για αυτό μήνυμα μέσω ασυρμάτου. Ενεπλάκησαν στο κυνήγημα και άλλα περιπολικά κατόπιν σχετικών οδηγιών. Περιπολικό της τροχαίας με πλήρωμα τους αστυφύλακες ΧΧΧ7 και ΧΧΧ7, επιχείρησε να ανακόψει την πορεία του οχήματος αλλά τούτο ελίχθηκε προσκρούοντας στο περιπολικό το οποίο εν συνεχεία κτύπησε σε ανάχωμα και ακινητοποιήθηκε, με τους αστυνομικούς να τραυματίζονται και να μεταφέρονται στο νοσοκομείο. Η καταδίωξη εξακολούθησε από τα υπόλοιπα περιπολικά με αναμμένους τούς φάρους ενώ διά μεγαφώνων οι αστυνομικοί καλούσαν ματαίως τούς επιβαίνοντες στο όχημα να σταματήσουν. Ενώ το περιπολικό με τους αστυφύλακες ΧΧΧ3 και ΧΧΧ8 ακολουθούσε το όχημα, ο αστυφύλακας ΧΧΧ8 χρησιμοποιώντας το πιστόλι του αστυφύλακα ΧΧΧ3, πυροβόλησε (άνευ επιτυχίας) 4-5 φορές με στόχευση τα ελαστικά τού οχήματος. Έπληξε τον πίσω ανεμοθώρακα που κομματιάστηκε. Επί κεφαλής τέθηκε περιπολικό της Μηχανοκίνητης Μονάδας Άμεσης Δράσης (ΜΜΑΔ) με πλήρωμα τους αστυφύλακες ΧΧ9 και τον ειδικό αστυφύλακα ΧΧΧ
- Ο συνοδηγός του οχήματος έριξε εναντίον τους αριθμό πυροβολισμών. Ο ειδικός αστυφύλακας ΧΧΧ8 ανταπέδωσε τα πυρά με στόχο τα ελαστικά του οχήματος πλήττοντας επιτυχώς το αριστερό πισινό ελαστικό. Έπειτα, ηγήθηκε το περιπολικό με τους αστυφύλακες ΧΧΧ3 και ΧΧΧ
- Ο αστυφύλακας ΧΧΧ3 πυροβόλησε ευστόχως το δεξιό πισινό ελαστικό του οχήματος. Το όχημα συνέχισε την πορεία του μέχρι το Μαρκί όπου ο οδηγός απώλεσε τον έλεγχο και παρέκλινε της πορείας του, με το όχημα να ακινητοποιείται σε παρακείμενο χωράφι. Πρώτοι κατέφθασαν οι αστυφύλακες ΧΧΧ3 και ΧΧΧ8, με τον αστυφύλακα ΧΧΧ8 να κρατεί το πιστόλι τού αστυφύλακα ΧΧΧ
- Είδαν τον οδηγό και τον συνοδηγό (το θύμα) να εξέρχονται από το όχημα και να τρέχουν. Οι αστυφύλακες φώναξαν προς αυτούς «Αστυνομία-Σταματάτε». Μολοντούτο, ο οδηγός και ο συνοδηγός συνέχισαν να απομακρύνονται. Σε κάποια στιγμή το θύμα προέβη σε ελαφρά κλήση προς τα αριστερά. Ο αστυφύλακας ΧΧΧ3 τον είδε να κρατά μια τσάντα σκούρου χρώματος και κάτι που εξέλαβε ως πιστόλι. Ο αστυφύλακας ΧΧΧ3 φώναξε τότε «ρε παιθκιά προσέχετε κρατεί πιστόλι». Την κίνηση του θύματος αντιλήφθηκαν και τα πληρώματα των περιπολικών και από απόσταση 30-40 μέτρων, σχεδόν ταυτοχρόνως, άρχισαν να ρίχνουν μη ελεγχόμενους προειδοποιητικούς πυροβολισμούς στον αέρα για εκφοβισμό, στο χώμα (προς το μέρος του θύματος χωρίς να τον πλήξουν) και χαμηλά (προς τα πόδια του θύματος). Μετά τους πυροβολισμούς, το θύμα προχώρησε 2-3 βήματα και κατέπεσε μπρούμυτα στο έδαφος. Τον πλησίασε ο αστυφύλακας ΧΧΧ
- Πρόσεξε πως το θύμα αιμορραγούσε και έλεγε «πονώ θα πεθάνω». Ο αστυφύλακας ΧΧΧ3 προσπάθησε να σταματήσει την αιμορραγία πιέζοντας την πληγή του θύματος. Το θύμα κρατούσε τσάντα μέσης σκούρου χρώματος και μαύρο φανάρι που σε επιστημονική εξέταση που επακολούθησε διακριβώθηκε ότι εκκενώνει ηλεκτρική ενέργεια. Οι υπόλοιποι αστυνομικοί στον χώρο ασχολούνταν με τους άλλους επιβάτες του οχήματος, με τον έναν να κρύβεται στην πισινή μαξιλάρα και τον άλλον να προσπαθεί να διαφύγει και με τους αστυνομικούς να πυροβολούν προειδοποιητικώς πριν κατορθώσουν να τον συλλάβουν. Κλήθηκε ασθενοφόρο το οποίο παρέλαβε το θύμα μεταφέροντας το στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Η σκηνή αποκλείστηκε. Διενεργήθηκαν τα επιχειρησιακώς καθέκαστα. Στα τεκμήρια που περισυλλέχθηκαν ήσαν και τρεις κάλυκες φυσιγγίων που μετά από επιστημονική εξέταση βρέθηκε πως ρίφθηκαν (οι δύο) από το πιστόλι του αστυφύλακα ΧΧ8 και ο τρίτος από το όπλο που κατείχε ο ειδικός αστυφύλακας ΧΧΧ
- Το όχημα είχε κλαπεί στις 12.12.
- Ο πραγματικός αριθμός εγγραφής του ήταν ΧΧΧΧΧ
- Από επιθεώρηση του οχήματος εξακριβώθηκε ότι ρίφθηκαν τουλάχιστον 24 πυροβολισμοί, οι περισσότεροι από τους οποίους έπληξαν το πισινό του μέρος σε χαμηλά σημεία ενώ μία κατάφερε πλήγμα στο πισινό spoiler και αφού εξοστρακίστηκε εισχώρησε από το πισινό γυαλί κτυπώντας στην εσωτερική οροφή. Άλλη σφαίρα θρυμμάτισε τον ανεμοθώρακα περνώντας αριστερά από τη θέση του συνοδηγού βρίσκοντας στο μπροστινό ταμπλό του οχήματος. Από την αυτοψία καθώς και από την νεκροτομή που διενεργήθηκε στη σορό του θύματος, το θύμα απεβίωσε λόγω διαμπερούς τραύματος από πυροβόλο όπλο με τη βολίδα να πλήττει εσωτερικά του όργανα μεταξύ των οποίων και την καρδία. Το θύμα παρά το διαμπερές τραύμα στην καρδιά επέζησε για κάποιες ώρες και υπεβλήθη σε χειρουργικές επεμβάσεις στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, υποκύπτοντας στα τραύματα του μία περίπου μέρα αργότερα. Δεν έφερε άλλα τραύματα από πυροβολισμούς. Δέχθηκε τη σφαίρα εν κινήσει από πίσω. Έγιναν (ανεπιτυχείς) έρευνες για ανεύρεση της βολίδας που έπληξε το θύμα. Το θύμα έριξε κατ' ελάχιστον δύο πυροβολισμούς με κυνηγετικό όπλο προς την κατεύθυνση των περιπολικών. Κατά την καταδίωξη το θύμα άρχισε να σπάζει το κυνηγετικό όπλο που είχε στην κατοχή του και να ρίχνει τα κομμάτια του κατά μήκος του δρόμου τα οποία εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν από την Αστυνομία. Μετά από έρευνες φανερώθηκε πως το κυνηγετικό αποτελούσε προϊόν διάρρηξης και κλοπής. Κατά υπολογισμούς τού ιδιοκτήτη τής Ηλεκτραγοράς, από το κατάστημα κλάπηκαν στους κρίσιμους χρόνους εμπορεύματα αξίας €56.647,
- Ανευρέθηκαν εμπορεύματα αξίας €40.
- Οι αστυνομικοί δεν αισθάνθηκαν πραγματικό κίνδυνο εξού και δεν στόχευαν εναντίον του θύματος, με τους πυροβολισμούς τους να είναι προειδοποιητικοί και εκφοβιστικοί ώστε να επιτευχθεί η σύλληψη του. Το θύμα, 32 ετών, ήταν το μόνο πρόσωπο που βοηθούσε την μητέρα του ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος (ΜΕ2) να περιποιείται τον (τετραπληγικό) σύζυγο της (και πατέρα του) στην οικία τους. Το θύμα έπλενε τον πατέρα, του έδινε ρούχα, τον τάιζε και τον έπαιρνε «.έτσι κανένα περίπατο» (όπως είπε η μητέρα ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος (ΜΕ2)). Ο πατέρας απεβίωσε ένα έτος περίπου μετά το συμβάν. Η Αστυνομία δεν ανέφερε τίποτε προς την οικογένεια του θύματος για το συμβάν παρά μόνο μέχρι το απόγευμα όταν οι ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος (ΜΕ2) και ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος (ΜΕ3) πήγαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας στο οποίο και παρέμειναν «.ούλλη νύχτα στο νοσοκομείο, το πρωί επέθανε. Και επήραμε τον Ματσάκη το πρωί, επήραμε τον Ματσάκη τηλέφωνο» (δηλαδή τον ΧΧΧΧΧ Ματσάκη (ΜΕ1)). Η οικογένεια του θύματος είχε αποταθεί σε δικηγόρο στην Πάφο για καταγγελία τού συμβάντος στην Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης «.για να διαλευκανθεί ο θάνατος, ο φόνος του αδελφού μου, η άδικη εκτέλεση για λλόου μου και για όλα τα προβλήματα που έχουμε σαν οικογένεια μετά τον θάνατο του» (ως δήλωσε στη μαρτυρία του και ο ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος (ΜΕ3)). Παρά τις φραστικές τοποθετήσεις και ψόγους των εναγόντων περί του αντιθέτου, η αξιόπιστη μαρτυρία κατατείνει στο ότι η Πολιτεία λειτούργησε διαδικαστικώς και ουσιαστικώς με τρόπο αποτελεσματικό από απόψεως εξέτασης του συμβάντος, με τις έρευνες μάλιστα να οδηγούν και στην έκδοση του πορίσματος περί τον Ιούλιο 2013 αλλά και σε καταχώριση ποινικής δίωξης εναντίον των φερόμενα εμπλεκόμενων Αστυνομικών στις 27.7.15 (βλ. Τεκμήριο 3). Οι έρευνες διεκπεραιώθηκαν από αμερόληπτα και ανεξάρτητα όργανα και υπήρξαν προσεκτικές και αποτελεσματικώς λυσιτελείς, με τους ενάγοντες ή τους νόμιμους αντιπροσώπους τους να κέκτηνται δυνατότητας ενημέρωσης από τον διορισθέντα δικηγόρο τους που ωστόσο, κατά τον ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος (ΜΕ3), δεν τους πληροφορούσε για τις εξελίξεις. Το συνολικό αυτό πλέγμα και χειρισμοί, αποτιμώμενα στο σύνολο τους, δεν κατατάσσουν το περιστατικό σε εκείνα που αντικειμενικώς θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ανατρεπτικά τής υποχρέωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας για αμερόληπτη και ευλόγως ταχεία έρευνα του συμβάντος (βλ. κατ' αναλογίαν, Κυπριακή Δημοκρατία ν Βασιλείου και Άλλων, ΠΕ 381/10, ημ. 26.5.15, Tunc and Another v Turkey
(2015)ECHR 383, Jordan v The United Kingdom
(2001)ECHR 327, Shanaghan v The United Kingdom
(2001)ECHR 330, McCann and Others v United Kingdom
(1996)21 EHRR 97). Κατ' ακολουθίαν των πιο πάνω, οι ενάγοντες απέδειξαν, ως προς την ευθύνη, την απαίτηση τους στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, με προκύπτουσα και διαπιστωθείσα - βάσει του Άρθρου 172 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας - την εκ προστήσεως (πλήρη) ευθύνη της Κυπριακής Δημοκρατίας για τα όσα κειμένως καταγιγνώσκονται στις αρμόδιες υπηρεσίες και θεσμούς της σε σχέση προς την αξίωση 1(α) στην Έκθεση Απαίτησης (για παραβίαση του δικαιώματος προστασίας της ανθρώπινης ζωής του θύματος από παρανόμως θανατηφόρα αστυνομική βία), όχι όμως προς την αξίωση 1(β) στην Έκθεση Απαίτησης για καταπάτηση τού ίδιου δικαιώματος ένεκα παραβίασης τής υποχρέωσης τού εναγομένου για αμερόληπτη διερεύνηση των συνθηκών θανάτου τού θύματος, αλλά και προς την αξίωση 2 στην Έκθεση Απαίτησης (αφού τούτη απώλεσε στο μεταξύ και εκ των πραγμάτων το αντικείμενο της), για την έκδοση διατάγματος αποκλεισμού μελών της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου από τη εξέταση του συμβάντος. Περνώ στα περί του δικαιώματος των εναγόντων σε αποζημιώσεις. Στην Γιάλλουρος ν Νικολάου
(2001)1(Α) ΑΑΔ 558, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, διά του Πική, Π. (ως ήταν τότε), υπογράμμισε τα εξής: « H νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ως προς την εφαρμογή του άρθρου 50 της Σύμβασης, είναι επίσης σχετική εφόσο διαπραγματεύεται άμεσα τα της παροχής θεραπείας για την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπό το πρίσμα πάντα της αποτελεσματικότητας της θεραπείας από τα πολιτειακά δικαστήρια, που προβλέπει το άρθρο 13. Η προεξάρχουσα αρχή για τον προσδιορισμό της επάρκειας της θεραπείας είναι εκείνη της δικαίας αποζημίωσης (equitable compensation) - Guzzardi case Case Law of the European Court of Human Rights [1960-1987] Vol. I, para. 272 - V. Berger. Προκύπτει από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ότι η αποκατάσταση του θύματος εμπεριέχεται στην έννοια της δικαίας αποζημίωσης και, σε μεγάλο βαθμό, είναι ταυτόσημη με αυτή. Πώς είναι δυνατό η αποζημίωση να είναι δικαία εάν δεν αποκαθιστά ή αν δεν έχει δείκτη αποκατάστασης την επανόρθωση του θύματος, σ' όποιο βαθμό τούτο είναι ανθρωπίνως δυνατό, στην πρότερη κατάστασή του. Σε ό,τι αφορά την υλική ζημία (παρελθούσα και μελλοντική), η ταύτιση, όπως συνάγεται από τη νομολογία του ιδίου δικαστηρίου, μεταξύ αποζημιώσεων και αποκατάστασης είναι απόλυτη· νοουμένου, όπως και στο δικό μας δίκαιο, ότι αποδεικνύεται άμεσος αιτιώδης σχέση μεταξύ βλάβης και ζημίας. (Βλ. Case of Campbell and Fell 1960-1987 σ.250.) Η δικαία αποζημίωση είναι το μέτρο των αποζημιώσεων και για τη μή υλική ζημία, γνωστή στο Ηπειρωτικό Δίκαιο και πολλάκις χαρακτηριζόμενη με αυτό τον όρο από το Δικαστήριο του Στρασβούργου ως ηθική ζημία (moral damage). Βλ. μεταξύ άλλων Case of Helmers v. Sweden σ.70 Case Law of the European Court of Human Rights III, 1991-1993, Berger. Case of Herczegfalvy v. Austria σ.191 Case Law of the European Court of Human Rights III, 1991-1993, Berger. Η βλάβη την οποία περιλαμβάνει η μή υλική ζημία (non-pecuniary) και για την οποία χωρεί αποζημίωση, περιλαμβάνει και την προσωπική δυσχέρεια. - Pine Valley Developments Ltd v. Ireland A 246-B paras 16-17
(1993)· έννοια συγγενική προς εκείνη της δυσχέρειας - "hardship" στο Αγγλικό δίκαιο. Απώλεια ευκαιριών για ανέλιξη στη ζωή είναι άλλο κεφάλαιο ζημίας που χρήζει αποζημίωσης, Weeks v. UK A 145-A para 13
(1988)(Article 50). Ανησυχία - distress - θλίψη, αγωνία, απώλεια ευκαιριών εργοδότησης, καθώς και αισθήματα αδικίας, ο δυσμενής επηρεασμός του τρόπου ζωής, ο πόνος και η οδύνη (pain and suffering), κρίθηκε ότι αποτελούν παραδεκτά κεφάλαια αποζημιώσεων. (Bλ. μεταξύ άλλων Αbdulaziz, Cabales and Balkandali v. UK A 94 para 96
(1985). Κατά πόσο δικαιολογείται η πρόσδοση επιβαρυντικού ή τιμωρητικού χαρακτήρα στις αποζημιώσεις δεν αποτέλεσε το αντικείμενο δικαστικής απόφασης από το δικαστήριο του Στρασβούργου μέχρι σήμερα ή, ακριβέστερα, όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα Law of the European Convention on Human Righs των DJ Harris, M O'Boyle και C Warbrick, δεν έχουν εγκριθεί μέχρι σήμερα τέτοιας φύσης αποζημιώσεις. (Βλ. επίσης B v. UK A 136-D paras 7-12
(1988)(Article 50). Εν τούτοις επισημαίνουμε ότι η απόφαση στη Zander v. Sweden A 279-B paras 30-35
(1994)υποστηρίζει εμφατικά ότι ο συσχετισμός μεταξύ του μεγέθους της ηθικής βλάβης και του ύψους των αποζημιώσεων είναι άμεσος, γεγονός που αμβλύνει τη διάκριση που γίνεται στο αγγλικό δίκαιο μεταξύ συνήθων και επιβαρυντικών αποζημιώσεων. Πολλά από τα θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου, τα οποία διασφαλίζει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, συνιστούν στο αγγλικό δίκαιο το αντικείμενο προστασίας αστικών αδικημάτων, θέμα που πραγματεύεται εις έκταση σε μελέτη του ο Λόρδος Bingham (πρώην Αρχιδικαστής και νυν Senior Law Lord), η οποία περιλαμβάνεται στο πρόσφατο βιβλίο του «The Business of Judging, Selected Essays and Speeches»
(2000). Όπως επεξηγεί παραβιάσεις πλείστων των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου συνιστούσαν (και συνιστούν) το αντικείμενο προστασίας από το δίκαιο των αστικών αδικημάτων (Tort). Στο αγγλικό δίκαιο οι αποζημιώσεις για την αποτίμηση μή υλικής ζημίας αποτελούν ανοικτό κεφάλαιο "at large"· ο δε καθορισμός τους επαφίεται στο δικαστήριο υπό τον όρο, πάντα, ότι πρέπει να είναι λελογισμένες και δίκαιες μεταξύ των μερών. Αυτό το κεφάλαιο των αποζημιώσεων έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με ό,τι χαρακτηρίζεται στο Ηπειρωτικό Δίκαιο ως ηθική ζημία. Η πρόσφατη αγγλική νομολογία υποστηρίζει ότι η ζημία που προκύπτει από παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, με έντονο το στοιχείο της «ηθικής βλάβης», με την κυριολεξία του όρου, μπορεί να είναι μεγάλη, ανάλογη με την έκταση της βλάβης στην ύπαρξη και υπόσταση του ανθρώπου. Χαρακτηριστική είναι η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Lunt v. Liverpool City Justices [1991] CA Transcript
- Το Εφετείο αύξησε τις αποζημιώσεις που αποδόθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο από 13 χιλιάδες σε 25 χιλιάδες στερλίνες για παράνομη φυλάκιση 42 ημερών, για κατ' ισχυρισμό παράλειψη πληρωμής από τον ενάγοντα οφειλομένων τελών (rates). Στην R v. Governor of Brockhill Prison (No 2) (Lord Woolf MR) [1998] 4 All E.R. 993, το Εφετείο αύξησε τις αποζημιώσεις για την άνευ νομικού ερείσματος κράτηση φυλακισμένου για 42 ημέρες μετά την εκπνοή της φυλάκισής του από δύο χιλιάδες σε πέντε χιλιάδες στερλίνες. Σημαντική είναι η προσέγγιση του Λόρδου Woolf, όπως διαγράφεται στην απόφασή του, για τον προσδιορισμό των αποζημιώσεων σε περιπτώσεις μή υλικής ζημίας. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι δύσκολο να καθοριστεί μέτρο, και συνακόλουθα να διαγνωσθεί ομοιομορφία, στο επίπεδο των αποζημιώσεων σ' αυτό τον τομέα, λόγω των εγγενών διαφορών μεταξύ γεγονότων που στοιχειοθετούν τη ζημία σε υποθέσεις που άγονται ενώπιον του δικαστηρίου σ' αυτό το πεδίο δικαιοδοσίας. Σημασίας είναι και το γεγονός ότι λήφθηκε υπόψη στον καθορισμό των αποζημιώσεων και αυτή τούτη η συμπεριφορά του θύματος του αστικού αδικήματος και κρίθηκε ότι προσμετρά στον υπολογισμό της ζημίας. Οι παράμετροι των αποζημιώσεων διευρύνονται σε βαθμό που να προσεγγίζουν τις αρχές της επιείκειας. Αξιοσημείωτο είναι ότι η απόφαση στην πιο πάνω υπόθεση ως προς τις αποζημιώσεις επικυρώθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην R. v. Governor of Brockhill Prison (No 2) [2000] 4 All E.R.
- (Βλ. απόφαση Λόρδου Hope, σ.31.) Σχετική με τους προβληματισμούς μας, όλως ιδιαίτερα με το μέτρο των αποζημιώσεων για παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου, είναι και η απόφαση του Εφετείου της Νέας Ζηλλανδίας στη Simpson v. Attorney-General [1994] 3 NZ LR
- Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Προέδρου Cooke τείνει να αποκαλύψει ότι τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό των αποζημιώσεων για παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου είναι κατ' ουσία όμοια με εκείνα που προσμετρούν βάσει της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στον καθορισμό της ζημίας και συνταυτίζονται με τη σύγχρονη προσέγγιση της αγγλικής νομολογίας: (σ.678) «As to the level of compensation, on which again there is much international case law, I think that it would be premature at this stage to say more than that, in addition to any physical damage, intangible harm such as distress and injured feelings may be compensated for; the gravity of the breach and the need to emphasise the importance of the affirmed rights and to deter breaches are also proper considerations; but extravagant awards are to be avoided.» Ελληνική μετάφραση ελεύθερη: «Ως προς το επίπεδο της αποζημίωσης, θέμα επί του οποίου υπάρχει πολλή διεθνής νομολογία, νομίζω ότι θα ήταν πρόωρο σε αυτό το στάδιο να λεχθεί ο,τιδήποτε πέραν του ότι επιπρόσθετα προς τη φυσική ζημία, μη υλική βλάβη όπως απόγνωση και τραυματισμός αισθημάτων μπορεί να αποζημιωθούν· η σοβαρότης της παραβίασης και η ανάγκη να τονίσουμε τη σημασία των βεβαιούμενων δικαιωμάτων και αποτροπής παραβιάσεων είναι επίσης παραδεκτοί παράγοντες· αλλά υπερβολικές αποζημιώσεις πρέπει να αποφεύγονται.» (Βλ. επίσης απόφαση του Δικαστή Hardie Boys σ.703, γραμμές 23-28.) Συναφής με το θέμα που εξετάζουμε είναι και η κυπριακή νομολογία αναφορικά με την ερμηνεία των όρων «δίκαιη» και «εύλογος» αποζημίωση, έννοιες εν πολλοίς συνώνυμες στα Ελληνικά, που καθορίζονται ως το μέτρο των αποζημιώσεων κάτω από το Άρθρο 146.6 (Βλ. Phedias Kyriakides v. Republic 1 R.S.C.C. 66, Pantelis Petrides v. The Greek Communal Chamber and Another
(1965)1 C.L.R. 39, Attorney General v. Andreas A. Markoullides and Another
(1966)1 C.L.R. 242, Marcou and Another v. Republic
(1968)3 C.L.R. 166, Costas Tsakistos v. Attorney-General
(1969)1 C.L.R. 355, Hapeshis v. Republic
(1979)3 C.L.R. 550, Christophides v. Attorney-General
(1981)1 C.L.R. 80, Frangoulides v. Republic
(1982)1 C.L.R. 462, Kampis v. Republic
(1984)1 C.L.R. 314, Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ. και Άλλοι v. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, Εγγλεζάκη και άλλες v. Γενικού Εισαγγελέα
(1992)1 A.A.Δ. 697, Kεντρική Τράπεζα v. Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 420) καθώς και κάτω από την παράγραφο 4(γ) του Άρθρου 23 του Συντάγματος (Βλ. μεταξύ άλλων Σεργίδης v. Δημοκρατίας
(1991)1 Α.Α.Δ. 119). Η έννοια της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης συναρτάται με την κατά το δίκαιο της επιείκειας αποζημίωση (equitable damage), που ταυτίζει το ίσο με το δίκαιο. Το κεφάλαιο των αποζημιώσεων για τις καθ' αυτό παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που δεν συνιστούν αστικά αδικήματα, δεν καλύπτεται ευθέως από καμμιά προηγούμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο καθολικός χαρακτήρας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, η σημασία τους για την υπόστασή του και η περιεκτική προστασία τους από το Σύνταγμα τείνει να διαγράψει τις παραμέτρους καθορισμού των αποζημιώσεων. Η αποτελεσματική εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που οριοθετεί το Άρθρο 35 του Συντάγματος, επιβάλλει την απόδοση αποζημίωσης στο θύμα της παραβίασης κάθε ζημίας που προκαλείται στην οντότητά του, ως φυσική και κοινωνική ύπαρξη. Όπως έχουμε διαπιστώσει τα στοιχεία που συνθέτουν την ηθική ζημία είναι κατά το πλείστο επάλληλα προς εκείνα που προσμετρούν στον καθορισμό των αποζημιώσεων, ως εύλογα προβλεπτής συνέπειας της παραβίασης αστικών δικαιωμάτων στο αγγλικό δίκαιο. Η δυσχέρεια, η απόγνωση, ο πόνος, η ψυχική οδύνη, που συναρτώνται με τη λειτουργία του ανθρώπου, αποτελούν κοινά στοιχεία αποζημίωσης. Ο παραδειγματισμός μέσω των αποζημιώσεων έχει περιορισθεί στην Αγγλία. (Βλ. Rookes v. Barnard [964] 1 All E.R. 367· Cassell & Co Ltd v. Broome [1972] 1 All E.R. 801.). Ενώ δεν φαίνεται να γίνεται αποδεκτός ως μέρος της ηθικής ζημίας. Εξάλλου είναι κοινά παραδεκτό ότι το ύψος των αποζημιώσεων συναρτάται άμεσα με την έκταση και ένταση του ανθρώπινου τραύματος». Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Πάλμα και Άλλων, ΠΕ 44/13, ημ. 19.11.15, το Ανώτατο Δικαστήριο (διά του Χριστοδούλου Δ.), έθεσε τα πράγματα ως εξής, επί της απασχολούσας θεματικής: « Tο ζήτημα των αποζημιώσεων για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξετάστηκε από την Πλήρη Ολομέλεια στη Γιάλλουρος (ανωτέρω), με ευρεία αναφορά τόσο στην ημεδαπή όσο και στη διεθνή νομολογία. Αναγνωρίστηκε εν πρώτοις ότι η παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος παρέχει δικαίωμα έννομης προστασίας μέσω της δικαστικής οδού, με τις θεραπείες του δικαίου. Αναγνώριση που συνάδει με την αρχή δικαίου ότι όπου υπάρχει αδικοπραξία (wrong) πρέπει να υπάρχει και θεραπεία. Το θύμα επομένως παραβίασης ανθρώπινου δικαιώματος δικαιούται σε αποζημίωση, με προεξάρχουσα την αρχή της δίκαιης αποζημίωσης (equitable compensation) η οποία είναι το μέτρο των αποζημιώσεων τόσο για την υλική όσο και τη μη υλική ζημία, γνωστή ως ηθική ζημία (moral damages). Ζημιά που, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει την ανησυχία, θλίψη, αγωνία, το αίσθημα αδικίας, τον δυσμενή επηρεασμό του τρόπου ζωής, τον πόνο και την οδύνη. Πέραν τούτων αναγνωρίστηκε ότι οι αποζημιώσεις μπορεί να προσλάβουν επιβαρυντικό χαρακτήρα όπου η βλάβη είναι ποικιλοτρόπως βαριά και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να προσλάβουν τιμωρητικό χαρακτήρα προς παραδειγματισμό. Σημειώθηκε ωστόσο ότι μέχρι τότε δεν είχαν εγκριθεί τιμωρητικές αποζημιώσεις για παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος, με την επισήμανση από τη μειοψηφία (Αρτεμίδης, Δ.) ότι με την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 30 του Συντάγματος, είναι νομικά αδόκιμος πλέον ο χαρακτηρισμός των αποζημιώσεων ως «τιμωρητικών», «παραδειγματικών» ή «επαυξημένων». Και αυτό αφού ο μοναδικός σκοπός της αποζημίωσης είναι η επανόρθωση, από τον υπαίτιο, της ζημιάς που υπέστη το θύμα από βλάβη που υπέστη ως αποτέλεσμα της παραβίασης του δικαιώματός του. Ειδικά δε για το ζήτημα των «τιμωρητικών» αποζημιώσεων να αναφέρουμε ότι αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Με θεμελιακή την Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65, η οποία επιβεβαιώθηκε και από τη μεταγενέστερη νομολογία. Όπως από τις Μήτα ν. Γ. Κ. Σοφοκλέους
(2003)1 Α.Α.Δ. 1952, Είκοσι ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2007)1 Α.Α.Δ. 467, Νικολάου ν. Επίσημου Παραλήπτη
(2009)1(Β) Α.Δ.Δ. 1339, Κωνσταντίνου ν. Καραμεσίνη
(2011)1 Α.Α.Δ. 715, Phileleftheros Public Company Ltd κ.α. ν. Χριστοδούλου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1763 και Άγγελος Κυριάκου Εκδόσεις Λτδ ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Πολ. Εφ. 267/09 ημερ. 9.9.13 και με υιοθέτηση των αρχών που καθορίστηκαν στην Rookes v. Barnard [1964] A.C.
- Ό,τι προκύπτει από τη θεώρηση της επί του θέματος νομολογίας είναι ότι οι παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις αποσκοπούν στο να τιμωρήσουν τον εναγόμενο και να τον αποτρέψουν από παρόμοια συμπεριφορά στο μέλλον. Δεν αποσκοπούν όμως στην αποκατάσταση του θύματος όπως είναι οι συνήθεις αποζημιώσεις, αλλά τέτοιες αποζημιώσεις επιδικάζονται όταν διαπιστώνεται βλάβη στα αισθήματα του ενάγοντα λόγω της επίδειξης από τον εναγόμενο στοιχείων ακραίας αλαζονείας ή καταπιεστικής συμπεριφοράς για την οποία επιβάλλεται η τιμωρία του ως ένδειξη της απέχθειας με την οποία ο νόμος αντιμετωπίζει τέτοια συμπεριφορά». Στην Κυπριακή Δημοκρατία ν Βασιλείου και Άλλων, ΠΕ 381/10, ημ. 26.5.15, το Εφετείο κατέγραψε τα ακόλουθα: « Οι Clayton & Tomlinson, στο σύγγραμμα The Law of Human Rights, Vol.1, προβαίνοντας σε μια στατιστική ανάλυση του ζητήματος των αξιώσεων για αποζημιώσεις από το ΕΔΑΔ σχολιάζουν ως ακολούθως: «21.
- The court does not routinely award compensation to successful applicants. Between 1972 and 1981 the court made awards in seven cases and rejected three such claims. Between 1982and 1999 applicants sought non-pecuniary damages in 51 cases where the court held that the judgment alone gave just satisfaction. It has been suggested that these cases share certain general characteristics: the court was very divided on the merits; a large majority of cases concerned individuals who were accused of (or were guilty of) criminal offences; and they often involved procedural errors in civil or administrative hearings. The same pattern continued for 1992 until the new court was established in November
- The court found its judgment sufficient to meet the moral injury caused in 79 of the cases.» Ανατρέξαμε και στην Αγγλική νομολογία. Ο Λόρδος Woolf στην Amufrijeva and another v. Southwark London Borough Counsil
(2004)Q.B. 1124, παρατηρεί τα εξής: «Where an infringement of an individual's human rights has occurred, the concern will usually be to bring the infringement to an end and any question of compensation will be of secondary, if any, importance.» Παρατήρηση που ενισχύθηκε από τον Λόρδο Bingham στην R(Greenfield) v. SSHD
(2005)1 W.L.R. 673: «The expectation therefore is, and has always been, that a member state found to have violated the Convention will act promptly to prevent a repletion of the violation, and in this way the primary object of the Convention is served.» Στη δε Baiai
(2006)EWHC 1035 (Admin.) για αξιώσεις για ηθική βλάβη (non-pecuniary loss) για πρόκληση αγωνίας και άγχους (distress and anxiety), ακολουθήθηκε η στενή προσέγγιση, με τον Δικαστή Silber να τονίζει ότι είναι πολύ ασύνηθες για ένα ενάγοντα να αποζημιωθεί για ηθική βλάβη, μη αποτιμητέα χρηματικά, εκτός αν η προκληθείσα στρεσσογόνος και αγωνιώδης κατάσταση είναι εξαιρετικής σοβαρότητας (distress is of exceptional gravity), όπως ακολουθήθηκε στις Amufrijeva και R(Greenfield) (ανωτέρω): «as damages are not in Lord Bingham's words 'the routine treatment' there will have to be exceptional circumstances before damages can be awarded for violations of Articles 12 and 14. .................................................................................................................................................................................................................... there is an absence of cogent corroborative medical or other evidence showing that any of the claimants suffered from serious or and distress of the intensity required to obtain an award of compensation.» .................................................................................................................................................................................................................... Ιt follows that there is a minimum threshold required to obtain damages for distress and anxiety, the threshold being identified by reference to 'intensity', 'exceptional circumstances' or 'exceptional gravity'. Where psychiatric injury can be proven, damages are more likely to be awarded. Where, however, the distress falls short of that, it will be rare indeed for the court to make an award. ..................................................................................................................................................................................................................» Η πλέον βοηθητική από τις αποφάσεις είναι, κατά τη γνώμη μας, η Van Colle v. Chief Constable of the Hertfordshire Police
(2007)1 W.L.R. 1821, όπου το Δικαστήριο ακολουθώντας την Greenfield (ανωτέρω) κατέληξε πως ο ορθός οδηγός για το ύψος των αποζημιώσεων εναπόκειται στο Στρασβούργο παρά στις Αγγλικές Δικαστικές Αρχές: «it seems to us that there is no clear basis in the Strasbourg decisions for an award to the claimants in their personal capacity, as opposed to an award to the first claimant as personal representative of their son, which is plainly justified. Nevertheless, although on this appeal the defendant contends that the award to the claimants personally was too high, the defendant's notice does not take the point that no award should have been made to them at all, assuming that the court rejects his appeal on liability and causation. In the defendant's skeleton argument, though the point is noted that no Strasbourg award includes compensation for the applicant's own suffering except where the applicant was also a direct victim, this is not put as the basis for a contention that no award at all should be made to the claimants personally, if the judge is upheld on liability and causation. We therefore leave this point for possible future consideration.» Σύμφωνα με το άρθρο 41 της ΕΣΔΑ, §51, εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της, και αν το εσωτερικό Δικαστήριο που εφαρμόζει το εθνικό δίκαιο δεν προνοεί επαρκή θεραπεία παρά μόνο ατελή εξάλειψη των συνεπειών της παραβίασης, το Δικαστήριο χορηγεί, εφόσον είναι αναγκαίο, στον παθόντα δίκαιη αποζημίωση. Η έκταση της δίκαιης αποζημίωσης από το ΕΔΑΔ εξετάζεται και στο σύγγραμμα Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ερμηνεία Κατά Άρθρο (ανωτέρω), §51-58, σ.634-636, υπό τον υπότιτλο 'Η δίκαιη ικανοποίηση': «53. Στην πλειονότητα των καταδικαστικών αποφάσεων το Δικαστήριο επιδικάζει αποζημίωση, συχνότερα για την ηθική βλάβη που ο προσφεύγων υπέστη από τη διαπιστωθείσα παραβίαση, για δε την υλική ζημία καταλογίζεται ποσό στις περιπτώσεις κατά τις οποίες συντρέχει η βασική προϋπόθεση της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ παραβιάσεως και επικαλούμενης βλάβης. Υπάρχουν βεβαίως και οι (μάλλον σπάνιες) περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο κρίνει ότι η διαπίστωση της παραβίασης συνιστά επαρκή δίκαιη ικανοποίηση για τον προσφεύγοντα .» Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων και παρατηρήσεων μας κρίνουμε υπό τας περιστάσεις ότι η περίπτωση δεν ήταν πλέον κατάλληλη για επιδίκαση αποζημιώσεων, τοσούτω δε μάλλον τιμωρητικών». Κατεύθυνα την προσοχή μου σε κάθε παράμετρο που ορίστηκε από τα υπό αναφοράν νομολογιακά προηγούμενα. Οι ενάγοντες - και όχι μονάχα ως εκ της στενής συγγενικής τους σχέσης με το θύμα - έχουν καταδείξει την ύπαρξη ακόμη και ειδικών περιστάσεων που εντάσσουν την περίπτωση σε εκείνες που δίδουν στην υπόθεση υφή πολύ διαφορετική από εκείνες στις οποίες το μόνο που προβάλλεται σε τελική ανάλυση είναι η ύπαρξη τής φυσιολογικής συναισθηματικής φόρτισης που προκαλείται σε συγγενείς θυμάτων και οι οποίοι επιλέγουν να καταχωρίσουν αγωγή για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων (βλ. κατ' αναλογίαν, Cakici v Turkey
(1999)ECHR IV). Διασαφηνίζω. Οι ενάγοντες - διά της μαρτυρίας της ενάγουσας 5 ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος (ΜΕ2) και του ενάγοντα 1 ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος (ΜΕ3) - κατέδειξαν αντικειμενικώς και ικανοποιητικώς (για ό,τι εδώ απασχολεί), τη θλίψη, την απώλεια, το άγχος, τα προβλήματα και την τραγικότητα των όσων προέκυψαν από τον θάνατο του τέκνου και αδελφού τους. Μια παρεμβολή. Το ότι μόνο οι ενάγοντες 1 και 5 έδωσαν μαρτυρία στη δίκη (για θέματα που αφορούν απευθείας και στις αποζημιώσεις), ουδόλως αποστέρησε από το Δικαστήριο την ευχέρεια αξιολόγησης σε ό,τι αφορά στις επιπτώσεις που επήλθαν σε όλους τους εναπομείναντες ενάγοντες (ενάγοντες 2 και 4) - κατά μαρτυρίαν και μη ανατραπέν μαχητό τεκμήριο ως εκ του θανάτου του θύματος (βλ. κατ' αναλογίαν και γενικώς, Ιωάννου και Άλλης ν Kapsis Travel & Trade Ltd (2003 1(Α) ΑΑΔ 52, 56-59, J Edelman (ed), McGregor On Damages, 20η έκδ., 2018, παρ. 50-118 μέχρι 50-124) - με τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγομένου να μην θέτει υπό αμφισβήτησιν κατά την αντεξέταση τις αντιστοιχούσες με τούτα αναφορές της ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος (ΜΕ2) και του ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος (ΜΕ3). Επιστρέφω στην ανάλυση. Στην έκταση που μπορεί να ενδιαφέρει εδώ ως μεταβλητή, υποσημειώνω πως η θέση των εναγόντων πως ο θάνατος του πατέρα και συζύγου τους (πρώην ενάγοντα 3), επήλθε ως εκ του συμβάντος, ή όπως πιο παρασταστικώς το έθεσε η ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος (ΜΕ2) στην κυρίως εξέταση, «.που το μαράζι του πέθανε και ο άντρας μου. Που το μαράζι του που δεν άντεξε. 63 χρονών ήταν», δεν επιρρώθηκε δεόντως ασχέτως εάν δεν αμφισβητήθηκε διά αντεξέτασης. Δεν παρουσιάστηκε επί τούτω αξιόπιστη μαρτυρία πραγματογνώμονα. Τέτοια μαρτυρία σε ένα ιατρικής φύσης ζήτημα συνδεόμενο με παραμέτρους αιτιώδους συνάφειας (αιτίου-αιτιατού) ήταν αναγκαία (βλ. κατ' αναλογίαν, Belay v Ages
(2015)ONSC 2377), αφού το Δικαστήριο δεν μπορεί θεμιτώς να μετατρέπεται σε πραγματογνώμονα και να αποφασίζει με επίκληση δικαστική γνώση που δεν κέκτηται (βλ. κατ' αναλογίαν, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252, 262). Παρά ταύτα - παραμένοντας επί της θεματολογίας - αποτελεί, θα έλεγα, διαπίστωση κοινής ανθρώπινης εμπειρίας, πως ο βίαιος και αναπάντεχος θάνατος αγαπημένων προσώπων, πόσω δε μάλλον τέκνων και αδελφών, δεν είναι χωρίς παρεπόμενα (βλ. κατ' αναλογίαν, ΜΘ ν Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 174, 180-181) και είναι υπό αυτό το πρίσμα που αποτιμήθηκε η περί ης ο λόγος αναφορά τής ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος (ΜΕ2). Έπεται ο υπολογισμός των αποζημιώσεων. Ο υπολογισμός των αποζημιώσεων συγκροτεί συντελούσα λειτουργία του Δικαστηρίου που εκδικάζει πρωτοδίκως την αγωγή (βλ. κατ' αναλογίαν, Ζένιου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ΠΕ 356/12, ημ. 7.11.18). Στην Κυπριακή Δημοκρατία ν Ονουφρίου, ΠΕ 463/12, ημ. 23.11.18, το Εφετείο (διά του Ναθαναήλ, Δ.), τόνισε σχετικώς και τα κατωτέρω: « Οι αποζημιώσεις που υπολογίζονται στις περιπτώσεις παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελούν στην ουσία sui generis αποζημιώσεις. ................................................. Το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη όλα τα δεδομένα και γεγονότα και υπό το φως καθοδήγησης από άλλες υποθέσεις παρομοίας φύσεως να καθορίσει τις αποζημιώσεις τις οποίες το ίδιο θεωρεί εύλογες και δίκαιες υπό τις περιστάσεις. Στο σύγγραμμα των Jacobs, White & Ovey: The European Convention on Human Rights - ανωτέρω -, αναφέρεται ότι η νομολογία που αναπτύχθηκε από το ΕΔΑΔ σε σχέση με τις αποζημιώσεις που αποδίδει κάτω από το Άρθρο 41, έχει υποστεί κριτική λόγω της ασαφούς διατύπωσης καθαρών αρχών ως προς το πότε αποδίδονται τέτοιες αποζημιώσεις και ποιο είναι το μέτρο τους. Το ΕΔΑΔ θα αποδώσει αποζημιώσεις μόνο εάν η απώλεια αποδεικνύεται να προήλθε ως άμεσο αποτέλεσμα της παραβίασης. Στο σύγγραμμα των Harris, O'Boyle & Warbrick: Law of the European Convention on Human Rights - ανωτέρω -, επίσης καταγράφεται στη σελ. 856, ότι η νομολογία του ΕΔΑΔ κάτω από το Άρθρο 41 χαρακτηρίζεται από την έλλειψη και απουσία συστηματικής εφαρμογής σαφών νομικών αρχών όπως αυτές ανευρίσκονται στο δίκαιο των κρατών-μελών της Σύμβασης αναφορικά με τις αποζημιώσεις. Διαπιστώνεται μόνο η παράθεση γενικών αρχών ώστε οι αποζημιώσεις κατά κανόνα να ταξινομούνται στις εξής κατηγορίες: στην απόδοση των εξόδων της δίκης, ποσά για οικονομική απώλεια και ποσά για μη οικονομική απώλεια. Στην τελευταία των κατηγοριών αυτών των λεγόμενων «non-pecuniary damages (or moral damages)», η απόδοση των αποζημιώσεων γίνεται στη βάση μιας δίκαιης αποζημίωσης («equitable compensation») και η απόδοση των αποζημιώσεων περιλαμβάνει τον πόνο, την οδύνη, την αγωνία, το άγχος και την απώλεια ευκαιριών. Το αίσθημα της αδικίας, ο δυσμενής τρόπος επηρεασμού του τρόπου ζωής και η προσωπική δυσχέρεια, αποτελούν επίσης παραδεκτά κεφάλαια αποζημιώσεων. Το τελικό επίμετρο είναι η κατά το δυνατόν αποκατάσταση του θύματος υπό τύπο restitutio in integrum. Το ποσό που θα αποδοθεί θα πρέπει να είναι ανάλογο της σοβαρότητας της παραβίασης και της επίπτωσης της παραβίασης στον προσφεύγοντα. ................................................. Όσον αφορά την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων, οι αποζημιώσεις αυτές ενδείκνυνται σε περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο επιθυμεί να δείξει απέχθεια έναντι στην άδικη συμπεριφορά που υπέστη ο παραπονούμενος. Σκοπός τους είναι η τιμωρία ουσιαστικά του εναγομένου για απαράδεκτες πράξεις και συμπεριφορές έξω από το ορθό και νόμιμο μέτρο, (Παπακόκκινου ν. Κάνθερ
(1982)1 Α.Α.Δ. 65). Στόχος είναι η τιμωρία του αδικοπραγούντος όταν η συμπεριφορά του αφενός καταδεικνύει έντονη αδιαφορία για τα δικαιώματα του άλλου μέρους και αφετέρου στοχεύει στην επίτευξη κέρδους στον ίδιο. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.ά. ν. Αλωνεύτη
(2002)1 Α.Α.Δ. 1863, αποδόθηκαν πρωτοδίκως ΛΚ5.000 υπό τύπο παραδειγματικών αποζημιώσεων οι οποίες μνημονεύθηκαν στην έφεση ως εύλογες υπό τις περιστάσεις όταν η εφεσείουσα εφημερίδα δημοσίευε συνεχώς άρθρα, δυσφημιστικά, όπως αποδείχθηκε εν τέλει, για τον εφεσίβλητο. Άλλες περιπτώσεις απόδοσης παραδειγματικών αποζημιώσεων είναι η επίδειξη δύναμης καταχρηστικά και άνευ ευλόγου και νομίμου αιτίας από αστυνομικά όργανα εναντίον πολίτη, όπως ήταν η περίπτωση στην υπόθεση Κυριάκου Τσίβικου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά., ECLI:CY:AD:2018:A255, Πολ. Έφ. αρ. 350/2011, ημερ. 29.5.2018, όπου το Εφετείο αντιστρέφοντας τη σχετική πρωτόδικη κρίση, επιδίκασε €10.000 ως παραδειγματικές αποζημιώσεις. Όπου επιδικάζονται παραδειγματικές αποζημιώσεις ορθό είναι να διαχωρίζεται το ποσό αυτό από το ποσό που δίνεται για τις γενικές αποζημιώσεις ώστε να φαίνεται ευθέως η κρίση του Δικαστηρίου ως προς το τιμωρητικό του μέτρου, όπως, για παράδειγμα, στις υποθέσεις δυσφήμισης, όπου οι συνήθεις αποζημιώσεις που αποδίδονται δεν θεωρούνται επαρκείς με αποτέλεσμα να πρέπει να δοθούν και παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, (Cassell & Co. Ltd v. Broome
(1972)1 All E.R. 801, Rookes v. Barnard
(1964)A.C. 1129 σελ. 1228 και Ogus: "The Law of Damages" σελ. 38). Όπου δίδονται παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις δεν επιδικάζεται τόκος γιατί στοχεύουν σε διαφορετική κατεύθυνση παρά οι γενικές αποζημιώσεις. Η υπόθεση Harmsworth κ.ά. ν. Salamis Glory κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 1617, η οποία χρησιμοποιήθηκε πρωτοδίκως για την επιδίκαση τόκου επί των παραδειγματικών αποζημιώσεων από την ημερομηνία που ο εφεσίβλητος τέθηκε σε απομόνωση, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης. Η υπόθεση αφορούσε σε συνενωμένες αγωγές για την απόδοση αποζημιώσεων για σωματικές βλάβες τις οποίες οι ενάγοντες είχαν υποστεί ενώ συμμετείχαν σε κρουαζιέρα. ................................................. Στη Γιάλλουρος ν. Νικολάου - ανωτέρω -, διατυπώθηκε η θέση, ιδιαιτέρως από τον Αρτεμίδη, Δ., ως ήταν τότε, ότι ο χαρακτηρισμός των αποζημιώσεων που επιδικάζονται για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αδόκιμα χαρακτηρίζονται ως «παραδειγματικές», «τιμωρητικές» ή «επαυξημένες». Ο μοναδικός σκοπός της αποζημίωσης είναι η αποκατάσταση της ζημιάς που το θύμα υπέστη και η καταδίκη του υπαιτίου σε τιμωρητικές αποζημιώσεις «εκφεύγει των ορίων της αστικής δικαιοδοσίας, που δε λειτουργεί για τον κολασμό των διαδίκων σε αστική υπόθεση». Δεν δικαιολογείται η πρόσδοση επιβαρυντικού ή τιμωρητικού χαρακτήρα στις αποζημιώσεις». Στην Nagmetov v Russia
(2017)ECHR 301, το ΕΔΑΔ επιδίκασε αποζημιώσεις ύψους €50.000 (για παραβίαση του Άρθρου 2 της ΕΣΔΑ), στον πατέρα θύματος παράνομης θανατηφόρας βίας από αστυνομικές αρχές τής χώρας με τη χρήση καπνογόνου χειροβομβίδας ενώ το θύμα συμμετείχε σε διαδήλωση εναντίον κρατικών αξιωματούχων. Στην Karatas and Others v Turkey
(2017)ECHR 776, το ΕΔΑΔ επιδίκασε αποζημιώσεις ύψους €65.000, για παραβίαση του Άρθρου 2 της ΕΣΔΑ, ως εκ του παράνομου θανάτου συγγενή των αιτητών διά της χρήσης υπέρμετρης βίας από στρατιώτες του τουρκικού στρατού (διά πυροβόλου όπλου). Στην Dalakov v Russia
(2016)ECHR 177, σε υπόθεση που αφορούσε στη θανάτωση του θύματος σε κρατική επιχείρηση δυνάμεων ασφαλείας, το ΕΔΑΔ επιδίκασε αποζημιώσεις ύψους €60.000, για την παραβίαση του Άρθρου 2 της ΕΣΔΑ. Στην Estamirov and Others v Russia
(2006)ECHR 860, το ΕΔΑΔ απέδωσε για παράβαση του Άρθρου 2 της ΕΣΔΑ, αποζημιώσεις μεταξύ €35.000-€70.000, για την απώλεια πολλών μελών της οικογένειας των αιτητών που σκοτώθηκαν από τη χρήση παράνομης βίας από στρατεύματα της χώρας. Στην αξιολόγηση των ως άνω αποφάσεων διαφοροποίησα το σκεπτικό και γεγονότα τους από τα ενεστώτα, συνυπολογίζοντας ανάμεσα σε άλλα το αν το ποσό των αποζημιώσεων αφορούσε και στην αποτυχία αποτελεσματικής διερεύνησης από μέρους του Κράτους (κάτι που δεν υφίσταται εδώ), τα γεγονότα που συναπάρτισαν τα περιστατικά, περιλαμβανομένου τού αριθμού των θυμάτων, επιβαρυντικών στοιχείων και την απόδοση επαυξημένων ή τιμωρητικών αποζημιώσεων. Δεν αναδύεται εν προκειμένω από τη μαρτυρία οποιαδήποτε έντονη αδιαφορία για τα δικαιώματα του θύματος, ή αλαζονεία, θρασύτητα και άλλα αθέμιτα ελατήρια εκ πλευράς Κυπριακής Δημοκρατίας που να δικαιολογούν την επιδίκαση (ως η αξίωση 3 στην Έκθεση Απαίτησης), «. αυξημένων και/ή τιμωρητικών αποζημιώσεων.» (βλ. κατ' αναλογίαν, Κυπριακή Δημοκρατία ν Ονουφρίου, ΠΕ 463/12, ημ. 23.11.18, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Πάλμα και Άλλων, ΠΕ 44/13, ημ. 19.11.15). Με τα ως άνω κατά νουν και ζυγιάζοντας πρεπόντως τα γεγονότα της υπόθεσης, τη συμπεριφορά του θύματος, τη συμπεριφορά του εναγομένου, την ανησυχία, τη θλίψη, την αγωνία, τα αισθήματα αδικίας, τον πόνο, τα προβλήματα και την οδύνη του καθενός ενάγοντα για τον θάνατο του θύματος, όπως και κάθε άλλο αποδεκτό κριτήριο αποζημίωσης από τη μαρτυρία που έγινε δεκτή (βλ. κατ' αναλογίαν, Faulkner v Secretary of State for Justice and Another
(2013)UKSC 23, Dudgeon v The United Kingdom
(1983)5 EHRR 573), αποδίδω σε έναν έκαστον των εναγόντων ποσό €35.000, ως δίκαιη αποζημίωση για παραβίαση τού αναλυθέντος συνταγματικού και ανθρώπινου δικαιώματος κατά τα προβλεπόμενα στο Άρθρο 2 της ΕΣΔΑ και στο Άρθρο 7 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κατ' επέκτασιν, το ολικό ποσό που επιδικάζεται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου αθροίζεται σε €140.000. Εν κατακλείδι. Εκδίδεται απόφαση υπέρ ενός εκάστου των εναγόντων 1, 2, 4 και 5 και εναντίον του εναγομένου, για ποσό €35.000 (συνολικώς €140.000), πλέον νόμιμο τόκο για μεν τον ενάγοντα 1, από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής (3.1.13), για δε τους ενάγοντες 2, 4 και 5, από την ημερομηνία καταχώρισης της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης, ως εκ της προσθήκης τους ως εναγόντων στην αγωγή (18.9.15). Τα έξοδα και ο ΦΠΑ, εάν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου (στην κλίμακα που εμπίπτει πλέον η αγωγή βάσει του ποσού της απόφασης), ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο