← Κύπρος

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΛΟΪΖΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1095/14, 31/12/2018

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΛΟΪΖΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1095/14, 31/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A635 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1095/14 Μεταξύ:

  1. ΧΧΧΧΧ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
  2. ΧΧΧΧΧ ΣΑΒΒΑ Εναγουσών και ΧΧΧΧΧ ΛΟΪΖΟΥ Εναγομένης --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31 Δεκεμβρίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τις Ενάγουσες: Ο κ. Φ. Χατζηχάννας, για Χατζηχάννας & ΣΙΑ ΔΕΠΕ (ΔΘ189). Για την Εναγόμενη: Οι κ.κ Χ. Βελάρης και Ι. Θεοδοσίου, για Βελάρης & Βελάρης ΔΕΠΕ (ΔΘ2). ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγουσες αξιώνουν από την εναγομένη (κατά τα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο 15 της Έκθεσης Απαίτησης): « (Α) Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη όπως αυτή και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή οι υπηρέτες της παύσουν να επεμβαίνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο και/ή άρουν την παράνομη επέμβαση τους στο ακίνητο των Εναγουσών με στοιχεία Αρ. εγγραφής 2/1ΧΧ6, τεμάχιο 6Χ6, Φ/Σχ.21/53Ε1, Τμήμα
  4. (B) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την Εναγόμενη και/ή τους υπηρέτες της όπως αφαιρέσουν τα οποιαδήποτε κτίσματα και/ή εξοπλισμό και/ή αντικείμενα τα οποία παράνομα τοποθέτησαν εντός του πιο πάνω ακινήτου των Εναγουσών και αποκαταστήσουν τον τοίχο που όριζε τα σύνορα του πιο πάνω τεμαχίου των Εναγουσών και ο οποίος έχει καταστραφεί και/ή μετακινηθεί από την Εναγόμενη και/η τους αντιπροσώπους και/η υπηρέτες. (Γ) Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου που να διατάζει την επαναφορά του πιο πάνω ακινήτου των Εναγουσών στην αρχική του φυσική κατάσταση. (Δ) Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου που να διατάζει την Ενάγουσα (sic) όπως συμμορφωθεί με την απόφαση του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου ημερομηνίας 01/08/2012 και άρει την παράνομη επέμβαση της στο πιο πάνω ακίνητο των Εναγουσών. (Ε) Διάταγμα και/η Απόφαση του Δικαστηρίου για άρση της παράνομης επέμβασης και/ή οχληρίας από την Εναγομένη στο πιο πάνω ακίνητο των Εναγουσών και παρεμπόδιση επανάληψης της στο μέλλον. (ΣΤ) Αποζημιώσεις ύψους €1.350.000,00 για τις ζημίες που υπέστησαν οι Ενάγουσες ως αποτέλεσμα της παράνομης επέμβασης της Εναγόμενης στο πιο πάνω ακίνητο τους και/ή για διαφυγόντα κέρδη και/ή αποζημιώσεις λόγω του ότι δεν μπορούσαν να εκμεταλλευτούν και/ή διαθέσουν το ακίνητο τους και/ή αποζημιώσεις για απώλεια εσόδων τις οποίες υπέστησαν οι Ενάγουσες εξαιτίας της παραμονής επέμβασης στο πιο πάνω ακίνητο τους. (Ζ) Διαζευκτικά προς την θεραπεία (ΣΤ) ανωτέρω, το ποσό των €3.033,00 το οποίο ισοδυναμεί με την ενοικιαστική αξία τής επηρεαζόμενης από την παράνομη επέμβαση έκτασης από 20/05/2013 μέχρι 25/02/2014, πλέον το ποσό των €337,00 μηνιαίως ως ενοίκιο από 25/02/2014 μέχρι και την άρση της παράνομης επέμβασης. (Η) Γενικές και/ή τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές και/ή άλλου είδους αποζημιώσεις εναντίον της Εναγόμενης. .................................................». Οι ενάγουσες μείωσαν την αξίωση τους στην παράγραφο 15(ΣΤ) της Έκθεσης Απαίτησης στο στάδιο των αγορεύσεων σε €605.000,
  5. Είναι εκδοχή των εναγουσών πως - διά δωρεάς ημερομηνίας 20.5.13 από τον ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1) - τούτες είναι οι ιδιοκτήτριες ακινήτου με Αριθμό Εγγραφής 2/1ΧΧ6, Τεμάχιο 6Χ6, Φ/Σχ. 21/53Ε1, Τμήμα 2, στον Δήμο Έγκωμης (Λευκωσία), ως τα Τεκμήρια Α1 και Α2 («το ακίνητο»). Το ακίνητο είχε αγοραστεί από τον ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1), πατέρα της ενάγουσας 1 και παππού της ενάγουσας 2 τον Απρίλιο 2009 (βλ. Τεκμήριο Α4) από κάποιον ΧΧΧΧΧ Καλαθιά («ο γιος Καλαθιάς»), ο οποίος το είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του («ο πατέρας Καλαθιάς»). Η συμφωνία αγοράς του ακινήτου μεταξύ ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1) και γιου Καλαθιά προέβλεπε ότι το ακίνητο θα ήταν συνολικού εμβαδού 909 τετραγωνικών μέτρων και έτσι είναι που απογράφηκε επισήμως το εμβαδόν του ακινήτου στον τίτλο ιδιοκτησίας (βλ. Τεκμήριο Α4). Ο ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1), όταν αποφάσισε να πουλήσει το ακίνητο, ανακάλυψε πως η εναγομένη, η οποία είναι η ιδιοκτήτρια του όμορου (με το ακίνητο) τεμαχίου με Αριθμό Εγγραφής 2/1ΧΧ5, Τεμάχιο 6Χ5, Φ/Σχ. 21/53Ε1, Τμήμα 2, στον Δήμο Έγκωμης (Λευκωσία), ως το Τεκμήριο Α3 («το τεμάχιο»), είχε παραβιάσει τα σύνορα μεταξύ των δύο ακινήτων και προχώρησε σε έργα εντός του ακινήτου, με παρεπόμενο να επεμβαίνει έκτοτε παρανόμως σε λωρίδα γης 92 τετραγωνικών μέτρων εντός του ακινήτου («η επίδικη λωρίδα»). Είναι ακριβώς για αυτό το λόγο που οι ενάγουσες καταχώρισαν την αγωγή επιζητούσες τις αιτούμενες θεραπείες, ιδιαίτερα μετά την άρνηση της εναγομένης να συμμορφωθεί με το αίτημα τους για άρση της παράνομης επέμβασης ως αυτό διατυπώθηκε σε επιστολή των δικηγόρων τους προς την εναγομένη στις 20.12.13 (βλ. Τεκμήριο Β6) και αφού είχε προηγηθεί τής επιστολής, επιτόπια εξέταση από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για επίλυση της συνοριακής διαφοράς και κατ' ακολουθίαν απόφαση τού Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 1.8.12 (βλ. Τεκμήριο Β2) - η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά από απόσυρση (στις 24.10.13 ως το Τεκμήριο Β5) της έφεσης 1615/12 που είχε καταχωρίσει επί τούτω η εναγομένη στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 3.9.11 (βλ. Τεκμήριο Β3) και αφού ο ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1) είχε υποβάλει σχετική ένσταση στις 27.11.12 (βλ. Τεκμήριο Β4) - συμφώνως της οποίας η επίδικη λωρίδα απαρτίζει μέρος του ακινήτου («η απόφαση του Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας»). Είναι η θέση της εναγομένης πως περί τον Δεκέμβριο 1984, ο πατέρας της είχε αγοράσει το τεμάχιο από την Ιερά Μονή Κύκκου. Το τεμάχιο αγοράστηκε για την εναγομένη και προοριζόταν για ανέγερση της οικίας της ενόψει του επικείμενου τότε γάμου της. Το τεμάχιο ανήκε στον πατέρα Καλαθιά, ο οποίος το είχε επίσης αποκτήσει από την Ιερά Μονή Κύκκου. Λόγω τού ότι η εναγομένη είχε στο μεταξύ παντρευτεί και αποκτήσει παιδί, εξασφάλισε τις απαιτούμενες άδειες με την άδεια της Ιεράς Μονής Κύκκου και ξεκίνησε οικοδομικές εργασίες πριν από την έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας του τεμαχίου. Σε μεταγενέστερο χρόνο και ενώ είχε δρομολογηθεί η ανέγερση της οικίας, η εναγομένη ανακάλυψε πως από καλόπιστο λάθος το τεμάχιο ήταν μικρότερο από εκείνο που είχε αγοραστεί επί χάρτου. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ της εναγομένης, της Ιεράς Μονής Κύκκου και του πατέρα Καλαθιά και τελικώς συμφωνήθηκε όπως η εναγομένη πληρώσει ΛΚ6.000 (€10.251,61), προς πλήρη αποζημίωση του πατέρα Καλαθιά για την επίδικη λωρίδα. Κατ' εφαρμογήν της συμφωνίας τούτης και γύρω στις 30.6.92, η εναγομένη πλήρωσε προς την Ιερά Μονή Κύκκου ποσό ΛΚ8.625 (€14.736,69), το οποίο πιστώθηκε στο υπόλοιπο που όφειλε ο πατέρας Καλαθιάς προς την Ιερά Μονή Κύκκου. Το ποσό αυτό αντιστοιχούσε στο συμφωνηθέν τίμημα των ΛΚ6.000 (€10.251,61), συν οι τόκοι που συσσωρεύτηκαν. Περαίνει η εναγομένη ότι ο πατέρας Καλαθιάς και οποιοσδήποτε διάδοχος του ή το όποιο πρόσωπο έλκει από αυτόν δικαίωμα (συμπεριλαμβανομένων των εναγουσών), κωλύεται από το να προβάλλει αξιώσεις για το τεμάχιο και την επίδικη λωρίδα και έτσι η αγωγή δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Στη δίκη δηλώθηκαν ως παραδεκτά και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο σειρά γεγονότων για συνιστώσες των επίδικων θεμάτων. Ενέταξα και ανέλυσα όλα ανεξαιρέτως τα παραδεκτά γεγονότα στο σύνολο τού μαρτυρικού υλικού θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας

(1999)2 ΑΑΔ 498, 501) και ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιον μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640). Για στοιχειοθέτηση της αξίωσης, οι ενάγουσες παρουσίασαν τη μαρτυρία των ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1), ΧΧΧΧΧ Παπαδόπουλου (ΜΕ2) και ΧΧΧΧΧ Αθηνοδώρου (ΜΕ3), ενώ η εναγόμενη τη μαρτυρία των ΧΧΧΧΧ Λοΐζου (ΜΥ1), ΧΧΧΧΧ Παύλου (ΜΥ2) και ΧΧΧΧΧ Στεφάνου (ΜΥ3). Οι αποδεκτές αναφορές των ως άνω μαρτύρων (και τα περικλειόμενα στα τεκμήρια) αξιολογήθηκαν πλήρως, ανεξαρτήτως αν δεν εκφράζονται ρητώς στο παρόν σκεπτικό (βλ. κατ' αναλογίαν, Al Watani και Άλλων v Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1924, 1936-1937), μη χρειαζούμενης τής καταγραφής και επανάληψης τους εκτός μιας περίληψης, πρωτίστως για πρακτικούς λόγους (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Ό,τι καθηκόντως επράχθη είναι ο προσδιορισμός των επιδίκων υπό το φως της δικογραφίας, η συνάρθρωση τους με τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας και η κατάληξη σε ευρήματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεοντίου ν Καραγιώργη, ΠΕ 189/12, ημ. 12.7.18, Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd v Παύλου και Άλλου, ΠΕ 240/10, ημ. 20.12.17, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15, ημ. 4.7.17, Λάρκου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1399, 1406). Οι περικοπές που παρατίθενται μεταφέρθηκαν αυτούσιες από τα πρακτικά, τις γραπτές αγορεύσεις και τη δικογραφία. Όσα τεκμήρια κατατέθηκαν για αναγνώριση και δεν μετατράπηκαν σε κανονικά τεκμήρια αγνοήθηκαν ως μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Κυπριακή Δημοκρατία ν EPCO Cyprus Ltd και Άλλων
(2007)1(Β) ΑΑΔ 883, 889-890, Δήμος Λευκωσίας ν ELK Trading Ltd
(2003)2 AAΔ 120, 122). Συνοψίζω τη μαρτυρία των μαρτύρων. Ο ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1), ως πατέρας και παππούς των εναγουσών, εξήγησε τα όσα οδήγησαν στην αγορά του ακινήτου τον Απρίλιο 2009 και όσα επακολούθησαν αυτού. Ο ΧΧΧΧΧ Παπαδόπουλος (ΜΕ2), έδωσε μαρτυρία για το ενδιαφέρον που επέδειξε για αγορά του ακινήτου και τη συμφωνία του προς τούτο με τον ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1) το
  1. Ο ΧΧΧΧΧ Αθηνοδώρου (ΜΕ3), ως εγγεγραμμένος εκτιμητής ακινήτων ανέλυσε το αγοραίο ενοίκιο του ακινήτου και της επίδικης λωρίδας, ως το Τεκμήριο
  2. Ο ΧΧΧΧΧ Λοΐζου (ΜΥ1), ως σύζυγος της εναγομένης παρέθεσε το ιστορικό των επίδικων αγοραπωλησιών. Ο ΧΧΧΧΧ Παύλου (ΜΥ2), ως υπεύθυνος λογιστηρίου στην Ιερά Μονή Κύκκου παρουσίασε μαρτυρία για καταστάσεις λογαριασμού της εναγομένης και του πατέρα Καλαθιά και για περιστατικά που αφορούν στις απασχολούσες συναλλαγές. Ο ΧΧΧΧΧ Στεφάνου (ΜΥ3), ως εκτιμητής ακινήτων διασαφήνισε έκθεση εκτίμησης που συνέταξε για τα υπό ανάλυσιν ακίνητα, ως το Τεκμήριο
  3. Στις αγορεύσεις οι δικηγόροι επιχειρηματολόγησαν πως η μαρτυρία (και οι εφαρμοζόμενες νομικές αρχές), πρέπει να απολήξουν σε αποδοχή των αντίστοιχων θέσεων τους. Διεξήλθα τη γραπτή και προφορική μαρτυρία. Το ίδιο και τις αγορεύσεις. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Έθεσα ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και το κύρος της γνώσης των μαρτύρων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν για να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους και τις όποιες υπερβολές ή σημαντικές ανακολουθίες και αντιφάσεις σε αυτές (σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις), τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρη αξία στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους διαγωγής, μια και κάτι τέτοιο ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), εφόσον δεν είναι σπάνιο, κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να αντανακλούν μια ολοσχερώς διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών και όχι κατ' ανάγκην από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Ήμουν πάρα πολύ προσεκτικός και τελούσα σε διαρκή εγρήγορση ώστε σταθμίζοντας τη μαρτυρία να μην συμπλέξω απαραδέκτως την αξιοπιστία με το εφαρμοζόμενο βάρος και επίπεδο απόδειξης (βλ. κατ' αναλογίαν, Αθανασίου και Άλλου ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, 636-642). Για τους πραγματογνώμονες μάρτυρες δεν θεώρησα τον τρόπο τους στο εδώλιο τόσον σημαντική όσον των άλλων μαρτύρων και τούτο από υποδείξεις της νομολογίας επί του θέματος (βλ. κατ' αναλογίαν, Genzyme Corporation v Kayat Trading Limited, ΠΕ 199/14, ημ. 25.5.18, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 62-65), χωρίς να σημαίνει πως αξιολόγησα τη μαρτυρία των ειδικών αυτών με γνώμονα άλλο από τις καθιερωμένες αρχές, ή ότι τους αντιμετώπισα κατά αλλιώτικο τρόπο από τους υπόλοιπους μάρτυρες μια και κάτι τέτοιο θα ήταν ως αρχή κατακριτέο (βλ. κατ' αναλογίαν, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298, 2309-2310, Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, 119). Αναμφιβόλως η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα με την οποία οι μάρτυρες που κατέθεσαν ως πραγματογνώμονες αισθάνθηκαν το έργο τους, συνέθεσε στοιχείο αξιολόγησης τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Μιτσιγιώργη και Άλλος ν Αδελφών Γαλάζη (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1811, 1814). Αποτιμώντας τη μαρτυρία δεν περιορίστηκα στην ατομική εκτίμηση τής αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. κατ' αναλογίαν, Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά συσχέτισα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης (βλ. κατ' αναλογίαν, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση για την ανθρώπινη προσωπικότητα, γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη πάντοτε), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, Καραολή ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 418/11, ημ. 15.2.18, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609 - με αυτό να εφαρμόζεται οριζοντίως στα εδώ ισχύοντα - πραγματεύθηκα την κάθε παράλειψη αντεξέτασης (που δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς ή και διόλου), ως δηλωτική αλληλοαναίρεσης στην προώθηση των θέσεων τού αντεξετάζοντος, ή και ως αποδυναμωτική τούτων (ή και ως παραδοχή), ζυγιάζοντας την παράβλεψη αναλόγως της σοβαρότητας της, με το απόσταγμα της διεργασίας να αντανακλάται στα δικαστικά ευρήματα και συμπεράσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Περσιάνη ν Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 194/12, ημ. 20.3.18, Στέλιος Σάββα και Υιοί Λτδ ν Medcon Constructions Limited, ΠΕ 53/13, ημ. 20.3.18, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298). Ως θα αναλύσω εκτενέστερα, όλοι οι μάρτυρες που κατέθεσαν στη δίκη - εξαιρουμένων των ΧΧΧΧΧ Λοΐζου (ΜΥ1) και ΧΧΧΧΧ Στεφάνου (ΜΥ3) - μου δημιούργησαν καλή εντύπωση καθότι ήσαν κατά κανόναν σταθεροί και συνεπείς στη μαρτυρία τους. Οι ΧΧΧΧΧ Αθηνοδώρου (ΜΕ3) και ΧΧΧΧΧ Στεφάνου (ΜΥ3), έδωσαν τη μαρτυρία τους ως πραγματογνώμονες για πλείστα όσα θέματα ενέπιπταν εντός της ειδικότητας τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Σάββα ν Α/φοί Κουρίδη Λτδ, ΠΕ 74/12, ημ. 26.2.18, Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 162/14, ημ. 2.5.17, Αντωνίου ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 766, 785-787). Ακολουθεί η εις βάθος αιτιολόγηση τής αξιοπιστίας των μαρτύρων. Ο ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1), ήταν σταθερός και ειλικρινής στη μαρτυρία του τόσον σε σχέση με την αγοραπωλησία του ακινήτου (το 2009), όσον και για τη συμφωνία του με τον ΧΧΧΧΧ Παπαδόπουλο (ΜΕ2) για πώληση του ακινήτου προς αυτόν (το 2011). Ο μάρτυς αντεξετάστηκε επισταμένως - και με πολλή ευγένεια θα πρέπει να πω από τον κ. Βελάρη - ιδιαίτερα για μια ανάληψη ύψους €4.000 (Τεκμήριο 14) στις 16.8.11, με τα έγγραφα που τη συνοδεύουν να είναι μέρος της αποκάλυψης εγγράφων των εναγόντων (δυνάμει σχετικού δικαστικού διατάγματος στην προδικασία). Ήταν θέση της εναγομένης κατά την αντεξέταση ότι το ποσό των €4.000 (Τεκμήριο 14), είχε δοθεί ως αντάλλαγμα από τον ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1) προς τον ΧΧΧΧΧ Παπαδόπουλο (ΜΕ2) «.για να σας κάνει αυτήν την εξυπηρέτηση, να σας δώσει τα λεφτά και να τα πάρει πίσω, ήταν 4 χιλιάδες ευρώ σε μετρητά», αφήνοντας να νοηθεί πως η συμφωνία (Τεκμήριο 12) ήταν εικονική. Ωστόσο, ο μάρτυς έδωσε πειστικές εξηγήσεις για το ότι η αποκάλυψη τού εγγράφου αυτού οφειλόταν σε λάθος και πως η ανάληψη μετρητών αφορούσε σε χρηματικές ανάγκες που είχε κατά τους κρίσιμους χρόνους (16.8.11). Το ότι η ημερομηνία ανάληψης συμπίπτει ημερολογιακώς με την ημερομηνία της συμφωνίας (Τεκμήριο 12) - μολονότι μη παραγνωρίσιμη - δεν επιστρατεύτηκε δεόντως κατά την αντεξέταση για να αναδείξει μεταβλητές (ή άλλα στοιχεία και ενδείξεις) που να δεικνύουν προς ψεύδος, ανειλικρίνεια, ανακολουθία, αντιφατικότητα ή προς οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να μιάνει τον μάρτυρα ως αναξιόπιστο. Παρεμπιπτόντως και για ό,τι αξίζει τώρα - αφού τούτο εντάσσεται περισσότερο στην αξιολόγηση εκδοχών παρά στην αξιοπιστία μαρτυρίας, κάτι το ανεπίτρεπτο ως προλέχθηκε - ο ΧΧΧΧΧ Παπαδόπουλος (ΜΕ2) δεν αντεξετάστηκε συγκεκριμενοποιημένα περί τούτου, παρά μόνο έτυχε μιας πλατύτερης υποβολής από τον δικηγόρο της εναγομένης πως «.όλη αυτή η ιστορία που μας είπατε με τη συμφωνία και τη μετάνοια σας μετά έγινε σε συνεννόηση με τον κύριο Κωνσταντίνου για να δημιουργηθεί ζημιά του για να προωθηθεί αυτή η υπόθεση», με τον μάρτυρα να την αμφισβητεί σφοδρώς (και με πειστικότητα). Δέχομαι τη μαρτυρία του ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1). Ο ΧΧΧΧΧ Παπαδόπουλος (ΜΕ2), δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση και όσα είπε ήσαν ορθολογικά και ενταγμένα εντός των εμπειριών και της κοινωνικής και οικονομικής του ευμάρειας - που δεν αντικρούστηκαν - και τα οποία, αν και θα μπορούσαν να διαπλάσουν κάποια επιφύλαξη σε όσα έλεγε, δεν χρησιμοποιήθηκαν εναντίον του επιτυχώς ώστε να πλήξουν την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Δέχομαι τη μαρτυρία του ΧΧΧΧΧ Παπαδόπουλου (ΜΕ2). Ο ΧΧΧΧΧ Αθηνοδώρου (ΜΕ3), κατέθεσε κατά τρόπο συνάδοντα με τα καθήκοντα του ως πραγματογνώμονα. Η μαρτυρία του ήταν αδιάθλαστη. Τίποτε από όσα προώθησε ο συνήγορος της εναγομένης θα μπορούσε να σταχυολογηθεί σε εκείνες που αφίστανται της αλήθειας και της ευθύνης του μάρτυρα προς το Δικαστήριο ως ειδικού. Το ότι ο μάρτυς δεν θυμόταν κατά την αντεξέταση την πέμπτη από τις ακολουθούμενες μεθόδους εκτίμησης, δεν συναποτελεί σοβαρό ψήγμα στην ικανότητα και υπόληψη του ως εκτιμητή αφού το γεγονός ήταν περιθωριακής σημασίας, όπως ούτε και το ότι ο μάρτυς έλαβε υπόψιν δύο μονάχα συγκριτικά κατά την εκτίμηση του μ' όλο που, ως είπε, εάν συστάθμιζε πέντε συγκριτικές πωλήσεις αυτό θα ήταν «.ένα ιδανικό σενάριο για οικιστικό οικόπεδο στη Λευκωσία, σε κεντρική περιοχή.» και τούτο γιατί ο μάρτυς παρέθεσε καλή και μεστή αιτιολογία για την επιλογή του η οποία απτόταν τού ότι οι δύο συγκριτικές πωλήσεις που επιστράτευσε ήσαν οι μόνες ορθές και αρκούσες κατά τη γνώμη και εμπειρία του. Δέχομαι τη μαρτυρία του ΧΧΧΧΧ Αθηνοδώρου (ΜΕ3) και στην πλήρη της μορφή την Έκθεση Εκτίμησης του (Τεκμήριο 15). Ο ΧΧΧΧΧ Λοΐζου (ΜΥ1), δεν μου δημιούργησε την καλυτέρα των εντυπώσεων ως μάρτυς - όχι γιατί ήταν αναληθής ή παραπλανητικός (κάθε άλλο) - αλλά διότι ενώ κατέθετε για ζητήματα που δεν είχε πρωτογενή γνώση, παρουσιαζόταν (ενίοτε) απόλυτος ως προς την αλήθεια που τούτα εξέφραζαν (κυρίως στα των διαπραγματεύσεων για την αγορά του τεμαχίου). Αποτέλεσμα αυτού, ήταν πως όταν καλούνταν ο μάρτυς να υποστηρίξει τις θέσεις του, κατέφευγε σε αοριστίες και αιτιολογίες περί έλλειψης μνήμης ή και άλλες δυσκολίες ανάκλησης λεπτομερειών και γεγονότων. Κάτι τέτοιο έγινε επί παραδείγματι για την επικοινωνία, που όπως είπε, είχε ο ίδιος με τον πατέρα Καλαθιά το 1992 σε κάποια συνάντηση στο Μετόχι της Ιεράς Μονής Κύκκου, ή για το τίμημα πώλησης στο Πωλητήριον Έγγραφον (Τεκμήριο 17) και για το αν τούτο εξοφλήθηκε εν τέλει κατά τα εκεί φαινόμενα ως συμφωνηθέντα ή όχι, με τον μάρτυρα να απαντά, μάλλον ανελαστικώς, κατά την κυρίως εξέταση και περί των όρων και εξοφλητικών ενεργειών σε σχέση προς την όλη συναλλαγή, για να παραδεχθεί αργότερα κατά την αντεξέταση ότι δεν μπορούσε να είναι σίγουρος για τούτα, δείχνοντας κατά την εκφορά της μαρτυρίας του μια αξιοσημείωτη αβεβαιότητα που όσον και αν θα μπορούσε να γίνει κατανοητή σε κάποιο βαθμό - και γίνεται - ως εκ της παρέλευσης πολλού χρόνου από τα διαδραματισθέντα, δεν παύει από το να αναδύει (και ανέδειξε τωόντι) ένα έκδηλο ενδοιασμό του μάρτυρα περί των ζητημάτων αυτών που αφήνει σκιές ως προς τα όσα επιχείρησε να εξεικονίσει ως δεδομένα. Είναι σημαντικό να καταστεί εναργής ο λεπτός διαχωρισμός μεταξύ αξιολογικής και αποδεικτικής πραγμάτευσης στα ειπωμένα τού μάρτυρα. Ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή η πρώτη προσέγγιση και όχι η δεύτερη. Περί μαρτυριακής αξιοπιστίας προς το παρόν ο λόγος και όχι περί αποδεικτικής βαρύτητας. Ο μάρτυς αμφιταλαντευόταν σε σημαίνουσες πτυχές των λεχθέντων του. Τούτο, ποσώς επικούρησε στη δυναμική που αντανάκλασε ως μάρτυς. Εκτός αυτού, ο μάρτυς ήταν και κατά βάσιν γενικευτικός και αόριστος στις αναφορές του για το αν ο πεθερός του (ΧΧΧΧΧ Θεοδοσίου, 87 ετών ως είπε ο μάρτυς και ο οποίος θα προσδιορίζεται από τούδε ως «ο πεθερός»), μπορούσε να δώσει (πρωτογενή και πρωτότυπη) μαρτυρία επί των επίδικων θεμάτων, αναφέροντας κατά την κυρίως εξέταση ότι κάτι τέτοιο θα ήταν πάρα πολύ δύσκολο λόγω προβλημάτων νεφρικής ανεπάρκειας που αντιμετωπίζει και της συνακόλουθης ανάγκης του για «.περιτοναϊκές πλύσεις αιμοκάθαρσης 4 με 5 φορές τη μέρα στο σπίτι.. Βγαίνει από το σπίτι για ιατρικούς λόγους μόνο κάθε 2 3 μήνες». Αντεξεταζόμενος - και το έθιξε αυτό ευστόχως ο κ. Χατζηχάννας - ο μάρτυς παραδέχθηκε πως εκτός από την περίοδο αιμοκάθαρσης (οπόταν και ο πεθερός επηρεάζεται και δεν έχει καθαρό μυαλό), τον υπόλοιπο χρόνο τούτος είναι διαυγής, αποδυναμώνοντας με αυτά (ο μάρτυς) τα όσα είχε πει για τη μεγάλη δυσκολία κατάθεσης τού πεθερού στο Δικαστήριο, αφήνοντας ανεξήγητο ο ΧΧΧΧΧ Λοΐζου (ΜΥ1), για ποιο λόγο, ενώ μπορεί ο πεθερός να εξέρχεται της οικίας του κάθε 2-3 μήνες, να μην μπορεί να προσέλθει για σκοπούς μαρτυρίας στο Δικαστήριο ή να δώσει την όποια μαρτυρία μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης (ως υπεμνήσθη δικονομικώς από το Δικαστήριο εγερθέντος τού ζητήματος). Αυτή η πτυχή της μαρτυρίας του ΧΧΧΧΧ Λοΐζου (ΜΥ1), αποτιμήσιμη ως είναι κατά τις προβλέψεις του άρθρου 27 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9 (για το αν είναι η καλύτερη δυνατή ή όχι), αναδύει εντούτοις (για ό,τι επί του παρόντος ενδιαφέρει) διάθεση από μέρους του μάρτυρα να απομακρύνει προστατευτικώς τον πεθερό από οτιδήποτε θα μπορούσε να αποβεί σχετικό ή καίριο για την εκδοχή των εναγουσών. Απορρίπτω τη μαρτυρία του ΧΧΧΧΧ Λοΐζου (ΜΥ1). Ο ΧΧΧΧΧ Παύλου (ΜΥ2), μίλησε για όσα μπορούσε συμβουλευόμενος αρχεία και βιβλία της Ιεράς Μονής Κύκκου. Δεν είχε προφανώς άμεση γνώση κρίσιμων για την επίμαχη διαφορά συμβάντων, με αποτέλεσμα να απαντά μερικές φορές κατ' εικασίαν σε υποβληθέντα ερωτήματα (στοχεύοντας όμως διαρκώς να βοηθήσει στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης παρά στο αντίθετο). Δέχομαι τη μαρτυρία του ΧΧΧΧΧ Παύλου (ΜΥ2), υπό τις αιρέσεις που προαναφέρθηκαν. Ο ΧΧΧΧΧ Στεφάνου (ΜΥ3), μ' όλο που ήταν ειλικρινής δεν κατόρθωσε να υποβοηθήσει το Δικαστήριο να εξαγάγει συμπεράσματα καθαπτόμενα, ανάμεσα σε άλλα, στην ενοικιαστική αξία της αφορούσας ακίνητης περιουσίας. Ο μάρτυς απέτυχε να διαχωρίσει με καθαρότητα και να δώσει προς τούτο επαρκή εξήγηση (σε σχετική αντεξεταστική υποβολή), για τον συσχετισμό αγοραίας και ενοικιαστικής αξίας ακινήτων, συμπλέκοντας στην προσπάθεια του μνείες για συγκριτικές ενοικιάσεις «.τις οποίες πληροφορηθήκαμε κατά τη διάρκεια ετοιμασίας της εκτίμησης», που εξέλαβε ως δεδομένες ως προς το τι αναπαριστούν, δίχως ο ίδιος να υπολογίσει την αξία των ακινήτων, χώρια από το ότι τα συγκριτικά αυτά δεν αφορούν σε περιπτώσεις μακροχρόνιας χρήσης όπως η παρούσα. Ο μάρτυς παραδέχθηκε πως για μακρόχρονες μισθώσεις θα ήταν λογικότερο να εφαρμοζόταν ψηλότερο ποσοστό απόδοσης από το 2% που υιοθέτησε ενώ δεν φαίνεται να συνυπολόγισε τη δημοτικότητα τής περιοχής στην οποία βρίσκονται τα ακίνητα, ή (με τα κριτήρια του) και παρακείμενο κτήριο της FBME που φέρεται να ενοικιάστηκε από την Ιερά Μονή Κύκκου και το οποίο απέχει μερικές εκατοντάδες μέτρα από το ακίνητο και το τεμάχιο. Ο μάρτυς δεν ήταν προσέτι ακριβής στον προσδιορισμό των τιμών και αξιών στις οποίες αναφερόταν, προβαίνοντας σε κάπως γενικές και κατά προσέγγιση αναφορές όπως για το ότι η ελάχιστη μείωση αξιών μετά τον Μάρτιο 2013 «.ήταν γύρω στα 15%» (η υπογράμμιση του Δικαστηρίου), με όμοιας φύσης εκφράσεις να παρατηρούνται διάσπαρτες στην Έκθεση Εκτίμησης του (βλ. Τεκμήριο 25) και στην προφορική του μαρτυρία. Το ότι ο δικηγόρος των εναγουσών αποδέχθηκε μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα ως ευσταθές υπό την έννοια πως (ως κατέγραψε στη γραπτή του αγόρευση) «.είναι παραδεκτό από την Εναγόμενη ότι η αξία του ακινήτου μειώθηκε κατά τουλάχιστον 15% από την ημερομηνία που οι Ενάγουσες το έλαβαν δυνάμει δωρεάς .», πέραν του ότι δεν αντικατοπτρίζει ως πραγματικότητα τα όσα είπε ο μάρτυς, με αυτόν να δηλώνει πως η πτώση των αξιών ήταν γύρω στα 15% και όχι τουλάχιστον 15%, δεν δεσμεύει το Δικαστήριο το οποίο είναι και το μόνο, ως τελικός κριτής - ακόμα και αν άλλοι παράγοντες της δίκης συμφωνούν (ή δεν διαφωνούν) μεταξύ τους για ό,τι εξυφαίνεται (βλ. κατ' αναλογίαν, Pirikkis v The Republic
(1982)2 CLR 245) - που δύναται να αποφανθεί δεσμευτικώς για την αξιοπιστία και την αξία της προσαχθείσας μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Πισσάς ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 229/16, ημ. 14.3.18, Κυπρίζογλου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 53/17, 15.12.17, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15, ημ. 4.7.17). Απορρίπτω τη μαρτυρία του ΧΧΧΧΧ Στεφάνου (ΜΥ3). Τρεις επισημάνσεις πριν τα (πρόσθετα) ευρήματα. Η πρώτη επισήμανση αφορά στο ότι η απόρριψη μέρους της μαρτυρίας της εναγομένης, δεν συνιστά στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας ενισχυτικό της μαρτυρίας και εκδοχής των εναγουσών, με τους διαδίκους να συνεχίζουν να βαρύνονται με το βάρος απόδειξης που τους αναλογεί (βλ. κατ' αναλογίαν, Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 260, 268-269, P&A Enterprises (Larnaca) Ltd v Louis Tourist Agency Ltd
(1987)1 CLR 142, 144-153). Η δεύτερη επισήμανση σχετίζεται με τη μη προσέλευση ως μάρτυρα τού πεθερού, κάτι που αντικειμενικώς δεν βοήθησε τη γραμμή υπεράσπισης και με αυτό εννοώ πως το άτομο τούτο κατά τα λεχθέντα του ΧΧΧΧΧ Λοΐζου (ΜΥ1), θα μπορούσε, πιθανόν, να αποδεικνυόταν κατατοπιστικότερο επί πτυχών σχετιζομένων με την εκδοχή της εναγομένης απ' ότι απεδείχθη ο ΧΧΧΧΧ Λοΐζου (ΜΥ1), για λόγους που καταγράφηκαν. Η τελική απόφανση για την εμβέλεια τής μαρτυρίας του ΧΧΧΧΧ Λοΐζου (ΜΥ1) μετατρέπει σε θεωρητικής αξίας τη συζήτηση τού κατά πόσον η μαρτυρία του ήταν η καλύτερη δυνατή κατά τις προβλέψεις του άρθρου 27
(3)του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9, αφού οι αιτιάσεις που έδωσε για την απουσία (ή μη κλήτευση του πεθερού), δεν ήσαν αρκούντως ικανοποιητικές, για να λεχθεί το λιγότερο (βλ. κατ' αναλογίαν, Assad v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 164/16, ημ. 6.12.17, Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν Χριστοδούλου, ΠΕ 6/11, ημ. 15.7.16, Pakistan Cables Limited v NSB General Trading (Overseas) Co Ltd και Άλλων
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1711, 1721-1722). Η τρίτη επισήμανση - που δεν απομονώνεται παντελώς από τη δεύτερη επισήμανση - έχει να κάνει με τη μη κλήση/κλήτευση του «.αρχιτέκτονα ΧΧΧΧΧ Κυθραιώτη» στον οποίον παρέπεμψε ο ΧΧΧΧΧ Λοΐζου (ΜΥ1) κατά την αντεξέταση του για την παροχή απαντήσεων σε σειρά ερωτημάτων που του υποβάλλονταν από τον δικηγόρο των εναγουσών και τα οποία περιστρέφονταν γύρω από το πότε ο μάρτυς (ή η εναγομένη κατ' επέκτασιν) διαπίστωσε - και πότε - (εν σχέσει φερ' ειπείν προς το τεμάχιο, το Τοπογραφικό-Τεκμήριο 17 και την υποτιθέμενη άδεια οικοδομής των οικοδομημάτων στο τεμάχιο), ότι «.η έκταση του οικοπέδου ήταν μικρότερη από αυτήν που αγοράσατε επί χάρτη.», με τον μάρτυρα, αμφιταλαντευόμενο κείθε-δώθε για αρκετή ώρα, να λέγει και τα εξής: «Κύριε δικηγόρε νομίζω μόνο ο αρχιτέκτονας ο κύριος Κυθραιώτης, είναι σε καλή υγεία, νοητική και σωματική, να τον καλέσουμε να σας δώσει τις απαντήσεις. Εγώ δεν είμαι αρχιτέκτονας, ούτε πολιτικός, είμαι γιατρός. Δεν μπορώ να σας απαντήσω αυτά που με ρωτάτε. . Σας είπα εγώ είμαι γιατρός δεν ξέρω ακριβώς. Ρωτάτε τεχνικές λεπτομέρειες που δεν μπορώ να απαντήσω.». Εκ των πραγμάτων, η επιλογή της εναγομένης να μην καλέσει ως μάρτυρα τον αρχιτέκτονα ΧΧΧΧΧ Κυθραιώτη, όσο δεκτή και σεβαστή κι αν είναι - και είναι ως δικαίωμα - άφησε δυσαναπλήρωτα κενά στην υπερασπιστική άποψη (βλ. κατ' αναλογίαν, Kabbara v Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 177, 189, Λοφίτης ν Δημητρίου και Άλλης
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1402, 1410), αφού έμειναν σκοτεινές πτυχές στην υπόθεση οι οποίες θα μπορούσαν να φωτίζονταν από το εν λόγω άτομο (βλ. κατ' αναλογίαν, Πέγκερος ν Δημοκρατίας
(1995)2 ΑΑΔ 143, 160 [με τη δικονομικοαποδεικτική διαφοροποίηση που επιτάσσει η ποινική ιδιαιτερότητα της αυθεντίας]), δίχως μολαταύτα η παράλειψη αυτή να καθιστά καθοιονδήποτε τρόπο και αυταπόδεικτη την αξίωση των εναγουσών (βλ. κατ' αναλογίαν, Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ ν Ματσούκα και Άλλου, ΠΕ 91/10, ημ. 3.7.14, Demchenko και Άλλου v Nassar
(2007)1(B) ΑΑΔ 1342, 1345, Παναγιώτου ν Ιωάννου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 917, 920), ή ως μαρτυρία για το τι το συγκεκριμένο πρόσωπο δυνατόν να έλεγε εάν καλείτο ως μάρτυς στη δίκη (βλ. κατ' αναλογίαν, Μαυρουδή και Άλλης ν Valerik
(2009)1(B) AAΔ.1232, 1239). Προχωρώ στα επιπρόσθετα ευρήματα εντάσσοντας σε αυτά και τα όσα ανέφερα κατά την παράθεση της εκδοχής των εναγουσών και βεβαίως τα συμφωνηθέντα και εγκριθέντα παραδεκτά γεγονότα. Οι ενάγουσες είναι οι εξ αδιαιρέτου ιδιοκτήτριες του ακινήτου (με Αριθμό Εγγραφής 2/1ΧΧ6, Τεμάχιο 6Χ6, Φ/Σχ. 21/53Ε1, Τμήμα 2, στον Δήμο Έγκωμης (Λευκωσία), ως τα Τεκμήρια Α1 και Α2 αντιστοίχως). Η εναγομένη είναι η ιδιοκτήτρια του όμορου με το ακίνητο τεμαχίου (με Αριθμό Εγγραφής 2/1ΧΧ5, Τεμάχιο 6Χ5, Φ/Σχ. 21/53Ε1, Τμήμα 2, στον Δήμο Έγκωμης (Λευκωσία), ως το Τεκμήριο Α3). Το ακίνητο βρίσκεται εντός του Δήμου Έγκωμης στην Επαρχία Λευκωσίας και εφάπτεται δημόσιου πεζόδρομου στο νότιο και ανατολικό σύνορο του, σε πολύ μικρή απόσταση βορείως των κήπων του Μετοχίου Κύκκου και σε απόσταση 200 μέτρων νοτίως των κτηριακών εγκαταστάσεων της Αμερικανικής Πρεσβείας. Η ευρύτερη περιοχή του ακινήτου είναι ανεπτυγμένη με κατοικίες υψηλού επιπέδου και επαύλεις. Η προσπέλαση του ακινήτου είναι καλή προς το κέντρο της πόλης και προς άλλες περιοχές της μείζονος Λευκωσίας. Το ακίνητο, ως οικόπεδο, χαρακτηρίζεται από κανονικό ορθογώνιο σχήμα και εκτεταμένη πρόσοψη στον δημόσιο δρόμο. Η επιφάνεια του είναι ομαλή και επίπεδη. Γειτνιάζει άμεσα με χώρο πρασίνου στο ανατολικό σύνορο. Το ακίνητο εμπίπτει στην Πολεοδομική Ζώνη ΚΑ6 (Οικιστική), με ανώτατο συντελεστή δόμησης 0,90:1, κάλυψη 0,50:1 σε δύο ορόφους και ύψος 10,00/8,30 μέτρων και καλύπτεται από όλες τις υπηρεσίες (όπως υδατοπρομήθεια, ηλεκτρισμό και τηλεφωνία). Η επίδικη λωρίδα έχει εμβαδόν 92 τετραγωνικών μέτρων και εφάπτεται του τεμαχίου. Η αγοραία αξία της επίδικης λωρίδας είναι €1.100 ανά τετραγωνικό μέτρο και το αγοραίο ενοίκιο της επίδικης λωρίδας €337,00 μηνιαίως. Το ακίνητο αγοράστηκε από τον ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1), πατέρα και παππού των εναγουσών 1 και 2 τον Απρίλιο 2009 (βλ. Έγγραφο Β και Τεκμήριο Α4). Ο ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1) αγόρασε το ακίνητο από τον γιο Καλαθιά ο οποίος το είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του. Το τίμημα που κατέβαλε (τμηματικώς) ο ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1) για την αγορά του ακινήτου προς τον γιο Καλαθιά ήταν €1.350,000,00 (βλ. Τεκμήρια 1-8). Ο ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1) πλήρωσε και τα αναλογούντα μεταβιβαστικά τέλη για το ακίνητο (βλ. Τεκμήρια 9-10). Όταν ο ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1) αγόραζε το ακίνητο, το έπραττε με συμφωνία που είχε με τον γιο Καλαθιά πως η έκταση του ακινήτου, ως εξάλλου καταγράφεται και στο Πιστοποιητικό Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας (βλ. Τεκμήριο Α4), θα ήταν 909 τετραγωνικά μέτρα. Στις 16.8.11, ο ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1) συμφώνησε με τον ΧΧΧΧΧ Παπαδόπουλο (ΜΕ2), να πουλήσει στον τελευταίο το ακίνητο για ποσό €1.275,000,00 (βλ. Τεκμήριο 12). Έναντι του ποσού αυτού ο ΧΧΧΧΧ Παπαδόπουλος (ΜΕ2) πλήρωσε στον ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1), ποσό €50.000 (βλ. Τεκμήριο 11), παίρνοντας και σχετική απόδειξη στην οποία καταγραφόταν και η συμφωνία αγοράς του (βλ. Τεκμήριο 12). Ταυτοχρόνως, ο ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1) εφοδίασε τον ΧΧΧΧΧ Παπαδόπουλο (ΜΕ2), με αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου. Την επομένη της συμφωνίας τους ο ΧΧΧΧΧ Παπαδόπουλος (ΜΕ2) αντιλήφθηκε μετά από σχετική έρευνα πως κάτι δεν ήταν σωστό με το ακίνητο, αφού «.η γραμμή του οικοπέδου σύμφωνα με τον τίτλο φαινόταν να είναι διαφορετική». Στα πολλά, ο ΧΧΧΧΧ Παπαδόπουλος (ΜΕ2), εξακρίβωσε ότι το ακίνητο δεν είχε το εμβαδόν που προσδιοριζόταν στον τίτλο ιδιοκτησίας. Ο ΧΧΧΧΧ Παπαδόπουλος (ΜΕ2), διεμήνυσε τα σχετικά προς τον ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1), με τον τελευταίο να επιβεβαιώνει προς αυτόν πως υπήρχε πράγματι κάποιο θέμα με την όλη υπόθεση, εισηγούμενος προς τον ΧΧΧΧΧ Παπαδόπουλο (ΜΕ2), λύσεις για να προχωρήσει η πράξη κατά τα συμφωνηθέντα. Ο ΧΧΧΧΧ Παπαδόπουλος (ΜΕ2) αρνήθηκε, με συνεπόμενο την κοινή συναινέσει ακύρωση της συμφωνίας και την επιστροφή της προκαταβολής προς τον ΧΧΧΧΧ Παπαδόπουλο (ΜΕ2), πράγμα που έγινε στις 22.8.11 με επιταγή (βλ. Τεκμήριο 13). Κατόπιν τούτου, ο ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1) ήρθε σε επαφή με το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας ζητώντας τη διεξαγωγή έρευνας για να διευκρινιστούν τα σύνορα και εμβαδόν του ακινήτου και για να αντιληφθεί ο ίδιος ως ιδιοκτήτης του ακινήτου το πρόβλημα που φαινόταν να υπάρχει. Στις 24.9.11, ο ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1) συναντήθηκε με τον ΧΧΧΧΧ Λοΐζου (ΜΥ1) στα γραφεία του κτηματομεσίτη ΧΧΧΧΧ Λεμονάρη μετά από παράκληση του ΧΧΧΧΧ Λοΐζου (ΜΥ1), συζύγου της εναγομένης/ιδιοκτήτριας του (διπλανού) τεμαχίου. Ως αντιλήφθηκε ο ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1), ο ΧΧΧΧΧ Λοΐζου (ΜΥ1) άφησε αιχμές πως αυτός και η εναγομένη είχαν ξεγελαστεί από την Ιερά Μονή Κύκκου και από τον πατέρα Καλαθιά αφού, με βάθρο τη συμφωνία αναπροσαρμογής συνόρων που υποτιθέμενα είχε ετοιμαστεί για να υπογραφθεί μεταξύ Ιεράς Μονής Κύκκου, εναγομένης και πατέρα Καλαθιά ώστε η επίδικη λωρίδα/έκταση να συγκροτήσει μέρος του τεμαχίου (βλ. Τεκμήριο 21). Η συμφωνία για την ούτω καλουμένη αναπροσαρμογή των συνόρων (βλ. Τεκμήριο 21), δεν υπογράφθηκε και δεν υλοποιήθηκε λόγω του ότι ως εικάζεται από την υπεράσπιση και δεν αποδείχθηκε ως σχέση αιτίου-αιτιατού στη δίκη, απεβίωσε ο πατέρας Καλαθιάς. Ο ΧΧΧΧΧ Λοΐζου (ΜΥ1), ανέφερε προς τον ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1), πως όταν (η εναγομένη) αγόρασε το τεμάχιο από την Ιερά Μονή Κύκκου, η έκταση του ήταν 800 τετραγωνικά μέτρα και όχι 700 τετραγωνικά μέτρα, ως αναγραφόταν στον τίτλο ιδιοκτησίας και πως όταν επιχείρησε να επικοινωνήσει με την Ιερά Μονή Κύκκου για το όλον ζήτημα, δεν κατάφερε να μιλήσει μαζί τους. Ο ΧΧΧΧΧ Λοΐζου (ΜΥ1), ζήτησε τότε από τον ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1), να αγοράσει την επίδικη λωρίδα για να συμπληρωθεί τρόπον τινά η έκταση τού τεμαχίου (ως τη νόμιζε και θεωρούσε πρέπουσα και συμφωνηθείσα ο ΧΧΧΧΧ Λοΐζου (ΜΥ1) και η εναγομένη), μα ο ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1), δήλωσε ότι δεν ενδιαφερόταν για τέτοια δοσοληψία και πως αυτό που ήθελε ήταν να πουλήσει το ακίνητο «.κοντά στην τιμή.» που το είχε αγοράσει. Μετέπειτα διαβουλεύσεις αναμεταξύ των ΧΧΧΧΧ Λοΐζου (ΜΥ1) και ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1) για διακανονισμό, απεδείχθησαν φρούδες. Έτσι παραμένουν ανεγερμένα στην επίδικη λωρίδα τα παράνομα οικοδομήματα της εναγομένης - τα οποία συνίστανται κατ' ουσίαν σε τοίχο που ανεγέρθηκε από την εναγομένη και ο οποίος ορίζει τη δίοδο του χώρου στάθμευσης (εντός της επίδικης λωρίδας), ως εμφαίνεται στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 19 («ο τοίχος»). Ο δικηγόρος των εναγόντων, με σύμπλευση και του συνηγόρου της εναγομένης ανέλαβε, μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας στις 12.1.17, όπως σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ των εναγουσών κατά τα απαιτούμενα, οι ενάγουσες αναλάβουν τα σχετικά έξοδα κατεδάφισης του τοίχου και ανοικοδόμησης καινούριου τοίχου «.με τα ίδια υλικά ακριβώς που υφίστανται σήμερα.» (εντός των νομίμων πλέον ορίων του τεμαχίου). Επιπροσθέτως, ξανά με σύμπνοια του κ. Βελάρη, αναφέρθηκε από τον κ. Χατζηχάννα (και στην γραπτή του αγόρευση), πως η ανάληψη των εξόδων τής αναφερόμενης κατεδάφισης και ανοικοδόμησης, κατοπτριστεί στα επιδιωκόμενα διατάγματα στην Έκθεση Απαίτησης, με το ανάλογο συνταίριασμα. Τα υπάρχοντα οικοδομήματα υπέχουν πολύ μικρότερη χρηματική ή άλλη αξία για την εναγομένη από ό,τι για τις ενάγουσες ως εκ των αποδεδειγμένων επιπτώσεων στη δυνατότητα πώλησης του ακινήτου υπό το σημερινό επί του εδάφους παράνομο καθεστώς. Τα όσα ξεδιπλώθηκαν εκ πλευράς εναγομένης περί δήθεν συμφωνίας της με τον πατέρα Καλαθιά ή και με την Ιερά Μονή Κύκκου αναφορικώς προς τα ενεστώτως επίδικα ή ακόμη προς τα όσα υποτίθεται διαμείφθηκαν μεταξύ των τελευταίων υπό το ίδιο πρίσμα δεν έχουν αποδειχθεί. Ακόμη και ο ΧΧΧΧΧ Παύλου (ΜΥ2), τον οποίον κάλεσε ως μάρτυρα η εναγομένη, δεν ήταν σε θέση να αποσαφηνίσει την ακριβή σημασία και σύνδεση πολλών από τα έγγραφα που κατέθεσε (για παράδειγμα τα Τεκμήρια 17, 20, 21, 22, 23), με την εκδοχή της εναγομένης και προπαντός με τη μετουσίωση αυτής ως πραγματικότητας. Πολλά θα μπορούσαν πιθανώς να επιλυθούν ως υφιστάμενη διαφορά μεταξύ εναγομένης, πατέρα Καλαθιά (ή των διαχειριστών της περιουσίας του) και της Ιεράς Μονής Κύκκου, εάν (ως έθεσε το πράγμα ο δικηγόρος των εναγουσών προς τον ΧΧΧΧΧ Λοΐζου (ΜΥ1) κατά την αντεξέταση), μετά που «.εκδόθηκε η απόφαση, το Τεκμήριο Β2 από το κτηματολόγιο, από τον αρμόδιο κτηματολογικό λειτουργό 01/08/12, με βάση την οποία διαπίστωσε και επίσημα ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε καταχωρημένο στα επίσημα αρχεία του κτηματολογίου σε ό,τι αφορά την επίδικη λωρίδα που να λέει ότι είναι δική σας, γιατί δεν στραφήκατε, γιατί δεν κινήσατε αγωγή του κύριου Καλαθιά ή της Μονής Κύκκου που σας ξεγέλασαν που λέτε ότι πληρώσατε και δεν σας το έδωσαν;», με τον μάρτυρα να απαντά, καθόλου πειστικώς (και άνευ υποτίμησης των θρησκευτικών του πιστεύω), πως «.[ν]ομίζω εγώ άνθρωπος χριστιανός ορθόδοξο[ς] δεν θα κινούσα αγωγή στην εκκλησία. Προτίμησα να δω το Μητροπολίτη να βρει ένα τρόπο να λύσει αυτό το θέμα. Αυτό κάναμε». Σε κανένα σημείο πριν από την αγορά και τη μεταβίβαση του ακινήτου περιήλθαν εις γνώσιν του ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1) (ή των εναγουσών), τα έγγραφα, η μαρτυρία και τα όσα συναπάρτισαν την εκδοχή της εναγομένης. Μηδέ και ο επίσημος τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου τον οποίο έλαβε ο ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1), περιείχε οτιδήποτε που θα μπορούσε να στρέψει την προσοχή του στα όσα η εναγομένη προτάσσει ως εκδοχή για να αρχίσουν τουτέστιν στο μυαλό του οι οποιοιδήποτε συναφείς περί τούτων συνειρμοί. Ουδέ και υπήρχε καταχωρισμένο στο αρμόδιο κτηματολόγιο κάτι που θα μπορούσε να είχε εντοπισθεί εγκαίρως από τον ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1), ή τις ενάγουσες ως προς το τι συζητείται. Απεναντίας, κατά τη μεταβίβαση του ακινήτου από τον πατέρα Καλαθιά προς τον ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1), η εικόνα ταυτιζόταν με την αντίληψη του ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1) για το τι ακριβώς είχε συμφωνηθεί με τον πατέρα Καλαθιά για το ακίνητο, κάτι που μεταφέρθηκε ως πραγματικότητα πλέον και στον επακολούθως εκδοθέντα τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου (Τεκμήριο Α4). Μηδέποτε ο ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1) ή οι ενάγουσες παρέστησαν με οποιοδήποτε τρόπο προς την εναγομένη ή τον ΧΧΧΧΧ Λοΐζου (ΜΥ1), πως ήταν αποδεκτή η παράνομη επέμβαση τής εναγομένης επί του ακινήτου, γιατί περί παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία πρόκειται, κατά παράβασιν του άρθρου 43 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 (βλ. κατ' αναλογίαν, Δημητρίου και Άλλων ν Ξανδρή
(2012)1(Γ) ΑΑΔ 2184, 2192-2195, Adamou v Christofi
(1974)1 CLR 100, 102-106). Αντιθέτως, μόλις ο ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1), κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με το ακίνητο, ενεργοποίησε αυθωρεί τους παρεχόμενους προς τούτο κτηματολογικούς μηχανισμούς επίλυσης, με τους χειρισμούς του να απέχουν πολύ από το να δύνανται να ταξινομηθούν ως καταχρηστικοί της δικαστικής διαδικασίας (ως η προδικαστική ένσταση της εναγομένης στην Υπεράσπιση), αφού τα όσα διέπλασαν την εκδοχή της εναγομένης βρίσκονταν στη δική της ιδιάζουσα προσωπική γνώση ή στην ιδιάζουσα προσωπική γνώση άλλων προσώπων που ήταν σε θέση να δώσουν σχετική μαρτυρία υπέρ της ή να μεριμνήσουν όπως η γνώση τους αυτή μεταφερθεί καθαρώς και ορθολογικώς στη δίκη (βλ. κατ' αναλογίαν, Constantinides and Another v Vassiliou
(1986)1 CLR 75, 79, Savvides v Mesaritis and Others
(1985)1 CLR 261, 267). Επομένως, η προδικαστική ένσταση καθίσταται απορριπτέα. Ο ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1) πλήρωσε ένα πολύ σημαντικό χρηματικό ποσό για να αποκτήσει, καλή τη πίστη, το ακίνητο από τον πατέρα Καλαθιά, χωρίς γνώση για την όποια (κατ' ισχυρισμόν) επέμβαση ή δικαιώματα (δήθεν) της εναγομένης ή οποιουδήποτε άλλου τρίτου επί του ακινήτου. Από όλα αυτά, δεν θα μπορούσε ευλόγως να εξαχθεί διαπίστωση - ως πρότεινε ο δικηγόρος της εναγομένης - περί ύπαρξης περιουσιακού κωλύματος προς όφελος της τελευταίας, επειδή καμιά απολύτως αξιόπιστη μαρτυρία υποστηρίζει (για λόγους που έχουν ήδη επεξηγηθεί) την τοποθέτηση για να ενεργοποιηθούν όσα η σχετική νομολογία ορίζει επί του ζητήματος (βλ. κατ' αναλογίαν, Δημητρίου και Άλλων ν Ξανδρή
(2012)1(Γ) ΑΑΔ 2184, 2192-2195, Τσιαλής ν Χατζηανδρέου
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1250, 1258-1260, Χρυσοστόμου ν Φράγκου και Άλλου
(2000)1(Α) ΑΑΔ 622, 627-629, Παπακόκκινου και Άλλων ν Δήμου Πάφου
(1998)1(Δ) ΑΑΔ 2398, 2411-2413, Stylianou and Others v Papacleovoulou and Another
(1982)1 CLR 542, 551-556). Ουδεμία επιλήψιμη ή άδικη συμπεριφορά τού ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1), ή των εναγουσών προς την εναγομένη (ή προς οιουσδήποτε τρίτους), εξάγεται ή συνάγεται στην προκειμένη περίπτωση από την αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Τσαγκάρη ν Γαβριηλίδου και Άλλων
(2003)1(Α) ΑΑΔ 472, 480-484), τοσούτω μάλλον αποκλίνουσα από την όποια αμοιβαίως συμφωνηθείσα ή και αντιληπτώς υπάρχουσα μεταξύ των διαδίκων (ή των όποιων τρίτων) κοινή κατάσταση πραγμάτων ή άλλες παραστάσεις και υποσχέσεις τού ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1) ή και των εναγουσών προς την εναγομένη ή τρίτους - με επακόλουθη μάλιστα τη δράση και ενέργεια της εναγομένης επί των παραστάσεων και υποσχέσεων αυτών ένεκα επιδειχθείσας από αυτήν αντίστοιχης εμπιστοσύνης (reliance) ή άλλως πως (βλ. κατ' αναλογίαν, Pipikos v Trayans
(2018)HCA 39) - ώστε τα πράγματα να μπορούσαν να αναπτυχθούν υπό ένα διαφέρων φάσμα και κατά τις προτροπές του δικηγόρου της εναγομένης (βλ. κατ' αναλογίαν, Λοΐζου ν Αντωνίου
(2007)1 ΑΑΔ 1035, 1040-1041). Τα ίδια αφορούν και στην εισήγηση του κ. Βελάρη περί της Αναστασίου ν Ηλιάδη και Άλλης, ΠΕ 27/11, ημ. 12.12.16, η οποία, παρά την ικανή προσπάθεια του συνηγόρου να υποδείξει το αντίθετο, διακρίνεται από τα τρέχοντα αφού, σε αντίθεση με εδώ, υπήρξε στην υπόθεση εκείνη αξιόπιστη και βαρύνουσα μαρτυρία για το σύνολο σχεδόν των όσων έτυχαν εντρύφησης. Εκεί που είναι εύστοχη η παρατήρηση του κ. Βελάρη για το σκεπτικό στην Αναστασίου ν Ηλιάδη και Άλλης, ΠΕ 27/11, ημ. 12.12.16, είναι στο ότι, εφαρμοζόμενο το σκεπτικό αυτό στα προκείμενα, η απόφαση του Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δεν θα μπορούσε να καλύψει (ή να επιλύσει) τη διαφορά η οποία εδράζεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία κατά τις προβλέψεις του άρθρου 43 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148. Η παράνομη αυτή επέμβαση από την εναγομένη στο ακίνητο (των εναγουσών) έχει αποδειχθεί στην έκταση που τούτο βάρυνε τις ενάγουσες, με την εναγομένη να αποτυγχάνει σε όλες τις υπερασπίσεις που προέταξε. Οι ενάγουσες έχουν αποδείξει περιπλέον, στον κατάλληλο βαθμό και για λόγους που έχουν εκτεθεί, ότι δικαιούνται (κατ' ενάσκησιν δικαστικής διακριτικής ευχέρειας), στην έκδοση προστακτικών διαταγμάτων άρσης της παράνομης επέμβασης καθώς και άλλων διαταγμάτων (κατεδάφισης και ανοικοδόμησης) αφού σε αντίθετη περίπτωση η μη έκδοση των διαταγμάτων αυτών θα ισοδυναμούσε με αδικαιολόγητη επικρότηση τής παρανομίας προκαλώντας συν τοις άλλοις στις ενάγουσες δυσανάλογες ζημιές και βλάβες από ό,τι στην εναγομένη για λόγους που αναπτύχθηκαν (βλ. κατ' αναλογίαν, Σοφοκλέους και Άλλης ν Παύλου
(2012)1 (Γ) ΑΑΔ 2047, 2053-2058). Οι ενάγουσες δικαιούνται (πάλιν κατ' ενάσκησιν διακριτικής ευχέρειας), εκτός της έκδοσης των διαταγμάτων (βλ. κατ' αναλογίαν, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1(Β) ΑΑΔ 882, 899, Papakokkinou and Others v Kanther
(1982)1 CLR 65, 80 και γενικότερα, J Edelman (ed), McGregor On Damages, 20η έκδ., 2018, παρ. 39-044, MA Jones (ed), Clerk and Lindsell On Torts, 20η έκδ., 2010, παρ. 19-73) και στην επιδίκαση αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση, με μέτρο αποζημίωσης (βλ. κατ' αναλογίαν, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1(Β) ΑΑΔ 882, 897), τη μηνιαία ενοικιαστική αξία της επίδικης λωρίδας (€337,00) από τον χρόνο μεταβίβασης του ακινήτου στις ενάγουσες (20.5.13) - οπότε και δημιουργήθηκε το νομιμοποιητικό αίτιο αγωγής των εναγουσών ως ιδιοκτητριών και κατόχων του ακινήτου εναντίον της εναγομένης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρυσοχού ν Turkish Bank Ltd (Turk Bankasi Ltd)
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1894, 1898 και γενικότερα, MA Jones (ed), Clerk and Lindsell On Torts, 20η έκδ., 2010, παρ. 19-10 μέχρι 19-27), κάτι που εξανδραποδίζει και την αξίωση στην παράγραφο 15(ΣΤ) της Έκθεσης Απαίτησης - μέχρι την καταχώριση της αγωγής (25.2.14) και ακολούθως ποσό €337,00 μηνιαίως από 26.2.14 μέχρι σήμερα, και επέκεινα ως ενδιάμεσα κέρδη (mesne profits), ποσό €337,00, κάθε μήνα από την έκδοση της απόφασης μέχρι την άρση της παράνομης επέμβασης στο ακίνητο και την παράδοση αδιάλειπτης κατοχής τής επίδικης λωρίδας στις ενάγουσες (βλ. MA Jones (ed), Clerk and Lindsell On Torts, 20η έκδ., 2010, παρ. 19-73). Δεν δικαιολογείται η επιδίκαση τιμωρητικών ή παραδειγματικών αποζημιώσεων - αξίωση που έτσι κι αλλιώς δεν προωθήθηκε από τις ενάγουσες - αφού η διαγωγή της εναγομένης δεν κατατάσσεται λελογισμένως στις τόσον αξιόμεμπτες, αλαζονικές, θρασείς και αναιδείς για να αρμόζει η τιμωρία της σε αστική διαδικασία (βλ. κατ' αναλογίαν, Είκοσι και Άλλης ν Γενικού Εισαγγελέα και Άλλων
(2007)1(Α) ΑΑΔ 467, 476, Adrian Holdings Ltd ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1836, 1846, Παπακόκκινου και Άλλων ν Δήμου Πάφου (Αρ 1)
(1998)1(Β) ΑΑΔ 634, 649-650). Με κατά νούν τον περιορισμό/μεταβολή της αξίωσης στην παράγραφο 15(Β) και (Γ) της Έκθεσης Απαίτησης, ως γράφθηκε παραπάνω, οι ενάγουσες απέδειξαν την απαίτηση τους στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ως η παράγραφος 15(Α), (Β) και (Ζ) της Έκθεσης Απαίτησης, όχι όμως ως η παράγραφος 15 (ΣΤ) και (Η) της Έκθεσης Απαίτησης για λόγους που εξηγήθηκαν, ενώ οι απαιτήσεις των εναγουσών στην παράγραφο 15(Γ), (Δ) και (Ε), συμπεριλαμβάνονται στην ουσία τους στα διατάγματα που δικογραφούνται στην παράγραφο 15(Α) και (Β) της Έκθεσης Απαίτησης. Εν κατακλείδι. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγουσών και εναντίον της εναγομένης για έκδοση διαταγμάτων και απόδοση αποζημιώσεων, κατά τα ακόλουθα:
(1)Διάταγμα όπως η εναγομένη και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή οι υπηρέτες αυτής παύσουν εντός 45 ημερών από σήμερα και/ή από την ημερομηνία επίδοσης σε αυτήν της παρούσας απόφασης και/ή του συντεταγμένου κειμένου της παρούσας απόφασης, να επεμβαίνουν καθοιονδήποτε τρόπο στο ακίνητο των Εναγουσών με Αριθμό Εγγραφής 2/1ΧΧ6, Τεμάχιο 6Χ6, Φ/Σχ.21/53Ε1, Τμήμα 2, στον Δήμο Έγκωμης (Λευκωσία) και/ή στην επίδικη λωρίδα.
(2)Διάταγμα επιτρέπον στις ενάγουσες και/ή στους αντιπροσώπους και/ή στους υπηρέτες αυτών όπως εντός 45 ημερών από σήμερα και/ή από την ημερομηνία επίδοσης στις ενάγουσες και/ή στην εναγομένη της παρούσας απόφασης και/ή του συντεταγμένου κειμένου της παρούσας απόφασης, να κατεδαφίσουν και/ή να αφαιρέσουν τα οποιαδήποτε οικοδομήματα (όπως για παράδειγμα τον τοίχο) και/ή εξοπλισμό και/ή αντικείμενα τα οποία παρανόμως ανεγέρθηκαν και/ή τοποθετήθηκαν αντιστοίχως εντός του ακινήτου των εναγουσών και/ή στην επίδικη λωρίδα και αποκαταστήσουν και/ή ανοικοδομήσουν με τα ίδια υλικά με τα οποία είναι κτισμένος ο τοίχος, καινούριο τοίχο εντός των πραγματικών και νομίμων πλέον συνόρων του τεμαχίου τής εναγομένης, ως τούτα έχουν καθοριστεί διά της απόφασης του Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, κατά το κατατεθέν στη δίκη Τεκμήριο Β2.
(3)€3.033,00, ως αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση στο ακίνητο/επίδικη λωρίδα από 20.5.13 μέχρι 25.2.14, και επέκεινα (προστιθέμενο στο εν λόγω ποσό αποζημιώσεων των €3.033,00), το ποσό των €337,00, μηνιαίως από 26.2.14 μέχρι σήμερα (με νόμιμο τόκο), τηρουμένων των όσων προβλέπονται στις αποδοθείσες θεραπείες
(1)και
(2), πιο πάνω.
(4)€337,00 μηνιαίως, μέχρι την άρση της παράνομης επέμβασης στο ακίνητο/επίδικη λωρίδα και παράδοση κατοχής τής επίδικης λωρίδας στις Ενάγουσες από την εναγομένη και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπηρέτες αυτής, τηρουμένων των όσων προβλέπονται στις αποδοθείσες θεραπείες
(1),
(2)και
(3), ανωτέρω. Τα έξοδα και ο ΦΠΑ (ως και τα έξοδα επίδοσης), επιδικάζονται υπέρ των εναγουσών και εναντίον της εναγομένης, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.