← Κύπρος

ΜΑΛΕΚΚΟΣ κ.α. ν. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 6547/12, 31/12/2018

ΜΑΛΕΚΚΟΣ κ.α. ν. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 6547/12, 31/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A636 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Μεταξύ: Αρ. Αγωγής: 6547/12 1. ΧΧΧΧΧ ΜΑΛΕΚΚΟΣ 2. ΧΧΧΧΧ ΜΑΛΕΚΚΟΥ Εναγόντων και 1. ΧΧΧΧΧ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ 2. S.P.I. DEVELOPMENT & CONSTRUCTION LTD 3. ΧΧΧΧΧ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ 4. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ Εναγομένων --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31 Δεκεμβρίου, 2018. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Ο κ. Κ. Θεοδωρίδης, για Γιώργος Γ. Γιάγκου ΔΕΠΕ (ΔΘ167). Για τον Εναγόμενο 1: Ο κ. Ε. Χειμώνας (ΔΘ209). Για τους Εναγόμενους 2: Ο κ. Α. Ενταφιανός (ΔΘ130). Για τον Εναγόμενο 3: Ο κ. Α. Π. Θουκυδίδης (ΔΘ92). Για τον Εναγόμενο 4: Η κ. Ε. Φλωρέντζου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι αδρομερώς η εκδοχή των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι, ο καθένας εκτελώντας τον δικό του ρόλο στα πράγματα, συνέτειναν, συνωμότησαν ή και συνέπραξαν στο να αποξενωθούν (οι ενάγοντες), παρανόμως και άνευ της συναινέσεως τους, ιδιόκτητης ακίνητης περιουσίας τους, με απόληξη τη μεταβίβαση της στους εναγομένους 2 μέσω αντιπροσώπευσης των εναγόντων από τον εναγόμενο 1, με τον εναγόμενο 3 να συνωμοτεί με τους εναγομένους 1 ή και 2 για τη σφράγιση και πιστοποίηση πληρεξουσίων που χρησιμοποίησε ο εναγόμενος 1 για υλοποίηση των μεταβιβάσεων, με τον εναγόμενο 4, ως τον αρμόδιο κατά την ισχύουσα νομοθεσία, να επιτρέπει αμελώς και κατά παράβαση των θέσμιων καθηκόντων του, την εγγραφή και μεταβίβαση της ακίνητης περιουσίας των εναγόντων κατά τα προλεχθέντα. Τα αφορούντα ακίνητα είναι εκείνα με αριθμό εγγραφής 10/2ΧΧ1, Φ/Σχ. 30/24W1, Τμήμα 10, Τεμάχιο 2ΧΧ3, περιοχή Κουτσοπέτρικα στο Γέρι (Λευκωσία), του οποίου ο εξ ολοκλήρου νόμιμος εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ήταν ο ενάγων 1 («το πρώτο ακίνητο») και το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/3ΧΧ5, Φ/Σχ. 30/24W1, Τμήμα 10, Τεμάχιο 2ΧΧ5, περιοχή Κουτσοπέτρικα στο Γέρι (Λευκωσία) (βλ. Τεκμήριο 2), του οποίου νόμιμοι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ήσαν από ½ μερίδιο οι ενάγοντες («το δεύτερο ακίνητο»). Ως εκ τούτου, οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγόμενους σειρά θεραπειών υπό τη μορφή προστακτικών διαταγμάτων, αποζημιώσεων και άλλων τινών. Είναι εκδοχή του εναγομένου 1, ότι καμιά μαρτυρία τον συνδέει με την εκδοχή των εναγόντων, με αυτόν να δικογραφεί στην Υπεράσπιση (στην παράγραφο 8 αυτής), πως η πραγματικότητα σύγκειται στο ότι (ο εναγόμενος 1) «. επισκέπτετο κατά ή περί το έτος 2011 και 2012 καζίνο στην κατεχόμενη Λευκωσία. Κατά τις επισκέψεις του στο εν αναφορά καζίνο γνώρισε Ελληνοκύπριο ο οποίος του συστήθηκε ως «ΧΧΧΧΧ Μαλέκκος» (τούδε και στο εξής αποκαλούμενο ως «Τρίτο Πρόσωπο», με τον οποίο συνομίλησε κάποιες φορές.
  2. ii)Με την πάροδο κάποιων εβδομάδων ο υποδυόμενος τον Ενάγοντα μίλησε εκ νέου στο Τρίτο Πρόσωπο επίσης στο καζίνο στα κατεχόμενα, καταλήγοντας οι συζητήσεις σε θέματα επαγγελματικών εργασιών. Ο Εναγόμενος 1 ανέφερε στο τρίτο πρόσωπο ότι ήτο εργολάβος οικοδομών. Το τρίτο πρόσωπο τότε του ανέφερε ότι διέθετε υπό την ιδιοκτησία του ένα οικόπεδο στην περιοχή Γερίου, το οποίο και επιθυμούσε να πωλήσει τάχιστα, λόγω οικονομικών δυσκολιών, έλλειψης ρευστότητας και εθισμού στο τζόγο. iii) Ο Εναγόμενος 1 του ανέφερε ότι θα προσπαθούσε να τον βοηθήσει, ενημερώνοντάς τον ωστόσο όσον αφορά την παγωμένη αγορά ακινήτων και εργασιών, και την μειωμένη παροχή δανείων από τα τραπεζικά ιδρύματα, καθ' ότι ήταν καταρτισμένος και με εμπειρία πέραν των 30 ετών στην αγορά και εργολαβία.
  3. iv)Ακολούθως το τρίτο αυτό πρόσωπο ζήτησε κάποια προσωπικά στοιχεία του Εναγόμενου 1 για να προχωρήσει με τη σύνταξη πληρεξουσίων εγγράφου προς πώληση των επίδικων ακινήτων στην παρούσα. Το τρίτο πρόσωπο συνέταξε τα έγγραφα αυτά τα οποία εμφαίνονταν καθ' όλα νόμιμα και υπογραμμένα με τα ονόματα του Ενάγοντος και της Ενάγουσας ως αντιπροσωπευόμενοι και του Εναγόμενου 1 ως αντιπροσώπου αυτών για την πώληση και διάθεση της ακίνητής των περιουσίας. Το τρίτο πρόσωπο παρέδωσε τα έγγραφα αυτά στον Εναγόμενο 1 με εντολή τάχιστης εύρεσης αγοραστή και πώλησης αυτών.
  4. v)Ο Εναγόμενος 1 ακολούθως μετά από έρευνα αγοράς προέβηκε στα αναγκαία και νόμιμα διαβήματα για την πώληση των επίδικων ακινήτων, με στόχο να εισπράξει προμήθεια πώλησης από την πώληση αυτών. Με την πώληση των επίδικων ακινήτων στην Εναγόμενη 2, ο Εναγόμενος 1 έλαβε έσοδα περίπου περί τις €5.000.- ευρώ». Οι εναγόμενοι 2, διατρανώνουν ότι ενήργησαν νομίμως και πως αυτά για τα οποία τούς κατηγορούν οι ενάγοντες είναι αστήριχτα και αβάσιμα. Ο εναγόμενος 3 λέγει ότι ουδεμία σχέση έχει με τα δικογραφημένα στην Έκθεση Απαίτησης πληρεξούσια έγγραφα τα οποία δεν έχουν την αυθεντική υπογραφή και σφραγίδες του ως πιστοποιούντος υπαλλήλου και πως και αν ακόμη διαφανεί ότι τα πληρεξούσια υπογράφονται ή και πιστοποιούνται από αυτόν, η πιστοποίηση και η υπογραφή του είναι πλαστογραφημένη από τρίτους και αν αποδειχθεί πως αυτά πιστοποιήθηκαν και σφραγίστηκαν από τον εναγόμενο 3 με αληθινή υπογραφή του, κάτι τέτοιο (ως απογράφεται στην παράγραφο 8 της Υπεράσπισης του) «.έγινε καθ όλα νόμιμα και στην παρουσία των εναγόντων δεικνύοντας προς τούτο και το δελτίο ταυτότητας των». Ο εναγόμενος 4 - εκτός τού ότι υποβάλλει διά προδικαστικής ένστασης πως λανθασμένως ενάγεται αντί του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας βάσει του άρθρου 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 - ισχυρίζεται πως ενήργησε νομίμως κατά την ισχύουσα νομοθεσία και κανονισμούς, εκτελώντας (ως δικογραφείται στην παράγραφο 9 της Υπεράσπισης του) «.τα εκ του νόμου καθήκοντα του ορθά και/ή επιμελώς και/ή έλαβε τα δέοντα υπό τις περιστάσεις μέτρα». Κατά την ακρόαση δηλώθηκαν ως παραδεκτά και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο κάποια πολύ περιορισμένα γεγονότα για συνιστώσες των επίδικων θεμάτων. Ενέταξα και ανέλυσα όλα ανεξαιρέτως τα παραδεκτά γεγονότα στο όλο μαρτυρικό υλικό θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας

(1999)2 ΑΑΔ 498, 501), αλλά και ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιον μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640). Για στοιχειοθέτηση της αξίωσης, οι ενάγοντες παρουσίασαν τη δική τους ένορκη μαρτυρία - ο μεν ΧΧΧΧΧ Μαλέκκος, ως ΜΕ1, η δε ΧΧΧΧΧ Μαλέκκου, ως ΜΕ2 - ώς και τη μαρτυρία των ΧΧΧΧΧ Χρυσάνθου (ΜΕ3), ΧΧΧΧΧ Πετρίδη (ΜΕ4) και ΧΧΧΧΧ Τσίγκη (ΜΕ5), ενώ οι εναγόμενοι 2, τη μαρτυρία του ΧΧΧΧΧ Ισαάκ (ΜΥ1) και ο εναγόμενος 3 ΧΧΧΧΧ Θουκυδίδης, τη δική του ένορκη μαρτυρία (ως ΜΥ2). Οι εναγόμενοι 1 και 4 δεν έδωσαν ή προσκόμισαν μαρτυρία. Κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων και τα περικλειόμενα στα κατατεθέντα τεκμήρια αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν το περιεχόμενο τους δεν εκφράζεται εδώ ρητώς (βλ. κατ' αναλογίαν, Al Watani και Άλλων v Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1924, 1936-1937), μη χρειαζούμενης της καταγραφής και επανάληψης τους εκτός μιας περίληψης για πρακτικούς λόγους (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Ό,τι καθηκόντως επράχθη είναι ο προσδιορισμός των επιδίκων υπό το φως της δικογραφίας, η συνάρθρωση τους με τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας και η κατάληξη σε ευρήματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεοντίου ν Καραγιώργη, ΠΕ 189/12, ημ. 12.7.18, Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd v Παύλου και Άλλου, ΠΕ 240/10, ημ. 20.12.17, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15 και άλλες, ημ. 4.7.17, Λάρκου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1399, 1406). Οι περικοπές που παρατίθενται μεταφέρθηκαν αυτούσιες από τα πρακτικά, τις γραπτές αγορεύσεις και τη δικογραφία. Όσα τεκμήρια κατατέθηκαν για αναγνώριση και δεν μετουσιώθηκαν σε κανονικά τεκμήρια, αγνοήθηκαν ως μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Κυπριακή Δημοκρατία ν EPCO Cyprus Ltd και Άλλων
(2007)1(Β) ΑΑΔ 883, 889-890, Δήμος Λευκωσίας ν ELK Trading Ltd
(2003)2 AAΔ 120, 122). Έγγραφα που κατατέθηκαν με βάση την Δ.32ΘΘ3-4 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο στάδιο όμως των Οδηγιών (διά διαδικασίας duces tecum προς μη διάδικο) - μέθοδος θεμιτή και επιθυμητή στην προδικασία (ιδιαίτερα όταν τούτη διεξάγεται με συναίνεση απάντων των διαδίκων όπως εδώ) αφού, σε τελευταία ανάλυση, επιδίωξη είναι η επιστράτευση τής διαδικασίας duces tecum για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης (βλ. κατ' αναλογίαν, Allergan Inc and Others v Amazon Medical Does 1-10
(2018)EWHC 307 (QB), Sunderland Steamship P and I Association v Gatoil International Inc («The Lorenzo Halcoussi»)
(1988)1 Lloyd's Rep 180,184-185), εντός των δεόντων συνταγματικών πλαισίων για διασφάλιση της δίκαιης δίκης (βλ. κατ' αναλογίαν, PFE International Inc (BVI) and Others v Industrial Development Corporation of South Africa Ltd
(2012)ZACC 21 [Συνταγματικό Δικαστήριο Νοτίου Αφρικής], Khanna v Lovell White Durrant (a Firm)
(1994)4 All ER 267) - και τα οποία (έγγραφα) δεν μετατράπηκαν επέκεινα σε τεκμήρια στην δίκη ώστε να ενταχθούν στο προς συνεκτίμηση μαρτυρικό υλικό (βλ. κατ' αναλογίαν, Trade Practices Commission v Arnotts Limited (No 2)
(1989)88 ALR 90, Waind v Hill and National Employers' Mutual General Association Ltd
(1978)1 NSWLR 372, R v Gilmore
(1961)NZLR 384), αγνοήθηκαν για τον σκοπό αυτό (βλ. κατ' αναλογίαν, Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν ET Autospares Enterprises Ltd και Άλλων
(1998)1(Β) ΑΑΔ 843, 850, Καύκαρκου ν Χαπούπη
(1992)1(Α) ΑΑΔ 260, 263). Συνοψίζω τη μαρτυρία των μαρτύρων. Ο ΧΧΧΧΧ Μαλέκκος (ΜΕ1), δήλωσε την άγνοια του για τις επίδικες μεταβιβάσεις αμφισβητώντας με τα λεχθέντα του πλείστα όσα φερόμενα ως γεγονότα προέταξαν οι εναγόμενοι ως αντίρροπα όχι μόνο της δικής του εκδοχής αλλά και της εκδοχής τής αδελφής του ΧΧΧΧΧ Μαλέκκου (ΜΕ2). Η ΧΧΧΧΧ Μαλέκκου (ΜΕ2), ομοίως με τον ΧΧΧΧΧ Μαλέκκου (ΜΕ1), εξήγησε για ποιο λόγο τα όσα οι ενάγοντες αποδίδουν στους εναγομένους είναι ορθά. Ο ΧΧΧΧΧ Χρυσάνθου (ΜΕ3), ως Υπεύθυνος του Γραφείου Γραφολογίας της Αστυνομίας εξήγησε ως πραγματογνώμονας γραφολόγος την Εμπιστευτική Έκθεση Πραγματογνώμονα που κατήρτισε για τα επίδικα θέματα (βλ. Τεκμήριο 23 και Έγγραφο Γ). Ο ΧΧΧΧΧ Πετρίδης (ΜΕ4), ως εκτιμητής ακινήτων, ανέλυσε την Έκθεση Εκτίμησης που συνέταξε στις 26.8.11, ως Τεκμήριο
  1. Ο ΧΧΧΧΧ Τσίγκης (ΜΕ5), Λειτουργός στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, κατέθεσε για τις αφορώσες μεταβιβάσεις και τις συναφείς προς τούτο ενέργειες του τμήματος. Ο ΧΧΧΧΧ Ισαάκ (ΜΥ1), παρουσιάστηκε ως ένας εκ των Διευθυντών των εναγομένων 2, απορρίπτοντας τα όσα οι ενάγοντες καταγιγνώσκουν εναντίον των εναγομένων
  2. Ο ΧΧΧΧΧ Θουκυδίδης (ΜΥ2), παρέθεσε τη μαρτυρία του ως πιστοποιών υπάλληλος, αρνούμενος καθετί αποδιδόμενο σε αυτόν από τους ενάγοντες. Στις αγορεύσεις οι δικηγόροι επιχειρηματολόγησαν πως η μαρτυρία (και οι εφαρμοζόμενες νομικές αρχές), δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε υιοθέτηση των αντίστοιχων θέσεων τους. Διεξήλθα τη γραπτή και προφορική μαρτυρία. Το ίδιο και τις αγορεύσεις. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Έθεσα ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή της γνώσης των μαρτύρων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν για να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιωδών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις), τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Δεν απέδωσα υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους διαγωγής, αφού κάτι τέτοιο θα ενείχε κινδύνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), εφόσον δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να αντανακλούν μια ολοσχερώς αλλιώτικη εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών και όχι κατ' ανάγκην από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Τελούσα σε διαρκή εγρήγορση ώστε, σταθμίζοντας τη μαρτυρία, να μην συμπλέξω απαραδέκτως την αξιοπιστία με το εφαρμοζόμενο βάρος και επίπεδο απόδειξης (βλ. κατ' αναλογίαν, Αθανασίου και Άλλου ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, 636-642). Για τους πραγματογνώμονες μάρτυρες δεν θεώρησα τον τρόπο τους στο εδώλιο τόσον σημαντική όσον των άλλων μαρτύρων και τούτο από υποδείξεις της νομολογίας επί του θέματος (βλ. κατ' αναλογίαν, Genzyme Corporation v Kayat Trading Limited, ΠΕ 199/14, ημ. 25.5.18, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 62-65), χωρίς να σημαίνει πως αξιολόγησα τη μαρτυρία των ειδικών αυτών, με γνώμονα άλλο από τις καθιερωμένες αρχές, ή ότι τους αντιμετώπισα κατά ανόμοιο τρόπο από τους υπόλοιπους μάρτυρες, μια και κάτι τέτοιο θα ήταν, ως αρχή, κατακριτέο (βλ. κατ' αναλογίαν, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298, 2309-2310, Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, 119). Αναμφιβόλως η σοβαρότητα και υπευθυνότητα με την οποία οι μάρτυρες που κατέθεσαν ως πραγματογνώμονες αισθάνθηκαν το έργο τους, συνέθεσε στοιχείο αξιολόγησης τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Μιτσιγιώργη και Άλλος ν Αδελφών Γαλάζη (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1811, 1814). Αποτιμώντας τη μαρτυρία δεν περιορίστηκα στην ατομική εκτίμηση τής αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. κατ' αναλογίαν, Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά συσχέτισα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης (βλ. κατ' αναλογίαν, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση για την ανθρώπινη προσωπικότητα, γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη πάντοτε), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, Καραολή ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 418/11, ημ. 15.2.18, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609 - με αυτό να εφαρμόζεται υπό προϋποθέσεις (βλ. Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1954, σελ. 635) στις ισχύουσες εδώ περιπτώσεις όπου υπάρχουν και συνεναγόμενοι (βλ. κατ' αναλογίαν και γενικώς, Γαλάτης και Άλλων ν Του Πλοίου «Gypsy Queen» και Άλλων, Αγ. Ναυτ. 7/16, 10.9.18, Murdoch v Taylor
(1965)1 All ER 406, 409-417) - πραγματεύθηκα την κάθε παράλειψη αντεξέτασης (η οποία δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς ή και καθόλου), ως δηλωτική αλληλοαναίρεσης στην προώθηση των θέσεων τού αντεξετάζοντος ή και ως αποδυναμωτική τούτων (ή και ως παραδοχή), ζυγιάζοντας την κάθε παράβλεψη αναλόγως της σοβαρότητας της (βλ. κατ' αναλογίαν, Σενέκκης ν Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ
(2012)1(Α) ΑΑΔ 417, 436, Μοσχάτου ν Μοσχάτου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 785, 790-791), με το απόσταγμα της διεργασίας να αντανακλάται στα δικαστικά ευρήματα και συμπεράσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Περσιάνη ν Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 194/12, ημ. 20.3.18, Στέλιος Σάββα και Υιοί Λτδ ν Medcon Constructions Limited, ΠΕ 53/13, ημ. 20.3.18, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298). Όπως αυθωρεί θα αναλύσω εκτενέστερα, οι ενάγοντες (και οι μάρτυρες που κάλεσαν), μου προξένησαν καλή εντύπωση (ως μάρτυρες), καθότι αυτοί ήσαν σταθεροί, ορθολογικοί, συνεπείς και αταλάντευτοι κατά την αντεξέταση, σε αντίθεση με τους ΧΧΧΧΧ Ισαάκ (ΜΥ1) και εναγόμενο 3 ΧΧΧΧΧ Θουκυδίδη (ΜΥ2), οι οποίοι ήσαν (ανάμεσα σε άλλα), αλληλοαναιρούμενοι, ασυνεχείς, γενικοί, αόριστοι και κλονισθέντες κατά την αντεξέταση. Οι ΧΧΧΧΧ Χρυσάνθου (ΜΕ3) και ΧΧΧΧΧ Πετρίδης (ΜΕ4), έδωσαν τη μαρτυρία τους ως πραγματογνώμονες για πλείστα όσα θέματα ενέπιπταν εντός της ειδικότητας τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Σάββα ν Α/φοί Κουρίδη Λτδ, ΠΕ 74/12, ημ. 26.2.18, Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 162/14, ημ. 2.5.17, Αντωνίου ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 766, 785-787). Προχωρώ στην εις βάθος αιτιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Για τους ΧΧΧΧΧ Μαλέκκο (ΜΕ1) και ΧΧΧΧΧ Μαλέκκου (ΜΕ2) εκείνο που αμφισβητήθηκε από κάποιους των εναγομένων ήταν η κατ' ισχυρισμόν γενικότητα και αοριστία των θέσεων τους - ιδιαίτερα του ΧΧΧΧΧ Μαλέκκου (ΜΕ1) - πως το πρώτο και το δεύτερο ακίνητο κλάπηκαν χωρίς οι εν λόγω μάρτυρες να είναι σε θέση να κατονομάσουν οιονδήποτε των εναγομένων είτε ως αυτουργό είτε ως ηθικό αυτουργό των μεταβιβάσεων οι οποίες οδήγησαν και στην αποξένωση (ή στην προσπάθεια αποξένωσης) του πρώτου και του δεύτερου ακινήτου. Η μομφή είναι άτοπη και τούτο γιατί οι ΧΧΧΧΧ Μαλέκκος (ΜΕ1) και ΧΧΧΧΧ Μαλέκκου (ΜΕ2), αναφέρθηκαν στη μαρτυρία σε γεγονότα ως οι ίδιοι τα βίωσαν γνωρίζοντας από πρώτο χέρι αν συναίνεσαν ή δεν συναίνεσαν για τη μεταβίβαση της περιουσίας τους ή αν έδωσαν ή δεν έδωσαν οδηγία ή εντολή στους εναγομένους ή σε άλλον τρίτο για το πρώτο και το δεύτερο ακίνητο. Οι ενάγοντες απέφυγαν να εκφράσουν δίκην δικαστικής κρίσης, εκτίμηση ερμηνευτική της δοθείσας μαρτυρίας και του νόμου που περιστοιχίζει τα πράγματα προς θεμελίωση της αγωγής. Οι ΧΧΧΧΧ Μαλέκκος (ΜΕ1) και ΧΧΧΧΧ Μαλέκκου (ΜΕ2), κατέθεσαν με τρόπο αψόγως ειλικρινή, αντανακλώντας συνάμα (από το εδώλιο του μάρτυρα ως είχα τη δυνατότητα να παρατηρήσω) και μια απόγνωση και απορία ως προς το πώς και γιατί βρέθηκαν ξαφνικώς σε μια τέτοια δεινή κατάσταση, χωρίς τούτο να δικαιολογείται βασίμως από ό,τι είπαν και έπραξαν. Οι μάρτυρες - και αυτό μπορεί να άπτεται περισσότερο της βαρύτητας της μαρτυρίας παρά στην αξιοπιστία της (έχει όμως σημασία να επισημανθεί στο εξεταζόμενο πλαίσιο γιατί δεν αποσυναρτάται εντελώς από την αλήθεια που οι μάρτυρες αυτοί επιχείρησαν να εκφράσουν επί Δικαστηρίω) - συνάδει και με έγγραφη μαρτυρία κοινώς δεκτή μεταξύ των διαδίκων (ή και ουδόλως αμφισβητηθείσα από αυτούς), όπως εκείνη που αφορά στα περί πλαστογραφίας και δη (δειγματικώς), στην Εμπιστευτική Έκθεση του πραγματογνώμονα ΧΧΧΧΧ Χρυσάνθου (ΜΕ3). Αξιοσημείωτο είναι προσέτι και το ότι ο δικηγόρος του εναγομένου 1 δεν έθεσε στους ΧΧΧΧΧ Μαλέκκο (ΜΕ1) και ΧΧΧΧΧ Μαλέκκου (ΜΕ2) την ολότητα της εκδοχής τού πελάτη του ως τούτη δικογραφείται στην παράγραφο 8 της Υπεράσπισης (ως αυτολεξεί μεταφέρθηκε ανωτέρω), για να δώσει αν μη τι άλλο τον λόγο στους ενάγοντες/μάρτυρες να τη σχολιάσουν (βλ. κατ' αναλογίαν, Ευσταθίου ν Alpha Bank Ltd
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1682, 1692). Εκείνο που υποβλήθηκε από τον δικηγόρο στην ΧΧΧΧΧ Μαλέκκου (ΜΕ2) ήταν ότι τα επίδικα πληρεξούσια ήσαν «.απόλυτα εντάξει πληρεξούσια που μπορεί να χρησιμοποιήσει το άτομο το οποίο εξουσιοδοτείται για να προβεί στις πράξεις που αναφέρονται στο πληρεξούσιο», με την μάρτυρα να διαφωνεί καθέτως με τη θέση. Στοιχειωδώς - και αυτό κατά παρέκβασιν δοθείσας της ευκαιρίας - όσα γράφονται στην παράγραφο 8 της Υπεράσπισης δεν ισοδυναμούν με παραδοχή, προπάντων όταν δεν δόθηκε για αυτά μαρτυρία από τον εναγόμενο 1 ή από άλλον μάρτυρα (βλ. κατ' αναλογίαν, Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν ET Autospares Enterprises Ltd και Άλλων
(1998)1(Β) ΑΑΔ 843, 850, Aloupou and Others v Hdjigeorghiou and Others
(1984)1 CLR 475, 489). Δέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία των ΧΧΧΧΧ Μαλέκκου (ΜΕ1) και ΧΧΧΧΧ Μαλέκκου (ΜΕ2). Ο ΧΧΧΧΧ Χρυσάνθου (ΜΕ3), ήταν υποδειγματικός, με τη μεθοδολογία που υιοθέτησε για τα συμπεράσματα και πορίσματα του να μην αμφισβητείται στην αντεξέταση (όπως τελικώς έγινε και για την υπόλοιπη μαρτυρία του), με τους δικηγόρους των εναγομένων 2-4 να μην τον αντεξετάζουν, με τον δικηγόρο του εναγομένου 1 να του θέτει ερωτήματα που δεν άμβλυναν, ως εκ των απαντήσεων του μάρτυρα, τη θετική εικόνα επί της ουσίας της μαρτυρίας που παρέθεσε. Δέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του ΧΧΧΧΧ Χρυσάνθου (ΜΕ3). Ο ΧΧΧΧΧ Πετρίδης (ΜΕ4), αντεξετάστηκε μόνο από τον δικηγόρο των εναγομένων 2 και ήταν θετικός ως μάρτυς, παραθέτοντας τη μαρτυρία του με αναφορά και στα συγκριτικά τεμάχια που εμφαίνονται στα σχεδιαγράμματα και κτηματολογικά σχέδια (βλ. Τεκμήριο 25). Καμία από τις αντεξεταστικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατόρθωσε να καταρρίψει τη λεπτομέρεια και επαγγελματισμό του κατά την προετοιμασία και παρουσίαση της μαρτυρίας του με σκοπούμενη την επικουρία του Δικαστηρίου στην αποτίμηση της γνώμης του προς εξαγωγή ανάλογων συμπερασμάτων και ευρημάτων. Παρενθέτεται κάτι το καίριο. Για άγνωστους λόγους, πιθανώς από ακούσια παράλειψη, δεν ζητήθηκε από τον μάρτυρα να καταθέσει ως κανονικό τεκμήριο στη διαδικασία την Έκθεση Εκτίμησης (Τεκμήριο για Αναγνώριση 1), με παρεπόμενο αυτή να μην μπορεί να καταταχθεί στο μαρτυρικό υλικό (βλ. κατ' αναλογίαν, Κυπριακή Δημοκρατία ν EPCO Cyprus Ltd και Άλλων
(2007)1(Β) ΑΑΔ 883, 889-890, Δήμος Λευκωσίας ν ELK Trading Ltd
(2003)2 AAΔ 120, 122). Πέραν τούτου (και αυτό αφορά στη μαρτυριακή βαρύτητα), τα όσα δήλωσε ο μάρτυς νομιζόμενος ότι το κείμενο της εκτίμησης του βρισκόταν κατατεθειμένο ως μαρτυρία στο Δικαστήριο, αναδύει μια ένδεια ενάργειας, ακριβώς για αυτό το λόγο - όπως φερ' ειπείν για το ποια ακίνητα είναι που αναφερόταν ο μάρτυς με περιττή την περί τούτου δικηγορική αρωγή τού είδους «.(σ.σ) εννοεί το Α ακίνητο μέσα στο κείμενο της εκτίμησης Τεκμήριο προς Αναγνώριση 1.» (όπως καταγράφεται στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου των εναγόντων), ως προς το τι είναι που εννοούσε ο μάρτυς επί παραδείγματι όταν αναφερόταν «.[γ]ια το Α.» (ακίνητο) ή για έτερο ακίνητο που λέγεται ότι έτυχε εκτίμησης από αυτόν - καθώς και (όπως και να έχουν τα πράγματα), εγγενείς κινδύνους απότμησης τους από τον κύριο κορμό της μαρτυρίας του μάρτυρα που δεν ήταν άλλος από την Έκθεση Εκτίμησης (Τεκμήριο για Αναγνώριση 1). Τα σχεδιαγράμματα όμως και τα κτηματολογικά σχέδια (Τεκμήριο 25), συνθέτουν οπωσδήποτε αξιοποιήσιμο μαρτυρικό υλικό, για όποια αξία τούτο θα μπορούσε να έχει υπό τις περιστάσεις. Δέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του ΧΧΧΧΧ Πετρίδη (ΜΕ4). Ο ΧΧΧΧΧ Τσίγκης (ΜΕ5) - ο οποίος αντεξετάστηκε πολύ συνοπτικώς από τον δικηγόρο του εναγομένου 1 και κάπως εκτενέστερα από τον δικηγόρο των εναγομένων 2 - έδωσε τη μαρτυρία του συμπαγώς και άνευ διαθλάσεων παραμένοντας άσειστος στη θέση πως λειτούργησε καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους σύμφωνα με τα καθήκοντα του δίχως να προκύψει από την αντεξέταση κάτι το δυσαρμονικό περί των όσων κατέθεσε. Δέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του ΧΧΧΧΧ Τσίγκη (ΜΕ5). Ο ΧΧΧΧΧ Ισαάκ (ΜΥ1), υπήρξε κακός ως μάρτυς, όντας γενικευτικός, προσχηματικός και αντιφάσκων σε σημαίνουσες πτυχές της μαρτυρίας του αποσκοπώντας όπως διαφάνηκε να αποστασιοποιηθεί από οτιδήποτε μπορούσε να τον καταστήσει υπόλογο στα όσα του καταμαρτυρούνται από τους ενάγοντες. Ο μάρτυς ανέφερε αρχικώς κατά την αντεξέταση με αναφορά στη Συμφωνία για Αγορά Οικοπέδου ημερομηνίας 12.4.12 (βλ. Τεκμήρια 7 και 29), ότι αφού ελέγχθηκε το αντίστοιχο πληρεξούσιο και κρίθηκε ως ικανοποιητικό, οι συμβαλλόμενοι το υπέγραψαν και το κατέθεσαν στο Κτηματολόγιο, με αυτόν να δίνει στον εναγόμενο 1 την προβλεπόμενη στη συμφωνία προκαταβολή ύψους €20.000. Η θέση αυτή του μάρτυρα, καίτοι με τη δική της υπόσταση ως εκ των λεπτών ισορροπιών που χαρακτηρίζουν τα επίδικα γεγονότα, δεν αναφέρθηκε, ως θα αναμενόταν, κατά την κυρίως εξέταση του (ας πούμε στη γραπτή του δήλωση-Έγγραφο Δ). Όταν ο μάρτυς αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση για το ότι κατέβαλε το εν λόγω ποσό προς τον εναγόμενο 1 (αφού η εκδοχή του αυτή για πρώτη φορά είχε προβληθεί τη στιγμή εκείνη), ο μάρτυς παραπέμποντας (ως είχα τη δυνατότητα να δω κατά τη διά ζώσης μαρτυρία) στη γραπτή του δήλωση-Έγγραφο Δ, είπε πως υπήρχαν εκεί και οι σχετικές αποδείξεις, για να υπογραμμίσει λίγο πιο μετά (χωρίς να εντοπίσει το έγγραφο ή τα έγγραφα στα οποία αναφερόταν επί της γραπτής του δήλωσης-Έγγραφο Δ), ότι «.έδωσα προκαταβολή όπως γράφει στο συμβόλαιό μου και πλήρωσα όλο το τίμημα του οικοπέδου και τις 200 χιλιάδες. Τώρα δεν θυμούμαι αν είναι 12 που τις έδωκα ή 11 ημερομηνία». Εκτός τού ότι η απάντηση απείχε πολύ από το να ικανοποιεί αντικειμενικώς το ερώτημα, ανέδειξε και μια άλλη ανακολουθία και αντίφαση στη μαρτυρία του μάρτυρα, υπό την έννοια πως λίγο προηγουμένως τούτος είχε δηλώσει απεριφράστως ότι την προκαταβολή την κατέβαλε προς τον εναγόμενο 1 στις 12.4.12, όταν «.πήγαμε στο Κτηματολόγιο καταθέσαμε το πωλητήριο και του έδωσα τις 20 χιλιάδες». Οι αιτιάσεις του μάρτυρα περί αστοχίας μνήμης, όπως αντιλήφθηκα ενώ τούτος κατέθετε, εκφράσθηκαν ως πρόφαση και διόλου πειστικώς (για να πω το λιγότερο). Ο μάρτυς επανήλθε για να προσθέσει, διαρθρώνοντας την απάντηση του αυτή τη φορά με τρόπο που η μεταβλητή τού μνημονικού να μετατοπιστεί στο εάν το αναφερόμενο από αυτόν ως γεγονός βρισκόταν καταγεγραμμένο ή όχι στη γραπτή δήλωση-Έγγραφο Δ (και ουχί για το αν το ποσό κατεβλήθη ή δεν κατεβλήθη προς τον εναγόμενο 1), ο μάρτυς απέληξε στο ότι «.εγώ έδωκα τα λεφτά μου και έχω και αποδείξεις που τα πλήρωσα». Προκλήθηκε ευστόχως ο μάρτυς από τον αντεξετάζοντα να παρουσιάσει «.την απόδειξη των 20 χιλιάδων ευρώ που έδωσες προκαταβολή», με τον μάρτυρα να προφασίζεται ότι δεν μπορούσε να βρει την απόδειξη συνημμένη στη γραπτή του δήλωση-Έγγραφο Δ «.όπως τα έβαλε δαμέ ο δικηγόρος μου.», τονίζοντας μολαταύτα πως «.μπορώ από την τράπεζα να μου βγάλει statement να φανούν καθαρά». Δεν παρουσιάστηκε μια τέτοια κατάσταση λογαριασμού και τούτο επισημαίνεται αποκλειστικώς και μόνο με αναφορά στην αξιοπιστία του μάρτυρα και όχι στην όποια βαρύτητα θα μπορούσε να δοθεί στην εκπεφρασμένη θέση του ως υποδηλούσα γεγονός. Ο μάρτυς είπε στη γραπτή δήλωση-Έγγραφο Δ (στην παράγραφο 8) ότι στις 12.4.12 κατέθεσε τη Συμφωνία για Αγορά Οικοπέδου (βλ. Τεκμήριο 29) στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας με τα σχετικά πληρεξούσια έγγραφα των εναγόντων. Υποβλήθηκε σε αυτόν πως τούτο δεν έγινε, με τον μάρτυρα να αντιτείνει πως «.τα κατάθεσα, είναι στο Κτηματολόγιο, μπορούν να το διερευνήσουν ότι κατατέθηκαν». Κλήθηκε ο μάρτυς να παρουσιάσει απόδειξη κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου, χωρίς να το πράττει, προτάσσοντας όμως με βεβαιότητα και σιγουριά ότι τα έγγραφα κατατέθηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, ως είχε περιγράψει στη μαρτυρία του. Όταν του υποβλήθηκε πως έγγραφη μαρτυρία, όπως τα Τεκμήρια 26 και 27 (τα οποία είχαν κατατεθεί από τον ΧΧΧΧΧ Τσίγκη (ΜΕ5)), ποσώς απεδείκνυαν τον ισχυρισμό του, η άτεγκτη στάση του μάρτυρα πως το πωλητήριο έγγραφο είχε κατατεθεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας την προειρημένη ημερομηνία μετατράπηκε σε διαλλακτική, με αυτόν να απαντά πως «.εγώ είμαι σχεδόν σίγουρος ότι κατέθεσα τη συμφωνία στο Κτηματολόγιο» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Τέθηκε περιπλέον στον μάρτυρα πως ένδειξη για το ότι το Τεκμήριο 29 δεν κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας στις 12.4.12 είναι και το ότι τα επίμαχα πληρεξούσια έγγραφα που συναπαρτίζουν μέρος του Τεκμηρίου 29 φέρουν σφραγίδα χαρτοσήμανσης την 25.4.12, με αυτόν να λέγει (φανερώς αμήχανα), πως τη σφραγίδα χαρτοσήμανσης πρώτη φορά την έβλεπε. Σε μια παράπλευρη άποψη των πραγμάτων, ο μάρτυς συνέπλεκε την πληρωμή της προκαταβολής των €20.000, άλλοτε με το τίμημα πώλησης και άλλες φορές με τους φόρους και τα μεταβιβαστικά, επιχειρώντας να θολώσει την εικόνα τής κατ' ισχυρισμόν συναλλαγής. Τα ίδια ισχύουν και για τις τοποθετήσεις του μάρτυρα με παραπομπή, ας πούμε, στις επιταγές-Τεκμήρια 33 και 34, με αυτόν να ισχυρίζεται την ύπαρξη ανάλογων αποδείξεων, περιγραφικών της αντιπαροχής ή του αντικειμένου των πληρωμών (που όμως δεν εντοπίστηκαν από τον μάρτυρα μολονότι η οντότητα τους πιστοποιήθηκε από τον ίδιον), με τον μάρτυρα να ταλαντεύεται αργότερα ως προς τους λόγους και τον τρόπο έκδοσης των επιταγών, τοποθετούμενος σε σχετική υποβολή (και αποκομμένα από την πλήρη αλήθεια), πως δεν γνώριζε αν οι χρηματικές αυτές συναλλαγές, όπως τις παρουσίασε, αφορούσαν σε προμήθειες (τοις μετρητοίς) του εναγομένου 1, ή όχι. Τέλος - με δοσμένες και άλλες αποκλίσεις στη μαρτυρία του επί των οποίων δεν χρειάζεται να επεκταθώ ως εκ της εντρύφησης που προηγήθηκε - ο μάρτυς τόσον στη γραπτή του δήλωση (βλ. Έγγραφο Δ) και ενδεικτικώς στην παράγραφο 6 αυτής, όσον και σε μεγάλο μέρος της αντεξέτασης, διατεινόταν ότι ο εναγόμενος 1 τού είχε πει πως «.είναι πληρεξούσιος των ιδιοκτητών, δηλαδή κάποιων Ανδρέα και Ευρυδίκης Μαλέκκου.», ή ως διαφορετικώς ετέθη στην αντεξέταση, ότι ο εναγόμενος 1 «.ήταν εξουσιοδοτημένος από τους ιδιοκτήτες των ακινήτων», με τον μάρτυρα να αλλάζει πλεύση περί τα τέλη της αντεξέτασης ισχυριζόμενος πως ο εναγόμενος 1 τού είχε δηλώσει αναφορικώς προς τα οικόπεδα ότι αυτά «.ήταν δικά του είπε μου και τζιείνος ήταν να πιάσει όλα τα λεφτά» και πως (όταν ρωτήθηκε για το κατά πόσον ο εναγόμενος 1 θα έπαιρνε τα χρήματα για να τα δώσει στους ιδιοκτήτες), ο μάρτυς απάντησε ότι, δήθεν, δεν γνώριζε και πως «.εμένα είπε μου εν δικά του τα οικόπεδα». Η θέση του μάρτυρα συγκρούεται με την εκδοχή των εναγομένων 2 στην Υπεράσπιση, με απογραφή εκεί (στην παράγραφο 15) «.ότι τα πραγματικά και αληθή γεγονότα που αφορούν τις δικές της πράξεις και ενέργειες, έχουν ως ακολούθως.» και πιο συγκεκριμένα στην παράγραφο 15(β) της Υπεράσπισης, όπου και λέγεται πως «.[σ]τη συνέχεια, έγινε συνάντηση στο οικόπεδο με αρ. εγγραφής 0/3115, τεμ. 2615 Φ.Σχ.30/24WI, όπου εκεί ο Εναγόμενος 1 ανέφερε στον ρηθέντα διευθυντή της Εναγόμενης 2 ότι, τυγχάνει πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των ιδιοκτητών και των 2 οικοπέδων, που εκ των υστέρων διεφάνη ότι ήσαν οι Ενάγοντες.» και με τις αναφορές στη γραπτή του κατάθεση προς την Αστυνομία στις 27.9.12 (Τεκμήριο 49, σελίδα 2), σημειώνοντας (για τον ΧΧΧΧΧ Βασιλείου, εναγόμενο 1 στην προκειμένη), πως «τον ρώτησα κατά πόσο έχει εξουσιοδότηση του ιδιοκτήτη για την πώληση του οικοπέδου και αυτός μου είπε ότι είναι Γενικός Πληρεξούσιος των ιδιοκτητών, δηλαδή κάποιων ΧΧΧΧΧ και ΧΧΧΧΧ Μαλέκκου», αλλά και με την εκδοχή του εναγομένου 1 στην Υπεράσπιση του (στις παραγράφους 7, 8, 12, 13, 14), με τον δικηγόρο του τελευταίου να μην αντεξετάζει τον μάρτυρα πάνω σε αυτό. Τον αντεξέτασε όμως η δικηγόρος του εναγομένου 4, η οποία επαναληπτικώς υπενθύμισε στον μάρτυρα πως είχε πει προγενέστερα στην αντεξέταση ότι «.ο ΧΧΧΧΧ Βασιλείου σας είπε ότι τα συγκεκριμένα οικόπεδα είναι δικά του επειδή είχε πληρεξούσιο», με τον μάρτυρα να προβαίνει σε μια υποτιθέμενη διευκρίνιση (με ορατή την αποσκίρτηση από οιανδήποτε διάθεση παράθεσης της όλης αλήθειας ως είχα τη δυνατότητα να δω), εξοβελίζοντας προηγούμενες περί του αντιθέτου αναφορές του (που και εκείνες αντιστρατεύονταν προγενέστερες αναφορές του συναφώς προς τα υπό ανάλυσιν), λέγοντας (περί του εναγομένου 1 και των δηλώσεων του) ότι το πρώτο και το δεύτερο ακίνητο «.[μ]εταφορικά είναι δικά του, τζιείνος είναι ο αντιπρόσωπος τους τώρα. Τώρα πώς τα απέκτησε από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη δεν το ξέρω». Αυτή η διάσταση μεταξύ μαρτυρίας και δικογράφησης - όπως και εκείνη ανάμεσα στην προφορική μαρτυρία τού μάρτυρα και της γραπτής του κατάθεσης προς την Αστυνομία (Τεκμήριο 49), ουσιώδης ως είναι ως εκ των συνθηκών και περιστάσεων που την περιβάλλουν (βλ. κατ' αναλογίαν, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15 και άλλες, ημ. 4.7.17, Πουτζιουρής και Άλλος ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 309, 329-332) - δεν μπορεί να αγνοηθεί ως επιδρούσα στη αξιοπιστία του μάρτυρα για ό,τι τώρα αναλύεται (βλ. κατ' αναλογίαν, Παπά ν D Stavrinos Constructions Ltd, ΠΕ 717/08, ημ. 21.2.17). Το μόνο μέρος της μαρτυρίας τού ΧΧΧΧΧ Ισαάκ (ΜΥ1) που αποδέχομαι ως αξιόπιστο, είναι εκείνο που ασχολείται με την περιγραφή των εργασιών των εναγομένων 2 (βλ. παράγραφο 2 της γραπτής δήλωσης του (Έγγραφο Δ)), επί του οποίου ο μάρτυς δεν αντεξετάστηκε αμφισβητητικώς αλλά επιδοκιμαστικώς από τον συνήγορο των εναγόντων. Η αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρα ως αξιόπιστου εν αντιθέσει προς το υπόλοιπο είναι μια θεμιτή και πρόσφορη δικαστική επιλογή (βλ. κατ' αναλογίαν, Μιχαήλ ν Λαπίθη και Άλλων, ΠΕ 336/11, ημ. 12.1.18, Μιχαήλ και Άλλου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 145/14, ημ. 15.4.16, Φάρμα Ρένος Χ″ Ιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν Χίννη
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1331, 1333-1335, Βαριάνου ν Δρ Ανδρέα Π Βορκά
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1541, 1570). Απορρίπτω ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία του ΧΧΧΧΧ Ισαάκ (ΜΥ1), στην κλίμακα που λέχθηκε. Ο ΧΧΧΧΧ Θουκυδίδης (ΜΥ2), προέβαλε τη μαρτυρία του με αμυντική διάθεση και με καθαρό το εγχείρημα απομάκρυνσης του από την εκδοχή των εναγόντων. Κατ' αρχάς υποσημειώνω - γιατί δεν είναι αυτό από μόνο του που έγειρε τα περί αξιοπιστίας του προς το δυσμενές - πως τούτος προσπάθησε να προσδώσει κύρος στην εκτέλεση των καθηκόντων του ως πιστοποιών υπάλληλος λέγοντας ή αφήνοντας να νοηθεί ότι μπορεί μεν τα καθήκοντα του να τα εκτελούσε στο καφενείο του όμως διατηρούσε εκεί γραφείο, κάπως ξεχωριστό από τον χώρο του καφενείου «.στον έναν χώρο το οποίο είναι κλειστό η μια πλευρά», για να εξειδικεύσει (όταν ο κ. Θεοδωρίδης επανήλθε στη θεματική τού γραφείου του μάρτυρα ρωτώντας τον εάν εννοούσε «.το γραφείο δωμάτιο ή έπιπλο γραφείο;»), με την εικόνα που εξέπεμψε ο μάρτυς απαντώντας να είναι κατ' ελάχιστον αρνητική, λέγοντας «.[ε]ντάξει, έπιπλο γραφείο αλλά σε δωμάτιο που λέμε η μια πλευρά δεν επικοινωνεί με το καφενείο». Όταν ρωτήθηκε αν στον χώρο εκείνο είχαν πρόσβαση και άλλοι εκτός από τον ίδιον, ο μάρτυς εμφανώς αναποφάσιστος και διστακτικός, απάντησε «. Ε... στον συγκεκριμένο χώρο όχι». Η θέση του κατατάσσεται και ως φύση ανταγωνιστική άλλου ισχυρισμού του ότι τηρούσε ορθά κατ' ουσίαν μέτρα φύλαξης εγγράφων και παρελκόμενων εν σχέσει προς τα καθήκοντα του ως πιστοποιών υπάλληλος «.όπως μπορεί να τα τηρεί κάποιος, όπως ένα χρηματοκιβώτιο που το ανοίγουν και πιάνουν τα». Στη γραπτή του όμως κατάθεση προς την Αστυνομία στις 5.10.12 (Τεκμήριο 50, σελίδα 4), ο μάρτυς ανέφερε πως «.τις σφραγίδες μου τις κλειδώνω σε συρτάρι γραφείου στο καφενείο μου. Κατά τη διάρκεια που το καφενείο είναι ανοιχτό, επειδή χρησιμοποιώ συχνά τις σφραγίδες, μπορεί να αφήσω το κλειδί πάνω στο συρτάρι, στο οποίο φυλάγω τις σφραγίδες μου». Δεν χρειάζονται, θεωρώ, άλλα σχόλια για αυτή την προβληματική και τα όσα ο μάρτυς επιδίωξε να εξεικονίσει. Εκεί που χωλαίνει ιδιαίτερα η μαρτυρία του ΧΧΧΧΧ Θουκυδίδη (ΜΥ2), από απόψεως αξιοπιστίας, είναι στο ότι από τη μια (ιδίως με αναφορά στο Πληρεξούσιον Έγγραφον-Τεκμήριο 4, που κατά τη θέση του είναι το μόνο που πιστοποίησε από τα όσα κατατέθηκαν), δήλωνε κατηγορηματικώς (λόγου χάριν στην παράγραφο 7 της γραπτής του δήλωσης-Έγγραφο Ε), πως για να προχωρήσει σε πιστοποίηση και να θέσει τις σφραγίδες του επ' αυτού, του «.παρουσιάστηκε πολιτική ταυτότητα του προσώπου που υπόγραψε αυτό ενώπιο μου, που χωρίς την πολιτική ταυτότητα του κατ ουδένα λόγω θα πιστοποιούσα αυτό» και από την άλλη, διατεινόταν ότι έχοντας δει την ταυτότητα αυτή (αφού μόνο έτσι θα πιστοποιούσε την υπογραφή), εκτέλεσε την πιστοποίηση δίχως όμως να καταγράψει τον αριθμό ταυτότητας τού εικαζόμενου ΧΧΧΧΧ Μαλέκκου στην υπό αναφοράν πιστοποίηση και αυτό επειδή, ως είπε «.εγώ πρώτα πρώτα σε όλες τις σφραγίδες μου δεν βάζω τον αριθμό ταυτότητας, τον βλέπω απλώς, δεν γράφω στο σημείο ΧΧΧΧΧ Μαλέκκος π.χ που να λέει αριθμός ταυτότητας». Βεβαίως η απαρέγκλιτη θέση του μάρτυρα για τον διαχρονικώς σταθερό τρόπο ενεργείας του όσον αφορά στην πτυχή που απασχολεί, δεν απαντά στο πώς ο υποτιθέμενος ΧΧΧΧΧ Μαλέκκος υπέγραψε στην παρουσία του μάρτυρα επιδεικνύοντας σε αυτόν και την ταυτότητα του δίχως να λέγει ο μάρτυς ότι το άτομο αυτό ήταν προσωπικώς γνωστό του (ως αναγράφεται στη σφραγίδα επί του Τεκμηρίου 4), αλλά και για ποιο λόγο, μπαίνοντας ο μάρτυς στον κόπο να γράψει χειρογράφως όλα τα άλλα στοιχεία επί της σφραγίδας δεν κατέγραψε και τον αριθμό ταυτότητας τού ούτω καλούμενου ΧΧΧΧΧ Μαλέκκου. Είναι γεγονός πως υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως πιστοποίησε την υπογραφή του προσώπου αυτού χωρίς να δει τον ίδιον προσωπικώς και την ταυτότητα του, με τον μάρτυρα να απαντά αποφατικώς. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει την άρνηση του στην υποβολή, ο μάρτυς προέταξε ότι «.Εγώ τον είδα. Για να κάμω έτσι πράγμα, για να πιστοποιήσω την υπογραφή είδα την ταυτότητά του». Σαφώς λοιπόν δεν απάντησε ο μάρτυς στο καίριο ερώτημα τού κατά πόσον είδε πράγματι τον ΧΧΧΧΧ Μαλέκκο (ΜΕ1) μπροστά του κατά τη διαδικασία πιστοποίησης, πτυχή που, ειρήσθω εν παρόδω, ο μάρτυς δεν άγγιξε μέχρι τη στιγμή εκείνη (συμπεριλαμβανομένης της γραπτής του δήλωσης όπου θα περίμενε κανείς κάποια περί τούτου μνημόνευση έχοντας κατά νουν και τις πρόνοιες των άρθρων 6 και 7 του Περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμου, Κεφ.39, ως ίσχυε πριν από την 30.11.12). Ο μάρτυς επέμεινε πως είδε τον παρουσιαζόμενο ως ΧΧΧΧΧ Μαλέκκο βάζοντας μπρος ως ενισχυτικό της θέσης του αυτής το ότι (ο μάρτυς) πιστοποίησε την υπογραφή του εν λόγω προσώπου έχοντας δει την ταυτότητα του και όχι πως τον είδε όντας ως προσωπικό γνωστό του ή με την ταυτότητα του να επιβεβαιώνεται από δύο πρόσωπα που ήσαν προσωπικώς γνωστά στον μάρτυρα και υπογράφοντα ως μάρτυρας στη σφραγίδα ή στην υπογραφή του προσώπου που σφραγίζει ή υπογράφει. Δεν διαφεύγει την προσοχή ότι, υπό μια οπτική, τα ενεστώτως απογραφόμενα διασυνδέονται εν τίνι τρόπω και με την αποδεικτική βαρύτητα της μαρτυρίας τού μάρτυρα. Δεδομένο αυτό. Αλλού στοχεύει η διερεύνηση, ήτοι στο ότι ο μάρτυς, παρ' όλες τις αναφορές του για την ορθή, νόμιμη και εντός του πλαισίου των εξουσιών του λειτουργία ως πιστοποιούντος υπαλλήλου αυτός εν γνώσει του πως δεν λειτούργησε τοιουτοτρόπως, επιχείρησε να περιπλέξει την κατάσταση για να δικαιολογήσει εκ των υστέρων με διάφορες προφάσεις και εφευρήματα την από μέρους του αποκλίνουσα διαχείριση τού Τεκμηρίου 4. Κατά τα άλλα, η μαρτυρία του μάρτυρα, σε ό,τι συνδέεται με τα υπόλοιπα πληρεξούσια έγγραφα τα οποία φαίνεται να πιστοποίησε ως πιστοποιών υπάλληλος (βλ. Τεκμήρια 12, 13 και 14), γίνεται αποδεκτή υπό την έννοια ότι τούτα δεν είναι πιστοποιημένα από τον ίδιον γιατί δεν είναι πραγματική η εκεί αποτυπωμένη ως υπογραφή του ούτε και δικές του οι σφραγίδες που, ομοίως, εναποτέθηκαν εκεί, με τα περί τούτων λεχθέντα τού μάρτυρα να χαρακτηρίζονται ως αδιακύμαντα κατά την εκφορά και διατύπωση τους και να υποστηρίζονται, πρωτίστως, από την αδιάσειστη μαρτυρία τού ΧΧΧΧΧ Χρυσάνθου (ΜΕ3) και την Εμπιστευτική Έκθεση Πραγματογνώμονα που τούτος συνέταξε (βλ. Έγγραφο Γ). Η αποδοχή της έκφανσης αυτής τής μαρτυρίας του μάρτυρα ως αξιόπιστης, σε αντίθεση προς το υπόλοιπο της (για τους λόγους που παρατέθηκαν), είναι, ως ειπώθηκε και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΧΧΧΧΧ Ισαάκ (ΜΥ1), μια προσφυής κατά τη νομολογία δικαστική επιλογή. Απορρίπτω ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία του ΧΧΧΧΧ Θουκυδίδη (ΜΥ2), στο μέτρο που είπα. Δέχομαι τη μαρτυρία - και εκδοχή - των εναγόντων και των μαρτύρων που κάλεσαν, ως αξιόπιστη, ενώ απορρίπτω ως αναξιόπιστη, με κάθε σεβασμό, τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγομένων και των μαρτύρων που παρουσίασαν. Πέντε επισημάνσεις πριν από τα (πρόσθετα) ευρήματα. Η πρώτη επισήμανση αφορά στο ότι αξιολογώντας τη μαρτυρία των ΧΧΧΧΧ Τσίγκη (ΜΕ5) και ΧΧΧΧΧ Ισαάκ (ΜΥ1) και μ' όλο που η παρούσα διαδικασία δεν είναι ποινικής μορφής αλλά αστικής, αυτοπροειδοποιήθηκα - έχοντας υπόψιν τον δικαστικό λόγο σε αποφάσεις Αμερικανικών Δικαστηρίων όπως οι United States v Tirouda, 394 F3d 683, 687 (9th Cir 2005), United States v Urdiales, 523, F2d 1245, 1248 (5th Cir 1975), United States v Bolin, 35 F3d 306, 308 (7th Cir 1974), United States v Nolte, 440 F2d 1124, 1126-27 (5th Cir 1971) - για την ανάγκη ύψιστης προσοχής κατά την αξιολογική προσέγγιση των μαρτύρων αυτών ένεκα της φερόμενης εμπλοκής τους ως συνεργών στα όσα οι ενάγοντες καταλογίζουν στους εναγομένους για το ενδεχόμενο η μαρτυρία των αναφερομένων μαρτύρων να είναι μολυσμένη από ιδιοτελή κίνητρα (στον βαθμό που ήταν αξιόπιστη). Δεν διακρίβωσα τέτοια ελατήρια είτε για τον ΧΧΧΧΧ Τσίγκη (ΜΕ5) - σε όλο το πεδίο της μαρτυρίας του - είτε για τον ΧΧΧΧΧ Ισαάκ (ΜΥ1), στο πολύ περιορισμένο μέγεθος που η μαρτυρία του έγινε δεκτή για τη φύση των εργασιών των εναγομένων 2. Η δεύτερη επισήμανση σχετίζεται με το ότι η απόρριψη της μαρτυρίας και εκδοχής των εναγομένων 1-3, δεν συνιστά στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας ενισχυτικό της μαρτυρίας και εκδοχής των εναγόντων, οι οποίοι συνεχίζουν να βαρύνονται με το βάρος απόδειξης τής αξίωσης, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. κατ' αναλογίαν, Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 260, 268-269). Η τρίτη επισήμανση συνδέεται με την επιλογή των εναγομένων 1 και 4 να μην δώσουν ή να μην παρουσιάσουν μαρτυρία και με το ότι η επιλογή αυτή, δικαιωματική ως είναι, δεν συγχωρεί άνευ ετέρου την εξαγωγή δυσμενών συμπερασμάτων εναντίον τους ούτε μετατρέπει σε αυταπόδεικτη την αξίωση (βλ. κατ' αναλογίαν, Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ ν Ματσούκα και Άλλου, ΠΕ 91/10, ημ. 3.7.14, Demchenko και Άλλου v Nassar
(2007)1(B) ΑΑΔ 1342, 1345, Παναγιώτου ν Ιωάννου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 917, 920). Η τέταρτη επισήμανση - που δεν απομονώνεται παντελώς από την τρίτη επισήμανση - άπτεται τού ότι η επιλογή του εναγομένου 1 να μην δώσει μαρτυρία όσο δεκτή και σεβαστή κι αν είναι (και είναι ως δικαίωμα), άφησε, στη βάση τού συνόλου της προκύψασας μαρτυριακής εικόνας, δυσαναπλήρωτα κενά, καίρια θα έλεγα, στην όλη υπερασπιστική οπτική (βλ. κατ' αναλογίαν, Kabbara v Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 177, 189, Λοφίτης ν Δημητρίου και Άλλης
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1402, 1410), αφού παρέμειναν σκοτεινές, ουσιώδεις πτυχές τής εκδοχής του που θα μπορούσαν να φωτιστούν, κατά πρώτο λόγο, από τη δική του μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Πέγκερος ν Δημοκρατίας
(1995)2 ΑΑΔ 143, 160 [με τη δικονομικοαποδεικτική διαφοροποίηση που επιτάσσει η ποινική ιδιαιτερότητα της αυθεντίας]), ή ως μαρτυρία για το τι το συγκεκριμένο πρόσωπο δυνατόν να έλεγε εάν καλείτο ως μάρτυς (βλ. κατ' αναλογίαν, Μαυρουδή και Άλλης ν Valerik
(2009)1(B) AAΔ.1232, 1239). Η πέμπτη επισήμανση αφορά στο ότι η εκκρεμοδικία ποινικής δίωξης εναντίον του εναγομένου 1 παραγνωρίζεται ως άσχετη και μη δυνάμενη - απουσιαζούσης καταδίκης ή παραδοχής του - να επηρεάσει την αξιοπιστία της εκδοχής τού τελευταίου, ή τη μαρτυρία και εκδοχή άλλου εναγομένου, για τον υποδειχθέντα λόγο (βλ. κατ' αναλογίαν, Μιλτιάδους ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 290/14, ημ. 14.11.16, Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν Κυριάκου
(1992)1(Α) ΑΑΔ 273, 279-280). Προχωρώ στα περαιτέρω ευρήματα. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο ενάγων 1 ΧΧΧΧΧ Μαλέκκος (ΜΕ1), ήταν ο νόμιμος εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ολόκληρου τού πρώτου ακινήτου (με αριθμό εγγραφής 10/2ΧΧ1, Φ/Σχ. 30/24W1, Τμήμα 10, Τεμάχιο 2ΧΧ3, περιοχή Κουτσοπέτρικα στο Γέρι (Λευκωσία) (βλ. Τεκμήριο 1) και μαζί με την αδελφή του ενάγουσα 2 ΧΧΧΧΧ Μαλέκκου (ΜΕ2), ήσαν οι εγγεγραμμένοι νόμιμοι ιδιοκτήτες από ½ μερίδιο έκαστος τού δεύτερου ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/3ΧΧ5, Φ/Σχ. 30/24W1, Τμήμα 10, Τεμάχιο 2ΧΧ5 (βλ. Τεκμήριο 2) στην ίδια περιοχή. Περί τα τέλη 2011, με αρχές 2012, οι ενάγοντες αποφάσισαν να πουλήσουν το δεύτερο ακίνητο και έτσι δημοσίευσαν αγγελία για πώληση του στην τιμή των €309.
  1. Όλες τις ενέργειες για την επιθυμούμενη πώληση τις είχε αναλάβει ο ΧΧΧΧΧ Μαλέκκος (ΜΕ1). Ως τηλέφωνο επικοινωνίας δόθηκε ο αριθμός φορητού τηλεφώνου του ΧΧΧΧΧ Μαλέκκου (ΜΕ1). Το ακίνητο δεν πουλήθηκε αφού δεν βρέθηκε κατάλληλος αγοραστής. Υπήρξε όμως ενδιαφέρον έστω και φραστικό, μια που λίγους μήνες πριν από τα επίδικα συμβάντα, άτομο που συστήθηκε ως «Πέτρος» είχε επικοινωνήσει με τον ΧΧΧΧΧ Μαλέκκο (ΜΕ1), πιθανόν στο φορητό τηλέφωνο του τελευταίου για κάποιες λεπτομέρειες (με τον μάρτυρα δικαιολογημένως να μην θυμάται λεπτομέρειες για τούτο αφού όπως παραστατικώς δήλωσε στη μαρτυρία του «.[π]ού να ξέρω εγώ ότι ήταν να μου κλέψουν τα οικόπεδα μου για να το κρατήσω. Δεν ήξερα ότι έπρεπε τα κρατήσω το τηλέφωνο γιατί ήταν να μας κλέψουν τα οικόπεδα»). Δεν υπήρξε συνέχεια. Την 25.9.12, ο ΧΧΧΧΧ Μαλέκκος (ΜΕ1), δέχθηκε τηλεφώνημα από το Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λεμεσού (ΤΑΕ), πληροφορούμενος από αρμόδιο αστυνομικό πως είχε διαπιστωθεί πως το πρώτο ακίνητο πουλήθηκε με πλαστογραφημένα έγγραφα και ότι είχαν συλληφθεί για αυτό τρία πρόσωπα ενώ αναμενόταν και η σύλληψη τέταρτου ατόμου με το όνομα ΧΧΧΧΧ Βασιλείου (δηλαδή του εναγομένου 1). Ο ΧΧΧΧΧ Μαλέκκος (ΜΕ1), μόλις πληροφορήθηκε τα καθέκαστα εκπλάγηκε αφού δεν είχε πουλήσει το πρώτο ακίνητο ή είχε συναινέσει προς τούτο. Μετά από συμβουλή που έτυχε από τον αστυνομικό που του είχε τηλεφωνήσει, επικοινώνησε αμέσως με το ΤΑΕ Λευκωσίας και προχώρησε σε καταγγελία. Το ΤΑΕ Λευκωσίας ήταν ήδη ενήμερο για το περιστατικό. Ο ΧΧΧΧΧ Μαλέκκος (ΜΕ1), ωθήθηκε να μεταβεί μονομιάς στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας για να πάρει τα στοιχεία της πώλησης και της μεταβίβασης του πρώτου ακινήτου (βλ. Τεκμήριο 27), όπερ και εγένετο. Λειτουργός του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας προμήθευσε τον ΧΧΧΧΧ Μαλέκκο (ΜΕ1) με πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 13.7.12 που ήταν κατατεθειμένο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού και με βάση το οποίο ο ΧΧΧΧΧ Μαλέκκος (ΜΕ1) παρουσιαζόταν πως είχε διορίσει ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του τον εναγόμενο 1 για να διενεργεί προς όφελος του ΧΧΧΧΧ Μαλέκκου (ΜΕ1) και πράξεις που αφορούσαν στην ακίνητη περιουσία του τελευταίου (βλ. Τεκμήριο 4). Ο ΧΧΧΧΧ Μαλέκκος (ΜΕ1), δεν γνώριζε τον εναγόμενο 1 και δεν είχε δώσει σε αυτόν (ή άλλον), ή και υπογράψει πληρεξούσιο για διαχείριση της περιουσίας του. Μόλις ο ΧΧΧΧΧ Μαλέκκος (ΜΕ1) είδε το πληρεξούσιο (Τεκμήριο 4), κατάλαβε ότι η υπογραφή που φαινόταν σε αυτό, κάτω από τη λέξη «ο Πληρεξουσιοδοτών», δεν ήταν η δική του υπογραφή. Δεν ήταν. Η υπογραφή ήταν πλαστογραφημένη για να εξαπατηθεί το Κτηματολόγιο και να προχωρήσει (παρανόμως) στη μεταβίβαση του πρώτου ακινήτου σε τρίτους. Ο ΧΧΧΧΧ Μαλέκκος (ΜΕ1), είπε για τα περί πλαστογραφίας στους αρμόδιους κτηματολογικούς λειτουργούς και έτυχε συμβουλής από τους τελευταίους για ανάκληση του πληρεξουσίου (βλ. Τεκμήριο 4), ώστε να αποτραπούν οι οιεσδήποτε άλλες παράνομες ενέργειες από τον εναγόμενο 1 για το πρώτο ακίνητο ή για άλλη ακίνητη περιουσία του ενάγοντα
  2. Ο ΧΧΧΧΧ Μαλέκκος (ΜΕ1), ετοίμασε επιτόπου στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας στις 25.9.12, χειρόγραφο έγγραφο (που υπέγραψε με αποτύπωση και του αριθμού ταυτότητας του ΧΧ7460), διά του οποίου δήλωνε ότι δεν είχε παραχωρήσει ούτε και διορίσει πληρεξούσιο αντιπρόσωπο για να διαχειρίζεται την περιουσία του, παρακαλώντας όπως μη γίνονται αποδεκτά τα όποια πληρεξούσια παρουσιάζονταν, τονίζοντας πως δεν υπέγραψε το πληρεξούσιο (Τεκμήριο 4) που είχε κατατεθεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Κατόπιν διαβημάτων κτηματολογικών λειτουργών, στις 25.9.12 παρουσιάστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας ο ΧΧΧΧΧ Ισαάκ (ΜΥ1), ως διευθυντής των εναγομένων 2, οι οποίοι (εναγόμενοι 2) φαίνονταν ως οι αγοραστές του πρώτου ακινήτου. Ο ΧΧΧΧΧ Ισαάκ (ΜΥ1), ανέφερε στην παρουσία του ΧΧΧΧΧ Μαλέκκου (ΜΕ1) προς τον αρμόδιο κτηματολογικό λειτουργό, πως είχε αγοράσει το πρώτο ακίνητο από τον ΧΧΧΧΧ Μαλέκκο (ΜΕ1) τον Απρίλιο 2014, τον οποίον όμως δεν έλαχε να γνωρίζει προσωπικώς. Είπε επιπλέον ότι διαπραγματευόταν την πώληση οικίας την οποία είχε πρόθεση να αναγείρει στο δεύτερο ακίνητο. Μόλις ο ΧΧΧΧΧ Μαλέκκος (ΜΕ1) έμαθε περί της πρόθεσης αυτής, η αγωνία του επιτάθηκε μια και κατάλαβε πως, κατά τα φαινόμενα, είχε προηγηθεί αλλότρια αποξένωση και άλλης ακίνητης του περιουσίας άνευ της εγκρίσεως του (βλ. Τεκμήριο 26). Το ίδιο και η συνιδιοκτήτρια τού δεύτερου ακινήτου ΧΧΧΧΧ Μαλέκκου (ΜΕ2), που δεν είχε εξουσιοδοτήσει οποιονδήποτε να πουλήσει το δεύτερο ακίνητο. Ύστερα από ηλεκτρονική έρευνα στα αρχεία του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας επιβεβαιώθηκε ότι το δεύτερο ακίνητο είχε μεταβιβαστεί και εγγραφεί στο όνομα των εναγομένων 2 τον Απρίλιο 2012, χωρίς οι ενάγοντες να γνωρίζουν πόσω δε να συναινούν σε κάτι τέτοιο. Η παράνομη πώληση και μεταβίβαση του δεύτερου ακινήτου όπως και εκείνη του πρώτου ακινήτου εγένετο με πλαστογραφημένα πληρεξούσια ημερομηνίας 11.4.12 (βλ. Τεκμήρια 13 και 14). Στις 25.9.12, ο ΧΧΧΧΧ Μαλέκκος (ΜΕ1), κατάγγειλε το περιστατικό στο ΤΑΕ Λευκωσίας δίνοντας γραπτή κατάθεση (βλ. Τεκμήριο 6), στην οποία επεξήγησε τα όσα ήξερε τη στιγμή εκείνη. Την επομένη (26.9.12), οι ΧΧΧΧΧ Μαλέκκος (ΜΕ1) και ΧΧΧΧΧ Μαλέκκου (ΜΕ2), με υπόδειξη του ΤΑΕ Λευκωσίας πήγαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας και έλαβαν αντίγραφα των εγγράφων που αφορούσαν στις παράνομες μεταβιβάσεις του πρώτου και του δεύτερου ακινήτου (βλ. Τεκμήρια 4, 7-14). Την 27.9.12, η ΧΧΧΧΧ Μαλέκκου (ΜΕ2) μετέβη στο ΤΑΕ Λευκωσίας και έδωσε κατάθεση για όλα όσα γνώριζε περί των εκτυλιχθέντων (βλ. Τεκμήριο 22). Την ίδια μέρα το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας μετά από μονομερή αίτηση των εναγόντων εξέδωσε (στην παρούσα υπόθεση και υπό άλλη δικαστική σύνθεση) συντηρητικό διάταγμα εναντίον των εναγομένων 2 και 4 για το πρώτο και το δεύτερο ακίνητο, με το διάταγμα αυτό να εγγράφεται στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας στις 28.9.12 (βλ. Τεκμήριο 28). Την 3.10.12, ο ΧΧΧΧΧ Μαλέκκος (ΜΕ1) κλήθηκε στο ΤΑΕ Λευκωσίας όπου και του ζητήθηκε να αναγνωρίσει άτομο που τελούσε υπό κράτηση σχετικώς προς την καταγγελία που του μάρτυρα για την πλαστογραφία της υπογραφής του. Ο ΧΧΧΧΧ Μαλέκκος (ΜΕ1) δεν αναγνώρισε το πρόσωπο αυτό λόγω του ότι δεν τον γνώριζε. Το άτομο αυτό ήταν ο εναγόμενος
  3. Ο εναγόμενος 1 (κατά τη διαδικασία αναγνώρισης) και στην παρουσία του ΧΧΧΧΧ Μαλέκκου (ΜΕ1) είπε πως δεν γνώριζε ή είχε συναντήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή τον ΧΧΧΧΧ Μαλέκκο (ΜΕ1). Η δήλωση αυτή του εναγομένου 1 - η οποία μηδέποτε αμφισβητήθηκε ή αντικρούστηκε από αυτόν ή άλλον εναγόμενο - αποτελεί (και γίνεται δεκτή) ως δήλωση του εναγομένου 1 εναντίον τού συμφέροντος του ως προς το τι αυτή εκφράζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Ευθυμίου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 191/16, ημ. 6.11.18). Η δήλωση τούτη αποκτά (σε ό,τι αφορά στην αγωγή του ενάγοντα 1 κατά του εναγομένου 1 [γιατί υπό μια αυστηρότατη θεώρηση δεν φαίνεται να συμπεριλάμβανε και την ενάγουσα 2]), έτι περισσότερη σημασία αν συνδυαστεί και με την επίσης μη αμφισβητηθείσα γραπτή μαρτυρία των εναγόντων (ως μέρος της δέσμης εγγράφων που συνθέτει τη Δήλωση Μεταβιβάσεως Ακινήτου για το δεύτερο και το πρώτο ακίνητο, ως τα Τεκμήρια 26 και 27), όπου σε Υπεύθυνη Δήλωση (για την κάθε μεταβίβαση), ο εναγόμενος 1 δήλωσε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας στις 26.4.12 και στις 25.9.12 - ψευδώς και εν γνώσει του ως συνάγεται από το σύνολο των γεγονότων και περιστάσεων της υπόθεσης - πως η παρασχεθείσα σε αυτόν εξουσιοδότηση από τους ενάγοντες δεν είχε ανακληθεί, με αυτούς ως αντιπροσωπευόμενους του να εξακολουθούν να βρίσκονται στη ζωή και με τον εναγόμενο 1 (ως αντιπρόσωπο τους) να έχει συνεχή επικοινωνία μαζί τους και πως οι σκοπούμενες δικαιοπραξίες ήσαν σε γνώση τους. Η δήλωση αυτή του εναγομένου 1, αντίκειται και στα όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 49 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65, που ποινικοποιεί τέτοιες ψευδείς δηλώσεις και βεβαιώσεις. Η περιγραφόμενη ενέργεια του εναγομένου 1 ήταν εκδήλως παράνομη και αυτό το ήξερε ο εναγόμενος 1, ή θα έπρεπε να το ξέρει, ως εκ της ύπαρξης και εξειδικευμένης νομοθετικής πρόβλεψης (πέραν του αυτονόητου και προφανούς τής κατάστασης), με την όποια άγνοια νόμου από μέρους του να καθίσταται a priori ασυγχώρητη ούτως ή άλλως (βλ. κατ' αναλογίαν, Bebenek v The Minister For Justice and Equality and Others
(2018)IEHC 323, Marfin Investment Group Ανώνυμος Εταιρεία Συμμετοχών ν Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, ΑΕ 159/11, ημ. 18.10.17, Γερολέμου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2002)1(Β) ΑΑΔ 818, 823, Βουβλινόπουλος και Άλλος ν Της Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 59, 64, Sewage Board of Nicosia v Demosthenous and Another
(1982)2 CLR 252, 256). Μήτε και η ενάγουσα 2 γνώριζε ή είχε επαφή με τον εναγόμενο
  1. Παρεμβάλλεται, ότι εναντίον του εναγομένου 1 είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής την 25.5.10 (με αυτόν να κηρύσσεται σε πτώχευση στις 13.5.14). Τούτη η εξέλιξη - έχοντας υπόψη και τις πρόνοιες των άρθρων 9 και 34 του Περί Πτώχευσης Νόμου, Κεφ.5 - ουδόλως επηρέασε ή επηρεάζει το δικαίωμα των εναγόντων να καταχωρίσουν, να συνεχίσουν και να συνεχίζουν την αγωγή εναντίον του εναγομένου 1, αφού τούτη αφορά (και) σε αστικά αδικήματα (παραδείγματος χάριν για απάτη κατά παράβαση του άρθρου 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148), δικονομική επιλογή που καλύπτεται από τις πρόνοιες του άρθρου 6 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  2. Την ημέρα που έγινε η διαδικασία αναγνώρισης του εναγομένου 1 (3.10.12), ο ΧΧΧΧΧ Μαλέκκος (ΜΕ1) έδωσε συμπληρωματική γραπτή κατάθεση προς την Αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 16). Το πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 4), συμπληρώθηκε (εκτός από την καταγραφή που αφορά στον αριθμό ταυτότητας τού ΧΧΧΧΧ Μαλέκκου (ΜΕ1), που αποτυπώθηκε από άγνωστο πρόσωπο), από τον πιστοποιούντα υπάλληλο (εναγόμενο 3) ΧΧΧΧΧ Θουκυδίδη (ΜΥ2) - τον οποίον επίσης δεν γνώριζαν ή είδαν οι ενάγοντες - ο οποίος ενήργησε αμελώς και κατά σαφή παράβαση των νομοθετικών και θέσμιων καθηκόντων του έναντι του ενάγοντα 1 ως αυτά εκπηγάζουν από τον Περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμο, Κεφ.39, ως ίσχυε. Ο εναγόμενος 3 είχε καθήκον διά του άρθρου 7 του Περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμου, Κεφ.39, να μην πιστοποιήσει οποιαδήποτε υπογραφή ή σφραγίδα εκτός εάν η υπογραφή ή σφραγίδα αυτή τίθετο στο έγγραφο στην παρουσία του (εναγομένου 3) και ο υπογράψας ή σφραγίσας αυτό, να είναι προσωπικώς γνωστός στον εναγόμενο 3 ή η ταυτότητα του να επιβεβαιωθεί από δύο άτομα προσωπικώς γνωστά στον πιστοποιούντα υπάλληλο (εναγόμενο 3), με τα δύο αυτά πρόσωπα να υπογράφουν ως μάρτυρες της σφραγίδας ή και της υπογραφής του προσώπου που σφράγισε ή υπέγραψε το υπό πιστοποίηση έγγραφο. Δεν τα έκανε αυτά ο εναγόμενος
  3. Εξηγήθηκαν οι ενέργειες του πιο πάνω. Πράττοντας έτσι, ο εναγόμενος 3 γνώριζε ή όφειλε να ξέρει ότι η απόφαση του να προχωρήσει στην επίμαχη πιστοποίηση (στην απουσία τού άγνωστου σε αυτόν ενάγοντα 1), ενδεχομένως να έπληττε τα δικαιώματα του ενάγοντα 1, προς τον οποίον ο εναγόμενος 3 υπείχε καθήκον υπό τις περιστάσεις να μην επιδείξει αμέλεια συμφώνως του άρθρου 51 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 και να του προξενούσε προβλεπτή βλάβη ή και ζημιά (όπως παράνομη παρέμβαση σε νομικό του δικαίωμα ή απώλεια ή μείωση ακίνητης ιδιοκτησίας του κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148), ως και έγινε. Στην Επίσημος Παραλήπτης, ως Trustee της Περιουσίας του Κύπρου Κυπριανού, Πτωχεύσαντα, και Άλλοι ν Δημητρίου και Άλλης
(1997)1(Α) ΑΑΔ 336, 353-355, το Ανώτατο Δικαστήριο (διά του Χρυσοστομή, Δ), απεφάσισε τα εξής για τον εφεσείοντα 2/πιστοποιούντα υπάλληλο και τον Περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμο, Κεφ.39, υπό το πρίσμα που μας ενδιαφέρει: « ................................................. Είναι γεγονός πως ο νόμος δεν δίδει δικαίωμα έγερσης αγωγής για αποζημιώσεις για κάθε περίπτωση που ένα πρόσωπο υφίσταται ζημιά σαν αποτέλεσμα παράβασης θέσμιου καθήκοντος από άλλο. Όταν ο νόμος επιβάλλει τέτοιο καθήκο σε ένα άτομο, η διακρίβωση κατά πόσο δημιουργείται δικαίωμα αγωγής για αποζημιώσεις εξαρτάται από το κατά πόσο το νομοθέτημα είχε σκοπό να επιβάλει το καθήκο αυτό σαν δημόσιο καθήκο, οπότε το πρόσωπο που υπέστη τη ζημιά δεν έχει δικαίωμα αγωγής ή αν επιπρόσθετα προς το δημόσιο καθήκο υπήρχε πρόθεση να επιβάλει το καθήκο αυτό και προς όφελος του προσώπου που υπέστη τη ζημιά, οπότε δημιουργείται το δικαίωμα στο πρόσωπο αυτό να εγείρει αγωγή για αποζημιώσεις. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ενδιατρίψει επί του θέματος αυτού μεταξύ άλλων και στην Kythreotis v. Constantinou
(1984)1 C.L.R. 811, στην οποία γίνεται αναφορά και σε σχετικές αγγλικές αποφάσεις. Δεν θα ενδιατρίψουμε άλλο στην ανάλυση του θέματος αυτού, αλλά θα περιοριστούμε να αναφέρουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολούμενο με το θέμα αυτό ορθά έθεσε τα ακόλουθα ερωτήματα προς απάντηση επί του θέματος: "(α) Η αγωγή έχει εγερθεί αναφορικά με το είδος της ζημιάς την οποία το συγκεκριμένο νομοθέτημα είχε πρόθεση να αποτρέψει; (β) Ανήκει ο ενάγων στην τάξη που το νομοθέτημα είχε πρόθεση να προστατεύσει; (γ) Είναι η ειδική θεραπεία που προβλέπεται από το νομοθέτημα αρκετή για την προστασία του ζημιωθέντος;" Τα δύο πρώτα ερωτήματα τα απάντησε καταφατικά ενώ το τρίτο αρνητικά και κατάληξε ότι η επιβολή του καθήκοντος των πιστοποιούντων υπαλλήλων όπως διατυπώνεται στο άρθρο 7 του Νόμου, είχε σκοπό την προστασία των συναλλαττομένων γενικά, την αποφυγή καταδολιεύσεων και την πρόκληση χρηματικής ή περιουσιακής απώλειας, ακριβώς της ίδιας φύσης με την απώλεια που υπέστησαν οι εφεσίβλητοι. Το δικαίωμα του Υπουργού Εσωτερικών να ανακαλέσει το διορισμό Πιστοποιούντος Υπαλλήλου δεν υπέχει τη μορφή τιμωρίας και ότι δεν υπάρχει στο νομοθέτημα ειδική θεραπεία αρκετή για την προστασία του ζημιωθέντος από την αθέτηση του συγκεκριμένου θέσμιου καθήκοντος. Τέλος καταλήγει με τα ακόλουθα στη σελ. 23 της απόφασης: "Στην παρούσα υπόθεση όλες οι προϋποθέσεις ικανοποιούνται και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο εναγόμενος 2 αθέτησε το θέσμιο καθήκον που είχε έναντι των εναγόντων. Η αθέτηση του καθήκοντος αυτού δίδει, κατά τη γνώμη μας, το δικαίωμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει ζημιώσει από την αθέτηση αυτή να διεκδικήσει αποζημιώσεις μέσω σχετικής αγωγής." Συμφωνούμε με την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και με την κατάληξη ότι ο εφεσείων 2 αθέτησε το θέσμιο καθήκο που είχε έναντι των εφεσιβλήτων και ότι οι εφεσίβλητοι είχαν το δικαίωμα να καταχωρήσουν την αγωγή τους και να διεκδικήσουν από αυτόν αποζημιώσεις. Εν πάση περιπτώσει διευκρινίζουμε ότι λόγω της παράβασης του θέσμιου καθήκοντος του, ο εφεσείων 2 κρίθηκε ένοχος βαρειάς αμέλειας και είναι με βάση την αμέλεια αυτή που διατάχθηκε να καταβάλει αποζημιώσεις στους εφεσίβλητους. Κατά συνέπεια και ο λόγος αυτός κρίνεται ανεδαφικός και απορρίπτεται .................................................». Για ό,τι εδώ μέλει - και εντός των αναλυόμενων τώρα παραμέτρων - ο ενάγων 1 ορθώς καταχώρισε την αγωγή εναντίον του εναγομένου 3, μια που τούτη ηγέρθη για βλάβη ή ζημιά που ο Περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμος, Κεφ.39, είχε πρόθεση να αποτρέψει, με τον ενάγοντα 1 να ανήκει στην τάξη εκείνη που το νομοθέτημα είχε στόχο να προστατέψει δίχως το νομοθέτημα να εμπεριέχει προβλέψεις για ειδική θεραπεία προς προστασία του ζημιωθέντος ενάγοντα 1 ως εκ της κατάφορης αθέτησης του θέσμιου καθήκοντος τού εναγομένου 3. Ο εναγόμενος 3 υπήρξε αμελής αφού κατά παράβασιν του άρθρου 51 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 και σε σύμπνοια με την πεμπτουσία που εκπορεύεται από τις «Λεπτομέρειες Αμέλειας και/ή Παράβασης Θέσμιων Καθηκόντων.του εναγομένου 3.» (στην παράγραφο 18 της Έκθεσης Απαίτησης), ο εναγόμενος 3 τέλεσε πράξεις οι οποίες υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούνταν από ένα λογικό και συνετό πρόσωπο, ή και παρέλειψε να καταβάλει τέτοια δεξιότητα και επιμέλεια για την άσκηση του επαγγέλματος/επιτηδεύματος/ασχολίας του ως πιστοποιούντος υπαλλήλου ως θα έπραττε ένα λογικό και συνετό πρόσωπο το οποίο είχε τα προσόντα για την άσκηση των καθηκόντων αυτών. Στην Αντωνίου ν Χριστοδούλου
(2003)1(Α) ΑΑΔ 183, 190-191, το Εφετείο (διά του Κωνσταντινίδη, Δ), ασχολήθηκε με παρόμοια ζητήματα με αυτά που κειμένως προβληματίζουν με αναφορά στον Περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμο, Κεφ.39, ως ακολούθως: « ................................................. Σε συμφωνία με τις εισηγήσεις της εφεσίβλητης, θεωρούμε απολύτως ορθή την ερμηνευτική προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου. Είναι συναφώς ορθή η επισήμανση πως αν επρόκειτο να ήταν αρκετός ο έλεγχος ενός δελτίου, ως δελτίου ταυτότητας, θα ήταν αχρείαστος ο ίδιος ο θεσμός του πιστοποιούντος υπαλλήλου. Η απαίτηση για πιστοποίηση από πιστοποιούντα υπάλληλο δεν τίθεται επειδή αυτός είναι σε θέση καλύτερη από άλλους να διαβάζει τα στοιχεία από ένα δελτίο ή να αντιπαραβάλλει εικόνες. Και η περίπτωση των κτηματολογικών λειτουργών ή οποιουδήποτε άλλου του οποίου το καθήκον δεν υπόκειται σε τέτοιες ρυθμίσεις, είναι διαφορετική. Αποκτά η πιστοποίηση του πιστοποιούντος υπαλλήλου τη σημασία που της αποδίδεται ενόψει των εχέγγυων, των ατομικών που συνυπολογίζονται για το διορισμό τους και των διαδικαστικών που τίθενται, ώστε πράγματι να εξυπηρετείται η ασφάλεια των συναλλαγών. Ο Νόμος είναι καθαρός και όσα προτείνει ο εφεσείων δεν χωρούν στο σαφές του νόημα και στην πρόθεση του νομοθέτη όπως αυτό ευθέως την αποκαλύπτει. Υιοθέτησή τους δε, θα ισοδυναμούσε με ανεπίτρεπτη προσθήκη ή αλλοίωση. Για να πιστοποιηθεί η υπογραφή από πιστοποιούντα υπάλληλο, ο υπογράφων θα πρέπει να είναι ήδη προσωπικά γνωστός του και αυτό δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε σχέση με το δελτίο ταυτότητάς του. Ο Νόμος αναφέρεται σε προσωπική γνωριμία προϋπάρχουσα και όχι, βέβαια, που πραγματοποιείται με σύσταση τη στιγμή της υπογραφής. Ελλείπουσας αυτής της προϋπόθεσης, η εναλλακτική λύση μπορεί να προέλθει με την επιβεβαίωση της ταυτότητας του υπογράφοντος από δυο άλλα προσώπα, προσωπικά γνωστών, βεβαίως με την πιο πάνω έννοια, στον πιστοποιούντα υπάλληλο. Ο εφεσείων πιστοποίησε την υπογραφή προσωπικά άγνωστού του χωρίς να χρησιμοποιήσει την εναλλακτική μέθοδο και σαφώς παρέλειψε να εκπληρώσει το καθήκον του. Επομένως, ήταν ορθή η κατάληξη στην οποία άχθηκε το πρωτόδικο δικαστήριο που, όπως ήδη σημειώσαμε, περιλαμβάνει, αντίθετα προς ό,τι αντιλήφθηκε ο εφεσείων, εύρημα τόσο για παράβαση θέσμιου καθήκοντος όσο και για αμέλεια. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούμε να συμμεριστούμε την άποψη του εφεσείοντα, πως δεν αρκούσε η απόδειξη της παράβασης του θέσμιου καθήκοντος, που δεν περιλαμβάνει ιδιαίτερη απαίτηση για κακή πίστη, ανεντιμότητα ή οτιδήποτε άλλο. Η αναφορά στην Επίσημος Παραλήπτης (ανωτέρω) σε βαριά αμέλεια που άγγιζε τα όρια του δόλου, ήταν απλώς προσδιοριστική της συμπεριφοράς του πιστοποιούντος υπαλλήλου σε εκείνη την περίπτωση. Ενώ, στο πλαίσιό της εξετάστηκε και η εισήγηση πως δεν γεννάται αγώγιμο δικαίωμα του ιδιοκτήτη ακινήτου έναντι πιστοποιούντος υπαλλήλου για παράβαση του καθήκοντός του, όπως του το επιβάλλει ακριβώς το άρθρο 7 του Νόμου. Εισήγηση, παρεμβάλλουμε, που περιλήφθηκε και εν προκειμένω στους λόγους έφεσης αλλά δεν προωθήθηκε με το περίγραμμα της αγόρευσης ή κατά την ακρόαση. Με παραπομπή και στην προηγούμενη νομολογία, με την απόφαση που εξέδωσε ο δικαστής Χρυσοστομής, το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ως εξής: "Συμφωνούμε με την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου και με την κατάληξη ότι ο εφεσείων 2 αθέτησε το θέσμιο καθήκον που είχε έναντι των εφεσιβλήτων και ότι οι εφεσίβλητοι είχαν το δικαίωμα να καταχωρήσουν την αγωγή τους και να διεκδικήσουν από αυτόν αποζημιώσεις." Απομένει ένα τελευταίο θέμα. Ο εφεσείων εισηγείται πως η ζημιά που διεκδικήθηκε ήταν απομακρυσμένη. Παραπέμπει στους Breach of Statutory Duty in Tort
(1986)- Modern Legal Studies υπό K.M. Stanton σελ. 19, Clerk and Lindsell on Torts, 16th edition, σελ. 764, Charlesworth & Percy on Negligence, 8η έκδοση, σελ. 848 και υποστηρίζει πως δεν ήταν λογικό να αναμένει, όντας αμέτοχος ο ίδιος στις παρανομίες άλλων, πως η πιστοποίηση θα είχε ως επίπτωση την κατεδάφιση της οικίας ή γενικότερα ότι η εφεσίβλητη θα ήταν πρόσωπο που λογικώς θα υφίστατο οποιαδήποτε ζημιά. Συμφωνούμε με την άποψη της εφεσίβλητης πως και επ' αυτού η πρωτόδικη απόφαση είναι ορθή. Είναι η ιδιοκτήτρια του ακινήτου το οποίο θα μεταβιβαζόταν με τη χρήση του πληρεξουσίου το πρόσωπο που ευλόγως θα υφίστατο ζημιά από τέτοια συμπεριφορά. Εκείνος δε στο όνομα του οποίου το ακίνητο θα μεταβιβαζόταν, ήταν ευλόγως προβλεπτό πως θα ασκούσε επ' αυτού πράξεις κυριότητας που θα μπορούσε να περιλαμβάνουν και την αξιοποίηση του χώρου ως οικοπέδου. Δεν ήταν, επομένως, απομακρυσμένη η ζημιά. Η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα». Κατ' ακολουθίαν - με τις πρόνοιες του άρθρου 9 του Περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμου, Κεφ.39 στη σκέψη - (και κάτω από μία μικροσκοπικότερη γωνία), το Πληρεξούσιο Έγγραφο (Τεκμήριο 4), δεν είναι δεκτό ως απόδειξη των γεγονότων που πιστοποιεί (βλ. κατ' αναλογίαν, Nakery Trading Limited και Άλλων v Σιαλή, ΠΕ 343/10, ημ. 23.12.15). Στις 4.6.13, μετά από εξετάσεις του ΧΧΧΧΧ Χρυσάνθου (ΜΕ3) που άρχισαν στις 15.10.12, ετοιμάστηκε η Εμπιστευτική Έκθεση Πραγματογνώμονα (Έγγραφο Γ), το περιεχόμενο της οποίας καθίσταται ως συνακόλουθο εύρημα μου. Με βάση αυτή, ενισχύεται και αποδεικνύεται ασφαλώς η αξιόπιστη θέση των εναγόντων πως δεν υπέγραψαν τα αφορούντα πληρεξούσια έγγραφα. Ο εναγόμενος 1 δεν υπήρξε νόμιμος αντιπρόσωπος των εναγόντων, οι οποίοι (επαναλαμβάνεται) δεν τον γνώριζαν, όπως δεν γνώριζαν τους εναγομένους (και στα άτομα αυτά συμπεριλαμβάνεται και ο ΧΧΧΧΧ Ισαάκ (ΜΥ1)). Οι ενάγοντες δεν έδωσαν συγκατάθεση προς τον εναγόμενο 1 (ή άλλον), να μεσολαβήσει ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους ή άλλως πως για την πώληση του πρώτου και του δεύτερου ακινήτου ούτε και συνέπλευσαν με τις παρανομίες ή απεκδύθηκαν ή αποποιήθηκαν των νομίμων δικαιωμάτων τους επί του πρώτου και του δεύτερου ακινήτου (βλ. κατ' αναλογίαν, Βασιλείου και Άλλες ν Μενελάου και Άλλου
(1990)1 ΑΑΔ 1125, 1130-1140). Τα επίμαχα πληρεξούσια έγγραφα (βλ. Τεκμήρια 4, 12, 13, 14), ως και κάθε άλλο έγγραφο συνδέεται με την παράνομη αγοραπωλησία και μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων, είναι πλαστογραφημένα και ετοιμάστηκαν χωρίς την αποδοχή, εμπλοκή και οδηγίες των εναγόντων. Παρόλο που από την αξιόπιστη μαρτυρία δεν μπορεί να εξαχθεί πως ήταν ο εναγόμενος 1 που πλαστογράφησε τα όσα σχετίζονται και διασυνδέονται με τις μεταβιβάσεις τού πρώτου και τού δεύτερου ακινήτου, το ότι τούτος, κατά συμπερασμόν της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Paspalli v The Police
(1968)2 CLR 108), αλλά και του συνόλου των αφορούντων περιστατικών της υπόθεσης ως παρατέθηκαν (βλ. κατ' αναλογίαν, Vrontis Builders v Ltd v M&H Steel Construction Ltd, Ποιν. Έφ. 296/14, ημ. 15.4.16, Χριστοδουλίδης ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 141/13, ημ. 16.2.15), ήταν ο κάτοχος των εγγράφων αυτών δίχως ο εναγόμενος 1 να εξηγήσει διά μαρτυρίας του ή διά της μαρτυρίας άλλων μαρτύρων τις συνθήκες που οδήγησαν στην κατοχή των εγγράφων, το ότι χρησιμοποίησε τα έγγραφα κατά τα αναλυθέντα, παρουσιαζόμενος και ενώπιον αρμοδίων τμημάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας για να προβεί εκεί σε αναλυθείς δηλώσεις (ως αυτές περιλαμβάνονται και στα Τεκμήρια 26 και 27) και να πετύχει τη μεταβίβαση του πρώτου και του δεύτερου ακινήτου στο όνομα των εναγομένων 2 στους οποίους επίσης εμφανίστηκε ως αντιπρόσωπος των εναγόντων, αλλά και σε συνδυασμό με όσα άλλα αναφύονται από τη συμπεριφορά, τους χειρισμούς και τις δηλώσεις του εναντίον τού συμφέροντος του, απολήγουν με ασφάλεια για αστική διαδικασία πως ο εναγόμενος 1 έπραξε παρανόμως και δολίως με γνώση των πράξεων του και με την απαιτούμενη πρόθεση επιτέλεσης τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Μαμαλικόπουλος και Άλλου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 25/14, ημ. 20.9.18, Attorney General Reference No 1 of 2004
(2004)EWCA Crim 1025). Τα περί δόλου, απάτης και συνομωσίας των εναγομένων 2-4 προς καταδολίευση των εναγόντων (ως δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης), δεν έχουν αποδειχθεί εναντίον των εναγομένων αυτών. Έχοντας στο μυαλό νομολογία όπως οι αποφάσεις Τσιάρτας και Άλλου ν Alocay Holdings Ltd και Άλλου
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1523, 1538-1539 και Χριστοφόρου και Άλλων ν Barclays Bank Plc
(2009)1(A) AAΔ.25, 30-31, καταλήγω πως δεν έχει καταδειχθεί ότι οι εναγόμενοι 2-4, ή οιοσδήποτε εξ αυτών, γνώριζε τα περί πλαστογράφησης των πληρεξούσιων εγγράφων ή τα όσα άλλα έγιναν για αποξένωση τού πρώτου και του δεύτερου ακινήτου (βλ. κατ' αναλογίαν, Nova Opta Estates Ltd v Μελέκκη και Άλλων, ΠΕ 230/11, ημ. 12.10.17). Η παρουσία ψηγμάτων δόλου ή άλλων παρανομιών που αιωρούνται και εναποτίθενται (κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων) επί των εναγομένων 2 και 3, δεν ισοδυναμεί και με την απόδειξη του δόλου είτε ως ξεχωριστής νοητικής κατάστασης είτε ως συστατικό στοιχείο του αστικού αδικήματος της απάτης κατά τις προβλέψεις του άρθρου 36 τού Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 (βλ. κατ' αναλογίαν, Κουτάλης ν Hellenic Bank Public Company Ltd, ΠΕ 36/11, ημ. 19.5.16). Το Δικαστήριο για να καταλήξει σε εύρημα δόλου, συνωμοσίας, απάτης και τα τοιαύτα, δεν μπορεί να ενεργεί επί απλών υποψιών αλλά επί στερεάς και ουσιαστικής βάσης (βλ. κατ' αναλογίαν, Chr Petrides Tradelinks Ltd v Πετρίδου, ΠΕ 201/12, ημ. 7.2.18). Το ότι έγινε δεκτή η μαρτυρία των εναγόντων δεν υποδηλώνει πως αποδεικνύεται από τούτη αυτομάτως η παρανομία, ο δόλος, η απάτη και οι ψευδείς παραστάσεις (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρυσοστόμου ν Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, ΠΕ 341/10, ημ. 15.10.15). Ούτε και τα πράγματα θα μπορούσαν να κριθούν αβίαστα ως εκ του αποτελέσματος των παρανομιών που οδήγησαν στην αποξένωση του πρώτου και του δεύτερου ακινήτου κατά τα προρρηθέντα (βλ. κατ' αναλογίαν, Θεοδότου ν Michaelides & Diana Estates Ltd
(2010)1(A) AAΔ.727, 736). Οι παράνομες πράξεις (συμβάσεις ή και συμφωνίες) που επισυνέβησαν σε σχέση προς το πρώτο και το δεύτερο ακίνητο δεν δεσμεύουν τους ενάγοντες και ως εκ τούτου υπόκεινται σε ακύρωση αφού, συν τοις άλλοις, συμφέρον που αποκτάται από δόλια πράξη δεν μπορεί να προσκτηθεί από τρίτο πρόσωπο έστω και αν τούτο δεν αποδεικνύεται ότι εμπλέκεται στη δολιότητα (βλ. κατ' αναλογίαν, Παναγιώτου ν Χ" Κυριάκου
(1991)1 ΑΑΔ 362, 378). Κανένας δεν μπορεί να μεταβιβάσει καλύτερο τίτλο από τον τίτλο που κατέχει (βλ. κατ' αναλογίαν, AA Pilottos Limited και Άλλου ν Houghton
(2007)1(B) AAΔ.783, 787-790). Η ύπαρξη δόλου για ό,τι τώρα νοιάζει ως προς την αποξένωση του πρώτου και του δεύτερου ακινήτου από τους νόμιμους ιδιοκτήτες του (ενάγοντες), φύεται αναντίρρητη και σαφέστατη από την αξιόπιστη μαρτυρία και θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιτυχία τής αξίωσης των εναγόντων για ακύρωση της επίδικης μεταβίβασης του πρώτου και του δεύτερου ακινήτου χωρίς άλλο. Στην Σταυρινού ν Σταυρινού και Άλλου, Αρ. Αγωγής 579/03 (Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας), ημ. 16.1.06, ο Τ.Θ. Οικονόμου, ΑΕΔ (ως ήταν τότε), με αναφορά και στην Παναγιώτου ν Χ" Κυριάκου
(1991)1 ΑΑΔ 362, τόνισε και τα πιο κάτω τα οποία και υιοθετώ: « ............................................ Η υπόθεση Παναγιώτου ν. Χ'Κυριάκου (ανωτέρω) αφορούσε σε δόλια αφαίρεση, από κτηματολογικό υπάλληλο, μέρους ιδιοκτησίας εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη και προσθήκη της στην ιδιοκτησία άλλου. Δεν αποδείχθηκε δόλος του άλλου ιδιοκτήτη, οπότε γι' αυτό το λόγο το πρωτόδικο δικαστήριο είχε απορρίψει την αγωγή. Το Ανώτατο Δικαστήριο όμως ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση επί της αρχής ότι συμφέρον που αποκτάται από δόλια πράξη, δεν μπορεί να κρατηθεί από τρίτο πρόσωπο, παρόλο που το ίδιο δεν είναι μέρος στο δόλο. Παρά την κατάληξη αυτή, προστίθεται στην συνέχεια η αναφορά ότι ο άλλος ιδιοκτήτης δεν ήταν καλή τη πίστει αγοραστής και πως στην περίπτωση ακόμα του καλή τη πίστει αγοραστή, η νομολογία επιβάλλει εύλογη φροντίδα και έρευνα για να μπορεί να θεωρηθεί καλή τη πίστει αγοραστής. Αυτή η αναφορά θα μπορούσε ενδεχομένως να σημαίνει ότι η αρχή του καλόπιστου αγοραστή ισχύει και σε περίπτωση δόλιας πράξης και άρα, όπως εν προκειμένω, πλαστογραφίας. Είναι όμως φανερό πως τα παραπάνω ελέχθησαν ως obiter dicta, εφόσον δεν συναρτώνται με τον ήδη διατυπωθέντα λόγο (ratio) της απόφασης και εφόσον δεν επρόκειτο καν για αγοραπωλησία γης ώστε να ετίθετο ζήτημα καλή τη πίστει αγοραστή. Είναι εξίσου φανερό ότι προσετέθηκαν για να τονιστεί ότι δεν ετίθετο ζήτημα περαιτέρω συζήτησης. Ο λόγος της απόφασης, η δεσμευτική της αρχή είναι πως από δόλια πράξη δεν αποκτά δικαιώματα τρίτος, έστω και καλόπιστος. Στα ίδια πλαίσια ήταν η απόφαση του Κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ., στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. ALOCAY HOLDINGS LTD (ανωτέρω) - [προσθήκη Παρόντος Δικαστηρίου: Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε την 29.2.00 στην Αγωγή 421/96 (Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας) και επικυρώθηκε κατοπινά από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Αντωνίου ν Χριστοδούλου
(2003)1(Α) ΑΑΔ 183] - που αφορούσε, όπως η παρούσα, μεταβίβαση ακινήτου δυνάμει πλαστού πληρεξουσίου εγγράφου. Ο δικηγόρος του καλόπιστου αγοραστή είχε εισηγηθεί ότι χάριν ασφάλειας στις συναλλαγές δεν θα ήταν ορθό να ακυρωθεί η αγορά. Το δικαστήριο όμως ακύρωσε τη συναλλαγή γιατί, όπως το έθεσε, «δεν 0α μπορούσε στο βωμό της διασφάλισης των συναλλαγών να θυσιαστεί η νομιμότητα από την οποία πρέπει αυτές να διέπονται». Αποφάσεις πρωτόδικων δικαστηρίων έχουν πειστικό χαρακτήρα τόσο για λόγους δικαστικής αβρότητας όσο και για λόγους ομοιομορφίας του δικαίου. Απόκλιση είναι, βέβαια, δυνατή αν υπάρχει επαρκής λόγος. Εν προκειμένω θεωρώ, ως άνω, ότι η απόφαση στην υπόθεση Χριστοδούλου συνάδει με τη νομολογία όπως εκφράστηκε με τη δεσμευτική πτυχή της απόφασης Παναγιώτου ν. Χ' Χριστοδούλου. Πέραν τούτου, στην υπόθεση Χριστοδούλου γίνεται παραπομπή στα όσα αναφέρονται σχετικά στο σύγγραμμα Bowstead on Agency, 13η έκδοση, σελ. 314, που υποστηρίζουν ότι δεν μπορεί να αποκτηθεί ευθέως δικαίωμα από πλαστογραφία εφόσον το πρόσωπο του οποίου η υπογραφή πλαστογραφείται δεν ενεργεί οποιαδήποτε παράσταση διά της υπογραφής ενώ, γενικά, δεν έχει καθήκον να αποτρέψει μια πλαστογραφία. Το ζήτημα εξηγείται στην Staple of England v Bank of Englang
(1888)21 Q.B.D. 160, 166, ως ακολούθως: "A forgery can give no title, and those who rely upon it must be able to show some extraneous ground - such as that of estoppel - why they should be entitled to act upon it." Το πρόσωπο του οποίου πλαστογραφείται η υπογραφή κωλύεται από του να ισχυριστεί ότι η υπογραφή δεν τον δεσμεύει μόνο εάν ετέθη υπό περιστάσεις δικής του αμελούς διαγωγής που να συνέτεινε ευθέως στην πλαστογραφία, όπως αποφασίστηκε πριν από επτά και πλέον αιώνες στην υπόθεση Young ν. Grote, 4 Bing. 253 (βλ. Staple of England, σελ. 167). Διαφορετικά, η απώλεια που υφίσταται ο αθώος τρίτος που συναλλάσσεται με τον διενεργήσαντα την πλαστογραφία δεν συνδέεται αιτιωδώς με οποιαδήποτε ενέργεια του επίσης αθώου αρχικού δικαιούχου, αλλά μόνο με την πλαστογραφία. Όπως το έθεσε ο Bacon V.C. στη Fox ν. Hawks
(1879)13 Ch. D. 822, 836, η εξαπάτηση του καλόπιοτου τρίτου διά πλαστού εγγράφου δεν αποτελεί λόγο να απωλέσει ο δικαιούχος, ο οποίος δεν έχει κάμει οτιδήποτε που να οδηγεί στην απώλεια που υφίσταται ο τρίτος, την περιουσία του. Εξετάζοντας δε το ζήτημα του κατά πόσο η διαγωγή του αρχικού δικαιούχου έχει οδηγήσει ή συντείνει στην απώλεια που υπέστη ο αθώος τρίτος, θα πρέπει να τονιστεί ότι η απλή αμέλεια δεν επαρκεί ώστε να κωλύεται ο αρχικός δικαιούχος να ισχυριστεί ότι δεν δεσμεύεται. Όπως ελέχθη από τον Vaughan Williams L.J. στην Longman ν. Bath Electric Tramways Limited [1905] 1 Ch. 646 "it cannot be said that mere negligence will raise an estoppel, you must have more than that: you must, at all events, have negligence which is the real and immediate cause of the damage done." Τα ίδια είχαν λεχθεί χρόνια προηγουμένως στην Bank of Ireland ν. Evans' Charities Trustees In Ireland
(1855)5 H.L. Cas 389. ................................................. Όπως και στην περίπτωση κλοπιμαίου κινητού (βλ. Benjamin's Sales of Goods, 4η έκδοση, παρ. 7-025) ή στην περίπτωση πλαστογραφημένου αξιογράφου (βλ. Chitty on Contract, Μέρος 2, 24η έκδοση, παρ. 2427), έτσι και εν προκειμένω ο καλόπιστος τρίτος δεν αποκτά τίτλο έναντι του δικαιούχου .................................................». Οι εναγόμενοι 2, έπρεπε να είναι σε εγρήγορση και να υποψιαστούν ότι σε αμφότερες τις συναλλαγές μπορεί να συμπλέκονταν αξιόμεμπτες και παράνομες στρεβλώσεις. Ουδέποτε οι εναγόμενοι 2 κατέβαλαν φροντίδα τοσούτω δε μάλλον εύλογη και συνετή για να μάθουν ποιοι ήσαν οι αδιαφιλονίκητοι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των περί ων ο λόγος ακινήτων - και είχαν ένα τέτοιο χρέος (βλ. κατ' αναλογίαν, Πίριλλος ν Κονναρή
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1153, 1181, Michaelides v Ttapoura
(1980)1 CLR 610, 617) - επιπροσθέτως των όσων υποτίθεται απεικονίζονταν στους τίτλους ιδιοκτησίας που φερόμενα τούς είχαν επιδειχθεί από τον εναγόμενο 1, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς - και τούτο χάριν ολοκληρωμένης αντίληψης με βάση το φάσμα εξέτασης που ξεδίπλωσε ο ΧΧΧΧΧ Ισαάκ (ΜΥ1) - ότι από τη μια ο εναγόμενος 1 ανακοίνωνε στον ΧΧΧΧΧ Ισαάκ (ΜΥ1) πως ενεργούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των ιδιοκτητών και από την άλλη πως ήταν ο ίδιος (ο εναγόμενος 1) ο ιδιοκτήτης τής αφορούσας ακίνητης περιουσίας. Εάν έτσι είχαν τα πράγματα κατά τον ΧΧΧΧΧ Ισαάκ (ΜΥ1), θα έπρεπε τούτος (και οι εναγόμενοι 2) να είναι σε ετοιμότητα και επαγρύπνηση και να επικοινωνούσαν ακόμη με τους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες για επιβεβαίωση. Δεν το έπραξαν. Εφησύχασαν, επαναπαύτηκαν και αδιαφόρησαν και αυτό μονάχα μπορεί να λεχθεί με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία. Οι εναγόμενοι 2 όφειλαν να γνωρίζουν (και ήταν εφικτό να μάθουν), ότι ως εκ των αμφίσημων τοποθετήσεων του εναγόμενου 1 οι οποίες μεταφέρθηκαν από αυτόν προς τον ΧΧΧΧΧ Ισαάκ (ΜΥ1) για την ιδιότητα με την οποία ενεργούσε ο εναγόμενος 1 (ως πληρεξούσιος των εναγόντων ή και ως ιδιοκτήτης των ακινήτων), τα πράγματα καλούσαν σε προσεκτικότερο χειρισμό. Αυτό θα έπραττε ένα λογικό και συνετό πρόσωπο, με την παράλειψη των εναγομένων 2, να κατατάσσεται (και αυτή) - όπως έγινε και στην περίπτωση του εναγομένου 3 - εντός των προνοιών του άρθρου 51 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148. Οι εναγόμενοι 2, οι οποίοι ως εκ της φύσης των εργασιών τους - πτυχή παρεμπιπτόντως που παρέμεινε αναμφισβήτητη από τους ενάγοντες - στον τομέα της ανέγερσης κατοικιών, πολυκατοικιών και διαμερισμάτων από το 1995 και οι οποίοι για την υλοποίηση αυτών των (εργασιών) έβρισκαν «.χωράφια και οικόπεδα τα οποία αγοράζουμε με σκοπό την ανάπτυξη τους χτίζοντας σ' αυτά κατοικίες και πολυκατοικίες για πώληση.» (ως καταγράφεται στην παράγραφο 2 της γραπτής δήλωσης του ΧΧΧΧΧ Ισαάκ (ΜΥ1)-Έγγραφο Δ), έπρεπε να ήσαν νουνεχείς και προσηλωμένοι στην υποχρέωση τους να μην επιδείξουν αμέλεια έναντι των εναγόντων. Δεν ήσαν, με συνεπόμενο οι ενάγοντες να υποστούν βλάβη και ζημιά. Οι εναγόμενοι 2 ήσαν αμελείς. Ανεξαρτήτως τούτου απέτυχαν κιόλας να καταδείξουν λελογισμένως ότι ήσαν καλόπιστοι αγοραστές του πρώτου και του δεύτερου ακινήτου με την έννοια που η νομολογία καθορίζει επί τούτω (βλ. κατ' αναλογίαν, Βασιλείου και Άλλες ν Μενελάου και Άλλου
(1990)1 ΑΑΔ 1125, 1135-1136). Οι εναγόμενοι 2, δημιουργηθέντος εκ των πραγμάτων και κατά ευρεία έννοια ενός εξ επαγωγής/καταληκτικού εμπιστεύματος/καταπιστεύματος (constructive/resulting trust) ως εκ της μεταβίβασης του πρώτου και του δεύτερου ακινήτου στο όνομα τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Ηλιάδη ν Ηλιάδη και Άλλων, ΠΕ 220/12, ημ. 27.11.18, Ely v Robson
(2016)EWCH Civ 774, Herbert v Doyle and Another
(2010)EWCA Civ 1095, Κληρίδης ν Σταυρίδη
(1998)1(Α) ΑΑΔ 521), κατέστησαν αντίστοιχοι εμπιστευματοδόχοι/καταπιστευματοδόχοι των εναγόντων σε σχέση προς το πρώτο και το δεύτερο ακίνητο (βλ. κατ' αναλογίαν, Παπαχρυσοστόμου ν Χριστοφίδου, ΠΕ 328/12, ημ. 10.7.18, Ιερά Μονή Μαχαιρά και Άλλου ν Κουβατζιά και Άλλων
(2007)1(Α) ΑΑΔ 436, 443-447, Πίριλλος ν Κονναρή
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1153, 1175-1180). Ο εναγόμενος 4 - εναντίον του οποίου η αγωγή χρήζει απόρριψης (και) επί τω λόγω ότι δεν καταχωρίστηκε εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως θα έπρεπε κατά τις πρόνοιες του Άρθρου 172 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και του άρθρου 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 (βλ. κατ' αναλογίαν, Georghiou v Attorney-General of the Republic
(1982)1 CLR 938, 943-949) - έδρασε στους κρίσιμους χρόνους εντός των εξουσιών του. Η μαρτυρία του ΧΧΧΧΧ Τσίγκη (ΜΕ5), καλύπτει εν πολλοίς κάθε προκύπτουσα παράμετρο για τον εναγόμενο 4 ο οποίος δεν είχε και δεν μπορούσε ευλόγως να έχει γνώση για τις πράξεις και παραλείψεις του εναγομένου 3, ή των οποιωνδήποτε άλλων εμπλεκομένων στη ρηθείσα παρανομία. Ο εναγόμενος 4 ακολούθησε την πάγια πρακτική που από μόνη της δεν ήταν μεμπτή ή παραβιαστική νομοθετικών υποχρεώσεων και καθηκόντων. Τα πληρεξούσια (εκείνα που έγιναν αποδεκτά) φαίνονταν στην όψη τους να είναι ορθά και νόμιμα, ασχέτως αν δεν ήταν, για λόγους που δεν γνώριζε ή που μπορούσε λογικώς να ανακαλύψει. Οι ενάγοντες, ως εκ της αποτυχίας τους να αποδείξουν σε χρήμα και κατά τρόπο που τούτες θα μπορούσαν να μετρηθούν, τις βλάβες και ζημιές που υπέστησαν από τις πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων 1-3, δικαιούνται (κατ' ενάσκησιν διακριτικής ευχέρειας και κατά δικογραφική κάλυψη από την αξίωση (Θ) της Έκθεσης Απαίτησης), σε ονομαστικές αποζημιώσεις - με νόμιμο τόκο (βλ. κατ' αναλογίαν, Αβαρατζής ν Melnyk και Άλλων, ΠΕ 371/12, ημ. 13.11.18, Θρασυβούλου ν Βιολάρη
(2013)1(Γ) ΑΑΔ 2119, 2129) και έξοδα, μη υπάρχοντος καλού λόγου γιατί τα έξοδα αυτά δεν πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρυσοστόμου ν Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, ΠΕ 341/10, ημ. 15.10.15), αφού το τόλμημα των εναγόντων ήταν γνήσιο και επιβεβλημένο για προστασία των ιδιοκτησιακών τους δικαιωμάτων (βλ. J Edelman (ed), McGregor On Damages, 20η έκδ., 2018, παρ. 12-012) - διαφορετικής όμως υφής, εμβέλειας και ευρύτητας από τις συνήθεις ονομαστικές αποζημιώσεις οι οποίες κατά κανόναν αποδίδονται για τεχνικής φύσεως παραβιάσεις δικαιωμάτων (βλ. J Edelman (ed), McGregor On Damages, 20η έκδ., 2018, παρ. 12-004 μέχρι 12-009). Αυτή η θέση αρχής είναι συμβατή και με τη δική μας νομολογία, όπως την Θεοδότου ν Michaelides & Diana Estates Ltd
(2010)1(A) AAΔ.727, 741-742, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε (με βάση το άρθρο 73 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149) την απόδοση ονομαστικών αποζημιώσεων ύψους £1.000 (€1.708.60). Εδώ, οι ονομαστικές αποζημιώσεις, ως αποφαίνομαι, θα πρέπει να καθοριστούν και καθορίζονται στο ποσό των €100,00, μια που τα γεγονότα και το μεδούλι των επίδικων θεμάτων διαφοροποιείται ουσιωδώς από τα επικρατήσαντα στην Θεοδότου ν Michaelides & Diana Estates Ltd
(2010)1(A) AAΔ.727, 741-
  1. Καμιά άλλη αποζημίωση από όσες δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης (ή προωθήθηκαν στις αγορεύσεις) δικαιολογείται να επιδικαστεί κατά οιουδήποτε των εναγομένων. Ο δόλος του εναγομένου 1 προσδιορίστηκε και αναδείχθηκε εν προκειμένω ως δηλωτικός της γενικότερης στάσης του κατά την περιγραφή των παράνομων ενεργειών του (ως τούτες διαγράφησαν με αναφορά στο άρθρο 49 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65). Η δολιότητα τού εναγομένου 1 δεν ήταν εδώ αρκούσα ώστε να τον καταστήσει αστικώς υπόλογο για το αδίκημα της απάτης βάσει του άρθρου 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, γιατί οι ενάγοντες δεν απεδείχθη πως ενήργησαν με βάση τις ψευδείς παραστάσεις του εναγομένου 1 ώστε να πάθουν ζημιά εντός των στενών παραμέτρων του άρθρου 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 (βλ. γενικώς, MA Jones (ed), Clerk and Lindsell On Torts, 20η έκδ., 2010, παρ. 18-30 μέχρι 18-38). Οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την αγωγή εναντίον του εναγομένου 4, κατόρθωσαν όμως στην έκταση που εκφράσθηκε να αποδείξουν την απαίτηση τους στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων εναντίον των εναγομένων 1-3, ως οι αξιώσεις (Α), (Γ), (Δ), (Ε), (ΣΤ), (Η) και (Θ) της Έκθεσης Απαίτησης (με αναπροσαρμογές). Η αξίωση (Β) της Έκθεσης Απαίτησης, περιλαμβάνεται ως ουσία στις άλλες επιτυχούσες θεραπείες και στα ευρήματα. Η αξίωση (Ζ) της Έκθεσης Απαίτησης, απορρίπτεται. Η παραβίαση των δικαιωμάτων των εναγόντων και η βλάβη και ζημιά που έπαθαν ως εξ αυτής, απορρέει, εν τοις πράγμασι, από μια συναλλαγή, παρ' όλες τις ξεχωρισμένες ενέργειες και πράξεις των εναγομένων 1-
  2. Τούτο, εκεί που πρέπει, δικαιολογεί την έκδοση απόφασης αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως εναντίον των εναγομένων 1-3 (βλ. κατ' αναλογίαν, Επίσημος Παραλήπτης, ως Trustee της Περιουσίας του Κύπρου Κυπριανού, Πτωχεύσαντα, και Άλλοι ν Δημητρίου και Άλλης
(1997)1(Α) ΑΑΔ 336, 355-356). Εν κατακλείδι. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για δηλωτικές αποφάσεις (declarations), διατάγματα και αποζημιώσεις, κατά τα ακόλουθα:
(1)Δηλωτική απόφαση ότι ο ενάγων 1 είναι ο μόνος και καθ' ολοκληρίαν νόμιμος ιδιοκτήτης και δικαιούχος τού πρώτου ακινήτου και ο νόμιμος ιδιοκτήτης και δικαιούχος κατά ½ μερίδιο τού δεύτερου ακινήτου, με το υπόλοιπο ½ μερίδιο τού δεύτερου ακινήτου να ανήκει, ως νόμιμη ιδιοκτησία, στην ενάγουσα 2.
(2)Δηλωτική απόφαση ότι η ενάγουσα 2 είναι η νόμιμη ιδιοκτήτρια και δικαιούχος κατά ½ μερίδιο τού δεύτερου ακινήτου, με το υπόλοιπο ½ μερίδιο τού δεύτερου ακινήτου να ανήκει, ως νόμιμη ιδιοκτησία, στον ενάγοντα 1.
(3)Δηλωτική απόφαση ότι η αγοραπωλησία για το πρώτο και το δεύτερο ακίνητο και η προκύψασα μεταβίβαση του πρώτου και του δεύτερου ακινήτου στους εναγομένους 2 και/ή στο οποιοδήποτε άλλο συνδεδεμένο με αυτούς φυσικό και/ή νομικό πρόσωπο και/ή στους υπηρέτες και/ή στους αντιπρόσωπους αυτών, είναι εξ υπαρχής άκυρη, άνευ νομικής ισχύος, παράνομη και μη παράγουσα έννομα δικαιώματα και/ή αποτελέσματα.
(4)Δηλωτική απόφαση ότι οι εναγόμενοι 2 και/ή οποιοδήποτε άλλο συνδεδεμένο με αυτούς φυσικό και/ή νομικό πρόσωπο και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή υπηρέτες αυτών, κατέχουν το πρώτο και το δεύτερο ακίνητο ως εμπιστευματοδόχοι/καταπιστευματοδόχοι των εναγόντων διά καταληκτικού και/ή εξυπακουόμενου εμπιστεύματος/καταπιστεύματος (resulting/constructive trustees).
(5)Διάταγμα ακύρωσης, με άμεση ισχύ, της πώλησης, μεταβίβασης και εγγραφής του πρώτου και του δεύτερου ακινήτου προς τους εναγομένους 2 και/ή προς οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή/και νομικό πρόσωπο συνδεδεμένο με αυτούς.
(6)Διάταγμα νόμιμης επαναφοράς και επανεγγραφής αμέσως τού πρώτου και τού δεύτερου ακινήτου και/ή της κυριότητας τού πρώτου και τού δεύτερου ακινήτου στο όνομα των αντίστοιχων εναγόντων.
(7)Διάταγμα διατάζον τους εναγομένους 2 και/ή τους διευθυντές και/ή τους αξιωματούχους και/ή τους αντιπρόσωπους και/ή τους υπηρέτες και/ή οποιοδήποτε άλλο συνδεδεμένο με αυτούς φυσικό και/ή νομικό πρόσωπο, όπως αμέσως μετά την έκδοση του παρόντος διατάγματος/απόφασης υπογράψουν κάθε αναγκαίο έγγραφο και προβούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες ώστε το πρώτο και το δεύτερο ακίνητο να εγγραφούν νομίμως στο όνομα των αφορούντων εναγόντων.
(8)€100,00, ως ονομαστικές αποζημιώσεις υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1-3 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, με νόμιμο τόκο. Το ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στην παρούσα αγωγή στις 27.9.12 εναντίον των εναγομένων 2 και το οποίο οριστικοποιήθηκε την 16.1.13 (σε σχέση με το πρώτο και δεύτερο ακίνητο), θα εξακολουθεί να ισχύει στην ολότητα του (και έτσι διατάζεται), εκτός στο βαθμό που οι όροι του θα πρέπει (πάντοτε με τη σύμφωνη γνώμη των εναγόντων), να τύχουν εύλογης και ανάλογης αναπροσαρμογής από τους διαδίκους και το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ώστε να καταστεί δυνατή η υλοποίηση και εκτέλεση της παρούσας απόφασης (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωάννου ν Μανώλη και Άλλων
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1423, 1428-1429, Linmare Shipping Co Ltd ν Boustani
(1981)1 CLR 386, 399-400). Η αγωγή εναντίον του εναγομένου 4 απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1-3, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή (στην κλίμακα της αγωγής) και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εν σχέσει προς την απόρριψη της αγωγής εναντίον του εναγομένου 4, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου 4 και εναντίον των εναγόντων (μειωμένα όμως κατά το ¼), ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή (στην κλίμακα της αγωγής) και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η παρούσα απόφαση και/ή το συνταγμένο κείμενο αυτής, να επιδοθεί σε όλους τους εναγομένους. Αντίγραφο της ανά χείρας απόφασης να κοινοποιηθεί ευθύς στον Έντιμο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ώστε τούτος να εξετάσει, κατά την απόλυτη του κρίση βάσει του Άρθρου 113 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, την πιθανή διάπραξη ποινικών αδικημάτων από τον εναγόμενο 3 ΧΧΧΧΧ Θουκυδίδη (ΜΥ2). (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.