← Κύπρος

VTB Bank (Open Joint-Stock Company) ν. Leisler Holdings Limited, Αρ. Γεν. Αίτησης: 530/2016, 13/12/2018

VTB Bank (Open Joint-Stock Company) ν. Leisler Holdings Limited, Αρ. Γεν. Αίτησης: 530/2016, 13/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A616 Αρ. Γεν. Αίτησης: 530/2016 Αναφορικά με τον περί Κυρωτικό Νόμο της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή νομικής συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου, Νόμος 172

(1)/86. και Αναφορικά με τον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο 121
(1)/2000 ΜΕΤΑΞΥ: VTB Bank (Open Joint-Stock Company), από την Ρωσία Αιτήτρια και Leisler Holdings Limited, από Λευκωσία Καθ' ης η Αίτηση Αίτηση από τον Leisler Holdings Limited -καθ' ης η αίτηση - αιτήτριας ημερ. 14/2/2018 για παραμερισμό εγγραφής αλλοδαπής απόφασης. Ημερομηνία: 13 Δεκεμβρίου 2018 Για αιτητή: κος Παπαχριστοδούλου Για καθ' ης η αίτηση: κα Χριστοφή ΑΠΟΦΑΣΗ Η καθ' ης η αίτηση - αιτήτρια στην παρούσα Leisler Holdings Limited (στο εξής η Leisler), είναι εταιρεία Ρωσικών συμφερόντων εγγεγραμμένη στην Κύπρο, δυνάμει του Κεφ.
  1. Το εγγεγραμμένο γραφείο της Leisler βρίσκεται στη Λευκωσία, και εξυπηρετείται από επαγγελματίες παρόχους εταιρικών υπηρεσιών. Εντούτοις, σύμφωνα με την ίδια την Leisler, η πραγματική επιχειρησιακή διοίκηση της, βρίσκεται στην Ρωσία και αποτελείται από Ρώσσους υπηκόους. Η αιτήτρια - καθ' ης η αίτηση στην παρούσα VTB Bank (Open Joint-Stock Company), είναι τράπεζα με έδρα την Ρωσία (στο εξής η VTB Bank). Η παρούσα αίτηση παραμερισμού Με την παρούσα αίτηση της, η Leisler ζητά τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στις 10/02/2017, μέσω της οποίας αναγνωρίστηκε ως δεσμευτική και ενεγράφη στην Κύπρο με σκοπό την εκτέλεση ως να ήταν απόφαση Κυπριακού Δικαστηρίου, η απόφαση ημερομηνίας 21/05/2014 που εκδόθηκε από Δικαστήριο στη Μόσχα στην υπόθεση Α40-180068/13 μεταξύ της VTB Bank πρώην VTB ΒΑΝΚ (Open Joint-Stock Company) και της Leisler. Το λόγω διάταγμα αναγνώρισης και εγγραφής στην Κύπρο της υπό κρίση Ρωσικής δικαστικής απόφασης, εκδόθηκε στην απουσία της Leisler παρότι η αίτηση, της είχε δεόντως επιδοθεί. Το ίδιο έγινε και σε άλλες δύο αιτήσεις που αφορούσαν διαφορετικές αλλοδαπές δικαστικές αποφάσεις. Με την παρούσα αίτηση, επιζητούνται επίσης οδηγίες αναφορικά με τον χρόνο εντός του οποίου η Leisler θα έχει δικαίωμα να καταχωρήσει εμφάνιση και/ή ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Κυριάκου Χαραλάμπους, δικηγόρου στο γραφείο των συνηγόρων της Leisler. Σύμφωνα με την πιο πάνω ένορκη δήλωση το διάταγμα αναγνώρισης και εγγραφής της υπό κρίση αλλοδαπής δικαστικής απόφασης θα πρέπει να ακυρωθεί για τους πιο κάτω λόγους:
  2. Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είχαν δικαιοδοσία να αναγνωρίσουν την επίδικη Ρωσική απόφαση.
  3. Η αιτήτρια στην πιο πάνω γενική αίτηση, VTB Bank, εξασφάλισε την απόφαση με δόλο και παραπλανώντας το Δικαστήριο.
  4. Υπάρχει καλός λόγος για την καθυστέρηση της Leisler να εμφανιστεί στην υπό κρίση Γενική Αίτηση. Ήταν η θέση του ομνύοντα ότι η Leisler έχει «καλή υπεράσπιση» στην Γενική Αίτηση γιατί:
  5. Η εγγραφή και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων μεταξύ Κύπρου και Ρωσίας διέπεται από σχετική διμερή συνθήκη, η οποία στην Κύπρο έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό Νόμο 172(Ι)/86 ( στο εξής 'η συνθήκη').
  6. Η συνθήκη είναι σε ισχύ.
  7. Με βάση την Συνθήκη και τον Νόμο Ν. 172(Ι)/86, αυτό που θα πρέπει ο οποιοσδήποτε αιτητής να ικανοποιήσει το Δικαστήριο στο οποίο αποτείνεται, είναι ότι οι προαναφερόμενες δικαιοδοτικές πρόνοιες πληρούνται στην ολότητα τους έτσι ώστε το εν λόγω δικαστήριο να αποκτήσει δικαιοδοσία να επιληφθεί της αίτησης.
  8. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι όπως ο αιτητής αποταθεί με την εν λόγω αίτηση στο Δικαστήριο της χώρας που εξέδωσε την απόφαση οπόταν αν η αρμόδια αρχή της εν λόγω χώρας το κρίνει αναγκαίο θα παραπέμψει την υπόθεση στο αντίστοιχο Δικαστήριο της άλλης χώρας.
  9. Κατ' εξαίρεση, αλλοδαπός υπήκοος δύναται να αποταθεί ο ίδιος στο Δικαστήριο της άλλης χώρας, νοουμένου ότι θα ικανοποιήσει με σχετική μαρτυρία το εν λόγω Δικαστήριο ότι διατηρεί μόνιμη ή προσωρινή διαμονή στο έδαφος του. Κατά τον ομνύοντα, στην παρούσα περίπτωση, τίποτα στην Γενική Αίτηση ή στην υποστηρικτική της ένορκη δήλωση, δεν καταδεικνύει οποιοδήποτε λόγο γιατί να επιτραπεί στην VTB Bank να αποταθεί απευθείας η ίδια στο Κυπριακό Δικαστήριο. Όπως προκύπτει αβίαστα από την ίδια την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, η VTB Bank είναι Ρωσική Εταιρεία. Παράλληλα καμία επαρκής μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί ως προς το θέμα διαμονής της στην Κυπριακή Δημοκρατία. Αντιθέτως, όπως ο ίδιος πληροφορείται από την Leisler, η έδρα της VTB είναι στην Ρωσία και δεν έχει οποιαδήποτε προσωρινή κατοικία στην Κύπρο. Συνεπώς, σύμφωνα με την συνθήκη, η VTB Bank όφειλε να αποταθεί στα Ρωσικά Δικαστήρια για την αναγνώριση της σχετικής Ρωσικής Απόφασης και η αρμόδια Ρωσική Αρχή, ακολούθως να ζητήσει αναγνώριση εγγραφή από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Ο ενόρκως δηλών δέχεται ότι υπήρξε κάποια καθυστέρηση εκ μέρους της Leisler να εμφανιστεί στην υπό κρίση Γενική Αίτηση. Εντούτοις, η οποιαδήποτε καθυστέρησή της, οφείλεται κατά τον ομνύοντα αποκλειστικά σε γνήσιο καλόπιστο λάθος της Leisler. Ειδικότερα, η επιχειρησιακή διοίκηση της Leisler, μέχρι πρόσφατα τελούσε υπό την πλάνη ότι η παρούσα Γενική Αίτηση δεν ήταν εκκρεμής νέα διαδικασία. Συνοπτικά οι κύριοι λόγοι που οδήγησαν την Leisler στο καλόπιστο αυτό λάθος είναι:
  10. Το 2014 η VTB Bank είχε καταχωρήσει τρεις γενικές αιτήσεις ουσιαστικά πανομοιότυπες με την παρούσα.
  11. H Leisler εμφανίστηκε και ενέστη στις γενικές αιτήσεις του
  12. Ο κύριος λόγος ένστασης της Leisler ήταν η έλλειψη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων.
  13. Πριν εκδικαστούν οι γενικές αιτήσεις του 2014, η VTB Bank απέσυρε τις γενικές αιτήσεις του 2014 με έξοδα υπέρ της Leisler.
  14. Μετά από την εξέλιξη αυτή, η Leisler θεώρησε ότι οποιαδήποτε διαδικασία από την VTB Bank εναντίον της Leisler θα προωθείτο πλέον νομότυπα στην Ρωσία μέσω της σωστής διαδικασίας.
  15. Συνεπώς, όταν επιδόθηκε η παρούσα αίτηση, η Leisler θεώρησε ότι ήταν έγγραφα που αφορούσαν τις αιτήσεις του 2014 που αποσύρθηκαν.
  16. Πράγματι, μέχρι πρόσφατα η Leisler δεν αντιλήφθηκε πως τα έγγραφα που της επιδόθηκαν για την παρούσα Γενική Αίτηση, αφορούσαν καινούργια διαδικασία, αφού πίστευε ότι η VTB Bank δεν θα έκανε το ίδιο λάθος δύο φορές, αγνοώντας αφελώς ότι η VTB Bank ενεργούσε κακόπιστα και καταχρηστικά. Κατά τον ομνύοντα, η VTB Bank γνώριζε ότι το Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας σε σχέση με τέτοιας φύσεως αιτήσεις. Αυτό προκύπτει από την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου στην υπόθεση VTB Bank (Open Joint-Stock Company) ν. Taruta Sergey Alekseyevich, άλλως Sergiy Oleksiyovych Taruta κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης: 378/14, 27/6/2014 όπου απορρίφθηκε το ίδιο αίτημα λόγω παράβασης της σύμβασης και έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Τον Δεκέμβριο του 2016, κοντά στην περίοδο των χειμερινών διακοπών, η VTB Bank επέδωσε στον Πάροχο, στο εγγεγραμμένο γραφείο της Leisler, έγγραφα ουσιαστικά πανομοιότυπα με τις αιτήσεις του 2014 (εφεξής οι «αιτήσεις του 2016»). Μεταξύ των αιτήσεων αυτών ήταν και η παρούσα. Με όλες τις αιτήσεις του 2016, η VTB Bank αιτείτο ξανά την αναγνώριση των αποφάσεων του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας που αποτέλεσαν το αντικείμενο των αιτήσεων του
  17. Ο Πάροχος προώθησε στην Leisler σάρωση των εγγράφων που επιδόθηκαν μέσω email και τα οποία ήταν στην Ελληνική γλώσσα. Έχοντας δει μόνο την σάρωση των εγγράφων, η Leisler θεώρησε ότι τα έγγραφα αφορούσαν τις Γενικές Αιτήσεις του
  18. Επί τούτου, ο ομνύοντας τόνισε ότι κανένας από την πραγματική επιχειρησιακή διοίκηση της Leisler, δεν μιλά την Ελληνική, γεγονός το οποίο γνώριζαν στην VTB Bank. Επιπλέον, οι αιτήσεις του 2016 δεν συνοδεύονταν από μετάφρασή τους στα Αγγλικά ή στα Ρωσικά. Ήταν η θέση του ομνύοντα ότι η σύγχυση που προκλήθηκε στην Leisler, είναι δικαιολογημένη. Αυτό γιατί το κείμενο των αιτήσεων του 2016, είναι ουσιαστικά πανομοιότυπο με αυτό των αιτήσεων του
  19. Επιπλέον, και οι δύο δέσμες αιτήσεων, συντάχθηκαν και καταχωρίστηκαν από το ίδιο δικηγορικό γραφείο με τον ίδιο ενόρκως δηλούντα. Συνεπώς, όταν η Leisler έλαβε τις σαρώσεις των αιτήσεων του 2016, αφελώς θεώρησε ότι αφορούσαν τις αιτήσεις του 2014 και ενέπιπταν στα πλαίσια της έρευνας δέουσας επιμέλειας πελάτη. Έχοντας γνώση του ιστορικού του ζητήματος και ειδικά του γεγονότος ότι οι αιτήσεις του 2014 είχαν αποσυρθεί καθώς και τις περιστάσεις και τους όρους υπό τους οποίους αποσύρθηκαν, η Leisler αγνόησε τα εν λόγω έγγραφα. Μετά από νομική συμβουλή του γραφείου του ομνύοντα, η Leisler αντιλήφθηκε πλέον, ότι τα έγγραφα που επιδόθηκαν ήταν πιστά αντίγραφα νέων Γενικών Αιτήσεων. Εξήγησαν ότι οι επιδόσεις αναφέρονταν σε νέες Κυπριακές διαδικασίες που καταχωρήθηκαν το 2016 και σε αποφάσεις που εκδόθηκαν το
  20. Κατόπιν μελέτης των εγγράφων και διευκρινίσεων για το νομικό και πραγματικό υπόβαθρο του ζητήματος, συμβούλευσαν την Leisler ότι μπορούσε να καταχωρήσει αιτήσεις παραμερισμού των αποφάσεων στις Αιτήσεις του 2016 και ότι είχε καλή υπόθεση. Ο χρόνος που μεσολάβησε ήταν αναγκαίος για να συνταχθούν οι Αιτήσεις και να οριστικοποιηθεί το κείμενο της ένορκης δήλωσης. Περαιτέρω, έγιναν προσπάθειες όπως διευθετηθεί πρόσφορη ημερομηνία για να μεταβεί στην Κύπρο αξιωματούχος της Leisler και να ορκιστεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Στο μεταξύ και ενώ ετοιμάζονταν οι αιτήσεις παραμερισμού, η VTB Bank επέδωσε αίτηση εκκαθάρισης της Leisler που καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με αριθμό 1076/2017 («η Αίτηση Εκκαθάρισης»). Η Leisler έδωσε οδηγίες στο γραφείο του ομνύοντα να καταχωρήσει ειδοποίηση ένστασης στην αίτηση εκκαθάρισης. Στην συνέχεια ο ομνύων αναφέρθηκε στο ιστορικό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, ισχυριζόμενος ότι η VTB Bank ενεργεί κακόπιστα. Η πραγματικότητα του ζητήματος είναι ότι η VTB Bank δεν επιδιώκει να εκτελέσει τις Ρωσικές αποφάσεις ούτε να διαφυλάξει τα συμφέροντα της ως πιστωτής της Leisler. Μοναδικός στόχος της VTB Bank κατά τον ομνύοντα, είναι να απειλήσει την Leisler με διάλυση με σκοπό να εξασκήσει αθέμιτη πίεση στην Leisler και την επιχειρησιακή διοίκησή της, για να την εξαναγκάσει να παραδώσει τα εισπρακτέα της στην VTB Bank σε εξευτελιστική τιμή. Προς απόδειξη των πιο πάνω, ο ενόρκως δηλών αναφέρει τα ακόλουθα:
  21. Η Leisler δεν έχει κανένα περιουσιακό στοιχείο στην Κύπρο.
  22. Όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Leisler (ήτοι τα εισπρακτέα από τα δάνεια και όλα τα οχήματα την αγορά των οποίων χρηματοδότησε η Leisler) βρίσκονται στην Ρωσία.
  23. Η VTB δεν έχει προχωρήσει με ουσιαστικά μέτρα εκτέλεσης στην Ρωσία ή την Κύπρο. Όπως αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και στην βάση πληροφόρησης από τους Ρώσους δικηγόρους της Leisler:
  24. Το ορθό βήμα (forum) για την εκτέλεση των εν λόγω Ρωσικών αποφάσεων είναι η Ρωσία.
  25. Η VTB Bank θα αντιμετωπίσει σημαντικές νομικές δυσκολίες και εμπόδια στην εκτέλεση των Ρωσικών αποφάσεων στην Ρωσία λόγω: i. Ζητημάτων που αφορούν την ουσία των Ρωσικών αποφάσεων, και ii. Της κατ' ισχυρισμό ανέντιμης στάσης και της καταχρηστικότητας που επέδειξε η VTB Bank, σχετικά με το «χαρτοφυλάκιο» της Leisler,
  26. Τα δικαστικά και δικηγορικά έξοδα της VTB Bank στην Ρωσία θα είναι πολλαπλάσια των δικαστικών και δικηγορικών εξόδων στην Κύπρο. Κατά τον ομνύοντα, αυτοί είναι οι κύριοι λόγοι για τους οποίους η VTB Bank επέλεξε να παρακάμψει την νενομισμένη διαδικασία και την Συνθήκη και αντί να αποταθεί στα Ρωσικά δικαστήρια, έλαβε παράτυπα μέτρα κατευθείαν στην Κυπριακή Δημοκρατία. Είναι η θέση της Leisler ότι η VTB Bank γνώριζε ότι τελούσε υπό πλάνη για την νέα διαδικασία. Κατά τον ομνύοντα, εάν η Leisler αντιλαμβανόταν πως οι αιτήσεις του 2016 αφορούσαν νέα διαδικασία, διακριτή από τις αιτήσεις του 2014 θα ήταν αφύσικο, παράδοξο και παράλογο να μην εμφανιστεί στις αιτήσεις του 2016 όπως έπραξε το
  27. Άλλωστε όπως έδειξε το ιστορικό των αιτήσεων του 2014 οι οποίες αποσύρθηκαν χωρίς καν να προχωρήσουν σε ακρόαση, η επιτυχία της ήταν σχεδόν βέβαιη. Εάν η Leisler εμφανιζόταν στην παρούσα Γενική Αίτηση, η υπεράσπισή της θα ήταν νομικά αδιαμφισβήτητη και το Δικαστήριο δεν θα προχωρούσε σε έκδοση της απόφασης αφού τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είχαν δικαιοδοσία να αναγνωρίσουν την απόφαση κατά παράβαση της διακρατικής συμφωνίας. Η ένσταση Η VTB Bank καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η παρούσα αίτηση παραμερισμού καταχωρήθηκε με υπερβολική καθυστέρηση και χρησιμοποιείται ως μέσο καταπίεσης της VTB Bank και προσβολής της άσκησης των νόμιμων δικαιωμάτων της όπως αυτά προκύπτουν από την απόφαση ημερομηνίας 10/02/
  28. Περαιτέρω, η παρούσα καταχωρήθηκε μόνο μετά την καταχώρηση αίτησης εκκαθάρισης της Leisler με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει την εν λόγω διαδικασία εκκαθάρισης. Αναφέρεται επίσης ότι το ένδικο μέσο της αίτησης παραμερισμού δεν είναι ορθό. Συγκεκριμένα αντικανονικά προωθείται αίτηση παραμερισμού αντί Έφεσης και μετά που η προθεσμία καταχώρησης έφεσης παρήλθε και η απόφαση κατέστη τελεσίδικη. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται περαιτέρω ότι η VTB Bank δεν δικαιολογεί επαρκώς την παράλειψη εμφάνισης της στην αίτηση πριν την έκδοση της απόφασης. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί είναι ατεκμηρίωτοι και αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. Αναφέρεται τέλος στους λόγους ένστασης ότι η αίτηση είναι κακόπιστη, κακόβουλη και στοχεύει αποκλειστικά στην παρακώλυση της εκτέλεσης της Απόφασης και τη προώθηση λήψης μέτρων εκτέλεσης. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Άνδριας Αντωνίου, δικηγόρου στο γραφείο των συνηγόρων της VTB Bank. Σε αυτήν επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αναφέρει περαιτέρω ότι η Leisler δεν φαίνεται να εγείρει οποιαδήποτε ουσιαστική υπεράσπιση ως προς την αξίωση της VTB Bank ως αυτή δύναται να εγερθεί στη βάση των εφαρμοστέων Νόμων. Εγείρει νομικά θέματα ως ενστάσεις, τα οποία όμως όφειλε να εγείρει σε προηγούμενες διαδικασίες στις οποίες δεν έχει εμφανιστεί. Στα πλαίσια αυτά, παρερμηνεύει τις πρόνοιες της Συνθήκης που κύρωσε ο Νόμος 172(Ι)/86 χωρίς να λαμβάνει υπόψη τον σκοπό για τον οποίο υπεγράφη η Συνθήκη. Κατά την ομνύουσα, το άρθρο 27 της Συνθήκης Κύπρου - Ρωσίας δεν μπορεί να ερμηνευτεί αποσπασματικά αλλά πρέπει να ερμηνευτεί σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες πρόνοιες της Συνθήκης αλλά και τον σκοπό για τον οποίο αυτή θεσπίστηκε. Περαιτέρω, η κυρίως αίτηση, καταχωρήθηκε σύμφωνα και με τις πρόνοιες του Νόμου 121(Ι)/2000 που προνοούν για δυνατότητα καταχώρησης αίτησης αναγνώρισης απόφασης από εξ' αποφάσεως πιστωτή στο Επαρχιακό Δικαστήριο που διαμένει ο εξ' αποφάσεως οφειλέτης. Στην περίπτωση μας, η σχετική αίτηση εγγραφής καταχωρήθηκε στην επαρχία όπου έχει την έδρα της η Leisler. Συνεπώς, το Δικαστήριο είχε και καθ' ύλην και κατά τόπο δικαιοδοσία να εκδώσει την υπό κρίση απόφαση. Η ομνύουσα επεσύναψε ως τεκμήριο 2 πρωτότυπο νομικής γνωμάτευσης ημ. 04/04/2018 από το Ρωσικό δικηγορικό γραφείο Trubor Law Firm, ως προς τον τρόπο με τον οποίο τα Ρωσικά Δικαστήρια εφαρμόζουν την Συνθήκη Κύπρου - Ρωσίας και συγκεκριμένα σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου
  29. Προκύπτει από την εν λόγω νομική γνωμάτευση ότι τα Ρωσικά Δικαστήρια επιτρέπουν την καταχώρηση αίτησης εγγραφής Κυπριακής απόφασης από Κύπριο πολίτη υπέρ του οποίου εκδόθηκε η απόφαση, ακόμα και αν ο εν λόγω Κύπριος πολίτης δεν έχει μόνιμη ή προσωρινή διαμονή στη Ρωσία. Όσον αφορά την δικαιολογία που δίδεται για την μη εμφάνιση στο Δικαστήριο, η ομνύουσα την χαρακτήρισε ως υστεροκατασκευασμένες σκέψεις. Θεωρεί επίσης ως μη σοβαρή, την δικαιολογία της αιτήτριας ότι δεν αντιλήφθηκε πως οι νέες τέσσερεις Γενικές Αιτήσεις του 2016 δεν ήταν οι ίδιες με τρεις Γενικές Αιτήσεις του 2014, παρόλο που έχουν διαφορετικούς αριθμούς και διαφορετικές ημερομηνίες καταχώρησης και είναι και περισσότερες στον αριθμό. Κατά την ομνύουσα, τα πιο πάνω δεν μπορούν να αποτελέσουν πιστευτές ή επαρκείς δικαιολογίες για την περιφρονητική στάση που επέδειξε η Leisler προς τις δικαστικές διαδικασίες που κινήθηκαν εναντίον της. Η ομνύουσα ανέφερε στην συνέχεια ότι οι αιτήσεις του 2014 δεν αποσύρθηκαν άνευ βλάβης λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αλλά επειδή σε αυτές δεν είχαν επισυναφθεί όλα τα απαραίτητα πιστοποιητικά που αναφέρονται στην Συνθήκη Κύπρου-Ρωσίας. Το γεγονός αυτό ήταν γνωστό στους συνηγόρους της Leisler. Ως εκ τούτου, η Leisler παραπλανεί σήμερα όταν αναφέρει ότι οι αιτήσεις του 2014 αποσύρθηκαν λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Κατά την ομνύουσα, η χρήση της απόφασης VTB Bank (Open Joint-Stock Company) ν. Taruta Sergey Alekseyevich ημ. 27/06/2014 (τεκμ. 7 στην Ε/Δ Χαραλάμπους) είναι άτοπη και δεν αποδεικνύει τίποτα. Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε στη βάση γεγονότων διαφορετικών από αυτά που υποστηρίζουν την παρούσα κυρίως Αίτηση αφού εκεί ο καθ' ου η αίτηση ήταν αλλοδαπός και κυρίως, δεν διέμενε στην Κύπρο. Επιπλέον η εν λόγω απόφαση δεν είναι δεσμευτική εφόσον είναι πρωτόδικη και έχει εφεσιβληθεί. Όσον αφορά την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, η ομνύουσα ισχυρίστηκε ότι η Leisler προσπαθεί να παραπλανήσει αναφορικά με τις ημερομηνίες κατά τις οποίες αντιλήφθηκε πως οι Γενικές Αιτήσεις του 2016 δεν ήταν εκείνες του 2014 και το πότε έδωσε οδηγίες ετοιμασίας αιτήσεων παραμερισμού. Περαιτέρω σε αντίθεση με το τι ισχυρίζεται η Leisler, αυτή έχει περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο, μεταξύ άλλων αποταμιεύσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς και μετοχές στην Τράπεζα Κύπρου. Εφόσον η Leisler είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο, τότε αλλοδαπή απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της θα πρέπει να εγγραφεί στην Κύπρο για να εκτελεστεί εναντίον περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται εντός της κυπριακής δικαιοδοσίας. Η ομνύουσα αναφέρει τέλος ότι η VTB Bank έχει δικαίωμα να προχωρήσει με εκτέλεση των αποφάσεων που εκδόθηκαν υπέρ της, σε όποια χώρα η ίδια επιθυμεί και δεν υπάρχει κανένας κανόνας ή νόμος που να αναγκάζει την VTB Bank να προχωρήσει με εκτέλεση πρώτα στην Ρωσία πριν να προχωρήσει στην Κύπρο. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν από γραπτό κείμενο το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο, υποστηρίζοντας τις πιο πάνω θέσεις τους όπως εμφαίνονται στην αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη των αγορεύσεων των συνηγόρων ώστε να γίνουν καλύτερα κατανοητές οι θέσεις των δύο πλευρών. Η αγόρευση του συνηγόρου για την αιτήτρια Leisler Ο συνήγορος για την αιτήτρια Leisler στην αγόρευση του, αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις παραμερισμού ερήμην εκδοθείσας απόφασης όπως καθορίστηκαν από την νομολογία. Ειδική αναφορά έγινε από τον συνήγορο, στον παραμερισμό απόφασης αυτοδικαίως ex debito justitiae ως χρέος οφειλόμενο στην δικαιοσύνη. Στην περίπτωση αυτή, η ερήμην απόφαση παραμερίζεται αυτοδίκαια χωρίς να εξεταστούν άλλες συνθήκες και χωρίς την επιβολή οποιωνδήποτε όρων στον αιτητή. Αναφορά έγινε και στην περίπτωση έλλειψης δικαιοδοσίας εκδίκασης της υπόθεσης. Η ένσταση στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου δεν μπορεί να θεωρείται ως ζήτημα απλής αντικανονικότητας ή παρατυπίας, αλλά και ουσιαστικό και θεμελιακό ζήτημα όλης της υπόθεσης. Το δε ζήτημα της δικαιοδοσίας, μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο. Στην συνέχεια ο συνήγορος αναφέρθηκε στον Νόμο 172/86 με τον οποίο κυρώθηκε η Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου. Η εν λόγω Συνθήκη, υιοθετήθηκε και παραμένει σε ισχύ μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Το άρθρο 24 της Συνθήκης περιγράφει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης και ακτέλεσης δικαστικών αποφάσεων στα συμβαλλόμενα μέρη. Το άρθρο 27
(1)αναφέρει ότι η σχετική αίτηση για την αναγνώριση και την εκτέλεση απόφασης υποβάλλεται στην αρμόδια δικαστική αρχή του τόπου της έκδοσης της. Σύμφωνα με το ίδιο το άρθρο 27 η αίτηση μπορεί να υποβάλλεται και απευθείας στο αρμόδιο δικαστήριο του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, κατ' εξαίρεση, και μόνο όταν το πρόσωπο το οποίο την υποβάλλει, διατηρεί μόνιμη ή προσωρινή διαμονή στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους όπου επιδιώκεται να εκτελεσθεί η απόφαση. Ο συνήγορος αναφέρθηκε επίσης στον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο 121(I)/
  1. Κατά τον συνήγορο, ο εν λόγω Νόμος δεν περιέχει ουσιαστικό δίκαιο. Ορίζει απλώς την εφαρμοστέα διαδικασία για την αναγνώριση, εγγραφή ή εκτέλεση απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου, όταν ενυπάρχει δικαιοδοσία προς τούτο δυνάμει άλλου νομοθετήματος Στην προκειμένη περίπτωση, είναι ξεκάθαρο κατά τον συνήγορο ότι ο Νόμος 121(I)/2000 συμπληρώνει την διαδικασία που περιγράφεται στην Συνθήκη, για εκείνα τα ζητήματα που δεν καθορίζονται ρητά σε αυτήν. Εντούτοις, όπου υπάρχει πρόνοια ή ρύθμιση στην Συνθήκη η οποία συγκρούεται με πρόνοια του εν λόγω Νόμου, η ρύθμιση της Συνθήκης υπερέχει. Αυτό γιατί ως διμερής Συνθήκη που κυρώθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία, έχει αυξημένη ισχύ εναντίον οποιουδήποτε ημεδαπού νόμου, είτε η Σύμβαση προηγείται είτε ακολουθεί χρονικά τον Νόμο. Περαιτέρω, εφαρμόζεται το εδραιωμένο ερμηνευτικό αξίωμα ότι «ο ειδικός νόμος υπερισχύει του γενικού νόμου» (Lex specialis derogat legi generali). Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει διάταγμα αναγνώρισης των Ρωσικών αποφάσεων αφού η VTB Bank δεν έχει μόνιμη ή προσωρινή διαμονή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο συνήγορος αρνήθηκε περαιτέρω ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αίτησης από πλευράς Leisler. Παρόλα αυτά, ήταν η θέση του ότι ο παράγοντας καθυστέρηση καμία σημασία δεν έχει επειδή η απόφαση πρέπει να παραμεριστεί ex-debito justitiae. Από την στιγμή που αποδεικνύεται έλλειψη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου για αναγνώριση και εγγραφή της αλλοδαπής απόφασης, το Δικαστήριο οφείλει να παραμερίσει ex debito justitiae την Απόφαση στην Γενική Αίτηση, χωρίς να απαιτείται η εξέταση οποιοδήποτε άλλου ζητήματος. Ο συνήγορος δέχθηκε ότι δεν υπάρχει απόφαση του Εφετείου στο θέμα. Παρέπεμψε όμως σε πρωτόδικες αποφάσεις αλλά και απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πρωτοβάθμια του δικαιοδοσία, οι οποίες επιβεβαιώνουν την πιο πάνω θέση. Ότι δηλαδή το άρθρο 27 της Συνθήκης είναι ξεκάθαρο στο ότι διάδικος ο οποίος δεν διαμένει μόνιμα ή προσωρινά στην Κύπρο, δεν μπορεί να υποβάλει αίτηση αναγνώρισης Ρωσικής Απόφασης στην Κυπριακή Δημοκρατία όπως έγινε στην παρούσα περίπτωση. Είναι δε αδιαμφισβήτητο ότι η VTB Bank δεν έχει ούτε είχε σε οποιοδήποτε στάδιο, την διαμονή της στην Κύπρο. Ο συνήγορος σημείωσε ότι η VTB Bank είχε και στο παρελθόν προωθήσει αίτηση αντίστοιχη με την Γενική Αίτηση στην πρωτόδικη υπόθεση VTB Bank v. Taruta κ.α αρ. Γενικής Αίτησης 378/14, απόφαση ημερομηνίας 27/6/
  2. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε, ακριβώς λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Η VTB Bank παρά το γεγονός ότι γνώριζε την πιο πάνω απόφαση, εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι η Leisler δεν εμφανίστηκε στην παρούσα υπόθεση και τεχνηέντως δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο ούτε την προηγούμενη ύπαρξη των αιτήσεων του 2014 αλλά επίσης δεν αποκάλυψε ούτε όλες τις σχετικές νομικές αρχές που περιβάλλουν το ζήτημα, συμπεριλαμβανομένης και της απόρριψης της πιο πάνω απόφασης λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Με αυτόν τον τρόπο η VTB Bank παραπλάνησε κατά τον συνήγορο το Δικαστήριο στο να εκδώσει υπέρ της, την υπό κρίση απόφαση. Στην συνέχεια, ο συνήγορος επανέλαβε τις θέσεις για καλόπιστο λάθος της Leisler η οποία οδήγησε στην μη εμφάνιση και στην καθυστέρηση να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης για εγγραφή των αλλοδαπών αποφάσεων. Έχοντας γνώση του ιστορικού του ζητήματος και ειδικά του γεγονότος ότι οι αιτήσεις του 2014 είχαν αποσυρθεί από την VTB Bank καθώς και τις περιστάσεις και τους όρους υπό τους οποίους αποσύρθηκαν, η Leisler αγνόησε τα νέα έγγραφα που τις επιδόθηκαν αφού έμοιαζαν με τις αιτήσεις του
  3. H Leisler αντιλήφθηκε ότι τα εν λόγω έγγραφα αφορούσαν νέες διαδικασίες μόνο αφότου επιδόθηκαν στο εγγεγραμμένο της γραφείο ειδοποιήσεις απαίτησης (statutory demand) οι οποίες ήταν οι μόνες που ήταν μεταφρασμένες στα Ρωσικά. Τότε η Leisler αμέσως προχώρησε σε όλα τα απαραίτητα διαβήματα, τα οποία οδήγησαν στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης Παραμερισμού. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι ο χρόνος που μεσολάβησε ήταν αναγκαίος για να συνταχθούν οι αιτήσεις και να οριστικοποιηθεί το κείμενο της ένορκης δήλωσης που τις υποστηρίζει. Ο συνήγορος αναφέρθηκε στην συνέχεια στην γνωμάτευση που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της ένστασης. Την χαρακτήρισε ως εντελώς άσχετη αφού αναφέρεται σε Ρωσικές διαδικασίες σε Ρωσικά Δικαστήρια. Ακόμη και εάν τα Ρωσικά Δικαστήρια είχαν αποφασίσει τα όσα κατά τον συνήγορο αναληθώς τους αποδίδονται στην γνωμάτευση, δεν θα είχε καμία σημασία αφού τα Κυπριακά Δικαστήρια κρίνουν τα ίδια, την ορθή ερμηνεία της συνθήκης. Εν πάση περιπτώσει, οι αποφάσεις που αναφέρονται και επισυνάπτονται σε αυτήν δεν σχετίζονται ούτε υποστηρίζουν τις καταλήξεις στην γνωμάτευση. Επιπλέον, σε καμία από τις αποφάσεις που εξετάζονται στην νομική γνωμάτευση δεν γίνεται αναφορά στο άρθρο 27 της Συνθήκης. Ήταν τέλος η θέση του συνηγόρου ότι η υπό κρίση απόφαση εξασφαλίστηκε ως αποτέλεσμα του δόλου της VTB Bank και κατά παράβαση της υποχρέωσής της να επιδείξει την υψίστη καλή πίστη, στα πλαίσια της ερήμην έκδοσης απόφασης. Συγκεκριμένα απέκρυψε την απόφαση VTB Bank v. Taruta κ.α. πανομοιότυπου χαρακτήρα, η οποία απέρριπτε την αίτηση αναγνώρισης λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, και την οποία η VTB Bank αδιαμφισβήτητα γνώριζε και εν πάση περιπτώσει στα πλαίσια της ύψιστης καλής πίστης, όφειλε να την θέσει υπόψιν του Δικαστηρίου, ειδικά εφόσον εμφανίστηκε μονομερώς. Απέκρυψε επίσης τις αιτήσεις του 2014, τις σχετικές πρόνοιες της συνθήκης αλλά και το γεγονός ότι δεν έχει μόνιμη διαμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία. Προκύπτει από τα πιο πάνω κατά τον συνήγορο ότι η VTB Bank καταχώρησε την Γενική Αίτηση για να παρακάμψει τα Ρωσικά δικαστήρια και να υπερπηδήσει του σκοπέλους που θα αντιμετώπιζε στην Ρωσία. Η αγόρευση της συνηγόρου για την καθ' ης η αίτηση VTB Bank Η συνήγορος της καθ' ης η αίτηση VTB Bank, ισχυρίστηκε ότι στην παρούσα περίπτωση εφαρμόζεται η Δ.26 Θ.14 που αφορά ερήμην εκδοθείσα απόφαση λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ή οποιουσδήποτε άλλους Κανονισμούς. Στην συνέχεια, η συνήγορος αναφέρθηκε με παραπομπή σε νομολογία, στις προϋποθέσεις παραμερισμού ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η Leisler σε καμία περίπτωση δεν απέδειξε ότι έχει συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή. Επιπλέον δεν έδωσε καμία ικανοποιητική απάντηση για την μη εμφάνιση στο Δικαστήριο και την μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης παραμερισμού. Η συνήγορος επανέλαβε την θέση ότι θεωρεί ως μη σοβαρή την δικαιολογία της Leisler ότι δεν αντιλήφθηκε πως οι νέες τέσσερεις
(4)Γενικές Αιτήσεις του 2016 δεν ήταν οι ίδιες με τρεις
(3)Γενικές Αιτήσεις του 2014, παρόλο που έχουν διαφορετικούς αριθμούς και διαφορετικές ημερομηνίες καταχώρησης και εμφάνισης και είναι και περισσότερες στον αριθμό. Ήταν η θέση της ότι δεν θα μπορούσε με οποιονδήποτε τρόπο να «ταυτιστούν» αβασάνιστα αιτήσεις που επιδίδονται χρόνια μετά με προγενέστερες αιτήσεις, απλά επειδή «μοιάζουν». Όσον αφορά την υπέρμετρη καθυστέρηση η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η Leisler δεν αναφέρει οτιδήποτε στην ένορκη δήλωση της αίτησης που να δικαιολογεί την ολιγωρία της να προωθήσει την παρούσα αίτηση. Από τα όσα όντως αναφέρει η ένορκη δήλωση της αίτησης προκύπτει αβίαστα κατά την συνήγορο ότι η Leisler απλώς αγνόησε αδικαιολόγητα τις Γενικές Αιτήσεις του 2016 και ενώ γνώριζε για την έκδοση των Κυπριακών Αποφάσεων από τις 31/07/
  1. Τελικά και παρά την προηγούμενη αδιαφορία, η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε 6 ½ μήνες μετά. Στο ζήτημα της απόδειξης καλής υπεράσπισης στην κυρίως αίτηση, η συνήγορος επέμενε ότι η κυρίως αίτηση καταχωρήθηκε στην βάση του Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου 121(I)/2000). Το άρθρο 4 του εν λόγω Νόμου καθορίζει ότι παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου Νόμου, ο Νόμος 121(I)/2000 εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις όπου ζητείται η αναγνώριση, εγγραφή ή εκτέλεση απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου. Ο εν λόγω Νόμος εφαρμόζεται ως εκ τούτου σε όλες τις περιπτώσεις αλλοδαπής απόφασης με μόνη προϋπόθεση είτε ο αιτητής είτε ο καθ' ου να διαμένουν εντός της επικράτειας του Κυπριακού Δικαστηρίου. Στην παρούσα περίπτωση η Leisler, είναι κυπριακή εταιρεία με εγγεγραμμένο γραφείο στη Λευκωσία Κατά την συνήγορο ακόμα και αν ερμηνευθεί η Συνθήκη Κύπρου - Ρωσίας ως η Leisler εισηγείται, ότι δηλαδή σε αίτηση εγγραφής από αιτητή που διαμένει στη Ρωσία πρέπει να καταχωρηθεί η αίτηση στην Ρωσία στην βάση της Συνθήκης, και πάλι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να εγγράψει την Ρωσική Απόφαση, εφόσον η παρούσα αίτηση γίνεται και στη βάση του Ν.121(Ι)/
  2. Συνεπώς, δεδομένου ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου περιορίζεται εντός της περιοχής της επικράτειας του ή σε υπηκόους της Δημοκρατίας που βρίσκονται εκτός, και ότι η Leisler έχει την έδρα της στην Λευκωσία, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είναι το μόνο αρμόδιο να εκδικάσει την Γενική Αίτηση και να εγγράψει την Ρωσική απόφαση. Η συνήγορος έκαμε αναφορά σε νομική γνωμάτευση ημ. 04/04/2018 στην οποία γίνεται ανάλυση των σχετικών προνοιών της Συνθήκης Κύπρου - Ρωσίας και δίνονται παραδείγματα εφαρμογής της συνθήκης από τα Ρωσικά Δικαστήρια. Προκύπτει από την εν λόγω νομική γνωμάτευση ότι τα Ρωσικά Δικαστήρια επιτρέπουν την καταχώρηση αίτησης εγγραφής Κυπριακής απόφασης απευθείας από Κύπριο πολίτη υπέρ του οποίου εκδόθηκε η απόφαση, ακόμα και αν ο εν λόγω Κύπριος πολίτης δεν έχει μόνιμη ή προσωρινή διαμονή στη Ρωσία. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι με τον ίδιο τρόπο και το Κυπριακό Δικαστήριο στη βάση τόσο των προνοιών της Σύμβασης όσο και του τρόπου με τον οποίο την εφαρμόζουν τα Ρωσικά Δικαστήρια, δεν πρέπει να υιοθετήσει την τυπολατρική προσέγγιση της Leisler στην εφαρμογή της συνθήκης. Στην συνέχεια η συνήγορος εισηγήθηκε ότι η Leisler δεν προβάλλει οποιαδήποτε υπεράσπιση που να επιτρέπεται στη βάση της συμβάσης Κύπρου- Ρωσίας. Κατά την συνήγορο η σύμβαση Κύπρου - Ρωσίας καθορίζει περιοριστικά το έργο του Δικαστηρίου στο να διαπιστώσει κατά πόσο τηρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 24, 25 και
  3. Περαιτέρω, καθορίζει στο άρθρο 29 της σύμβασης, τι είδους ενστάσεις μπορεί να προβάλει ο εξ αποφάσεως οφειλέτης στην εκτέλεση της αλλοδαπής απόφασης. Η Leisler κανένα τέτοιο λόγο δεν παράθεσε στην ένορκη δήλωση της αίτησης της. Ούτε προβάλει καμία υπεράσπιση σε σχέση με το εξ αποφάσεως χρέος. Παραδέχεται μάλιστα ότι σταμάτησε να εξυπηρετεί τα δάνεια που είχε λάβει στη βάση των οποίων εκδόθηκαν οι Ρωσικές Αποφάσεις. Περαιτέρω δεν εφεσίβαλε την Ρωσική Απόφαση ούτε κινήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο εναντίον της. Κατά την συνήγορο, αυτό που ουσιαστικά προκύπτει από την όλη συμπεριφορά της Leisler, είναι πως η ίδια δεν ενδιαφέρεται να υπερασπιστεί τον εαυτό της ως προς την ουσία των απαιτήσεων της VTB Bank εναντίον της, ούτε έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση ως προς το εξ' αποφάσεως χρέος, αλλά προσπαθεί μόνο να εμποδίσει την εκτέλεση των Ρωσικών αποφάσεων, οι οποίες αναγνωρίστηκαν και εγγράφηκαν στην Κύπρο. Νομική Πτυχή Ο συνήγορος της Leisler έκαμε αναφορά στην Δ.17 Θ.10 ενώ η συνήγορος της VTB Bank ισχυρίστηκε ότι στην παρούσα εφαρμόζεται η Δ.26 Θ.
  4. Ανεξαρτήτως του δικαιοδοτικού πλαισίου, οι αρχές που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για τον παραμερισμό εκδοθείσας ερήμην απόφασης, είναι οι ίδιες τόσο για την Δ.17 Θ.10 όσον και για την Δ.26 Θ.
  5. Στην υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Holiday Inns
(1994)1 A.A.Δ. 736, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού επιβεβαίωσε την υιοθέτηση της Αγγλικής υπόθεσης Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, συνόψισε τις εν λόγω αρχές ως ακολούθως: α) Η αίτηση για παραμερισμό απόφασης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. β) Πρωταρχικής σημασίας στοιχείο είναι να καταδειχθεί εκ μέρους του αιτητή καλή υπεράσπιση. Το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτητής όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση του αλλά για να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. γ) Ο αιτητής πρέπει να δείξει ουσιαστική και σοβαρή δικαιολογία γιατί δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο. δ) Το Δικαστήριο θα πρέπει να περιοριστεί στο αν υπάρχει ή όχι καλή υπεράσπιση και δεν θα πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την αγωγή και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή όχι υπεράσπιση. ε) Η μαρτυρία που προσκομίζεται είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οιονδήποτε ενόρκως δηλούντα αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Αρκεί η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης και η ύπαρξη καλή τη πίστη, συζητήσιμης υπόθεσης. Η δυνατότητα ακύρωσης σχετίζεται επίσης με την ανάγκη τελεσιδικίας των Δικαστικών αποφάσεων. Σχετική είναι η υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου Μαύρου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26) στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: " Σε τέτοια ζητήματα, όπως ορθά διαπίστωσε ο Πρωτόδικος Δικαστής, η εξουσία του Δικαστή έχει διακριτικό χαρακτήρα. Η γενική αρχή του Δικαίου είναι ότι για να ανοίξει εκ νέου υπόθεση, μετά την λήψη της απόφασης, ο αιτητής οφείλει να πείσει πως έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον του απαίτηση. Όπως εξήγησε ο Δικαστής Sir Robert Megarry στην Land Securities P.L.C (ανωτέρω), πρέπει να προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση χωρίς να προχωρεί κανείς σε αξιολόγηση οιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Γι' αυτό άλλωστε ο Δικαστής Diplock στην Sindell ν. Wilson συνδέει το δικαίωμα παραμερισμού με την ύπαρξη καλή τη πίστη συζητήσιμης υπόθεσης." Από την άλλη όπως έχει νομολογηθεί, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εξ υπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της διαφορετικής εκδοχής του εναγομένου. Θα πρέπει να προσκομιστούν ταυτόχρονα και κάποια αποδεικτικά στοιχεία που να εμπεριέχουν ένα βαθμό πειστικότητας ως προς την εκδοχή του εναγομένου. Σχετική με το θέμα είναι η υπόθεση Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank
(2002)1 Α.Α.Δ. 793 όπου στην σελίδα 799, υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή. .............................. Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα, θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Η αίτηση παραμερισμού δύναται να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εφόσον ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή που ισοδυναμεί με καταφρόνηση της Δικαστικής Διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου ( βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204 και Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ 941). Αυτό που προκύπτει από την σχετική νομολογία είναι ότι κατά την εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδιώξει την εξισορρόπηση δύο θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια της ανάγκης για αποτελεσματική κατοχύρωση του δικαιώματος ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και από την άλλη, της ανάγκης να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας. Το πρωταρχικό κριτήριο, είναι η αποκάλυψη από μέρους του αιτητή καλής υπεράσπισης, η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ταυτόχρονα, όμως, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του αιτητή και δύναται, αν η συμπεριφορά του είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Όπου η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει επίσης ότι σε περιπτώσεις κακής επίδοσης της αγωγής ή ακόμα περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος δεν είχε καθόλου λάβει γνώση για την αγωγή ή την πορεία της υπόθεσης, η απόφαση θα πρέπει να παραμερίζεται χωρίς να τίθεται θέμα διακριτικής εξουσίας. Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου 1Α Α.Α.Δ.
(1997)247, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι αντικανονική επίδοση εκθεμελιώνει τη διαδικασία. Στις περιπτώσεις αυτές, η απόφαση θα πρέπει να παραμερίζεται αυτοδικαίως (ex debito justitiae): «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή και η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή κατά τη γνώμη μας, (βλ. Δ.5 θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας), το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος).» Στη μεταγενέστερη υπόθεση Κτηματικές Επιχειρήσεις Μάκης Αυξεντίου Λτδ ν. Ιωάννης Κυριακίδης κ.α.
(2000)1Α Α.Α.Δ 601, λέχθηκε ότι η πιο πάνω απόφαση Γιωργαλλίδης δεν διατυπώνει γενική αρχή ότι η διαπίστωση οιασδήποτε αντικανονικότητας, οδηγεί πάντα σε παραμερισμό της απόφασης ex debitio justitiae. Η υπόθεση αφορούσε αίτηση παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε χωρίς προηγούμενη γραπτή αίτηση. Η αντικανονικότητα αφορούσε διαδικαστικό θέμα και όχι την ουσία. Έτσι δεν ετίθετο θέμα επηρεασμού της άλλης πλευράς όπως συμβαίνει στην περίπτωση κακής επίδοσης, που άπτεται θεμελιακής παραβίασης Συνταγματικών Δικαιωμάτων. Τέλος, αποτελεί συνήθη πρακτική, με τον παραμερισμό της απόφασης το Δικαστήριο να επιβάλει όρους προπληρωμής των εξόδων της αίτησης και της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Αυτό υπό την προϋπόθεση πάντα της αρχής της υπαιτιότητας των μερών που καθιέρωσε η υπόθεση Phylactou (ανωτέρω). Είναι σύνηθες η παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης να αποδίδεται σε υπαιτιότητα των εναγομένων και όχι των εναγόντων. Συμπεράσματα Το πρώτο στοιχείο που θα εξετάσω είναι κατά πόσον η Leisler έχει αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση, που είναι και ο πιο σημαντικός παράγοντας για να παραμεριστεί η ερήμην εκδοθείσα απόφαση. Κρίνω από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου ότι έχει αποδειχθεί συζητήσιμη υπεράσπιση επί της κυρίως Γενικής Αίτησης. Η Leisler αμφισβητεί στην ουσία, την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εξετάσει την κυρίως αίτηση, στηριζόμενη στο άρθρο 27 της Σύμβασης. Με την θέση αυτή, συμφωνεί και η νομολογία, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για πρωτόδικες αποφάσεις (βλ. μεταξύ άλλων Dalemont Limited (αρ.1)
(2013)1 ΑΑΔ 1, Baltiyskiy Bank ν. Kirilenco, αίτ. Αρ.1339/09, ημ. 8/4/2011 και VTB Bank v. Taruta κ.α Γεν. Αίτ. 378/14/ ημ. 27/6/
  1. Να σημειώσω ότι η υπόθεση Dalemont ανωτέρω, αφορά πρωτόδικη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα πλαίσια εξέτασης προνομιακού εντάλματος. Η εν λόγω απόφαση συνιστά Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και είναι δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο, ανεξαρτήτως αν εκδόθηκε στα πλαίσια πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας. Περαιτέρω σε μια εκ των ανωτέρω πρωτόδικων αποφάσεων, αιτητής ήταν η VTB Bank, στοιχείο που καταδεικνύει ότι είναι σε θέση να γνωρίζει την κρατούσα άποψη της Κυπριακής Νομολογίας επί του θέματος. Να σημειώσω επίσης ότι δεν έχω εντοπίσει άλλη απόφαση που να υποστηρίζει την θέση της VTB Bank ότι οι πρόνοιες του Νόμου 121(Ι)/2000 θα μπορούσαν να εφαρμοστούν ανεξάρτητα από τις πρόνοιες της Συνθήκης Κύπρου - Ρωσίας. Κρίνω ως εκ τούτου ότι Leisler έχει αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση που συνιστά την πιο σημαντική προϋπόθεση για έγκριση του αιτήματος. Έχουν τεθεί με την ένορκη δήλωση της αίτησης, ζητήματα πραγματικά και νομικά που πρέπει να διευκρινιστούν, μόνο μετά από πλήρη εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Να σημειώσω στο στάδιο αυτό ότι η πιο πάνω κατάληξη για απόδειξη συζητήσιμης υπεράσπισης από την Leisler, σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί την τελική ετυμηγορία του Δικαστηρίου επί της ουσίας της κυρίως αίτησης. Το κατά πόσον ευσταθεί η εν λόγω υπεράσπιση επί της δικαιοδοσίας ή αν θα πρέπει να εφαρμοστεί αποκλειστικά ο Νόμος 121(Ι)/2000 όπως εισηγείται η VTB Bank θα αποφασιστεί στο τέλος της ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης και αφού το Δικαστήριο ακούσει και αξιολογήσει τις θέσεις και των δύο πλευρών. Το ίδιο ισχύει και για την νομική γνωμάτευση που επεσύναψε η VTB Bank προκειμένου να υποστηρίξει τις θέσεις επί της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Όμως, για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί στον αναγκαίο βαθμό, συζητήσιμη υπεράσπιση. Αυτό γιατί σε περίπτωση που κατά την ακρόαση της κυρίως αίτησης η Leisler αποδείξει τις πιο πάνω θέσεις της, η υπεράσπιση επί της δικαιοδοσίας θα επιτύχει. Απομένει να εξεταστεί το ζήτημα, του κατά πόσον έχουν δοθεί οι αναγκαίες εξηγήσεις για την παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης από την Leisler. Από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι η Leisler έδωσε επαρκείς διευκρινίσεις για την μη εμφάνιση της στην κυρίως αίτηση. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι μόλις διαπιστώθηκε ότι τα έγγραφα που της επιδόθηκαν αφορούσαν νέες δικαστικές διαδικασίες εγγραφής στην Κύπρο, έδωσε άμεσα οδηγίες στους συνηγόρους της να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για παραμερισμό των ερήμην εκδοθέντων διαταγμάτων εγγραφής. Ανεξαρτήτως τούτου, η όποια καθυστέρηση της Leisler να αποταθεί στο Δικαστήριο δεν είναι κατά την κρίση μου τέτοιας έκτασης που να ισοδυναμεί με πλήρη αδιαφορία και καταφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών και των δικαιωμάτων του αντιδίκου ώστε να δικαιολογείται η απόρριψη της αίτησης παρά την απόδειξη συζητήσιμης υπεράσπισης. Ανακεφαλαιώνοντας όλα τα πιο πάνω, αποφασίζω όπως η αίτηση γίνει αποδεκτή για τους πιο κάτω λόγους:
  2. Δεν έχει αποδειχθεί από τα γεγονότα της υπόθεσης ότι η Leisler επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την αγωγή που να ισοδυναμεί με καταφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών.
  3. Η Leisler έδωσε επαρκή αιτιολογία γιατί δεν εμφανίστηκε στην κυρίως αίτηση.
  4. Η Leisler έχει αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση στην κυρίως αίτηση και έδωσε επαρκείς λεπτομέρειες και στοιχεία ούτως ώστε να της δοθεί το δικαίωμα να ακουστεί επί της ουσίας της υπόθεσης. Σύμφωνα με την Νομολογία, το Δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου, με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι. Αποτελεί συνήθη πρακτική με τον παραμερισμό της απόφασης, το Δικαστήριο να επιβάλει όρους προπληρωμής των εξόδων της αίτησης και της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για την δημιουργία τους (βλ.Phylactou ν. Michael
(1982)1 CLR 204). Στις περιπτώσεις παραμερισμού απόφασης, είναι σύνηθες η παράλειψη εμφάνισης να αποδίδεται σε υπαιτιότητα των εναγομένων και όχι των εναγόντων. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις παραμερισμού απόφασης αυτοδικαίως (ex debitio justitiae) λόγω παράβασης της δίκαιης δίκης όπου π.χ. λόγω κακής επίδοσης, ο εναγόμενος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τις δικαστικές διαδικασίες που κινήθηκαν εναντίον του (βλ. μεταξύ άλλων Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1Α Α.Α.Δ. 247). Στην παρούσα περίπτωση, βρίσκω ότι η επίδικη απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί αλλά υπό όρους αναφορικά με τα έξοδα. Η VTB Bank - καθ' ης η αίτηση δεν φέρει καμία ευθύνη για την δημιουργία των εξόδων. Αντιθέτως, τα μέχρι σήμερα έξοδα δημιουργήθηκαν από την παράλειψη της αιτήτριας - Leisler να εμφανιστεί δεόντως στην Γενική Αίτηση και ως εκ τούτου θα πρέπει να τα επιβαρυνθεί στο σύνολο τους. Ενόψει όλων των πιο πάνω, εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της απόφασης που εκδόθηκε στις 10/02/2017 για αναγνώριση και εγγραφή της υπό κρίση αλλοδαπής απόφασης στην Κυπριακή Δημοκρατία υπό τον όρο ότι θα πληρωθούν εκ μέρους της αιτήτριας - Leisler προς την καθ' ης η αίτηση - VTB Bank, τα έξοδα της παρούσας αίτησης καθώς και τα μέχρι σήμερα έξοδα της κυρίως Γενικής Αίτησης που χάνονται από τον παραμερισμό της απόφασης. Τα εν λόγω έξοδα να πληρωθούν εντός 14 ημερών από την κοινοποίηση τους στην αιτήτρια Leisler ή τον Δικηγόρο της ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, εκτός εάν συμφωνηθούν μεταξύ των διαδίκων. Ένσταση να καταχωρηθεί σε περίοδο 14 ημερών από την πληρωμή των εξόδων. Η αίτηση ορίζεται για οδηγίες στις 31.1.2019 για σκοπούς παρακολούθησης των πιο πάνω. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.