Marfin Popular Bank Co Ltd ν. Νικολάου κ.α., Αρ. Αγωγής: 7234/10, 14/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A618 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7234/10 Marfin Popular Bank Co Ltd Ενάγουσας - και-
- ΧΧΧ Νικολάου
- ΧΧΧ Νικολάου Εναγομένων Ημερομηνία : 14, Δεκεμβρίου,
- Εμφανίσεις : Για την Ενάγουσα : κ. Α. Αποστολίδης με κα Π. Κωνσταντινίδου για Ιωαννίδης, Δημητρίου ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους : κα Νικολάου με κα Μιλτιάδους για Δρ Κ. Χρυσοστομίδης & Σια ΔΕΠΕ. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αγωγή της Ενάγουσας με την οποία αξιοί απόφαση εναντίον των Εναγομένων στη βάση συμφωνίας δανείου, ημερομηνίας 30.7.
- Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 A.Α.Δ
- Η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησής της ισχυρίστηκε ότι δυνάμει συμφωνίας, ημερομηνίας 30.7.2009, παραχώρησε πιστωτικές διευκολύνσεις στον Εναγόμενο 1 ύψους € 67.400 και ότι η Εναγόμενη 2, δυνάμει συμφωνίας εγγύησης, ημερομηνίας 30.7.2009 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του Εναγομένου
- Οι Εναγόμενοι στην τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή τους παραδέχθηκαν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου και την ύπαρξη των ισχυριζόμενων από την Ενάγουσα όρων αυτού, πλην όμως ισχυρίστηκαν ότι η υπογραφή τους επιτεύχθηκε κατόπιν αθέμιτης επιρροής ή υπό συνθήκες εξαναγκασμού. Ισχυρίστηκαν ότι ουδέν ποσό όφειλαν στην Ενάγουσα κατά τον χρόνο υπογραφής της επίδικης συμφωνίας. Προσδιόρισαν τον εκβιασμό της Ενάγουσας στο δικόγραφό τους, στο ότι η τελευταία αρνείτο να αποσύρει από την ακίνητη περιουσία του Εναγόμενου επιβάρυνση που διατηρούσε εγγεγραμμένη στο κτηματολόγιο. Διαζευκτικά με τον πιο πάνω ισχυρισμό ισχυρίστηκαν ότι ο εκβιασμός συνίστατο στην άρνηση της Ενάγουσας να αποσύρει την καταχώρηση των στοιχείων των Εναγομένων από το σύστημα Άρτεμις και διαζευκτικά στην απειλή καταχώρησης αυτών στο εν λόγω αρχείο. Ισχυρίστηκαν επιπρόσθετα ότι δεν οφείλουν το ισχυριζόμενο από την Ενάγουσα ποσό με το αξιούμενο ποσοστό επιτοκίου. Τέλος, ισχυρίστηκαν ότι οι λογαριασμοί υπ' αριθμόν ΧΧΧ0399 και ΧΧΧ3296 παρουσίαζαν εσφαλμένες και παράνομες χρεώσεις, τις οποίες αξιώνουν ανταπαιτητικώς. Η απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, αφού τα ζητήματα που ήγειραν ήταν πρόσφορα και κατάλληλα να δικαστούν μαζί. Σχετική είναι η απόφαση G.D.L.Trading (Famagusta) Ltd v. Φαρκονάς
(2010)1 Α.Α.Δ.
- Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας πρώτος μάρτυρας κλήθηκε ο ΧΧΧ Βανέζης ΜΕ
- Κατά την κυρίως εξέτασή του ο ΜΕ1, κατέθεσε, πιστοποιητικό αλλαγής του ονόματος της Ενάγουσας, ημερομηνίας 5.4.2012, ως Τεκμήριο
- Ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα συμφώνησε με τον Εναγόμενο 1, όπως του παραχωρήσει δάνειο ύψους €67.
- Προς τον σκοπό αυτό υπέγραφη σχετική συμφωνία, ημερομηνίας 30.7.2009, Τεκμήριο
- Η Εναγόμενη 2 δυνάμει γραπτής συμφωνίας εγγύησης, ημερομηνίας 30.7.2009, Τεκμήριο 3, εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του Εναγομένου
- Η Ενάγουσα άνοιξε σχετικά τον λογαριασμό υπ' αριθμόν ΧΧΧ
- Κατέθεσε τη σχετική κατάσταση λογαριασμού, η οποία αποτελεί απεικόνιση των καταχωρήσεων που έγιναν κατά καιρούς στο τραπεζικό βιβλίο, ως Tεκμήριο
- Στις 16.2.2010 και 13.4.2010 η Ενάγουσα ζήτησε από τους Εναγόμενους να πληρώσουν τις καθυστερημένες δόσεις τους και τους ενημέρωσε ότι το επιτόκιο του επίδικου λογαριασμού θα μεταβαλλόταν σε 14% με κεφαλαιοποίηση δύο φόρες τον χρόνο. Κατέθεσε τις σχετικές επιστολές προς του Εναγομένους 1 και 2 ως Τεκμήρια 4,5,7 και
- Στις 13.5.2010 η Ενάγουσα, μέσω επιστολής της, Τεκμήριο 6, τερμάτισε τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού. Κατέθεσε, επίσης, τη σχετική επιστολή τερματισμού, η οποία στάλθηκε στην Εναγομένη 2, ως Τεκμήριο
- Η Ενάγουσα αξίωσε επίσης μέσω επιστολής των δικηγόρων της, ημερομηνίας 5.8.2010, Τεκμήριο 9, την πληρωμή του κατ' ισχυρισμόν οφειλομένου ποσού. Ο ΜΕ1 κατέθεσε επίσης το Τεκμήριο 12, κατάσταση του λογαριασμού υπ' αριθμόν ΧΧΧ0399, η οποία όπως εξήγησε παρουσίαζε λανθασμένο υπόλοιπο. Ο πιο πάνω λογαριασμός αφορούσε δάνειο σε ξένο νόμισμα. Ενόψει του πιο πάνω, ζήτησε από το αρμόδιο τμήμα της Ενάγουσας να ετοιμάσει αναδομημένη κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Επί του Τεκμηρίου 12 εξέτασε ο ίδιος μία προς μία τις εγγραφές. Ως προς τον λογαριασμό ΧΧΧ3296 κατέθεσε σχετική κατάσταση λογαριασμού ως Τεκμήριο
- Ως προς το Τεκμήριο 14 δήλωσε ότι το υπόλοιπό του εξοφλήθηκε από το προϊόν του επίδικου δανείου. Κατέθεσε ακολούθως κατάσταση λογαριασμού υπ' αριθμόν ΧΧΧ0011, ως Τεκμήριο 15, δηλώνοντας ότι αυτό ήταν η συνέχεια του Τεκμήριου
- Ο εν λόγω λογαριασμός εξοφλήθηκε από το προϊόν του επίδικου δανείου. Ανέφερε περαιτέρω ότι πριν τη χορήγηση του επίδικου δανείου τέθηκε ως όρος προς τον Ενάγοντα να καταβάλει προς την Ενάγουσα το ποσό των €1.000 μηνιαίως για περίοδο τεσσάρων μηνών σε υφιστάμενό του λογαριασμό, ήτοι στο Τεκμήριο
- Κατέθεσε, επίσης ως Τεκμήριο 16, κατάσταση λογαριασμού υπ' αριθμόν ΧΧΧ5826, επ' ονόματι της εταιρείας Nicobutton Enterprises ltd. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου από το έτος 1989 και από το 2002 χειρίζεται υποθέσεις προβληματικών λογαριασμών, εξηγώντας παράλληλα ότι η γνώση του για τα γεγονότα της παρούσας προκύπτει από τους φακέλους της υπόθεσης. Αρνήθηκε την υποβολή ότι υπήρχε εξοφλητική απόδειξη στον φάκελο της Marfin. Σε υποβολή ότι επί του Τεκμηρίου 12, βλέποντας κανείς, στον Ιανουάριο του 2004, θετικό πρόσημο, αντιλαμβάνεται ότι ο λογαριασμός είχε θετικό υπόλοιπο, παρέπεμψε στην εξήγηση που έδωσε στην κυρίως εξέτασή του, προσθέτοντας ότι δεν είναι δυνατόν δάνειο να παρουσιάζει θετικό υπόλοιπο. Ακολούθως, αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στο Τεκμήριο 13 εξηγώντας τη θέση του περί του λάθους που εντοπίστηκε στο Τεκμήριο
- Αρνήθηκε την υποβολή ότι το λάθος που εντόπισε στο Τεκμήριο 12 υφίσταται και στο Τεκμήριο
- Όπως αρνήθηκε και την υποβολή ότι το Τεκμήριο 2 καταρτίστηκε για να καλύψει η Marfin τα λάθη της. Αντεξεταζόμενος επί του Τεκμήριου 13 δήλωσε ότι το έχει ελέγξει ο ίδιος και ότι μετά το 2005 τα υπόλοιπα του Τεκμηρίου 12 είναι ορθά. Εξήγησε ότι οι χρεώσεις και πιστώσεις ήταν ορθές στο Τεκμήριο 12, πλην του υπολοίπου, το οποίο ήταν λάθος. Δήλωσε, επίσης, ότι το Τεκμήριο 13 ετοιμάστηκε πρόσφατα για να απαντήσει στον δικογραφημένο ισχυρισμό των Εναγομένων και με σκοπό την ορθή αποτύπωση του Τεκμηρίου
- Δέχθηκε ότι ο Εναγόμενος 1 είχε την ιδιότητα του καταναλωτή αλλά αρνήθηκε τη θέση ότι το επίδικο δάνειο χρησιμοποιήθηκε για οφειλές τρίτων. Ερωτώμενος σχετικά με το πού προβλέπεται στη συμφωνία η δυνατότητα χρέωσης «Loan arrear fees» παρέπεμψε στον όρο 4Γ της συμφωνίας. Σε ερώτηση εάν ο Εναγόμενος 1 έλαβε γνώση της χρέωσης arrears fees, απάντησε ότι η Τράπεζα αποστέλλει μηνιαίως κατάσταση λογαριασμού συμφωνώντας, όμως, ότι με αυτό τον τρόπο, οι Εναγόμενοι ενημερώνονταν μετά τη χρέωση. Ερωτηθείς για το από πού προκύπτει η αύξηση του επιτοκίου από 10,5 % σε 14% παρέπεμψε στον όρο 5 του Τεκμηρίου 2, ο οποίος προνοεί για τόκο υπερημερίας προς 10%. Εξήγησε, επιπλέον, ότι ενώ ο συγκεκριμένος όρος προνοούσε για δυνατότητα επιβολής επιπρόσθετου τόκου υπερημερίας κατά 10%, εντούτοις η Τράπεζα χρέωσε μόνο 3,5%. Διαφώνησε με την υποβολή ότι το 3,5 % δεν αποτελεί το αντάλλαγμα αυξημένου πιστωτικού κινδύνου. Διαφώνησε, επίσης, με την υποβολή ότι ο όρος 4 επί του Τεκμηρίου 2, ο οποίος προνοούσε για τα θέματα του τόκου, ήταν αόριστος, απαντώντας ότι στη συμφωνία προνοείται ρητά το ύψος του επιτοκίου και πως αναφέρεται ρητά ο αριθμός των μηνιαίων δόσεων και το ότι το σύνολο του επιτοκίου καταγράφεται σε ετήσια βάση. Σε ερώτηση εάν το επιτόκιο ήταν σταθερό ή κυμαινόμενο, απάντησε ότι στη συμφωνία αναφέρεται το βασικό επιτόκιο και εξυπακούεται ότι μπορεί να αυξηθεί. Στην υπό εξέταση υπόθεση δεν έγινε μεταβολή ούτε του βασικού ούτε του περιθωρίου. Σε ερώτηση εάν προβλέπεται κεφαλαιοποίηση του τόκου, απάντησε με αναφορά στην παράγραφο 6 της συμφωνίας, η οποία παραπέμπει στους γενικούς όρους της Τράπεζας, οι οποίοι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας. Συμφώνησε ακολούθως με την υποβολή ότι οι γενικοί όροι δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο. Δήλωσε, όμως, ότι από την παράγραφο 6 της συμφωνίας προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι παρέλαβαν αυτούς. Σε υποβολή ότι το Τεκμήριο 2 δεν καθορίζει το κατά πόσο ο τόκος υπολογίζεται με βάση το Libor ή το Euribor, απάντησε ότι κάτι τέτοιο δεν χρειάζεται. Σε ερώτηση ποίο εμπορικό έτος χρησιμοποιήθηκε ως διαιρέτης, απάντησε ότι το εμπορικό έτος είναι ένα και αποτελείται από 360 μέρες. Κληθείς ν' απαντήσει για το κάθε πόσο θα ανατοκίζετο το υπόλοιπο, απάντησε ότι εάν καταβαλλόταν κανονικά η μηνιαία δόση, δεν θα υπήρχε ανατοκισμός, καθότι θα πληρωνόταν ο τόκος κανονικά. Σε περίπτωση, όμως, που δεν πληρωνόταν κανονικά, θα κεφαλαιοποιείτο δύο φορές τον χρόνο. Σε ερώτηση, επί του Τεκμηρίου 10, να απαντήσει πότε ξεκινά να κεφαλαιοποιείται τόκος, απάντησε ότι για το έτος 2009 χρεώθηκε τόκος στις 30.9 και άρχισε να φέρει τόκο από 1.1.
- Συμφώνησε δε ότι αυτό έγινε πριν την αποστολή του Τεκμηρίου
- Σε ερώτηση εάν υπήρχε επιτόκιο αναφοράς, απάντησε ότι τα βασικό επιτόκιο της Τράπεζας αποτελεί το επιτόκιο αναφοράς. Ως προς την ορθότητα του Τεκμηρίου 10, απάντησε ότι οι καταχωρήσεις είναι ορθές και είναι ως το τραπεζικό βιβλίο. Ο ίδιος τις έχει αντιπαραβάλει με τις πράξεις που βρίσκονται στον Η.Υ. Σε ερώτηση για το εάν η Τράπεζα πριν προχωρήσει σε απαλλαγή υποθήκης συμφωνεί «redemption figure», απάντησε ότι η Τράπεζα εισπράττει την αξία του ακινήτου και το υπόλοιπο παραμένει. Σε υποβολή ότι η Ενάγουσα συμφώνησε με τον Εναγόμενο ένα συνολικό ποσό εξόφλησης για τους λογαριασμούς Τεκμήρια 12, 14 και 16, απάντησε ότι ο λογαριασμός Τεκμήριο 12 εξοφλήθηκε με το επίδικο δάνειο και για τον λογαριασμό Τεκμήριο 14 ανέφερε ότι έγιναν συγκεκριμένες πιστώσεις αλλά δεν μπορούσε να γνωρίζει την προέλευσή τους. Ως προς το Τεκμήριο 16 δήλωσε ότι εξοφλήθηκε την 27.1.
- Απέρριψε την υποβολή ότι το δάνειο σε ξένο νόμισμα ήταν εξασφαλισμένο με υποθήκη. Στην υποβολή ότι το εν λόγω δάνειο ήταν εξασφαλισμένο με την υποθήκη Υ517/96, απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Σχετικά κατατέθηκε το Τεκμήριο 17, το οποίο κατέγραφε τις δανειακές υποχρεώσεις της εταιρείας του Εναγόμενου
- Σε υποβολή ότι ο Εναγόμενος 1 πώλησε το ακίνητο, που βαρύνετο με την πιο πάνω υποθήκη προς εξόφληση του λογαριασμού Τεκμήριο 12, απάντησε ότι το συγκεκριμένο δάνειο δεν είχε εξοφληθεί. Σε υποβολή ότι η Marfin ήταν ενήμερη για την πώληση του ειρημένου ακινήτου, απάντησε ότι τα Τεκμήρια 12 και 14 έχουν εξοφληθεί με το μεταγενέστερο της αναφερόμενης πώλησης δάνειο, το Τεκμήριο
- Τόνισε επίσης ότι η απαλλαγή ενός ακινήτου από την υποθήκη δεν συνεπάγεται και εξόφληση όλων των δανειακών υποχρεώσεων. Αναγνώρισε ότι στο Τεκμήριο 14 έγινε κατάθεση Λ.Κ.80.000 τον Οκτώβριο του 2003 αλλά επανέλαβε ότι οι επίδικοι λογαριασμοί συνέχιζαν να έχουν υπόλοιπα και δεν εξοφληθήκαν. Δέχθηκε επίσης ότι έγινε και κατάθεση ύψους Λ.Κ 65, 000 Λ.Κ στον λογαριασμό Τεκμήριο 14 αλλά εξήγησε ότι ο εν λόγω λογαριασμός ήταν τρεχούμενος στον οποίο γίνονταν χρεοπιστώσεις και επανέλαβε ότι οι λογαριασμοί Τεκμήρια 12 και 14 εξοφλήθηκαν τελικά από το προϊόν του επίδικου δανείου. Δέχθηκε ακολούθως ότι έγιναν πιστώσεις στο Λογαριασμό Τεκμήριο 16 ύψους 10.000 Λ.Κ και Λ.Κ 53,790.
- Εξήγησε, όμως ότι ο εν λόγω λογαριασμός δεν έχει σχέση με το επίδικο δάνειο. Περαιτέρω, αρνήθηκε την υποβολή ότι ο λογαριασμός Τεκμήριο 14 παρουσιάζει παράνομες χρεώσεις. Σε υποβολή ότι οι χρεώσεις επί των Τεκμηρίων 12,14 και 15 ήταν παράνομες απάντησε ότι οι εν λόγω καταστάσεις αφορούν λογαριασμούς που έκλεισαν με το επίδικο δάνειο. Σε κάθε περίπτωση σύγκρινε τα υπόλοιπα των εν λόγω λογαριασμών με το τραπεζικό βιβλίο και διαπίστωσε ότι τα στοιχεία είναι ορθά. Ως προς τις επιστολές Τεκμήρια 4,5,6,7,8 ,9 και 11 δήλωσε ότι αυτές στάλθηκαν με απλό ταχυδρομείο στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγομένων και δεν επιστράφηκαν. Απέρριψε τη θέση ότι το επίδικο δάνειο ήταν προϊόν εξαναγκασμού. Επόμενη μάρτυρας για την Ενάγουσα ήταν η XXXXX Αθηνή ΜΕ
- Η ΜΕ2 δήλωσε ότι εργάζεται στον τομέα πληροφορικής της Ενάγουσας. Στις 15.5.2018 της ζητήθηκε από τον ΜΕ1 να ελέγξει το τραπεζικό βιβλίο που βρίσκεται στον υπολογιστή της Ενάγουσας, αναφορικά με τον λογαριασμό ΧΧΧ0399 για την περίοδο από 6.6.1995 μέχρι 1.1.
- Μετέφερε τα δεδομένα με αναφορά στις χρεώσεις , πιστώσεις και υπόλοιπο λογαριασμού. Συνέκρινε τέλος τα πιο πάνω δεδομένα και κατέληξε στο ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13 συνάδει με το Τεκμήριο
- Στο Τεκμήριο 12 ως ένα χρονικό σημείο ήταν εμφανές ότι η στήλη υπόλοιπο ήταν ελαττωματική. Κατά την αντεξέτασή της δήλωσε ότι της ζητήθηκε να ελέγξει εάν το υπόλοιπο στο τραπεζικό βιβλίο ήταν σωστό ή όχι. Προς τούτο μετέφερε τις πληροφορίες στο αρχείο «excel» για να επιβεβαιώσει το υπόλοιπο. Σε ερώτηση να προσδιορίσει ποιο ήταν το πρόβλημα, απάντησε ότι εάν υπολογίσει κανείς τις πιστώσεις του προηγούμενου μήνα με το άνοιγμα του επόμενου δεν αθροίζονται στο υπόλοιπο του μήνα. Η πιο πάνω δυσαρμονία υπήρχε για την περίοδο από την αρχή της κατάστασης λογαριασμού μέχρι τον Ιούλιο του
- Η ίδια το μόνο που έλεγξε ήταν τα στοιχεία στις χρεώσεις πιστώσεις, ώστε να αθροίσει το υπόλοιπο χωρίς να είναι σε θέση να τοποθετηθεί για το κατά πόσο υπήρχαν άλλα λάθη πέραν αυτού που έλεγξε. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Ενάγουσα τη σκυτάλη της μαρτυρίας έλαβε η πλευρά των Εναγομένων. Μοναδικός μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν ο Εναγόμενος 1, ΜΥ
- Ο ΜΥ1 κατάθεσε ως Τεκμήριο 18 αντίγραφο τίτλου ιδιοκτησίας σχετικά με ακίνητο του στην Πάφο, ως Τεκμήριο 19 έγγραφο με τίτλο «contract of sale», ως Τεκμήριο 20 έγγραφο με τίτλο «κατάθεση αντιγράφου της σύμβασης πώλησης τύπος Ν 34», ως Τεκμήριο 21 έντυπο κατάθεσης ημερομηνίας 29/09/2003, ως Τεκμήριο 22 πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας, ως Τεκμήριο 23 έγγραφο αποτελούμενο από 4 φύλλα χαρτιού με τίτλο «έντυπο fax ημερομηνίας 29.11.2003», ως Τεκμήριο 24 επιταγή Alpha Bank με αριθμό επιταγής
- Ως Τεκμήριο 25 επιταγή της Arab Bank PLC, ως Τεκμήριο 26 έγγραφο με τίτλο «Deposit Voucher», ως Τεκμήριο 27 κατάσταση λογαριασμού της Alpha Bank επ' ονόματι του ΜΥ 1, ως Τεκμήριο 28 πιστό αντίγραφο τύπου Ν.270, ως Τεκμήριο 29 βιβλιάριο επιταγών της Alpha Bank Ltd, ως Τεκμήριο 30 Α επιστολή Marfin προς Εναγόμενο 1 ημερομηνίας 23.07.2009, ως Τεκμήριο 30 Β επιστολή Marfin προς Εναγόμενο 1 ημερομηνίας 04.02.1997, ως Τεκμήριο 31 κατάλογο εκτυπωμένο από την ιστοσελίδα Fed Graph Observations, ως Τεκμήριο 32 ανακοίνωση της ECB ημερομηνίας 04/12/2008 και ως Τεκμήριο 33 κατάσταση λογαριασμού για τον λογαριασμό ΧΧΧ
- Κατά την κυρίως εξέτασή του δήλωσε ότι η Ενάγουσα διατηρούσε μεταξύ άλλων τους λογαριασμούς Τεκμήριο 12 επ' ονόματι της εταιρείας του και τον λογαριασμό Τεκμήριο 14 επ' ονόματι του ιδίου και της συζύγου του. Δήλωσε ότι όλα τα χρέη του ιδίου και της εταιρείας του εξοφλήθηκαν περί το έτος 2004 και σίγουρα μέχρι τις 23.7.
- Σύμφωνα με τον ίδιο ο λογαριασμός της εταιρείας του Τεκμήριο 12 μεταφέρθηκε στον λογαριασμό Τεκμήριο
- Για το σχετικό γεγονός ο ίδιος δήλωσε ότι δεν ενημερώθηκε. Προς εξασφάλιση των δανειακών υποχρεώσεων του ιδίου και της εταιρείας του Niccobutton Ltd παραχώρησε στην Ενάγουσα υποθήκη. Ο ίδιος περί τα έτη 2002 με 2003 ήταν δέκτης οχλήσεων από την Ενάγουσα για να εξοφλήσει τις σχετικές υποχρεώσεις του ιδίου και της εταιρείας του. Έτσι αποφάσισε να εξεύρει αγοραστή για να πωλήσει το ακίνητό, του που φαίνεται στο Τεκμήριο 18, το οποίο ήταν υποθηκευμένο στην Ενάγουσα. Προς τον πιο πάνω σκοπό εξηύρε αγοραστή για πώληση του ειρημένου ακινήτου για το συνολικό συμφωνηθέν τίμημα των Λ.Κ 340.
- Παρά ταύτα δήλωσε ότι η Τράπεζα τον εξανάγκασε να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο και ότι τον διαβεβαίωσε ότι με την πώληση του ακινήτου και πληρωμή του συμφωνηθέντος ποσού, όλες οι εκκρεμότητές του θα διευθετούνταν. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, συμφωνήθηκε συγκεκριμένο ποσό αποπληρωμής. Τελικά καταρτίστηκε το αναφερόμενο πωλητήριο έγγραφο με τον αγοραστή και ο αγοραστής κατέβαλε στην Ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ 10.000, ως το Τεκμήριο 21 υποδεικνύει. Περαιτέρω κατατέθηκε στον λογαριασμό του, Τεκμήριο 14, το ποσό των Λ.Κ 80.
- Το πιο πάνω ποσό ήταν μέρος του συνολικού συμφωνηθέντος ποσού αποπληρωμής. Την 29.11.2003 ο ίδιος έλαβε σχετικό τηλεομοιότυπο, το Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον ίδιο στο Τεκμήριο 23 περιλαμβάνονταν οι λογαριασμοί που συμφωνήθηκε να έκλειναν. Ακολούθως ο ίδιος έλαβε το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ 250.000 σε λογαριασμό του στην Alpha Bank και μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο ελεύθερο από την υποθήκη. Ακολούθως εμβάσθηκε από την Alpha Bank στην Ενάγουσα στον λογαριασμό του, Τεκμήριο 14, το ποσό των Λ.Κ. 65.
- Περί τις αρχές του έτους 2009 είχε απόλυτη ανάγκη δανεισμού για την αξιοποίηση ενός ακίνητου. Τότε προσέγγισε την Ενάγουσα για να εξασφαλίσει σχετικό δάνειο. Προς μεγάλη του έκπληξη η Ενάγουσα του έθεσε όρο την αποπληρωμή του υφιστάμενου οφειλόμενου ποσού. Όταν ο ίδιος αμφισβήτησε την κατ΄ ισχυρισμόν οφειλή του, η Ενάγουσα τον εκβίασε ότι θα καταχωρούσε τα στοιχεία του στο σύστημα Άρτεμις καθιστώντας αδύνατο για τον ίδιο να εξεύρει εκ νέου δανεισμό. Προς αποφυγή του πιο πάνω κινδύνου αναγκάστηκε να προχωρήσει με την υπογραφή του Τεκμηρίου
- Δήλωσε επίσης ότι κατέβαλλε για κάποιους μήνες πριν την υπογραφή της συμφωνίας το ποσό €1.000 μηνιαίως. Η εν λόγω συμφωνία ήταν εικονική και προϊόν εξαναγκασμού και τόσο ο ίδιος όσο και η εταιρεία και σύζυγός του δεν όφειλαν οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα. Παρέπεμψε σχετικά στα Τεκμήρια 30(α) και 30(β). Ακολούθως ισχυρίστηκε ότι οι λογαριασμοί Τεκμήρια 12,14, ,15 και 16 παρουσίαζαν παράνομες χρεώσεις με αποτέλεσμα ο ίδιος και η Εναγόμενη να υποστούν ζημίες ύψους € 40.
- Κατά την αντεξέτασή του ο ΜΥ 1 αναφέρθηκε στο έγγραφο υποθήκης με αριθμό Υ517/96 δηλώνοντας ότι αυτό υπογράφηκε το
- Επέμεινε στη θέση του ότι οι οφειλές που φαίνονται στα Τεκμήρια 12, 14 και 15 εξοφλήθηκαν στη βάση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, το οποίο συνομολογήθηκε με την εταιρεία Artavan. Δήλωσε ότι το Τεκμήριο 14 δεν το είχε στην κατοχή του και δεν συμφωνεί με το εμφανιζόμενο υπόλοιπο. Επέμεινε επίσης ότι ουδέν ποσό οφείλει και ότι το οποιοδήποτε οφειλόμενο είχε εξοφληθεί. Ακολούθως ανέφερε ότι δεν θυμόταν την ακριβή ημερομηνία κατά την οποία είχε συνομολογηθεί η σύμβαση υποθήκης, επέμεινε, όμως, ότι η εν λόγω υποθήκη δόθηκε για τον λογαριασμό δανείου σε ξένο νόμισμα, ο οποίος ανοίχτηκε το
- Σε ερώτηση εάν το 1995 υπογράφτηκε από τον ίδιο οποιαδήποτε άλλη συμφωνία δανείου, απάντησε ότι δεν μπορεί να θυμηθεί. Αρνήθηκε την υποβολή ότι εσκεμμένα δεν είχε προσκομίσει το έγγραφο υποθήκης που φέρει ημερομηνία το
- Ως επίσης αρνήθηκε και την υποβολή ότι η υποθήκη στην οποία αναφέρεται ουδεμία σχέση έχει με τον λογαριασμό σε ξένο νόμισμα. Σε ερώτηση αναφορικά με τον ισχυρισμό του στην παράγραφο 39 της γραπτής του δήλωσης, ως προς την κατάθεση των 80.000 λιρών με ημερομηνία 31.10.2003, για το από πού αντλεί τη σχετική του γνώση, απάντησε ότι το βλέπει στο Τεκμήριο 14 παρόλο που δεν το αναγνωρίζει σαν Τεκμήριο. Συμφώνησε, επίσης, ότι στο Τεκμήριο 14 στην τέταρτη σελίδα με ημερομηνία 26/01 εμφανίζεται να υπάρχει υπόλοιπο 866.92 ευρώ. Σε ερώτηση επί του Τεκμηρίου 14 εάν συμφωνεί ότι στις 09.12.2002 υπήρχε πίστωση 65.000 λιρών, απάντησε ότι συμφωνεί. Ερωτηθείς όμως εάν το Τεκμήριο 14 επί του συγκεκριμένου σημείου είναι ακριβές, απάντησε ότι τη γνώση του δεν την αντλεί από το Τεκμήριο 14 αλλά από το σχετικό έγγραφο της Alpha Bank Τεκμήριο
- Ερωτηθείς σχετικά με το Τεκμήριο 23 απάντησε ότι το Τεκμήριο 23 αποτελεί τη συμφωνία του με την τράπεζα για αποπληρωμή όλων των οφειλών που είχε προς τη Λαϊκή Τράπεζα. Σε ερώτηση αν το εν λόγω έγγραφο περιλαμβάνει τον λογαριασμό που τελειώνει σε 826, συμφώνησε ότι τον περιλαμβάνει. Σε ερώτηση αν περιλαμβάνει τον λογαριασμό που τελειώνει σε 399, αριθμός λογαριασμού Τεκμηρίου 12, συμφώνησε επίσης ότι τον περιλαμβάνει, όπως συμφώνησε ότι στο εν λόγω έγγραφο περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός που τελειώνει σε
- Ερωτηθείς αν ο λογαριασμός σε ξένο νόμισμα, Τεκμήριο 12, εμφάνιζε κατά τον ουσιώδη χρόνο αρνητικό υπόλοιπο 59.592.69 ευρώ, απάντησε ότι στη σελίδα 2 του Τεκμηρίου 23 αυτό φαίνεται. Σε ερώτηση πώς είναι δυνατόν να εμφανίζει το πιο πάνω αρνητικό υπόλοιπο και στη γραπτή του δήλωση να ανέφερε ότι τον ίδιο χρόνο το υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού ήταν θετικό, απάντησε ότι αυτά που συμφώνησε φαίνονται και δεν έχει τίποτε άλλο να προσθέσει. Σε υποβολή ότι τη συγκεκριμένη περίοδο το υπόλοιπο του ειρημένου λογαριασμού ουδέποτε ήταν θετικό, απάντησε ότι δεν έχει κάτι άλλο να προσθέσει. Σε ερώτηση εάν είναι με βάση το Τεκμήριο 23 που ισχυρίζεται ότι θα προχωρούσε σε εξόφληση του λογαριασμού, απάντησε ότι ναι είναι βάσει εκείνου του μηνύματος τηλεομοιότυπου που είχε συμφωνήσει. Σε ερώτηση όμως να υποδείξει ή να προσκομίσει στο Δικαστήριο με ποιον τρόπο έγινε η εξόφληση του λογαριασμού που τελειώνει σε 399, Τεκμήριο 12, απάντησε ότι έκανε μια συμφωνία, αφαιρέθηκε ένα ποσό που θα του χάριζε, η Ενάγουσα έκανε την πώληση και τους είπε ότι θα τους κατέβαλλε Λ.Κ 90.000 με βάση αυτά που είχαν πει. Σύμφωνα με τον ίδιο αυτά έγιναν και τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Σε ερώτηση αν έχει οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο να δείχνει πίστωση οποιουδήποτε ποσού στον λογαριασμό που τελειώνει σε 399 ή εξόφληση αυτού, απάντησε ότι ό,τι είχε να πει το έχει ήδη πει. Σε ερώτηση εάν ενημέρωσε τη Marfin Λαϊκή σχετικά με το ποσό που κατ' ισχυρισμόν του είχε κατατεθειμένο σε λογαριασμό στην Alpha Bank, απάντησε ότι δεν είχε λόγο να στείλει οτιδήποτε γραπτώς, αφού η Marfin Λαϊκή είχε όλες του τις καταστάσεις. Σε ερώτηση σχετικά με τον λογαριασμό που τελειώνει σε 296, Τεκμήριο 14, με ποιον συμφωνήθηκε η εξόφλησή του, απάντησε ότι η εξόφληση του συμφωνήθηκε με άτομα της Λαϊκής τα οποία χειρίζονταν όλους τους λογαριασμούς του. Σε ερώτηση αν το Τεκμήριο 23 παραπέμπει στον λογαριασμό Τεκμήριο 14, απάντησε ότι δεν παραπέμπει πουθενά και αναφέρει απλά τι συμφωνήθηκε με τους υπαλλήλους της Λαϊκής Τράπεζας. Κληθείς να διευκρινίσει εάν υπήρχε κάτι το οποίο συμφωνήθηκε πέραν από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 23, απάντησε ότι εξ' όσων θυμάται όχι. Σε ερώτηση να υποδείξει στο Τεκμήριο 23 πού αναγράφεται ο λογαριασμός που τελειώνει σε 296, Τεκμήριο 14, απέφυγε να απαντήσει. Σε ερώτηση να εξηγήσει πώς είναι δυνατόν, ενώ ισχυρίζεται ότι είχε τόσο καλή επικοινωνία με την Ενάγουσα, να μην γνώριζε ποιο ήταν το υπόλοιπο του Τεκμηρίου 12, απάντησε ότι ο ίδιος ουδέποτε μπήκε σε λεπτομέρειες, ρώτησε τι χρωστά, του απάντησαν και προχώρησε με τα συμφωνηθέντα. Αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι το 2009 πήγε στη Λαϊκή Τράπεζα, για να ζητήσει να του χρηματοδοτήσει την ανέγερση ενός καινούργιου έργου. Εκεί σύμφωνα με τον ίδιο του ανέφεραν ότι αν δεν πληρώσει τα ποσά που οφείλει, δεν υπάρχει περίπτωση να τον αφήσουν να προχωρήσει με οποιανδήποτε άλλη τράπεζα. Τότε σύμφωνα με τον ίδιο εξαναγκάστηκε να υπογράψει το Τεκμήριο 2, για να μπορεί να προχωρήσει, καθότι η ζημιά που θα υφίστατο αν δεν ολοκλήρωνε την πολυκατοικία, θα ήταν πολύ περισσότερη από τις € 69.000 που θα δανείζετο. Σε ερώτηση πώς μπορεί να μιλά εξ ονόματι της Εναγόμενης 2 και να ισχυρίζεται ότι αυτή εξαναγκάστηκε να υπογράψει το Τεκμήριο 3, απάντησε ότι ήταν οι ίδιες συνθήκες εξαναγκασμού και οι συνθήκες που υφίσταντο ως προς την υπογραφή του Τεκμηρίου 2, υφίσταντο και ως προς την υπογραφή του Τεκμηρίου
- Αναγνώρισε όμως την υπογραφή της συζύγου του στο τελευταίο φύλλο του Τεκμηρίου
- Σε ερώτηση αν διακρίνει οποιονδήποτε εκβιασμό ή αθέμιτη ενέργεια προς τη σύζυγό του, απάντησε ότι ο εκβιασμός έγινε ως εξής: «Ή μας υπογράφεις αυτά που σου δίνουμε να μας υπογράψεις ή δεν σε αφήνουμε να προχωρήσεις». Σε ερώτηση πώς υπολογίζει τις € 40.000 που ζητά ως ανταπαίτηση, απάντησε ότι ο ίδιος πήρε το Τεκμήριο 14, παρόλο που δεν το αναγνωρίζει, και έχει καταγράψει ορισμένα έξοδα τα οποία, αφού προστεθούν εξάγεται το ισχυριζόμενο ποσό. Σε ερώτηση αν γνωρίζει την ύπαρξη του λογαριασμού που τελειώνει σε 935, Τεκμήριο 10, απάντησε ότι εξαναγκάστηκε να υπογράψει το Τεκμήριο 2 και ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει πού πιστώθηκαν τα χρήματα που αναφέρονται στο Τεκμήριο
- Σε ερώτηση αν διάβασε το Τεκμήριο 2 πριν υπογράψει, απάντησε ότι και να το διάβαζε, αφού ήταν εξαναγκασμένος να το υπογράψει, δεν θα άλλαζε κάτι και δεν υπήρχε ανάγκη να το διαβάσει. Σε ερώτηση αν έχει εξοφλήσει το προϊόν του δανείου που πιστώθηκε με το Τεκμήριο 2, απάντησε ότι όταν υπέγραψε δεν είχε οποιαδήποτε έγγραφα από την τράπεζα και δεν μπορεί να απαντήσει σχετικά. Σε ερώτηση αν ο ίδιος μπορεί να εξηγήσει πώς υπολογίζεται το επιτόκιο libor, απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει. Εισηγήσεις των Διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, μέσω εμπεριστατωμένων αγορεύσεων, αγόρευσαν τόσο γραπτώς όσο και προφορικώς προωθώντας ο καθένας τις θέσεις του. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγομένων εισηγήθηκε ότι οι επίδικες συμφωνίες δανείου και εγγύησης είναι προϊόν οικονομικού εξαναγκασμού. Επιπρόσθετα ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα χρέωνε παράνομους τόκους στο Τεκμήριο
- Περαιτέρω με την αγόρευσή της ισχυρίστηκε ότι υφίσταντο υπερχρεώσεις στο Τεκμήριο 14 και
- Στον αντίποδα, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας εισηγήθηκε ότι η Ενάγουσα απέδειξε πλήρως την απαίτησή της, ενώ η Εναγόμενοι κωλύονται ένεκα της πληρωμής και εξόφλησης των λογαριασμών Τεκμήρια 12,14 και 15 να αμφισβητούν τις χρεώσεις αυτών. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατ' αρχάς τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Π.Ε 2/2011, ημερομηνίας 2.12.2015. Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Περαιτέρω, δείκτη ως προς την αξιοπιστία κάποιου μάρτυρα αποτελεί και η προβολή ισχυρισμών που συγκρούονται με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς ή βρίσκονται σε διάσταση με αυτούς. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Νεοφύτου κ.ά ν. Γερακιώτη ,
(2010)1 Α.Α.Δ. 25 και Χρίστου ν. Ηροδότου
(2008)1 Α.Α.Δ. 676. Διευκρινίζω επίσης ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 Ο ΜΕ1 έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από αμεσότητα, ευθύτητα και συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Η βασική θέση του ΜΕ1 ήταν ότι το επίδικο δάνειο καταρτίστηκε με σκοπό να εξοφλήθουν προηγούμενες οφειλές των Εναγομένων προσωπικά και της εταιρείας του Εναγόμενου
- Η θέση του περί ύπαρξης των πιο πάνω οφειλών συνάδει με τα Τεκμήρια 12,13,14 και 15, ενώ παράλληλα δεν έχει αντικρουστεί με αντίθετη μαρτυρία, αφού δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε στοιχείο που να δεικνύει εξόφληση των ειρημένων λογαριασμών. Το Τεκμήριο 23 που παρουσίασε ο ΜΕ1, ως συμφωνία εξόφλησης, πέραν του ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοια, δεν καταγράφει τον λογαριασμό που φαίνεται οφειλόμενος σύμφωνα με το Τεκμήριο
- Επιπρόσθετα το πιο πάνω Τεκμήριο καταγράφει ως προς τον λογαριασμό σε ξένο νόμισμα ότι αυτός παρουσιάζει συγκεκριμένο υπόλοιπο, γεγονός που συνάδει με το Τεκμήριο 13 και ενισχύει τη θέση του ΜΕ1 περί ύπαρξης χρεωστικού υπολοίπου στον εν λόγω λογαριασμό. Επιπρόσθετα ο ΜΕ1 απάντησε με σαφήνεια και σταθερότητα ως προς τις χρεώσεις του επίδικου λογαριασμού εξηγώντας αυτές. Εξήγησε ότι ο τόκος κεφαλαιοποιήθηκε ουσιαστικά μόνο μια φορά στις 31.12.
- Σαφής ήταν και η μαρτυρία του ως προς τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου και ότι αυτό ήταν σύνθετο και ότι η μηνιαία δόση περιείχε πληρωμή τόσο έναντι του κεφαλαίου όσο και τόκου. Η θέση του ότι οι προειδοποιητικές επιτολές και η επιστολή τερματισμού, Τεκμήρια 4,5,6,7,8 και 11 στάλθηκαν στους Εναγομένους με απλό ταχυδρομείο και δεν επιστράφηκαν, παρέμεινε αδιαμφισβήτητη και δεν αντικρούεται με αντίθετη μαρτυρία. Η θέση που τέθηκε, στον μάρτυρα, ήταν ότι οι εν λόγω επιστολές δεν παραλείφθηκαν από του Εναγόμενους όχι το ότι δεν σταλθήκαν με απλό ταχυδρομείο στην τελευταία τους γνωστή διεύθυνση. Συνεπώς η θέση του ότι αυτές στάλθηκαν με απλό ταχυδρομείο στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγομένων, παρέμεινε αλώβητη, ώστε να τεκμαίρεται ότι αυτές έχουν παραδοθεί στους Εναγομένους. Σχετική είναι η απόφαση, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου κ.ά
(2009)1.(Α) Α.Α.Δ
- Η θέση του ΜΕ1 ότι τέθηκε όρος στον Εναγόμενο, πριν τη συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας , να καταβάλει ποσό εκ €1.000 μηνιαίως για τέσσερις μήνες, επιβεβαιώνεται τόσο από τη μαρτυρία του ίδιου του ΜΥ1 όσο και από το Τεκμήριο
- Η θέση του ΜΕ1, όμως περί του ότι η Τράπεζα είχε δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φόρες τον χρόνο και ότι είχε δικαίωμα χρέωσης εξόδων καθυστερήσεων δεν μπορεί να γίνει δεκτή , καθότι ο ίδιος παρέπεμψε στους γενικούς όρους της Τράπεζας για τους οποίους ουδεμία μαρτυρία προσκόμισε. Συνεπώς ως προς το σημείο αυτό της εκδοχής του ΜΕ1 προκύπτει κενό και η σχετική του θέση δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ1, για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων, πλην του πιο πάνω σημείου, για το οποίο προκύπτει κενό στη μαρτυρία του. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ2 Η ΜΕ2 μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Απάντησε με σαφήνεια και σταθερότητα στις ερωτήσεις που τις υποβλήθηκαν εξηγώντας την εμπλοκή της στη διαδικασία ετοιμασίας του Τεκμήριου
- Σε κανένα σημείο της αντεξέτασης δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία της. Αντίθετα η ορθότητα του Τεκμηρίου 13 προκύπτει και από την αντιπαραβολή του με το Τεκμήριο 23, το οποίο κατατέθηκε από τον Εναγόμενο ΜΥ
- Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΕ2, για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ1 Ο ΜΥ1 δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του παρουσιάζει λογικά κενά, αντιφάσεις και χαρακτηρίζεται από υπεκφυγές. Γενικά στη μαρτυρία του ΜΥ1 ήταν διάχυτη η προσπάθεια να παρουσιαστούν τα γεγονότα με τρόπο που να εξυπηρετήσουν την εκδοχή του, με αποτέλεσμα όμως η μαρτυρία του να παρουσιάζει κενά και συγκρουόμενες εκδοχές και στο τέλος να αντικρούεται από τα ίδια τα Τεκμήρια που κατέθεσε ο ίδιος. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι συμφώνησε με την Ενάγουσα όπως εξοφλήσει όλες τις υποχρεώσεις του μέσω καταβολής ενός συγκεκριμένου ποσού. Παρέπεμψε προς τούτο στο Τεκμήριο
- Το Τεκμήριο 23, όμως, δεν καταγράφει οπουδήποτε ότι αποτελεί συμφωνία εξόφλησης παρά μόνο καταγράφει τα τότε οφειλόμενα ποσά. Παράλληλα, ενώ ο ΜΥ1 δήλωσε ότι διαμέσου του πιο πάνω Τεκμηρίου θα εξοφλούνταν όλες οι δανειακές του υποχρεώσεις, εντούτοις δέχθηκε ότι σε αυτό δεν καταγραφόταν ο λογαριασμός Τεκμήριο
- Περαιτέρω ο ισχυρισμός του περί εξόφλησης των λογαριασμών Τεκμήρια 12 και 14, δεν μπορεί να είναι πειστικός και αφίσταται της λογικής, αφού τα έγγραφα που κατέθεσε ο ΜΥ1 δεν είχαν και δεν μπορούν να έχουν τη σημασία που τους απέδωσε ο ίδιος, ως έγγραφα που συνιστούν εξόφληση. Συγκεκριμένα τα Τεκμήρια 30(α) και 30(β) παρουσιαστήκαν από τον ίδιο ως να έχουν τη θέση εξόφλησης, αλλά το μόνο που βεβαιώνουν είναι το ότι ο ίδιος απαλλάγηκε από την ευθύνη του ως εγγυητής. Το γεγονός ότι κάποιος εγγυητής απαλλάσσεται της ευθύνης του δεν μπορεί να οδηγεί αναγκαστικά σε συμπέρασμα περί εξόφλησης του χρέους. Περαιτέρω ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε πιστώσεις που έγιναν σε λογαριασμό του, ήτοι στο Τεκμήριο 16, ο οποίος δεν έχει σχέση με τους λογαριασμούς, αναφορικά με τους οποίους, κατ΄ ισχυρισμόν, έλαβε χώρα ο εξαναγκασμός. Παράλληλα, από το Τεκμήριο 16 προκύπτει ότι όπου όντως έγιναν πιστώσεις επαρκείς για εξόφληση του εκάστοτε λογαριασμού, η Τράπεζα έκλεινε το λογαριασμό. Συνεπώς εξάγεται το συμπέρασμα ότι η πρακτική που ακολουθείτο ήταν ότι με την εξόφληση να γίνεται ταυτόχρονα και κλείσιμο του λογαριασμού. Επομένως θα ανέμενε κάνεις στη βάση της λογικής πορείας των πραγμάτων εάν εξοφλούντο οι λογαριασμοί Τεκμήρια 12 και 14 , να έκλειναν και όχι να παράμεναν σε εκκρεμότητα, επί σειρά ετών. Συνακόλουθα, υπό το φως των πιο πάνω, προκύπτει ότι η θέση του ΜΥ1 περί εξόφλησης όλων των δανειακών υποχρεώσεων τόσο του ίδιου όσο και της εταιρείας του, δεν υποστηρίζεται από την έγγραφη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και επιπλέον αντιβαίνει στη λογική πορεία των πραγμάτων. Παράλληλα η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από αλληλοαντικρουόμενες εκδοχές. Χαρακτηριστικά ο ΜΥ1 στην κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ο λογαριασμός Τεκμήριο 12 παρουσίαζε θετικό υπόλοιπο. Ταυτόχρονα όμως παρέπεμψε στο Τεκμήριο 23, το οποίο δεικνύει ότι ο εν λόγω λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο. Επιπρόσθετα η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από υπεκφυγές, αφού επανειλημμένα, ενώ αναφερόταν στα κατατεθειμένα από την Τράπεζα Τεκμήρια-καταστάσεις λογαριασμών, δήλωνε ότι δεν τα αναγνωρίζει. Επίσης ο ίδιος προέβαλε ισχυρισμούς, οι οποίοι αφίστανται της λογικής. Συγκεκριμένα ο ίδιος επέμεινε ότι το δάνειο σε ξένο νόμισμα επιβαρυνόταν με υποθήκη χωρίς όμως να εξηγεί πώς ενώ το δάνειο χορηγήθηκε το 1995 η ισχυριζόμενη υποθήκη που το εξασφάλιζε τέθηκε το
- Πάρα το πιο πάνω λογικό κενό ο ΜΥ1 δεν προσκόμισε οποιοδήποτε έγγραφο που να τείνει να αποδείξει τον ισχυρισμό του, με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη θέση του να μην μπορεί να γίνει δεκτή. Παράλληλα η θέση του ότι τέθηκε εκβιαστικά η υπογραφή της συμφωνίας, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αφού όπως δήλωσε και ο ίδιος για κάποιους μήνες κατέβαλλε μηνιαία δόση προς την Ενάγουσα. Το πιο πάνω γεγονός δεικνύει ότι η συνομολόγηση της σύμβασης δεν έγινε άμεσα και υπήρχε χρόνος στη διάθεση του Εναγομένου να προβεί σε όποιες ενέργειες επιθυμούσε. Ευρήματα Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 1 διατηρούσε τόσο υπό την προσωπική του ιδιότητα όσο και μέσω εταιρειών συνδεδεμένων με τον ίδιο δανειακές υποχρεώσεις προς την Ενάγουσα. Μεταξύ των δανειακών υποχρεώσεων του ιδίου και των συνδεδεμένων με αυτόν εταιρειών ήταν και οι λογαριασμοί ΧΧΧ0399 και ΧΧΧ3296, Τεκμήρια 12 και
- Την 30.7.2009 καταρτίστηκε γραπτή συμφωνία δανείου μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου 1 με σκοπό την εξόφληση των πιο πάνω λογαριασμών. Πριν τη συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης για περίοδο τεσσάρων μηνών ο Εναγόμενος κατέβαλλε ανελλιπώς το ποσό των € 1.000 στον λογαριασμό του Τεκμήριο
- Την 30.7.2009 η Εναγόμενη 2 υπέγραψε τη συμφωνία εγγύησης με την οποία εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του Εναγομένου
- Με το προϊόν του επίδικου δανείου εξοφλήθηκαν και έκλεισαν οι λογαριασμοί Τεκμήρια 12 και
- Η Ενάγουσα παρείχε το δάνειο και άνοιξε προς τούτο τον λογαριασμό ΧΧΧ8935, Τεκμήριο
- Οι εγγραφές επί του εν λόγω Τεκμηρίου έχουν ελεγχθεί και συνάδουν με τις καταχωρήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Το Τεκμήριο 10, αποτελεί αντίγραφο του Τραπεζικού βιβλίου. Επί του Τεκμηρίου 10, η Ενάγουσα χρέωσε σε τέσσερις ημερομηνίες loan arrear fees συνολικού ποσού εκ €
- O Εναγόμενος παρέλειπε να καταβάλλει τη συμφωνηθείσα δόση και η Ενάγουσα την 16.2.2010, απέστειλε προειδοποιητική επιστολή τόσο στον Εναγόμενο 1 όσο και στην Εναγομένη
- Περαιτέρω, την 13.4.2010 η Ενάγουσα, μέσω επιστολής της, κάλεσε τον Εναγόμενο όπως εξοφλήσει εντός 21 ημερών την εμφανιζόμενη υπέρβαση. Επιπλέον μέσω της ίδιας επιστολής ενημέρωσε τον Εναγόμενο 1 , ότι σε περίπτωση παρέλευσης άπρακτης της πιο πάνω προθεσμίας το επιτόκιο του επίδικου λογαριασμού θα ανερχόταν σε ποσοστό 14%. Λόγω της μη συμμόρφωσης του Εναγομένου 1 με τις συμβατικές του υποχρεώσεις, η Ενάγουσα μέσω επιστολής της, ημερομηνίας 13.5.2010 τερμάτισε τον επίδικο λογαριασμό. Όλες οι πιο πάνω επιστολές στάλθηκαν στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγομένων, με απλό ταχυδρομείο και δεν επιστράφηκαν. Νομική Πτυχή Όπως είναι καλά θεμελιωμένο το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της Ενάγουσας, η οποία οφείλει να αποδείξει τους ισχυρισμούς της στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Βaloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Ενώ, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Συνεπώς το Δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο εκάτερος των διαδίκων πέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαραίνει, μόνο με βάση τη μαρτυρία που έχει δεχθεί ως αξιόπιστη. Στην υπό κρίση υπόθεση η υπογραφή της επίδικης σύμβασης είναι παραδεκτή. Παραδεκτοί επίσης είναι ισχυρισμοί της Ενάγουσας, ως προς το περιεχόμενο των όρων της επίδικης συμφωνίας. Η υπεράσπιση των Εναγομένων αφορούσε την εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας δανείου και εγγύησης. Επιπρόσθετα οι Εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι η επίδικες συμφωνίες δανείου και εγγύησης περιέχουν παράνομους όρους και ότι οι ίδιοι δεν οφείλουν το αξιούμενο ποσό. Σημειώνεται ότι οι Εναγόμενοι δεν περιόρισαν ούτε με τη μαρτυρία τους ούτε με την αγόρευσή τους την υπεράσπισή τους σ' ένα σκέλος εκ των δύο. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η Ενάγουσα έχει υποχρέωση να αποδείξει το ύψος της απαίτησής της. Σχετική είναι η απόφαση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργου Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολ. Έφεση. 335/2009, ημερ. 17.10.2014. Η Ενάγουσα όφειλε να αποδείξει την ύπαρξη του αξιούμενου υπολοίπου, το ότι το αξιούμενο ποσό είναι ορθό σύμφωνα με τους όρους της επίδικης συμφωνίας και ότι δικαιούται στην πληρωμή αυτού με τον αξιούμενο τόκο κεφαλαιοποιημένο δύο φόρες τον χρόνο, ως είναι η απαίτησή της. Υπό το φως των ανωτέρω, παρά το ότι σύμφωνα με τη νομολογία ο διάδικος που προβάλλει διαζευκτικούς ισχυρισμούς στο δικόγραφό του, κατά την ακρόαση οφείλει να επιλέξει μια εκδοχή, για σκοπούς πληρότητας, θα πρέπει να εξεταστούν και οι δυο πυλώνες της υπεράσπισης. Πρώτα θα κριθεί ο ισχυρισμός περί ακυρότητας της συμφωνίας και ακολούθως, εάν παρίσταται ανάγκη, θα εξεταστεί και το κατά πόσο η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει την αξίωσή της. Ο ισχυρισμός περί οικονομικού εξαναγκασμού Ο πιο πάνω ισχυρισμός αποτέλεσε τη βασικότερη υπερασπιστική γραμμή των Εναγομένων. Η Εναγόμενοι στην Υπεράσπιση και στη μαρτυρία τους συνέδεσαν τη θέση τους περί ύπαρξης οικονομικού εξαναγκασμού με τον ισχυρισμό ότι τα δάνεια για τα οποία κατ' ισχυρισμόν συνομολογήθηκε η επίδικη σύμβαση δανείου, ήταν εξοφλημένα. Ως μοχλό για τον εξαναγκασμό, σύμφωνα με τους Εναγόμενους, οι Ενάγοντες χρησιμοποίησαν την απειλή καταχώρησης των στοιχείων τους στο σύστημα Άρτεμις. Η έννοια του όρου οικονομικός εξαναγκασμός έχει εξηγηθεί στην απόφαση Πλοίο Παναγία Μυρτιδιώτισσα ν. Σιδηρόπουλου κ.ά.
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 1000, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Ο όρος "εξαναγκασμός" που αναφέρεται στο άρθρο 15 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, αναιρεί την "ελεύθερη συναίνεση", αλλά όπως είναι διατυπωμένος ο νόμος μας, δεν καλύπτει απειλές στις επιχειρήσεις ή το εμπόριο. Οι μετέπειτα εξελίξεις που σημειώθηκαν στον αγγλικό νόμο στον τομέα αυτό αναφέρονται στην Universe Tankships v. ITF (ανωτέρω) και μας φέρνουν στο δόγμα του οικονομικού εξαναγκασμού που είναι αποτέλεσμα και έκφραση του δικαίου της επιείκειας (equity) που οδηγεί και αυτό σε ακύρωση της σύμβασης αν ανατρέπει την ελεύθερη βούληση του εξαναγκασθέντος. Το δόγμα αυτό σαν δόγμα του δικαίου της επιείκειας εφαρμόζεται κατά συνέπεια και στην Κύπρο και καλύπτει τις εμπορικές συναλλαγές και εμπορικές συμβάσεις. Με βάση την αγγλική νομολογία που υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούτας ν. Δήμου Λευκωσίας
(1989)1(Ε) 516, οικονομικός εξαναγκασμός υπάρχει εκεί που δεν υπάρχει ελεύθερη βούληση και είναι επομένως σημαντικό να διαπιστωθεί κατά πόσο το άτομο που υπέστη την πίεση δεν διαμαρτυρήθηκε ή κατά πόσο είχε υπαλλακτική οδό και δεν την έλαβε, π.χ. δικαστικά μέτρα για άρση του εξαναγκασμού ή για ακύρωση της σύμβασης ή που επιβεβαίωσε τη σύμβαση. Ο οικονομικός εξαναγκασμός εφαρμόζεται εκεί που η φαινομενική συγκατάθεση της μιας πλευράς είναι προϊόν πίεσης που ασκείται από την άλλη πλευρά, την οποία ο νόμος δεν θεωρεί νόμιμη.» Περαιτέρω διαφωτιστική ως προς την έννοια του όρου οικονομικός εξαναγκασμός είναι η απόφαση της αδελφής Δικαστού Ε. Αντωνίου στην αγωγή υπ' αριθμόν 2784/10 του Ε/Δ Λάρνακας, ημερομηνίας 26.9.2014, όπου υιοθετήθηκε η πιο πρόσφατη Αγγλική απόφαση Bank Of India v. Riat [2014] EWHC 1775 (CH), στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «There was no dispute as to the relevant principles in respect of economic duress. It is well settled that duress is not a tort and is only actionable in the sense that a party who has been a victim of duress can commence proceedings to set the agreement aside: The Universe Sentinel [1983] 1 AC 366 at 76 g-h, [1982] 2 All ER 67, [1982] 2 WLR 803. [56] One of the defining features of economic duress is that it involves illegitimate pressure meaning that it is without any commercial or similar justification. Illegitimate pressure must be distinguished from the rough and tumble of normal commercial bargaining and will depend upon a consideration of all of the circumstances in any given case. [57] In Carillion Construction Ltd v Felix (UK) Ltd [2001] UKHL 49, [2001] BLR 1; 74 Con LR 144, Dyson J cited the passage from his own judgment in DSND Subsea Ltd (formerly DSND Oceantech Ltd) v Petroleum Geo Services ASA [2000] BLR 530 at para 113: "The ingredients of actionable duress are that there must be pressure, (
- a)whose practical effect is that there is compulsion on, or a lack of practical choice for, the victim, (
- b)which is illegitimate, and (
- c)which is a significant cause inducing the Claimant to enter into the contract: see Universal Tankships of Monrovia v ITWF [1983] AC 336,400B-E, and The Evia Luck [1992] 2 AC 152, 165G. In determining whether there has been illegitimate pressure, the court takes into account a range of factors. These include whether there has been an actual or threatened breach of contract; whether the person allegedly exerting the pressure has acted in good or bad faith; whether the victim had any realistic practical alternative but to submit to the pressure; whether the victim protested at the time; and whether he affirmed and sought to rely on the contract. These are all relevant factors. Illegitimate pressure must be distinguished from the rough and tumble of the pressures of normal commercial bargaining." [58] The party asserting duress carries the burden of proving causation, and must prove that the duress was a "significant cause" inducing that party to enter into the agreement: DSDN Subsea Ltd v Petroleum Geo Services ASA [2000] BLR 530 following Dimskal Shipping Co SA v International Transport Workers Federation [1992] 2 AC 152 at 165G, [1991] 4 All ER 871, [1991] 3 WLR 875.» Από τις πιο πάω αυθεντίες εξάγεται το συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο για την κρίση περί ύπαρξης οικονομικού εξαναγκασμού εξετάζει σειρά παραγόντων. Τονίζεται ότι η παράνομη πίεση πρέπει να διαχωρίζεται από την ενίοτε σκληρή πίεση που προκύπτει από κανονικές εμπορικές δοσοληψίες. Περαιτέρω στην υπόθεση Αυξεντίου (ανωτέρω) υιοθετήθηκε και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Chitty on Contracts «General Principles», 25η εκδ., παρα. 489, σελ. 276. «There is no doubt that difficulty and delicate problems may arise in deciding whether threats otherwise lawful can amount to duress in the particular circumstances of the case. It seems that the court would have to take account of a wide range of factors in making such a decision, including (for instance) the nature of the threat; whether such a threat is commonly regarded as a legitimate way of exerting pressure; how coercive the threat is in the particular circumstances in which the party threatened is placed; what alternative remedies he may have, and how effective such remedies would be; the nature of the demand coupled with the threat; the nature of the consequences to the threatened party if he submits to the coercion on the one hand, and if he refuses to submit on the other; and the identity and status of the parties ..............................» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι οικονομικός εξαναγκασμός μπορεί να προκύψει και μέσω απειλής χρήσης νόμιμων μέσων ή διαδικασιών. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Εναγόμενος 1 απευθύνθηκε στην Ενάγουσα για εξασφάλιση δανειοδότησης με σκοπό την ολοκλήρωση επιχειρηματικών του ενεργειών και σύμφωνα με τον ίδιο του ζητήθηκε να εξοφλήσει τους προηγούμενα οφειλόμενούς του λογαριασμούς. Η πιο πάνω απαίτηση συνδέθηκε με την κατά τον Εναγόμενο 1 απειλή περί καταχώρησης των στοιχείων του ίδιου και της συζύγου στο σύστημα Άρτεμις. Όμως στην υπό κρίση υπόθεση πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ο Εναγόμενος 1 κατέβαλλε για τέσσερις μήνες δόση εκ €1.000 μηνιαίως. Το πιο πάνω γεγονός δεικνύει ότι η συνομολόγηση της σύμβασης δεν έγινε άμεσα και υπήρχε χρόνος στη διάθεση του Εναγόμενου να προβεί σε όποιες ενέργειες επιθυμούσε. Εφόσον, λοιπόν, η συνομολόγηση της σύμβασης δεν έλαβε άμεσα χώρα μετά την έκφραση της κατ' ισχυρισμόν απειλής, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η υπογραφή της ήταν προϊόν εξαναγκασμού, αφού παρασχέθηκε, εξ αντικείμενου, χρόνος στον Εναγόμενο να προβεί σε άλλες ενέργειες ή να διαμαρτυρηθεί ή να προβάλει τον ισχυρισμό του περί εξόφλησης. Το γεγονός ότι και ο ίδιος κατέβαλλε το ποσό των €1.000 για περίοδο τεσσάρων μηνών, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ίδιος προσπάθησε να πείσει την Τράπεζα για την καταλληλότητά του να τύχει δανεισμού και όχι ότι υπέγραψε δήθεν τη σύμβαση υπό τη «δαμόκλειο σπάθη» της καταχώρησης των στοιχείων του στο σύστημα Άρτεμις. Πέραν του πιο πάνω τονίζεται ότι η δήλωση της Τράπεζας περί καταχώρησης των στοιχείων του δανειολήπτη στο σύστημα Άρτεμις δεν μπορεί να κριθεί ότι ενέχει χαρακτήρα τέτοιας πίεσης που να ισοδυναμεί με οικονομικό εξαναγκασμό. Υπό το φως των πιο πάνω ο ισχυρισμός ότι η υπογραφή της επίδικης σύμβασης είναι προϊόν οικονομικού εξαναγκασμού απορρίπτεται. Εφόσον, κρίθηκε ότι η επίδικη συμφωνία δανείου δεν πάσχει εξ απόψεως εγκυρότητας θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο στη βάση της επίδικης συμφωνίας η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει την αξίωσή της. Επί του προκειμένου σημείου ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας εισηγήθηκε ότι η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει την απαίτηση ενώ στον αντίποδα η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγομένων κάλεσε το Δικαστήριο να αποφασίσει ότι στην επίδικη συμφωνία παρουσιάζονταν παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις. Η απόδειξη της απαίτησης της Ενάγουσας Το γεγονός ότι η επίδικη συμφωνία δεν κρίθηκε άκυρη, δεν συνεπάγεται ότι η Ενάγουσα απέδειξε αυτόματα την αξίωσή της. Σε κάθε περίπτωση η Ενάγουσα έχει υποχρέωση να αποδείξει το ύψος της απαίτησής της. Σχετική είναι η απόφαση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργου Οικονόμου (ανωτέρω). Η απαίτηση της Ενάγουσας ερείδεται επί ισχυριζόμενου χρέους, το οποίο προκύπτει από συμφωνία δανειοδότησης. Η εν λόγω συμφωνία είναι παραδεκτή και η συνομολόγησή της κρίθηκε νόμιμη. Η Ενάγουσα με βάση την ενώπιόν μου μαρτυρία έχει αποδείξει τη σύναψη της σύμβασης δανείου, την παραχώρηση του δανείου, την παράβαση αυτής και τον τερματισμό αυτής. Αυτό που ουσιαστικά αμφισβητήθηκε ήταν το ύψος του ισχυριζόμενου χρέους και η επιβολή επιτοκίου προς 14% ετησίως, καθώς και η δυνατότητα κεφαλαιοποίησης του τόκου δυο φορές τον χρόνο. Προς το ύψος του χρέους προσκομίστηκε το Τεκμήριο 10, το οποίο όπως εξήγησε ο ΜΕ1, αποτελεί αντίγραφο του Τραπεζικού βιβλίου και οι καταχωρήσεις σε αυτό έχουν συγκριθεί με τις καταχωρήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της Τράπεζας. Συνεπώς το Τεκμήριο 10 εμπίπτει στην έννοια του Τραπεζικού βιβλίου , σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί αποδείξεως Νόμου, και αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων του. Στην υπό κρίση υπόθεση, από την υπεράσπιση, δεν αμφισβητήθηκε η ορθότητα των καταχωρήσεων αλλά η νομιμότητα αυτών. Συνεπώς θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο υφίστανται χρεώσεις που τέθηκαν κατά παράβαση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Ακολούθως το Δικαστήριο θα εξετάσει το κατά πόσο η Ενάγουσα απέδειξε το δικαίωμά της να χρεώνει επιτόκιο προς 14% ετησίως με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο. Ο ισχυρισμός για παράνομες χρεώσεις Η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγόμενων εισηγήθηκε ότι η χρέωση στο Τεκμήριο 10 για loan arrear fees δεν προκύπτει από την επίδικη συμφωνία. Προς τούτο ο ΜΕ1 στη μαρτυρία του παρέπεμψε στον όρο 5(γ) της επίδικης συμφωνίας, ο οποίος προνοούσε για δυνατότητα επιβολής χρεώσεων, κατόπιν ενημέρωσης του δανειολήπτη. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν προκύπτει ότι ενημερώθηκαν σχετικά οι δανειολήπτες για την επιβολή του σχετικού τέλους. Συνεπώς, η σε τέσσερις περιπτώσεις χρέωση στο Τεκμήριο 10, arrears fees, δεν προκύπτει από τη συμφωνία. Η θέση περί παράνομης κεφαλαιοποίησης. Με την αγωγή της η Ενάγουσα ζητεί όπως της επιδικαστεί το οφειλόμενο ποσό πλέον τόκο , ο οποίος να κεφαλαιοποιείται δύο φόρες τον χρόνο. Ήταν η θέση του ΜΕ1, ότι η Ενάγουσα δικαιούται να κεφαλαιοποιεί τον τόκο δύο φορές ετησίως. Αντεξεταζόμενος παρέπεμψε σχετικά, ως προς το δικαίωμα κεφαλαιοποίησης, στους γενικούς όρους της Τράπεζας. Οι πιο πάνω όροι δεν κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου δεν παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να διαπιστώσει κατά πόσο υφίστατο δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δυο φόρες το χρόνο. Σε κάθε περίπτωση η Ενάγουσα δεν κεφαλαιοποίησε δυο φόρες τον χρόνο μέχρι την ημερομηνία τερματισμού. Συνεπώς εφόσον η τράπεζα δεν προέβη σε κεφαλαιοποίηση δυο φόρες τον χρόνο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, πριν το τερματισμό, η μη απόδειξη του δικαιώματος κεφαλαιοποίησης δυο φορές τον χρόνο δεν μπορεί να επηρεάσει το οφειλόμενο κατά τον τερματισμό ποσό. Η χρέωση Τόκου υπερημερίας. Η Ενάγουσα αξιώνει την επιδίκαση του ισχυριζόμενου οφειλόμενου ποσού με τόκο 14% μέχρι εξοφλήσεως. O τόκος, όπως είναι καλά θεμελιωμένη αρχή, δεν αναδύεται ως προβλεπτή ζημία από τη διάρρηξη της σύμβασης, εκτός εάν κάτι τέτοιο προβλέπεται ειδικά σε αυτή. Ως προς το ζήτημα επιδίκασης τόκου ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου Τζιαρζάζη ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1Α Α.Α.Δ. 627, όπου κρίθηκαν τα ακόλουθα: «... ... εκτός όπου υπάρχει ρητή πρόνοια σε συγκεκριμένο νόμο ή στη μεταξύ των μερών συμφωνία για πληρωμή τόκου, τέτοια υποχρέωση δεν προκύπτει. Ο τόκος δεν θεωρείται προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη συμφωνίας, εκτός αν προβλέπεται ειδικά στη σύμβαση ή κατά πάγια πρακτική των συναλλαγών εξυπακούεται, και σ΄ αυτή την τελευταία περίπτωση εφόσον ο ενάγοντας υποχρεώθηκε να πληρώσει τόκους στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη πηγή.» Περαιτέρω το γεγονός ότι συμφωνήθηκε, στη σύμβαση, συγκεκριμένο ποσοστό επιτοκίου δεν σημαίνει ότι θα επιδικαστεί, κατ' ανάγκην, το ίδιο υπό μορφή αποζημίωσης. Στην καλά γνωστή αυθεντία στην υπόθεση Evelthon Developments Ltd κ.ά ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ κ.ά,
(2012)1 Α.Α.Δ. 2486, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «η συμφωνία για πληρωμή τόκου μέχρι την ημερομηνία της αποπληρωμής δεν συνεπάγεται απαραιτήτως και συμφωνία για πληρωμή τόκου πέραν αυτής της ημερομηνίας σε περίπτωση παράλειψης αποπληρωμής παρόλο ότι κάτω από ανάλογες περιστάσεις, μπορεί να επιδικαστεί τόκος υπό μορφή αποζημίωσης (όχι κατ' ανάγκη στο ποσοστό που καθορίζεται στη Σύμβαση)» Συνεπώς προκύπτει ότι το ζήτημα της επιδίκασης τόκου μετά τον τερματισμό της σύμβασης συνδέεται με το γενικότερο ζήτημα των αποζημιώσεων που δικαιούται το αναίτιο μέρος σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης. Συνακόλουθα, καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση του Δικαστηρίου με το ζήτημα του καθορισμού του επιτοκίου που δικαιούται η Ενάγουσα να επιδικαστεί υπέρ της. Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι το συμφωνηθέν συμβατικό επιτόκιο ανερχόταν σε ποσοστό 10,5%. Η μεταβολή του επιτοκίου δεν επήλθε από αύξηση του συμβατικού επιτοκίου αλλά μέσω του όρου 5 της σύμβασης, ο οποίος προνοούσε για δυνατότητα επιβολής πρόσθετου ποσοστού τόκου υπερημερίας. Όπως είναι παραδεκτό από τα δικόγραφα, η επίδικη συμφωνία περιλάμβανε όρο ότι σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής ο λογαριασμός θα χρεώνετο με επιπρόσθετο επιτόκιο υπερημερίας προς 10%. Αποτέλεσε θέση των Εναγομένων ότι ο όρος για επιβολή τόκου υπερημερίας συνιστά ποινική ρήτρα και ως εκ τούτου πρέπει να αγνοηθεί. Προκύπτει, λοιπόν, η ανάγκη να αποφασισθεί το κατά πόσο ο όρος που παρείχε τη δυνατότητα για επιβολή επιπρόσθετου επιτοκίου, από τη στιγμή της καθυστέρησης, συνιστά ή όχι ποινική ρήτρα. Ως προς την έννοια της ποινικής ρήτρας σχετική είναι η απόφαση Ανόρθωσης ν. Απόλλων
(2002)1 ΑΑΔ 518, όπου λέχθηκε ότι «ποινική ρήτρα θα μπορούσε να ορισθεί ότι είναι ένας συμβατικός όρος ο οποίος, περιέχει υπόσχεση του ενός συμβαλλόμενου μέρους προς το έτερο ότι σε περίπτωση που δεν θα εκπληρώσει ή δεν θα εκπληρώσει προσηκόντως οφειλόμενη παροχή τότε θα υποχρεούται να καταβάλει προς το έτερο (αθώο) μέρος, συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, υπό μορφή τιμωρίας». Ως προς τον συσχετισμό της ποινικής ρήτρας με τη γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς, στο Κυπριακό Δίκαιο διαφωτιστική είναι η απόφαση Χαραλάμπους Τρύφωνας και Άλλοι ν. Liberty Life Insurance Public Company Limited (πρώην Liberty Life Insurance Limited),
(2011)1 Α.Α.Δ. 1739, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ο προκαθορισμός της ζημιάς στη σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός, επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανωτάτου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Εκεί όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση ενέχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας (penalty) αυτή αγνοείται, ενώ εκεί που συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, τότε μετρά ως στοιχείο σχετικό στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ...» Το Δικαστήριο ακολούθως υιοθετώντας τη σχετική Αγγλική νομολογία επί του θέματος ανέφερε τα ακόλουθα : «Αυτό που διακρίνει βασικά την ποινική ρήτρα από τον προκαθορισμό της ζημιάς είναι ότι ενώ ο προκαθορισμός της ζημιάς χαρακτηρίζεται και στην ουσία συνιστά μια γνήσια προσπάθεια από πλευράς των συμβαλλομένων να υπολογίσουν και να καθορίσουν εκ των προτέρων τη ζημιά την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, η ποινική ρήτρα στόχο έχει τον εκφοβισμό του παραβάτη έτσι ώστε ο τελευταίος να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Το στοιχείο του εκφοβισμού συνιστά θα λέγαμε την ουσία της ποινικής ρήτρας (βλ. Dunlop Pneumatic Tyre Co. Ltd. v. New Garage & Motor Co. Ltd.
(1915)A.A. 79).» Το απαύγασμα των πιο πάνω αυθεντιών κατατείνει στο συμπέρασμα ότι, όταν η ρήτρα προκαθορισμένης αποζημίωσης συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς του αθώου μέρους τότε αυτή λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στον υπολογισμό της εύλογης αποζημίωσης, που δικαιούται το αθώο μέρος. Αντίθετα, εάν η ρήτρα προκαθορισμένης αποζημίωσης συνιστά ποινική ρήτρα, αυτή αγνοείται. Αναδύεται, λοιπόν, η ανάγκη να κριθεί το κατά πόσο ο επίδικος όρος, ο οποίος προνοεί για επιβολή τόκου υπερημερίας, συνιστά ποινική ρήτρα ή γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς της Ενάγουσας, ώστε σε περίπτωση που αυτός κριθεί ως ποινική ρήτρα να αγνοηθεί. Στο άρθρο 74 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ 149, καταγράφεται ότι ρήτρα για πληρωμή αυξημένου επιτοκίου μετά την υπερημερία δυνατόν να θεωρηθεί ποινική ρήτρα. Ως προς τον τόκο υπερημερίας συγκεκριμένα, στο σύγγραμμα Ellinger's Modern Banking Law 5th edition σελ 777-778 με αναφορά στην απόφαση Lordsvale Finance Plc v. Bank of Zambia
(1996)3 All E.R. 156, καταγράφεται η θέση ότι ο όρος, ο οποίος επιβάλλει μια μικρή συντηρητική αύξηση του επιτοκίου από την ημέρα της καθυστέρησης μέχρι την αποπληρωμή, δεν μπορεί να θεωρηθεί παράνομος. Στην απόφαση Bank of Zambia (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα διαφωτιστικά : «. there is every reason in principle for adopting the course which they suggest, and for confining protection of the creditor by means of designation of default interest provisions as penalties to retrospectively operating provisions. If the increased rate of interest applies only from the date of default or thereafter, there is no justification for striking down as a penalty a term providing for a modest increase in the rate. I say nothing about exceptionally large increases. In such cases it may be possible to deduce that the dominant function is in terrorem the borrower. But nobody could seriously suggest that a 1% rate increase could be such. It is, in my judgment, consistent only with an increase in the consideration for the loan by reason of the increased credit risk represented by a borrower in default.» Στην πιο πάνω απόφαση υποδείχθηκε ότι η κρίση περί του εάν ο επίδικος όρος συνιστά ποινική ρήτρα, γίνεται με αναφορά στον χρόνο καταρτισμού της σύμβασης. Συνάγεται, από την ανωτέρω απόφαση και σύγγραμμα ότι ο τόκος υπερημερίας, ακόμα και εάν ενέχει τιμωρητικό χαρακτήρα, εφόσον επιβάλλει μια συντηρητική αύξηση του επιτοκίου, δεν μπορεί να κηρυχθεί άκυρος. Στην πρόσφατη απόφαση του Αγγλικού Ανωτάτου Δικαστηρίου στις συνεκδικαζόμενες αποφάσεις Cavendish Square Holding BV v. Makdessi & Parking Eye Ltd v. Beavis [2015] UKSC 67, στην παράγραφο 36, κρίθηκε ότι ο κανόνας που απαγορεύει τη χρήση ποινικών ρητρών δεν πρέπει να καταργηθεί. Παράλληλα, όμως, κρίθηκε ότι ο όρος, ο οποίος επιβάλλει προκαθορισμένη αποζημίωση, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να θεωρηθεί έγκυρος, παρότι δεν αποτελεί γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 32 της απόφασής του το Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα, ως προς το κριτήριο κατάταξης κάποιας ρήτρας ως ποινικής : «The true test is whether the impugned provision is a secondary obligation which imposes a detriment on the contract-breaker out of all proportion to any legitimate interest of the innocent party in the enforcement of the primary obligation.» Ακολούθως, το Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα ως προς το περιεχόμενο της έννοιας του όρου ανάλογο μέτρο: «The qualification and safeguard is that the agreed sum must not have been extravagant, unconscionable or incommensurate with any possible interest in the maintenance of the system, this being for the party in breach to show». Από την πιο πάνω αυθεντία προκύπτει ότι το γεγονός ότι κάποια συμβατική ρήτρα δεν αποτελεί γνήσιο προκαθορισμό της ζημιάς δεν οδηγεί στην κατάταξή της απευθείας , ως ποινικής. Το ουσιαστικό κριτήριο είναι η ρήτρα προκαθορισμένης αποζημίωσης να μην ενέχει έκδηλα δυσανάλογο χαρακτήρα προς τον σκοπό προστασίας των δικαιωμάτων του αθώου μέρους. Ενέχει δε έκδηλα δυσανάλογο χαρακτήρα, όταν είναι επαχθής ή υπερβολική ή δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό προστασίας των νόμιμων συμφερόντων του αθώου μέρους. Εφόσον, λοιπόν, αναγνωρίζεται ότι η επιβολή τόκου υπερημερίας αποτελεί δικαιολογημένη ενέργεια και καλύπτει νόμιμο συμφέρον του αθώου μέρους, ως η απόφαση Bank of Zambia (ανωτέρω) υποδεικνύει, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο το συμφωνηθέν ποσοστό 10% συνιστά συντηρητική αύξηση ή είναι υπερβολικό, επαχθές και δυσανάλογο. Από το ύψος και μόνο του συμφωνηθέντος επιτοκίου υπερημερίας προκύπτει ότι αυτό είναι έκδηλα δυσανάλογο, καθότι έχει ως αποτέλεσμα τον διπλασιασμό του ποσοστού επιτοκίου. Συνεπώς ο επίδικος όρος συνιστά ποινική ρήτρα και πρέπει να αγνοηθεί. Παράλληλα τονίζεται πως κα η αύξηση του 3,5% ανέρχεται στο ένα τρίτο επιπλέον του συνολικού συμβατικού επιτοκίου και ως εκ τούτου αποτελεί έκδηλα δυσανάλογο μέτρο, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν συνιστά συντηρητική αύξηση του επιτοκίου. Συνεπώς υπό το φως των ενώπιόν μου γεγονότων κρίνω ότι η αύξηση του επιτοκίου κατά 3,5% προκύπτει από όρο που συνιστά ποινική ρήτρα και το επιπρόσθετο ποσοστό που προστέθηκε επιβάλλει αποζημίωση έκδηλα δυσανάλογη προς τον σκοπό προστασίας των νόμιμων συμφερόντων της Τράπεζας. Αποτελεί βέβαια καλά εμπεδωμένη αρχή ότι η επιβολή παράνομου τόκου δεν οδηγεί σε ακυρότητα τη σύμβαση. Οι Εναγόντες δικαιούνται στο μέρος εκείνο της αξίωσης τους, που ο νόμος επιτρέπει, δηλαδή το κεφάλαιο και τους συμφώνως του νόμου υπολογισθέντες τόκους. Σχετικές είναι οι αποφάσεις C.Τ.A. Techno Marketing Ltd κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2004)1(Β) ΑΑΔ 721 και Τράπεζα Κύπρου κ.ά. ν. Koudounaris Ltd. κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ.
- Αποτίμηση της απαίτηση της Ενάγουσας Στη βάση των ανωτέρω κρίνω ότι το συνολικό οφειλόμενο ποσό κατά τον χρόνο τερματισμού μπορεί να συναχθεί με αφαίρεση των χρεώσεων που αφορούν την επιβολή arrears fees. Η πιο πάνω ενέργεια δεν απαιτεί ιδιαίτερες μαθηματικές πράξεις, αφού πρόκειται για τέσσερις χρεώσεις που επιβλήθηκαν μετά την 1.1.2010 και μέχρι την ημερομηνία τερματισμού δεν κεφαλαιοποιήθηκαν, ώστε να υφίσταται δυσκολία στον υπολογισμό τους. Συνεπώς κρίνω ότι η χρέωση για loan arrear fees, η οποία ανέρχεται στο ποσό των € 70, μπορεί να αφαιρεθεί από το συνολικά οφειλόμενο ποσό. Επιπρόσθετα εφόσον δεν έχει αποδειχθεί η δυνατότητα για κεφαλαιοποίηση του τόκου δυο φορές ετησίως, η Ενάγουσα δεν δικαιούται σε κεφαλαιοποίηση. Επειδή, όμως, κατά τον χρόνο πριν τον τερματισμό της σύμβασης δεν φαίνεται η Τράπεζα να κεφαλαιοποίησε δυο φόρες σ' ένα έτος, η πιο πάνω διαπίστωση δεν επηρεάζει το τελικό οφειλόμενο ποσό που προκύπτει κατά τον χρόνο τερματισμού της σύμβασης. Παράλληλα, εφόσον, η αύξηση του επιτοκίου σε 14% κατ' επίκληση του όρου 5 της σύμβασης κρίθηκε παράνομη, η Ενάγουσα δεν δικαιούται σε επιτόκιο προς 14% ετησίως αλλά σε 10,5%, ως ήταν το συμβατικό. Διευκρινίζεται ότι στην παρούσα το ύψος του συμβατικού επιτοκίου αποτελεί παραδεκτό γεγονός από τα δικόγραφα και δεν επήλθε οποιαδήποτε μεταβολή σε αυτό. Ως προς το ζήτημα του ότι για τον υπολογισμό του τόκου λαμβάνονται ως διαιρέτης οι 360 μέρες αντί των 365 σημειώνω τα ακόλουθα. Η σχετική εισήγηση της συνηγόρου των Εναγομένων έλαβε υπόψη τις πρόνοιες του περί καταχρηστικών ρητρών σε καταναλωτικές συμβάσεις νόμου. Μια τέτοια πρόνοια τεκμαίρεται καταχρηστική, μετά από τον Νόμο 49(I)/2016, ο οποίος δεν έχει αναδρομική ισχύ. Συνεπώς στα γεγονότα της παρούσας δεν μπορεί να κριθεί ως καταχρηστικός όρος ή πρακτική με την οποία λαμβανόταν ως διαιρέτης το εμπορικό έτος 360 ημερών. Κατά τα λοιπά η Τράπεζα απέδειξε την εκταμίευση του δανείου και την αποστολή τόσο των προειδοποιητικών επιστολών όσο και τον νομότυπο τερματισμό της σύμβασης δανείου. Από το Τεκμήριο 10 προκύπτει ότι κατά τον χρόνο του τερματισμού της σύμβασης, ήτοι τον Μάιο του 2010, ο λογαριασμός των Εναγομένων παρουσίαζε υπόλοιπο εκ € 67,831.
- Εάν από το πιο πάνω ποσό αφαιρεθεί το ποσό των € 70, ως ανωτέρω αναφέρεται, τότε προκύπτει το συνολικά οφειλόμενο ποσό κατά τον χρόνο τερματισμού της σύμβασης. Υπό το φως των ανωτέρω κρίνω ότι η Ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση για το ποσό των € 67, 761.67 με τόκο προς 10,5% ετησίως από 13.5.
- Η ευθύνη της Εναγόμενης 2 Η Εναγόμενη 2 ουδεμία μαρτυρία προσέφερε ως προς τις συνθήκες υπογραφής της επίδικης εγγύησης, παρόλο που αμφισβήτησε τη νομιμότητα και εγκυρότητά της. Η μοναδική μαρτυρία που δόθηκε ήταν από τον ΜΥ1, ο οποίος συνέδεσε την εγκυρότητα της εγγύησης με την εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας δανείου. Η απόρριψη της θέσης του ΜΥ1, περί οικονομικού εξαναγκασμού στην επίδικη συμφωνία δανείου συμπαρασύρει και τη θέση περί ακυρότητας της σύμβασης εγγύησης. Τονίζεται πως ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε από την Εναγόμενη 2 ή τον Εναγόμενο 1 σε σχέση με άλλες πτυχές της κατ΄ ισχυρισμόν μη εγκυρότητας της επίδικης εγγύησης. Συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι η επίδικη συμφωνία εγγύησης είναι καθ' όλα έγκυρη και δεσμευτική για την Εναγόμενη
- Συνακόλουθα η Εναγόμενη 2 ευθύνεται για την πληρωμή του υπολοίπου του επίδικου δανείου αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τον Εναγόμενο
- Εφόσον, αποτέλεσε εύρημα του δικαστηρίου ότι το χρέος κατέστη νομότυπα απαιτητό, η Εναγόμενη 2 ευθύνεται στην ίδια έκταση που ευθύνεται ο Εναγόμενος 1 για αποπληρωμή του. Η Ανταπαίτηση Με την Ανταπαίτησή τους οι Εναγόμενοι αξίωσαν αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμόν υπερχρεώσεις των δυο λογαριασμών ΧΧΧ0399 και ΧΧΧ
- Οι πιο πάνω λογαριασμοί εξοφλήθηκαν και έκλεισαν από το προϊόν του δανείου Τεκμήριο
- Το ερώτημα που ανακύπτει στην παρούσα είναι το κατά πόσο οι Εναγόμενοι μπορούν να αξιώνουν αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμόν υπερχρεώσεις μετά που εξοφλήθηκαν οι επίδικοι λογαριασμοί. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας με αναφορά στην απόφαση Μουλαζίμης Αναστάσης Λτδ ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2013)1 ΑΑΔ 168, εισηγήθηκε ότι οι Εναγόμενοι εμποδίζονται να αξιώνουν τα αναφερόμενα ποσά. Πράγματι το ζήτημα φαίνεται να επιλύεται από την απόφαση Μουλαζίμης (ανωτέρω), στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα : «επισημαίνουμε ότι στην περίπτωση που έχουμε ενώπιον μας, δεν είναι δυνατό να επιτρέπεται στην Εφεσείουσα να επανέρχεται, 5 ολόκληρα χρόνια μετά από την εξόφληση στην οποία προέβη, και να απαιτεί την επιστροφή ποσών ήδη χρεωθέντων και πληρωθέντων. Η ασφάλεια των συναλλαγών και η βεβαιότητα των πράξεων οι οποίες μάλιστα θέτουν τέρμα σε συμβατική σχέση, θα ανετρέπετο εκ θεμελίων και η όλη ιδέα της οριστικότητας των σχέσεων θα εκθεμελιώνετο.» Στην υπό κρίση υπόθεση δεν είναι επιτρεπτό για τους Ενάγοντες να επανέρχονται και να αξιώνουν ποσά αναφορικά με λογαριασμούς που εξοφλήθηκαν ανεπιφύλακτα και έκλεισαν από το έτος 2009. Συνακόλουθα η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Παράλληλα η αξίωση της Ανταπαίτησης περί κήρυξης της συμφωνίας δανείου και εγγύησης, ως άκυρες, δεδομένης της απόφασης του Δικαστηρίου ανωτέρω, απορρίπτονται. Κατάληξη Ενόψει όλων των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των € 67, 761.67 με τόκο προς 10,5% ετησίως από 13.5.2010 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ενόψει του γεγονότος ότι απαίτηση και ανταπαίτηση εκδικάστηκαν μαζί και ενόψει της επιτυχίας τη απαίτησης και της αποτυχίας της ανταπαίτησης ένα σετ εξόδων θα επιδικαστεί. [Υπ.] ................. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο