← Κύπρος

SPANTIOS ESTATES DEVELOPERS LTD ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 371/2018, 14/12/2018

SPANTIOS ESTATES DEVELOPERS LTD ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 371/2018, 14/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A619 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, A.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 371/2018 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτων Νόμο 9/65 όπως τροποποιήθηκε και Επί τοις αφορώσι την ειδοποίηση «Τύπος Θ» και «Τύπος Ι» (αμφότερες ημερομηνίας 5.6.2018) που επιδόθηκαν στην Εφεσείουσα την 15.6.2018 και των Ειδοποιήσεων «Τύπος ΙΑ» και «Τύπος ΙΒ» ημερομηνίας 23.8.2018 που επιδόθηκαν στην Εφεσείουσα την 10.9.2018 σύμφωνα με τις πρόνοιες των Άρθρων 44Β

(2), 44Γ
(1), 44Γ
(2)και 44Δ
(2)αντίστοιχα του Νόμου Ν.9/1965 όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο Ν.142
(1)/2014 και τον Νόμο 87
(1)/
  1. Μεταξύ: SPANTIOS ESTATES DEVELOPERS LTD Αιτητών/Εφεσειόντων και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Καθ΄ ων η Αίτηση/Εφεσίβλητων ------------------------- 14 Δεκεμβρίου,
  2. Για τους Αιτητές-Εφεσείοντες: κ. Πουτζιουρής για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Καθ΄ ων η Αίτηση-Εφεσίβλητους: κ. Μακρίδης για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση-Έφεσή τους οι Αιτητές ζητούν την έκδοση του ακόλουθου διατάγματος: «Α. Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνονται ή και να παραμερίζονται οι ειδοποιήσεις «Τύπος Θ» και «Τύπος Ι», (αμφότερες ημερομηνίας 5.6.2018) που επιδόθηκαν στην Εφεσείουσα την 15.6.2018 και των Ειδοποιήσεων «Τύπος ΙΑ» και «Τύπος ΙΒ» ημερομηνίας 23.8.2018 που επιδόθηκαν στην Εφεσείουσα την 10.9.2018 σύμφωνα με τις πρόνοιες των Άρθρων 44Β
(2), 44Γ
(1), 44Γ
(2)και 44Δ
(2)αντίστοιχα του νόμου Ν.9/1965 όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο Ν.142
(1)/2014 και τον Νόμο 87
(1)/2018 για τον πλειστηριασμό την 11.1.2019 των ακινήτων της Εφεσείουσας στην Επαρχία Λευκωσίας που βαρύνονται με την Υποθήκη Υ14993/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας, από τους καθ΄ ων η αίτηση/εφεσίβλητους, ως προώρων, ως άκυρων και/η ως εσφαλμένων και/η αντικανονικών και/η παράνομων και/η ως αντίθετες με τον σχετικό νόμο και ή ως αντισυνταγματικών και/ή ότι αποτελούν κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας και/ή επειδή παραβιάζουν συνταγματικά δικαιώματα της Εφεσείουσας και/ή επειδή συντρέχουν οι λόγοι έφεσης πιο κάτω και ή οι λόγοι έφεσης που αναπτύσσονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση.» Οι Αιτητές προβαίνουν στο αίτημά τους αυτό, στη βάση των δεκατριών λόγων έφεσης που τίθενται στο σώμα της Αίτησης. Ως προς το νομικό της υπόβαθρο, η Αίτηση βασίζεται, στον Νόμο 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί με το Ν.142(Ι)/2014και τον Νόμο 87(Ι)/2018, και ειδικότερα τα άρθρα 27, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 44 και 44Α, 44Β, 44Γ μέχρι 44ΙΣΤ, στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Κανονισμούς του 2015, ήτοι την Κ.Δ.Π. 185/2015, Κ.Δ.Π. 107/2015, Κ.Δ.Π. 57/2014, Κ.Δ.Π. 315/2013, στο Κεφ. 224, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ.1-9, Δ.41, Δ.42, Δ.64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, άρθρα 21, 23, 29, 31 και 32, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, και ειδικά το άρθρο 23 αυτού, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρα 23, 26, 28 και 30.2, στον περί Πωλήσεως Διαδικαστικό Κανονισμό του 1994 (1/1994), ως έχει τροποποιηθεί από τον περί Πωλήσεως (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015 (4/2015) Ε.Ε., Παρ. 1(Ι), Αρ. 4100, 24/7/2015, στον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμος του 2015 (Ν.65
(1)/2015) και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως προς το πραγματικό της υπόβαθρο η Αίτηση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Θεολόγου, ημερομηνίας 10.10.2018, στην οποία αναφέρεται με λεπτομέρεια στα γεγονότα που αφορά η παρούσα διαδικασία και τους λόγους για τους οποίους ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση-Εφεσίβλητοι ενίστανται στο αιτούμενο διάταγμα, στη βάση των δεκαέξι λόγων που αναφέρονται στο σώμα της ειδοποίησης ένστασής τους. Βασίζονται δε, ως προς το πραγματικό υπόβαθρο, στα λεγόμενα του XXXXX Βανέζη στην ένορκή του δήλωση ημερομηνίας 8.11.2018, με τα οποία υποστηρίζει και αναλύει τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι δύο συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων της κάθε πλευράς. Είχαν δε, την καλοσύνη να θέσουν γραπτώς τις αγορεύσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν θα εξυπηρετούσε να επαναλάβω το περιεχόμενο των αγορεύσεων των δύο συνηγόρων. Αρκεί να επισημάνω ότι έχω με προσοχή μελετήσει όλα τα ενώπιόν μου στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των αγορεύσεων, τα οποία άλλωστε απασχολούν το Δικαστήριο στο τι ακολουθεί κατωτέρω, με ειδική αναφορά όπου αυτό απαιτείται. Επισημαίνεται ότι σε ημερομηνία μεταγενέστερη των ειδοποιήσεων «Ι» και «Θ», αλλά πριν την ημερομηνία της Ειδοποίησης «ΙΑ», τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος 87(Ι)/2018, Νόμος Τροποποιητικός του Ν.9/1965. Μετά την τροποποίηση αυτή το άρθρο 44Γ
(2)και
(3)προνοεί ως ακολούθως: «
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό' η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «ΙΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προυποθέσεις' (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί' (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή' (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου' (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου' (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο «ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων» ή σε οποιοδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο.» Περαιτέρω δε, καταργήθηκε το άρθρο 44ΙΓ. Μέρος της παρούσας Αίτησης αφορά την Ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» που αποστάληκε στους Αιτητές. Είναι γεγονός ότι η μόνη πρόνοια του Νόμου που θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για καταχώρηση έφεσης στο στάδιο ή αναφορικά με την Ειδοποίηση «Ι» ή «Θ», αυτή θα μπορούσε να λεχθεί ότι είναι το τι προνοούσε το άρθρο 44ΙΓ. Έχοντας καταργηθεί, καθίσταται εμφανές ότι ελλείπει οποιαδήποτε βάση που να επέτρεπε προσβολή των εν λόγω ειδοποιήσεων. Φυσικά, και αν ακόμη υπήρχε τέτοια πρόνοια, και πάλι είμαι της άποψης ότι οι εν λόγω Ειδοποιήσεις δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο έφεσης. Ως ήταν προηγουμένως το νομικό καθεστώς, ήταν ξεκάθαρη η πρόθεση του νομοθέτη να περιορίσει και συγκεκριμενοποιήσει τους λόγους προσβολής της Ειδοποίησης «ΙΑ» στους αναφερόμενους στο άρθρο 44Γ
(3). Ήταν επίσης ξεκάθαρο ότι η συμπερίληψη, ως λόγου έφεσης, στο άρθρο 44Γ
(3)(δ) της εκκρεμότητας αγωγής για την Ειδοποίηση «Ι», φανερώνει την πρόθεση του νομοθέτη ο οφειλέτης να αμφισβητούσε τα όσα διαλαμβάνει η Ειδοποίηση «Ι» με αγωγή και μια τέτοια αγωγή να αποτελούσε λόγο έφεσης για την Ειδοποίηση «ΙΑ». Με την ως άνω τροποποίηση, τα θέματα έχουν αποσαφηνιστεί και παραμένει ξεκάθαρο ότι το τι μπορεί να προσβληθεί είναι η Ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ», για τους περιορισμένους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 44Γ
(3). Επομένως, ο,τιδήποτε στην παρούσα αφορά άλλες ειδοποιήσεις, δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Οι Αιτητές προβάλλουν επίσης θέματα όπως το ότι δεν έχουν ειδοποιηθεί οι θέσμιοι ενοικιαστές των επίδικων ακινήτων, ως ενδιαφερόμενα μέρη, ότι η εν λόγω υποθήκη αφορούσε χρέος που έχει εξοφληθεί, καθώς επίσης ότι δεν υπάρχει υπερημερία. Όμως, προκύπτει από τα λεγόμενα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις τερματίστηκαν στις 20.11.2012 και αφού οι εφεσείουσα και εγγυητές της δεν εξόφλησαν, καταχωρήθηκαν οι Αγωγές 969/13 και 970/13. Προκύπτει συνεπώς ότι, σύμφωνα και με τον όρο 4 του εγγράφου υποθήκης, η τράπεζα είχε το δικαίωμα ακόμη και να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα απευθείας και χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση στους ενυπόθηκους οφειλέτες. Παράλληλα, παρά το περιεχόμενο της ειδοποίησης Θ, προκύπτει ότι οι πρόνοιες του σχετικού Κώδικα που οι Αιτητές επικαλούνται, δεν εφαρμόζονται σε περιπτώσεις ως η παρούσα, δεδομένου του από το 2012 τερματισμού των πιστωτικών διευκολύνσεων. Περαιτέρω δε, εμφανώς οι θέσμιοι ή οποιοιδήποτε ενοικιαστές ενός ακινήτου δεν αποτελούν ενδιαφερόμενα πρόσωπα στα οποία να πρέπει να επιδοθούν οι σχετικές με την διαδικασία εκποίησης ειδοποιήσεις. Συνεπώς, δεν ευσταθεί οτιδήποτε αφορά το δικαίωμα των Εφεσιβλήτων να προχωρούν στη βάση του Μέρους VIA για εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Παραμένουν συνεπώς τα όσα αφορούν θέματα αντισυνταγματικότητας των νομοθετικών προνοιών. Αποτελεί καλά καθιερωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει in abstracto (αφηρημένα) τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος, πάρα μόνο, αν τούτο είναι αναγκαίο για την επίλυση συγκεκριμένης δικαστικής διαφοράς. O δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, γίνεται μόνο αν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγούσε στην αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, διαφορετικά, απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Ο ως άνω περιορισμός τίθεται, με δεδομένο ότι τα Δικαστήρια δεν χορηγούν γνωμοδοτήσεις αλλά επιλύουν διαφορές. Ούτε ασχολούνται με ζητήματα που δεν οδηγούν στην επίλυση της εκάστοτε κρινόμενης διαφοράς. Κατά συνέπεια, αν η τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διατάξεως, δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται και επομένως δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας της επίμαχης νομοθετικής διάταξης (βλ. Μαρκιτανής v. Μουτζούρη
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 923 και «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο» του Π. Δαγτόγλου, σελ. 128). Ζητήματα αντισυνταγματικότητας άλλωστε, μπορούν να εγερθούν σε οποιοδήποτε στάδιο μιας διαδικασίας, ακόμα και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Η ενασχόληση με το ζήτημα στη συγκεκριμένη περίπτωση και η τοποθέτηση του δικαστηρίου επί τούτου, είναι προφανές ότι δεν θα αποτελούσε ακαδημαϊκή άσκηση, αλλά τοποθέτηση που δυνατόν να σφραγίσει την τύχη της υπό συζήτηση Αίτησης. Ως η νομολογία των Δικαστηρίων μας υποδεικνύει, όταν τίθεται θέμα αντισυνταγματικότητας οποιασδήποτε πρόνοιας νόμου υπάρχει τεκμήριο συνταγματικότητας. Ως εκ τούτου, προτού το Δικαστήριο κηρύξει την πρόνοια ως αντισυνταγματική, οφείλει να ικανοποιηθεί προς τούτο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην υπόθεση Κυριακίδης Ηλίας κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1997)3 ΑΑΔ 485, μεταξύ άλλων σημειώθηκε πως: «Αποτελεί αξίωμα του δικαίου ότι εφόσον παρέχεται η δυνατότητα ερμηνείας του νόμου κατά τρόπο συνάδοντα προς το Σύνταγμα, αυτή υιοθετείται και ο νόμος διασώζεται. Σύμφωνα με άλλο ερμηνευτικό αξίωμα, επίσης σχετικό, επενεργεί μαχητό τεκμήριο ότι πρόθεση του νομοθέτη είναι η θεσμοθέτηση κανόνων μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο του Συντάγματος. Μόνο όπου τούτο αποκλείεται από το λεκτικό του νόμου ανατρέπεται το τεκμήριο και προκύπτει θέμα αντισυνταγματικότητας του νόμου.» Ως υποδεικνύεται στην υπόθεση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R.640 - βασική ως θεωρείται αυθεντία ως προς τις γενικές αρχές που αφορούν το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων - ειδικότερα στις σελίδες 654-656: "In considering the question of the constitutionality of a statute we have to be guided by certain well-established principles governing the exercise of judicial control of legislative enactments. In doing so we have looked for guidance to cases decided by the Supreme Court of the United States of America and, although not bound by such cases, we have adopted the following principles applicable by American Courts, as we are in agreement with the reasoning behind them. A rule of precautionary nature is that no act of legislation will be declared void except in a very clear case, or unless the act is unconstitutional beyond all reasonable doubt (Calder v. Bull, 3 Dall. 386, 399,
(1798)). Sometimes this rule is expressed in another way, in the formula that an act of Congress or a State Legislature is presumed to be constitutional until proved otherwise "beyond all reasonable doubt": see Ogden v. Saunders, 12 Wheat. 212
(1827); and other cases ending with Federation of Labor v. McAdory, 325 U.S. 450
(1945); see also The Attorney-General v. Ibrahim 1964 C.L.R. 195. Another maxim of constitutional interpretation is that the Courts are concerned only with the constitutionality of legislation and not with its motives, policy or wisdom, or with its concurrence with natural justice, fundamental principles of government or spirit of the Constitution: see Watson v. Buck, 313 U.S. 387
(1941). As was said by Mr. Justice Roberts in Nebbia v. New York, 291 U.S. 502
(1933); 78 Law. ed. 940, at page 957, "with the wisdom of the policy adopted, with the adequacy or practicability of the law enacted to forward it, the Courts are both incompetent and unauthorised to deal. The course of decision in this Court exhibits a firm adherence to these principles. Times without number we have said that the legislature is primarily the judge of the necessity of such an enactment, that every possible presumption is in favour of its validity, and that though the Court may hold views inconsistent with the wisdom of the law, it may not be annulled unless palpably in excess of legislative power". It is a cardinal principle that if at all possible the Courts will construe the statute so as to bring it within the law of the Constitution: United States v. C.I.O., 335 U.S. 106
(1948); Miller v. United States, 11 Wall. 268
(1871). The judicial power does not extend to the determination of abstract questions: Ashwander v. Tennessee Valley Authority 297 U.S. 288
(1935); 80 Law. ed.
  1. "It is not the habit of the court to decide questions of a constitutional nature unless absolutely necessary to a decision of the case": Burton v. United States, 196 U.S. 283, 295; 49 Law. ed. 482, 485, 25 S. Ct.
  2. The Court will not "formulate a rule of constitutional law broader than is required by the precise facts to which it is to be applied": Liverpool, N. Y. & P.S.S. Co. v. Emigration Comrs. 113 U.S.33; 28 Law. ed. 899, 5 S. Ct.
  3. In cases involving statutes, portions of which are valid and other portions invalid, the Courts will separate the valid from the invalid and throw out only the latter unless such portions are inextricably connected: Polloock v. Farmers' Loan and Trust Company, 158 U.S. 601, 635
(1895). Στην Μαυρογένης ν. Βουλής κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339 υποδείχτηκε ότι: «Η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα.» (Βλ επίσης Ανδρέα Οικονόμου ν. Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ) μέσω του Προέδρου αυτού
(2002)3 Α. Α. Δ. 676) Επιπρόσθετα, από την απόφαση στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία v. Π. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196, σημειώνονται και τα ακόλουθα: «Η συνταγματικότητα νόμου συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας. Η πραγματικότητα αυτή αναγνωρίστηκε στην The Improvement Board of Eyienja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R., 167. To δικαστήριο υπέδειξε ότι η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνον μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν. Στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1)
(2000)3 Α.Α.Δ. 157 λέχθηκαν τα εξής: «Η εξουσία αποκήρυξης νόμου ως αντισυνταγματικού εκτείνεται, σύμφωνα με το Άρθρο 140.1 του Συντάγματος, στο σύνολο του νόμου ή μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένη διάταξη του. Η αντισυνταγματικότητα διάταξης ή διατάξεων του νόμου συμπαρασύρει και το υπόλοιπο μέρος του, εάν η νομοθεσία αποτελεί ενιαίο σύνολο. Έχει αυτό το χαρακτηριστικό οποτεδήποτε οι πρόνοιες του νόμου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, οπόταν δε χωρεί διάσπασή τους - (βλ. Pres. Of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 1724. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 2165).» Στην υπό συζήτηση περίπτωση, η πλευρά των Αιτητών-Εφεσειόντων προσβάλλει ως αντισυνταγματικό, ολόκληρο το μέρος VIA του Νόμου 9/1965, ως έχει εισαχθεί στο σχετικό νομοθέτημα με τον τροποποιητικό Νόμο 142(Ι)/2014 και τροποποιηθεί με το Νόμο 87
(1)/2018. Παρά την ομολογουμένως κατ' αρχήν γενικότητα της προβολής του ζητήματος, με δεδομένο ότι οι πρόνοιες του συγκεκριμένου μέρους του νόμου - όπως ταυτόχρονα έχουν ενσωματωθεί σε αυτόν - φαίνονται να διαπλέκονται και να αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο, άρρηκτα συνδεδεμένο μεταξύ του, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι προσδιορίζονται με ακρίβεια τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα που κατά την θέση των Αιτητών πλήττονται από την εισαγωγή ολόκληρου του συγκεκριμένου μέρους του Νόμου, το Δικαστήριο αισθάνεται ότι έχει τη δυνατότητα να ασχοληθεί επί της ουσίας του ζητήματος. Είναι σαφείς οι εισηγήσεις των Αιτητών σε σχέση με τα εγειρόμενα θέματα, προβαλλόμενες είτε στους λόγους έφεσης, είτε στην ένορκη δήλωση και αγόρευση. Αποτελεί γενική αρχή δικαίου, ότι ένας νόμος δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ. Τούτο είναι δυνατόν μόνο εάν είναι δηλωτικός ή αν αφορά θέματα διαδικαστικά ή απόδειξης. Στις περιπτώσεις δε που ο νομοθέτης επιθυμεί να δώσει αναδρομική ισχύ σε νομοθετικές πρόνοιες, οι οποίες δεν καλύπτονται από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις, θα πρέπει ρητά να αναφέρει τούτο. Κατ' ουσία, υπάρχει τεκμήριο μη αναδρομικότητας στο νόμο, εκτός εάν ο νομοθέτης θεσπίσει νομοθετήματα όπως τα πιο πάνω ή εάν αναφέρει τούτο με ρητή πρόνοια (βλ. Σάντης ν. Interfund Investments Ltd
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1670). Είμαι της άποψης ότι, με την εισαγωγή του μέρους VIA στο σχετικό νομοθέτημα, δεν υπήρξε οποιαδήποτε αλλοίωση ή επέμβαση στην περιουσία των Αιτητών. Ούτε βέβαια στο δικαίωμά τους ελεύθερα να συνάπτουν συμφωνίες και να οργανώνουν τις επαγγελματικές/επιχειρηματικές της δραστηριότητες. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως έχει ήδη σημειωθεί, η Αιτήτρια εταιρεία κάνοντας προφανώς χρήση των αναφαίρετων πιο πάνω δικαιωμάτων της, διάθεσε τη συγκεκριμένη ακίνητή της περιουσία, παραχωρώντας την μέσω της Δήλωσης Υποθήκης Υ14993/2007 και της σχετικής Σύμβασης Υποθήκης, ως ενυπόθηκη εγγύηση προς εξασφάλιση της εφεσίβλητης τράπεζας, για την παραχώρηση από την τελευταία συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων. Ό,τι ρυθμίζεται μέσω της συγκεκριμένης τροποποίησης, είναι θέματα διαδικασίας που άπτονται της μεθόδου αξιοποίησης του από μακρού χρόνου ενυπόθηκου ακινήτου της προς ικανοποίηση της οφειλής. Η ενσωμάτωση των συγκεκριμένων προνοιών στο Νόμο, δεν διαφοροποιεί ούτε επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα του ιδιοκτήτη όπως αυτά είχαν καθοριστεί με την αποδοχή από μέρους του της παραχώρησης του ακινήτου του για εγγραφή υποθήκης προς εξασφάλιση των σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Μέσω τους, προστίθεται ακόμα ένας «διαδικαστικός διάδρομος» για την εκποίηση του ακινήτου, που με την ελεύθερη βούληση του ιδιοκτήτη του έχει ήδη υποθηκευτεί προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων. Πρόκειται για νομοθέτημα που ουσιαστικά αφορά διαδικαστικά ζητήματα, χωρίς να πλήττονται ή να διαφοροποιούνται στην ουσία και τον πυρήνα τους, αναγνωρισμένα από το Σύνταγμα και το Νόμο δικαιώματα. Είναι σημαντικό εξάλλου να σημειωθεί το γεγονός πως ο Ν.9/1965, πολύ πριν από την τροποποίησή του με τον Τροποποιητικό Νόμο 142(Ι)/2014 και την ενσωμάτωση, μεταξύ άλλων, του μέρους VIA σε αυτόν, προνοούσε και έδιδε το δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, ακόμη και πριν ή χωρίς την εξασφάλιση δικαστικής απόφασης. Στη βάση δε της ισχύουσας Νομοθεσίας και Κανονισμών (βλ. Μέρος V του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, (Κεφ.6) και τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (περιορισμός πωλήσεων) Νόμο του 2002 (Ν. 88(I)/2002)), τέτοια πώληση μπορούσε στο τέλος να πραγματοποιηθεί, είτε στο ύψος επιφυλαχθείσας τιμής, είτε τελικά χωρίς να εξασφαλιστεί η επιφυλαχθείσα τιμή, για τον καθορισμό της οποίας μπορούσαν, ούτως ή άλλως να αξιοποιηθούν και ιδιώτες εκτιμητές. Οι εφεσείοντες δηλαδή, ευθύς εξ αρχής συνομολόγησαν, γνώριζαν, και προφανώς αποδέχονταν τη δυνατότητα της τράπεζας να προβεί σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου αν το επιθυμεί και απευθείας, χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση προς την ίδια. Υπό το σύνολο όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνολικά θεωρούμενων με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η εισαγωγή του συγκεκριμένου μέρους του Νόμου, δεν επιδρά καθ' οιονδήποτε τρόπο αρνητικά στην απόλαυση των προβαλλόμενων Συνταγματικών δικαιωμάτων των Αιτητών, κατά τρόπο που θα επέβαλλε την παρέμβαση του Δικαστηρίου. Παράλληλα δε, παρέχεται η ευχέρεια σε κάθε περίπτωση, και εφόσον πληρούνται οι αναφερόμενες προϋποθέσεις, ή κάποια εξ αυτών, ο ενυπόθηκος οφειλέτης να αποταθεί στο Δικαστήριο προς αμφισβήτηση της διαδικασίας. Είναι η άποψή μου ότι οι πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας δεν μπορεί να κριθούν ότι προσκρούουν στις αναφερόμενες Συνταγματικές διατάξεις. Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω, παραμένει να αναφερθώ στην ύπαρξη και εκκρεμότητα αγωγής εκ μέρους των Αιτητών. Η ύπαρξη τέτοιας αγωγής δεν αποτελεί λόγο παραμερισμού της Ειδοποίησης ΙΑ από χρονικό σημείο πριν την εν λόγω Ειδοποίηση. Δεν υφίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, η ύπαρξη του οποίου αποτελεί πλέον τέτοιο λόγο παραμερισμού. Κατά συνέπεια, αναπόφευκτη παραμένει η κατάληξη ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε από τους αναφερόμενους στο άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου λόγους. Στη βάση των ως άνω, καταλήγω ότι ουδείς από τους εγειρόμενους λόγους έφεσης μπορεί να επιτύχει και κατά συνέπεια η παρούσα Αίτηση-Έφεση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] .............. Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.