← Κύπρος

ΜΑΡΟΥΛΛΗ κ.α. ν. SOCIETE GENERALE BANK - CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής: 3256/2018, 7/12/2018

ΜΑΡΟΥΛΛΗ κ.α. ν. SOCIETE GENERALE BANK - CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής: 3256/2018, 7/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A607 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3256/2018 Μεταξύ:

  1. χχχχ ΜΑΡΟΥΛΛΗ
  2. χχχχ ΠΙΤΤΑΡΑ Εναγόντων και SOCIETE GENERALE BANK - CYPRUS LTD Εναγομένων ------------- Μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 27.11.2018 Ημερομηνία 7.12.2018 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Π. Δημητριάδης με κο Αλ. Δημητριάδη για Κώστας Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. -------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 27.11.2018 αξιώνοντας τις θεραπείες που αναφέρονται στις παραγράφους Α έως Ε αυτού. Ταυτόχρονα καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση, ορισθείσα στις 29.11.2018, ζητώντας την έκδοση μονομερώς των ακόλουθων διαταγμάτων: «Α. Διάταγμα που να απαγορεύει την Εναγόμενη, είτε απευθείας είτε μέσω των αξιωματούχων, υπαλλήλων ή αντιπροσώπων της, από το να πωλήσει ή εκπλειστηριάσει το ακίνητο με αριθμό εγγραφής χχχχ, ΦΙ Σχ. χχχχ, Τμήμα χ, Τεμάχιο χχχχ (στο εξής το «Ακίνητο») ή να προχωρήσει με την εκποίηση της Υποθήκης Υχχχχ του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας (στο εξής η «Υποθήκη») δυνάμει του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως ακινήτων Νόμου του 1965 μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται οποιαδήποτε άλλη ή περαιτέρω διαδικασία εκποίησης της Υποθήκης ή σκοπούσα στον πλειστηριασμό του Ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως ακινήτων Νόμου του 1965 μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Κατά την εξέταση της αίτησης, στις 29.11.2018 εξέφρασα στον συνήγορο των Αιτητών τον προβληματισμό μου για την ικανοποίηση της προϋπόθεσης του κατ' επείγοντος ώστε να μπορεί να εκδοθούν μονομερώς τα αιτούμενα διατάγματα. Ζητήθηκε από το συνήγορο το δικαίωμα να αγορεύσει προς υποστήριξη της αίτησης καθώς επίσης άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σχετικά με το τι μεσολάβησε μεταξύ των ειδοποιήσεων. Η άδεια αυτή δόθηκε και η αίτηση ορίστηκε στις 3.12.2018 για την αγόρευση του συνηγόρου. Στις 29.11.2018 καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Ενάγοντα
  3. Συνοπτικά αναφέρεται ότι το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης προβάλλει τους ισχυρισμούς ότι οι Ενάγοντες υποθήκευσαν το αναφερόμενο στην αίτηση ακίνητο προς όφελος των Εναγομένων και ενώ είναι σε εκκρεμότητα οι Αγωγές 3327/2011 και 8461/2011 που το αφορούν, οι Εναγόμενοι προβαίνουν σε διαδικασία πλειστηριασμού του δυνάμει του Μέρος VIA του Νόμου 9/
  4. Οι Ενάγοντες αμφισβητούν τις εν λόγω αγωγές στη βάση των υπερασπίσεων τους. Κατά τον Ιούλιο και Σεπτέμβριο 2017, οι Ενάγοντες έλαβαν τις αρχικές ειδοποιήσεις για τη διαδικασία πλειστηριασμού στις οποίες αντέδρασαν με επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 22.9.2017 προβάλλοντας αφενός την εκκρεμότητα των αγωγών και αμφισβητώντας το δικαίωμα των Εναγομένων να προχωρούν με τη διαδικασία εκποίησης και αφετέρου ενημερώνοντας τους Εναγόμενους ότι σε τυχόν άλλη ειδοποίηση θα καταχωρείτο αίτηση παραμερισμού της. Μεσολάβησε επίσης και πρόταση διευθέτησης και παρά το ότι οι υποθέσεις δεν διευθετήθηκαν, η μη αποστολή άλλης ειδοποίησης, έδωσε την εντύπωση ότι ενόσω εκκρεμούσαν οι αγωγές, οι Εναγόμενοι δεν θα προχωρούσαν προς εκποίηση της υποθήκης. Στις 15.11.2018 στάληκε η ειδοποίηση κατά τον Τύπο ΙΑ και ενόψει των λόγων έφεσης που προβλέπει ο Νόμος αλλά και του περιορισμένου χρόνου για καταχώρηση έφεσης (30 ημέρες), οι Ενάγοντες θεωρούν ότι θα πρέπει να εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα μονομερώς ώστε να έχουν λόγο καταχώρησης έφεσης. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα βάσει του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, [βλέπε, μεταξύ άλλων, Acropol Shipping Co. Ltd & other v. Rossis

(1975)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Μακρυγιώργου κ.α.
(1978)1 C.L.R. 585, Μ. & Μ. Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων Λεμεσού Λτδ
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557]. Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία.
(1)Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
(2)Να εμφανίζεται πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
(3)Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή να διατηρήσει ένα διάταγμα, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Bacardi v. Vinco, Π.Ε. 9295, ημερ. 18.7.1996. Το σημαντικό όμως υπόβαθρο το οποίο θα προσδώσει τη δυνατότητα έκδοσης διαταγμάτων μονομερώς είναι η πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Το θέμα όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola ν. Χρίστου, Π.Ε. 9610, ημερ. 31.3.1998, είναι ότι η έκδοση διατάγματος ex-parte συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την ευκαιρία στον αντίδικο να ακουστεί. Το θέμα του κατ' επείγοντος αναλύθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Vraets, Π.Ε. 10244, ημερ. 28.9.1999, όπου με σαφήνεια τονίστηκε ότι αν δεν καταδειχθούν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6 ελλείπει δικαιοδοτικός όρος που να προσδίδει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα ex-parte. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την εταιρεία Quantum Telecommunications Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 901: «Με αφορμή όμως το θέμα αυτό, θα ήθελα, κλείνοντας, να επαναλάβω ορισμένες παρατηρήσεις που είχα την ευκαιρία να εκφράσω αλλού (ίδε In Re Αραβή
(1999)1 ΑΛΛ. 1, In Re Βούρου
(2003)1 Α.Δ.Δ. 1176). Η έκδοση διατάγματος ex parte δεν πρέπει να είναι ο κανόνας, ούτε καν το σύνηθες, αλλά ούτε και η εξαίρεση, παρά μόνο η σπάνια εξαίρεση. Και τούτο διότι όχι μόνο, στο επίπεδο αρχών, συνιστά παρέκκλιση (αναγκαία όντως σε πολύ ειδικές περιπτώσεις) από τον κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, αλλά και διότι, στο επίπεδο της εύρυθμης απονομής της δικαιοσύνης δημιουργεί περιπλοκές και καθυστερήσεις στη διαδικασία, ιδιαίτερα αν το εκδιδόμενο διάταγμα δεν ορίζεται πολύ σύντομα για ακρόαση. Πολύ πιο απλό και ωφέλιμο για το Δικαστήριο να ορίσει την ex parte αίτηση για ακρόαση σε λίγες μέρες αφού αυτή επιδοθεί και σε κάθε επηρεαζόμενο και έτσι να αποφανθεί τελεσίδικα». Το άρθρο 9 του Κεφ. 6 προνοεί ότι κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατ' επείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο. Πρέπει να λεχθεί ότι κατά την αγόρευση του, ο κ. Δημητριάδης ανέφερε στο Δικαστήριο ότι μετά την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, οι Ενάγοντες εντόπισαν ειδοποιήσεις Τύπου Ι που αποστάληκαν αναφορικά με την επίδικη υποθήκη κατά τον Ιανουάριο 2018. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι από τον Ιούλιο 2018 (13.7.2018) με την τροποποίηση του Μέρους VIA του Νόμου 9/65 από το Νόμο 87
(1)/2018, κατέστη λόγος έφεσης η ύπαρξη απαγορευτικού διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/
  1. Επομένως, με δεδομένο ότι οι αναφερόμενες αγωγές ήταν σε εκκρεμότητα, ήταν καθόλα πρόσφορο στους Ενάγοντες να αναζητήσουν τέτοια θεραπεία εγκαίρως και στο πλαίσιο αυτών. Δεν αρκεί, κατά την άποψη μου η αναφορά ότι η μη επίδοση άλλης ειδοποίησης έδωσε στους Ενάγοντες την εντύπωση ότι ενόσω εκκρεμούσαν οι αγωγές, οι Εναγόμενοι δεν θα προχωρούσαν με εκποίηση της υποθήκης. Οι Ενάγοντες είχαν ήδη ενημερώσει τους δικηγόρους τους και είχαν επίσης υπόψη τους τη μη ύπαρξη διευθέτησης με τους Εναγόμενους. Η δε εντύπωση που κατ' ισχυρισμόν είχαν, σαφώς ανατρέπεται από το γεγονός ότι κατά τον Ιανουάριο 2018, οι Εναγόμενοι μέσω της ειδοποίησης κατά τον Τύπο Ι, έδειξαν την πρόθεση τους να προωθήσουν τη διαδικασία εκποίησης. Αντί λοιπόν οι Ενάγοντες, από το χρόνο της τροποποίησης του Νόμου 9/65, να αποταθούν στο Δικαστήριο με τον ορθό τρόπο, ουδέν έπραξαν αφήνοντας το χρόνο να παρέλθει. Ακόμη δε και μετά την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο ΙΑ, αφέθηκε χρονικό διάστημα πέραν των δέκα ημερών να παρέλθει, ενώ τα στοιχεία ήταν ήδη γνωστά με αποτέλεσμα να θέσουν το Δικαστήριο προ τετελεσμένων προς εξασφάλιση μονομερώς ενός διατάγματος, η λήψη του οποίου από μόνη της, παρέχει λόγο έφεσης στους Ενάγοντες. Είμαι της άποψης ότι, με βάση όλα τα ενώπιον μου στοιχεία, το άρθρο 9 του Κεφ. 6 δεν ικανοποιείται και συνεπώς ελλείπει δικαιοδοτικός όρος που να προσδίδει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε από τα αιτούμενα διατάγματα μονομερώς. Ελλείπει τόσο το στοιχείο του κατ' επείγοντος αλλά επίσης δεν υφίσταται οτιδήποτε που να μπορούσε να αποτελέσει ιδιαίτερες περιστάσεις υπό το φως των όσων έχω αναλύσει ανωτέρω. Παρόλο που τα ως άνω καθορίζουν την τύχη της παρούσας αίτησης, για σκοπούς πληρότητας, θεωρώ ορθό να αναφέρω και τα εξής. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, η ειδοποίηση κατά τον Τύπο ΙΑ μπορεί να προσβληθεί με Έφεση στη βάση συγκεκριμένων λόγων. Παρά αυτή την πρόνοια, οι Ενάγοντες, με την παρούσα αγωγή πράττουν το ίδιο πράγμα, μέσω αγωγής, στη βάση κατ' ισχυρισμόν παράβασης συνταγματικού δικαιώματος, δηλαδή προσβάλλουν τη συνταγματικότητα του Νόμου με απώτερο σκοπό να εξασφαλίσουν προσωρινό διάταγμα για να αποκτήσουν λόγο έφεσης σε έφεση. Αν το ζητούμενο είναι η υποστήριξη αντισυνταγματικότητας του Νόμου, κάτι τέτοιο θα μπορούσαν να πράξουν στο πλαίσιο της έφεσης. Αν δε, το ζητούμενο είναι η αμφισβήτηση του δικαιώματος των Εναγομένων στην υποθήκη, κάτι τέτοιο θα μπορούσαν να πράξουν με τον κατάλληλο τρόπο στις εκκρεμούσες αγωγές. Το να εγείρεται αγωγή για κάτι που ο Νόμος προνοεί έγερση έφεσης δεν είναι επιτρεπτό. Επομένως, κακώς οι Ενάγοντες αποτάθηκαν στο Δικαστήριο μέσω αγωγής και όχι έφεσης σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου 9/
  2. Αυτό σαφώς επηρεάζει δυσμενώς τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
  3. Στη βάση όλων των ως άνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............ Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.