Τάσος Δημητρίου & Υιοι Λτδ ν. Χριστοφόρου, Αρ. Αγωγής 5165/2016, 7/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A608 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5165/2016 Μεταξύ : Τάσος Δημητρίου & Υιοι Λτδ Ενάγουσας -και- XXX Χριστοφόρου Εναγομένου Ημερομηνία : 7 Δεκεμβρίου, 2018 Εμφανίσεις Για την Ενάγουσα : κα. Χ' Ιωσήφ για Μ. Ιακώβου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για την Εναγόμενο : κ. Μ. Μούρος ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου για υπόλοιπο πωληθέντων και παραδοθέντων εμπορευμάτων. Η υπό κρίση αγωγή, με την καταχώρησή της, ταξινομήθηκε ως ταχείας εκδίκασης με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 θ.6, φέροντας την ανάλογη ένδειξη. Συνακόλουθα η διαδικασία διεξήχθη με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 θ. 5,6 και 7 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών που προνοούν για διαδικασία ταχείας εκδίκασης. Οι διάδικοι καταχώρησαν την έγγραφη μαρτυρία τους, υπό τύπο ένορκης δήλωσης, και οι συνήγοροι περιορίστηκαν σε αγορεύσεις χωρίς να κάνουν χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης που προνοεί η Δ.30 θ 7. Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ
- Η Ενάγουσα ισχυρίστηκε στην Έκθεση Απαίτησής της ότι ο Εναγόμενος περί τις 25.10.2015 αγόρασε εμπορεύματα αξίας €805,85 και προς τούτο εκδόθηκαν δύο τιμολόγια, τα οποία υπέγραψε ο Εναγόμενος. Ήταν ρητός όρος επί των επίδικων τιμολογίων ότι σε περίπτωση καθυστέρησης εξόφλησης του υπολοίπου πέραν των τριάντα ημερών το υπόλοιπο θα έφερε τόκο προς 9% ετησίως. Ο Εναγόμενος στην Έκθεση Υπεράσπισής του παραδέχθηκε μόνο ότι παρέλαβε τα επίδικα προϊόντα-υλικά οικοδομής, πλην όμως ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα τον είχε υπερχρεώσει στο παρελθόν. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι είναι παραδεκτή η παράδοση των προϊόντων που αντιπροσωπεύουν τα δυο τιμολόγια και επίδικο θέμα είναι το κατά πόσο ο Εναγόμενος προέβη σε υπερπληρωμές, οι οποίες καλύπτουν το ποσό των δυο επίδικων τιμολογίων. Μαρτυρία Για την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσε μαρτυρία ο XXX Δημητρίου ΜΕ1, διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας. Ο ΜΕ1 κατέθεσε πιστοποιητικό έρευνας από τον Έφορο Εταιρειών σχετικά με τους Αξιωματούχους της Ενάγουσας, ως Τεκμήριο
- Περαιτέρω κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 και 3 τα τιμολόγια υπ' αριθμόν 16807 και 16808 αντίστοιχα. Δήλωσε ότι είναι ο ίδιος που εξέδωσε τα δυο επίδικα τιμολόγια. Απέρριψε τη θέση του Εναγόμενου ότι στο παρελθόν η Ενάγουσα υπερχρέωσε τον Εναγόμενο. Στον αντίποδα, για την πλευρά του Εναγόμενου, κατέθεσε γραπτή μαρτυρία ο ίδιος ο Εναγόμενος ΜΥ
- ο ΜΥ1 δήλωσε ότι αρχικά είχε συνεργασία με την Ενάγουσα από το έτος
- Τέλος του 2013, όπως δήλωσε, του έμεινε σίδηρος βάρους 700 kg και παρακάλεσε την Ενάγουσα να τον λάβει πίσω. Όταν τον επέστρεψε, η Ενάγουσα του ανέφερε ότι θα τον πίστωνε με το ποσό των € 490 αλλά τελικά δεν έγινε καμία πίστωση. Τότε αντιλήφθηκε ότι η Ενάγουσα τον υπερχρέωνε. Όταν αντιλήφτηκε τα πιο πάνω ζήτησε από την Ενάγουσα να τον προμηθεύσει με τα σχετικά τιμολόγια των συναλλαγών. Μετά από μεγάλο διάστημα περί το έτος 2015 η Ενάγουσα τον προμήθευσε με μέρος των σχετικών τιμολογίων, τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο Α. Από μελέτη των σχετικών τιμολογίων διαπίστωσε ότι η Ενάγουσα τον χρέωνε με 19% Φ.Π.Α. Ο ίδιος ζήτησε πίσω τα λεφτά του πλην όμως ο διευθυντής της Ενάγουσας αρνήθηκε. Κατέθεσε τέλος ως Τεκμήριο Β τιμολόγια και αποδείξεις σε σχέση με την κατασκευή της βάσης του σπιτιού και της κατασκευής των κεραμιδιών. Εισηγήσεις των Διαδίκων Μετά την καταχώρηση της έγγραφης μαρτυρίας των διαδίκων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροί τους με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους. Η κα Χ' Ιωσήφ εισηγήθηκε ότι η Ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει την απαίτησή της εναντίον του Εναγόμενου. Στον αντίποδα, ο κ. Μούρος, εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία της Ενάγουσας ήταν πτωχή και αναξιόπιστη σε αντίθεση με τη μαρτυρία του Εναγομένου, η οποία καταδεικνύει ότι ουδέν ποσό οφείλει. Αξιολόγηση Μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, στη βάση πάντοτε των δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.
- Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:C35, Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Η ιδιαιτερότητα της διαδικασίας υπό τη νέα Διαταγή 30 έγκειται στο ότι η μαρτυρία κατατίθεται γραπτώς και οι μάρτυρες δεν δίδουν προφορική μαρτυρία στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ώστε το δικαστήριο να μπορεί να αξιολογήσει την εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, τις αντιδράσεις του, φυσικές ή αφύσικες, ή τον τρόπο που απαντά. Το γεγονός, όμως, ότι οι μάρτυρες σε παρόμοιας φύσης διαδικασίες, δεν καταθέτουν στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης δεν οδηγεί σε χαλάρωση τους κανόνες που αφορούν την αποδοχή και αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας, οι οποίοι συνεχίζουν να ισχύουν κανονικά. Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με την αξιολόγηση της σχετικής μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ
- Η μαρτυρία του ΜΕ1 ήταν σαφής και πειστική. Η μαρτυρία του συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, οι οποίοι έγιναν παραδεκτοί από τον Εναγόμενο. Συγκεκριμένα ο ΜΕ1 κατέθεσε τα δυο τιμολόγια, τα οποία είναι παραδεκτό ότι υπογράφηκαν από τον Εναγόμενο. Παραδεκτό γεγονός επίσης είναι και παράδοση και αγορά των προϊόντων που αυτά περιγράφουν. Η θέση του ότι η Ενάγουσα δεν υπερχρέωσε σε προηγούμενα τιμολόγια τον Εναγόμενο δεν έχει αντικρουστεί, αφού δεν έχει κατατεθεί οποιοδήποτε τιμολόγιο, ώστε να αξιολογηθεί η όποια θέση περί υπερχρεώσεων σε προηγούμενα τιμολόγια. Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ1 για σκοπούς συναγωγής ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ
- Η μαρτυρία του ΜΥ1, δεν υποστηρίζεται από την έγγραφη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, στερείται πειστικότητας και αφίσταται της λογικής. Συγκεκριμένα, η θέση του περί υπερχρεώσεων στα τιμολόγια προηγούμενων ετών δεν υποστηρίζεται από την ενώπιόν μου έγγραφη μαρτυρία, αφού ο ίδιος δεν κατέθεσε οποιοδήποτε τιμολόγιο της Ενάγουσας αλλά αποδείξεις πληρωμής. Περαιτέρω το γεγονός της αδιαμαρτύρητης πληρωμής ποσών, ως μαρτυρούν οι αποδείξεις που ο ίδιος κατέθεσε, αποδυναμώνον τον ισχυρισμό του περί υπερχρεώσεων. Επιπλέον γεννούν το εύλογο ερώτημα του γιατί ενώ υφίσταντο υπερχρεώσεις, αυτός ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε, αφού πλείστες εκ των αποδείξεων αφορούν το έτος 2015, έτος που κατ' ισχυρισμόν του ιδίου έλαβε γνώση της ύπαρξης υπερχρεώσεων. Περαιτέρω, η κατ' ισχυρισμόν υπερχρέωση, όπως προσδιορίστηκε από τον ίδιο, αφορά τη χρέωση Φ.Π.Α., ενέργεια εκ του Νόμου επιβαλλόμενη. Εφόσον, δεν υφίσταται μαρτυρία ότι η συμφωνία αφορούσε πώληση προϊόντων σε τιμή που θα περιελάμβανε το Φ.Π.Α., δεν μπορεί να γίνει δεκτή θέση του ότι η χρέωση Φ.Π.Α. μπορεί να συνιστά υπερχρέωση. Περαιτέρω από τα Τεκμήρια 2 και 3 προκύπτει ότι και αυτά φέρουν Φ.Π.Α. Θα ανέμενε κανείς πως ο Εναγόμενος θα αντιδρούσε σε μια τέτοια ενέργεια, εάν όντως τη θεωρούσε υπερχρέωση, και δε θα υπέγραφε αδιαμαρτύρητα τα επίδικα τιμολόγια. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΥ1 για σκοπούς συναγωγής ευρημάτων. Ευρήματα Στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών και της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στο ότι η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος είχαν δοσοληψίες στα πλαίσια των οποίων εκδόθηκαν τα δύο επίδικα τιμολόγια. Τα δύο τιμολόγια συμπληρώθηκαν από τον ΜΕ1 και υπογράφηκαν από τον Εναγόμενο. Τα εμπορεύματα, τα οποία αφορούσαν τα δύο τιμολόγια, παραλήφθηκαν από τον Εναγόμενο. Ήταν ρητός όρος των πιο πάνω τιμολογίων ότι σε περίπτωση μη εξόφλησής τους, εντός 30 ημερών από την έκδοσή τους, αυτά θα έφεραν τόκο προς 9 % ετησίως. Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης φέρει η Ενάγουσα, η οποία οφείλει να αποδείξει τους ισχυρισμούς της στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Baloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ.ά ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Τονίζεται ότι, όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Ταυτόχρονα, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 , μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κύπρος Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd Π.Ε 477/11 ημερομηνίας 15.12.2016, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Συνεπώς το Δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο εκάτερος των διαδίκων πέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαραίνει, μόνο με βάση τη μαρτυρία που έχει δεχθεί ως αξιόπιστη. Ασφαλώς, όπως είναι καλά νομολογημένο, τα τιμολόγια από μόνα τους δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική αξία αλλά συνεκτιμούνται με το σύνολο της μαρτυρίας. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Palatino Development Ltd v Telectronics Com. Ltd
(2002)1 B A.A.Δ. 962, Παναγιώτης Μαστρής Λτδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 728 και A. L. Mantovani & Sons Ltd. v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156. Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση στην υπόθεση Θεοδώρου Θεόδωρος v. Χριστάκη Χ. Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1492, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Το τιμολόγιο δε συνιστά μαρτυρία για την εργασία η οποία έγινε, αλλά σημείωση γι'αυτή, η οποία συναρτάται με τη γνώση του γράφοντος γι'αυτά που κατέγραψε. Ως φαίνεται, το Δικαστήριο εξίσωσε το τιμολόγιο, με συμφωνία, από την οποία απορρέει η υποχρέωση για την οφειλή.» Τα τιμολόγια, όμως, συνεκτιμημένα με το σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα με την περίπτωση, δύνανται να θεωρηθούν ως ο έγγραφος λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η απόφαση Γεώργιος Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ.
- Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ως παραδεκτό γεγονός από τα δικόγραφα ότι τα προϊόντα που καταγράφονται στα επίδικα τιμολόγια όντως παραδόθηκαν στον Εναγόμενο. Επιπρόσθετα, προκύπτει ότι ο Εναγόμενος αποδέχθηκε και υπέγραψε τα επίδικα τιμολόγια αδιαμαρτύρητα. Το γεγονός της αδιαμαρτύρητης παραλαβής και υπογραφής των επιδίκων τιμολογίων επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ως προς την αξία των επίδικων προϊόντων. 'Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, στην υπό κρίση υπόθεση, τα επίδικα τιμολόγια μπορούν να θεωρηθούν ως ο έγγραφος λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων, με αναφορά στη χρέωση και την τιμή. Σχετική είναι η απόφαση Τσαππή (ανωτέρω). Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι η Ενάγουσα έχει προσάξει ικανή και επαρκή μαρτυρία, ικανοποιώντας το νομικό πρωταρχικό βάρος που είχε ( Legal Burden of Proof), για την αξίωσή της. Επιδίκαση Τόκου Πέραν όμως από την επιδίκαση του ποσού των τιμολογίων η Ενάγουσα αξιοί και την επιδίκαση Τόκου προς 9 % επί του υπολοίπου των επίδικων τιμολόγιων από 26.11.
- Ως προς το ζήτημα επιδίκασης τόκου ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου Τζιαρζάζη ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1Α Α.Α.Δ. 627, όπου κρίθηκαν τα ακόλουθα: «... ... εκτός όπου υπάρχει ρητή πρόνοια σε συγκεκριμένο νόμο ή στη μεταξύ των μερών συμφωνία για πληρωμή τόκου, τέτοια υποχρέωση δεν προκύπτει. Ο τόκος δεν θεωρείται προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη συμφωνίας, εκτός αν προβλέπεται ειδικά στη σύμβαση ή κατά πάγια πρακτική των συναλλαγών εξυπακούεται, και σ΄ αυτή την τελευταία περίπτωση εφόσον ο ενάγοντας υποχρεώθηκε να πληρώσει τόκους στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη πηγή.» Σχετική επίσης είναι η απόφαση Δρυάδης κ.ά. ν. Καλησπέρα
(1998)1(Β) Α.Α.Δ.
- Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει σαφώς ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε αδιαμαρτύρητα τα Τεκμήρια 1 και 2, στα οποία περιέχετο όρος για καταβολή τόκου ύψους 9% σε περίπτωση μη πληρωμής τους εντός 30 ημερών από την έκδοσή του. Συνεπώς, κρίνω ότι η Ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει ότι υπήρχε ρητή πρόνοια στη συμφωνία των μερών για καταβολή του συγκεκριμένου ποσοστού επιτοκίου. Υπό το φως των ανωτέρω κρίνω ότι η Ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή του στον απαιτούμενο βαθμό. Κατάληξη Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των € 805,85 με τόκο προς 9 % από 26.11.
- Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου, όπως υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............... Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο