← Κύπρος

IPM Informed Portofolio Management AB ν. Dacom Ltd, Γενική Αίτηση Αρ.: 546/2017, 17/12/2018

IPM Informed Portofolio Management AB ν. Dacom Ltd, Γενική Αίτηση Αρ.: 546/2017, 17/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A620 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση Αρ.: 546/2017 Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1215/2012 για την Διεθνή Δικαιοδοσία την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις Και Αναφορικά με την απόφαση ημερ. 02/12/2016 η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης ΡΜΤ7999-12 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Στοκχόλμης / Δικαστήριο Ευρεσιτεχνίας και Αγοράς μεταξύ της IPM Informed Portofolio Management AB και της Dacom Ltd ------------------------------------------ Ημερομηνία: 17.12.2018 Εμφανίσεις: Για την αιτήτρια: κ. M. Παναγίδης με κ. Π. Σαββίδη για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για την καθ' ης η αίτηση: κ. Χριστοδούλου για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 02.12.2016, το Επαρχιακό Δικαστήριο Στοκχόλμης, (Δικαστήριο Ευρεσιτεχνίας και Αγοράς) στα πλαίσια της υπόθεσης PMT7999-12, απέρριψε την αγωγή που δρομολόγησε η εταιρεία Dacom Ltd σε βάρος της εταιρείας IPM Informed Portfolio Management AB, (πιο κάτω αναφερομένη ως Portfolio) επιδικάζοντας προς όφελος της τελευταίας και σε βάρος της Dacon Ltd, ως δικαστικά έξοδα, το ποσό των 6.203.327 Σουηδικών Κορώνων (€657.787,65 περίπου). Πιστοποιημένο αντίγραφο της ως άνω απόφασης του Σουηδικού δικαστηρίου και επικυρωμένη μετάφραση της στην Αγγλική γλώσσα, κατατέθηκε από την Portfolio στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, με επιστολή της ημερομηνίας 29.03.2017, συνοδευόμενη - δυνάμει του άρθρου 53 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις - με πιστοποιημένη «Βεβαίωση Σχετικά με Απόφαση σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις», ημερ. 27.02.2017 και επικυρωμένη μετάφραση στης στην Ελληνική γλώσσα. Με τη δρομολόγηση της υπό συζήτηση αίτησης, η εταιρεία Dacom Ltd διεκδικεί: «(α) Διάταγμα και/ή απόφαση του δικαστηρίου που να διατάσσει και/ή αποφασίζει όπως η αναγνώριση και/ή η εκτέλεση της απόφασης ημερ. 02/12/2016 η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης ΡΜΤ7999-12 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Στοκχόλμης / Δικαστήριο Ευρεσιτεχνίας και Αγοράς μεταξύ της ΙΡΜ Informed Portfolio Management ΑΒ και της Dacom Ltd (στο εξής η «Απόφαση») μη αναγνωριστεί και/ή ακυρωθεί και/ή απορριφθεί και/ή ανασταλεί αναγνώριση της. (β) Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή απόφαση του δικαστηρίου που ήθελε κρίνει εύλογο υπό τις περιστάσεις. (γ) Τα έξοδα της παρούσης διαδικασίας πλέον ΦΠΑ». Την αίτηση, νομικό υπόβαθρο της οποίας αποτελούν τα άρθρα 1, 2, 36, 38 έως 48 και 53 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/12 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, τα άρθρα 1-6 του Ν.121(Ι)/2000, η Δ.48 θ1-9 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, το άρθρο 14 του Κεφ. 6, το άρθρο 30 του Συντάγματος ως επίσης οι συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου και οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση της XXXXX Παπουή, δικηγόρου στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί την αιτήτρια εταιρεία. Σύμφωνα με την ως άνω ομνύουσα, την 01.09.2017, επιδόθηκε στην αιτήτρια αίτηση εκκαθάρισης η οποία καταχωρήθηκε από την εταιρεία Portfolio, στηριζόμενη η τελευταία στο ποσό που της επιδικάστηκε στην ως άνω απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου της Στοκχόλμης (Δικαστήριο Ευρεσιτεχνίας και Αγοράς) στα πλαίσια της υπόθεσης PMT7999-

  1. Ως εξηγεί, το ως άνω ποσό των 6.203.327 Σουηδικών Κορώνων, (€657.687,65 περίπου) αντιπροσωπεύει δικαστικά έξοδα τα οποία είχαν επιδικαστεί υπέρ της Portfolio και εναντίον της αιτήτριας με την ως άνω απόφαση του Σουηδικού δικαστηρίου. Το γεγονός ότι η ως άνω απόφαση δεν είναι τελεσίδικη, καθ' ότι έχει καταχωρηθεί εναντίον της έφεση, αποτελεί λόγο, ως προκρίνει, για την μη αναγνώριση και/ή μη εκτέλεση της απόφασης και/ή για αναστολή της αναγνώρισης και/ή εκτέλεσής της. Επικαλούμενη παράλληλα πληροφόρηση που δηλώνει ότι έλαβε από του δικηγόρους της αιτήτριας στη Σουηδία, προβάλλει τη θέση ότι η ως άνω απόφαση δεν έχει καταστεί εκτελεστή. Η Portfolio, υποστηρίζει, γνωρίζοντας ότι η μεταξύ τους διαφορά δεν έχει τελεσιδικήσει, καταχρηστικά και κατά τρόπο που αντίκειται στη δημόσια τάξη προωθεί την αίτηση εκκαθάρισης της αιτήτριας, με αποκλειστικό σκοπό να εξασκήσει πίεση στην αιτήτρια για καταβολή του ποσού που αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση. Τον ίδιο στόχο, προσθέτει, εξυπηρετεί και το γεγονός ότι προωθεί την ως άνω αίτηση εκκαθάρισης, ενώ οι πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 δεν εφαρμόζονται σε διαδικασίες εκκαθάρισης. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, υπογραμμίζει, είναι ορατή η πιθανότητα να προκύψει η διάλυση της αιτήτριας με απόφαση των Κυπριακών δικαστηρίων στη βάση της αλλοδαπής απόφασης που θα έχει στο μεταξύ ανατραπεί. Είναι γι' αυτό το λόγο δίκαιο, υποστηρίζει, το δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να αναστείλει την αναγνώριση και/ή εκτέλεση της απόφασης μέχρι να αποφασιστεί η έφεση στη χώρα προέλευσης της. Αποτελεί περαιτέρω θέση της ως άνω ομνύουσας πως στην συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τρόπο που παραβιάζονται τελικά τα συνταγματικά δικαιώματα της αιτήτριας, δεν ακολουθήθηκαν οι πρόνοιες της εγχώριας νομοθεσίας που προνοεί για την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση αποφάσεων αλλοδαπών δικαστηρίων, ήτοι του Ν.121(Ι)/
  2. Καταληκτικά προβάλλει πως η μη επίδοση στην αιτήτρια της βεβαίωσης που προβλέπεται στο άρθρο 53 του Ευρωπαϊκού Κανονισμο\1215/2012, πριν οι εξ αποφάσεως δανειστές προβούν στο πρώτο μέτρο εκτέλεσης, ισοδυναμεί με απόλυτη ακυρότητα της εκτέλεσης. Η εταιρεία Portfolio αντέδρασε στο ως άνω δικονομικό διάβημα της αιτήτριας καταχωρώντας σχετική ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης. Στην ως άνω ένσταση, ως οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί περί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπουν, πέραν από τη νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται προβάλλονται και οι λόγοι επί των οποίων αυτή εδράζεται. Μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα. Ως ειδικότερα προτάσσεται: « 1) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. 2) Η αίτηση είναι νομικά και/ή πραγματικά αβάσιμη και/ή ανυπόστατη και/ή αστήρικτη και/ή η αιτούμενη θεραπεία είναι γενική και/ή αόριστη και/ή πάσχουσα και/ή δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο. 3) Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ή παράτυπη και/ή ελλιπής. 4) Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη». Ο XXXXX Μαυρονικόλας, δικηγόρος στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση, με την ένορκη δήλωσή του που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση, ουσιαστικά επαναλαμβάνει και εξειδικεύει σε κάποιο βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Ανάμεσα σε άλλα, αποτελεί θέση του ότι η ως άνω απόφαση του δικαστηρίου της Στοκχόλμης είναι άμεσα εκτελεστή, παρά το γεγονός ότι έχει καταχωρηθεί έφεση εναντίον της. Απορρίπτοντας τη θέση της αιτήτριας όσον αφορά την εκτελεστότητα της απόφασης, παραθέτει προς τούτο, αυτούσια, σχετική νομική γνωμάτευση. Σουηδών δικηγόρων, στο πλαίσιο της οποίας εξηγείται το Σουηδικό δίκαιο επί του ζητήματος. Το γεγονός ότι η απόφαση είναι άμεσα εκτελεστή στη Σουηδία χωρίς να απαιτείται η εκπλήρωση οποιουδήποτε άλλου όρου και ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή όχι έφεσης, η οποία ως εξηγείται στην ως άνω γνωμάτευση δεν επιφέρει την αυτόματη αναστολή εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης, επιβεβαιώνεται, σημειώνει, πέραν από τη γνωμάτευση των Σουηδών δικηγόρων και από τη σχετική βεβαίωση που εκδόθηκε προς τούτο από τις αρμόδιες Σουηδικές αρχές. Η παράλειψη της αιτήτριας να καταθέσει ως εξασφάλιση στην αρμόδια αρχή της Σουηδίας, ποσό ίσο με το ύψος του εξ αποφάσεως χρέους, εξέλιξη που θα μπορούσε να οδηγήσει στην αναστολή της απόφασης σύμφωνα με το Σουηδικό δίκαιο, καθιστά την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης εκ των πραγμάτων καταχρηστική και κακόπιστη. Η αιτήτρια, συμπληρώνει, μη έχοντας συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του Σουηδικού δικαίου όσον αφορά το ζήτημα της αναστολής της απόφασης που εκδόθηκε σε βάρος της από το Σουηδικό δικαστήριο, ζητά από τα δικαστήρια της Δημοκρατίας να αναστείλουν την εκτέλεση της απόφασης κάτι που δεν ισχύει και ούτε ζητήθηκε στη χώρα προέλευσης της απόφασης. Απορρίπτοντας κατηγορηματικά τη θέση ότι καταχρηστικά προωθήθηκε από την πλευρά της Portfolio η αίτηση εκκαθάρισης της αιτήτριας, σημειώνει παράλληλα πως παρά το γεγονός ότι δεν ήταν αναγκαία η επίδοση σχετικής ειδοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 53 του ως άνω Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 - με δεδομένο ότι η διαδικασία εκκαθάρισης ως και η πλευρά της αιτήτριας ομονοεί, δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης της απόφασης - υποδεικνύει ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση τούτο έγινε μέσω της προηγηθείσας επίδοσης στην αιτήτρια της σχετικής ειδοποίησης για πληρωμή (Demand letter) σύμφωνα τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, χωρίς η αιτήτρια να ανταποκριθεί μέχρι σήμερα. Η αίτηση, καταλήγει, θα πρέπει ούτως ή άλλως να απορριφθεί, αφού η νομική της βάση είναι ελλιπής ενώ και η αιτούμενη θεραπεία είναι αόριστη χωρίς να εξειδικεύει τη διαδικασία της οποίας ζητείται η αναστολή και η ακύρωση. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι των δυο πλευρών με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για το ζήτημα που απασχολεί στην παρούσα. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Με πολλή προσοχή το δικαστήριο έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν ως και άλλες σχετικές με το ζήτημα που εδώ ενδιαφέρει. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο στα πλαίσια της παρούσας όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Ότι κατά προτεραιότητα απασχολεί, είναι η εισήγηση της πλευράς των καθ' ων η αίτηση πως η νομική βάση της υπό συζήτηση αίτησης, ως αυτή προκρίνεται από την πλευρά των αιτητών, «λανθασμένη ή/και παράτυπη ή/και ελλιπής» ως τη χαρακτηρίζει, δεν φαίνεται να παρέχει το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο για την περαιτέρω εξέταση και έγκρισή της, ως επίσης η θέση πως «η αιτούμενη θεραπεία είναι αόριστη και πάσχουσα» καθώς δεν εξειδικεύεται η διαδικασία της οποίας ζητείται η αναστολή και/ή ακύρωση. Δεν χρειάζεται αισθάνομαι να αναφερθούν πολλά. Στη νομική βάση της αίτησης, γίνεται αναφορά και επίκληση, μεταξύ άλλων, πληθώρας άρθρων του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012. Άρθρων που κατά κύριο λόγο εντοπίζονται στο Κεφάλαιο III του Κανονισμού, τα οποία ειδικότερα αναφέρονται και ρυθμίζουν ζητήματα αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενώ έχουν εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η μη συμπερίληψη στη νομική βάση ενός εκ των πολλών άρθρων του ως άνω κανονισμού ως εισηγείται η πλευρά των καθ' ων η αίτηση, (ειδικότερα του άρθρου 51) έχοντας εν πάση περιπτώσει περιληφθεί σε αυτήν όχι μόνο γενικά ο εν λόγω Ευρωπαϊκός Κανονισμός αλλά πληθώρα άρθρων του, μεταξύ των οποίων και άρθρα που ευθέως καλύπτουν το ζήτημα της δυνατότητας προώθησης αίτησης άρνησης αναγνώρισης και εκτέλεσης μιας απόφασης κράτους μέλους, δεν θεωρώ ότι μπορεί να έχει τα καταλυτικά αποτελέσματα που εισηγείται η πλευρά των καθ' ων η αίτηση όσον αφορά την πορεία της αίτησης. Αντίθετα θα απέληγε σε άσκοπη και αντιπαραγωγική τυπολατρία. Ομοίως, παρά το γεγονός ότι η σύνταξη του αιτητικού στο σώμα της αίτησης δεν φαίνεται να είναι η καλύτερη δυνατή, δεν θεωρώ ότι είναι σε τέτοιο βαθμό αόριστη που δεν επιτρέπει την κατανόηση του αντικειμένου της αίτησης. Προβλήθηκε επίσης, τόσο από την πλευρά της αιτήτριας όσο και από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση, ζήτημα κατάχρησης των διαδικασιών. Η μεν πλευρά της αιτήτριας, ως έχει ήδη σημειωθεί, προκρίνει τη θέση ότι η αναγνώριση της Σουηδικής απόφασης ενώ εκκρεμεί έφεση και η προώθηση από την Portfolio αίτησης εκκαθάρισης σε βάρος της, γνωρίζοντας ότι η μεταξύ τους διαφορά δεν έχει τελεσιδικήσει, αποτελεί κατάχρηση των διαδικασιών με σκοπό την άσκηση αθέμιτης πίεσης σε βάρος της. Αντίθετα, η πλευρά της καθ' ης η αίτηση προκρίνει ότι καταχρηστικά και κακόπιστα προωθείται από την πλευρά της αιτήτριας η υπό συζήτηση αίτηση, υποδεικνύοντας ότι η τελευταία επέλεξε να μην ασκήσει το δικαίωμα της να καταθέσει ως εξασφάλιση στην αρμόδια αρχή στη Σουηδία ποσό ίσο με το εξ' αποφάσεως χρέος - συμμορφούμενη με τις απαιτήσεις του Σουηδικού δικαίου - ώστε να ανασταλεί η ισχύς της Σουηδικής απόφασης εκκρεμούσης της έφεσης. Καταχρηστικά συμπεριφερόμενη και επιχειρώντας να παρακάμψει τις πρόνοιες και απαιτήσεις του Σουηδικού δικαίου, προσθέτει, ζητά ουσιαστικά από τα δικαστήρια της Δημοκρατίας θεραπεία που επέλεξε να μην ζητήσει από τη χώρα έκδοσης της απόφασης. Αδιαμφισβήτητη είναι η σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του δικαστηρίου να ανακόψει και να καταστείλει, τη δεδομένη στιγμή, διαδικασίες οι οποίες καταχρηστικά προωθούνται ενώπιον του. (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 AAΔ 217). Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί από τον σεβαστό Δικαστή Καλλή, στην υπόθεση Loucos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμπ. Πλ. και Ντάιγκ Κο, Λτδ,
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1014, η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ανάλογα ευρεία είναι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Ομοίως, ο λόρδος Diplock, στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another
(1981)3 All E.R. 727, σε σχέση με τις διάφορες μορφές που μπορεί να λάβει η κατάχρηση της διαδικασίας και τη συνακόλουθη εξουσία του δικαστηρίου ανάλογα να παρεμβαίνει, υπέδειξε στη σελ 729 του τόμου που αυτή βρίσκεται δημοσιευμένη, ότι: «It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power.» Σύμφωνα με το άρθρο 36 του άνω Ευρωπαϊκού Κανονισμού, απόφαση η οποία έχει εκδοθεί σε ένα κράτος μέλος αναγνωρίζεται στα υπόλοιπα κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικασία. Ως δε προστίθεται στο αμέσως επόμενο άρθρο του εν λόγω Κανονισμού, διάδικος που επιθυμεί να επικαλεστεί σε κράτος μέλος απόφαση η οποία έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, είναι αρκετό να προσκομίσει: (α) αντίγραφο της απόφασης το οποίο να συγκεντρώνει τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας και (β) τη σχετική βεβαίωση από το δικαστήριο προέλευσης της απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 53 χρησιμοποιώντας το σχετικό έντυπο, παράρτημα I του ως Κανονισμού. Παρά την ως άνω απλοποίηση των διαδικασιών για την αναγνώριση και εκτέλεση σε κράτος μέλος δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος, (άρθρα 39-43 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012) στον ίδιο τον ως άνω Κανονισμό προβλέπεται η δυνατότητα, τόσο της αναστολής και απόρριψης της αναγνώρισης της απόφασης όσο και της εκτέλεσης της (άρθρα 38,44 - 51). Σύμφωνα με το άρθρο 38 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012: «Το δικαστήριο ή άλλη αρχή ενώπιον της οποίας γίνεται επίκληση απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος δύναται να αναστείλει τη διαδικασία, εν όλω ή εν μέρει: α) εάν η απόφαση έχει προσβληθεί στο κράτος μέλος προέλευσης· ή β) εάν έχει υποβληθεί αίτηση για την έκδοση απόφασης που να διαπιστώνει ότι δεν συντρέχουν προβλεπόμενοι στο άρθρο 45 λόγοι άρνησης αναγνώρισης ή απόφασης που να ορίζει ότι η αναγνώριση πρέπει να απορριφθεί βάσει ενός εξ αυτών των λόγων». Ως ειδικότερα προνοείται στο άρθρο 46 του ως άνω Κανονισμού: « Η εκτέλεση απόφασης απορρίπτεται κατόπιν αιτήσεως του καθ' ου ζητείται η εκτέλεση όταν συντρέχει ένας εκ των λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 45» Σύμφωνα δε με το άρθρο 45 του ως άνω Κανονισμού, στο βαθμό και την έκταση που τουλάχιστον εδώ ενδιαφέρει: «
  1. Με αίτηση κάθε ενδιαφερομένου, η αναγνώριση μιας απόφασης απορρίπτεται: α) αν η αναγνώριση αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους αναγνώρισης ή εκτέλεσης· β) εάν η απόφαση εκδόθηκε ερήμην, εάν το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν κοινοποιήθηκε ή δεν επιδόθηκε στον εναγόμενο εγκαίρως και κατά τρόπο που να του επιτρέψει να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, εκτός αν ο εναγόμενος δεν προσέβαλε την απόφαση, ενώ είχε σχετικό δικαίωμα· γ) εάν η απόφαση είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που εκδόθηκε μεταξύ των ιδίων διαδίκων στο κράτος μέλος αναγνώρισης ή εκτέλεσης· ............................... ............................... Περαιτέρω, στο άρθρο 51 του ως άνω Κανονισμού 1215/2012, προβλέπεται ότι: «
  2. Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου υποβάλλεται αίτηση άρνησης εκτέλεσης ή ενώπιον του οποίου εκδικάζεται ένδικο μέσο που ασκήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 49 ή το άρθρο 50 δύναται να αναστείλει τη διαδικασία εάν έχει ασκηθεί στο κράτος μέλος προέλευσης τακτικό ένδικο μέσο κατά της απόφασης ή εάν δεν έχει εκπνεύσει ακόμη η προθεσμία άσκησης του τακτικού ένδικου μέσου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το δικαστήριο δύναται να τάξει προθεσμία για την άσκησή του.
  3. Εάν η απόφαση έχει εκδοθεί στην Ιρλανδία, στην Κύπρο ή στο Ηνωμένο Βασίλειο, κάθε μορφή ένδικου μέσου διαθεσίμου στο κράτος μέλος προέλευσης θεωρείται ως τακτικό ένδικο μέσο για τους σκοπούς της παραγράφου 1». Είναι φανερό από τα πιο πάνω πως παρά το γεγονός ότι η προσβολή της απόφασης στο κράτος μέλος έκδοσης της τελευταίας, με οποιοδήποτε ένδικο μέσο, μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την αναστολή της αναγνώρισης ή/και της εκτέλεσης της στο κράτος μέλος προορισμού, ωστόσο, η απόφαση για την αναστολή της αναγνώρισης αλλά και της εκτέλεσης μιας τέτοιας απόφασης, εναπόκειται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, το οποίο καλείται να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωση. Το δικαστήριο όπως κατ' επανάληψη προβλέπεται στον ως άνω Κανονισμό, «δύναται» να διατάξει την αναστολή της διαδικασίας. Όπως επισημαίνεται στη σελ. 536 του συγγράμματος Ευρωπαϊκή Πολιτική Δικονομία Ερμηνεία κατ' άρθρον του Κανονισμού Βρυξέλλες Ια (1215/2012) των Νίκα και Σαχπεκίδου, του 2016, όπου αναλύεται ειδικότερα το άρθρο 38 του ως άνω Ευρωπαϊκού Κανονισμού: «Το δικαστήριο ή οποιαδήποτε άλλη αρχή στην οποία γίνεται λοιπόν επίκληση αποφάσεως που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος, δικαιούται (δεν υποχρεούται) να διατάξει αυτεπαγγέλτως και με ελεύθερη κρίση την αναστολή της διαδικασίας αναγνωρίσεως, που εκτυλίσσεται ενώπιόν της,..» για να συμπληρωθεί στη συνέχεια, ειδικότερα στη σελίδα 537 του ως άνω συγγράμματος, ότι: «Το δικαστήριο μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία αναγνωρίσεως μέχρι να καταστεί εντελώς άτρωτη η δικαστική απόφαση στο κράτος προελεύσεως της. Μπορεί επίσης να εξαρτηθεί η αναστολή από την καταβολή εγγυοδοσίας». Κατά τον ίδιο τρόπο, στις σελίδες 630 κ.ε. του ως άνω συγγράμματος, όπου οι συγγραφείς πραγματεύονται το ζήτημα της αναστολής της εκτέλεσης μιας απόφασης κράτους μέλους στην περίπτωση που έχει ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της απόφασης αυτής στο κράτος μέλος προέλευσης, αφού υποδεικνύεται ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση αποβλέπει στην προφύλαξη του οφειλέτη από τις ζημιές που συνεπάγεται μια πρόωρη σε βάρος του εκτέλεση απόφασης η οποία μπορεί να εξαφανιστεί ύστερα από την ευδοκίμηση ένδικων μέσω εναντίον της στο κράτος προελεύσεως της και ότι σε κάθε περίπτωση η αναστολή της εκτέλεσης διατάσσεται σύμφωνα με τους κανόνες του δικαίου του κράτους εκτέλεσης της απόφασης, υπογραμμίζεται στη σελίδα 632 και πάλι, ότι: «Η απόφαση για την αναστολή εναπόκειται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου», για να σημειωθεί στη συνέχεια ότι: «Σημαντικό ρόλο στην κρίση του θα πρέπει να αποτελούν οι προοπτικές ευδοκιμήσεως του ασκηθέντος ενδίκου μέσου όταν δηλαδή η απόφαση βαρύνεται με προφανείς αβλεψίες και σφάλματα, και αναμένεται η ανατροπή της. Για να αποφασίσει την αναστολή, το δικαστήριο σταθμίζει μόνον τους λόγους, που δεν μπορούσε να προτείνει ο οφειλέτη στο κράτος εκδόσεως της αποφάσεως. Η συνεκτίμηση λόγων, που προτάθηκαν ή θα έπρεπε να προταθούν στο δικαστήριο του κράτους μέλους εκδόσεως της αποφάσεως, θα αντιστρατευόταν και τον απαγορευτικό κανόνα του επανελέγχου της ουσίας της (αλλοδαπής) αποφάσεως
(52)» . Όπως υποδεικνύεται άλλωστε για το ζήτημα στο Σύγγραμμα Private International Law των Cheshire, North & Fawcett, 15η έκδοση, σελ. 648 στην παράγραφο κάτω από τον τίτλο «A discretionary power»: «The court or another competent authority in the Member State addressed has a discretion to stay the proceedings; it is under no duty to grant a stay and one can be refused even though the judgment is challenged in the Member State of origin or, under Article 51, an ordinary appeal has been lodged or the time for such an appeal has not yet expired. The criteria on which this discretion is to be exercised have not as yet been fully developed by the Court of Justice. The Court of Justice has, however, held that a court, when deciding whether to grant a stay of proceedings, may take into account only such submissions as the party requesting the stay was unable to make before the court of origin. According to Advocate General Leger, the refusal in the Member State of origin to stay the enforcement of the judgment may be a relevant factor when making an assessment of the appeal's chances of success, but is never decisive. Advocate General Leger is clearly of the view that the court in the Member State addressed can consider the likelihood of the appeal's chances of success. However, the Court of Justice in an earlier case has said that this is not something that can be considered. There is English authority on the exercise of the discretion in Petereit v Babcock International Holdings Ltd. The court laid down a general principle that prima facie a foreign judgment should be enforced. In deciding whether to grant a stay pending the result of the appeal abroad the court considered the economic consequences to the parties of, on the one hand, granting a stay and, on the other hand, enforcing the judgment; for what is being decided is which party is to have the use of the judgment money during the period up to the result of the appeal being known. In deciding to grant a stay the judge was influenced by the prospect of the defendant suffering potential losses, in terms of cash flow problems and cur­rency exchange losses, which could not be adequately dealt with by the provision of security by the plaintiff. The most likely situation for the exercise of the discretion against a stay is going to arise before courts in other Member States which are asked to recognise or enforce judgments given in the United Kingdom and which are subject to an appeal. The extreme width of Article 51
(2), which is not limited to "ordinary" appeals, needs to be countered by the use of the discretion to refuse a stay». Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι προσπάθεια αναγνώρισης και εκτέλεσης μιας απόφασης που εξεδόθη σε ένα κράτος μέλος σε άλλο κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ εκκρεμεί έφεση σε βάρος της ως άνω απόφασης στο κράτος προέλευσης της απόφασης, κατ' εφαρμογή της κείμενης ευρωπαϊκής νομοθεσίας, όχι μόνο δεν αποκλείεται, πολύ δε περισσότερο δεν εντάσσεται ένα τέτοιο διάβημα, αυτοδικαίως, στα όρια της κατάχρησης. Η εισήγηση της αιτήτριας επί του ζητήματος, δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Το γεγονός ότι αποτέλεσμα της αναγνώρισης και εκτέλεσης αυτής της απόφασης, πιθανόν τελικά να αποβεί δυσμενές για τον εξ' αποφάσεως οφειλέτη και τα συμφέροντά του, πράγμα σύνηθες και εν πολλοίς αναμενόμενο, δεν δικαιολογεί ασφαλώς, αυτόματα, την κατάταξη του εγχειρήματος ως καταχρηστικού. Έχοντας εξ' άλλου κατά νου τις σχετικές πρόνοιες του ως άνω Ευρωπαϊκού Κανονισμού, το ζήτημα που προκρίνεται από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση όσον αφορά τη στάση και τη συμπεριφορά της αιτήτριας, να προσπαθεί δηλαδή να αποτρέψει την αναγνώριση και κατ' επέκταση την εκτέλεση της εκδοθείσας σε βάρος της απόφασης από το δικαστήριο της Στοκχόλμης, επικαλούμενη την έφεση που καταχωρήθηκε από την πλευρά της στα δικαστήρια της χώρας προέλευσης της απόφασης, χωρίς όμως, ως τέθηκε με ανάλογη και αναντίλεκτη επιστημονική μαρτυρία υπόψη του δικαστηρίου, να ενεργήσει τα δέοντα κατά το Σουηδικό δίκαιο, για να εξασφαλίσει την αναστολή της, δεν αποτελεί πραγματικότητα που από μόνη της και εκ προοιμίου να καθιστά την αίτηση καταχρηστική και κακόπιστα προωθούμενη, κατά τρόπο που ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί χωρίς το δικαστήριο να υπεισέλθει στην εξέταση της ουσίας της. Η ορθότητα και η εγκυρότητα των προβαλλόμενων θέσεων της αιτήτριας, υπό τις περιστάσεις πάντα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, θα κριθούν από το δικαστήριο. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση από την πλευρά των αιτητών ότι η αίτηση εκκαθάρισης δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης με βάση την εσωτερική έννομη τάξη στη Δημοκρατία (άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6). Αποτελεί μια πρωτογενή διαδικασία, προσδιοριστική των δικών της επίδικων θεμάτων που στο τέλος της ημέρας έχει να κάνει, πρωτίστως, με τη διαχείριση και τη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, προς όφελος της ίδιας, των μετόχων και των πιστωτών της. Με τούτο σαν δεδομένο, στη συγκεκριμένη τουλάχιστον περίπτωση, δεν φαίνεται να προκύπτει ως αναγκαία προϋπόθεση, η προγενέστερη επίδοση και κοινοποίηση της βεβαίωσης που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 53 του σχετικού Κανονισμού, ως προβλέπεται στο άρθρο 43
(1)του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012, για τη δρομολόγηση του συγκεκριμένου διαβήματος. Σε κάθε περίπτωση, είναι σημαντικό σημειωθεί ότι για την προώθηση της αίτησης εκκαθάρισης που φαίνεται να δρομολογήθηκε ήδη σε βάρος της αιτήτριας στη Δημοκρατία, ως καταγράφεται στο σώμα της χωρίς να αμφισβητηθεί, έχει ήδη επιδοθεί σε αυτή σχετική απαίτηση πληρωμής η οποία εδράζεται στην ως άνω απόφαση σύμφωνα με τις σχετικές πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Έχει ποικιλοτρόπως διακηρυχθεί μέσω του ως άνω Ευρωπαϊκού Κανονισμού, ότι δεν απαιτείται ειδική διαδικασία για την αναγνώριση ή εκτέλεση σε ένα κράτος μέλος αποφάσεων που έχουν εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με δεδομένη άλλωστε την αυξημένη ισχύ και προβάδισμα στην εφαρμογή του ειδικότερου για το ζήτημα Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 έναντι του εσωτερικού δικαίου, είναι φανερό ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση οι πρόνοιες του ως άνω Κανονισμού υπερισχύουν της εσωτερικής νομοθεσίας. Η επίκληση και η εφαρμογή του, με δεδομένη πάντα την δυνατότητα πρόσβασης στο δικαστήριο κάθε επηρεαζόμενου, δεν βλέπω πως έχει οδηγήσει σε παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων της αιτήτριας ως προβάλλεται από την πλευρά της αιτήτριας. Ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1215/2012, αποτελεί ένα από τα θεμέλια της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις στην Ευρώπη. Στοχεύει, όπως καθορίζεται στο προοίμιο του, (αρ. 3) στην εξυπηρέτηση του στόχου της διατήρησης και της ανάπτυξης ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης μέσω και της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών και εξωδικαστικών αποφάσεων. Η πρώτη του ενότητα, (Κεφάλαιο ΙΙ) αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία, ενώ η δεύτερη την αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων (Κεφάλαιο ΙΙΙ). Στα πλαίσια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μέσω του ως άνω Κανονισμού, σκοπείτε, ανάμεσα σε άλλα, η ταχεία και απλή αναγνώριση αλλά και εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται στα κράτη μέλη και η ενοποίηση των κανόνων σε σχέση με τα πιο πάνω ζητήματα. Με δεδομένο ότι οι εγγυήσεις που παρέχονται στον εναγόμενο κατά τη διαδικασία έκδοσης της αρχικής απόφασης, είναι ήδη αυξημένες, είναι γεγονός ότι μέσω των προνοιών που αφορούν την αναγνώριση και την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων, εισάγεται ένας φιλελεύθερος τύπος αναγνώρισης και εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων από ένα κράτος μέλος σε άλλο. Έχει ήδη σημειωθεί ότι η προσβολή μιας απόφασης στο κράτος μέλος προέλευσης της, καθ' ην έκταση δεν επηρεάζεται η εκτελεστότητα αυτής της απόφασης, δεν αποτελεί εξέλιξη που εμποδίζει την προώθηση της αναγνώρισης και της εκτέλεσής της σε άλλο κράτος μέλος. Ως υποδεικνύεται στη σελίδα 538 του ως άνω συγγράμματος Ευρωπαϊκή Πολιτική Δικονομία Ερμηνεία κατ' άρθρον του Κανονισμού Βρυξέλλες Ια (1215/2012) : « Δεν χρειάζεται η απόφαση αυτή να είναι τελεσίδικη για να αναπτύσσει δεδικασμένο Εκτελούνται και οριστικές αποφάσεις, αρκεί να κηρύχθηκαν αυτές εκτελεστές στη χώρα προελεύσεώς τους. Πρωταρχικό και μοναδικό προαπαιτούμενο για να εκτελεσθεί απόφαση εκδοθείσα σ' ένα κράτος μέλος σε άλλο κράτος μέλος συνιστά, απλώς, η εκτελεστότητα της αποφάσεως στο κράτος προελεύσεώς της. Αρκεί η τυπική απλώς δυνατότητα εκτελέσεως στη χώρα εκδόσεως» Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου προς τούτο, η απόφαση του Σουηδικού δικαστηρίου παρά το γεγονός ότι έχει προσβληθεί στη χώρα προέλευσής της, εξακολουθεί, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί από αναντίλεκτη ουσιαστικά επιστημονική μαρτυρία και γίνονται αποδεκτοί από το δικαστήριο, να παραμένει εκτελεστή στο κράτος αυτό. Οι περί του αντιθέτου γενικοί και αόριστοι ως παρέμειναν ισχυρισμοί που προβάλλονται από την πλευρά της αιτήτριας, χωρίς την παράθεση της αναγκαίας και αποδεκτής προς τούτο μαρτυρίας, δεν μπορούν ασφαλώς να υιοθετηθούν. Συνακόλουθα, ομοίως εκτελεστή παραμένει η ως άνω απόφαση και στη Δημοκρατία (άρθρο 39 του ΕΚ 1215/2012). Ότι θα πρέπει να εξεταστεί είναι αν στη βάση του συνόλου των περιστατικών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση και όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου για το ζήτημα, ως η απαίτηση της αιτήτριας, το δικαστήριο θα πρέπει να παρέμβει αναστέλλοντας ή ακυρώνοντας όχι μόνο την εκτέλεση αλλά και την αναγνώριση της ως άνω απόφασης. Προσεγγίζοντας το ζήτημα, δεν παραβλέπω ότι τυχόν αναστολή της εκτέλεσης διατάσσεται σύμφωνα με τους κανόνες του δικαίου του κράτους εκτέλεσης της απόφασης. Για όση σημασία μπορεί τούτο να έχει στην υπό εξέταση περίπτωση, σημειώνεται πως από την πλευρά της αιτήτριας, πέραν από την καταχώρηση έφεσης κατά της απόφασης στο κράτος προέλευσης, δεν έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου οτιδήποτε σε σχέση με την πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Σουηδικού δικαστηρίου. Δεν παραβλέπω επίσης το γεγονός ότι από την πλευρά της αιτήτριας, δεν επιδιώχθηκε καν η αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης κατ' εφαρμογή των σχετικών προνοιών και του δικαίου του κράτους προέλευσης της απόφασης και τη συνακόλουθη ανησυχία που εκφράζεται από τους καθ' ων η αίτηση, ότι δηλαδή σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης, τούτο θα έχει σαν αποτέλεσμα στη χώρα προέλευσης της απόφασης αυτή να είναι εκτελεστή ενώ σε άλλο κράτος μέλος, ειδικότερα στη Δημοκρατία, δεν θα επιτρέπεται αυτή να αναγνωριστεί ή ακόμη να εκτελεστεί. Σημειώνω ασφαλώς το γεγονός πως υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, η μη αναστολή της διαδικασίας αναγνώρισης και της εκτέλεσης της απόφασης, αφήνει ανοικτή την δυνατότητα απρόσκοπτης προώθησης της ήδη δρομολογηθείσας στη Κυπριακή δικαιοδοσία αίτησης εκκαθάρισης της αιτήτριας, εξέλιξη που δυνητικά, σύμφωνα τουλάχιστον με την Κυπριακή δικαιοδοσία, θα μπορούσε στο τέλος της ημέρας να επιδράσει στην πορεία της έφεσης που δρομολογήθηκε από την πλευρά της σε βάρος της ως άνω απόφασης η οποία εξακολουθεί να εκκρεμεί ενώπιων του Σουηδικού δικαστηρίου. Το ζήτημα ωστόσο στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν τελειώνει εδώ. Πέραν από το γεγονός ότι στην υπό εξέταση περίπτωση η αιτήτρια ουδέποτε ενδιαφέρθηκε να εμποδίσει την εκτέλεση της συγκεκριμένης απόφασης κατ' εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας στη Σουηδία, τίποτε δεν έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου σε σχέση με την σημασία που θα μπορούσε να έχει η συνέχιση της αίτησης εκκαθάρισης στην Κυπριακή δικαιοδοσία στην πορεία της έφεσης που εκκρεμεί στη Σουηδία. Είναι σημαντικό άλλωστε να σημειωθεί πως ακόμα και στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης της αιτήτριας που προωθείτε ενώπιων των δικαστηρίων της Δημοκρατίας, η πλευρά της τελευταίας διατηρεί την δυνατότητα να εξασφαλίσει το ως άνω εξ' αποφάσεως χρέος, χωρίς την αναγκαιότητα άμεσης εξόφλησής του. Ομοίως, δεν προβάλλεται καν από την πλευρά της αιτήτριας, έστω ως θέση, ότι ο ως άνω λόγος ο οποίος προβάλλει για να επιτύχει στο αίτημά της, δεν μπορούσε να προβληθεί ενώπιων του δικαστηρίου προέλευσης της απόφασης. Δεν παραβλέπω άλλωστε το γεγονός ότι η πλευρά της αιτήτριας, προωθώντας την υπό συζήτηση της, δεν παρουσιάζετε καν έτοιμη και πρόθυμη να προσφέρει οποιασδήποτε μορφής εξασφάλιση ή εγγύηση σε αντάλλαγμα της αναστολής της αναγνώρισης ή ακόμα και της εκτέλεσης της απόφασης εκκρεμούσης της έφεσης ενώπιον του δικαστηρίου της χώρα προέλευσης της απόφασης. Αυτή είναι άλλωστε η διαχρονική της στάση, έναντι στην εκτελεστή σε βάρος της εκδοθείσα απόφαση του Σουηδικού δικαστηρίου. Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου ότι η διακριτική του εξουσία επί του ζητήματος δεν θα μπορούσε να ασκηθεί προς όφελος της πλευρά της αιτήτριας. Πράττοντας τούτο, υπό το σύνολο όσων έχουν τεθεί υπόψη του, αισθάνομαι ότι θα εκινείτο, αδικαιολόγητα, εκτός της βασικής αρχής που προβλέπει ότι εκ πρώτης όψεως οι δικαστικές αποφάσεις των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει, στο πνεύμα του σχετικού Κανονισμού και της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ανάλογα να αναγνωρίζονται και να εκτελούνται. Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου ότι η ως άνω αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι αυτά θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, επιδικάζονται προς όφελος των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.