JOINT STOCK COMPANY «ALFA BANK» κ.α. ν. AVΙON CORPORATE BUSINESS CENTRE (CYPRUS) LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2300/2018, 10/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A611 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2300/2018 Μεταξύ:
- JOINT STOCK COMPANY «ALFA BANK»
- VALESINO HOLDING LIMITED Ενάγοντες -και-
- AVΙON CORPORATE BUSINESS CENTRE (CYPRUS) LIMITED
- XXXXX ΣΑΒΒΙΔΟΥ
- XXXXX RALAIARISOA
- XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
- VALNAZ INVESTEMENTS LIMITED Εναγόμενοι Ημερομηνία: 10 Δεκεμβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Μαρκίδης με κ. Μακρίδη για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση: κ. Χ. Νικολάου με κ. Ιωάννου για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 10.08.2018, οι ενάγοντες δρομολόγησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Μέσω του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος που καταχώρησαν, αξιώνουν δηλωτική απόφαση του δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η συμφωνία ενεχυρίασης και επιβάρυνσης μετοχών από την εναγομένη αρ. 5 προς την ενάγουσα αρ.1, ήτοι μετοχών που συνιστούν το 100% του εκδομένου κεφαλαίου της εναγομένης αρ.1 εταιρείας, ημερομηνίας 21.03.2013, είναι έγκυρη, δεσμευτική και δεκτική εκτέλεσης. Περαιτέρω, αξιώνουν διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι αρ.2 έως και 5 να καταχωρήσουν στο μητρώο μελών της εναγομένης αρ.1 την ενάγουσα αρ.2 ως εγγεγραμμένο μέτοχο των ως άνω ενεχυριασμένων μετοχών αντί της εναγομένης αρ.5, ως επίσης αποζημιώσεις, νόμιμο τόκο και έξοδα. Ταυτόχρονα, κατόπιν καταχώρησης εκ μέρους των εναγόντων μονομερούς (ex- parte) αίτησης, ίδιας ημερομηνίας, το δικαστήριο, (υπό άλλη σύνθεση) προχώρησε στις 13.08.2018, στην έκδοση προστακτικού διατάγματος ως η σχετική αίτηση των εναγόντων. Ειδικότερα, εξέδωσε διάταγμα σύμφωνα με το οποίο: «..ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ την Εναγόμενη 4 ως γραμματέας και/ή οι εναγόμενοι 2 και 3 ως διευθυντές και/ή οι αξιωματούχοι της εναγόμενης 1 να προβούν σε εγγραφή της VALESINO HOLDING LIMITED στο μητρώο μελών της εναγόμενης 1 ως μοναδικού εγγεγραμμένου μετόχου των 5000 συνήθων μετοχών που συνιστούν το 100% του εκδομένου κεφαλαίου της εναγόμενης 1 σε αντικατάσταση της Εναγόμενης 5 επί τη βάσει εγγράφου μεταβίβασης μετοχών ημερομηνίας 9/8/2018 δεόντως υπογεγραμμένου από την Εναγόμενη 5 και την ενάγουσα 1 και αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 1 που εγκρίνουν την εν λόγω μεταβίβαση για να τις κατέχει η εν λόγω VALESINO HOLDING LIMITED ως θεματοφύλακας της ενάγουσας 1 μέχρι πώλησης τους από την ενάγουσα 1 και/ή εκ μέρους της δυνάμει των όρων σύμβασης ενεχυρίασης τους από την εναγόμενη 5 προς την ενάγουσα 1 ημερ. 21/3/13 ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ την Εναγόμενη 4 ως γραμματέας και/ή οι εναγόμενοι 2 και 3 ως διευθυντές και/ή οι αξιωματούχοι της εναγόμενης 1 να προβούν σε εγγραφή στο μητρώο διευθυντών και γραμματέως της εναγόμενης 1 της XXXXX Σκαρπάρη από την Λευκωσία ως μόνου διευθυντή και της Abacus Secretarial Ltd από την Λευκωσία ως νέου γραμματέα της εναγόμενης 1 δυνάμει των όρων της σύμβασης ενεχυρίασης ημερ. 21/3/13 μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». Η ως άνω εξέλιξη προκάλεσε την αντίδραση των ως άνω εναγομένων - καθ' ων η αίτηση. Οι τελευταίοι, στις 03.09.2018, προχώρησαν στην καταχώρηση σχετικής ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης. Στην ως άνω ένσταση, ως οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί περί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπουν, πέραν από τη νομική βάση στην οποία αυτή στηρίζεται, προβάλλονται και οι λόγοι επί των οποίων εδράζεται. Για σκοπούς πληρότητας, μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα. Ως ειδικότερα προτάσσεται: «
- Οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60και/ή τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 για την έκδοση και/ή οριστικοποίηση προσωρινών διαταγμάτων και ιδιαίτερα διαταγμάτων προστακτικού τύπου, δεν πληρούνται και/ή δεν ικανοποιούνται.
- Οι Αιτήτριες δεν έχουν καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην Αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση και/ή απέτυχαν να καταδείξουν ότι η Καθ' ης η Αίτηση 5 παρέβηκε τις πρόνοιες της επίδικης Συμφωνίας Ενεχυρίασης Μετοχών, στην οποία η Αγωγή βασίζεται.
- Η Αγωγή είναι πρόωρη, αφού δεν έχει προηγηθεί απόφαση και/ή διάγνωση από αρμόδιο Διαιτητικό Δικαστήριο αναφορικά με την ευθύνη τρίτου προσώπου και/ή του πρωτοφειλέτη της οφειλής στην οποία η επίδικη αξίωση βασίζεται και/ή ως προς γεγονότα από τα οποία η ύπαρξη και/ή ενεργοποίηση ευθύνης και/ή υποχρέωση των Καθ' ων η Αίτηση εξαρτάται και/ή η Αιτήτρια 1 δεν έπραξε ότι είχε βάρος και/ή ευθύνη να πράξει για να νομιμοποιείται και/ή να ενεργοποιηθεί το δικαίωμα της για να προβεί στην εκτέλεση της επίδικης Συμφωνίας Ενεχυρίασης Μετοχών. Η Καθ' ης η Αίτηση 5 δεν έχει παραβεί τις υποχρεώσεις της κάτω από αυτή και/ή ουδέποτε ζητήθηκε από την Καθ' ης η Αίτηση 5 να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις της πρωτοφελέτου προς την Αιτήτρια 1 που προκύπτουν από Συμφωνία Δανείου που συνδέεται με την επίδικη Συμφωνία Ενεχυρίασης Μετοχών και/ή οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν δικαίωμα και/ή καθήκον υπό τις περιστάσεις στην βάση του Νόμου και/ή του Καταστατικού της Καθ' ης η Αίτηση 1 Εταιρείας να μην επιτρέψουν και/ή εγκρίνουν την μεταβίβαση Μετοχών σε τρίτο και/ή άγνωστο πρόσωπο.
- Δεν συντρέχει η δικαιοδοτική προϋπόθεση του κατεπείγοντος, αφού δεν παρουσιάστηκαν και/ή δεν υπάρχουν γεγονότα και/ή δεν συντρέχουν προϋποθέσεις που να δικαιολογούν και/ή να στοιχειοθετούν άμεση ανάγκη έκδοσης και/ή διατήρησης σε ισχύ του αιτούμενου προστακτικής φύσης Διατάγματος και/ή τα γεγονότα στα οποία στηρίχτηκε η έκδοση του Διατάγματος χωρίς ειδοποίηση είναι ανεπαρκή και/ή παρουσιάστηκαν ελλιπώς και/ή παραπλανητικά και/ή κατά παράβαση του καθήκοντος πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης των Αιτητριών.
- Λόγω της φύσης και/ή του λεκτικού του αιτούμενου Διατάγματος που είναι προστακτικής φύσης και/ή στο οποίο δεν παραχωρείται εύλογος και οποιοσδήποτε χρόνος συμμόρφωσης ως προς αυτό, η έκδοση και/ή η διατήρηση του σε ισχύ, οδηγεί σε προσβολή και/ή σε μη αποτελεσματική άσκηση των νομίμων και/ή συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση και/ή του δικαιώματος Ακρόασης από το Δικαστήριο και/ή με την έκδοση και/ή διατήρηση σε ισχύ του αιτούμενου Διατάγματος η εκδίκαση της Αγωγής και/ή της αξίωσης των Αιτητριών καθίσταται και/ή καθίσταται σε μεγάλο βαθμό άνευ αντικειμένου και/ή πλήττεται το δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση να εκπροσωπηθούν και/ή να συμμετέχουν σε ακροαματική διαδικασία και/ή να προβάλουν τις θέσεις τους σε δίκαιη δίκη και να διαγνωστούν κατόπιν προβολής των ισχυρισμών τους, τα δικαιώματά τους.
- Δεν συντρέχει και δεν ικανοποιείται η προϋπόθεση για απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο μέσω της έκδοσης των αιτουμένων Διαταγμάτων, αλλά αντιθέτως αποκλείεται εντελώς και/ή δυσχεραίνει η απονομή δικαιοσύνης, αφού αποδίδεται στις Αιτήτριες/Ενάγουσες το αντικείμενο της Αγωγής με άμεσο κίνδυνο μόνιμης και οριστικής αποξένωσης του προς τρίτα πρόσωπα πριν και χωρίς να προηγηθεί Ακρόαση της αξίωσης και πριν και χωρίς να προβληθούν και ακουστούν οι υπερασπιστικοί ισχυρισμοί των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγομένων.
- Με την έκδοση και διατήρηση σε ισχύ του αιτουμένου Διατάγματος ανατρέπεται αντί να διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων (status quo) με τρόπο ενδεχομένως μη αναστρέψιμο και/ή προκαλείται ανεπανόρθωτη και/ή μη ανακτήσιμη ζημιά στους Καθ' ων η Αίτηση.
- Οι Αιτήτριες είναι ένοχες μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου στον χρόνο που ζήτησαν την έκδοση Διατάγματος χωρίς ειδοποίηση και παρέβησαν το καθήκον τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, αφού δεν αποκάλυψαν και δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου όλους τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς και θέσεις των Καθ' ων η Αίτηση και/ή τα γεγονότα και στοιχεία που σχετίζονται με αυτούς και/ή τις αδυναμίες της υπόθεσης τους, καθώς και γεγονότα που σχετίζονταν με το κατεπείγον και/ή την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος και παρουσίασαν τα σχετικά γεγονότα με ένα τρόπο παραπλανητικό και/ή ελλειπή και/ή ανακριβή.
- Δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι άσκησης της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της διατήρησης σε ισχύ του αιτουμένου Διατάγματος, και/ή πέραν των λόγων που αναφέρονται πιο πάνω, το ισοζύγιο ευχέρειας γέρνει υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση που θα υποστούν πολύ μεγαλύτερη και μη αναστρέψιμη ή αποτιμήσιμη ζημιά από την διατήρηση του Διατάγματος σε ισχύ, ενώ οι Αιτήτριες δεν θα υποστούν τέτοια ζημιά.
- Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και τα επισυνημμένα σε αυτή Τεκμήρια, είναι αντικανονική και/ή οι ισχυρισμοί που περιέχονται σε αυτή είναι σε μεγάλο βαθμό γενικόλογοι και/ή αόριστοι και/ή δεν συνιστούν επαρκές και/ή αποδεκτό πραγματικό υπόβαθρο που να δικαιολογεί την χορήγηση του αιτουμένου Διατάγματος.
- Η υπό εξέταση Αίτηση προωθείται καταχρηστικά και/ή συνιστά καταπίεση και/ή προσβάλλει τα νόμιμα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση και/ή λειτουργεί εξοντωτικά και/ή ως μέσο απειλής και/ή αποκλεισμού του δικαιώματος των Καθ' ων η Αίτηση για δίκαιη δίκη πριν την διάγνωση των δικαιωμάτων τους». Την ως άνω αίτηση των εναγόντων, ημερ. 10.08.2018, συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση της XXXXX Χριστοφόρου, ασκούμενης δικηγόρου στον δικηγορικό οίκο που εκπροσωπούσε τους ενάγοντες - αιτητές κατά το χρόνο προώθησης της αίτησης. Η ως άνω ομνύουσα, αναφερόμενη στη σχέση μεταξύ των διαδίκων και στην εξέλιξή της, σε συνάρτηση πάντα με το αντικείμενο που απασχολεί την παρούσα διαδικασία, υποδεικνύει ότι προς εξασφάλιση συμφωνίας δανείου, ημερομηνίας 26.11.2012, (δυνάμει της οποίας η ενάγουσα αρ.1 παραχώρησε στη Κυπριακή εταιρεία Stabilac Ltd, πιστωτική διευκόλυνση ύψους $75.000.000 δολαρίων Αμερικής) η ενάγουσα αρ.1 και η εναγομένη αρ.5, στις 21.03.2013, υπέγραψαν Συμφωνία Ενεχυρίασης Μετοχών, δυνάμει της οποίας η εναγομένη αρ.5 ενεχυρίασε προς όφελος της ενάγουσας αρ.1 τις 5.000 μετοχές που κατείχε στο κεφάλαιο της εναγομένης αρ.1, μετοχές που αποτελούν το 100% του κεφαλαίου της εναγομένης αρ.1 εταιρείας. Με δεδομένο ότι τον Μάιο του 2018, η δανειολήπτρια εταιρεία Stabilac Ltd, παρέλειψε να καταβάλει το συνολικό ποσό των οφειλόμενων τόκων κατά παράβαση της ως άνω συμφωνίας δανειοδότησης, η ενάγουσα αρ.1, ασκώντας δικαίωμα που απέρρεε από την ως άνω συμφωνία δανείου, απαίτησε πρόωρη αποπληρωμή ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού δυνάμει της ως άνω δανειοδότησης, συνολικού ύψους $53.000.000 δολαρίων Αμερικής. Παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξε ανταπόκριση στο πιο πάνω αίτημα, η ενάγουσα αρ.1 ανέλαβε την πρωτοβουλία να αρχίσει διαπραγματεύσεις με τους εκπροσώπους της δανειολήπτριας Stabilac Ltd και της εναγομένης αρ.1 για πιθανούς τρόπους εξόφλησης και αναδιάρθρωσης του ως άνω χρέους. Ως υποδεικνύει η ομνύουσα, παρά το γεγονός ότι στα τέλη Ιουλίου του 2018 συμφωνήθηκαν μεταξύ των τριών πιο πάνω κάποια προκαταρτικά βήματα προς αποπληρωμή του χρέους, οι εκπρόσωποι της δανειολήπτριας εταιρείας και της εναγομένης αρ.1 καθυστερούσαν την παροχή εγγράφων που ήταν απαραίτητα για την υλοποίηση των συμφωνηθέντων βημάτων, χωρίς μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις, να απαντούν ή να επιστρέφουν τηλεφωνήματα των εκπροσώπων της δανείστριας εταιρείας. Εν όψει της πιο πάνω συμπεριφοράς και της «ύποπτης απροθυμίας» όπως την χαρακτηρίζει των ως άνω να συνεργαστούν με την δανείστρια, με δεδομένο ότι η συμφωνία ενεχυρίασης μετοχών είχε ήδη καταστεί εκτελεστή, η τελευταία αποφάσισε να μεταβιβάσει τις ως άνω ενεχυριασμένες μετοχές που κατείχε η εναγομένη αρ.5 στην εναγομένη αρ.1 στην ενάγουσα αρ.2 και να αλλάξει τους διευθυντές και το γραμματέα της εναγομένης αρ.1 εταιρείας, προκειμένου να διασφαλίσει τα δικαιώματά της έναντι ενδεχόμενης ζημιάς από μέρους των οφειλετών. Παρά το γεγονός ότι στις 09.08.2010, ως η Συμφωνία Ενεχυρίασης Μετοχών, τα σχετικά έγγραφα που τεκμηρίωναν τις αλλαγές που επιδίωκε η ενάγουσα αρ.1 παρουσιάστηκαν στην εναγομένη αρ.1, η ενάγουσα αρ.1 δεν κατάφερε να μεταβιβάσει τη νόμιμη κυριότητα των ενεχυριασμένων μετοχών στην ενάγουσα αρ.2 ή να εγγράψει την αντικατάσταση των διευθυντών και του γραμματέα. Τονίζοντας την εκ προθέσεως έλλειψη εποικοδομητικής συνεργασίας των εκπροσώπων της δανειολήπτριας Stabilac Ltd και της εναγομένης αρ.1 και την παράνομη άρνηση να εγγραφούν οι αλλαγές στο μητρώο της εναγομένης αρ.1 μετά την έγκυρη άσκηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας αρ.1 στη βάση της Συμφωνίας Ενεχυρίασης Μετοχών, η ομνύουσα προέβαλε τη θέση ότι η δανειολήπτρια και η εναγομένη αρ.1, όπως και οι εκπρόσωποι και τα στελέχη τους, ενδεχομένως να ενεργούν συντονισμένα εναντίον των συμφερόντων της δανείστριας εταιρείας. Ενόψει αυτής της εξέλιξης και προ του πραγματικού κινδύνου οι ως άνω να διασκορπίσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία ή να τα χειριστούν κατά τρόπο ώστε να καταστεί αδύνατη η ανάκτηση του χρέους βάση της συμφωνίας δανείου, οι ενάγουσες απευθύνθηκαν στο δικαστήριο για την έκδοση των σχετικών διαταγμάτων, υποστηρίζοντας πως μόνο η εκτέλεση της Συμφωνίας Ενεχυρίασης Μετοχών θα αποτρέψει την εναγόμενη αρ.1 να υποβαθμίσει τα περιουσιακά της στοιχεία ή να τα διασκορπίσει. Υπογράμμισε ταυτόχρονα ότι σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος η έννοια ενός ενεχύρου, ως εξασφάλιση, θα υπονομευτεί πλήρως. Η Ιωάννα Σαββίδου, εναγόμενη αρ.2 και μια εκ των δύο διευθυντών στις εναγόμενες αρ.1 και 5 εταιρείες, με την ένορκη δήλωσή της που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση, επαναλαμβάνει και εξειδικεύει σε κάποιο βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Ανάμεσα σε άλλα, σημειώνει ότι με το αιτούμενο διάταγμα οι αιτήτριες ζήτησαν και έλαβαν ουσιαστικά την κύρια και τελική θεραπεία που διεκδικούν με την αγωγή τους, πριν καν να κριθεί η επίδικη διαφορά και πριν να δοθεί η δυνατότητα ή η ευκαιρία σε οποιονδήποτε από τους καθ' ων η αίτηση να προβάλει τη δική του εκδοχή, τόσο σε σχέση με τα γεγονότα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, όσο και με τα νομικά θέματα που σχετίζονται με αυτή. Αποτελεί θέση της ότι η σχετική αίτηση προωθήθηκε καταχρηστικά και ότι το δραστικότατο για τους εναγόμενους διάταγμα εκδόθηκε χωρίς να συντρέχει η δικαιοδοτική προϋπόθεση του κατεπείγοντος. Ως υποστηρίζει, δεν αποκαλύφθηκαν ούτε και παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο ορθά και πλήρως τα σχετικά γεγονότα προς στοιχειοθέτηση της προϋπόθεσης αυτής. Προβάλλει επίσης τη θέση ότι οι αιτητές δεν παρουσίασαν τα γεγονότα με δίκαιο και ολοκληρωμένο τρόπο αλλά επιλεκτικά και ελλιπώς, δημιουργώντας μια ασαφή, ανακριβή και παραπλανητική εικόνα, παραβιάζοντας κατά τον τρόπο που εξηγεί το καθήκον τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Απέκρυψαν ή/και δεν αποκάλυψαν επαρκώς σημαντικά γεγονότα στα οποία και αναφέρεται. Προκρίνει περαιτέρω πως δεν δικαιολογήθηκε με πειστικό τρόπο ότι το status quo θα μπορούσε να διατηρηθεί μόνο με την έκδοση του σχετικού διατάγματος, υποστηρίζοντας αντίθετα ότι η εφαρμογή του διατάγματος αποτελεί άμεση και μη αναστρέψιμη ανατροπή του status quo. Προτάσσοντας τη θέση ότι δεν συντρέχει καμία από τις προϋποθέσεις της νομολογίας για την έκδοση του σχετικού διατάγματος, σημειώνει ταυτόχρονα ότι η καταχώρηση ολόκληρης της αγωγής έγινε πρόωρα και χωρίς να έχει αποκρυσταλλωθεί το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων. Σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζει, το εκδοθέν ενδιάμεσο διάταγμα είναι εξαιρετικά δραστικό και καταπιεστικό, πλήττοντας στο τέλος της ημέρας το θεμελιακό δικαίωμα των καθ' ων η αίτηση να ακουστούν, παρά το γεγονός ότι έχουν ισχυρή υπεράσπιση και πριν να διαγνωστεί από το αρμόδιο Διαιτητικό Δικαστήριο η ύπαρξη παράβασης της συμφωνίας δανειοδότησης. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, συμπληρώνει, τόσο η έκδοση όσο και η διατήρηση σε ισχύ του συγκεκριμένου διατάγματος δεν είναι αναγκαία για να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Σημειώνοντας τη δεδηλωμένη πρόθεση αποξένωσης των μετοχών από τις ενάγουσες - αιτήτριες, υποστηρίζει ότι η διατήρηση του διατάγματος σε ισχύ θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους καθ' ων η αίτηση και ιδιαίτερα στους καθ' ων η αίτηση αρ.5, αφού δεν θα μπορούν να ανακτήσουν τις μετοχές τους ακόμα και εάν αποτύχει η αγωγή εναντίον τους. Αντίθετα, οι ενάγουσες - αιτήτριες δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη και μη δυνάμενη να αποτιμηθεί σε χρήμα ζημιά, την οποία ούτως ή άλλως διεκδικούν σε βάρος και των εναγομένων, στα πλαίσια άλλης αγωγής που δρομολόγησαν. Παρεμβάλλεται ότι τόσο με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ημερ. 10.08.2018, όσο και μέσω της ως άνω δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση, τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου αριθμός τεκμηρίων, στα οποία οι ομνύουσες παραπέμπουν προς υποστήριξη των αναφορών τους. Με τις τελικές τους εισηγήσεις, τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Το δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δυο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της παρούσας. Ότι κατά προτεραιότητα αισθάνομαι θα πρέπει να εξεταστεί, αποτελεί το ζήτημα της ισχυριζόμενης μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και στοιχείων εκ μέρους των αιτητών, καθ' ον χρόνο οι τελευταίοι απευθύνθηκαν μονομερώς στο δικαστήριο εξασφαλίζοντας το υπό συζήτηση διάταγμα. Το άρθρο 9 του Κεφ. 6 παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία «όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις» να εκδώσει διάταγμα, μονομερώς, χωρίς ειδοποίηση προς τον άλλο διάδικο. Η χρησιμότητα του ως άνω άρθρου στη σύγχρονη κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα είναι δεδομένη και ενίοτε ανεκτίμητη, αφού παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα άμεσης παρέμβασης σε κατεπείγουσες περιπτώσεις. Παράλληλα η «επικινδυνότητα» τέτοιων διαταγμάτων δεν θα πρέπει να παραβλέπεται, αφού το άλλο μέρος δεν ακούγεται έστω και μέχρι το στάδιο που το διάταγμα είναι επιστρεπτέο. Η υπερφαλάγγιση της βασικής αρχής δικαίου όπως εκφράζεται με το λατινικό «Auti alterem partem», πρέπει να γίνεται πάντα με πολλή φειδώ και με την επίκληση της υπερισχύουσας αρχής της δικαιοσύνης, η οποία δίδει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να ενεργοποιηθεί αμέσως όταν φαίνεται πιθανόν ότι σε αντίθετη περίπτωση θα δημιουργηθεί αδικία. Το Δικαστήριο εξετάζοντας αιτήσεις του είδους ως η υπό συζήτηση, στηριζόμενο μεταξύ άλλων και στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, θα πρέπει πρωταρχικά να εντοπίζει το κατ' επείγον ή τις άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Το στοιχείο αυτό είναι ουσιώδης για να προσδώσει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος. Εάν δεν στοιχειοθετείται το κατ' επείγον ή οποιεσδήποτε άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, το Δικαστήριο ουσιαστικά δεν έχει καν τη δικαιοδοτική βάση να εκδώσει συντηρητικό διάταγμα με βάση το Κεφ. 6 και ιδιαίτερα το άρθρο 9 του ίδιου Νόμου. Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου,
(1998)1(B) Α.Α.Δ. 598 αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης, Δ. σε δύο αποφάσεις του - (In Re Stavros Hotel Apartments Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ 836, In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 861, το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του Κεφ. 6. Στη Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, 1462, τονίστηκε ότι: «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσο παρέχεται παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί.»» Είναι καλά θεμελιωμένο ότι διάδικος που επιδιώκει μέσω μονομερούς αίτησης χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία δύνανται να επενεργήσουν στην άσκηση των εξουσιών του δικαστηρίου για την παροχή της θεραπείας. Η υποχρέωση αυτή του αιτητή έλκει την καταβολή της στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η βάση του διατάγματος ανατρέπεται από τη μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, καθιστώντας το διάταγμα ακυρωτέο. (M and Ch. Mitsigas Trading Ltd v. Timberland Co of USA
(1987)1AAΔ 1791 και Timberland Co v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179). Με άλλα λόγια, όποιος επιδιώκει θεραπεία από το δικαστήριο κατά τον πιο πάνω τρόπο, θα πρέπει να παρουσιάζει τα γεγονότα πλήρως και με δίκαιο τρόπο, ακόμα και σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ του αιτητή. Γεγονότα μάλιστα, που όχι μόνο ήταν γνωστά στον ίδιο αλλά και εκείνα τα οποία θα μπορούσε να αποκαλύψει με εύλογη έρευνα. Η ευρύτητα της υποχρέωσης του αυτής είναι τέτοια, που περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (Linsen International Ltd v Hambus Sea Transport PTE Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Εν πάση περιπτώσει είναι αναγκαίο να σημειωθεί ότι το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος, αφού παραμένει ζήτημα ουδέτερο και άσχετο αν η παράλειψη αποκάλυψης ήταν εσκεμμένη ή έγινε χωρίς πρόθεση εξαπάτησης. Όπως άλλωστε έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zin Israel Navigation Co Ltd κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, ακόμα και απόκρυψη γεγονότων που καθιστούν το αίτημα μη επείγον, με δεδομένο ότι αναιρούν τη βασική προϋπόθεση για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας στην απουσία του εναγομένου, αποτελούν επίσης λόγο για την ακύρωση του διατάγματος. (Βλ. Δήμος Πάφου ν Βοσκού
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1168). (Βλ. γενικότερη ανάλυση στα συγγράμματα «Mareva Injuctions and Anton Piller Relief» του Steven Gee, 3η έκδ. σελ. 98-10 και «Διατάγματα» των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη σελ, 163 -166 και 336 -337). Η ένθεση αυτούσιου του λόγου της απόφασης στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. v Adeona Holdings Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. Ε6/2014, ημερομηνίας 27.02.2015, εξυπηρετεί την κατανόηση του ζητήματος και αναδεικνύει την απαιτούμενη προσέγγιση από τα δικαστήρια. Ως σημειώθηκε στην εν λόγω υπόθεση: «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. την υπόθεση Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 o δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat v Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings Plc., ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Χρήσιμη ανάλυση της νομολογίας για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δίδεται επίσης στην αγγλική υπόθεση Arena Corporation Ltd (In Provisional Liquidations) v. Schroeder
(2003)All ER (D) 199» Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, η πλευρά των αιτητών, μέσω της ένορκης δήλωσης της Χριστοφόρου, στοχεύοντας προφανώς στην ικανοποίηση της δικαιοδοτικής προϋπόθεσης του κατεπείγοντος για να δικαιολογηθεί η εξέταση του αιτήματός τους μονομερώς, προέβαλαν τη θέση πως προς το σκοπό ρύθμισης του ζητήματος που δημιουργήθηκε από την μη ανταπόκριση και ικανοποίηση των προνοιών του δανείου από την δανειολήπτρια, ανέλαβαν οι ίδιοι πρωτοβουλία, προχωρώντας σε διαπραγματεύσεις με την δανειολήπτρια και την εναγόμενη αρ.1 εταιρεία που οδήγησαν σε τριμερή συμφωνία διευθέτησης, στο πλαίσιο της οποίας συμφωνήθηκε να λάβει χώρα έρευνα δέουσας επιμέλειας των οφειλετών και του Κέντρου Επιχειρήσεων, (ιδιοκτησίας της εναγομένης αρ.1) που θα οδηγούσε στην απόκτηση των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων από την δανείστρια ή από τρίτο αγοραστή, εξέλιξη που με τη σειρά της θα οδηγούσε στην απαλλαγή της δανειολήπτριας από τις υποχρεώσεις της που απέρρεαν από την ως άνω σύμβαση δανειοδότησης. Σύμφωνα πάντα με τους αιτητές, τα απαραίτητα έγγραφα εκ μέρους της δανειολήπτριας και της εναγομένης αρ.1 για τη διεξαγωγή της έρευνας δέουσας επιμέλειας, θα έπρεπε να παραχωρηθούν στην δανείστρια μέχρι τις 30.07.
- Προβάλλοντας ότι η πλευρά των καθ' ων η αίτηση καθυστερούσε να ανταποκριθεί και να θέσει υπόψη της δανείστριας διάφορα στοιχεία, η Χριστοφόρου σημειώνει ότι μέχρι και την 10.08.2018, ημερομηνία που προέβαινε στη δήλωσή της που συνοδεύει την υπό συζήτηση αίτηση, οι καθ' ων η αίτηση, «δεν έχουν παράσχει ολοκληρωμένα τα απαιτούμενα έγγραφα, καθυστερούν με την εκτέλεση της σχετικής τριμερούς συμφωνίας και για μέρες δεν απαντούν καν σε τηλεφωνήματα από τους εκπροσώπους της Δανείστριας.» Η ως άνω συμπεριφορά σε συνδυασμό με την εκ προθέσεως έλλειψη εποικοδομητικής συνεργασίας των εκπροσώπων της δανειολήπτριας και της εναγομένης αρ.1 εταιρείας, όπως η ως άνω ομνύουσα την χαρακτηρίζει, δημιούργησαν την εντύπωση ότι κάτι ύποπτο σχεδιάζεται εκ μέρους των πιο πάνω σε βάρος των συμφερόντων της δανείστριας, καθιστώντας έτσι επείγουσα την ανάγκη άμεσης λήψης μέτρων και δει της έκδοσης του αιτούμενου δραστικού διατάγματος. Παρεμβάλλει, ταυτόχρονα, πως εν όψει της ως άνω συμπεριφοράς των καθ' ων η αίτηση, την 09.08.2018, οι αιτητές μερίμνησαν να τεθούν μέσω των δικηγόρων τους, τα έγραφα που απαιτούντο για τη μεταβίβαση των ενεχυριασμένων μετοχών και για την αντικατάσταση των διοικητικών στελεχών στην εναγομένης αρ.1 εταιρείας, χωρίς όμως η ως άνω εναγόμενη και ή οι αξιωματούχοι της να προχωρήσουν στη μεταβίβαση των μετοχών και στην εγγραφή της αντικατάστασης των στελεχών της εναγομένης αρ.1 εταιρείας. Ωστόσο, ως τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου από την πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση χωρίς με οποιοδήποτε τρόπο να αμφισβητηθεί, παρουσιάζοντας η πλευρά των αιτητών στο δικαστήριο την ως άνω εικόνα, παρέλειψε να αναφερθεί σε ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ των πλευρών και εκπροσώπων τους για το ζήτημα της υλοποίησης της επιτευχθείσας συμφωνίας διευθέτησης. Στην πραγματικότητα, οι αιτητές, σε αντίθεση με ότι έπραξαν σε σχέση με την αποτύπωση των γεγονότων αναφορικά με την Συμφωνία Ενεχυρίασης Μετοχών και πως αυτά εξελίχθησαν μέχρι και τις 09.08.2018, σε ότι αφορά την επιτευχθείσα τριμερή συμφωνία «συμβιβασμού», αποφεύγουν να αναφερθούν με λεπτομέρεια ως προς τι ακριβώς είχε εφαρμοστεί από τα συμφωνηθέντα, ποιος, πότε και με ποιο τρόπο ενδεχομένως να ενεργούσε «συντονισμένα εναντίον της Δανείστριας» χωρίς να προωθεί την εφαρμογή της επιτευχθείσας συμφωνίας, περιοριζόμενοι στη γενική διακήρυξη περί έλλειψης εποικοδομητικής συνεργασίας, προβάλλοντας τη θέση ότι μέχρι τις 10.08.2018, δεν δόθηκαν ολοκληρωμένα τα απαιτούμενα έγγραφα. Τα πιο πάνω, σημειώνεται, σε συνδυασμό πάντα με το γεγονός ότι παρέλειψαν να αναφερθούν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου την ηλεκτρονική επιστολογραφία η οποία μεσολάβησε από την 26.07.2018 μέχρι και την 09.08.2018 μεταξύ αιτητών και καθ' ων η αίτηση και των εκπροσώπων τους - όπως αυτές οι επικοινωνίες τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου μέσω της ένορκης δήλωσης της Ι. Σαββίδου που υποστηρίζει την ένσταση - στα πλαίσια της οποίας αναδύεται διαβούλευση και συνεργασία των αντιπροσώπων της δανειολήπτριας και της εναγόμενης αρ.1 με τους εκπροσώπους της ενάγουσας αρ.1 και η παροχή στοιχείων, πληροφοριών και εξηγήσεων ως προς τις οικονομικές τους καταστάσεις, σε συνάρτηση τούτο πάντα με την επιτευχθείσα διευθέτηση. Ως μάλιστα προκύπτει από ηλεκτρονικό μήνυμα, ημερομηνίας 07.08.2018, συγκατατέθηκαν όπως στις 10.08.2018, παρευρεθούν ελεγκτές στα γραφεία της καθ' ης η αίτηση αρ.1 για επιθεώρηση και εξασφάλιση φωτογραφιών με σκοπό την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων της τελευταίας προς όφελος της ενάγουσας αρ.
- Η απλή αναφορά εκ μέρους της ομνύουσας που υποστηρίζει την αίτηση ότι μέχρι τις 10.08.2018 δεν δόθηκαν στην ενάγουσα αρ.1 «ολοκληρωμένα τα απαιτούμενα έγγραφα», προβάλλοντας ταυτόχρονα την υποψία των αιτητών ότι οι καθ' ων η αίτηση «ενδέχεται να προβαίνουν» σε ενέργειες μείωσης της αξίας του Κέντρου Επιχειρήσεων και/ή να εκτρέπουν κέρδη της περιουσίας τους, χωρίς μάλιστα οι καθ' ων η αίτηση ή οι αντιπρόσωποί τους να επιδεικνύουν διάθεση εποικοδομητικής συνεργασίας, ως πραγματικότητας που καθιστά πλέον επείγουσα και αναγκαία την άμεση λήψη μέτρων και τη δρομολόγηση της αίτησης που οδήγησε στην έκδοση των δραστικότατων προστακτικών διαταγμάτων, χωρίς την γνωστοποίηση στο δικαστήριο του γεγονότος ότι μέχρι και την προηγούμενη μέρα της προώθησης της υπό συζήτηση αίτησης, οι καθ' ων η αίτηση και οι εκπρόσωποί τους, ως αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων που προηγήθηκαν και της συμφωνίας που επιτεύχθηκε αντάλλασσαν σχετική επιστολογραφία, παρέθεταν στοιχεία και διαδήλωναν την ετοιμότητά τους να προβούν σε συγκεκριμένες ενέργειες και μέτρα προς υλοποίηση της επιτευχθείσας συμφωνίας, όπως ορθά υποδεικνύεται από την πλευρά του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση, φαίνεται ότι εξυπηρετούσε μεν το σχηματισμό της επιθυμητής εικόνας εκ μέρους των εναγόντων - αιτητών, προς ικανοποίηση του στοιχείου του κατεπείγοντος, ισοδυναμεί όμως με απόκρυψη ή μη αποκάλυψη ουσιωδών ισχυρισμών, γεγονότων και στοιχείων που προφανώς θα έπρεπε να τεθούν υπόψη του δικαστηρίου, έστω και αν στο τέλος της ημέρας κρινόταν από το δικαστήριο ότι δεν εξυπηρετούσαν την ως άνω επιθυμητή για τους ενάγοντες εικόνα. Η ως άνω συμπεριφορά, στάση, δράση και αντίδραση τόσο των εναγόντων όσο και των εναγομένων, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση επουσιώδης, όσον αφορά τουλάχιστον την κατάληξη του δικαστηρίου περί συνδρομής ή μη του στοιχείου του κατεπείγοντος. Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι στις 09.08.2018, συμπληρώθηκαν από την πλευρά της ενάγουσας αρ.1 και απεστάλησαν στην εναγομένη αρ.1 εταιρεία, τα έγγραφα που απαιτούντο για τη μεταβίβαση των ενεχυριασμένων μετοχών και την αντικατάσταση των διοικητικών στελεχών στην εναγομένη αρ.1 εταιρεία, χωρίς όμως να γίνει κατορθωτή η μεταβίβαση των μετοχών ή η αντικατάσταση των αξιωματούχων της εναγομένης αρ.
- Εξέλιξη που ως προκρίνεται από την πλευρά των αιτητών, σε συνδυασμό με την προηγηθείσα συμπεριφορά των καθ' ων η αίτηση, όπως αυτή σκιαγραφείται τουλάχιστον στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτησή τους, «ώθησε τις αιτήτριες να ζητήσουν τη βοήθεια του αρμόδιου δικαστηρίου της Κύπρου.», καταχωρώντας τη σχετική αίτηση, στις 10.08.
- Έχοντας ωστόσο κατά νου σφαιρικά την εξέλιξη των γεγονότων, ως τελικά τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου σε σχέση με την ευρύτερη συμπεριφορά και στάση τόσο των αιτητριών όσο και των καθ' ων η αίτηση, δεν έχω κανένα δισταγμό να εντάξω την ως άνω ενέργεια των αιτητριών, μια μόλις ημέρα πριν την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησής τους, στην προσπάθεια των τελευταίων να δημιουργήσουν ουσιαστικά το στοιχείο του κατεπείγοντος. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, όπου είχε επιτευχθεί συμφωνία διευθέτησης και ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η υλοποίηση της με την ανταλλαγή επιστολογραφίας και την παράθεση στοιχείων από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση, κατά τον τρόπο που αποκαλύπτεται τούτο και στην ηλεκτρονική επιστολογραφία μεταξύ διαδίκων από τις 26.07.2018 μέχρι και 09.08.2018, φαίνεται πως ισχύει ότι επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας στα πλαίσια της υπόθεσης Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. v Adeona Holdings Ltd, (ανωτέρω), όπου σημειώθηκε πως: «Δεν διαφωνούμε με το γενικό σχόλιο του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι ορισμένες φορές οι διάδικοι τροχοδρομούν κάποιο γεγονός για να το επικαλεστούν στη συνέχεια ως εξέλιξη στα γεγονότα της υπόθεσης, με στόχο να δικαιολογήσουν το κατεπείγον της αίτησης». Παρά το γεγονός ότι οι ως άνω επισημάνσεις του δικαστηρίου είναι δυνατόν, από μόνες τους, στη βάση καλά καθιερωμένων αρχών να λειτουργήσουν καταλυτικά, σφραγίζοντας στην υπό συζήτηση περίπτωση την τύχη του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος, το ζήτημα της ικανοποίησης της υποχρέωσης για επαρκή αποκάλυψη ουσιωδών για την υπόθεση στοιχείων και γεγονότων, δεν φαίνεται να εξαντλείται. Στην ένορκη δήλωση της Χριστοφόρου, που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση, είναι γεγονός ότι υποδεικνύεται πως εφαρμοστέο σε σχέση με τη σύμβαση δανειοδότησης δίκαιο, είναι το Ρωσικό. Ως έχει όμως υποδειχθεί στην εξέλιξη της διαδικασίας από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση, δεν αποκαλύφθηκε στο δικαστήριο το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη σύμβαση δανειοδότησης υπάρχει ρήτρα διαιτησίας, που ουσιαστικά επιτάσσει την επίλυση κάθε διαφοράς σε σχέση με τη συγκεκριμένη δανειοδότηση από Διαιτητικό Δικαστήριο στη Ρωσία. Αποτέλεσε θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των αιτητών ότι η πιο πάνω παράλειψη δεν θα πρέπει να έχει οποιαδήποτε επίδραση στην κρίση του δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι η ύπαρξη ή μη ρήτρας διαιτησίας σε σχέση με τη συμφωνία δανείου, αποτελεί ζήτημα άσχετο με τα επίδικα, μη δυνάμενο να έχει οποιαδήποτε ουσιαστική σημασία ή επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου με δεδομένο ότι τα επίδικα ζητήματα στην παρούσα διαδικασία αφορούν και περιορίζονται στη Συμφωνία Ενεχυρίασης Μετοχών. Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι η Συμφωνία Ενεχυρίασης Μετοχών, αποτελεί ανεξάρτητη συμφωνία. Ωστόσο, η ύπαρξη ή μη της ρήτρας διαιτησίας σε σχέση με τη σύμβαση δανειοδότησης, η οποία αποτέλεσε την αιτία για τη σύναψη της Συμφωνίας Ενεχυρίασης Μετοχών και η επισήμανση τούτου από τους αιτητές, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιόν του και αυτό το στοιχείο, κρίνοντας αν ήταν ορθό ή όχι υπό το σύνολο των περιστάσεων να προβεί στην έκδοση των αιτούμενων προστακτικών διαταγμάτων μονομερώς ή αν θα έπρεπε να ακούσει και την άλλη πλευρά, δεν αποτελεί ασφαλώς ζήτημα αδιάφορο. Το κριτήριο της ικανοποίησης της υποχρέωσης αποκάλυψης είναι αντικειμενικό. Αν ένα στοιχείο είναι επουσιώδες ή όχι εναπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου. Με δεδομένη τη φύση του διατάγματος, οι ενάγοντες - αιτητές είχαν ύψιστο καθήκον να αποκαλύψουν κατά το στάδιο που μονομερώς απευθύνθηκαν στο δικαστήριο τα στοιχεία που πιο πάνω έχουν εντοπιστεί, δίδοντας έτσι την ευκαιρία στο δικαστήριο να τα αξιολογήσει κατά τον ουσιώδη χρόνο, αποφαινόμενο για την αποδοχή ή όχι της μονομερώς προωθούμενης αίτησης για έκδοση του διατάγματος. Το ποια θα ήταν η κατάληξη του δικαστηρίου και ποιες οι σκέψεις του εάν και τα ως άνω γεγονότα παρουσιάζονταν σε αυτό δεν ενδιαφέρει ιδιαίτερα, αφού αποτελεί μεταβλητή που δεν μπορεί σε αυτό το στάδιο να λεχθεί ποια επίδραση θα είχε η παράθεσή της ενώπιον του δικαστηρίου. Στην υπόθεση Willstrop κ.α. v. Mammous κ.α.
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1740, απαγορευτικό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς και στη συνέχεια οριστικοποιήθηκε, ακυρώθηκε κατ' έφεση, λόγω απόκρυψης ουσιώδους γεγονότος και μη ικανοποίησης του στοιχείου του κατεπείγοντος για την παροχή της θεραπείας. Υπεδείχθηκε ότι στο στάδιο της μονομερούς αίτησης, το ζητούμενο δεν είναι η εμβέλεια της ρήτρας διαιτησίας αλλά η επισήμανσή της, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιόν του όλα τα στοιχεία που θα το βοηθούσαν να κρίνει αν ήταν ορθό να δώσει το διάταγμα μονομερώς ή αν θα έπρεπε να ακούσει και την άλλη πλευρά. Κρίθηκε, συνακόλουθα, πως η γνώση της ύπαρξης της ρήτρας διαιτησίας αποτελούσε σημαντικό στοιχείο ενώ η μη αποκάλυψή της θεωρήθηκε ουσιώδης παράλειψη που θα μπορούσε, αντικειμενικά, να επηρέαζε την κρίση του δικαστηρίου. Ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Χατζηχαμπής (Δικαστής όπως ήταν τότε) έθεσε το ζήτημα ως εξής: «Πλουσιοτάτη είναι η νομολογία, στην οποία οι Εφεσείοντες αναφέρονται εκτενώς, ως προς το θέμα του καθήκοντος αποκάλυψης, και δη ως προς περιπτώσεις ρήτρας διαιτησίας. Αδυνατούμε να συμφωνήσουμε με τον ευπαίδευτο πρωτόδικο Δικαστή ότι η μη αποκάλυψη της ρήτρας διαιτησίας ήταν άνευ σημασίας. Εδώ, όπως ορθώς παρατηρούν οι Εφεσείοντες, όντως επρόκειτο για ρήτρα διεθνούς εμπορικής διαιτησίας που ρυθμίζεται από το Νόμο 101/1987 και δεν μπορεί να αμφισβητείται η ισχύς της. Η εμβέλεια της βεβαίως είναι θέμα κρίσεως, αλλά δεν μπορούμε να δεχθούμε την εισήγηση των Εφεσεσιβλήτων ότι η αγωγή σαφώς δεν ενέπιπτε στα πλαίσια της ρήτρας διαιτησίας. Το θέμα της εμβέλειας της ρήτρας διαιτησίας δεν θα μπορούσε εξ άλλου να κριθεί παρεμφερώς στο στάδιο της ex parte αίτησης, ................................. ....................... Το ζητούμενο στο στάδιο της ex parte αίτησης λοιπόν δεν ήταν η εμβέλεια της ρήτρας διαιτησίας αλλά η επισήμανση της (πέραν της απλής περίληψης στην αίτηση της συμφωνίας στην οποία περιείχετο) ώστε το Δικαστήριο να είχε ενώπιον του όλα τα στοιχεία που θα το βοηθούσαν να κρίνει αν ήταν ορθό να δώσει το διάταγμα ex parte ή αν θα έπρεπε να ακούσει και την άλλη πλευρά. Ως προς τούτο, η γνώση του της ύπαρξης της ρήτρας διαιτησίας ήταν, φρονούμε, σημαντικό στοιχείο. Και κάτι άλλο. Η κρίση ως προς την επίδραση μη αποκαλυφθέντος στοιχείου δεν μπορεί να γίνεται, εκτός σε πολύ καθαρές περιπτώσεις, πρωτογενώς και εκ των υστέρων, αφού δεν είναι δυνατό να λεχθεί τώρα ποία επίδραση θα είχε αυτό στην τότε κρίση του Δικαστηρίου. Η σημασία μη αποκαλυφθέντος στοιχείου δεν πρέπει λοιπόν εύκολα να υποτιμάται, ιδιαιτέρως εφ' όσον συναρτάται προς την έκδοση ex parte διατάγματος ως κατ' εξαίρεση διαδικασίας. Η μη αποκάλυψη της ρήτρας διαιτησίας ήταν, καταλήγουμε, ουσιώδης παράλειψη που μπορούσε, αντικειμενικά, να επηρέαζε την κρίση του Δικαστηρίου. ..». Στην υπό συζήτηση περίπτωση η επισήμανση στο δικαστήριο της ύπαρξης της ρήτρας διαιτησίας σε σχέση με τη συμφωνία δανεισμού ήταν επίσης σημαντική. Η αξίωση των εναγόντων στη βάση της Συμφωνίας Ενεχυρίασης Μετοχών, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι εδράζεται και έλκει την ύπαρξη της από τη συμφωνία δανεισμού, της οποίας είναι παρεπόμενη και στην οποία παραπέμπει. Η επισήμανση στο δικαστήριο της ύπαρξης της ρήτρας διαιτησίας σε σχέση με τη συμφωνία δανεισμού καθ' ων χρόνο ασκούσε την διακριτική του εξουσία στα πλαίσια της εξέτασης της μονομερούς αίτησης, θα επέτρεπε στο τελευταίο να έχει ενώπιον του όλα τα στοιχεία που θα το βοηθούσαν να κρίνει αν ήταν ορθό να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα μονομερώς ή εάν θα έπρεπε, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων που την περιβάλλουν, να ζητήσει να ακούσει και την άλλη πλευρά. Αντικειμενικά ορωμένων των πραγμάτων, η μη αποκάλυψη της ρήτρας διαιτησίας της συμφωνίας δανεισμού, αποτέλεσε παράλειψη που εκ των πραγμάτων θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του δικαστηρίου ως προς τον τρόπο χειρισμού του αιτήματος και την κρίση του κατά πόσο ήταν ορθό να εκδώσει το προστακτικό διάταγμα μονομερώς ή αν θα έπρεπε να ακούσει και την άλλη πλευρά. Η παραβίαση της ως άνω υποχρέωσης εκ μέρους των αιτητριών, εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, ως έχει ήδη σημειωθεί, είναι από μόνη της ικανή να σφραγίσει την τύχη της αίτησης και του εκδοθέντος διατάγματος. Οι τελευταίες, παραθέτοντας με τον τρόπο που επέλεξαν τα γεγονότα και τα στοιχεία που περιβάλλουν την υπόθεση, έπραξαν τούτο χωρίς να αποκαλύψουν με την απαιτούμενη καθαρότητα και πληρότητα γεγονότα της υπόθεσης, παρουσιάζοντας μια εικόνα που εξυπηρετούσε ασφαλώς την προώθηση της αίτησης και μάλιστα μονομερώς, παραλείποντας όμως να αποκαλύψουν στοιχεία που εκ των πραγμάτων θα μπορούσαν να έχουν τη δική τους ουσιαστική σημασία στην αντιμετώπιση της αίτησης από το δικαστήριο και στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Η ενασχόληση με άλλες πτυχές που αφορούν το δικαιολογημένο ή μη της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος εν όψει της ως άνω κατάληξης του δικαστηρίου, όχι μόνο δεν επιβάλλεται αλλά αντίθετα ως υποστηρίζει η νομολογία, αντενδείκνυται (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1 (Α) Α.Α.Δ. 583, Banka Turco Romana SA v. Cortuk and Another
(2018)EWHC 662 (Comm), Γρηγορίου και Άλλοι ν. Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Συνακόλουθα, το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 13.08.2018 θα πρέπει να ακυρωθεί. Τούτο και γίνεται δια της παρούσας. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι αυτά θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, επιδικάζονται προς όφελος των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο