Γ. Καλλής (ΒΙΟΜΗΧΑΝΟΙ) ΛΤΔ αλλώς πως γνωστοί και ως G.Kallis (Manufacturers) Limited ν. Dunnes Stores, Αρ. Αγωγής: 7936/2011, 20/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A625 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7936/2011 Μεταξύ: Γ. Καλλής (ΒΙΟΜΗΧΑΝΟΙ) ΛΤΔ αλλώς πως γνωστοί και ως G.Kallis (Manufacturers) Limited Ενάγουσας και Dunnes Stores Εναγομένης ------------------ Ημερομηνία: 20, Δεκεμβρίου, 2018. Εμφανίσεις Για την Ενάγουσα : κα. Λ. Σιακαλλή για Τάσσος Παπαδόπουλος & Σία ΔΕΠΕ. Για την Εναγόμενη : κ. Φ. Χατζηχάννας και κα. Α. Θωμά για Χατζηχάννας & Σία ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αγωγή της Ενάγουσας με την οποία αξιώνει από την Εναγόμενη το ποσό των €67,273.48 ως υπόλοιπο πωληθέντων και παραδοθέντων εμπορευμάτων, πλέον τόκο προς 9 % ετησίως από την ημερομηνία που έκαστο τιμολόγιο εκδόθηκε ή κατέστη πληρωτέο. Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 A.Α.Δ 24. Στην Έκθεση Απαίτησής της η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι δυνάμει συμφωνίας παρείχε στην Εναγόμενη υπηρεσίες συρραφής ενδυμάτων κατόπιν παραγγελιών της τελευταίας. Η Ενάγουσα εξέδιδε σχετικά τιμολόγια, το κόστος των οποίων η Εναγόμενη παρέλειψε να εξοφλήσει. Παρά τις οχλήσεις της Ενάγουσας, η Εναγόμενη παρέλειψε να καταβάλει το συνολικό οφειλόμενο ποσό, το οποίο ανέρχεται στις € 67.273,48 Η Εναγόμενη στην Έκθεση Υπεράσπισής & Ανταπαίτησης προέβαλε προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενη ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την επίδικη διαφορά. Επιπρόσθετα ισχυρίστηκε ότι οι διάδικοι είχαν επί σειρά ετών συναλλαγές και οι όροι της επίδικης συμφωνίας προκύπτουν από τη μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφία και συναλλακτική πρακτική. Αρνήθηκε, όμως, ότι τα τιμολόγια ήταν πληρωτέα αμέσως και ισχυρίστηκε ότι υπόκειντo σε έγκριση από την Εναγόμενη. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ήταν εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας ότι τα επίδικα προϊόντα θα συνοδεύοντο από Certificate of Origin - Form A. Όμως, περί το έτος 2007, λόγω μη αποδοχής από τις Ιρλανδικές αρχές έξι πιστοποιητικών Form A, η Εναγόμενη πλήρωσε το ποσό των € 63,742.95 στις Ιρλανδικές αρχές. Ενόψει τούτου η Εναγόμενη αναγκάστηκε ν' αφαιρέσει το πιο πάνω ποσό από τη μερίδα της Ενάγουσας. Η Εναγόμενη ήγειρε επίσης ανταπαίτηση αξιώνοντας το πιο πάνω ποσό. Από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων προκύπτει ότι το ουσιαστικό επίδικο θέμα είναι το κατά πόσο τα τιμολόγια υπόκειντο σε έγκριση από την Εναγόμενη και εάν υφίστατο όρος στην επίδικη συμφωνία για παροχή από την Ενάγουσα πιστοποιητικών Form A. Η απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, αφού τα ζητήματα που ήγειραν ήταν πρόσφορα και κατάλληλα να δικαστούν μαζί. Σχετική είναι η απόφαση G.D.L.Trading (Famagusta) Ltd v. Φαρκονάς
(2010)1 Α.Α.Δ.
- Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας κατέθεσαν δύο μάρτυρες, οι XXX Καλλής ΜΕ1 και XXX Καλλής ΜΕ
- Κατά τη μαρτυρία του ΜΕ1 κατατέθηκαν συνολικά επτά
(7)Τεκμήρια. Συγκεκριμένα κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 1, κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 27.3.2009, ως Τεκμήριο 2 δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από 11 φύλλα χαρτιού, τα οποία αποτελούν τα επίδικα Τιμολόγια, ως Τεκμήριο 3 Δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από 13 έντυπα παραγγελιών, ως Τεκμήριο 4 το Τιμολόγιο υπ' αριθμόν 13555, ως Τεκμήριο 5 επιστολή Ενάγουσας προς Εναγόμενη, ημερομηνίας 25.4.2005 συνοδευόμενη από Certificate of Origin και G.S.P. Form Α, ως Τεκμήριο 6 επιστολή Ενάγουσας, ημερομηνίας 28.3.2005 και ως Τεκμήριο 7 δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από 17 φύλλα χαρτιού, η οποία αποτελεί την αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων, O ME1 κατά την κυρίως εξέτασή του, δήλωσε ότι ήταν ρητός και ουσιώδης όρος της συμφωνίας ότι η Εναγόμενη θα υπέβαλλε παραγγελίες στην Ενάγουσα για την παραγωγή ειδών ένδυσης και η Ενάγουσα θα εξέδιδε τιμολόγια για έκαστη παραγγελία. Τα τιμολόγια θα εξοφλούντο με την παράδοση των προϊόντων στις καθορισμένες ημερομηνίες. Τόνισε ότι οι υπηρεσίες της Ενάγουσας θα προσφέρονταν κάθε φορά στη βάση κάθε παραγγελίας. Η Ενάγουσα στη βάση παραγγελιών που υποβλήθηκαν προχώρησε στη συρραφή ειδών ένδυσης και εξέδωσε σχετικά τιμολόγια, τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Στη βάση των πιο πάνω τιμολογίων η Εναγόμενη οφείλει το αξιούμενο ποσό. Η Εναγόμενη, παρότι παρέλαβε τα επίδικα προϊόντα, παρέλειψε να εξοφλήσει το τίμημα και οφείλει το αξιούμενο ποσό. Ως προς το ζήτημα της χορήγησης από την Ενάγουσα του GSP-FORM A, δήλωσε ότι αυτή δεν ήταν συμβατική υποχρέωση της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα παρείχε το εν λόγω πιστοποιητικό προς διευκόλυνση του τμήματος εκτελώνισης της Εναγόμενης και όχι προς συμμόρφωση με συμβατικό όρο της συμφωνίας των μερών. Ο ΜΕ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 δέσμη παραγγελιών από την Εναγόμενη προς Ενάγουσα. Ο ίδιος παραπέμποντας στο έγγραφο παραγγελίας με αριθμό 34698 υπέδειξε ότι κατεγράφετο στην εν λόγω παραγγελία η πρόβλεψη ότι η Εναγόμενη θα κατέβαλλε δασμό προς 12.2%. Μάλιστα, υπέδειξε ότι στο τιμολόγιο που αφορούσε την εν λόγω παραγγελία, πάρα την πιο πάνω πρόβλεψη για πληρωμή δασμού, στάλθηκε και σχετικό πιστοποιητικό G.S.P. Form A. Παρέπεμψε σχετικά στο Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέτασή του προσδιόρισε ότι η συρραφή των επίδικων προϊόντων γινόταν στην Ιορδανία και απ' εκεί αποστέλλονταν στον τελικό τους προορισμό. Εξήγησε επίσης ότι από το έτος 2000 περίπου η Ενάγουσα διατηρούσε εργοστάσιο στην Ιορδανία. Συμφώνησε, ακολούθως, με τη θέση ότι τα προϊόντα, τα οποία παράγγελνε η Εναγόμενη προέρχονταν από το εργοστάσιο της Ενάγουσας, στην Ιορδανία. Διευκρίνισε, όμως, ότι η έννοια της παραγωγής των ειδών ένδυσης δεν περιλαμβάνει μόνο τη συρραφή αυτών αλλά και άλλα τα στάδια, τα οποία διεκπεραιώνονταν στην Κύπρο. Δέχθηκε, επίσης, ότι ο ΜΕ2 ήταν το πρόσωπο που συνήθως μετέβαινε στην Ιρλανδία και συμφωνούσε τα διάφορα ποσά. Σε ερώτηση, εάν υπάρχει γραπτή συμφωνία, παρέπεμψε στα έγγραφα παραγγελίας. Διαφώνησε ότι τα περισσότερα στοιχεία της συμφωνίας ήταν προφορικά και εξήγησε ότι τα ουσιώδη στοιχεία καταγράφονται στα έντυπα παραγγελιών. Η Ενάγουσα δεν ξεκινούσε οποιαδήποτε εργασία, εάν δεν λάμβανε από πριν το έντυπο παραγγελίας. Ερωτηθείς σχετικά εξήγησε ότι η Εναγόμενη θα πλήρωνε το κόστος των προϊόντων πλέον οποιουσδήποτε δασμούς τυχόν επιβάλλονταν κατά το στάδιο της εκτελώνισης, καθώς επίσης και το κόστος εκτελώνισης. Συμφώνησε ταυτόχρονα με τη θέση ότι τόπος εκτελώνισης ήταν η Ιρλανδία και ότι για προϊόντα από την Ιορδανία υπήρχε δασμός κατά την εκτελώνιση. Σε ερώτηση, εάν γνωρίζει σχετικά με τις προϋποθέσεις έκδοσης του πιστοποιητικού GSP, απάντησε ότι δεν γνωρίζει, δηλώνοντας ότι είναι πολύπλοκη διαδικασία. Αρνήθηκε τη θέση ότι η Εναγόμενη ζήτησε από την Ενάγουσα να την προμηθεύει με το εν λόγω πιστοποιητικό, ως μέρος της συμφωνίας. Επέμεινε ότι προμήθευαν την Εναγόμενη με το εν λόγω έντυπο, χωρίς να έχουν οι ίδιοι οποιοδήποτε συμφέρον. Σε μεταγενέστερο στάδιο ενημερώθηκε, όμως, ότι οι Ιρλανδικές αρχές δεν έκαναν δεκτά κάποια πιστοποιητικά. Παρά τα πιο πάνω δεν αποτάθηκε στις Ιορδανικές αρχές να μάθει ποιο ήταν το πρόβλημα με τα εν λόγω πιστοποιητικά, γιατί δεν ήταν ευθύνη δική του. Αρνήθηκε, επίσης, την υποβολή ότι αποτελεί συνήθη εμπορική πρακτική ο κατασκευαστής να μεριμνά και να παραδίδει πιστοποιητικό GSP στον αγοραστή. Αντίθετα δέκτηκε ότι ο κατασκευαστής έχει υποχρέωση να προμηθεύσει τον αγοραστή με Certificate of Origin. Ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη δεν απώλεσε κάτι από το γεγονός ότι τα πιστοποιητικά GSP δεν έγιναν αποδεκτά, αφού πλήρωσε τους δασμούς που θα πλήρωνε σε κάθε περίπτωση. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η Εναγόμενη δεν αποδέχτηκε την οφειλή της. Περαιτέρω δήλωσε ότι η Ενάγουσα σταμάτησε να προμηθεύει την Εναγόμενη με G.S.P Form A από τον Δεκέμβρη του 2007, ενώ η συνεργασία των μερών σταμάτησε το
- Επόμενος μάρτυρας για την Ενάγουσα ήταν ο ΜΕ2, ο οποίος κατέθεσε συνολικά πέντε Τεκμήρια. Συγκεκριμένα κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 Τιμολόγιο με αριθμό 13398, ημερομηνίας 28.04.05, ως Τεκμήριο 9 Τιμολόγιο υπ' αριθμόν 14405, ημερομηνίας 21.05.07, ως Τεκμήριο 10 Τιμολόγιο υπ΄ αριθμόν 14453, ημερομηνίας 2.07.07, ως Τεκμήριο 11 δέσμη εγγράφων, αποτελούμενη από 5 έντυπα παραγγελιών, και ως Τεκμήριο 12 δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από 6 τιμολόγια. Ο ΜΕ2 κατά την κυρίως εξέτασή του δήλωσε ότι η Ενάγουσα ανέλαβε περί το 1990 την κατασκευή ειδών ρουχισμού εκ μέρους της Εναγομένης. Η συνεργασία των μερών εδραζόταν σε προφορική συμφωνία ότι η κατασκευή του ρουχισμού θα γινόταν στη βάση παραγγελιών που θα λάμβανε η Ενάγουσα από την Εναγόμενη. Ήταν όρος της επίδικης συμφωνίας ότι η κατασκευή, συρραφή και αποστολή του ρουχισμού θα γινόταν με βάση τις προδιαγραφές, όρους και προϋποθέσεις που περιέχονταν στην εκάστοτε παραγγελία. Η Ενάγουσα με την εκτέλεση κάθε παραγγελίας, εξέδιδε αριθμημένα τιμολόγια, τα οποία ήταν πληρωτέα εντός 120 ημερών. Επειδή, όμως, υπήρχε περίπτωση η Εναγόμενη να μην τοποθετούσε απευθείας τα εμπορεύματα στα καταστήματά της, εκδίδονταν και υποτιμολόγια. Σύμφωνα με τον ίδιο τόσο τα τιμολόγια όσο και τα υποτιμολόγια έφεραν περίοδο χάριτος στην οποία δεν επιβαλλόταν τόκος. Τα έτη 2008 με 2009 η Ενάγουσα προχώρησε στη συρραφή και παράδοση των προϊόντων που αφορούν τα επίδικα τιμολόγια. Συνήθως το ύφασμα που χρησιμοποιείτο ήταν ύφασμα από την Άπω Ανατολή και ως εκ τούτου τα είδη ρουχισμού υπόκειντο σε δασμούς. Η Ενάγουσα ενημέρωσε την Εναγόμενη περί της οφειλή της και η Εναγόμενη δεν αμφισβήτησε αυτή. Ως προς τα πιστοποιητικά GSP Form A, δήλωσε ότι περί το έτος 2005 τους ενημέρωσε η αρμόδια αρχή της Ιορδανίας ότι δικαιούνταν να λαμβάνουν το εν λόγω πιστοποιητικό. Έτσι η Ενάγουσα απέστελλε το εν λόγω πιστοποιητικό καθ' όλη την περίοδο που αυτό εκδίδετο από τις αρμόδιες αρχές της Ιορδανίας. Δήλωσε ότι η Εναγόμενη γνώριζε πολύ καλά πόσο φόρο θα πλήρωνε για κάθε παραγγελία και επανέλαβε ότι ουδέποτε υπήρξε συμφωνία ή αποτέλεσε προϋπόθεση για την αποδοχή της οποιασδήποτε παραγγελίας η προσκόμιση σχετικού πιστοποιητικού G.S.P. Form A. Άλλωστε η έκδοση τέτοιων πιστοποιητικών έπαυσε από τις 24.7.
- Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι αποχώρησε από την Ενάγουσα το καλοκαίρι του έτους '
- Αρνήθηκε ότι ήταν συνήθης πρακτική να συνοδεύονται τα προϊόντα από G.S.P. Form A και δήλωσε ότι η Ενάγουσα απέστελλε τα σχετικά πιστοποιητικά, επειδή τα χορηγούσαν οι Ιορδανικές αρχές. Δήλωσε, επίσης, ότι οι τιμές των προϊόντων στα ράφια της Εναγομένης δεν άλλαξαν μετά που ξεκίνησε η παροχή των εν λόγω πιστοποιητικών. Συμφώνησε ότι το μοναδικό γραπτό κείμενο που υπήρχε ήταν οι παραγγελίες και εξήγησε ότι τους ίδιους τους ενδιέφερε το τι έγραφε η παραγγελία. Πάρα ταύτα έστελναν το πιστοποιητικό G.S.P Form A, παρότι δεν ανέγραφε κάτι τέτοιο η παραγγελία. Εξήγησε, όμως, ότι στην παραγγελία αυτό που αφορούσε την Ενάγουσα ήταν το τι έπρεπε να εκτελέσει η ίδια και όχι η παροχή του εν λόγω πιστοποιητικού. Ως προς το ότι το εν λόγω πιστοποιητικό περιλαμβανόταν στο πακέτο που απέστελλε η Ενάγουσα, απάντησε ότι όντως το έβαζαν αλλά όχι κατόπιν συμφωνίας, αφού η έκδοσή του δεν ήταν υπό τον έλεγχο της Ενάγουσας. Δέχθηκε ότι την πληροφόρησή του περί το ότι η Εναγόμενη δεν αμφισβήτησε την οφειλή της, την έλαβε από τον ΜΕ
- Συμφώνησε με τη θέση ότι η υποχρέωση της Ενάγουσας ήταν να παραδώσει τα προϊόντα μέχρι το λιμάνι και ότι δεν υπάρχει στις συναλλαγές παράδοση και εκτελώνιση του προϊόντος από τον ίδιο τον πωλητή. Αρνήθηκε, όμως, τη θέση ότι στα απαραίτητα έγγραφα εκτελώνισης βρίσκεται το πιστοποιητικό G.S.P. Επανέλαβε εκ νέου ότι δεν ήταν υποχρέωση της Ενάγουσας να δίδει το εν λόγω πιστοποιητικό αλλά το έδιδε, επειδή το παρείχαν οι Ιορδανικές αρχές. Όταν του υποδείχθηκε, από το Τεκμήριο 7, σχετικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ημερομηνίας 4.11.2008, απάντησε ότι εννοούσε ότι δεν διαμαρτυρήθηκε η Εναγόμενη κατά την εκτελώνιση και όχι ότι δεν διαμαρτυρήθηκε γενικά. Επανέλαβε τη θέση του, όμως, ότι δεν υπήρχε συμφωνία για παροχή του πιστοποιητικού G.S.P. Επιπλέον, συμφώνησε με την υποβολή ότι η Εναγόμενη με την επιστολή, ημερομηνίας 3.3.2009, ενημέρωσε την Ενάγουσα ότι θα απέκοπτε το ποσό που πλήρωσε ως φορολογία από τυχόν οφειλόμενο ποσό. Επανέλαβε τη θέση του ότι η Εναγόμενη εκτελώνιζε προϊόντα της Ενάγουσας και μετά που σταμάτησε η Ενάγουσα να αποστέλλει το σχετικό πιστοποιητικό. Σε ερώτηση ως προς το αξιούμενο ποσοστό επιτοκίου απάντησε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει πώς προκύπτει. Ερωτηθείς για το πότε ενημερώθηκε η Εναγόμενη σχετικά με το ότι σταμάτησε η χορήγηση του G.S.P, απάντησε ότι δεν γνωρίζει συγκεκριμένη ημερομηνία αλλά εικάζει ότι ενημερώθηκε μετά που σταμάτησε η Ενάγουσα να τα αποστέλλει. Συμφώνησε με την υποβολή ότι η Ενάγουσα πάντα πλήρωνε και συμπλήρωσε ότι αυτός ήταν και ο λόγος που συνέχιζαν να συνεργάζονται. Εισηγήσεις των Διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν γραπτώς προωθώντας ο καθένας τις θέσεις του, τις οποίες το Δικαστήριο έχει κατά νου. Αξιολόγηση μαρτυρίας. Κατ' αρχάς τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Π.Ε 2/2011, ημερομηνίας 2.12.
- Η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας συνήθως υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/19, ημερομηνίας 20.9.
- Στην παρούσα, παρόλο που δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους της Εναγομένης, εντούτοις έχει αμφισβητηθεί μέσω της αντεξέτασης η ορθότητα της εκδοχής των μαρτύρων της Ενάγουσας. Καθίσταται, λοιπόν, αναγκαίο προτού ενδεχομένως η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο για εξαγωγή ευρημάτων, αυτή να αξιολογηθεί. Ασφαλώς το Δικαστήριο έχει κατά νου ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ.
- Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 Ο ΜΕ1, προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από αμεσότητα, ευθύτητα και συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Η βασική θέση του ΜΕ1 ότι δεν συμφωνήθηκε ρητά οποτεδήποτε η υποχρέωση της Ενάγουσας να προσκομίζει στην Εναγόμενη πιστοποιητικά G.S.P Form A, δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία και οι σχετικές υποβολές του συνηγόρου της Εναγομένης παρέμειναν μετέωροι ισχυρισμοί. Επιπρόσθετα τονίζεται ότι κατά την αντεξέτασή του ο μάρτυρας δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση τέτοιας φύσης, η οποία να είναι ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του. Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ1 για σκοπούς συναγωγής ευρημάτων. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΕ2 Η μαρτυρία του ΜΕ2 επίσης χαρακτηριζόταν από ευθύτητα και σαφήνεια. Η μαρτυρία του συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και τη μαρτυρία του ΜΕ
- Επιπρόσθετα η μαρτυρία του δεν αντικρούεται από άλλη αντίθετη μαρτυρία και οι σχετικές υποβολές του συνηγόρου της Εναγομένης παρέμειναν μετέωροι ισχυρισμοί. Οι βασικές του θέσεις ότι δεν συμφωνήθηκε η χορήγηση από την Ενάγουσα σχετικού πιστοποιητικού G.S.P Form A και ότι η Εναγόμενη συνέχισε να έχει δοσοληψίες με την Ενάγουσα ακόμα και μετά τον χρόνο που έπαυσε η χορήγηση του εν λόγω πιστοποιητικού, συνάδουν με την ολότητα της μαρτυρίας και δεν αντικρούονται από άλλη αντίθετη μαρτυρία. Αδιαμφισβήτητη ήταν και η θέση του ότι η διάδικοι είχαν δοσοληψίες για περίπου 15 χρόνια πριν ξεκινήσει η χορήγηση του σχετικού πιστοποιητικού. Όπως και για τον ΜΕ1 έτσι και για τον ΜΕ2 παρατηρώ ότι η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ2 , για σκοπούς συναγωγής ευρημάτων. Ευρήματα Στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών και της πιο πάνω αξιολόγησης προχωρώ στη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα ανέλαβε περί το 1990 την κατασκευή ειδών ρουχισμού εκ μέρους της Εναγόμενης. Η συμφωνία των μερών ήταν προφορική. Οι εκάστοτε υποχρεώσεις της Ενάγουσας και Εναγόμενης εδράζονταν στις παραγγελίες, τις οποίες υπέβαλλε η Εναγόμενη. Η Ενάγουσα είχε τη συμβατική υποχρέωση να παραδίδει τα προϊόντα μέχρι το λιμάνι και η Εναγόμενη είχε την υποχρέωση εκτελώνισης αυτών. Από το έτος 2000 περίπου η Ενάγουσα διατηρούσα εργοστάσιο στην Ιορδανία, όπου συρράπτονταν τα είδη ένδυσης. Τα υπόλοιπα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας διεκπεραιώνονταν στην Κύπρο. Η Ενάγουσα από το έτος 2005, αφού ενημερώθηκε σχετικά από τις Ιορδανικές αρχές, προμήθευε την Εναγόμενη με πιστοποιητικό G.S.P Form A, το οποίο μπορούσε να χρησιμοποιεί η Εναγόμενη, ώστε να μην υπόκεινται σε δασμούς τα προϊόντα που αγόραζε, κατά το στάδιο της εκτελώνισης. Το εν λόγω πιστοποιητικό εκδιδόταν από τις αρμόδιες αρχές της Ιορδανίας. Η έκδοση του εν λόγω πιστοποιητικού σταμάτησε στις 24.7.
- Η Εναγόμενη με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ημερομηνίας 4.11.2008, ζήτησε να πληροφορηθεί τον λόγο που η Ενάγουσα έπαυσε να παραδίδει το εν λόγω πιστοποιητικό. Στο εν λόγω μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου καταγράφηκε από την Εναγόμενη ότι έπαυσε η παροχή των πιο πάνω πιστοποιητικών από τον Δεκέμβρη του
- Εντούτοις οι διάδικοι είχαν δοσοληψίες μέχρι και τουλάχιστον τον Ιανουάριο του 2009, ημερομηνία του τελευταίου Τιμολογίου που αποστάληκε από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη. Δεν προκύπτει από την μαρτυρία ότι τα οποιαδήποτε τιμολόγια υπόκειντο στην έγκριση της Εναγομένης. Η Ενάγουσα για την περίοδο από τον Οκτώβρη του 2008 μέχρι τον Γενάρη του 2009 πώλησε και παρέδωσε στην Εναγόμενη σειρά εμπορευμάτων, για τα οποία εκδόθηκαν τα τιμολόγια που αποτελούν το Τεκμήριο 2, συνολικού ύψους €67.273,
- Η Εναγόμενη ενημερώθηκε από το αρμόδιο τμήμα των Ιρλανδικών αρχών ότι θα έπρεπε να καταβάλει το ποσό των € 63,742.95 ως φόρο, καθότι σειρά πιστοποιητικών G.S.P Form Α, δεν έγιναν αποδεκτά από τις Ιρλανδικές αρχές. Η σχετική επιστολή των Ιρλανδικών αρχών, η οποία περιέχεται στο Τεκμήριο 7, αναφέρεται σε επιβολή φορολογίας για εκτελωνίσεις προϊόντων που έλαβαν χώρα την περίοδο από τον Ιούνιο του 2005 μέχρι τον Ιούνιο του
- Ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης η Εναγόμενη μέσω επιστολής της, ημερομηνίας 3.3.2009, ενημέρωσε την Ενάγουσα ότι θα προχωρούσε με αποκοπή του πιο πάνω ποσού από τα οφειλόμενα προς αυτή. Νομική Πτυχή H δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγομένης με την ιδιαίτερα εμπεριστατωμένη του αγόρευση εισηγήθηκε ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπό εξέταση διαφορά και πώς σχετική δικαιοδοσία έχουν τα Δικαστήρια της Ιρλανδίας. Είναι καλά νομολογημένο ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο, ως θέμα δημόσιας τάξης. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Παναγιώτου ν. " Χ""Κυριάκου"
(1991)1 ΑΑΔ 362 και Mιχαήλ Xριστάκης ν. Σταύρου Tζούλιου Γιαννή κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 2052. Στην υπό κρίση υπόθεση, όμως, το ζήτημα δεν εγείρεται πρώτη φόρα με την αγόρευση του συνηγόρου της Εναγομένης εταιρείας, αλλά αυτό τέθηκε στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης που υπέβαλε η Εναγόμενη, με την οποία ζητούσε τον παραμερισμό της σφράγισης, της επίδοσης και της υποκατάστατης επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, καθώς και διάταγμα παραμερισμού και αναστολής λόγω αναρμοδιότητας, έλλειψης δικαιοδοσίας και ακαταλληλότητας της δικαιοδοσίας εκδίκασης της υπόθεσης στην Κύπρο. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας 25.11.2013, αποφάσισε ότι έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό κρίση διαφορά. Περαιτέρω έκρινε ότι η Εναγόμενη έχει υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων, η επίδοση της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας ήταν ορθή και ότι δεν είχε διαφανεί ότι η Κύπρος δεν ήταν το κατάλληλο forum. Ακολούθως, η Εναγόμενη καταχώρησε σχετική αίτηση για έκδοση προνομιακών διατάγματων της φύσεως Certiorari & Prohibition. Στην εν λόγω Πολιτική Αίτηση, με αριθμό 84/2014, ημερομηνίας 29.5.2014, ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ, ανέφερε τα εξής διαφωτιστικά : «Mε δεδομένη την κρίση του κατώτερου Δικαστηρίου ότι οι αιτητές έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία, η ορθή θεραπεία αμφισβήτησης αυτού του δεδομένου είναι η έφεση την οποία οι αιτητές άσκησαν. Έχοντας ήδη αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου και ασκήσει επί της αντίθετης θέσης του Δικαστηρίου έφεση, η περαιτέρω εμπλοκή τους στην ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου διαδικασία, δεν τους αποστερεί ως θέμα νομικής και λογικής συνέπειας τη δυνατότητα να προωθήσουν την έφεση τους.» Περαιτέρω ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ προχώρησε αναφέροντας τα ακόλουθα: Oι αιτητές έχουν πρόσθετα δικαίωμα να λάβουν εκείνα τα διαβήματα που θεωρούν ορθό για την περαιτέρω διασφάλιση της θέσης τους ότι δεν υφίσταται εδώ δικαιοδοσία, (Civil Procedure Volume I, The White Book Service 2006, σελ. 1892, παρ. 74.11.13 και Equitas v. Wave City Shipping
(2005)EWHR 923). Προκύπτει, συνεπώς ότι δεδομένης της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ότι αυτό κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδικάσει τη διαφορά, η ορθή διαδικασία αμφισβήτησης της πιο πάνω απόφασης είναι η καταχώρηση Έφεσης. Πέραν όμως της Έφεσης η Εναγόμενη είχε δυνατότητα στη βάση της απόφασης Equitas v. Wave City Shipping
(2005)EWHR 923, να ζητήσει αναγνωριστική απόφαση, στα πλαίσια διαδικασίας ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων, με την οποία να αναγνωρίζεται ότι αυτά στερούνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν τη επίδικη διαφορά. Επί του προκειμένου διαφωτιστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα White Book 2018, Section A - Civil Procedure Rules 1998 and Practice Directions, (a) - Special jurisdiction—particular matters (art.7) (i) - Matters relating to contract (art.7
(1), ως ακολούθως : «Where, under the terms of the Judgments Regulation, an entity could bring proceedings within the jurisdiction to assert a contractual obligation, it is open to the entity against which the assertion could be made to seek within the jurisdiction a declaration to the contrary effect, even where the existence of a contract is denied (Equitas v Wave City Shipping [2005] EWHC 923 (Comm); [2005] 2 All E.R. (Comm) 301).» Στην υπό κρίση υπόθεση η πιο πάνω ενδιάμεση απόφαση δεν έχει ανατραπεί κατ΄ έφεση και έτσι παρέμεινε αλώβητη στο νομικό στερέωμα και το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να αναθεωρήσει ή να ακυρώσει προηγούμενη απόφαση. Στη βάση των ανωτέρω, δεδομένης της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 25.11.2013, το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί στο στάδιο αυτό να κρίνει το θέμα της δικαιοδοσίας διαφορετικά. Η πιο πάνω δυνατότητα θα υπήρχε, ενδεχομένως, εάν η Εναγόμενη αξίωνε αναγνωριστική απόφαση ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν την υπό κρίση υπόθεση, σύμφωνα με τις αρχές της απόφασης Equitas (ανωτέρω) και των όσων καταγράφονται στο σύγγραμμα White Book 2018 (ανωτέρω). Η Εναγόμενη ουδέν διάβημα έλαβε προς διασφάλιση της θέσης της ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας. Συνεπώς, η σχετική εισήγηση του κ. Χατζηχάννα περί έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την υπόθεση απορρίπτεται. Η απόδειξη της Αξίωσης της Ενάγουσας. Όπως είναι καλά θεμελιωμένο το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγουσας, η οποία οφείλει να αποδείξει τους ισχυρισμούς της στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου, με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, λέχθηκε, ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Βaloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Ενώ, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο εκάτερος των διαδίκων πέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαραίνει μόνο με βάση τη μαρτυρία που έχει δεχθεί ως αξιόπιστη. Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Στην υπό κρίση υπόθεση η Ενάγουσα καθόρισε στην Έκθεση Απαίτησής της ότι κατασκεύαζε και πωλούσε προς την Εναγόμενη είδη ένδυσης. Τονίζεται ότι ή ύπαρξη συμφωνίας και συναλλαγών μεταξύ των διαδίκων είναι παραδεκτή από την Υπεράσπιση και αυτό που αμφισβητείται είναι το κατά πόσο υφίσταται όρος στη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για παροχή από την Ενάγουσα πιστοποιητικού G.S.P. Form A. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγομένης εισηγήθηκε ότι υφίστατο εξυπακουόμενος όρος στη συμφωνία των διαδίκων ότι η Ενάγουσα θα παρείχε προς την Εναγόμενη πιστοποιητικά G.S.P. Form A. Οι αρχές με βάση τις οποίες διαπιστώνεται η ύπαρξη εξυπακουόμενου όρου συγκεφαλαιώνονται στην απόφαση Ergo Constructions Ltd ν. Tanielo Holding Ltd
(2012)1 ΑΑΔ 539, όπου με αναφορά στη σχετική νομολογία, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η ύπαρξη εξυπακουόμενου όρου σε συμφωνία διαπιστώνεται από το δικαστήριο, το οποίο, μέσα από το λεκτικό της, αναζητεί τις προθέσεις των συμβαλλομένων. Κριτήριο για τα όσα διατυπώνονται σ' αυτήν είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενό της στο μέσο λογικό άνθρωπο - (βλ. Εθνική Τράπεζα ν. Χατζηνέστορος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204· Γεωργ. Ετ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος Λτδ.
(1993)1 Α.Α.Δ. 168· Λάμπρου ν. Παράσχου κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 397 και Οικονόμου κ.ά. ν. Ττοφίνη κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 436). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Ετ. Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407:- (σελ. 413) «..., συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων.» Στην Τσιαλής ν. Χατζηανδρέου (Τσιαλή)
(2000)1 Α.Α.Δ. 1250, σε σχέση με τον εξυπακουόμενο όρο, αναφέρεται ότι:- (σελ. 1258-1259) «Η διακρίβωση εξυπακουόμενου όρου ως θέμα ερμηνείας της συμφωνίας είναι παλαιόθεν γνώρισμα του έργου του δικαστηρίου, εδραζόμενη στην αναγνώριση ότι τα μέρη δεν διατυπώνουν πάντοτε ρητά στη γραπτή τους συμφωνία παρά μόνο τα βασικά της στοιχεία, αφήνοντας άλλα να προκύπτουν έστω και αν δεν ελέχθησαν. Η διακρίβωση εξυπακουόμενου όρου αποδίδεται στην ανάγκη να δοθεί αποτελεσματικότητα και πληρότητα στη συμφωνία, εκφράζοντας εκείνο που, αν και δεν ελέχθη, αντιπροσωπεύει την εμφανή και αναγκαία πρόθεση των μερών. Η κλασσική διατύπωση της αρχής προέρχεται από τον Bowen L.J., στην υπόθεση The Moorcock [1889] 14 P.D. 64, στη σ. 68:» Περαιτέρω, στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», σελ. 554, καταγράφεται ότι πέραν της πιο πάνω πηγής εξυπακουόμενων όρων τέτοιοι όροι μπορούν να προκύψουν απευθείας από τον Νόμο και από έθιμο. Στη υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι η συνεργασία των μερών ξεκίνησε το 1990 και μόλις το 2005 η Ενάγουσα ξεκίνησε να αποστέλλει πιστοποιητικά G.S.P. Form A. H παροχή των σχετικών πιστοποιητικών συνεχίστηκε μέχρι τον Απρίλιο του
- Το αρμόδιο τμήμα της Εναγομένης έλαβε γνώση αυτού του γεγονότος τον Δεκέμβρη του
- Η Εναγόμενη διαμαρτυρήθηκε, παρά ταύτα , μόλις τον Νοέμβριο του 2008 και ενώ οι διάδικοι συνέχιζαν να έχουν συναλλαγές χωρίς την παράδοση των εν λόγω πιστοποιητικών. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι διάδικοι είχαν επί μακρόν, για 15 περίπου έτη, συναλλαγές χωρίς να δίδεται από την Ενάγουσα το υπό εξέταση πιστοποιητικό. Ταυτόχρονα η Εναγόμενη συνέχισε να παραλαμβάνει και να εκτελωνίζει προϊόντα προερχόμενα από την Ενάγουσα για περίοδο ενός έτους μετά που διεκόπη η παροχή του εν λόγω πιστοποιητικού, χωρίς να εκφράσει οποιοδήποτε παράπονο ή να ζητήσει διευκρίνιση. Τα πιο πάνω κατατείνουν στο συμπέρασμα ότι η παροχή του πιστοποιητικού G.S.P. Form A δεν περιλαμβάνεται στην αναγκαία πρόθεση των μερών. Αν, όντως, ήταν η πρόθεση των μερών να συμπεριλαμβανόταν το σχετικό πιστοποιητικό, θα ανέμενε κανείς όπως η Εναγόμενη διαμαρτυρηθεί άμεσα από τον χρόνο που έπαυσε η παροχή του και όχι με καθυστέρηση τουλάχιστον έντεκα μηνών και ενώ οι συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων συνεχίζονταν απρόσκοπτα. Συνακόλουθα, δεν προκύπτει να υφίστατο εξυπακουόμενος όρος για παροχή του πιστοποιητικό G.S.P Form A από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη. Περαιτέρω, στην υπό συζήτηση υπόθεση, δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία που να κατατείνει στο ότι υφίσταται έθιμο στις συναλλαγές, το οποίο να δημιουργεί εξυπακουόμενο όρο σε σύμβαση πώλησης προϊόντων για παροχή πιστοποιητικού G.S.P. Form A. Εφόσον, έχει κριθεί ότι δεν υφίστατο εξυπακουόμενος όρος για την παροχή του εν λόγω πιστοποιητικού, δεν μπορεί να πετύχει η εισήγηση του κ. Χατζηχάννα ότι η μη προσκόμισή του συνιστά παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης, ώστε να υφίσταται παράβαση σύμβασης εκ μέρους την Ενάγουσας. Οι αποφάσεις, ακυρωτικής δικαιοδοσίας, στις οποίες παρέπεμψε ο κ. Χατζηχάννας διαφοροποιούνται από την υπό κρίση υπόθεση. Συγκεκριμένα οι εν λόγω αποφάσεις δεν αποφάσιζαν επί των συμβατικών σχέσεων μεταξύ εισαγωγέα και εξαγωγέα προϊόντων, αλλά αποφάσιζαν το ζήτημα της εγκυρότητας επιβολής εκ των υστέρων δασμών σε υποθέσεις, όπου τα πιστοποιητικά Form A δεν ήταν αυθεντικά. Δεν αφορούσαν, δηλαδή οι πιο πάνω αποφάσεις, ζήτημα δικαίου των συμβάσεων και δεν γεννούν κανόνα δικαίου μέσω του οποίου να θεμελιώνεται η υποχρέωση για παροχή πιστοποιητικών G.S.P. Form A, από την Ενάγουσα, ως εξαγωγέα προϊόντων εντός του Ευρωπαϊκού χώρου. Συνεπώς η σχετική εισήγηση του κ. Χατζηχάννα απορρίπτεται. Εφόσον, λοιπόν, δεν υφίστατο νομική υποχρέωση ή οποιοσδήποτε ρητός ή εξυπακουόμενος όρος, ο οποίος να θεμελιώνει υποχρέωση της Ενάγουσας να προσκομίζει πιστοποιητικά G.S.P. Form A, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε οποιαδήποτε ευθύνη της για ζημίες που τυχόν υπέστη η Εναγόμενη από τη μη προσκόμισή τους ή από τυχόν ελάττωμα σε αυτά. Αντίθετα, στην υπό κρίση υπόθεση έχει αποδειχθεί η παράδοση των Τιμολογίων και των προϊόντων που αυτά καταγράφουν, προς την Εναγόμενη. Επίσης έχει αποδειχθεί η μη εξόφλησή τους, αφού αυτό που προέβαλε η Εναγόμενη δεν ήταν το ότι δεν τα οφείλει αλλά ότι δικαίως συμψήφισε την οφειλή της με τα ποσά που κατέβαλε στις Ιρλανδικές αρχές ως φόρους και επιβαρύνσεις. Δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική αξία, αλλά συνεκτιμούνται με το σύνολο της μαρτυρίας. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Palatino Development Ltd v Telectronics Com. Ltd
(2002)1 B A.A.Δ. 962, Παναγιώτης Μαστρής Λτδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 728 και A. L. Mantovani & Sons Ltd. v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156. Τα τιμολόγια, όμως, συνεκτιμημένα με το σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα με την περίπτωση, δύνανται να θεωρηθούν ως ο έγγραφος λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η απόφαση Γεώργιος Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339. Στην υπό κρίση υπόθεση έχει αποδειχτεί η συμφωνία των διαδίκων, η έκδοση των επίδικων τιμολόγιων και η παράδοση τόσο αυτών όσο και των προϊόντων που αφορούν αυτά. Επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί η αξία και το κόστος που αυτά καταγράφουν. Συνακόλουθα, προκύπτει ότι στην υπό συζήτηση υπόθεση, τα επίδικα τιμολόγια μπορούν να θεωρηθούν ως ο έγγραφος λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων, με αναφορά στη χρέωση και την τιμή. Σχετική είναι η απόφαση Τσαππή (ανωτέρω). Περαιτέρω στην παρούσα έχει αποδειχθεί και το γεγονός ότι η Εναγόμενη παρέλειψε να εξοφλήσει την οφειλή της. Συνεπώς υπό τα δεδομένα της παρούσας κρίνω ότι η Ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει την απαίτησή της ως προς το αξιούμενο ποσό. Παρενθετικά αναφέρω ότι η Εναγόμενη, ακόμα και εάν επιτύγχανε να αποδείξει την υποχρέωση της Ενάγουσας να προσκομίσει τα σχετικά πιστοποιητικά, δεν απέδειξε ότι έχει δικαίωμα συμψηφισμού των τυχόν εκατέρωθεν υποχρεώσεων, αφού δεν προσκόμισε μαρτυρία ως προς το αλλοδαπό δίκαιο, ήτοι το Ιρλανδικό, το οποίο επικαλέστηκε για τον ισχυριζόμενο συμψηφισμό. Το ζήτημα του αλλοδαπού δικαίου, όπως είναι νομολογημένο, πρέπει να αποδεικνύεται ως πραγματικό ζήτημα μέσω μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Σχετική είναι η απόφαση Williams Glyn's Bank ν. "Ship ""Maria"""
(1992)1 ΑΑΔ 309. Παράλληλα, τονίζεται ότι ο συμψηφισμός ποσών που απορρέουν από αμοιβαίες αλλά ανεξάρτητες υποχρεώσεις δεν είναι δυνατός στο κυπριακό δίκαιο. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Heatron Co Ltd v. Νικολάου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 582 και Νικόλαος Αντωνίου ν. The Cyprus Popular Bank Ltd
(1994)1 ΑΑΔ 720. Συνεπώς ο προβαλλόμενος συμψηφισμός δεν θα μπορούσε να κριθεί έγκυρος υπό το Κυπριακό δίκαιο. Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από τη σχετική επιστολή των Ιρλανδικών αρχών, η φορολογία των €63,742.95, αφορούσε περίοδο πριν την έκδοση των επίδικων τιμολογίων. Συνεπώς ακόμα και εάν ευσταθούσαν όλες οι θέσεις του συνηγόρου της Εναγομένης, ακόμα και να ήταν δυνατός ο συμψηφισμός, δεν θα μπορούσε να συμψηφιστεί η επίδικη οφειλή με την κατ΄ ισχυρισμόν ζημία, καθότι η επίδικη φορολογία δεν τέθηκε σε σχέση με τα επίδικα τιμολόγια. Επιδίκαση Τόκου Πέραν όμως από την επιδίκαση του ποσού των τιμολογίων η Ενάγουσα αξιοί και την επιδίκαση Τόκου προς 9 % ετησίως από την ημερομηνία που έκαστο τιμολόγιο εκδόθηκε ή κατέστη πληρωτέο. O τόκος, όπως είναι καλά θεμελιωμένη αρχή, δεν αναδύεται ως προβλεπτή ζημία από τη διάρρηξη της σύμβασης, εκτός εάν κάτι τέτοιο προβλέπεται ειδικά σε αυτή. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου Τζιαρζάζη ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1Α Α.Α.Δ. 627. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν προκύπτει από την ενώπιόν μου μαρτυρία να συμφωνήθηκε ρητά ότι σε περίπτωση μη έγκαιρης εξόφλησης των επίδικων τιμολόγιων , αυτά θα έφεραν τόκο προς 9% ετησίως. Συνεπώς η αξίωση για καταβολή τόκου προς 9% ετησίως απορρίπτεται. Ανταπαίτηση Η Εναγόμενη με την ανταπαίτησή της αξίωσε την έκδοση αναγνωριστικών αποφάσεων ως προς το ότι η Ενάγουσα είχε υποχρέωση προσκόμισης πιστοποιητικών G.S.P. Form A, ότι η Εναγόμενη δικαίως συμψήφισε το αιτούμενο ποσό με την οφειλή που προέκυψε από την επιβολή φόρου και ότι ουδέν ποσό οφείλει προς την Ενάγουσα. Ενόψει της κατάληξης του Δικαστηρίου ως προς την απαίτηση, οι πιο πάνω αξιώσεις της Εναγομένης απορρίπτονται. Κατάληξη Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης, για το ποσό των €67,273.48 , με νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης, όπως υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ενόψει του γεγονότος ότι απαίτηση και ανταπαίτηση εκδικάστηκαν μαζί και ενόψει της επιτυχίας τη απαίτησης και της αποτυχίας της ανταπαίτησης ένα σετ εξόδων θα επιδικαστεί. ............... Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο