← Κύπρος

Ronic Enterprises Ltd ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1680/18, 18/12/2018

Ronic Enterprises Ltd ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1680/18, 18/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A621 Αρ. Αγωγής: 1680/18 Μεταξύ: Ronic Enterprises Ltd Ενάγουσας και

  1. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ.
  2. XXXXX Αναγιωτού, υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστή/ Παραλήπτη της εταιρείας Ronic Enterprises Ltd. Εναγομένου Αίτηση ημερ. 25.6.18 υπό Ronic Enterprises Ltd για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 18 Δεκεμβρίου 2018 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κα Κωνσταντίνου Για εναγόμενο 1 - καθ' ου η αίτηση: κος Μίτλετον Για εναγομένη 2 - καθ' ης η αίτηση: κος Πανάγος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή της, η ενάγουσα ζητά μεταξύ άλλων την ακύρωση τριών δανειακών συμβάσεων που συνήψε σε ξένο νόμισμα ήτοι σε Ελβετικά Φράγκα με την εναγομένη 1 Τράπεζα Κύπρου. Η ενάγουσα ισχυρίζεται συγκεκριμένα ότι η εναγομένη 1 υπό την ιδιότητα της ως επαγγελματίας, συμβούλευσε λανθασμένα την ενάγουσα με ανακριβείς και παραπλανητικές δηλώσεις ως προς τον δανεισμό της σε ξένο νόμισμα. Επιπλέον, οι συμφωνίες περιέχουν καταχρηστικούς όρους και αντίκεινται στον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμου (Ν.166(Ι)/1999), στον Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο (Ν.93(Ι)/1996)και στον Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο (Ν.106(Ι)/2010). Γίνεται επίσης αναφορά σε καταπιεστικές συμφωνίες, οι οποίες είναι αποτέλεσμα δόλου κατά το δίκαιο της επιείκειας και ως εκ τούτου, επιζητείται δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες. Τέλος, η ενάγουσα ζητά με την αγωγή της, απόφαση με την οποία να κηρύσσεται άκυρος ο διορισμός του εναγομένου 2 ως διαχειριστή - παραλήπτη για την ίδια, ο οποίος έγινε δυνάμει των ομολόγων επιβάρυνσης ημ. 17.12.2009 και 6.12.
  3. Ταυτόχρονα με την αγωγή, η ενάγουσα καταχώρησε μονομερή αίτηση με την οποία ζητά μεταξύ άλλων, την αναστολή του διορισμού του εναγομένου 2 ως παραλήπτη - διαχειριστή μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Ζητά επίσης διάταγμα που να επιτρέπει στην ενάγουσα να λάβει μέτρα για την λειτουργία των τραπεζικών λογαριασμών της, ενόψει της αναστολής των εξουσιών του εναγομένου 2 ως διαχειριστή. Ζητά επιπλέον διάταγμα, με το οποίο να απαγορεύεται στους εναγομένους να προβούν σε οιανδήποτε απαίτηση καταβολής χρεωστικών υπολοίπων επί δανείων και πιστωτικών διευκολύνσεων που παρασχέθηκαν από την εναγομένη 1 προς την ενάγουσα μέχρι την επίλυση της διαδικασίας αναδιάρθρωσης και μέχρι το πέρας της παρούσας αγωγής. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του XXXXX Αριστείδου, διευθυντή, γραμματέα και μοναδικού μετόχου της ενάγουσας εταιρείας. Αφού παραθέτει το ιστορικό της υπόθεσης, ισχυρίζεται ότι παρούσα οικονομική κατάσταση της ενάγουσας είναι βιώσιμη. Έχει στην ιδιοκτησία της 6 πολυκατοικίες, καταθέσεις σε τράπεζες και κύκλο εργασιών γύρω στις €600.000,00 ετησίως. Κατά τον ομνύοντα, οι εξιδεικευμένες εργασίες της ενάγουσας που είναι απόρροια πολλών ετών εμπειρίας στον τομέα διαχείρισης ακινήτων δεν μπορούν να διεκπεραιωθούν από τον παραλήπτη που είναι λογιστής στο επάγγελμα. Τυχόν παράδοση σε αυτόν της διαχείρισης θα αδρανοποιήσει τις εργασίες της ενάγουσας, τα κτήρια και τις επιμέρους μονάδες. Σημειώνεται δε ότι η ενάγουσα εισπράττει τα ενοίκια, τους λογαριασμούς της υδατοπρομήθειας, ηλεκτρικού και σκυβάλων και τα πληρώνει στην συνέχεια στους παρόχους των υπηρεσιών. Αυτό αποτελεί μέρος του πακέτου των υπηρεσιών που παρέχει η ενάγουσα και στις οποίες δεν μπορεί να αντεπεξέλθει ο παραλήπτης. Κατά τον ομνύοντα, ο διορισμός παραλήπτη κατά τον χρόνο που γινόταν προσπάθεια αναδιάρθρωσης του χρέους, ήταν παντελώς λανθασμένος και θα οδηγήσει σε αδράνεια λογαριασμών και σε οικονομικό μαρασμό την ενάγουσα εταιρεία, με καταστρεπτικές συνέπειες για τους μετόχους και τους συνδεδεμένους με αυτήν συνεργάτες. Επιπλέον, η ενάγουσα δεν θα μπορεί να αντεπεξέλθει στις συμβατικές της υποχρεώσεις προς τους 75 ενοίκους υποστατικών της ούτε θα μπορεί να αντεπεξέλθει στις χρηματοοικονομικές της υποχρεώσεις έναντι της αναγομένης 1 αλλά και άλλων πιστωτών προς τους οποίους καταβάλλονται μηνιαίες δόσεις πολλών χιλιάδων ευρώ. Κατά τον ομνύοντα, η εναγομένη 1 τράπεζα χωρίς κανένα νομικό έρεισμα, ενεργοποίησε τις πρόνοιες των ομολόγων επιβάρυνσης και διόρισε παραλήπτη τον εναγόμενο 2, καθιστώντας τους τραπεζικούς της λογαριασμούς ανενεργούς και προκαλώντας τεράστιο πρόβλημα στις συναλλαγές της ενάγουσας. Ο ομνύοντας ισχυρίστηκε ότι ισχύουν στην παρούσα όλες οι προϋποθέσεις έγκρισης, προσωρινού διατάγματος όπως καθορίζονται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/
  4. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και το δάνειο σε Ελβετικά Φράγκα υπάρχει ορατή πιθανότητα να ακυρωθεί από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, ο διορισμός του παραλήπτη πάσχει γιατί δεν ακολουθήθηκαν οι νενομισμένες διαδικασίες. Επιπλέον θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν η ενάγουσα αφεθεί υπό την διαχείριση του παραλήπτη. Σε τέτοια περίπτωση, είναι σίγουρο ότι θα οδηγηθεί σε οικονομικό μαρασμό και πιθανόν να χάσει πλήρως την δυνατότητα να αποτελέσει στο μέλλον, δρώσα και επικερδή επιχείρηση. Η ενεργοποίηση το ομολόγου επιβάρυνσης, έχει ήδη προκαλέσει τριγμούς στην διεκπεραίωση των εργασιών της ενάγουσας και αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, αναμένεται να δημιουργηθεί περαιτέρω ζημιά. Κατά τον ομνύοντα, το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της ενάγουσας. Οι εναγόμενοι ουδεμία ζημιά θα υποστούν από την έκδοση του διατάγματος αφού η ενάγουσα έχει αποδείξει την δυνατότητα της να αντεπεξέλθει στις δόσεις της. Αντιθέτως, αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, είναι βέβαιο ότι η εναγομένη 1 θα προβεί σε κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων της ενάγουσας χωρίς αυτό να ανταποκρίνεται στην πραγματική οφειλή της. Επιπλέον, ο παραλήπτης δεν θα μπορεί να διαχειριστεί τις εργασίες της ενάγουσας με αποτέλεσμα να την οδηγήσει σε οικονομικό μαρασμό. Παρότι η αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς, το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, διέταξε την επίδοση της αίτησης στους εναγομένους προκειμένου να ακουστούν οι απόψεις τους. Με την επίδοση της αίτησης, οι εναγόμενοι καταχώρησαν ενστάσεις στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Υποστηρίζουν στους λόγους ένστασης ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/160 και επίσης ότι ο διορισμός του εναγομένου 2 ως παραλήπτη, έγινε νομότυπα και δυνάμει των εν ισχύ ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημ. 6.9.2006 και 17.12.
  5. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι η αίτηση γίνεται κακόπιστα και καταχρηστικά με σκοπό να παρεμποδιστεί ο παραλήπτης να εξασκήσει τα καθήκοντα του και με αποκλειστική επιδίωξη, οι αξιωματούχοι της ενάγουσας εταιρείας, να επανακτήσουν τον έλεγχο της. Σύμφωνα με τους λόγους ένστασης, οι ισχυρισμοί για ακυρότητα των επίδικων δανειακών συμβάσεων, είναι αόριστοι και νομικά αβάσιμοι. Επιπλέον, δεν έχει αποδειχθεί αδυναμία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η όποια ζημιά ήθελε αποδειχθεί ότι θα υποστεί η ενάγουσα δύναται να αποζημιωθεί χρηματικά και μάλιστα θα μπορούσε να υπολογιστεί με σχετική ευκολία. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται επίσης ότι η ενάγουσα επιχειρεί εσκεμμένα να παραπλανήσει το Δικαστήριο παρουσιάζοντας γεγονότα που δεν στηρίζονται σε επαρκή μαρτυρία, ιδιαίτερα ως προς την βιωσιμότητα της εταιρείας. Σε περίπτωση δε που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, υπάρχει ενδεχόμενο οι αξιωματούχοι της ενάγουσας να εμπορεύονται δόλια όπως έπραξαν στο παρελθόν, προκαλώντας ζημιά στους πιστωτές της ενάγουσας. Την ένσταση του εναγομένου 2 συνοδεύει ένορκη δήλωση του ιδίου ενώ την ένσταση της εναγομένης 1 συνοδεύει ένορκη δήλωση του υπαλλήλου της, Μάριου Κουντούρη. Η ενάγουσα μετά από αίτημα της και χωρίς ένσταση από την άλλη πλευρά, πήρε άδεια και καταχώρησε συμπληρωματικές ενόρκους δηλώσεις προκειμένου να απαντήσει σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς που αναφέρονται στις ενόρκους δηλώσεις των ενστάσεων. Συγκεκριμένα, απαντώνται ισχυρισμοί ως προς την βιωσιμότητα της ενάγουσας αλλά και σε γεγονότα που συνέβησαν μετά τον διορισμό του παραλήπτη. Στην συνέχεια δόθηκε μετά από ακρόαση, άδεια στον εναγόμενο 2 να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Σε αυτήν, αναφέρεται σε κατ' ισχυρισμό παράνομη σύναψη δύο συμφωνιών ενοικίασης που διενήργησαν δύο αξιωματούχοι της εταιρείας, μια κατ' ισχυρισμό συμφωνία διαχείρισης και την συνάντηση του με τους λογιστές της εταιρείας. Παραθέτει επίσης ισχυρισμούς σε απάντηση των θέσεων των εναγόντων που προβάλλονται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ενάγουσας. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτά κείμενα αγόρευσης, στα οποία παραθέτουν επιχειρηματολογία με παραπομπή σε νομολογία, αναπτύσσοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους όπως προκύπτουν από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Θα παραθέσω στην συνέχεια, σύνοψη της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αγορεύσεις ώστε να γίνουν κατανοητές οι θέσεις των δύο πλευρών. Η αγόρευση της συνηγόρου για την αιτήτρια Η συνήγορος της αιτήτριας στην αγόρευση της, αναφέρθηκε αρχικά στο ιστορικό της υπόθεσης. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στα δάνεια που παραχωρήθηκαν αρχικά από την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα που τώρα χειρίζεται η εναγόμενη 1 Τράπεζα Κύπρου. Στα πλαίσια των δανείων, η ενάγουσα παρείχε στην εναγόμενη 1 αριθμό εξασφαλίσεων συμπεριλαμβανομένων και δύο Ομολόγων Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερ.06/09/2006 και 17/12/
  6. Κατά την συνήγορο, η εναγόμενη 1 παράνομα διόρισε Διαχειριστή - Παραλήπτη, χωρίς καν να προβεί σε τερματισμό των δανειακών συμβάσεων. Η συνήγορος ανέφερε ότι η ενάγουσα κατασκευάζει πολυκατοικίες οι οποίες παραμένουν στην ιδιοκτησία της και προσφέρει τα διαμερίσματα των εν λόγω πολυκατοικιών προς ενοικίαση. Παράλληλα, παρέχει στα εν λόγω διαμερίσματα πλήρη στήριξη υπό τη μορφή παροχής υπηρεσιών συντήρησης, θυρωρού και διαδικτύου. Η ενάγουσα έχει υπό την ιδιοκτησία της 5 πολυκατοικίες τις οποίες ανήγειρε με την χρηματοδότηση μεταξύ άλλων και της εναγομένης
  7. Έκτη οικοδομή σε ακίνητο στην Έγκωμη δεν κατέστη δυνατόν να ανεγερθεί αφού η εναγόμενη 1 τελικώς δεν την χρηματοδότησε ως συμφωνήθηκε το
  8. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι η ενάγουσα έχει σημαντικά εισοδήματα από την ενοικίαση των πιο πάνω ακινήτων τα οποία αναμένεται μάλιστα να αυξηθούν. Επομένως, η ενάγουσα έχει το τρόπο αποπληρωμής των δανείων της προς την εναγομένη 1 και είναι βιώσιμη δανειολήπτης. Η τράπεζα εθελοντικά συνεχίζει να το αγνοεί αυτό γιατί σκοπός της είναι η εκποίηση των ακινήτων της εταιρείας Κατά τον χρόνο έγκρισης των δανείων σε Ελβετικό Φράγκο, η εναγόμενη 1 συμφώνησε ότι θα χρηματοδοτούσε αρχικά την αγορά του ακινήτου και ακολούθως θα χρηματοδοτούσε το έργο για την ανέγερση του. Επιπλέον η εναγομένη 1 γνώριζε πολύ καλά ότι ο τρόπος αποπληρωμής του δανείου θα ήταν από την ενοικίαση των εν λόγω διαμερισμάτων. Με το να αφήσει την χρηματοδότηση ημιτελή, η εναγομένη 1 δημιούργησε προβλήματα στην ενάγουσα. Περαιτέρω δεν κατέστη δυνατή η αναδιάρθρωση των δανείων με υπαιτιότητα της εναγομένης
  9. Η συνήγορος δεν θεωρεί ότι οι παρατάσεις χρόνου με την αύξηση του επιτοκίου περιθωρίου, αποτελούσαν ευνοϊκούς όρους για την αποπληρωμή των δανείων και ούτε ότι επρόκειτο για πραγματικές αναδιαρθρώσεις. Η τράπεζα ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι είχε απόλυτο δικαίωμα βάσει των όρων του ομόλογου επιβάρυνσης να απαιτήσει την εξόφληση όλων των πιστωτικών διευκολύνσεων, που είναι ουσιαστικά η απαίτηση η οποία παρατίθεται ως Τεκμήριο 25 στην ΕΔ Αριστείδου στην παράγραφο 39 της ΕΔ του. Σύμφωνα με γραπτή της απαίτηση, η τράπεζα απαιτεί την καταβολή των ακόλουθων ποσών (α) €20.123, (β) €563.011, (γ) €2.098.124 (δ) €2.297.
  10. Περαιτέρω απαίτησε όπως αυτά εξοφληθούν «άμεσα και εν πάση περιπτώσει πριν από τις 12.30 της σήμερον». Την ίδια μέρα διόρισε και τον παραλήπτη- διαχειριστή. Θα ήταν κατά την συνήγορο πρακτικά μη εφικτή η καταβολή των εν λόγω ποσών σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Ως εκ τούτου, η απαίτηση δεν είναι εύλογη υπό τις περιστάσεις, λόγω του χρόνου που παρατίθετο σε αυτήν. Οι ισχυρισμοί ότι η ενάγουσα παρέλειψε να συμμορφωθεί με την εν λόγω απαίτηση είναι παράλογοι κατά την συνήγορο εφόσον θεωρεί ότι η ειδοποίηση πάσχει λόγω του ελάχιστου χρόνου που δόθηκε. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι η άσκηση των δικαιωμάτων της τράπεζας με βάση το Ομόλογο Επιβάρυνσης είναι παράνομη, για λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, δηλαδή η απαίτηση καταβολής τόσο μεγάλου ποσού σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Λαμβανομένου υπόψιν των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπόθεση, δεν ήταν εύλογη με αποτέλεσμα η απαίτηση, να πάσχει και ως εκ τούτου πάσχει και ο διορισμός του παραλήπτη. Ο τόσο λίγος χρόνος που δόθηκε προς συμμόρφωση με τις ειδοποιήσεις και με τον άμεσο διορισμό του παραλήπτη την ίδια μέρα δεν έδωσαν στην ουσία χρόνο προς συμμόρφωση. Περαιτέρω δεν έγινε τερματισμός των επίδικων συμφωνιών πριν την πιο πάνω απαίτηση. Η συνήγορος δέχθηκε ότι η τράπεζα δεν είχε συμβατική υποχρέωση να δώσει αρκετό χρόνο για την εξεύρεση χρημάτων για αποπληρωμή του χρέους. Στην περίπτωση όμως που υπάρχει τέτοια δυνατότητα, όπως και στην παρούσα, τότε οφείλει να δώσει εύλογη ειδοποίηση για την αποπληρωμή του χρέους. Στην παρούσα περίπτωση γνώριζε ότι υπήρχε η δυνατότητα για δανειοδότηση της εταιρείας από άλλη τράπεζα χωρίς όμως να λάβει υπόψη επαρκώς το γεγονός αυτό. Αντί αυτού, επέλεξε να δώσει μία παράλογη προθεσμία για εξόφληση της απαίτησης σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, διορίζοντας παραλήπτη σε μία δρώσα επιχείρηση, κάτι το οποίο μόνο βλάβη θα μπορούσε να προκαλέσει στην ενάγουσα εταιρεία. Η συνήγορος δέχθηκε ότι στην σελίδα 4 της έκθεσης ανεξάρτητου ελεγκτή, αναφέρεται ότι «η εταιρεία υπέστη ζημιά €482.728,00 κατά την διάρκεια του έτους που έληξε στις 31.12.2014 και κατά την ημερομηνία αυτή οι υποχρεώσεις της εταιρείας υπερέβαιναν τα στοιχεία του ενεργητικού της κατά €1.584,205,
  11. Όπως αναφέρεται στη σημείωση 2, ο παράγοντας αυτός μαζί με άλλη θέματα που εξηγούνται στην σημείωση 2, υποδηλώνουν την ύπαρξη ουσιαστικής αβεβαιότητας που ενδέχεται να φανερώνει σημαντική αμφιβολία ως προς την ικανότητα της εταιρεία ως συνεχιζόμενη δραστηριότητα.» Το πιο πάνω όμως δεν σημαίνει κατά την συνήγορο ότι η εταιρεία δεν έχει την δυνατότητα να ανακάμψει ή ότι αυτή την στιγμή τα έσοδα της δεν είναι σε θέση να καλύψουν τις δόσεις οι οποίες καθορίστηκαν. Εξ' άλλου, πρόκειται για λογαριασμούς του
  12. Η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε η τράπεζα, ήταν άμεσα πιεστικός και εκβιαστικός με σκοπό να αποδεχθεί η ενάγουσα το ποσό το οποίο εισηγήθηκε για το Ελβετικό Φράγκο, γεγονός το οποίο καθιστά τις πράξεις της τράπεζας καταπιεστικές. Επιπλέον, είναι ξεκάθαρο ότι σκοπός της τράπεζας δεν είναι η εξόφληση με μηνιαίες δόσεις αλλά η ενδεχόμενη πώληση ακινήτων και περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας προς εξόφληση του χρέους. Αυτό αναφέρεται ξεκάθαρα στις παραγράφους 123 (β), 105 και 126 της ένορκης δήλωσης της ένστασης. Αυτή η εξέλιξη όμως, αναπόφευκτα θα επιφέρει σημαντικές ζημιές στην ενάγουσα για τις οποίες δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα καθότι θα επηρεάσει τα περιουσιακά της στοιχεία μέσω των οποίων ασκεί τις δραστηριότητες της. Προς τούτο, είναι δυνατόν κατά την συνήγορο να εκδοθεί σχετικό διάταγμα για αναστολή των εξουσιών του παραλήπτη σε ότι αφορά την αποξένωση και την εκποίηση των ακινήτων. Δηλαδή δύναται να είναι περιοριστικό στο σημείο (Στ) της αίτησης που μπορεί να διαμορφωθεί κατάλληλα. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι τα συμφέροντα της τράπεζας δύνανται να εξυπηρετηθούν και με την καταβολή των δόσεων ως η ίδια εξ άλλου εισηγήθηκε και όχι με την εκποίηση της περιουσίας της εταιρείας, η οποία θα τερματίσει τις δραστηριότητες της και θα την καταστήσει ανενεργή. Ήταν περαιτέρω η θέση της συνηγόρου ότι οι υπηρεσίες τις οποίες παρέχει η ενάγουσα είναι εξειδικευμένες, οι οποίες είναι απόρροια πολλών ετών εμπειρίας στον τομέα διαχείρισης ακινήτων. Δεν αποτελούν εργασίες που δύναται να διεξάγει ο Διαχειριστής - Παραλήπτης καθώς αυτός είναι λογιστής σε λογιστικό γραφείο, και τυχόν παράδοση σε αυτόν όλου του έργου ως αυτό τυγχάνει διαχείρισης αυτήν την στιγμή θα αδρανοποιήσει τα κτήρια και τις μονάδες. Εάν δεν υπάρχει σύντομη ανταπόκριση στα καθημερινά προβλήματα που τυχόν να παρουσιαστούν και άμεση λύση τότε σίγουρα οι ένοικοι επηρεάζονται και δύναται να τερματίσουν την ενοικίαση τους εάν δεν τους παρέχεται το ίδιο υψηλό επίπεδο υπηρεσιών, το οποίο απολάμβαναν μέχρι σήμερα. Στην συνέχεια, η συνήγορος ανέφερε ότι οι λόγοι ένστασης θα πρέπει να απορριφθούν από το Δικαστήριο ως αβάσιμοι. Ειδικά για τον λόγο ένστασης ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι δεν πρέπει να θεωρείται ότι η ενάγουσα ενεργεί καταχρηστικά και κακόπιστα όταν προωθεί τα συμφέροντα της. Απέρριψε επίσης την θέση ότι με την αίτηση, η ενάγουσα προσπαθεί να πλήξει το έργο του παραλήπτη. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα γεγονότα, είναι ότι η τράπεζα επιμένει στα συγκεκριμένα ποσά που απαιτεί με το ομόλογο επιβάρυνσης, τα οποία είναι υπέρογκα εν σχέση με τα πραγματικά οφειλόμενα και ο διορισμός παραλήπτη σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα και ενώ το δάνειο, βρισκόταν σε διαδικασία αναδιάρθρωσης, σκοπό έχει την άσκηση πίεσης. Αυτό είναι εμφανές ενώ ακόμα η τράπεζα γνώριζε ότι υπήρχε και η πιθανότητα δανεισμού από άλλο τραπεζικό ίδρυμα. Ο παραλήπτης υποστηρίζει την στάση της τράπεζας και σε μία προσπάθεια αναδιάρθρωσης, είναι βέβαιο ότι θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα της τράπεζας. Η συνήγορος εισηγήθηκε ότι πληρούνται στην παρούσα όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  13. Περαιτέρω, διαφώνησε με την θέση ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αποφασίζει την ουσία της αγωγής και ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι γενικά και αόριστα. Αυτά δύνανται κατά την συνήγορο να προσδιοριστούν ή να εκδοθούν υπό όρους. Είναι δε σαφές ότι η ενάγουσα προσπαθεί να διασώσει τις εργασίες της καθώς επίσης και το ενδεχόμενο πώλησης περιουσιακών της στοιχείων για χρέη τα οποία περιέχουν υπερχρεώσεις και παράνομους ανατοκισμούς. Δεν έχει καμία σημασία κατά την συνήγορο αν η ενάγουσα δέχθηκε επιστολές στις οποίες αποδέχθηκε κατά καιρούς την αύξηση της τιμολόγησης των δανείων. Το γεγονός αυτό είναι άσχετο, στις περιπτώσεις που παρατηρείται αντισυμβατική υπερχρέωση. Η ενάγουσα κατά την συνήγορο έχει θέσει με την αγωγή της σοβαρές βάσεις αγωγής όπως negligent misstatements, constructive trustees και fiduciary duties και καταχρηστικές ρήτρες. Η συνήγορος δέχθηκε ότι η ενάγουσα έχει υπογράψει σχετική δήλωση ότι έχει ενημερωθεί για τους κινδύνους αλλαγής της ισοτιμίας Ευρώ - Ελβετικού Φράγκου. Η τράπεζα όμως δεν προειδοποίησε ότι το Ελβετικό Φράγκο παρουσιάζει αρκετές διακυμάνσεις καθώς επίσης ότι το πιο πιθανόν είναι ότι θα υπάρξουν διακυμάνσεις. Αναφέρεται μόνο στην εν λόγω δήλωση ότι σε περίπτωση που συναλλαγματική ισοτιμία αλλάξει τότε η δόση θα διαμορφωθεί κατάλληλα. Η θέση της συνηγόρου είναι ότι με αυτό τον τρόπο η ενάγουσα δεν προειδοποιήθηκε επαρκώς για την πιθανότητα αλλαγής της ισοτιμίας. Τούτο δύναται να σημαίνει ότι δεν προειδοποιήθηκε για το πόσο συχνό είναι το φαινόμενο αυτό, και τι είδους διακυμάνσεις δύναται να υπάρχουν και πόσο συχνές δύναται να είναι αυτές οι διακυμάνσεις. Τα γεγονότα αυτά ήταν σε γνώση της τράπεζας και όφειλε να προειδοποιήσει κατάλληλα την ενάγουσα. Η παρουσίαση της δανειακής σύμβασης στην ενάγουσα, έγινε από την εναγομένη κατά τρόπο μεροληπτικό αφού υπερτονίστηκαν τα οφέλη αυτού του είδους του προϊόντος και του χρησιμοποιούμενου νομίσματος ενώ παράλληλα δεν επισημάνθηκαν οι δυνητικοί κίνδυνοι καθώς και η πιθανότητα επέλευσης τους. Ήταν περαιτέρω η θέση της συνηγόρου ότι στην παρούσα περίπτωση εφαρμόζεται η αρχή Clog on equity (Εμπόδιο κατά το δίκαιο της επιείκειας). Ισχυρίστηκε ότι τα ακίνητα είναι υποθηκευμένα και η καταβολή ποσού μεγαλύτερου από το δανεισμό κατά 49% λόγω της απότομης αύξησης του επιτοκίου περιθωρίου από 1,50% σε 5% και λόγω της αλλαγής της ισοτιμίας, δύναται να λεχθεί ότι αποτελούν ασυνείδητο διακανονισμό και εμπόδιο στο δίκαιο της επιεικείας καθότι εμποδίζουν το δικαίωμα στην απόκτηση του ακινήτου με ποσά τα οποία είναι υπέρογκα. Για τους ιδίους λόγους, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι αποδείχθηκε και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση ότι θα είναι αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, η συνήγορος εισηγήθηκε ότι η ζημιά που θα υποστεί η ενάγουσα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, θα είναι ανεπανόρθωτη. Εάν αφεθεί η τράπεζα να προχωρήσει και εκποίηση με βάση τα ποσά τα οποία απαιτεί τα οποία δεν είναι τα πραγματικά οφειλόμενα, τότε η περιουσία της ενάγουσας εταιρείας θα εξανεμισθεί και αυτή θα καταστραφεί και αυτό για υπερχρεώσεις οι οποίες δεν είναι νομικά ανακτήσιμες. Και να ικανοποιηθεί η οποιαδήποτε απαίτηση της τράπεζας, η ζημία την οποία θα έχει υποστεί η ενάγουσα θα είναι πλέον ανεπανόρθωτη αφού θα μείνει χωρίς περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα. Επίσης σε περίπτωση που οι υπηρεσίες της εταιρείας δεν συνεχίζουν να παρέχονται στους ενοικιαστές στο επίπεδο που αναφέρεται, είναι εμφανές ότι αυτοί θα εγκαταλείψουν τις μονάδες. Καθημερινά εγείρονται θέματα αναφορικά με τις εν λόγω μονάδες στα οποία ο παραλήπτης δεν ανταποκρίνεται ή δεν είναι δυνατό να ανταποκριθεί. Τούτο θα οδηγήσει σιγά σιγά την εταιρεία σε οικονομικό μαρασμό. Ενώ από την άλλη η απαίτηση της εναγόμενης 1 ικανοποιείται με την έναρξη από τον Μάιο του 2018 της καταβολής των δόσεων, τις οποίες η ίδια η εναγόμενη 1 ζήτησε. Αντίθετα με τον διορισμό του παραλήπτη θα μένει χωρίς ικανοποίηση το χρέος της εναγομένης 1 αλλά και οι υπόλοιποι πιστωτές οι οποίοι τώρα εξυπηρετούνται κανονικά από την είσπραξη των ενοικίων. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι σε περίπτωση μη έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος, τότε η εταιρεία και τα περιουσιακά της στοιχεία θα αδρανοποιηθούν και αυτή θα οδηγηθεί σε οικονομικό μαρασμό. Η ενάγουσα θα υποστεί τεράστια ζημιά στην ουσία θα καταστραφεί. Και αυτό για να ικανοποιήσει η εναγόμενη 1 απαιτήσεις, οι οποίες δεν είναι δικαστικώς ανακτήσιμες. Ήταν τέλος η θέση της συνηγόρου ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) κλίνει σαφέστατα υπέρ της ενάγουσας. Τα υπό κρίση προσωρινά διατάγματα, δεν δημιουργούν οποιεσδήποτε σημαντικές δυσκολίες στην εναγόμενη 1, εν όψει ιδιαίτερα του γεγονότος ότι η εταιρεία καταβάλλει τις δόσεις, τις οποίες η ίδια η εναγόμενη 1 ζήτησε. Οι όποιες δυσκολίες που ενδεχομένως να προκληθούν στην εναγόμενη 1, είναι στην ουσία μηδαμινές καθότι αυτό που θα υποστεί στην χειρότερη περίπτωση είναι να αποδεχθεί την καταβολή των μηνιαίων δόσεων ως η πρόταση αναδιάρθρωσης της, την οποία εν πάση περιπτώσει η ίδια πρότεινε Αυτό κατά την συνήγορο, είναι ασύγκριτα λιγότερο από την ανεπανόρθωτη ζημιά που θα προκληθεί στην ενάγουσα σε περίπτωση που τα εν λόγω διατάγματα δεν εκδοθούν. Εκτός εάν ο σκοπός της τράπεζας είναι αλλότριος και επιθυμεί να λάβει τα ακίνητα σε χαμηλές τιμές έναντι των υψηλών απαιτήσεων που προβάλλει με υπερχρεώσεις και ανατοκισμούς αντί της αποπληρωμής των δανείων με δόσεις. Ο κίνδυνος επίσης ο οποίος είναι διάχυτος τόσο στην ένορκη δήλωση των εναγόμενων 1 όσο και στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 είναι ότι μπορεί να προβούν σε πώληση των ακινήτων της εταιρείας. Κατά την συνήγορο, επιβάλλεται να προστατευθεί η εταιρεία έναντι αυτού του ενδεχομένου, καθότι η πώληση των ακινήτων λόγω της φύσης των εργασιών της εταιρείας θα σηματοδοτήσει το τέλος της. Η αγόρευση του συνηγόρου για την καθ' ης η αίτηση - εναγομένη 1 Ο συνήγορος της εναγομένης 1 τράπεζας στην αγόρευση του, αναφέρθηκε αρχικά στο ιστορικό της υπόθεσης. Ισχυρίστηκε ότι ο λόγος για τον οποίο καθυστέρησε η εκδίκαση της αίτησης για περίπου 6 μήνες από την 25.6.2018 μέχρι το Δεκέμβριο του 2018, οφείλεται στην ίδια την αιτήτρια. Η αιτήτρια αφενός μεν ζήτησε άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η οποία κατατέθηκε χωρίς ένσταση των εναγομένων και αφετέρου έφερε παράλογα κατά τον συνήγορο, ένσταση σε αντίστοιχο αίτημα του παραλήπτη. Η ένσταση στην αίτηση του παραλήπτη για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αναπόφευκτα οδήγησε κατά τον συνήγορο, σε καθυστέρηση στην εκδίκαση της αίτησης για προσωρινά διατάγματα. Στην συνέχεια, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η όλη προσπάθεια της αιτήτριας είναι να εμποδίσει τον παραλήπτη από το να εκτελέσει τα καθήκοντα και τις εξουσίες του με βάση τα Ομόλογα, τον Νόμο και την Νομολογία. Ήταν η θέση του συνηγόρου με παραπομπή σε νομολογία ότι οι παραλήπτες-διαχειριστές θα πρέπει να αφεθούν να εκτελέσουν τα καθήκοντα τους και να χειρίζονται τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, σύμφωνα με τους όρους των ομολόγων και το Νόμο. Στην παρούσα περίπτωση, η όλη προσπάθεια της ενάγουσας είναι να παρεμβάλει εμπόδια στο έργο του παραλήπτη ούτως ώστε να μπορέσει να συνεχίσει την είσπραξη ενοικίων και να τα χρησιμοποιεί είτε για επέκταση των εργασιών της εταιρείας είτε για προσωπική χρήση χωρίς να καταβάλλει οτιδήποτε έναντι των δανειακών της υποχρεώσεων. Όπως αναφέρεται στην παρ. 82 της ΕΔ της ένστασης, η ενάγουσα από το 2012 μέχρι και την καταχώριση της ένστασης εισέπραττε ενοίκια που υπολογίζονται πέραν των €600.000,00 ανά έτος, χωρίς όμως να τα καταθέτει έναντι των υποχρεώσεων της προς την Τράπεζα, πλην δύο μεμονωμένων δόσεων τον Μάιο και Ιούνιο του 2018, δηλαδή λίγες μέρες πριν το διορισμό του παραλήπτη. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, είναι η θέση του συνηγόρου ότι δεν ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, καθότι δεν προκύπτει συζητήσιμη υπόθεση ή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή. Η ενάγουσα εγείρει σωρεία ισχυρισμών, επικαλούμενη μεταξύ άλλων συμπαιγνία μεταξύ του παραλήπτη - τράπεζας για να υφαρπάξουν περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας σε εξευτελιστικές τιμές. Όλοι οι ισχυρισμοί όμως, κατά τον συνήγορο είναι ανυπόστατοι και παραπλανητικοί και εν πάση περιπτώσει, καταρρίπτονται από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά τον συνήγορο, η αίτηση δεν μπορεί επίσης με οιονδήποτε τρόπο να ικανοποιήσει την 3η προϋπόθεση του άρθρου
  14. Η ίδια η ενάγουσα διατείνεται ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, η όποια ζημιά μπορεί να υπολογιστεί σε χρήμα. Είναι σημαντικό να αναφερθεί εκ προοιμίου ότι τόσον η τράπεζα όσον και ο παραλήπτης, έχουν την οικονομική δυνατότητα να καταβάλουν στην ενάγουσα οιονδήποτε ποσό επιδικαστεί υπέρ της στην αγωγή. Όσον αφορά την τράπεζα, όντας ο μεγαλύτερος πιστωτικός οργανισμός στην Κύπρο, έχει αποθέματα σε μετρητά ύψους περίπου €3.5 δισεκατομμυρίων, ενώ ο παραλήπτης έχει ασφαλιστική κάλυψη για ποσό που μπορεί να καλύψει την όποια ζημιά της ενάγουσας. Εν πάση περιπτώσει, η ενάγουσα σε καμία περίπτωση δεν αμφισβήτησε την φερεγγυότητα των εναγομένων. Επίσης ήταν η θέση του συνηγόρου ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει σαφέστατα υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Ισχυρίστηκε ότι με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα διαταραχθεί το status quo που από τον Ιούνιο του 2018 έχει δημιουργηθεί με τον διορισμό του παραλήπτη δυνάμει ομολόγων που η ίδια η ενάγουσα υπέγραψε. Είναι δίκαιο κατά τον συνήγορο να αφεθεί ο παραλήπτης να εκτελέσει τα καθήκοντα του με βάση τα ομόλογα και τον Νόμο. Ακολούθως, ο συνήγορος ήγειρε προδικαστικό ζήτημα ως προς την νομιμοποίηση του κ. Αριστείδου ως μοναδικού διευθυντή της ενάγουσας να προωθεί την παρούσα διαδικασία χωρίς να διασφαλίσει ότι τυχόν διαταγή για έξοδα θα βαρύνει τον ίδιο, παρά τα περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας εταιρείας, τα οποία τελούν υπό διαχείριση και είναι επιβαρυμένα με τα ομόλογα. Με παραπομπή σε νομολογία, εισηγήθηκε ότι χωρίς τη σχετική δέσμευση από μέρους του σε σχέση με τα έξοδα, ο κος Αριστείδου δεν νομιμοποιείται στην προώθηση της παρούσας διαδικασίας και συνεπώς η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη χωρίς περαιτέρω ανάλυση των λόγων που επαφίενται στη μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, οι οποίοι εν πάση περιπτώσει δεν έχουν αποδειχθεί στην παρούσα. Ήταν περαιτέρω η θέση του συνηγόρου ότι η ενάγουσα παρουσίασε στο Δικαστήριο μια άκρως παραπλανητική και ακατανόητη εικόνα. Η ένορκη δήλωση του Διευθυντή της ενάγουσας Αριστείδου είναι δυσκολοδιάβαστη, με αντικρουόμενους ή εσφαλμένους ή παραπλανητικούς ή ανυπόστατους ισχυρισμούς, και η όλη της δομή και μορφή δεν δύναται να αποτελέσει το ορθό υπόβαθρο για την έκδοση οιονδήποτε ενδιάμεσων διαταγμάτων Επίσης, στην ένορκη δήλωση της αίτησης εσκεμμένα δεν περιγράφεται με δίκαιο και ολοκληρωμένο τρόπο το ιστορικό της υπόθεσης, παρά το ότι η αίτηση καταχωρήθηκε αρχικά μονομερώς και συνεπώς ο κ. Αριστείδου είχε υποχρέωση αποκάλυψης όλων των ουσιωδών στοιχείων. Επιπλέον, παρέλειψε εντέχνως να επισυνάψει μεγάλο αριθμό εγγράφων, όπως την δήλωση κατά το χρόνο συνομολόγησης του δανείου Ελβετικού Φράγκου με την οποία αποδέχθηκε και έλαβαν υπόψη ρητά την ύπαρξη συναλλαγματικού ρίσκου. Δεν αποκαλύφθηκαν επίσης τα διάφορα έγγραφα που δείχνουν ότι η Λαϊκή Τράπεζα είχε αναδιαρθρώσει πάρα πολλές φορές τις υποχρεώσεις της ενάγουσας κατά την περίοδο 2009-2012 αλλά και τα διάφορα έγγραφα με τα οποία η Τράπεζα Κύπρου αποδέχθηκε και προσφέρθηκε να αναδιαρθρώσει τις οφειλές της ενάγουσας κατά τρόπο πολύ ευνοϊκό για την ενάγουσα και ότι η ίδια η ενάγουσα, παράλογα και χωρίς οποιανδήποτε λογική εξήγηση, απέρριψε. Επίσης στην ένορκη δήλωση της αίτησης, εσκεμμένα και παραπλανητικά αναφέρεται ότι η ενάγουσα είναι μια φερέγγυα, υγιής και κερδοφόρα εταιρεία. Παρά τις πιο πάνω αναφορές, προκύπτει ξεκάθαρα ότι η ενάγουσα από το 2012, δηλαδή για περίοδο περίπου 6 ετών, δεν έχει καταβάλει οιεσδήποτε δόσεις έναντι των μεγάλων της υποχρεώσεων προς την τράπεζα. Αυτό αναφέρεται ξεκάθαρα στην ένορκη δήλωση ης ένστασης (βλ. π.χ. παρ. 81) αλλά είναι και παραδεκτό από τον ίδιο τον κ. Αριστείδου στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης της αίτησης. Αναφέρεται επίσης στην παρ. 6 της ένορκης δήλωσης της αίτησης ότι τα «οποιαδήποτε χρήματα εισπράττει η ενάγουσα επαναεπενδύονται άμεσα και παράλληλα μέσω των εν λόγω εισπράξεων καταβάλλονται το μέγιστο των δόσεων δανείου που δύναται να καταβληθεί υπό τις εκάστοτε περιστάσεις». Ο συνήγορος χαρακτήρισε ως μη σοβαρή την θέση ότι ένας χρεώστης ο οποίος οφείλει το ποσό των €5εκ περίπου, και δεν καταβάλλει ούτε και μια δόση για περίοδο 6 ετών (πλην δύο μεμονωμένων δόσεων αμέσως πριν το διορισμό του παραλήπτη), παρά το ότι έχει κατά τους δικούς του ισχυρισμούς €600.000,00 ανά έτος εισόδημα, να διατείνεται ότι είναι απόλυτα υγιής και φερέγγυος. Η αγόρευση του συνηγόρου για τον καθ' ου η αίτηση - εναγομένη 2 Ο συνήγορος του παραλήπτη εναγομένου 2 στην αγόρευση του, έκαμε αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης, αναφέροντας ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση της αίτησης δεν οφείλεται στον εναγόμενο
  15. Στην συνέχεια, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι η παρούσα αίτηση συνιστά αναπόσπαστο μέρος μίας καταχρηστικής και κακόβουλης προσπάθειας του διευθυντή της ενάγουσας να παραπλανήσει το Δικαστήριο και κατ' επέκταση να αποτρέψει τον παραλήπτη από του να εκτελέσει τα καθήκοντα του, με απώτερο στόχο, να συνεχίσει ο κος Αριστείδου και τα συνδεδεμένα με αυτόν πρόσωπα να επωφελούνται της περιουσίας της ενάγουσας εταιρείας προς προσωπικό και οικογενειακό όφελος, εις βάρος των πιστωτών που έχουν δικαίωμα στην περιουσία της, περιλαμβανομένης και της τράπεζας. Κατά τον συνήγορο, ο διορισμός του εναγομένου 2 κατέστη αναγκαίος λόγω, μεταξύ άλλων της παράλειψης συμμόρφωσης της ενάγουσας με τις υποχρεώσεις της, δηλαδή την παράλειψη καταβολής δόσεων με αποτέλεσμα την ανεξέλεγκτη διόγκωση των οφειλών της αλλά και την έλλειψη διάθεσης της να συνεργαστεί με την τράπεζα προς εξεύρεση κοινώς αποδεχτής λύσης. Αυτό γιατί αφού παρά το ότι χρωστούσε και χρωστά εκατομμύρια, απέρριψε κάθε πρόταση που της υποβλήθηκε και οι προτάσεις της στερούνταν σοβαρότητας και λάμβαναν υπόψη μόνο τα συμφέροντα των μετόχων - αξιωματούχων της. Ο συνήγορος απέρριψε ως παραπλανητικούς, τους ισχυρισμούς της ενάγουσας περί φερεγγυότητας. Ισχυρίστηκε αντίθετα ότι η ενάγουσα δεν έχει καταβάλει, πλην δύο ποσών τον Μάιο και Ιούνιο 2018, οποιαδήποτε δόση στην τράπεζα έναντι των υποχρεώσεων της εδώ και 6 χρόνια, δηλαδή από το 2012 όπως παραδέχεται και ο ίδιος ο κος Αριστείδου στην παράγραφο 16 της ένορκης του δήλωσης. Επομένως, στις 18/06/2018 και μετά που η ενάγουσα απέρριψε την τελευταία πρόταση της τράπεζας, η τελευταία απέστειλε ειδοποίηση απαίτησης προς την εταιρεία και την κάλεσε όπως προβεί σε πλήρη και τελική εξόφληση των υποχρεώσεων της, που ανέρχονταν κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της τράπεζας, σε €5,000,000,
  16. Σημειώνεται δε ότι οι αξιωματούχοι της εταιρείας, παραλείπουν να παραδώσουν την έκθεση κατάστασης περιουσίας (statement of affairs) της εταιρείας μέχρι και σήμερα, δηλαδή σχεδόν έξι μήνες μετά τον διορισμό του παραλήπτη. Επιπλέον παρά τις προειδοποιήσεις του παραλήπτη ότι το μοναδικό αρμόδιο πρόσωπο επιφορτισμένο με το καθήκον να διαχειρίζεται την περιουσία της εταιρείας είναι ο ίδιος, οι αξιωματούχοι της εταιρείας προχώρησαν και υπέγραψαν συμφωνίες ενοικίασης, παραγνωρίζοντας τις μέχρι τότε προειδοποιήσεις του. Κατά τον συνήγορο, οι ισχυρισμοί περί δήθεν δρώσας οικονομικής μονάδας, καταρρίπτονται από τους ίδιους τους ελεγκτές της ενάγουσας στις εκθέσεις του 2014 και 2015 (δεν έχουν υποβληθεί ελεγμένες οικονομικές εκθέσεις έκτοτε), οι οποίοι εκφράζουν ρητώς την ύπαρξη ουσιαστικής αβεβαιότητας που ενδέχεται να φανερώσει σημαντική αμφιβολία ως προς την ικανότητα της εταιρείας να συνεχίσει την δραστηριότητα της (βλ. παρ. 26 Ε/Δ στην ένσταση του παραλήπτη εναγομένου 2). Ο συνήγορος υιοθέτησε και επανέλαβε το προδικαστικό ζήτημα που έθεσε και ο συνήγορος του εναγομένου
  17. Ισχυρίστηκε συγκεκριμένα και ότι η αίτηση υπόκειται σε απόρριψη καθότι δε λήφθηκε η εκ των προτέρων άδεια του παραλήπτη πριν την καταχώρηση της. Κατά τον συνήγορο, ο παραλήπτης είναι το μοναδικό πρόσωπο που δύναται να διαχειρίζεται την περιουσία της εταιρείας, περιλαμβανομένων και αγώγιμων δικαιωμάτων. Ως αποτέλεσμα, ο κος Αριστείδου δεν έχει δικαίωμα, να επιβαρύνει τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, χωρίς να παράσχει τις αναγκαίες εξασφαλίσεις για τα έξοδα που προέκυψαν μέχρι σήμερα, αλλά και για αυτά που ενδέχεται να προκύψουν, σε περίπτωση αποτυχίας της υπό κρίση αίτησης και της αγωγής. Στην συνέχεια, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί καμία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Ειδικότερα ως προς την 3η προϋπόθεση της αδυναμίας απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι σε κανένα σημείο στην ένορκη δήλωση της αίτησης δεν υπάρχει οποιαδήποτε σαφής περιγραφή συγκεκριμένης ζημιάς που θα υποστεί η ενάγουσα εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Απλά, ο κος Αριστείδου σε διάφορα σημεία της ένορκης του δήλωσης, επικαλείται γενικά και αόριστα ζημιά στη δήθεν «φήμη» και πελατεία της εταιρείας που όμως μόνο αρνητική μπορεί να είναι, αφού εδώ και χρόνια η ενάγουσα δεν αποπληρώνει κανέναν από τους πιστωτές της. Κατά τον συνήγορο, εκτός του ότι ελλείπει η απόδειξη ή έστω κάποια τεκμηρίωση οποιασδήποτε οικονομικής ζημιάς, ακόμη και αν αποδειχτεί ότι η ενάγουσα έχει δίκαιο στο θέμα αυτό, τυχόν ζημία της μπορεί να υπολογιστεί σε χρήμα και μάλιστα με σχετική ευκολία. Σε αντίθεση με την ενάγουσα, τόσον η τράπεζα, που αποτελεί το μεγαλύτερο πιστωτικό ίδρυμα της Κύπρου, όσο και ο παραλήπτης που διατηρεί ασφαλιστική κάλυψη για το ποσό των USD 5.000.000,00 ανά απαίτηση (βλ. τεκμήριο 27 Ε/Δ παραλήπτη), είναι σε θέση να καλύψουν οιεσδήποτε ζημιές ήθελε επιδικαστούν εναντίον τους. Ο συνήγορος εισηγήθηκε στην συνέχεια ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, υπάρχει σοβαρός και ορατός κίνδυνος τα χρέη και υποχρεώσεις της εταιρείας να διογκωθούν ακόμη περισσότερο. Οι αξιωματούχοι της εταιρείας θα συνεχίσουν να λαμβάνουν εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ από την εταιρεία που δεδομένης της κατάστασης της εταιρείας από το 2014, απλά θα συνεχίσουν να διοχετεύουν για προσωπικό όφελος και να διασκορπίζουν κάθε κινητό περιουσιακό στοιχείο, εξαλείφοντας κατά αυτόν τον τρόπο και τυχόν ενδεχόμενο επιβίωσης της ενάγουσας. Επιπρόσθετα, ο εναγόμενος 2 θα αποστερηθεί από του εκ του νόμου απορρέοντος δικαιώματος του, να προχωρήσει άμεσα και χωρίς καθυστέρηση με την παραλαβή και διαχείριση της περιουσίας της εταιρείας, με αποτέλεσμα να επωφεληθούν οι αξιωματούχοι της σε βάρος των πιστωτών που έχουν δικαίωμα στην περιουσία της. Επιπλέον, από τον Ιούνιο 2018 όταν διορίστηκε ο παραλήπτης παρόλα τα εμπόδια και τις κακόπιστες ενέργειες των αξιωματούχων της εταιρείας, έχει επιτευχθεί σημαντική πρόοδος όσον αφορά στην διαχείριση. Συγκεκριμένα, τα ενοίκια που εισπράττονται από τα διάφορα ακίνητα και αποτελούν έσοδα της εταιρείας, κατατίθενται πλέον στο λογαριασμό διαχείρισης προς πληρωμή στους νόμιμους δικαιούχους σύμφωνα με τις νομοθετικές πρόνοιες, αντί να διασκορπίζονται από τους αξιωματούχους της εταιρείας. Περαιτέρω ο παραλήπτης έχει προβεί σε διάφορες ενέργειες προς εξεύρεση λύσης με διάφορους από τους πιστωτές της εταιρείας, ενεργώντας πάντα βάσει της νομοθετημένης σειράς προτεραιότητας. Τέλος θα διαταραχθεί η υφιστάμενη κατάσταση (status quo) αφού ο παραλήπτης θα απωλέσει την κατοχή των ακινήτων και δεν θα μπορεί να εκτελέσει ορθά τα καθήκοντα και υποχρεώσεις του. Κατά τον συνήγορο, προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η αδικία και ζημιά στον εναγόμενο 2 και κατ' επέκταση σε όσους έχουν δικαίωμα επί της περιουσίας της εταιρείας, από τυχόν έκδοση του διατάγματος θα ήταν απείρως μεγαλύτερη από την όποια ζημιά θα μπορούσαν να υποστούν οι αξιωματούχοι της εταιρείας από τη μη έκδοση του Νομική Πτυχή Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 4 & 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6) καθώς και στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  18. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6, αφορά την δέσμευση περιουσίας που είναι το αντικείμενο της αγωγής και δεν έχει σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Το αντικείμενο της αγωγής στην παρούσα, είναι οι συμβάσεις δανείου και κυμαινόμενης επιβάρυνσης και όχι αυτά καθαυτά, τα περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας εταιρείας. Ομοίως δεν εφαρμόζεται στην παρούσα το άρθρο 5 του Κεφ. 6, που αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας εναγομένου προς το σκοπό εκτέλεσης απόφασης, την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας. Αντιθέτως, από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι το δικαιοδοτικό πλαίσιο εξέτασης της παρούσας, είναι αποκλειστικά το άρθρο 32 του Ν.14/60 επί του οποίου επίσης στηρίζεται η αίτηση και του οποίου οι πρόνοιες, έχουν ευρύτερη εφαρμογή στην έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 είναι: · Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. · Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. · Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, απαιτεί από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου

(1994)1 ΑΑΔ 201). Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα, αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι υπό συνήθεις συνθήκες, η διατήρηση του status quo ante μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης και όχι η προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας. Σχετική είναι και η υπόθεση Κοσμά ν Χ¨Κυπρή κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής στην σελ. 176: «Δεν αποκλείεται βέβαια η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (ιδέ: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 CLR 263). Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή.» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα και δεν περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής δικαιοσύνης (βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179,202). Στην έννοια της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, αναφέρεται η απόφαση M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α ν. The Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ 1791. Η υπόθεση αφορούσε ενδιάμεσο διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια αγωγής για αθέμιτο ανταγωνισμό. Λέχθηκε ότι η έννοια της απονομής δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή. Περαιτέρω, στην Highgate Primary School Ltd κ.α. v. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α
(2009)1A Α.Α.Δ 317, λέχθηκε ότι: «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Όπως προκύπτει από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δεν είναι μόνο οι χρηματικοί παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32. Στην Zena Company Ltd v Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848) λέχθηκε ότι οποιαδήποτε παρανομία εκδηλώνεται κατά των συμφερόντων του αιτητή λαμβάνεται υπόψη προς ικανοποίηση της 3ης προϋπόθεσης του άρθρου 32. Επισημάνθηκε ότι το Δικαστήριο ως θεματοφύλακας του κράτους δικαίου δεν θα πρέπει να ανέχεται μια κατάσταση πραγμάτων κατά παράβαση είτε μιας ιδιωτικής συμφωνίας είτε του ιδίου του Νόμου. Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε και στην μεταγενέστερη υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.α v Frantisek Stepanek κα
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403. Έγινε επί του προκειμένου αναφορά και στην παλαιότερη υπόθεση Κυρισάββα ν. Κίζη
(2001)1 Α.Α.Δ 1245 στην οποία λέχθηκε ότι προς ικανοποίηση της 3ης προϋπόθεσης του άρθρου 32, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και παράγοντες άλλους από χρηματικούς όπως τυχόν εκδηλωθείσα παρανομία. Συμπεράσματα Οι εναγόμενοι προέβαλαν προδικαστική ένσταση ως προς την εξουσία του διευθυντή της εταιρείας να κινήσει μετά τον διορισμό του παραλήπτη, την παρούσα αγωγή. Όπως έχει νομολογηθεί, εάν το ομόλογο καλύπτει στην ουσία ολόκληρη ή το πλείστο μέρος της περιουσίας της εταιρείας, τότε οι διευθυντές της ουσιαστικά δεν ελέγχουν την εμπορική δραστηριότητά της ούτε την εκπροσωπούν δικαστικά (βλ. Χατζηρούσος υπό την ιδιότητα του ως παραλήπτης της εταιρείας Υ. Liasides Developers Ltd,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1703). Οι διευθυντές διατηρούν παρόλα αυτά, ένα κατάλοιπο εξουσίας που ενεργοποιείται πέραν του δικαιώματος αμφισβήτησης του διορισμού του παραλήπτη και στις περιπτώσεις όπου ο παραλήπτης αρνείται να λάβει μέτρα για εξυπηρέτηση των συμφερόντων της εταιρείας (βλ. Newhart Developments Ltd v. Co-op Commercial Bank Ltd [1978] 2 All E.R. 896). Σε τέτοια περίπτωση, οι διευθυντές της εταιρείας έχουν το δικαίωμα να προβούν σε όλα τα αναγκαία μέτρα, συμπεριλαμβανομένων και δικαστικών για προστασία της περιουσίας και των συμφερόντων της εταιρείας. Εντούτοις, οφείλουν να αναλάβουν προηγουμένως την υποχρέωση προσωπικής πληρωμής των εξόδων σε περίπτωση που απορριφθεί η αγωγή τους αφού το στοιχείο αυτό είναι παράμετρος που επηρεάζει τα περιουσιακά στοιχεία που είναι το αντικείμενο του ομολόγου. Σχετικό επί του προκειμένου είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση του Π.Ε.Δ, Χ. Μαλαχτού στην υπόθεση Αδελφοί Μ. & Γ. Παντελίδη Λτδ ν Τράπεζας Κύπρου κ.α., Αρ. Αγωγής 1213/2018, ημερ. 5.10.2018, στο οποίο με παρέπεμψε ο συνήγορος της εναγομένης 1: «Ο Παραλήπτης-Διαχειριστής με αναφορά στα κατάλοιπα εξουσίας που παραμένουν στο διοικητικό συμβούλιο της Εταιρείας μετά το δικό του διορισμό δεν αμφισβητεί ότι το διοικητικό συμβούλιο θα μπορούσε να προωθήσει αγωγή στο όνομα της εταιρείας για να προσβάλει το διορισμό του, υποστηρίζει ωστόσο πως η δική του άρνηση ήταν προϋπόθεση πριν το διοικητικό συμβούλιο να νομιμοποιείτο στην προώθηση της Αγωγής. Ότι δηλαδή θα έπρεπε να ζητηθεί από τον ίδιο να προωθήσει την αγωγή και μόνο εάν αρνείτο θα είχε δικαίωμα το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας να εξουσιοδοτήσει την καταχώριση της. Η επιχειρηματολογία εδράζεται όπως αναφέρουν οι δικηγόροι του στην αγγλική Newhart Developments Ltd v Coop Commercial Bank Ltd
(1978)2 All ER 896. Η πιο πάνω αυθεντία αναφέρεται στο σύγγραμμα του H. Picarda "The Law Relating To Receivers, Managers And Administrators" 4η έκδοση 2006, Tottel Publishing, σελ. 116, 120 κάτω από την ενότητα Residual status of the directors. Η απόφαση στην Newhart για παραμερισμό της αγωγής που είχε καταχωριστεί χωρίς τη γνώση ή συγκατάθεση του παραλήπτη-διαχειριστή είχε ανατραπεί από το αγγλικό εφετείο. Προκύπτει πως το διοικητικό συμβούλιο της υπό διαχείριση εταιρείας μπορεί χωρίς συγκατάθεση του παραλήπτη διαχειριστή να προωθεί αξιώσεις νοουμένου ότι δεν απειλούνται και δεν τίθενται σε κίνδυνο τα περιουσιακά στοιχεία που είναι το αντικείμενο του ομολόγου. Ωστόσο, το ενδεχόμενο η Εταιρεία να κληθεί να πληρώσει έξοδα σε μια ανεπιτυχή τέτοια αγωγή είναι παράμετρος που επηρεάζει τα περιουσιακά στοιχεία που είναι το αντικείμενο του ομολόγου και της διαχείρισης εκτός και οι διευθυντές της έχουν αναλάβει να την αποζημιώσουν σε περίπτωση έκδοσης διαταγής εξόδων εναντίον της (βλ. Tudor Grande Holdings Ltd v Ctibank NA
(1992)CH 53). Στην προκείμενη περίπτωση δεν αναφέρεται ότι το διοικητικό συμβούλιο της Εταιρείας έχει αναλάβει να αποκαταστήσει την Εταιρεία σε περίπτωση έκδοσης διαταγής εξόδων εναντίον της στην παρούσα αγωγή.» Στην παρούσα υπόθεση, ο διευθυντής της εταιρείας ασκώντας το κατάλοιπο εξουσίας που έχει, αμφισβητεί τον διορισμό του παραλήπτη. Δεν έχει όμως δώσει καμία διαβεβαίωση ότι θα αναλάβει να αποζημιώσει την εταιρεία σε περίπτωση έκδοσης διαταγής εξόδων εναντίον της. Το στοιχείο αυτό, είναι σημαντικό για σκοπούς εκδίκασης της παρούσα αίτησης διότι αφορά την νομιμοποίηση του διευθυντή της ενάγουσας να προωθεί την παρούσα διαδικασία. Η απουσία τέτοιας διαβεβαίωσης, είναι κατά την κρίση μου από μόνη της καταλυτική και οδηγεί χωρίς άλλο στην απόρριψη της αίτησης. Ανεξαρτήτως τούτου, θεωρώ σκόπιμο όπως εξετάσω το κατά πόσον έχουν αποδειχθεί οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 σε περίπτωση που η πιο πάνω θέση μου, ανατραπεί σε δεύτερο βαθμό. Από προσεκτική μελέτη του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, προκύπτει ότι βασική πτυχή της απαίτησης της ενάγουσας, συνίσταται στον ισχυρισμό για παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμούς. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι ο διορισμός του παραλήπτη ήταν παράνομος όχι μόνο γιατί στηρίχθηκε σε απαιτήσεις που ήταν αποτέλεσμα παράνομων χρεώσεων αλλά και γιατί δεν προηγήθηκε η καταγγελία της σύμβασης. Καταλογίζεται επίσης στην τράπεζα προσπάθεια οικειοποίησης την περιουσίας της εταιρείας, αντί μέριμνας για την είσπραξη του επίδικου χρέους. Κρίνω από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου ότι δεν έχουν αποδειχθεί στην παρούσα περίπτωση οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Οι ισχυρισμοί για τις κατ' ισχυρισμό υπερχρεώσεις είναι πολύ αόριστες χωρίς να δίδεται οιαδήποτε λεπτομέρεια επί του προκειμένου. Νοείται βέβαια ότι στο στάδιο αυτό, η ενάγουσα δεν οφείλει να αποδείξει την υπόθεση της στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων που έχει κατά την ακρόαση της αγωγής. Στο παρόν στάδιο όμως, όφειλε να καταδείξει σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας της αγωγής της. Οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί για υπερχρεώσεις δεν ικανοποιούν κατά την κρίση μου αυτή την προϋπόθεση. Ανεξαρτήτως τούτου, οι ισχυρισμοί για υπερχρεώσεις δεν συνδέονται σε καμία περίπτωση με το αίτημα της προσωρινής θεραπείας που ζητά η ενάγουσα για αναστολή του διορισμού του παραλήπτη. Ο διορισμός έγινε στην βάση δύο ομολόγων επιβάρυνσης για χρέος που δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα, ανεξάρτητα αν αμφισβητεί το ύψος του, λόγω κατ' ισχυρισμό υπερχρεώσεων της τράπεζας. Η ενάγουσα αμφισβητεί βέβαια την νομιμότητα του διορισμού του παραλήπτη επειδή δεν προηγήθηκε καταγγελία των δανειακών συμβάσεων και επειδή η ειδοποίηση απαίτησης δεν της έδινε επαρκή χρόνο. Ούτε όμως εδώ αποδεικνύεται στον απαιτούμενο βαθμό, ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτήματος για ακύρωση του διορισμού παραλήπτη. Στα ίδια τα ομόλογα δεν υπάρχουν τέτοιοι περιορισμοί ούτε ως προς την προϋπόθεση καταγγελίας της σύμβασης για ενεργοποίηση τους ούτε ως προς τον χρόνο που παρέχεται στην ειδοποίηση απαίτησης πριν τον διορισμό του παραλήπτη. Το ίδιο ισχύει και για την θέση για κατ' ισχυρισμό παράβαση εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας. Ως έχει νομολογηθεί, η παράβαση κατευθυντήριων γραμμών και κανόνων αναδιάρθρωσης, που ουσιαστικά αποτελούν οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας και τυχόν παραβίαση του κώδικα συμπεριφοράς της Κεντρικής Τράπεζας, δεν καθιστά από μόνη της άκυρη μια συμφωνία μεταξύ των μερών. Πολύ δε περισσότερο όταν η ύπαρξη χρέους είναι παραδεκτή, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1131 & Μαρκίδης ν. Εθνική Τράπεζα
(2012)1 Α.Α.Δ. 324). Αλλά ούτε η θέση για ανακριβείς και παραπλανητικές δηλώσεις της τράπεζας ως προς τον δανεισμό της ενάγουσας σε ξένο νόμισμα, συγκεντρώνουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Παραπέμπω επί τούτου στην δήλωση που υπεγράφη εκ μέρους της ενάγουσας για την προειδοποίηση της από την τράπεζα ως προς τους κινδύνους δανειοδότησης σε ελβετικό φράγκο λόγω πιθανής αλλαγής της ισοτιμίας (τεκμ. 2 στην Ε.Δ. της ένστασης). Η συνήγορος της ενάγουσας στην αγόρευση της, δέχθηκε την υπογραφή αυτής της δήλωσης. Ισχυρίστηκε όμως ότι η τράπεζα δεν προειδοποίησε ως όφειλε ότι το ελβετικό φράγκο παρουσιάζει αρκετές διακυμάνσεις. Εντούτοις δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της αίτησης, κανένας σχετικός ισχυρισμός ούτε και παρουσιάζονται οιεσδήποτε λεπτομέρειες αναφορικά με τις κατ' ισχυρισμό σημαντικές διακυμάνσεις της ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου. Περαιτέρω δεν έχει αποδειχθεί από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Ότι δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα επίδικα διατάγματα. Είναι σαφές ότι η ζημιά που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι θα υποστεί αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα, είναι απομιμητή σε χρήμα. Ακόμη και αυτή η ισχυριζόμενη απώλεια της φήμης της, μπορεί να αποτιμηθεί σε χρηματική αποζημίωση. Εντούτοις δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός εκ μέρους της ενάγουσας ότι οι εναγόμενοι δεν θα είναι σε θέση να την αποζημιώσουν, στην περίπτωση που πετύχει στην αγωγή της. Αντιθέτως, η εναγομένη 1 επικαλείται την οικονομική της ευρωστία ως η μεγαλύτερη Κυπριακή Τράπεζα με τεράστιο αποθεματικό που αγγίζει σε μετρητά τα €3.5 δισεκατομμύρια. Επιπλέον ο εναγόμενος 2 επικαλείται ασφαλιστική κάλυψη για ζημιές μέχρι 5 εκατομμύρια Δολάρια Αμερικής. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αμφισβητήθηκαν στην ουσία από την ενάγουσα. Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας, βρίσκω ότι αυτό κλίνει υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Τυχόν έγκριση των υπό κρίση διαταγμάτων θα ανατρέψει την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων όπως διαμορφώθηκε μετά τον διορισμό του παραλήπτη, ο όποιος στηρίχθηκε σε υφιστάμενες δανειακές συμβάσεις και κυμαινόμενες επιβαρύνσεις. Κατά την κρίση μου, η ζημιά που θα υποστεί η εναγομένη 1 από την επαναφορά στην προτέρα κατάσταση πριν τον διορισμό του παραλήπτη θα είναι πολύ μεγαλύτερη από την ζημιά που θα υποστεί η ενάγουσα από την απόρριψη της αίτησης. Στο στάδιο αυτό, επισημαίνω την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία ο παραλήπτης δεν πρέπει να εμποδίζεται από το Δικαστήριο στην άσκηση των καθηκόντων του σύμφωνα με τους όρους του ομολόγου και όπως αυτός κρίνει κατάλληλα. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής στην υπόθεση Νικολάου ν. Μανναρή ECLI:CY:AD:2015:D505, Πολ. Έφεση 226/10 ημ. 10.7.2015: « . δεν πρέπει να παρεμβάλλονται (από το Δικαστήριο) ανεπίτρεπτα εμπόδια στο έργο του Παραλήπτη/Διαχειριστή, ανεξάρτητα αν αυτός αντιπροσωπεύει την εταιρεία ή τον ομολογιούχο που τον διόρισε. Παραπέμπουμε σχετικά στην υπόθεση Capital Cameras Ltd v. Harold Lines and others (National Westminster Bank plc Intervening) [1991] 3 All E.R. 389 όπου παρατηρήθηκε ότι μετά το διορισμό Παραλήπτη/Διαχειριστή δεν υπάρχει κίνδυνος σπατάλης ή διασκορπισμού των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας και ως εκ τούτου δεν πρέπει να εμποδίζεται ο διαχειριστής να χειρίζεται αυτά τα στοιχεία σύμφωνα με τους όρους του ομολόγου και όπως αυτός κρίνει κατάλληλα.» Για τους ιδίους λόγους κρίνω ότι δεν θα ήταν δίκαιο και εύλογο να εγκριθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας και υπέρ των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.