← Κύπρος

Αναφορικά με την Dacom Limited, Αρ. Αιτ.: 783/2017, 2/11/2018

Αναφορικά με την Dacom Limited, Αρ. Αιτ.: 783/2017, 2/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A581 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Αιτ.: 783/2017 Αναφορικά με την Dacom Limited, Μιχαλακοπούλου 12, 4ος όροφος, Διαμέρισμα 401, 1075 Λευκωσία, Κύπρος και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, άρθρα 203, 209, 211(ε), 212(α), (β), (γ), (δ), 213

(1)και 214
(1)-------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 2.11.2018 Αίτηση διά κλήσεως της Dacom Limited ημερομηνίας 26.4.2018 για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην ένστασή της στην αίτηση για την εκκαθάρισή της Για την Αιτήτρια: κ. Σαββίδης για κ.κ. Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η Αίτηση: κ. Χριστοδούλου για κ.κ. Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ - Η ΑΙΤΗΣΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗΣ Στις 31.8.2017 η εταιρεία IPM Informed Portfolio Management AB, η οποία στη συνέχεια θα αναφέρεται ως «η ΙΡΜ», καταχώρησε την υπό το ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση, η οποία στη συνέχεια θα αναφέρεται ως «η κυρίως αίτηση» εναντίον της καθ' ης η αίτηση εταιρείας Dacom Limited, η οποία στη συνέχεια θα αναφέρεται ως «η Dacom», με την οποία ζητά την εκκαθάριση της τελευταίας από το Δικαστήριο δυνάμει των άρθρων 203, 209, 211 (ε), 212 (α), (β) και (γ), 213
(1)και 214
(1)του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
  1. Με την κυρίως αίτησή της η οποία υποστηρίζεται από σχετική ένορκη δήλωση του δικηγόρου κ. XXXXX Ευσταθίου ο οποίος εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της IPM, η τελευταία ισχυρίζεται ότι η Dacom, της οποίας το εγγεγραμμένο γραφείο βρίσκεται στην οδό Μιχαλακοπούλου 12, 4ος όροφος, διαμέρισμα 401 στη Λευκωσία και το ονομαστικό της κεφάλαιο είναι €8.550, είναι αναξιόχρεη και αφερέγγυα και δεν δύναται να πληρώσει τα χρέη της και ως εκ τούτου είναι λογικά δίκαιο και εύλογο όπως εκκαθαριστεί. Η IPM ισχυρίζεται ότι η Dacom της οφείλει το ποσό των 6.203.327 σουηδικών κορόνων (€652.787,65) το οποίο αντιπροσωπεύει δικαστικά έξοδα τα οποία επιδικάσθηκαν υπέρ της και εναντίον της Dacom από το Επαρχιακό Δικαστήριο της Στοκχόλμης/Δικαστήριο Ευρεσιτεχνίας και Αγοράς στα πλαίσια της υπόθεσης ΡΜΤ7999-12 με την απόφασή του ημερομηνίας 2.12.
  2. Ισχυρίζεται επίσης ότι με επιστολή της ημερομηνίας 29.3.2017 κατέθεσε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεόντως πιστοποιημένη βεβαίωση σχετικά με απόφαση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ημερομηνίας 27.2.2017 δυνάμει του άρθρου 53 του Κανονισμού (ΕΕ) με αριθμό 1215/12 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία, για την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις καθώς και επικυρωμένη μετάφραση της εν λόγω βεβαίωσης στην Ελληνική γλώσσα. Μαζί με την εν λόγω επιστολή κατατέθηκε επίσης δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο της απόφασης και επικυρωμένη μετάφρασή της στην Αγγλική γλώσσα. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στις 7.4.2017 καταχώρησε εναντίον της Dacom ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αριθμό 103728 το οποίο επεστράφη ανεκτέλεστο με την ένδειξη ότι η Dacom στερείται κινητής περιουσίας στη δοθείσα διεύθυνση. Ισχυρίζεται επίσης ότι στις 29.5.2017 έδωσε μέσω δικαστικού επιδότη στη Dacom στο εγγεγραμμένο γραφείο της, γραπτή απαίτηση πληρωμής δεόντως υπογεγραμμένη από την αιτήτρια με την οποία καλούσε την Dacom όπως της πληρώσει το ποσό των 6.203.327 σουηδικών κορόνων εντός 21 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της γραπτής απαίτησης. Η επιστολή επιδόθηκε επίσης προσωπικά στις 23.6.2017 σε διοικητικό σύμβουλο της Dacom. Η Dacom δεν πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό έναντι του πιο πάνω αναφερόμενου χρέους της και η IPM με την επίδικη αίτηση επιζητεί την εκκαθάρισή της λόγω αφερεγγυότητας και αδυναμίας της να πληρώσει τα χρέη της. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗΣ Η Dacom στις 28.11.2017 καταχώρησε ένσταση στην ως άνω κυρίως αίτηση ημερομηνίας 31.8.2017 προβάλλοντας με αυτή 7 λόγους. Ισχυρίζεται ότι ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός με αριθμό 1215/12 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία, για την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις δεν εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση, ότι η διαδικασία εκκαθάρισης δεν συνιστά μέτρο εκτέλεσης, ότι η απόφαση επί της οποίας βασίζεται η επίδικη αίτηση δεν είναι τελεσίδικη και/ή δεν είναι εκκαθαρισμένη και/ή δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η νομοθεσία και η νομολογία για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας. Ισχυρίζεται επίσης ότι η ίδια καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αίτηση ακύρωσης της αναγνώρισης της απόφασης επί της οποίας βασίζεται η επίδικη αίτηση εκκαθάρισης η οποία ισχυρίζεται περαιτέρω ότι είναι καταχρηστική και/ή ότι έχει αποκλειστικό σκοπό να εξασκήσει πίεση στην αιτήτρια για καταβολή του κατ' ισχυρισμό οφειλόμενου ποσού. Τέλος ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θεωρήσει ότι ο ΕΚ1215/12 τυγχάνει εφαρμογής οι πρόνοιες του έχουν καταστρατηγηθεί και/ή δεν έχουν ακολουθηθεί και ότι η αιτήτρια δεν συγκαταλέγεται στην κατηγορία των πιστωτών που προνοούνται από την κείμενη νομοθεσία για την καταχώρηση της επίδικης αίτησης και/ή δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της επίδικης αίτησης εκκαθάρισης. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η σχετική ένσταση φαίνονται στην ένορκη δήλωση της δικηγόρου κας XXXXX Παπουή, η οποία εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Η κα Παπουή ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι την 1.9.2017 επιδόθηκε στη Dacom η αίτηση εκκαθάρισης η οποία υποβλήθηκε από την εταιρεία IPM. Η εν λόγω εταιρεία βασίζει την αίτησή της σε κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό το οποίο αντιπροσωπεύει δικαστικά έξοδα τα οποία έχουν επιδικαστεί εναντίον της Dacom από το Επαρχιακό Δικαστήριο της Στοκχόλμης/Δικαστήριο Ευρεσιτεχνίας και Αγοράς με απόφασή του ημερομηνίας 2.12.
  3. Ισχυρίζεται επίσης ότι η απόφαση επί της οποίας η αίτηση εκκαθάρισης βασίζεται δεν είναι τελεσίδικη καθότι εναντίον της ασκήθηκε έφεση και σύμφωνα με τα όσα πληροφορήθηκε από τους δικηγόρους της εταιρείας στη Σουηδία, σύμφωνα με το Σουηδικό δίκαιο η πρωτόδικη απόφαση δεν είναι εκτελεστή. Ο λόγος, κατά την κα Παπουή, που η IPM καταχώρησε την κυρίως αίτηση είναι για να εξασκήσει πίεση στη Dacom για καταβολή του ποσού παρόλο που γνωρίζει ότι η μεταξύ τους αντιδικία δεν έχει τελεσιδικήσει και είναι προφανές ότι η αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά για σκοπούς εξάσκησης πίεσης. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η εκτέλεση της απόφασης, ως ο Κανονισμός προβλέπει, ρυθμίζεται από τους κανόνες του κράτους μέλους αναγνώρισης ή εκτέλεσης και στην υπό κρίση περίπτωση δεν ακολουθήθηκαν οι πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας ήτοι του Ν. 121(Ι)/2000 που προνοεί για την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση αποφάσεων αλλοδαπών δικαστηρίων με αποτέλεσμα αφενός να έχουν επηρεαστεί δυσμενώς τα δικαιώματά της εξαιτίας του γεγονότος ότι η αίτηση για αναγνώριση δεν έγινε διά κλήσεως, αφετέρου να έχει υπάρξει έκδηλη παραβίαση των συνταγματικών της δικαιωμάτων. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι η IPM όφειλε να είχε επιδώσει την κατά το άρθρο 53 εκδοθείσα βεβαίωση εκτελέσεως στην καθ' ης η αίτηση εταιρεία Dacom προτού προβεί στο πρώτο μέτρο εκτέλεσης, κάτι το οποίο δεν έπραξε. Λόγω τούτης της παράλειψης της IPM η Dacom καταχώρησε αίτηση για ακύρωση της εγγραφής και/ή της αναγνώρισης της απόφασης. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι εάν διαφανεί ότι ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός τυγχάνει εφαρμογής οι πρόνοιές του έχουν παραβιαστεί και τέλος ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί καθότι η απαίτηση δεν είναι εκκαθαρισμένη και/ή η απόφαση δεν συνάδει με την απαίτηση πληρωμής που παραδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της με την οποία επιζητείται και/ή απαιτείται τόκος ο οποίος δεν προσδιορίζεται και/ή δεν προβλέπεται στην απόφαση. Η ΕΠΙΔΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ DACOM ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ Μετά την καταχώρηση της ένστασης η κυρίως αίτηση προγραμματίστηκε για ακρόαση στις 14.2.2018 και κατόπιν αναβολής επαναορίστηκε για τον ίδιο σκοπό στις 24.5.
  4. Πριν την προγραμματισμένη ακρόαση της κυρίως αίτησης η Dacom καταχώρησε την επίδικη αίτηση ημερομηνίας 26.4.2018 με την οποία ζητά άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην εκ μέρους της καταχωρηθείσα ένσταση. Με την εν λόγω αίτηση η Dacom ζητά από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: «(Α) Διάταγμα και/ή άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να επιτρέπεται η καταχώρηση εκ μέρους της αιτήτριας συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ως αυτή επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α στην συνημμένη ένορκη δήλωση της XXXXX Παλλήκαρου, ημερομηνίας 18.04.2018, μέσα σε τέτοιο χρονικό διάστημα ως το Δικαστήριο ήθελε καθορίσει. (Β) Οποιαδήποτε άλλη διαταγή και/ή θεραπεία ήθελε το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει δίκαιη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις. (Γ) Έξοδα πλέον ΦΠΑ». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 ΘΘ. 1-4 και 9 και Δ.39, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στις αρχές του δικαίου της επιείκειας, του Κοινοδικαίου και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και της δίκαιης δίκης. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στη συνημμένη ένορκη δήλωση της κας XXXXX Παλλήκαρου δικηγόρου από τη Λευκωσία στην οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: μετά την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση της Dacom στην κυρίως αίτηση και πολύ πρόσφατα περιήλθαν εις γνώση της τελευταίας γεγονότα τα οποία προέκυψαν μεταγενέστερα της καταχώρησής της. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται η κα Παλλήκαρου ότι, περί τον Μάρτιο του 2018 οι δικηγόροι που χειρίζονται κατ' έφεση την υπόθεση της Dacom στη Στοκχόλμη έλαβαν επιστολή από το Δικαστήριο SVEA COURT OF APPEAL (patent and market court) με την οποία πληροφορήθηκαν ότι το εν λόγω Δικαστήριο αποφάσισε την παραπομπή ερωτημάτων στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (ECJ) τα οποία σχετίζονται με την ενώπιόν του εκκρεμούσα διαδικασία. Ισχυρίζεται ακόμη ότι το γεγονός ότι το εν λόγω δικαστήριο αποφάσισε να ζητήσει απόφαση ή/και να παραπέμψει διάφορα νομικά ερωτήματα τα οποία χρήζουν απάντησης από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο μπορεί να αποτελέσει για το παρόν Δικαστήριο ασφαλή ένδειξη ότι η έφεση της καθ' ης η αίτηση στην κυρίως αίτηση έχει βάση και ως εκ τούτου καταδεικνύεται με τον πλέον απόλυτο τρόπο η καλόπιστη υπεράσπιση που εγείρεται με την ένστασή της στην κυρίως αίτηση. Λόγω τούτου του γεγονότος ισχυρίζεται ότι είναι αναγκαίο να επιτραπεί στην Dacom να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να θέσει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την πλήρη και ολοκληρωμένη εικόνα των επιδίκων θεμάτων για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Η εν λόγω προτιθέμενη να καταχωρηθεί ως συμπληρωματική ένορκη δήλωση επισυνάφθηκε ως ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α στην ένορκή της δήλωση. Περαιτέρω, ισχυρίζεται, ότι σε περίπτωση που η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου επί των ερωτημάτων που χρήζουν απάντησης σύμφωνα με το Σουηδικό Δικαστήριο SVEA COURT OF APPEAL προτού το ίδιο αποφασίσει, επηρεάσει θετικά την υπόθεση της με τρόπο που μπορεί να ανατραπεί η πρωτόδικη απόφαση ημερομηνίας 2.12.2016, τότε τυχόν έκδοση απόφασης από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας υπέρ των αιτητών στην κυρίως αίτηση χωρίς να λάβει υπόψη του τα πιο πάνω ουσιαστικά πλέον γεγονότα, θα έχει ανεπανόρθωτες συνέπειες εναντίον της Dacom. Λόγω των όσων ισχυρίζεται πιστεύει ότι έχει καταδειχθεί «καλός λόγος» για να επιτρέψει το Δικαστήριο την καταχώρηση της αιτούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η προτιθέμενη να καταχωρηθεί ως συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Παλλήκαρου η οποία επισυνάφθηκε ως ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση και η επανάληψή τους δεν κρίνεται αναγκαία. Το μόνο το οποίο διαφέρει είναι η αναφορά της στην επιστολή του Δικαστηρίου SVEA COURT OF APPEAL (patent and market court) προς τον κ. Harry Bergman, δικηγόρο της καθ' ης η αίτηση στην κατ' έφεση υπόθεσή της στη Στοκχόλμη, την οποία αναφέρει ως τεκμήριο Α και της οποίας το περιεχόμενο, κατά την αναφορά της, ομιλεί από μόνο του. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΙΡΜ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ Η IPM καταχώρησε ένσταση στην εν λόγω αίτηση ημερομηνίας 26.4.2018 η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 ΘΘ.1 και 2, Δ.48 ΘΘ.1-4, 8 και 9 και Δ.64, στη νομολογία και στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένστασή της περιέχει τους ακόλουθους 4 λόγους: «1) Η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει καλό λόγο προκειμένου το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτήματος για παραχώρηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και/ή δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας ή και των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας αναφορικά με την αιτούμενη άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. 2) Η Αιτήτρια δεν έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου απαραίτητη και/ή αναγκαία και/ή ουσιώδη μαρτυρία, ώστε το Δικαστήριο να δύναται να αποφασίσει εάν υπάρχει 'καλός λόγος' για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. 3) Στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση περιλαμβάνονται αυθαίρετα συμπεράσματα και επιχειρηματολογία, τα οποία σε κάθε περίπτωση έπρεπε να προβληθούν στο πλαίσιο των αγορεύσεων. 4) Η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση περιλαμβάνει άσχετους ισχυρισμούς με τα επίδικα θέματα». Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της δικηγόρου κας XXXXX Πετρίδου στην οποία, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: η αιτήτρια δεν έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το τεκμήριο Α της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δηλαδή την επιστολή με την οποία, σύμφωνα με την αιτήτρια Dacom, γίνεται παραπομπή από το Σουηδικό Δικαστήριο στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο συγκεκριμένων νομικών ερωτημάτων. Λόγω τούτου ισχυρίζεται ότι το παρόν Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να κρίνει εάν η εν λόγω μαρτυρία είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και κατά πόσο είναι αναγκαίο αυτή να τεθεί ενώπιόν του. Ισχυρίζεται, επίσης, η κα Πετρίδου ότι η αιτήτρια παραλείπει να εξηγήσει ποια είναι η σχετικότητα και η αναγκαιότητα της εν λόγω μαρτυρίας με τα επίδικα θέματα, αφού η αίτηση εκκαθάρισης έχει καταχωρηθεί, όπως φαίνεται και από τον φάκελο του Δικαστηρίου, στη βάση απόφασης η οποία αφορά την επιδίκαση δικαστικών εξόδων, τα οποία δεν έχουν, μέχρι σήμερα, καταβληθεί από τη Dacom προς την IPM. Ισχυρίζεται επίσης ότι η αιτήτρια δεν έχει προσκομίσει οποιανδήποτε γνωμάτευσή περί του Αλλοδαπού Δικαίου με την οποία να εξηγείται στο παρόν Δικαστήριο ότι: Α) η παραπομπή των ερωτημάτων στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δύναται να έχει οποιανδήποτε έννομη συνέπεια στην ουσία της διαφοράς μεταξύ των μερών και Β) ότι ακόμα και στην περίπτωση που η έφεση πετύχει ενδέχεται να υπάρξει ανατροπή στην απόφαση που έχει εκδοθεί για τα δικηγορικά έξοδα σύμφωνα με τις πρόνοιες του Σουηδικού Δικαστηρίου εξαιτίας της παράλειψης προσαγωγής μαρτυρίας περί του αλλοδαπού δικαίου. Ισχυρίζεται ακόμα η κα Πετρίδου πως τα όσα προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αλλά και στην ίδια τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ότι με την παραπομπή των ερωτημάτων επηρεάζεται θετικά η υπόθεση της αιτήτριας και ότι η έφεση η οποία έχει καταχωρηθεί είναι βάσιμη, είναι αυθαίρετα και δεν δύναται να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Ισχυρίζεται τέλος ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος για να επιτραπεί η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και ότι η επίδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Η ΑΚΡΟΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ Η ακρόαση της αίτησης έγινε χωρίς να υπάρξει αντεξέταση των προσώπων τα οποία ορκίζονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα και οι συνήγοροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις τους το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Ο κ. Σαββίδης για τη Dacom κάνοντας αναφορά στο ιστορικό της αίτησης εκκαθάρισης καθώς και στη νομική πτυχή που διέπει το θέμα της επίδικης αίτησης εισηγήθηκε ότι υφίσταται «καλός λόγος» ο οποίος δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Εισηγήθηκε επίσης, με αναφορά στην υπόθεση A.MESSIOS & SΟNS LTD κ.ά. v. ΑΝΔΡΕΑ Α. ΛΕΩΝΙΔΑ κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 195, ότι για να καταδειχθεί καλός λόγος θα πρέπει ο αιτητής να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το αίτημά του εδράζεται είτε στην αναγκαιότητα απάντησης σε κάποιους ισχυρισμούς που εγείρονται ή στην παράθεση γεγονότων που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ή να ενισχύσουν ένα νομικό επιχείρημα και να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο μαρτυρικό υλικό, όχι όμως για να προβούν σε επανάληψη των αρχικών σημείων ή να περιλάβουν άσχετους με τα επίδικα θέματα ισχυρισμούς. Εισηγήθηκε επίσης ότι το γεγονός της καταχώρησης έφεσης από την Dacom ενώπιον του Εφετείου της Στοκχόλμης το οποίο στη συνέχεια αποφάσισε την παραπομπή σχετικών ερωτημάτων στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο τα οποία σχετίζονται με την ενώπιον του εκκρεμούσα διαδικασία, ήταν αρκετό ώστε η Dacom να καταχωρήσει την επίδικη αίτηση. Εισηγήθηκε τέλος ότι οι λόγοι ένστασης οι οποίοι προβλήθηκαν από την IPM είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν και κάλεσε το Δικαστήριο να εγκρίνει την επίδικη αίτηση. Ο κ. Χριστοδούλου εκ μέρους της IPM, εισηγήθηκε ότι η παράλειψη προσκόμισης στο Δικαστήριο με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της επιστολής για την οποία ζητείται η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να εξετάσει το περιεχόμενο αυτής για να κρίνει κατά πόσο υφίσταται πράγματι καλός λόγος για να δοθεί η αιτούμενη άδεια. Εισηγήθηκε ακόμα ότι η χορήγηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα ήταν αυθαίρετη αφού δεν επισυνάφθηκε σε αυτή η επιστολή η οποία αναφέρεται ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση. Η παράλειψη αυτή συνιστά επίσης μη εκπλήρωση της υποχρέωσης της αιτήτριας να δείξει με θετικό τρόπο ότι πράγματι υπάρχει καλός λόγος για να δοθεί άδεια για την καταχώρηση της εν λόγω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν θα μπορούσε να εγκριθεί ακόμα και αν είχε επισυναφθεί η εν λόγω επιστολή καθότι και πάλι θα απουσίαζε το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο για να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπεράσματα κατά πόσο η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση και η εν λόγω επιστολή είναι σχετική με τα επίδικα θέματα. Το Δικαστήριο δεν δύναται και δεν θα μπορούσε στην απουσία μαρτυρίας για το αλλοδαπό δίκαιο να καταλήξει από μόνο του σε οποιοδήποτε συμπέρασμα απλώς και μόνο επειδή είχε γίνει παραπομπή των ερωτημάτων στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Εισηγήθηκε ότι στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση περιλαμβάνονται νομικοί ισχυρισμοί οι οποίοι δεν έπρεπε να περιλαμβάνονται ούτε στην ένορκη δήλωση ούτε στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Εισηγήθηκε τέλος ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί προβάλλονται καταχρηστικά και αυθαίρετα και ως εκ τούτου δεν έχει καταδειχθεί από την Dacom καλός λόγος για να δοθεί από το Δικαστήριο η αιτούμενη άδεια για καταχώρηση της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το υπό κρίση θέμα ρυθμίζεται από τη Δ.48 Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία έχει ως εξής: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39». Πρόκειται για θέμα το οποίο ανήκει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου το οποίο δύναται, εφόσον διαπιστώσει ότι προκύπτει «καλός λόγος» να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πάντοτε σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά v. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. 312/2010, ημερομηνίας 17.7.14, λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Σ' ό,τι δε αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.48 Θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης "καλού λόγου" και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος, που χορηγήθηκε μονομερώς, θα μπορούσε να τεκμηριώσει καλό λόγο». Στην υπόθεση Μαρίας Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου, Έφεση Δ.Ο.Δ. Αρ.29/2014, ημερομηνίας 3.11.2016, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα: «Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ανάγεται, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα.. Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. Σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων». Προκύπτει από την επί του θέματος νομολογία ότι δεν υπάρχει ρητός ορισμός της έννοιας του «καλού λόγου». Ο «καλός λόγος» εξετάζεται σε συνάρτηση με τη φύση της διαδικασίας και τα θέματα που εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου ως επίδικα σε κάθε μία περίπτωση. Προκύπτει επίσης προκύπτει ότι ο «καλός λόγος» θα πρέπει να έχει καταδειχθεί με θετικό τρόπο προτού ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά v. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.ά. (ανωτέρω) λέχθηκε ότι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς δεν μπορεί να αποτελέσει «καλό λόγο». Στην υπόθεση A. MESSIOS & SΟNS LTD κ.ά. v. ΑΝΔΡΕΑ Α. ΛΕΩΝΙΔΑ κ.ά. (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι θα πρέπει να αποκλείεται ανεπίτρεπτη μαρτυρία αλλά και επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών, αφού αυτά δεν μπορούν να θεωρηθούν από αποτελούν «καλό λόγο». Με την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων επιδιώκεται η ολοκληρωμένη παρουσίαση είτε της αίτησης είτε της ένστασης ώστε η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση στη βάση της ολοκληρωμένης εικόνας της διαφοράς. Επιδιώκεται δηλαδή η παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου όλων εκείνων των γεγονότων που είναι αναγκαία για να υποστηριχθούν οι εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων στα πλαίσια πάντοτε και σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Εφόσον το Δικαστήριο καλείται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να εγκρίνει ένα τέτοιο αίτημα θα πρέπει στην ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει μια αίτηση για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης να εξειδικεύονται οι λόγοι για τους οποίους η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης κρίνεται αναγκαία και είναι προτιμότερο το Δικαστήριο να έχει υπόψη του το περιεχόμενο της συμπληρωματικής δήλωσης ώστε να μπορεί να κρίνει καλύτερα κατά πόσο υπάρχει καλός λόγος ώστε να επιτραπεί να εισαχθεί ως μαρτυρία. Μελέτη της νομολογίας μας δείχνει ευνοϊκή στάση του Δικαστηρίου απέναντι σε αιτήματα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Αυτή όμως θα πρέπει να αποσκοπεί στο να απαντηθούν αμφισβητούμενα γεγονότα τα οποία τέθηκαν μέσω ενόρκων δηλώσεων ή να απαντηθεί θέση του αντιδίκου η οποία δεν ήταν πιθανό να προβλεφθεί ή να στοιχειοθετηθεί ή να ενισχυθεί ένα νομικό επιχείρημα. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως αναφέρθηκε πιο πάνω η Dacom υπέβαλε την παρούσα ενδιάμεση αίτηση μετά που καταχώρησε την ένστασή της στην εναντίον της καταχωρηθείσα από την IPM αίτηση εκκαθάρισης ημερομηνίας 31.8.2017. Με την αίτηση η IPM ζητά την εκκαθάριση της Dacom καθότι, κατά τους ισχυρισμούς της, είναι αναξιόχρεη και αφερέγγυα. Το αναξιόχρεο και η αφερεγγυότητά της προκύπτουν κατά τους ισχυρισμούς της, αφενός από το ότι το ένταλμα κινητών το οποίο εκδόθηκε εναντίον της επιστράφηκε ανεκτέλεστο και αφετέρου από το ότι παρέλειψε να συμμορφωθεί εντός 21 ημερών από την επίδοση προς αυτή γραπτής απαίτησης πληρωμής. Με την ένστασή της η Dacom ισχυρίζεται ότι η απόφαση επί της οποίας βασίζεται η επίδικη αίτηση δεν είναι τελεσίδικη και/ή δεν είναι εκκαθαρισμένη και/ή δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η νομοθεσία και η νομολογία για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης. Ισχυρίζεται επίσης ότι η ίδια καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αίτηση ακύρωσης της αναγνώρισης της απόφασης επί της οποίας βασίζεται η αίτηση εκκαθάρισης. Με την εν λόγω ένσταση και με τους σχετικούς ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της κας Παπουή προς υποστήριξή της, προβάλλονται ισχυρισμοί περί μη τελεσιδικίας και μη εκτελεστότητας της πρωτόδικης απόφασης του Σουηδικού Δικαστηρίου λόγω του ότι η απόφασή του έχει εφεσιβληθεί και επίσης ότι η Dacom καταχώρησε αίτηση για ακύρωση της εγγραφής της και/ή της αναγνώρισης της απόφασης στο Ε.Δ. Λευκωσίας. Στην ένορκη δήλωση της κας Παλλήκαρου που συνοδεύει την αίτηση για άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το Σουηδικό SVEA COURT OF APPEAL (patent and market court), στα πλαίσια της έφεσης την οποία καταχώρησε η Dacom εναντίον της εναντίον της εκδοθείσας πρωτόδικης απόφασης, απέστειλε νομικό ερώτημα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο το οποίο κατά τους ισχυρισμούς της αποτελεί ένδειξη ότι η έφεσή της Dacom είναι βάσιμη. Κρίνω ότι με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν προστίθεται οτιδήποτε ουσιαστικό στα όσα η Dacom συμπεριέλαβε στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την ένστασή της αφού ο ισχυρισμός ότι εφεσίβαλε την απόφαση του Σουηδικού Δικαστηρίου προβλήθηκε ήδη με την ένστασή της. Κρίνω επίσης ότι στην εν λόγω συμπληρωματική ένορκη δήλωση περιλαμβάνονται αναφορές οι οποίες αποτελούν επιχειρηματολογία η οποία μπορεί να αναπτυχθεί κατά το στάδιο της ακρόασης της αίτησης εκκαθάρισης και όχι ισχυρισμοί γεγονότων οι οποίοι είναι αναγκαίο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για να υποστηριχθεί η θέση της ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση στην εναντίον της καταχωρηθείσα αίτηση εκκαθάρισης. Σημειώνω ως τέτοιο παράδειγμα την αναφορά ότι η παραπομπή ερωτημάτων από το Σουηδικό στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο μπορεί να αποτελέσει ασφαλή ένδειξη ότι η έφεση της Dacom είναι βάσιμη και ότι ως εκ τούτου καταδεικνύεται με τον πλέον απόλυτο τρόπο η καλόπιστη υπεράσπιση την οποία έχει. Έχω υπόψη μου ότι η Dacom επιθυμεί να αναφερθεί με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε κάτι το οποίο έλαβε χώρα μεταγενέστερα της καταχώρησης της ένστασής της και συγκεκριμένα στη λήψη της επιστολής με την οποία πληροφορήθηκε για την παραπομπή ερωτημάτων προς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Κρίνω όμως ότι αυτό, αν και μεταγενέστερο, στην ουσία δεν προσθέτει οτιδήποτε καινούργιο στους ήδη προβληθέντες ισχυρισμούς της Dacom για καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους το οποίο επικαλείται η ΙΡΜ στη βάση του οποίου καταχώρησε την αίτηση εκκαθάρισης και συνακόλουθα ότι δεν αποτελεί «καλό λόγο» για να δοθεί η αιτούμενη άδεια του Δικαστηρίου. Πέραν των πιο πάνω δεν θα επέτρεπα την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και για τον λόγο ότι σε αυτή δεν αναφέρεται ειδικά σε τι αφορά η διαδικασία ενώπιον του Εφετείου της Στοκχόλμης ούτε ποια είναι τα ερωτήματα τα οποία κατά τους ισχυρισμούς της παραπέμφθηκαν από το Σουηδικό στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και τι αυτά αφορούν. Αυτή η έλλειψη στερεί από το Δικαστήριο εκείνες τις αναγκαίες λεπτομέρειες τις οποίες είναι απαραίτητο να γνωρίζει για να είναι σε θέση να αξιολογήσει και να κρίνει κατά πόσο υπάρχει «καλός λόγος» για να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Κρίνω επίσης ότι η μη επισύναψη της επιστολής την οποία αναφέρει ως τεκμήριο Α στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή της η κα Παλλήκαρου στερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να έχει ενώπιόν του και συνακόλουθα να αξιολογήσει κατά πόσο τα όσα περιλαμβάνονται σε αυτή είναι σχετικά με τα θέματα τα οποία αναδύονται ως επίδικα στην αίτηση εκκαθάρισης και η οποία θα ήταν επιθυμητό να καταχωρηθεί. Λόγω των πιο πάνω ελλείψεων δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η εταιρεία Dacom έχει δείξει με θετικό τρόπο ότι υφίσταται «καλός λόγος» για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Λόγω τούτου η επίδικη αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της επίδικης ενδιάμεσης αίτησης επιδικάζονται υπέρ της ΙΡΜ και εναντίον της Dacom όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αίτησης εκκαθάρισης. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.