Στυλιανού υπό την προσωπική της ιδιότητα και ως κηδεμόνας του ανήλικου υιού της Κ.Τ. ν. Γενικού Εισαγγελέα (για Υπουργείο Παιδείας και Γραφείο Ευημερίας) κ.α., Αγωγή αρ.: 7441/2011, 30/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A596 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 7441/2011 Μεταξύ: XXXXX XXXXX Στυλιανού υπό την προσωπική της ιδιότητα και ως κηδεμόνας του ανήλικου υιού της Κ.Τ. (ετών 11) Ενάγουσας και
- Γενικού Εισαγγελέα (για Υπουργείο Παιδείας και Γραφείο Ευημερίας)
- XXXXX Μακρίδη (πατέρα του ανήλικου Α.Μ., ετών 10)
- XXXXX Maata (μητέρα του ανήλικου Α.Μ., ετών 10) Εναγομένων Ημερομηνία: 30.11.2018 Για την Ενάγουσα: κα Λουκία Πατσαλίδου για κ. Λουκή Γ. Λουκαΐδη Για τον Εναγόμενο 1: κα Λουΐζα Γρηγορίου ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την επίδικη αγωγή την οποία η ενάγουσα κα XXXXX XXXXX Στυλιανού υπό την ιδιότητα της ως κηδεμόνας του ανήλικου υιού της Κ.Τ. καταχώρησε εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα και των XXXXX Μακρίδη και XXXXX Maata υπό την ιδιότητα των τελευταίων ως πατέρα και μητέρα αντίστοιχα του ανήλικου Α.Μ., αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματική και ψυχική βλάβη την οποία υπέστη ο ανήλικος υιός της. Ισχυρίζεται ότι αυτός υπέστη επίθεση από τον ανήλικο Α.Μ. που είχε ως αποτέλεσμα να του προκληθούν σωματικές βλάβες και ψυχική οδύνη. Σε σχέση με τον εναγόμενο 1 Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ισχυρίζεται ότι αυτός ευθύνεται για τις παραλείψεις του Υπουργείου Παιδείας και του Γραφείο Ευημερίας. Η υπόθεση προωθήθηκε τελικά μόνο εναντίον του εναγόμενου 1 ο οποίος αρνείται οποιανδήποτε ευθύνη για το περιστατικό και ζητά απόρριψη της αγωγής της ενάγουσας. ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ Ο υιός της ενάγουσας Κ.Τ. ήταν σε κάθε ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο μαθητής του Β' Δημοτικού Σχολείου XXXXX στη Στ' τάξη. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Α.Μ. ήταν μαθητής του ιδίου σχολείου στην Ε' τάξη. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι στις 28.9.2011 ο εν λόγω Α.Μ. επιτέθηκε και τραυμάτισε τον υιό της χωρίς κανένα λόγο και του προκάλεσε σωματικές βλάβες και στην ίδια ψυχική οδύνη και επέμβαση στην ιδιωτική και οικογενειακή της ζωή. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο υιός της μετά την εν λόγω επίθεση υπέστη νευρικό κλονισμό συνοδευόμενο από ψυχολογικά τραύματα, άγχος, φοβία, χαμηλή αυτοεκτίμηση και ανασφάλεια. Κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ο ως άνω Α.Μ. είναι παιδί με προβλήματα συμπεριφοράς και στο παρελθόν ενήργησε αρκετές φορές αδικαιολόγητα με τρόπο επιθετικό και επικίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα άλλων μαθητών ως επίσης και εκπαιδευτικών. Ισχυρίζεται ότι όταν ο Α.Μ. φοιτούσε στη Δ' τάξη επιτέθηκε σε συμμαθητή του και τον κτύπησε και ότι 3 μήνες αργότερα επιτέθηκε στη δασκάλα της μουσικής και τη δασκάλα της Στ' τάξης. Ισχυρίζεται επίσης ότι η εν λόγω κατάσταση του Α.Μ. ήταν σε γνώση των αρμοδίων του Υπουργείου Παιδείας και του Γραφείου Ευημερίας οι οποίοι όμως παρέλειψαν ή και αμέλησαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή παρόμοιων περιστατικών. Ως λεπτομέρειες της αμέλειας του Υπουργείου Παιδείας και του Γραφείου Ευημερίας δικογράφησε τις ακόλουθες: (α) δεν έδωσαν τη δέουσα προσοχή στη σοβαρότητα του κινδύνου που δημιουργείτο από τα προβλήματα συμπεριφοράς του εν λόγω μαθητή, (β) δεν έδωσαν την αναγκαία ψυχολογική ή/και ψυχιατρική στήριξη ή/και θεραπεία στον εν λόγω μαθητή για την αποτροπή άλλων επιθετικών ενεργειών του, (γ) δεν παρείχαν την αναγκαία καθοδήγηση στους υπεύθυνους του σχολείου για τη σωστή και αποτελεσματική επιτήρηση του εν λόγω μαθητή και αποτροπή επιθετικών ενεργειών εκ μέρους του και (δ) δεν προέτρεψαν επαρκώς τους γονείς του να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του παιδιού και την αποτροπή των επιθετικών ενεργειών του εν ανάγκη με την απόσυρση του από το εν λόγω σχολείο. Η ενάγουσα ισχυρίζεται επίσης ότι ο ανήλικος υιός της υπέστη τις ακόλουθες σωματικές βλάβες:
(1)ερυθρότητα και οίδημα πάνω από το δεξί φρύδι,
(2)ερυθρότητα στο άνω βλέφαρο,
(3)εκδορά στο κάτω βλέφαρο,
(4)περιοφθαλμικό οίδημα,
(5)εκδορές στον δεξί αγκώνα,
(6)εκδορές και οίδημα αριστερού γόνατος,
(7)εκδορές δεξιού γόνατος,
(8)εκδορές στη βάση κρανίου, αυχεναλγία και οσφυαλγία. Λόγω των πιο πάνω αξιώνει γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για σωματική και ψυχική βλάβη την οποίαν υπέστη ο ανήλικος υιός της σαν αποτέλεσμα της επίθεσης και του σκόπιμου τραυματισμού του την 28.9.2011 από μέρους του ανήλικου συμμαθητή του Α. Μ., κίνδυνος ο οποίος ήταν ή και έπρεπε να ήταν σε γνώση των εναγομένων και τον οποίο όφειλαν και μπορούσαν να αποτρέψουν αλλά αμέλησαν να το πράξουν και για ψυχική βλάβη που υπέστη η ενάγουσα σαν αποτέλεσμα του εν λόγω τραυματισμού. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο εν λόγω τραυματισμός πέραν από αστικό αδίκημα συνιστά και επέμβαση στο δικαίωμα σωματικής ακεραιότητας του υιού της, στην ιδιωτική ζωή εκείνου και της ενάγουσας και τέλος στην οικογενειακή ζωή των δύο. Αξιώνει επίσης νόμιμο τόκο καθώς και δικηγορικά έξοδα και Φ.Π.Α. Ο εναγόμενος 1 με την υπεράσπισή του αρνείται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι στις 28.9.2011 και περί η ώρα 1:15 μ.μ. μετά τη λήξη των μαθημάτων και αφού ευθύνη για την επίβλεψη των παιδιών είχαν οι γονείς και κηδεμόνες τους και όχι οι δάσκαλοι και/ή το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού και αφού σχεδόν όλα τα παιδιά είχαν εγκαταλείψει την αυλή του Δημοτικού Σχολείου XXXXX, η Διευθύντρια του σχολείου ενημερώθηκε ότι συνέβηκε ένα περιστατικό μεταξύ του μαθητή Α.Μ. και του μαθητή Κ.Τ. Ισχυρίζεται ότι στο παρελθόν είχαν παρατηρηθεί κάποιες περίεργες συμπεριφορές από τον ανήλικο Α.Μ. και ότι το Υπουργείο Παιδείας παρακολουθούσε την περίπτωση του και είχε προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για τη στήριξη του. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι ο εν λόγω μαθητής παραπέμφθηκε στην Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας στις 28.4.2010 μετά από γραπτή συγκατάθεση των γονέων του. Μετά από αξιολόγηση της περίπτωσης, η ψυχολόγος της Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας ζήτησε διερεύνηση από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας και αξιολόγηση από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας. Τον Ιούλιο του 2010 η οικογένεια άρχισε συστηματική συνεργασία με τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Εφήβων (ΥΨΥΠΕ) μέχρι και τον Νοέμβριο του
- Παράλληλα δε υπήρχε συνεργασία της οικογένειας με τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης του μαθητή συζητήθηκε το ενδεχόμενο τοποθέτησης συνοδού και για το αίτημα ενημερώθηκε το Επαρχιακό γραφείο του Υπουργείου Παιδείας και η Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας. Η Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας, με βάση το ιστορικό του μαθητή, δεν αποφάσισε παραπομπή του θέματος για τοποθέτηση συνοδού. Η οικεία εκπαιδευτική ψυχολόγος προχώρησε σε συμβουλευτική στήριξη του σχολείου και διαχείριση της περίπτωσης. Ισχυρίζεται επίσης ότι προέβη στις αναγκαίες ενέργειες για τη στήριξη του μαθητή και της οικογένειας του τόσο πριν όσο και μετά τις 28.9.2011 και ότι όλοι οι αρμόδιοι διαχειρίστηκαν με σοβαρότητα την περίπτωση και είχαν προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για πρόληψη και αποφυγή οποιουδήποτε περιστατικού, αρχικά, καθώς και για την αντιμετώπιση του, στη συνέχεια. Αρνείται επίσης τις λεπτομέρειες της αμέλειας που του καταλογίζονται καθώς και τις κατ' ισχυρισμό σωματικές βλάβες που υπέστη ο ανήλικος Κυριάκος Τζιούρρου και αιτείται απόρριψη της αγωγής ως μη αποκαλύπτουσα βάση αγωγής εναντίον του με έξοδα εις βάρος της ενάγουσας. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για την προώθηση των ισχυρισμών της ενάγουσας έδωσαν μαρτυρία κατά σειρά η ενάγουσα κα XXXXX XXXXX Στυλιανού και για τον εναγόμενο 1 η κα XXXXX Χριστοπούλου, η κα XXXXX Νικολάου και η κα XXXXX Κουμή. Κατατέθηκαν επίσης εκ συμφώνου διάφορα έγγραφα και παραδεκτά γεγονότα. Η ενάγουσα κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α στη διαδικασία. Ισχυρίστηκε ότι ο υιός της Κ.Τ. στις 28.9.2011 ήταν ηλικίας 11 ετών, μαθητής της Στ' τάξης του Β' Δημοτικού Σχολείου XXXXX και ο Α. Μ. μαθητής της Ε' τάξης του ιδίου σχολείου. Η ίδια εργαζόταν ως Βοηθός Διευθύντρια στο εν λόγω σχολείο. Την εν λόγω ημέρα μετά τη λήξη των μαθημάτων γύρω στη 1:15 μ.μ. ο μαθητής Α.Μ. επιτέθηκε και τραυμάτισε τον υιό της ο οποίος μετά το συμβάν βρισκόταν σε άθλια ψυχολογική κατάσταση, δεν μπορούσε να μιλήσει καθαρά, έκλεγε και παραπονιόταν για πόνο σε όλο του το σώμα. Μετέφερε τον υιό της αρχικά στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και αργότερα στο Μακάρειο Νοσοκομείο όπου νοσηλεύθηκε για 5 μέρες. Κατέθεσε ως τεκμήριο 1 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας ημερομηνίας 28.9.2011 αναφορικά με τους τραυματισμούς του υιού της. Ισχυρίστηκε ότι ο ανήλικος Α. Μ. ήταν παιδί με προβλήματα συμπεριφοράς και στο παρελθόν ενήργησε με τρόπο επιθετικό και επικίνδυνο για την σωματική ακεραιότητα των άλλων μαθητών και των εκπαιδευτικών. Ισχυρίστηκε ειδικότερα ότι ήταν η ίδια υπεύθυνη της Επιτροπής Βίας και Παραβατικότητας του σχολείου και η δασκάλα του ο εν λόγω μαθητή όταν αυτός φοιτούσε στη Δ' τάξη. Όταν ο εν λόγω μαθητής φοιτούσε στη Δ' τάξη επιτέθηκε σε συμμαθητή του και μετά από 3 μήνες από το εν λόγω περιστατικό επιτέθηκε στη δασκάλα της μουσικής και στη δασκάλα της Στ' τάξης χωρίς κανένα λόγο. Ισχυρίστηκε ότι η ως άνω κατάσταση ήταν σε γνώση των αρμοδίων του Υπουργείου Παιδείας και του Γραφείου Ευημερίας από την αρχή της φοίτησής του εν λόγω μαθητή στο δημοτικό σχολείο αλλά παρέλειψαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την παρακολούθησή του και την εργοδότηση συνοδού για αυτόν. Δεν έδωσαν τη δέουσα προσοχή στη σοβαρότητα του κινδύνου που δημιουργείτο από τα προβλήματα συμπεριφοράς του και δεν έδωσαν την αναγκαία ψυχολογική ή/και ψυχιατρική στήριξη ή/και θεραπεία στον εν λόγω μαθητή για την αποτροπή επιθετικών ενεργειών εκ μέρους του ούτε παρείχαν την αναγκαία καθοδήγηση στους υπευθύνους του σχολείου για τη σωστή και αποτελεσματική επιτήρησή του. Ισχυρίστηκε ότι ο διορισμός συνοδού για τον εν λόγω μαθητή θα απέτρεπε το επίδικο συμβάν αφού αυτό συνέβηκε η ώρα 1:15 μ.μ. και οι σχολικοί συνοδοί αναλαμβάνουν καθήκοντα από η ώρα 7:15 π.μ. μέχρι η ώρα 1:35 μ.μ. Κατά την αντεξέτασή της ισχυρίστηκε πως το ωράριο λειτουργίας των δημοτικών σχολείων για τους εκπαιδευτικούς είναι από η ώρα 7:30 π.μ. μέχρι η ώρα 1:05 μ.μ. και πως το επίδικο περιστατικό έλαβε χώρα ώρα η 1:15 μ.μ. μετά τη λήξη των μαθημάτων και του ωραρίου λειτουργίας του σχολείου. Ισχυρίστηκε ότι μετά τη 1:05 μ.μ. την ευθύνη για τους μαθητές την έχουν οι γονείς και κηδεμόνες τους νοουμένου ότι θα έχουν εξέλθει από τις αίθουσες. Ισχυρίστηκε ότι σε περίπτωση που ο Α.Μ. είχε συνοδό θα ήταν υπό την ευθύνη του συνοδού μέχρι η ώρα 1:35 μ.μ. και το επίδικο συμβάν δεν θα λάμβανε χώρα. Για τον εν λόγω μαθητή είχαν ζητήσει από το Υπουργείο Παιδείας να τοποθετήσει συνοδό από τότε που ήταν μαθητής της Α' τάξης. Το βασικό αίτημα του σχολείου ήταν να εργοδοτηθεί συνοδός για να προλαβαίνουν τις εκρήξεις θυμού που είχε ο εν λόγω μαθητής αλλά το Υπουργείο είχε υποτιμήσει τον κίνδυνο και με επίκληση την έλλειψη χρημάτων δεν ικανοποίησε το εν λόγω αίτημα με αποτέλεσμα το επίδικο συμβάν. Η κα XXXXX Χριστοπούλου (Μ.Υ.1) κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β στη διαδικασία. Ισχυρίστηκε ότι στις 28.9.2011 ήταν η διευθύντρια του Β' Δημοτικού Σχολείου XXXXX όταν η ώρα 1:15 μ.μ. ο Α. Μ. επιτέθηκε και ξυλοφόρτωσε τον Κ.Τ. Πριν το περιστατικό ο μαθητής Α.Μ. είχε παραπεμφθεί στην Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας για θέμα σχολικής άρνησης και η περίπτωσή του διερευνήθηκε από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας και Ψυχικής Υγείας. Λόγω κάποιων περιστατικών που συνέβηκαν στο σχολείο η ίδια απέστειλε σχετικές επιστολές προς το Υπουργείο Παιδείας (τεκμήρια 10, 11, 15 και 16) ζητώντας την αξιολόγηση του Α. Μ. και την τοποθέτηση συνοδού για αυτόν. Η τελική απόφαση για την τοποθέτηση συνοδού σε κάποιο μαθητή λαμβάνεται από ειδικούς ψυχολόγους οι οποίοι πρώτα αξιολογούν την περίπτωση του μαθητή. Στην περίπτωση του Α.Μ. δεν κρίθηκε αναγκαία η τοποθέτηση συνοδού για αυτό και ποτέ δεν τοποθετήθηκε. Ισχυρίστηκε τέλος ότι σύμφωνα με τους Κανονισμούς Λειτουργίας των Σχολείων Δημοτικής Εκπαίδευσης οι δάσκαλοι προσέρχονται στο σχολείο 15 λεπτά πριν την έναρξη του κανονικού ωραρίου και φεύγουν μετά τη λήξη του αφού πάρουν κατάλληλα μέτρα για την ασφαλή αποχώρηση των μαθητών και πως το προσωπικό του σχολείου δεν φέρει ευθύνη για την ασφάλεια των παιδιών που έρχονται στο σχολείο πριν την προσέλευση των δασκάλων ή που παραμένουν στο σχολείο μετά τη λήξη των μαθημάτων τους. Κατά την αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι είχε κάνει αρκετές εκκλήσεις σε σχέση με τον Α.Μ. επειδή θεωρούσε ότι έπρεπε να είχε τοποθετηθεί συνοδός αλλά ουδέποτε έλαβε γραπτή απάντηση ότι δεν θα τοποθετηθεί χωρίς να γνωρίζει κατά πόσο έπρεπε να ενημερωθεί γραπτώς για αυτό. Κατά την άποψή της έπρεπε να είχε διοριστεί συνοδός για τον εν λόγω μαθητή αλλά δεν ήταν στα καθήκοντά της να τον διορίσει. Στην επιστολή της ημερομηνίας 4.2.2011 που αφορούσε το περιστατικό με τη βίαιη συμπεριφορά του μαθητή απέναντι σε δασκάλα δεν έλαβε γραπτή απάντηση. Με τις επιστολές της περιέγραφε τη δύσκολη κατάσταση που επικρατούσε στο σχολείο και τη θέση της ότι έπρεπε να τοποθετηθεί συνοδός. Ο μαθητής Α.Μ. είχε παρουσιάσει αποκλίνουσα συμπεριφορά τον Σεπτέμβρη του 2010 και την 1.2.2011 επιθετική συμπεριφορά. Κατά την εν λόγω ημέρα ο Α.Μ. επιτέθηκε στη δασκάλα της μουσικής. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε η κα XXXXX Νικολάου η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι είναι εκπαιδευτικός ψυχολόγος στην Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του Υπουργείου Παιδείας και τα καθήκοντά της είναι η αξιολόγηση - διάγνωση των παιδιών. Παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες στα σχολεία και στην οικογένεια. Την περίπτωση του μαθητή Α.Μ. τη σχολική χρονιά 2009 - 2010 την είχε χειριστεί μία συνάδελφός της και η ίδια τον ανέλαβε για τα επόμενα 2 χρόνια. Αναφορικά με το θέμα της τοποθέτησης συνοδού ισχυρίστηκε ότι η υπηρεσία της προτείνει στην Επαρχιακή Επιτροπή Ειδικής Αγωγής κατά πόσο ένας μαθητής χρειάζεται συνοδό και αποφασίζει σχετικά μία άλλη επιτροπή αποτελούμενη από πολλούς άλλους επαγγελματίες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ίδια δεν θεώρησε ότι ο Α.Μ. ήταν παιδί με ειδικές ανάγκες και για αυτό δεν πρότεινε την τοποθέτηση συνοδού. Κατά την αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι η ίδια ήταν η ψυχολόγος του Α.Μ. για την περίοδο από τον Σεπτέμβρη του 2010 μέχρι το τέλος του Σεπτέμβρη του
- Είχε υπόψη της τις επιστολές ημερομηνίας 30.9.2010 και 4.2.2011 (τεκμήρια 10 και 11) και ισχυρίστηκε ότι ο ως άνω μαθητής παρουσίαζε προκλητική αλλά όχι βίαιη συμπεριφορά. Ισχυρίστηκε επίσης ότι λαμβάνει ενημέρωση για κάθε μαθητή από τον φάκελό του και από προσωπικές συναντήσεις με τον ίδιο. Της υποδείχθηκε η επιστολή τεκμήριο 5 την οποία δεν είχε ξαναδεί και ισχυρίστηκε ότι στο φάκελο του Α.Μ. δεν υπήρχε οποιαδήποτε επιστολή αναφορικά με τα ψυχολογικά προβλήματα που αυτός παρουσίαζε. Ήταν εις γνώση της ότι το σχολείο είχε υποβάλει αίτημα για τοποθέτηση συνοδού αλλά δεν θυμόταν κατά πόσο η ίδια επικοινώνησε με το σχολείο για αυτό το θέμα. Η φιλοσοφία της Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας είναι να εξαντλήσουν πρώτα όλα τα άλλα μέτρα προτού καταλήξουν στην τοποθέτηση συνοδού και ειδικά το έτος 2010 η τοποθέτηση συνοδού εξεταζόταν αυστηρά. Η ίδια είχε αξιολογήσει ότι ο Α.Μ. δεν ήταν παιδί με ειδικές ανάγκες και για τον λόγο αυτό δεν πρότεινε την τοποθέτηση συνοδού αλλά έκρινε ότι έπρεπε να συνεχίσει να παρακολουθείται από ψυχολόγο γιατί παρουσίαζε θέματα συμπεριφοράς και οριοθέτησης και υπήρξε συνεργασία της ιδίας καθώς και του Γραφείου Ευημερίας με τον XXXXX και τους γονείς του για αυτό τον σκοπό. Η ίδια κατά τα 10 χρόνια υπηρεσίας της διαπίστωσε ότι πάντα υπάρχει μια υπερβολή από την πλευρά των εκπαιδευτικών στο πως παρουσιάζουν τα πράγματα και είναι της άποψης ότι πρέπει να δοκιμαστούν άλλα μέτρα πριν τοποθετηθεί συνοδός σε ένα μαθητή. Κατά την άποψή της προτού τοποθετηθεί συνοδός για κάποιο μαθητή πρέπει να δοκιμαστούν άλλα μέτρα γιατί ο συνοδός δημιουργεί σχέση εξάρτησης με τον μαθητή και συνήθως σε περιπτώσεις τοποθέτησης συνοδού ο μαθητής την εκλαμβάνει ως μήνυμα ότι ο ίδιος δεν είναι ικανός να χειριστεί τον εαυτό του, αισθάνεται ότι είναι ο κακός του σχολείου και τελικά η τοποθέτηση δεν αποβαίνει επιβοηθητική για τον ίδιο. Ως Μ.Υ.3 κατέθεσε η κα XXXXX Κουμή λειτουργός στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. Κατά την κυρίως εξέτασή της κατέθεσε σχετική γραπτή της δήλωση στην οποία ισχυρίστηκε ότι στις 23.4.2010 οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας ενημερώθηκαν ότι ο μαθητής Α.Μ. απουσίαζε από το σχολείο από τις 12.4.
- Της ανατέθηκε η εν λόγω υπόθεση και προχώρησε στη διερεύνησή της. Καθορίστηκαν κάποιοι στόχοι για την εν λόγω υπόθεση όπως συνεργασία με τους γονείς, το σχολείο και το Τμήμα Παιδικής και Εφηβικής Ψυχιατρικής και για την επίτευξή τους έγιναν συναντήσεις με τον εν λόγω μαθητή και τους γονείς του. Υπήρξε επίσης επικοινωνία με τη διευθύντρια του σχολείου του και την εκπαιδευτική ψυχολόγο και διεξήχθηκαν και πολυθεματικές συναντήσεις. Βασικό επίτευγμα των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας στη συγκεκριμένη υπόθεση ήταν το γεγονός ότι οι γονείς του μαθητή συγκατατέθηκαν ώστε το παιδί τους να συνεργαστεί με το Τμήμα Παιδικής και Εφηβικής Ψυχιατρικής. Κατά την αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι ενημερώθηκε για το επίδικο περιστατικό από τη συνάδελφό της καθώς και από τον σχετικό φάκελο. Η ίδια δεν είχε οποιοδήποτε λόγο στο θέμα της τοποθέτησης συνοδού για τον μαθητή Α.Μ. και η άποψη των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ήταν ότι έπρεπε να αρχίσει συνεργασία με το Τμήμα Παιδικής και Εφηβικής Ψυχιατρικής για παρακολούθηση του από κλινικό ψυχολόγο. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από τις δύο πλευρές οι συνήγοροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις τους τις οποίες και παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Η κα Πατσαλίδου εισηγήθηκε ότι είναι κοινώς αποδεκτό και από τις 2 πλευρές ότι το επίδικο συμβάν έλαβε χώρα στο Β' Δημοτικό Σχολείο XXXXX στις 28.9.2011 και ώρα 1:15 μ.μ. όταν μετά τη λήξη των μαθημάτων ο Α.Μ. επιτέθηκε και κτύπησε τον υιό της ενάγουσας Κ.Τ. και του προκάλεσε σωματικές και ψυχικές βλάβες. Εισηγήθηκε ότι ο μαθητής Α. Μ. παρουσίαζε προβλήματα συμπεριφοράς και ενήργησε στο παρελθόν με τρόπο επιθετικό και επικίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα των συμμαθητών του και των εκπαιδευτικών. Τα εν λόγω προβλήματα ήταν εις γνώση του Υπουργείου Παιδείας και του Γραφείου Ευημερίας, παρέλειψαν όμως να λάβουν τα αναγκαία μέτρα και να αποτρέψουν περιστατικά ως το επίδικο. Εισηγήθηκε ότι το Υπουργείο Παιδείας όφειλε καθήκον επιμέλειας προς τον υιό της ενάγουσας το οποίο παρέβηκε με αποτέλεσμα να προκληθεί ζημιά σε αυτό. Εισηγήθηκε τέλος ότι το επίδικο περιστατικό ισοδυναμεί με παραβίαση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής τόσο της ενάγουσας όσο και του ανήλικου υιού της και κάλεσε το Δικαστήριο να επιδικάσει αποζημιώσεις υπέρ και των 2 αυτών προσώπων. Στην αντίπερα όχθη η κα Γρηγορίου εισηγήθηκε ότι το επίδικο συμβάν έλαβε χώρα μετά τη λήξη των μαθημάτων και σύμφωνα με τους Κανονισμούς Λειτουργίας των Σχολείων Δημοτικής Εκπαίδευσης την εν λόγω ώρα την ευθύνη για την επίβλεψή του Α.Μ. είχαν οι γονείς και κηδεμόνες του και όχι οι δάσκαλοί του ή το Υπουργείο Παιδείας και λόγω τούτου του γεγονότος η αγωγή πρέπει να απορριφθεί. Εισηγήθηκε επίσης ότι το Υπουργείο Παιδείας και οι άλλες Υπηρεσίες ανταποκρίθηκαν άμεσα στο αίτημα του σχολείου για παρακολούθηση του μαθητή Α.Μ. και προς τούτο αξιολογήθηκε η κατάστασή του από ψυχολόγο της Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας η οποία έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαία η τοποθέτηση συνοδού για τον εν λόγω μαθητή. Ισχυρίστηκε επίσης ότι φάνηκε ότι δόθηκε η αναγκαία ψυχολογική και ψυχιατρική στήριξη στον μαθητή και στους γονείς του και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της ενάγουσας πρέπει να απορριφθούν. Εισηγήθηκε τέλος ότι το επίδικο συμβάν δεν αποτελεί παραβίαση της οικογενειακής ζωής της ενάγουσας ή του υιού της και δεν δικαιούνται να τους επιδικασθούν σχετικές αποζημιώσεις και κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την επίδικη αγωγή με έξοδα εις βάρος της ενάγουσας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288 τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Η ενάγουσα μου έχει κάνει θετική εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Ήταν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο εκπαιδευτικός η οποία υπηρετούσε στο Δημοτικό Σχολείο XXXXX στο οποίο φοιτούσε ο ανήλικος Α.Μ. και είχε προσωπική και άμεση γνώση για όλα τα σχετικά γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη υπόθεση όπως λ.χ. τη συμπεριφορά του εν λόγω μαθητή και των ενεργειών της διεύθυνσης του σχολείου και του Υπουργείου Παιδείας. Είχε επίσης υπόψη της όλη τη σχετική αλληλογραφία της διεύθυνσης του σχολείου με το Επαρχιακό Γραφείο Παιδείας Λευκωσίας για τα θέματα συμπεριφοράς του εν λόγω μαθητή. Οι ισχυρισμοί της αναφορικά με τη συμπεριφορά του Α.Μ. επιβεβαιώνονται και από την κοινώς αποδεκτή μεταξύ των διαδίκων μαρτυρία και συγκεκριμένα τις επιστολές που η διεύθυνση του ως άνω Δημοτικού Σχολείου απέστειλε προς το Υπουργείο Παιδείας. Κρίνω ότι η μαρτυρία της είναι ειλικρινής και μπορώ να βασιστώ σε αυτή. Θετική επίσης εντύπωση μου έχει κάνει η Μ.Υ.1 κα XXXXX Χριστοπούλου. Η εν λόγω μάρτυρας δεν είχε κανένα συμφέρον από το αποτέλεσμα της παρούσας υπόθεσης και κρίνω ότι η παρουσία της στο Δικαστήριο αποσκοπούσε στο να μεταφέρει την αλήθεια. Το όσα ισχυρίστηκε σε σχέση με τις ενέργειες που η ίδια έκανε προς το Υπουργείο Παιδείας όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της ενάγουσας αλλά αποτελούν και μέρος των κοινώς αποδεκτών γεγονότων μεταξύ των διαδίκων. Ήταν παρούσα στο επεισόδιο της 1.2.2011 όταν ο μαθητής Α.Μ. επιτέθηκε στη δασκάλα της μουσικής, στη δασκάλα της Στ' τάξης καθώς και στην ίδια όταν τον μετέφερε στο γραφείο της. Από τις επιστολές που η ίδια συνέταξε φαίνεται καθαρά η επιθετική συμπεριφορά του εν λόγω μαθητή και ότι αυτή ήταν τέτοια που καθιστούσε το αίτημά της για τοποθέτηση συνοδού για τον εν λόγω μαθητή επιβεβλημένη. Αναφορικά με τη μαρτυρία της Μ.Υ.2 καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, τουλάχιστο σε ότι αφορά το κρίσιμο θέμα της τοποθέτησης συνοδού για τον μαθητή Α.Μ., δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέτασή της δήλωσε ότι η ίδια δεν θεώρησε ότι ο μαθητής Α.Μ. ήταν παιδί με ειδικές ανάγκες για να εισηγηθεί την τοποθέτηση συνοδού για αυτόν. Προκύπτει όμως από τις επιστολές τις οποίες απέστειλε η διεύθυνση του σχολείου ότι το αίτημα για τοποθέτηση συνοδού στηριζόταν στο γεγονός ότι ο εν λόγω μαθητής παρουσίαζε εξάρσεις θυμού οι οποίες μετουσιώθηκαν σε επεισόδια βίαιης συμπεριφοράς προς τους συμμαθητές και τους δασκάλους του και όχι σε ισχυρισμό ότι ήταν παιδί με ειδικές ανάγκες. Συνεπώς η ίδια είχε εξετάσει το αίτημα για τοποθέτηση συνοδού σε διαφορετική βάση με αποτέλεσμα το συμπέρασμά της να μην μπορεί να γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο. Η μαρτυρία της Μ.Υ.3 ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε από την ενάγουσα και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση κρίνω ότι η μαρτυρία της ήταν τυπική, αφορά σε γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα πριν το επίδικο επεισόδιο και δεν υπάρχει λόγος να μην γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Στη βάση των δικογραφημένων θέσεων των μερών, των κατά καιρούς δηλώσεων των συνηγόρων τους ενώπιον του Δικαστηρίου (κοινώς παραδεκτά γεγονότα ήτοι τα τεκμήρια 1, 2, 5 - 16) και της αναντίλεκτης μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και της αποδεκτής από το Δικαστήριο μαρτυρίας τα ακόλουθα αποτελούν τα σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής: ο Κ.Τ. και ο Α.Μ. ήταν μαθητές του Β' Δημοτικού Σχολείου XXXXX. Ο Α.Μ.απασχολούσε συχνά με τη συμπεριφορά του το σχολείο όπου φοιτούσε για αυτό και η διεύθυνση του σχολείου απευθυνόταν μέσω σχετικών επιστολών προς το Επαρχιακό Γραφείο Παιδείας Λευκωσίας.Τέτοια επιστολή απευθύνθηκε στις 23.4.2010 (τεκμήριο 5) στην οποία αναφέρεται ότι σε 2 περιπτώσεις ο εν λόγω μαθητής παρουσίασε εξάρσεις θυμού. Στις 30.9.2010 αποστάληκε άλλη επιστολή από την διευθύντρια του σχολείου του κα Χριστοπούλου με την οποία ζητείτο επειγόντως η τοποθέτηση συνοδού καθότι η μη τοποθέτησή του εγκυμονούσε κινδύνους για την ασφάλεια του μαθητή. Την 1.2.2011 ο Α.Μ. χειροδίκησε εναντίον της δασκάλας της μουσικής, την κλώτσησε, της πέταξε τον σπόγγο και την καρέκλα. Έβριζε την εν λόγω δασκάλα και φώναζε και στην άλλη δασκάλα η οποία προσπάθησε να τον περιορίσει να τον αφήσει να σκοτώσει τη δασκάλα της μουσικής. Όταν η διευθύντρια μετέφερε τον μαθητή στο γραφείο της δεχόταν συνεχώς σπρωξίματα και κλωτσιές και ο μαθητής συνέχιζε να φωνάζει με μανία ότι ήθελε να τον αφήσουν να σκοτώσει τη δασκάλα της μουσικής. Αργότερα και ενώ βρισκόταν στο γραφείο της διευθύντριας επιχείρησε να πετάξει το σκαμπό που βρισκόταν στο γραφείο. Στην επιστολή ημερομηνίας 4.2.2011 τεκμήριο 11 την οποία απέστειλε η κα Χριστοπούλου προς το Επαρχιακό Γραφείο Παιδείας Λευκωσίας γίνεται αναφορά στο περιστατικό το οποίο συνέβηκε την 1.2.2011 και σε αυτήν τονίζεται από την ίδια ότι ο Α.Μ. παρουσιάζει συχνά κρίσεις θυμού οι οποίες τον καθιστούν επικίνδυνο για την ασφάλεια των άλλων παιδιών στο σχολείο. Στις 4.5.2011 αποστάληκε άλλη επιστολή προς το Υπουργείο Παιδείας στην οποία επαναλαμβανόταν ότι ο μαθητής παρουσιάζει κρίσεις θυμού που τον καθιστούν επικίνδυνο για την ασφάλεια των άλλων παιδιών στο σχολείο (τεκμήριο 13). Στις 28.9.2011 η ώρα 1:15 μ.μ. μετά τη λήξη των μαθημάτων και αφού οι μαθητές είχαν αποχωρήσει από τις αίθουσες διδασκαλίας ο Α.Μ. επιτέθηκε και κτύπησε τον Κ.Τ. προκαλώντας του τους εξής τραυματισμούς:
(1)ερυθρότητα και οίδημα πάνω από το δεξί φρύδι,
(2)ερυθρότητα στο άνω βλέφαρο,
(3)εκδορά στο κάτω βλέφαρο,
(4)περιοφθαλμικό οίδημα,
(5)εκδορές στον δεξί αγκώνα,
(6)εκδορές και οίδημα αριστερού γονάτου,
(7)εκδορές δεξιού γονάτου,
(8)εκδορές στη βάση κρανίου, αυχεναλγία και οσφυαλγία. Λόγω των τραυματισμών του ο Κ.Τ. νοσηλεύθηκε στο Μακάρειο Νοσοκομείο από τις 28.9.2011 έως τις 3.10.2011. Ως προκύπτει από την επιστολή ημερομηνίας 28.9.2011 (τεκμήριο 15) η κα Χριστοπούλου κατά το συμβάν έτρεξε αμέσως στη σκηνή και διαπίστωσε ότι ο Α. Μ. βρισκόταν σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση, τον πλησίασε και αυτός άρχισε να ουρλιάζει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η παρούσα αγωγή στηρίζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας (άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148). Ο ορισμός της αμέλειας σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 51
(1)είναι ο ακόλουθος: Αμέλεια συvίσταται- (α) στηv τέλεση πράξης τηvoπoία υπό τις περιστάσεις δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηvoπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπo θα τελoύσε͘ ή (β) στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νoείται ότι για αυτή δύvαται vα τύχει απoζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια. Η νομολογία σε σχέση με το αστικό αδίκημα της αμέλειας είναι πολύ πλούσια. Στην υπόθεση Κύπρος Ξενοφώντος ν. K.N. ZOO BAR RESTAURANT LTD κ.ά. Πολιτική Έφεση Αρ. 447/11, ημερομηνίας 15.12.2006, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Η αμέλεια ως έννοια είναι νομικά πασίγνωστη και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση. Χάριν υπενθύμισης και μόνο, να λεχθεί ότι στο Κυπριακό σύστημα δικαίου αυτή οριοθετείται από το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 149, όπως έχει βέβαια ερμηνευθεί καθοδηγητικά από τη νομολογία στη βάση της Αγγλικής προσέγγισης του κοινοδικαίου, (Κωνσταντίνου ν. Χατζηκυριάκου
(1993)1 Α.ΑΔ. 864 και Καλαθά ν. Πουλλίτα
(2006)1 Α.Α.Δ. 480). Το καθήκον επιμέλειας, η διάρρηξη του καθήκοντος αυτού και η επέλευση ζημιάς ως αποτέλεσμα αποτελούν τα τρία κλασσικά συστατικά ή παράγοντες που ο ενάγων πρέπει να αποδείξει για να στοιχειοθετήσει ισχυριζόμενη αμέλεια εκ μέρους του εναγομένου. Δεν είναι όμως η έλευση κάθε ζημιάς από τρίτο που καθιερώνει αξίωση αμέλειας. Κατά τη νομολογιακή προσέγγιση της έννοιας της αμέλειας είναι απαραίτητη πρωταρχικά η απόδειξη ότι το άτομο, φυσικό ή νομικό, που προκάλεσε τη ζημιά, όφειλε καθήκον επιμέλειας, έναντι του ζημιωθέντος («duty of care») που περικλείεται στη ρήση του Lord Atkin στην πασίγνωστη υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)AC 562, με τη χρήση της έννοιας ή κριτηρίου του γείτονα («neighborprinciple»).Όπου πρόσωπο βρίσκεται σε τέτοια γειτνίαση με άλλο ώστε το τελευταίο να αντιλαμβάνεται ως θέμα εύλογης αποτίμησης των δεδομένων («reasonableforeseeability»), ότι πράξη ή παράλειψη του πιθανόν να επιφέρει στο πρώτο ζημιά, τότε αναδύεται καθήκον επιμέλειας. Οι κατηγορίες ή συνθήκες κάτω από τις οποίες μπορεί να εγερθεί τέτοιο καθήκον αναγνωρίστηκε ήδη από την Donoghue v. Stevenson, από τον Lord McMillan, ότι δεν είναι ποτέ στεγανοποιημένες. Η αμέλεια ως έννοια μπορεί να επιδεικνύεται σε μια μεγάλη κατηγορία συνθηκών. Δεν είναι αναγκαίο τα εξεταζόμενα γεγονότα να εντάσσονται σε υποθέσεις όπου και προηγουμένως είχε στοιχειοθετηθεί αμέλεια. Το θέμα εξετάζεται, σύμφωνα με την Anns ν. Merton London Borough Council
(1978)AC 728, σε δύο στάδια: Πρώτον, κατά πόσο υπάρχει η αναγκαία γειτνίαση ώστε να εγείρεται το ερώτημα ότι η έλλειψη φροντίδας δυνατόν να προκαλέσει ζημιά ως θέμα εύλογης πρόβλεψης. Δεύτερον, αν η απάντηση είναι καταφατική, κατά πόσον υπάρχουν δεδομένα που αδρανοποιούν ή περιορίζουν την έκταση αυτής της επιμέλειας. Η έννοια της επιμέλειας περιορίστηκε στο χρόνο ώστε να αναχαιτιστεί η ανεξέλεγκτη επέκταση και ένταξη των διαφόρων περιπτώσεων στην έννοια, ώστε με την έλευση και μόνο της ζημιάς να εγείρεται έστω εκ πρώτης όψεως αναζήτηση αποζημιώσεων από τρίτους, κυρίως ασφαλιστικές εταιρείες και κρατικές ή κοινωφελείς υπηρεσίες, (Stovin v. Wise
(1996)AC 923. Σήμερα, η έννοια της επιμέλειας οριοθετείται από το Caparo test, από την υπόθεση Caparo Industries plc v. Dickman
(1990)1 All E.R. 568 και τη σύγχρονη της, Marc Rich & Co. AG v. Bishop Rock Marine Co Ltd
(1996)1 AC 211, ώστε θα πρέπει:
(1)ο ενάγων να δείξει ότι εμπίπτει στα πρόσωπα που ευλόγως μπορούσαν να επηρεαστούν, ανάλογα με τη ζημιά που έγινε,
(2)ότι ενάγων και εναγόμενος βρίσκονται σε σχέση γειτνίασης («proximity») και
(3)να είναι δίκαιο, ορθό και εύλογο («fair, just and reasonable») να εναποτεθεί καθήκον επιμέλειας υπό τις περιστάσεις». ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στη βάση των ως άνω ευρημάτων μου διαπιστώνω ότι ο μαθητής Α.Μ. παρουσίαζε συμπεριφορά η οποία ήταν επικίνδυνη για τη σωματική ακεραιότητα όχι μόνο των συμμαθητών του στο Β' Δημοτικό Σχολείο XXXXX αλλά και των εκπαιδευτικών. Λόγω αυτής της συμπεριφοράς η εκάστοτε διεύθυνση του σχολείου απευθυνόταν στο Υπουργείο Παιδείας με επιστολές μέσω των οποίων ζητούσε την τοποθέτηση συνοδού για τον εν λόγω μαθητή. Ο εν λόγω μαθητής παρουσίαζε εξάρσεις θυμού και η συμπεριφορά του ήταν βίαιη με αποτέλεσμα την 1.2.2011 να χειροδικήσει εναντίον δασκάλας του καθώς και της διευθύντριας του σχολείου του. Εκείνη την ημέρα ήταν τόσο έκδηλα επικίνδυνη που είχε φθάσει μέχρι του σημείου να φωνάζει ότι θα σκοτώσει τη δασκάλα της μουσικής. Το αίτημα του σχολείου για τοποθέτηση συνοδού υποβλήθηκε προς το Υπουργείο αρκετές φορές λόγω της ύπαρξης διαφόρων περιστατικών. Στην επιστολή ημερομηνίας 4.2.2011 την οποία απέστειλε η διευθύντρια του σχολείου κα Χριστοπούλου τονίζεται ότι ο εν λόγω μαθητής παρουσιάζει συχνά κρίσεις θυμού οι οποίες τον καθιστούν επικίνδυνο για την ασφάλεια των υπόλοιπων μαθητών του σχολείου. Η επικίνδυνη συμπεριφορά του εν λόγω μαθητή ήταν επαναλαμβανόμενη και ήλθε εις γνώση του Υπουργείου Παιδείας πολλές φορές όπως και το αίτημα για τοποθέτηση συνοδού για αυτόν. Λόγω τούτης της συμπεριφοράς και των όσων κατά καιρούς τέθηκαν υπόψη του Επαρχιακού Γραφείου Παιδείας Λευκωσίας από την διεύθυνση του σχολείου μέσω των σχετικών επιστολώνμπορούσε εύλογα να προβλεφθεί από τους αρμόδιους του Υπουργείου Παιδείας ότι η συμπεριφορά του εν λόγω μαθητή αποτελούσε κίνδυνο για τους συμμαθητές και τους εκπαιδευτικούς του. Συνεπώς κρίνω ότι το Υπουργείο Παιδείας όφειλε καθήκον επιμέλειας προς τα εν λόγω πρόσωπα μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και ο Κ.Τ. συμμαθητής του μαθητή Α.Μ. στο Β' Δημοτικό Σχολείο XXXXX. Κρίνω ότι τα μέτρα τα οποία λήφθηκαν από την πλευρά του Υπουργείου Παιδείας όπως η παρακολούθηση του μαθητή Α.Μ. από Εκπαιδευτική Ψυχολόγο ή οι πολυθεματικές συναντήσεις με τον μαθητή και τους εκπαιδευτικούς δεν ήταν ικανοποιητικά για να περιορίσουν τον κίνδυνο που εύλογα προέκυπτε από τη βίαιη συμπεριφορά του εν λόγω μαθητή ή να τον αποτρέψουν από το να βιαιοπραγήσει εναντίον συμμαθητών ή δασκάλων του. Λόγω της μη λήψης εκείνων των αναγκαίων μέτρων από την πλευρά του Υπουργείου Παιδείας στις 28.9.2011 συνέβηκε το επίδικο περιστατικό στο οποίο ο εν λόγω μαθητής βιαιοπράγησε κατά του Κ.Τ. και του προκάλεσε σωματικές βλάβες. Συνεπώς στη βάση των ανωτέρω κρίνω ότι η ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει ότι το Υπουργείο Παιδείας παραβίασε το καθήκον επιμέλειας που είχε έναντι του υιού της και συγκεκριμένα παρέλειψε να λάβει τα αναγκαία μέτρα αποτροπής του υπαρκτού και προβλεπτού κινδύνου στον οποίο τέθηκε αυτός. Η ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει επίσης την αιτιώδη συνάφεια του τραυματισμού του υιού της με την παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας από την πλευρά του Υπουργείου Παιδείας. Κατά συνέπεια κρίνω ότι υπήρξε αμέλεια εκ μέρους του Υπουργείου Παιδείας έναντι του υιού της ενάγουσας με αποτέλεσμα αυτός να τραυματιστεί από τον συμμαθητή του Α.Μ. και να υποστεί πόνο και ταλαιπωρία. Αναφορικά με την εισήγηση της κας Γρηγορίου ότι το επίδικο συμβάν έλαβε χώρα μετά τη λήξη των μαθημάτων σε χρόνο κατά τον οποίο οι γονείς του μαθητή Α.Μ. είχαν την ευθύνη της επίβλεψής του αντί οι δάσκαλοι του σχολείου ή το Υπουργείο Παιδείας αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Πράγματι το συμβάν έγινε 10 λεπτά μετά τη λήξη των μαθημάτων. Κρίνω όμως ότι δεν είναι λογικό να θεωρηθεί ότι το επόμενο ακριβώς λεπτό μετά τη λήξη των μαθημάτων η ευθύνη επίβλεψης των μαθητών μετατίθεται στους γονείς και κηδεμόνες τους. Αυτό γιατί χρειάζεται ένα εύλογο χρονικό διάστημα μέχρι να αποχωρήσουν οι μαθητές από τον χώρο του σχολείου και δεν κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση ο χρόνος των 10 λεπτών που μεσολάβησε από τη λήξη των μαθημάτων μέχρι το επίδικο συμβάν ήταν υπερβολικός ούτως ώστε να θεωρηθεί ότι η ευθύνη για την επίβλεψη των μαθητών είχε μετατοπιστεί στους γονείς και κηδεμόνες τους. Αναφορικά με την εισήγηση της κας Πατσαλίδου ότι η επίθεση την οποία υπέστη ο ανήλικος Κ.Τ. συνιστά επίσης επέμβαση στο δικαίωμα σωματικής ακεραιότητάς του και της ιδιωτικής και της οικογενειακής ζωής του ιδίου του ανηλίκου και της ενάγουσας μητέρας του με αποτέλεσμα να δικαιούνται επιπρόσθετα αποζημιώσεις για αυτήν την επέμβαση κρίνω ότι ούτε αυτή μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο και εξηγώ ευθύς αμέσως το γιατί. Η ενάγουσα με την έκθεση απαίτησής της δεν έκανε καμία ξεχωριστή δικογράφηση με ανεξάρτητες λεπτομέρειες και με ειδική αναφορά στο συγκεκριμένο άρθρο του Συντάγματος το οποίο κατά τους ισχυρισμούς της παραβιάστηκε, τουναντίον η αναφορά της περιορίζεται στις λεπτομέρειες αμέλειας που παρουσιάστηκαν σε σχέση με το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Συνεπώς δεν μπορεί να εξεταστεί ο εν λόγω ισχυρισμός ούτε και να της αποδοθούν θεραπείες για αυτή την κατ' ισχυρισμό παραβίαση. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο με το καθήκον υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων, του φυσικού πόνου, της ταλαιπωρίας, της απώλειας των ανέσεων και των απολαύσεων της ζωής που υπέστη ο ενάγων συνεπεία του τραυματισμού του. Οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται από τα Δικαστήρια πρέπει να είναι δίκαιες και λογικές. Στόχος τους είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα. Στην υπόθεση Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789 επισημαίνεται η αναγκαιότητα φιλελευθεροποίησης των αποζημιώσεων και ο ανθρώπινος πόνος και δυσχέρεια πρέπει να αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη ευαισθησία. Επίσης οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποκαλύπτουν σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο. Σταθερή είναι όμως η αρχή του δικαίου ότι οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτές. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία του αδικοπραγούντα αλλά την αποκατάσταση του θύματος. Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων (Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66). Είναι νομολογημένο ότι προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με το ύψος των γενικών αποζημιώσεων δεν αποτελούν προηγούμενο αλλά είναι μόνο καθοδηγητικές (Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303 και Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1460). Στην υπόθεση Γιαννάκης Ερωτοκρίτου κ.ά. ν. Μιχάλη Καραολή
(1998)1 Α.Α.Δ. 445 επισημάνθηκε ότι προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με αποζημιώσεις μόνο ενδεικτική σημασία μπορούν να έχουν γιατί κάθε ειδική περίπτωση διαφέρει ανάλογα με το είδος και την έκταση του τραυματισμού καθώς και τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Moustafa Ahmad Abdulkader v. Χρίστος Σωτηρίου, ECLI:CY:AD:2017:A116, Πολιτική Έφεση 187/2011, ημερομηνίας 30.3.2017, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έκρινε υπερβολικό το ποσό των €3.500 το οποίο επιδικάσθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο για τραύματα που αφορούσαν εγκεφαλική διάσειση με ζάλη, ναυτία και κεφαλαλγία και εκχυμώσεις και εκδορές στον αριστερό ώμο, δεξιό αντιβραχίονα, δεξιά άκρα χείρα και δεξιό γόνατοσυνεπεία των οποίων ο τραυματισθείς υπέστη πόνο και ταλαιπωρία για δύο περίπου βδομάδες, περίοδο κατά την οποία έφερε κολάρο στον αυχένα και του δόθηκε αναρρωτική άδεια για περίοδο 10 ημερών. Στην υπόθεση Ολέσια Κελεσίδου ν. Μενέλαου Σταυρινού, Πολιτική Έφεση Αρ. 221/2012, ημερομηνίας 6.12.2017, το Ανώτατο Δικαστήριο αντικατέστησε το ποσό των €3.500 που είχαν πρωτόδικα επιδικαστεί στον εφεσίβλητο με το ποσό των €2.500 για τραύματα που αφορούσαν εκτεταμένες εκδορές και θλάσεις σε αμφότερα τα γόνατα, μώλωπες και εκδορές σε αμφότερους τους αγκώνες και εκτεταμένη αποσπαστική εκδορά στη ράχη ιδίως στην περιοχή της αριστερής ωμοπλάτης. Λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη φύση των σωματικών βλαβών του ενάγοντος, τον πόνο και την ταλαιπωρία την οποία υπέστη από το γεγονός ότι παρέμεινε για νοσηλεία στο Νοσοκομείο για 5 ημέρες καθώς και ότι του συνεστήθη να αποφεύγει τις αθλοπαιδιές για 30 ημέρες χωρίς να έχουν μείνει οποιαδήποτε κατάλοιπα από τον τραυματισμό του, κρίνω ότι το ποσό των €3.000 αποτελεί δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τις σωματικές βλάβες, τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη ο ενάγων. Στη βάση των όσων εκτέθηκαν πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου 1 για το ποσό των €3.000 με νόμιμο τόκο από τις 9.11.2011 ημέρα καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Επιδικάζονται επίσης υπέρ της ενάγουσας τα έξοδα της παρούσας αγωγής ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα επιτυχίας της αγωγής. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο