← Κύπρος

CROWE CYPRUS LIMITED (πρώην HORWATH DSP LIMITED) ν. C.K. KADIS TRADING LIMITED, Αρ. Αγωγής: 4011/2016, 29/11/2018

CROWE CYPRUS LIMITED (πρώην HORWATH DSP LIMITED) ν. C.K. KADIS TRADING LIMITED, Αρ. Αγωγής: 4011/2016, 29/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A594 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4011/2016 Μεταξύ: CROWE CYPRUS LIMITED (πρώην HORWATH DSP LIMITED), εκ Λευκωσίας Εναγόντων και C.K. KADIS TRADING LIMITED, εκ Δαλίου, Λευκωσίας Εναγομένων Ημερομηνία: 29.11.2018 Μονομερής Αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 1.6.2018 για ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα Για τους ενάγοντες - αιτητές: κ. Χρίστος Π. Ευσταθίου για κ.κ. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ & ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση: κ. Χριστάκης Θ. Χριστάκης ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Οι ενάγοντες στις 16.8.2016 καταχώρησαν την παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνουν από την εναγόμενη εταιρεία το ποσό των €9.745,56 ως οφειλόμενο υπόλοιπο λογαριασμού και/ή βάσει καταστάσεως λογαριασμού και/ή ως υπόλοιπο βάσει τιμολογίων και/ή βάσει συμφωνηθείσης και/ή λογικής αξίας και/ή ευλόγου και/ή λογικής αμοιβής για λογιστικές, ελεγκτικές, φορολογικές εργασίες και άλλες υπηρεσίες της ειδικότητάς των και/ή διά προσφερθείσες υπηρεσίες και/ή ως ποσό οφειλόμενο δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως άλλως πως, νόμιμο τόκο και έξοδα. Η εναγόμενη καταχώρησε υπεράσπιση στην εναντίον της αγωγή και αφού μεσολάβησε το στάδιο των οδηγιών δυνάμει της Δ.30 η αγωγή προγραμματίστηκε για ακρόαση. Την 1.6.2018 οι ενάγοντες καταχώρησαν την ως άνω αίτηση την οποία το Δικαστήριο διέταξε όπως επιδοθεί στους εναγόμενους. Με την επίδικη αίτηση οι ενάγοντες αιτούνται τα ακόλουθα: «Α. Ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα το οποίο να απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους εναγόμενους και/ή τους διευθυντές τους και/ή τους υπηρέτες τους και/ή τους αντιπροσώπους τους και/ή υπαλλήλους τους και/η οιονδήποτε από αυτούς, από του να πωλήσουν, υποθηκεύσουν, μεταβιβάσουν, επιβαρύνουν, δωρίσουν, διαθέσουν, εκχωρήσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπον αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν, μέχρι πλήρους εκδικάσεως και αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, το όλο συμφέρον και/ή μερίδιο τους επί του κάτωθι περιγραφόμενου ακινήτου:- Περιγραφή Ακινήτου Χωράφι υπ' αρ. εγγραφής 10/32, τμήμα 10, φύλλο 30 σχέδιο 5XX1, τεμάχιο X7, ευρισκόμενο εις τον Δήμο Ιδαλίου, Λευκωσία, Παναγίας Ευαγγελίστριας, ΛΙΘΟΣΟΥΡΙ, μοίρα ή συμφέρον 1/

  1. Β. Οιανδήποτε άλλη διαταγή και/ή θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθή και δικαία υπό τις περιστάσεις και/ή βάσει της προσκομισθησόμενης μαρτυρίας. Γ. Τα έξοδα της παρούσης αιτήσεως, πλέον έξοδα επίδοσης και Φ.Π.Α. βάσει της Κείμενης Νομοθεσίας επί του επιδικασθησομένου ποσού των δικηγορικών εξόδων». Η νομική βάση της αίτησης είναι τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ο Νόμος 17(Ι)/2004, τα άρθρα 2, 3, 4, 5 και 10 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 31(Ι)/1992, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 Θ.2, Δ.48 ΘΘ.1-4, 7-9 και Δ.64, οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης, το δίκαιο της επιείκειας και η διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία η αίτηση στηρίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωσης της κας XXXXX Πιφάνη από τη Λευκωσία η οποία μεταξύ άλλων ισχυρίζεται τα ακόλουθα: είναι λογίστρια και τμηματάρχης των εναγόντων αιτητών και έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης καθώς και του λογαριασμού των εναγομένων και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι οφείλουν στους ενάγοντες για υπηρεσίες που οι τελευταίοι τους παρείχαν το ποσό των €9.745,56 για το οποίο εκκρεμεί η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Επισύναψε στην ένορκή της δήλωση ως τεκμήριο 2 κατάσταση λογαριασμού, ως τεκμήριο 3 αντίγραφα τιμολογίων και ως τεκμήριο 4 αντίγραφο γραπτής δήλωσης του κ. XXXXX Καδή διευθυντή της εναγόμενης εταιρείας. Ισχυρίζεται επίσης ότι οι εναγόμενοι είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του χωραφιού με αριθμό εγγραφής 10/32, τμήμα 10, Φ/Σχ. 30/5XX1, τεμάχιο X7 στον Δήμο Ιδαλίου, μερίδιο το 1/3 το οποίο βαρύνεται με την Υποθήκη Υ2246/2011 προς όφελος της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ για το ποσό των €410.000,00 πλέον τόκους και με το ΜΕΜΟ ΕΒ4077/2016 προς όφελος του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Επισύναψε ως τεκμήριο 7 πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης περιουσίας αναφορικά με το εν λόγω ακίνητο. Από όσα πληροφορήθηκε από τον δικηγόρο των εναγόντων κ. Ευσταθίου ο τελευταίος έλαβε πληροφόρηση από κάποια κα Παπαδημητρίου η οποία είναι λειτουργός στην Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd η οποία εταιρεία ενεργεί για λογαριασμό της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ και έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της, ότι η εναγόμενη εταιρεία βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με την Altamira για να της μεταβιβάσει την ακίνητη περιουσία της έναντι των υποχρεώσεών της προς την ΣΚΤ Λτδ. Ισχυρίζεται επίσης ότι προκύπτει άμεσος κίνδυνος και μεγάλη πιθανότητα ανά πάσα στιγμή να υπογραφεί η εν λόγω συμφωνία και να μεταβιβαστεί το επίδικο χωράφι της εναγόμενης εταιρείας έναντι των υποχρεώσεών της προς την ΣΚΤ Λτδ. Ισχυρίζεται ακόμα ότι η εναγόμενη εταιρεία είναι αφερέγγυα και το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών προχώρησε σε τρίμηνη δημοσίευση διαγραφής της λόγω μη πληρωμής του ετήσιου τέλους των €350,
  2. Από όσα καλύτερα γνωρίζει και πληροφορείται ειλικρινά πιστεύει ότι οι ενάγοντες έχουν πολύ καλό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εναγόμενης εταιρείας και συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος λόγω και της μεγάλης πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής τους. Σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα οι αιτητές δεν θα μπορέσουν να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί προς όφελός τους και έτσι θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη και η παρούσα αγωγή θα απολέσει τη σημασία της αφού δεν θα μπορούν να εισπράξουν το λαβείν τους. Ισχυρίζεται επίσης ότι το επίδικο ακίνητο είναι η μοναδική περιουσία της εναγόμενης εταιρείας. Η ΕΝΣΤΑΣΗ Οι εναγόμενοι 1 καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 1.6.2018 προβάλλοντας με αυτή 14 λόγους για τους οποίους είναι η θέση της ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Προβάλλουν ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν14/60 ούτε των άρθρων 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, δεν αποκαλύπτονται πλήρως τα γεγονότα, μεταξύ των εναγομένων και της Συνεργατικής Τράπεζας εκκρεμεί η αγωγή 2922/16 και τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα έχει δραστικές και δυσμενέστατες συνέπειες για τους εναγόμενους, ότι είναι φερέγγυοι και η αξία του 1/3 μεριδίου του επίδικου ακινήτου των εναγομένων και η χρηματική τους περιουσία τους δείχνουν ότι έχουν τη δυνατότητα καταβολής των ποσών που αξιώνουν οι ενάγοντες. Την ένσταση των εναγομένων υποστηρίζει ένορκη δήλωση του διευθυντή τους κ. XXXXX Καδή στην οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: οι εναγόμενοι ουδέν ποσό οφείλουν στους ενάγοντες, ενδεχόμενα δε οι ενάγοντες να εκτέλεσαν για τους εναγόμενους κάποιες ελεγκτικές ή λογιστικές ή φορολογικές εργασίες με δική τους πρωτοβουλία χωρίς προηγουμένη συνεννόηση με τους τελευταίους και χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Αρνείται ότι η εναγόμενη εταιρεία είναι αφερέγγυα και ότι οι ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά από τη μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος σε αντίθεση με την εναγόμενη η οποία πράγματι θα υποστεί τέτοια ανεπανόρθωτη βλάβη εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα γιατί θα δεσμευτεί η περιουσία της αξίας πέραν των €800.000,00 για απαίτηση των εναγόντων μόλις €10.000 περίπου. Ισχυρίζεται επίσης ότι σε περίπτωση που ήθελε εκδοθεί απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης αυτή δεν θα μείνει ανεκτέλεστη αφού οι εναγόμενοι πέραν του επίδικου ακινήτου έχουν και άλλη χρηματική περιουσία η οποία υπερβαίνει κατά πολύ την απαίτηση των εναγόντων και τα δικηγορικά τους έξοδα. Ισχυρίζεται επίσης ότι με την παρούσα αίτηση οι ενάγοντες επιχειρούν να εκβιάσουν την εναγόμενη εταιρεία για να τους καταβάλει τις αβάσιμες και παράνομες αξιώσεις τους. Ισχυρίζεται τέλος ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να πετύχει η επίδικη αίτηση ούτε ότι οι ενάγοντες βρίσκονται προ του κινδύνου να υποστούν ανεπανόρθωτη οικονομική ή άλλη ζημιά αλλά αντιθέτως με τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος η εναγόμενη θα εμποδιστεί από το να εκμεταλλευθεί την εν λόγω ακίνητη περιουσία της για ένδικη απαίτηση μόλις €10.000 περίπου. ΑΚΡΟΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των προσώπων τα οποία ορκίστηκαν στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και τις καταχωρηθείσες ενστάσεις και η ακρόαση της αίτησης προχώρησε με αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων τις οποίες αυτοί προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου συμπεριέλαβαν σε γραπτό κείμενο το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Με αυτές καθένας τους προωθεί τις θέσεις του διαδίκου τον οποίο εκπροσωπεί. Έχω μελετήσει και έχω υπόψη μου τις ικανότατες αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων και όπου χρειάζεται πιο κάτω θα αναφερθώ ειδικότερα σε αυτές. Ο κ. Ευσταθίου, προς υποστήριξη της αίτησης, εισηγήθηκε ότι με βάση τα γεγονότα τα οποία αναφέρει στην ένορκή της δήλωση η κα Πιφάνη οι ενάγοντες κατά τα έτη 2008 έως 2015 παρείχαν στους εναγόμενους επ' αμοιβή διάφορες λογιστικές εργασίες και διατηρούσαν στο όνομά τους σχετικό λογαριασμό. Με αναφορά σε σχετική επί του θέματος νομολογία εισηγήθηκε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 32 του Ν.14/60 και 5 του Κεφ. 6 για να πετύχει η επίδικη αίτηση και κάλεσε το Δικαστήριο να εγκρίνει αυτή. Ο κ. Χριστάκη, εκ μέρους των εναγομένων, εισηγήθηκε ότι η παρούσα αγωγή στηρίζεται σε υπόλοιπο λογαριασμό και/ή σε υπόλοιπο βάσει τιμολογίων για ενδεχομένως προσφερθείσες υπηρεσίες τις οποίες οι ενάγοντες με δική τους πρωτοβουλία και χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τους εναγόμενους παρείχαν σε αυτούς. Οι εναγόμενοι ουδέποτε συμφώνησαν οποιαδήποτε αμοιβή για τις εν λόγω εργασίες ούτε και αποδέχθηκαν τα τιμολόγια τα οποία επικαλούνται οι ενάγοντες. Με αναφορά σε σχετική επί του θέματος νομολογία εισηγήθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να πετύχει η επίδικη αίτηση και κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει αυτή με έξοδα εις βάρος των αιτητών. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει Διατάγματα πηγάζει από το Δίκαιο της Επιείκειας και η δικαιοδοσία για έκδοσή τους στο Κυπριακό Δίκαιο παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  3. Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στα άρθρα 4, 5 και 9 του Κεφ.
  4. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου επεξηγήθηκε και διασαφηνίστηκε σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd

(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Louis Vouitton v. Dermosak Limited κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453) και από την επί του θέματος νομολογία προκύπτει ότι για να εκδοθεί ενδιάμεσο Διάταγμα πρέπει να συντρέχουν οι τρεις πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του Διατάγματος. Επιπρόσθετα, στις υποθέσεις Odysseos v.A. Pieris Estates Ltd, Κούνουνα ν. C. & A. Simonos Ltd,
(2002)1 Α.Α.Δ.1361 και Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 152, αναφέρθηκε ότι η ύπαρξη απλώς των τριών ως άνω θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει ένα τέτοιο Διάταγμα (ισοζύγιο της ευχέρειας). Το άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 επιτρέπει την έκδοση διατάγματος για τη δέσμευση ακίνητης περιουσίας η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο της αγωγής για εξασφάλιση της ικανοποίησης μελλοντικής δικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Τέτοιο διάταγμα δεν εκδίδεται εκτός εάν πληρούνται οι 2 προϋποθέσεις του άρθρου 5
(2)και συγκεκριμένα να φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας του εναγομένου σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του (πιθανότητα παρεμπόδισης του ενάγοντα να ικανοποιήσει την απόφασή του). Αναφορικά με την πρώτη προυπόθεση της «καλής βάσης αγωγής» αυτή είναι η ίδια με την «ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση» του άρθρου 32 του Ν.14/60 ενώ η δεύτερη προυπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6 αντιστοιχεί ουσιαστικά προς την τρίτη προυπόθεση του άρθρου 32 δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία πλήρους απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο (Δημήτρης Τσιολάκκη κ.ά. ν. Ανδρέα Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782) Είναι νομολογημένο ότι παρά το γεγονός ότι μπορεί να εκδοθεί προσωρινό διάταγμα στη βάση των προνοιών του άρθρου 32 του Ν.14/60 όπως αυτό προβλέπεται από το άρθρο 5 του Κεφ. 6, τα ειδικά κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 λαμβάνονται υπόψη στην έκταση που αυτά δεν συμπίπτουν με τα κριτήρια του άρθρου 32 του Ν.14/60 (Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 CLR 520). Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω προϋποθέσεις σημειώνοντας ότι το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης δεν προχωρεί στο στάδιο αυτό στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, νοουμένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, αυτό ανάγεται κατ' εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των 3 προϋποθέσεων είναι αναγκαία, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd (πιο πάνω), αλλά με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι τα όσα ακολουθούν αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητες τις 3 προϋποθέσεις. Προϋπόθεση (α) - Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση Η πρώτη προϋπόθεση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης. Το Δικαστήριο εξετάζοντας αυτή την προϋπόθεση εξετάζει κατά πόσο από τα δικόγραφα τα οποία βρίσκονται ενώπιόν του αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση. Το Δικαστήριο σε αυτό το αρχικό στάδιο δεν θα αποφασίσει τελεσίδικα οτιδήποτε ούτε θα καταλήξει επί της βασιμότητας των εκατέρωθεν ισχυρισμών και θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα δεν είναι «επιπόλαιο και ενοχλητικό» και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του εναγομένου. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο ο ενάγων να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματός του αλλά να δείξει στο Δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της ύπαρξής του. Στην επίδικη περίπτωση οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους στην εναγόμενη εταιρεία για τις οποίες τηρούσαν σχετικό λογαριασμό και στον οποία αναγράφονταν οι μεταξύ τους δοσοληψίες. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι εξέδιδαν διάφορα τιμολόγια για τις εν λόγω υπηρεσίες και ότι η εναγόμενη κατέβαλε έναντι των εν λόγω υπηρεσιών κάποια χρηματικά ποσά. Η εναγόμενη εταιρεία από την πλευρά της αρνείται ότι υπήρξε οποιαδήποτε συνεργασία μεταξύ των διαδίκων και ισχυρίζεται ότι η σχετική χρέωση των εναγόντων όχι μόνο δεν συμφωνήθηκε αλλά υπερβαίνει και την εύλογη αμοιβή για τις συγκεκριμένες εργασίες. Χωρίς στο στάδιο αυτό να προβαίνω σε κατάληξη συμπερασμάτων, από το ενώπιον μου υλικό και κυρίως από το τεκμήριο 4 της ένορκης δήλωσης της κας Πιφάνη που είναι μία γραπτή δήλωση του κ. Καδή με την οποία αναγνωρίζει ότι η εναγόμενη εταιρεία οφείλει χρήματα στους ενάγοντες φαίνεται ότι η εναγόμενη εταιρεία είχε συνεργασία με τους ενάγοντες. Από αυτό φαίνεται ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρξε επαγγελματική συνεργασία, κάτι το οποίο στη συνέχεια με οδηγεί σε διαπίστωση ότι οι ενάγοντες έχουν αποκαλύψει με την έκθεση απαίτησής τους ότι αντικειμενικά υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και συνεπώς η ως άνω προϋπόθεση ικανοποιείται. Προϋπόθεση (β) πιο πάνω - Ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας Κατά την εξέταση της συνδρομής ή όχι της προϋπόθεσης της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας το Δικαστήριο θα ικανοποιηθεί ότι αυτή υφίσταται εφόσον ο ενάγων δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας της αγωγής χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων όπως απαιτείται να πράξει για να αποδείξει την αγωγή του. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας σε αυτό το στάδιο γίνεται στη βάση της προσαχθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας χωρίς αυτό όμως να ασχολείται με αντικρουόμενους ισχυρισμούς ή να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα. Το κριτήριο της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας διαπιστώνεται μετά από κάποια αξιολόγηση του υλικού που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι νομολογημένο ότι σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν ασχολείται με αντικρουόμενους ισχυρισμούς και κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα όπως επίσης ότι η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον Διάταγμα δεν ενδείκνυται (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Έχοντας υπόψη μου την προσαχθείσα μαρτυρία και συγκεκριμένα τα τεκμήρια 2, 3 και 4 τα οποία επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση της κας Πιφάνη φαίνεται ότι υπήρχε επαγγελματική συνεργασία μεταξύ των διαδίκων και ότι οι ενάγοντες προσέφεραν προς την εναγομένη τις υπηρεσίες τους. Για αυτές τις υπηρεσίες οι ενάγοντες εξέδιδαν σχετικά τιμολόγια. Φαίνεται επίσης από τα πιο πάνω ότι η εναγόμενη κατέβαλε προς τους ενάγοντες κάποιο ποσό έναντι των εν λόγω υπηρεσιών. Από τα πιο πάνω φαίνεται αντικειμενικά ότι οι ενάγοντες έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή τους. Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι δεν μου διαφεύγει ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι δεν είχε οποιαδήποτε συνεργασία με τους ενάγοντες και ότι δεν τους οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Αυτοί οι πιο πάνω ισχυρισμοί όμως θα κριθούν και αξιολογηθούν κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και δεν επιτρέπεται να απασχολήσουν το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο. Με τα πιο πάνω υπόψη και για σκοπούς της υπό κρίση αίτησης, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι ενάγοντες προσκόμισαν μαρτυρία η οποία δημιουργεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας, υπό την έννοια ότι εάν στο τέλος καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι οι ενάγοντες παρείχαν υπηρεσίες στην εναγόμενη τότε θα δικαιούνται να τους αποδοθεί η αμοιβή για αυτές. Προϋπόθεση (γ) πιο πάνω - Πιθανότητα πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς Η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, συναρτάται με τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όταν οι αποζημιώσεις που θα αποδοθούν στο τέλος της δίκης θεωρείται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Ακόμη χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Highgate Primary School Ltd v. Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317: «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους, σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση των εναγόντων περιλαμβάνει ισχυρισμό ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα δεν θα μπορέσουν να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί προς όφελός τους σε μεταγενέστερο στάδιο και έτσι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και βλάβη. Ως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης η αξίωση των εναγόντων αφορά σε χρηματικό ποσό το οποίο αξιώνεται ως υπόλοιπο παροχής υπηρεσιών των εναγόντων προς την εναγόμενη εταιρεία. Το εν λόγω ποσό είναι αποκρυσταλλωμένο και λόγω τούτου δεν δύναται να θεωρηθεί ότι οι ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά από την μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ούτε και μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός τους ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη αφού σε περίπτωση επιτυχίας τους θα τους αποδοθεί το ποσό το οποίο διεκδικούν και η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι επαρκής θεραπεία. Λόγω τούτου κρίνω ότι δεν πληρείται η τρίτη προυπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 και συνεπώς η επίδικη αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται επίσης ότι η εναγόμενη εταιρεία είναι αφερέγγυα και λόγω τούτου δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κεφ. 6 για να διασφαλιστεί η ικανοποίηση μελλοντικής απόφασης που ήθελε εκδοθεί υπέρ τους. Οι ενάγοντες προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού επισύναψαν ως τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση της κας Πιφάνη αντίγραφο της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας ημερομηνίας 3.11.2017 στην οποία δημοσιεύθηκε ειδοποίηση του Εφόρου Εταιρειών ότι η εναγόμενη εταιρεία μετά την παρέλευση 3 μηνών θα διαγραφόταν λόγω μη πληρωμής του ετήσιου τέλους των €350,00 ισχυριζόμενοι ότι αυτή δεν δραστηριοποιείται. Κρίνω ότι η εν λόγω ειδοποίηση δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη αφερεγγυότητας της εναγόμενης εταιρείας ούτε και προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ότι στον χρόνο που μεσολάβησε από την εν λόγω δημοσίευση η εναγόμενη εταιρεία διαγράφηκε. Ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από τους ενάγοντες που να παρουσιάζει ότι αυτή πράγματι βρίσκεται σε κακή οικονομική κατάσταση και δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσει οποιαδήποτε μελλοντική απόφαση ήθελε εκδοθεί υπέρ των εναγόντων. Ως προκύπτει από το πιστοποιητικό έρευνας το οποίο οι ενάγοντες επισύναψαν ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή τους, η εναγόμενη εταιρεία είναι ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου η αξία του οποίου ως φαίνεται υπερβαίνει τις €800.000,00 και ότι η εν λόγω περιουσία επιβαρύνεται με υποθήκη για ποσό €410.000,00 πλέον τόκους. Υπό τις ως άνω περιστάσεις δεν κρίνω ότι ο ισχυρισμός των εναγόντων περί αφερεγγυότητας της εναγομένης μπορεί να γίνει αποδεκτός αφού η αξία της επίδικης ακίνητης περιουσίας της υπερκαλύπτει το ποσό της εν λόγω υποθήκης και της απαίτησης των εξόδων της παρούσας αγωγής. Συνεπώς δεν κρίνω ότι είναι εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για την εξασφάλιση της ικανοποίησης της απόφασης που μελλοντικά θα εκδοθεί υπέρ τους. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι οι αιτητές με τα όσα επικαλέστηκαν δεν ικανοποίησαν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος είτε στη βάση του άρθρου 32 του Ν14/60 είτε στη βάση του άρθρου 5 του Κεφ. 6 και η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Λόγω των πιο πάνω η αίτηση των εναγόντων απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.