← Κύπρος

ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD ν. ΚΑΪΖΕΡ, Αρ. Αγωγής: 6920/2010, 8/10/2018

ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD ν. ΚΑΪΖΕΡ, Αρ. Αγωγής: 6920/2010, 8/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A536 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6920/2010 Μεταξύ: ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD, από τη Λευκωσία Ενάγουσα και XXXXX ΚΑΪΖΕΡ, από την Πάφο Εναγόμενος Ημερομηνία: 8.10.2018 Για τους Ενάγοντες: κ. Λοΐζος Παπαχαραλάμπους για κ.κ. Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Για τον Εναγόμενο: κ. Ανδρέας Πολυκάρπου για κ.κ. Μάρκου ‑ Χριστοδούλου και Πολυκάρπου ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα εταιρεία αξιώνει από τον εναγόμενο το ποσό των €16.409 δυνάμει εγγράφων συμφωνιών και/ή ως υπόλοιπο λογαριασμού και/ή ως χρήματα πληρωθέντα βάσει ανταλλάγματος που απέτυχε πλήρως και/ή βάσει άδικου πλουτισμού και/ή ως χρήματα πληρωθέντα και ληφθέντα (money had and received) και/ή άλλως πως. Ο εναγόμενος με την υπεράσπισή του, ως τροποποιήθηκε, αρνείται την αξίωση της ενάγουσας και ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εις βάρος της. Προς υπεράσπισή του προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς όπως ότι η ενάγουσα κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν υπό σύγχυση και/ή υπό καθεστώς πλάνης περί τα πράγματα και/ή μη ελέγχουσα το σύστημα και/ή τους αντιπροσώπους της. Ισχυρίζεται επίσης ότι, ακόμα και στην περίπτωση που η ενάγουσα έλαβε οδηγίες διενέργειας των επίδικων συναλλαγών, αυτές δεν λήφθηκαν από τον ίδιο αλλά από παρέμβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα της ενάγουσας. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης έδωσαν μαρτυρία 4 πρόσωπα. Για την ενάγουσα κλήθηκαν κατά σειρά ως μάρτυρες ο κ. XXXXX Σέρβος και ο κ. XXXXX Παπαϊωάννου και για τον εναγόμενο ο κ. XXXXX Μαύρος και ο ίδιος ο κ. XXXXX Κάιζερ. Κατά τη διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά 74 Τεκμήρια. ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είναι δημόσια εταιρεία νόμιμα εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 και κατά τις 28.9.2009 δυνάμει εγγράφου συμφωνίας της ίδιας ημερομηνίας μεταξύ αυτής και του εναγομένου συμφωνήθηκε όπως διορίσει και/ή εξουσιοδοτήσει τον τελευταίο όπως ενεργεί ως αντιπρόσωπος και/ή για λογαριασμό της στην επαρχία Πάφου παρέχοντας μέσω αυτής υπηρεσίες διαμεσολάβησης αποστολής χρημάτων. Ήταν μεταξύ άλλων ρητοί και/ή εξυπακουόμενοι όροι της εν λόγω συμφωνίας ότι ο εναγόμενος είχε υποχρέωση να δέχεται ποσά σε μετρητά από το κοινό με σκοπό την αποστολή τους μέσω της ενάγουσας σε οποιοδήποτε σημείο στον κόσμο όπου προσφέρονται οι υπηρεσίες της εταιρείας «MoneyGram». Ο εναγόμενος επίσης είχε υποχρέωση όπως καταβάλλει στην ενάγουσα τα πιο πάνω ποσά εντός 48 ωρών ή και εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Ήταν περαιτέρω όρος της μεταξύ τους συμφωνίας ότι καμία εντολή για αποστολή χρημάτων δεν δύναται να δοθεί από τον εναγόμενο προς την ενάγουσα χωρίς την προγενέστερη είσπραξη του εν λόγω ποσού από το άτομο το οποίο επιθυμούσε να αποστείλει το εν λόγω ποσό. Τέλος, ο εναγόμενος θα λάμβανε προμήθεια ύψους 15% επί της αμοιβής που χρεωνόταν ο πελάτης από την ενάγουσα για την αποστολή και/ή λήψη χρημάτων για λογαριασμό του. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι για τις μεταξύ των διαδίκων συναλλαγές διατηρούσε λογαριασμό επ' ονόματι του εναγομένου στον οποίο γίνονταν οι ανάλογες χρεοπιστώσεις. Ισχυρίζεται επίσης ότι δυνάμει άλλης εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 15.10.2009 μεταξύ των διαδίκων η ενάγουσα χορήγησε στον εναγόμενο πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα διαμεσολάβησης στη μεταφορά χρημάτων. Ήταν μεταξύ άλλων ρητοί και/ή εξυπακουόμενοι όροι της εν λόγω συμφωνίας ότι ο εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος να διατηρεί τους κωδικούς που του παρέχονταν από την ενάγουσα για πρόσβαση στο εν λόγω σύστημα απόρρητους και να μην τους κοινοποιεί σε οποιονδήποτε τρίτο ούτε να επιτρέπει σε οποιονδήποτε τρίτο πρόσβαση σε αυτούς, ότι είχε την αποκλειστική ευθύνη για τον χειρισμό των απαιτούμενων συσκευών και προγραμμάτων και είχε την υποχρέωση να υιοθετεί τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας ώστε να αποτρέψει την παράνομη χρήση του συστήματος και των κωδικών του. Στις 16.12.2009 ο λογαριασμός του εναγόμενου δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο προς όφελος της ενάγουσας το ποσό των €16.409 το οποίο αφορούσε χρήματα τα οποία ο εναγόμενος όφειλε να καταβάλει στην ενάγουσα. Η ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 30.12.2009 προς τον εναγόμενο ζήτησε την καταβολή του ως άνω ποσού χωρίς όμως ο τελευταίος να ανταποκριθεί. Ισχυρίζεται τέλος η ενάγουσα ότι με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 19.7.2010 προς τον εναγόμενο κατήγγειλε τις μεταξύ τους πιο πάνω συμφωνίες και τον κάλεσε να εξοφλήσει το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο προς αυτή ποσό των €16.409 πλέον τόκους από 1.1.

  1. Παρά τις οχλήσεις της ενάγουσας ο εναγόμενος παρέλειψε να εξοφλήσει το εν λόγω ποσό γι' αυτό και καταχωρήθηκε η επίδικη αγωγή. Ο εναγόμενος με την υπεράσπισή του παραδέχεται τη συνομολόγηση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ημερομηνίας 28.9.2009 και τους όρους αυτής και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι σχεδόν πάντοτε καταβάλλονταν στην ενάγουσα εντός 24 και/ή 48 ωρών τα χρηματικά ποσά που ο ίδιος δεχόταν για λογαριασμό της και/ή σε κάθε περίπτωση η ενάγουσα διά των εκπροσώπων της τον ειδοποιούσε και ζητούσε από αυτόν την καταβολή των χρημάτων εντός 48 ωρών. Ο εναγόμενος παραδέχεται επίσης τη συνομολόγηση της συμφωνίας ημερομηνίας 15.10.2009 και τους όρους αυτής και ισχυρίζεται ότι ο ίδιος πραγματοποιούσε το μεγαλύτερο μέρος των συναλλαγών - εντολών του με την ενάγουσα μέσω φαξ όπως έπραττε και στο προ της συμφωνίας χορήγησης πρόσβασης στο ηλεκτρονικό σύστημα της ενάγουσας χρονικό διάστημα και αυτό λόγω προτίμησής του σε αυτή την πρακτική και λόγω των συχνών προβλημάτων λειτουργίας που παρουσίαζε το εν λόγω σύστημα. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι πρόσβαση στο σύστημα είχε και η ενάγουσα και/ή οι αντιπρόσωποι της χωρίς για την εν λόγω πρόσβαση να απευθύνονται στον ίδιο για οποιουσδήποτε κωδικούς. Αρνείται επίσης ότι υπήρχε εκ μέρους του οφειλόμενο οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο προς την ενάγουσα και ότι δέχτηκε οποιανδήποτε όχληση για το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό πριν τις 16.12.
  2. Ισχυρίζεται ότι το εν λόγω ποσό του ζητήθηκε από την ενάγουσα για πρώτη φορά στις 16.12.2009 παρά το ότι αφορούσε συναλλαγές που κατ' ισχυρισμό της ενάγουσας είχαν γίνει από τον εναγόμενο στις 7.12.2009 και 8.12.2009 κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας αντιπροσώπευσης. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι αμέσως μετά που ενημερώθηκε από την ενάγουσα για την κατ' ισχυρισμό ύπαρξη υπολοίπου προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και στη Μονάδα Καταπολέμησης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος. Αρνείται ότι οι επίδικες συναλλαγές διεξήχθησαν από τον ίδιο και ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν υπό συνεχόμενη σύγχυση ή και καθεστώς εξαπάτησης ή/και δεν ήλεγχε το σύστημα και/ή τους υπαλλήλους και/ή τους αντιπροσώπους της ή/και η δυνατότητά του για διενέργεια των συναλλαγών είχε παύσει και η ενάγουσα ζήτησε από αυτόν να της επιβεβαιώσει τη διενέργεια εκ μέρους του συναλλαγών ημερομηνίας 28.12.
  3. Ισχυρίζεται επίσης ότι ακόμα και στην περίπτωση που η ενάγουσα έλαβε οδηγίες διενέργειας των συναλλαγών αυτών οι οδηγίες αυτές δεν λήφθηκαν από τον ίδιο ούτε από άλλο τρίτο πρόσωπο για λογαριασμό του αλλά από παρέμβαση η οποία έγινε στο ηλεκτρονικό σύστημα των εναγόντων. Τέλος ισχυρίζεται ότι το ως άνω χρεωστικό υπόλοιπο δεν θα μπορούσε να είχε δημιουργηθεί αφού οι συναλλαγές που φέρεται να είχαν διαπραχθεί για τη δημιουργία του χρεωστικού αυτού υπολοίπου αντίκεινται σε όρους της συμφωνίας αντιπροσώπευσης ή/και πρακτική και/ή σε προφορικές εντολές της ενάγουσας για τον τρόπο εργασίας του αντιπροσώπου της και αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα. Η ενάγουσα με την απάντησή της αρνείται ότι υπήρξαν οποιαδήποτε προβλήματα αναφορικά με τη λειτουργία του συστήματος και ισχυρίζεται ότι η πλειοψηφία των συναλλαγών διεκπεραιωνόταν μέσω του συστήματος το οποίο λειτουργούσε ομαλά. Ισχυρίζεται επιπλέον ότι οι επίδικες συναλλαγές και/ή πράξεις αναφορικά με τη διαμεσολάβηση χρημάτων έγιναν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του εναγόμενου και οποιαδήποτε τεχνικά προβλήματα που παρουσιάστηκαν αφορούσαν τον εξοπλισμό του ιδίου του εναγομένου. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δεν έχει υποχρέωση να ενημερώνει άμεσα τους υποαντιπροσώπους της για τυχόν εκκρεμή υπόλοιπα και ότι λόγω του καλού ιστορικού πληρωμών του εναγομένου δεν συνέτρεχε λόγος για εντατική παρακολούθηση των υπολοίπων του. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ήταν η ίδια που προέτρεψε τον εναγόμενο να προχωρήσει με καταγγελία στην Αστυνομία. Ισχυρίζεται ότι η ταυτοποίηση των πελατών δεν αποτελεί δική της ευθύνη αλλά του εναγομένου ο οποίος είναι και ο μοναδικός που είχε άμεση και διά ζώσης επαφή με τον πελάτη. Ισχυρίζεται ακόμα ότι μετά από διερεύνηση του ισχυρισμού του εναγόμενου για παραβίαση του συστήματος δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε παραβίαση. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι οι ισχυρισμοί του εναγόμενου είναι παντελώς αστήρικτοι, ανυπόστατοι και αβάσιμοι και ζητά την έκδοση απόφασης υπέρ της και εναντίον του εναγόμενου ως η έκθεση απαίτησής της. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Ε.1 κ. XXXXX Σέρβος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α στη διαδικασία. Ισχυρίζεται ότι είναι ο Γενικός Διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας η οποία είναι δημόσια εταιρεία και οι μετοχές της είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Η ενάγουσα είναι επίσης χρηματοδοτικός οργανισμός και παρέχει μεταξύ άλλων δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις. Είναι επίσης εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της εταιρείας «MoneyGram Payment Systems Inc» στην Κύπρο και παρέχει υπηρεσίες διαμεσολάβησης αποστολής χρημάτων. Δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 28.9.2009 μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου η ενάγουσα διόρισε και εξουσιοδότησε τον εναγόμενο όπως ενεργεί ως αντιπρόσωπός της στην επαρχία Πάφου παρέχοντας μέσω αυτής υπηρεσίες διαμεσολάβησης αποστολής χρημάτων. Η εν λόγω συμφωνία κατατέθηκε ως τεκμήριο 1 στη διαδικασία. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 2 τη συμφωνία ημερομηνίας 15.10.2009 με τίτλο «Σύμβαση χορήγησης πρόσβασης στο ηλεκτρονικό σύστημα διαμεσολάβησης στη μεταφορά χρημάτων» βάσει της οποίας η ενάγουσα χορήγησε στον εναγόμενο πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα διαμεσολάβησης αποστολής χρημάτων. Ισχυρίστηκε ότι ανάμεσα στα καθήκοντα του είναι η παρακολούθηση και ο έλεγχος των λογαριασμών των αντιπροσώπων της ενάγουσας, όπως ο εναγόμενος, και ότι έχει υπό τη φύλαξή του όλα τα έγγραφα τα σχετικά με τους λογαριασμούς των κατά τόπο αντιπροσώπων της. Ισχυρίστηκε ότι με την υπογραφή της συμφωνίας ενεργοποιήθηκε λογαριασμός στο όνομα του εναγομένου με κωδικό αριθμό «KAIS01» στον οποίο γίνονταν οι ανάλογες χρεοπιστώσεις. Κατέθεσε ως τεκμήριο 3 αντίγραφο της εν λόγω κατάστασης λογαριασμού η οποία αφορούσε την περίοδο από 7.12.2009 μέχρι 31.12.
  4. Προχώρησε επίσης σε επεξήγηση της εν λόγω κατάστασης λογαριασμού κάνοντας αναφορά σε συγκεκριμένες καταχωρήσεις. Ισχυρίστηκε ότι τύπωσε την εν λόγω κατάσταση από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της ενάγουσας στον οποίο συγκεντρώνονται πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες και συναλλαγές πελατών και αντιπροσώπων της ενάγουσας, περιλαμβανομένου και του εναγομένου. Είχε ελέγξει ότι οι πληροφορίες που αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού είναι ίδιες με αυτές που φυλάσσονται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή αναφορικά με τον λογαριασμό του εναγομένου με κωδικό «KAIS01». Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 4 αντίγραφο της επιστολής της ενάγουσας ημερομηνίας 30.12.2009 με την οποία ζητούσε από τον εναγόμενο την εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού του και ως τεκμήριο 5 αντίγραφο της επιστολής των δικηγόρων της ενάγουσας ημερομηνίας 19.7.2010 με την οποία η ενάγουσα τερμάτισε τις μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες. Ισχυρίστηκε τέλος ότι ο εναγόμενος δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι της οφειλής του και ως εκ τούτου η ενάγουσα αξιώνει εναντίον του το ποσό των ευρώ €16.
  5. Κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι προτού ο υποαντιπρόσωπος της ενάγουσας δώσει εντολή προς την «MoneyGram» για αποστολή χρημάτων ήταν απαραίτητο να είχε προσδιορίσει την ταυτότητα του αποστολέα και η εν λόγω ταυτοποίηση του αποστολέα γινόταν βάσει των στοιχείων τα οποία ο αντιπρόσωπος έβλεπε μπροστά του. Ως τέτοια στοιχεία ταυτοποίησης ήταν είτε το διαβατήριο είτε η ταυτότητα του αποστολέα. Ισχυρίστηκε ότι ο αντιπρόσωπος ήταν υπεύθυνος για την ταυτοποίηση των πελατών και για την κράτηση των στοιχείων τους για την περίπτωση οποιουδήποτε ελέγχου. Ισχυρίστηκε ότι υπεύθυνος για την τήρηση και ταυτοποίηση των πελατών ήταν ο κάθε αντιπρόσωπος και η ταυτοποίηση έπρεπε να γίνει σε σχέση με το πρόσωπο το οποίο αυτός έβλεπε μπροστά του κατά τη διεκπεραίωση της αποστολής χρημάτων. Ισχυρίστηκε ότι κάποιες από τις συναλλαγές που περνούσαν από το ηλεκτρονικό σύστημα ο ίδιος ο αντιπρόσωπος έβαζε αντίγραφο της ταυτότητας μέσα στο σύστημα ενώ σε περίπτωση που χρησιμοποιούσε φαξ έστελνε μαζί με την ταυτότητα του αποστολέα τα λεφτά ή παραλάμβανε τα λεφτά. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι συναλλαγές γίνονταν με δύο τρόπους δηλαδή με φαξ που ήταν η παλαιότερη μέθοδος ή με ηλεκτρονική μέθοδο. Ισχυρίστηκε ότι το διεκδικούμενο με την αγωγή ποσό προκύπτει από 6 συναλλαγές οι οποίες έγιναν στις 7.12.2009 και 8.12.
  6. Παραδέχθηκε υποβολή του κ. Πολυκάρπου ότι οι 6 επίδικες συναλλαγές διεξήχθηκαν μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος της ενάγουσας και πρόσθεσε ότι αυτές στάλθηκαν από τον λογαριασμό του κ. Κάιζερ ηλεκτρονικά. Το μέγιστο ποσό το οποίο επιτρεπόταν να αποσταλεί ανά πράξη ήταν €3.000 και αυτό έγινε 3 φορές στις 7.12.2009 χωρίς να το θεωρήσουν ύποπτο καθότι πολλοί πελάτες τους αποστέλλουν αυτό το ποσό. Σε άλλη ερώτηση εάν ο υποαντιπρόσωπος φέρει ευθύνη ακόμα και στην περίπτωση που κάποιος τρίτος υποκλέψει τους κωδικούς του ισχυρίστηκε ότι είναι αδύνατο κάποιος χωρίς να έχει τους κωδικούς να μπορεί να εισέλθει στο σύστημα. Ερωτήθηκε κατά πόσο ήταν σε θέση να αναφέρει τις ακριβείς ώρες αποστολών των 5 εντολών πληρωμής εκ ποσού €3.150 έκαστη και απάντησε αρνητικά. Αρνήθηκε επίσης υποβολή του κ. Πολυκάρπου ότι ο λόγος για τον οποίο δεν τις γνωρίζει είναι επειδή ποτέ δεν τους αποστάληκαν αυτές οι εντολές. Απάντησε επίσης ότι οι 5 αυτές εντολές αφορούσαν αποστολές χρημάτων στη Ρωσία. Είπε επίσης ότι στο τεκμήριο 3 δεν παρουσιάζονται όλες οι συναλλαγές οι οποίες έγιναν αλλά μόνο αυτές οι οποίες δεν πληρώθηκαν από τον εναγόμενο αλλά σε επόμενη ερώτηση παραδέχθηκε ότι σε αυτή περιλαμβάνονται και 2 πράξεις οι οποίες είχαν γίνει στις 14.12.2009 και πληρώθηκαν στις 16.12.
  7. Σε άλλη ερώτηση κατά πόσο το υπόλοιπο του λογαριασμού του εναγομένου με τους ενάγοντες ήταν μηδενικό στις 7.12.2009 απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει. Ισχυρίστηκε ότι τις επίδικες 6 συναλλαγές τις διενήργησε ο εναγόμενος από τον λογαριασμό του ηλεκτρονικά. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε ο κ. XXXXX Παπαϊωάννου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι είναι διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Dot.Cy και σπούδασε διαχείριση πληροφοριακών συστημάτων στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα από όπου αποφοίτησε το έτος
  8. Η εταιρεία του ασχολείται από το 1999 με την εγκατάσταση συστημάτων πληροφορικής και γενικά με συμβουλευτικές υπηρεσίες σε ό,τι αφορά συστήματα πληροφορικής. Η ενάγουσα εταιρεία ήταν πελάτης της εταιρείας του και συγκεκριμένα προμηθεύτηκε από αυτή το σύστημα το οποίο χρησιμοποιούσε η ενάγουσα για να διαχειρίζεται τις συναλλαγές της «MoneyGram». Ανέφερε ότι το εν λόγω σύστημα αποτελείται από δύο υποσυστήματα το πρώτο εκ των οποίων χρησιμοποιείται από τους αντιπροσώπους της εταιρείας οι οποίοι χρησιμοποιώντας τους κωδικούς πρόσβασής τους έκαναν αίτημα (request) στην ενάγουσα εταιρεία για συναλλαγές που αφορούσαν μεταφορές χρημάτων στο εξωτερικό. Ο κάθε αντιπρόσωπος είχε εγκατεστημένο το σύστημα κοντά του. Η Ellinas Finance χρησιμοποιούσε το δεύτερο υποσύστημα στο οποίο φαίνονταν όλα τα αιτήματα (requests) που οι διάφοροι αντιπρόσωποι είχαν προσθέσει στο σύστημα και τα εκτελούσαν στο σύστημα της «MoneyGram». Σε σχέση με τον εναγόμενο ανέφερε ότι αντιπρόσωπος της Ellinas Finance επικοινώνησε με κάποιον συνάδελφό του στο γραφείο τους και του ανέφερε ότι υπήρχαν κάποιες πράξεις οι οποίες ο αντιπρόσωπος της Ellinas Finance θεωρούσε ότι δεν είχε προσθέσει ο ίδιος στο σύστημα. Του υποδείχθηκε το τεκμήριο 6 το οποίο είναι η κατάσταση πρόσβασης στο σύστημα του λογαριασμού του εναγόμενου και το οποίο εξήγησε στο Δικαστήριο. Ανέφερε ότι αυτό εμφανίζει τέσσερις στήλες. Η πρώτη είναι ο κωδικός του αντιπροσώπου, στη συγκεκριμένη περίπτωση του εναγόμενου κ. Κάιζερ ο οποίος είχε τον συγκεκριμένο κωδικό
  9. Η δεύτερη στήλη είναι ο κωδικός χρήστη (username) του αντιπροσώπου (agent) ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν «kais01», η τρίτη στήλη είναι ο κωδικός πρόσβασης που είχε χρησιμοποιηθεί τη συγκεκριμένη ώρα για να επιτευχθεί πρόσβαση στο σύστημα η οποία παρουσιάζεται στην τέταρτη στήλη. Ανέφερε ότι ο κωδικός πρόσβασης είναι σε κρυπτογραφημένη μορφή, δηλαδή δεν είναι ο πραγματικός κωδικός πρόσβασης που χρησιμοποίησε ο αντιπρόσωπος αλλά κρυπτογραφημένος για σκοπούς ασφάλειας και ούτε οι ίδιοι δεν τον γνωρίζουν. Έκανε επίσης συγκεκριμένες αναφορές στο τεκμήριο 6 για να δείξει πότε η προσπάθεια πρόσβασης στο σύστημα της Ellinas Finance από τον λογαριασμό του εναγομένου ήταν επιτυχημένη και πότε όχι. Ανέφερε επίσης ότι το σύστημα παρέχει ασφάλεια σε σχέση με τον κωδικό πρόσβασης (password), δεν είναι όμως αρμοδιότητα της εταιρείας του η ασφάλεια του υπολογιστή και του δικτύου είτε του εναγόμενου είτε οποιουδήποτε άλλου πελάτη τους. Αρνήθηκε ότι οποιοδήποτε πρόσωπο στην Ellinas Finance γνωρίζει τους κωδικούς των πελατών αφού αυτοί είναι κρυπτογραφημένοι. Ισχυρίστηκε ότι για να πετύχει κάποιος είσοδο στο σύστημα και να ζητήσει μεταφορά χρημάτων πρέπει να γνωρίζει τον κωδικό χρήστη και τον κωδικό πρόσβασης. Κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι η τρίτη στήλη του τεκμηρίου 6 απεικονίζει τον κωδικό πρόσβασης που χρησιμοποιήθηκε στο σύστημα του λογαριασμού του εναγομένου ο οποίος είναι κρυπτογραφημένος. Κάθε μία από τις ενέργειες που καταγράφονται σε αυτό είναι προσπάθεια σύνδεσης στον λογαριασμό και όχι προσπάθεια αποστολής χρημάτων. Εξήγησε ότι το IP Address είναι η μοναδική διεύθυνση την οποία ο χρήστης ενός υπολογιστή χρησιμοποιεί για να συνδεθεί στο διαδίκτυο. Εξήγησε επίσης ότι το Mac Address είναι ένας μοναδικός κωδικός της κάρτας δικτύου στον υπολογιστή του χρήστη και η γνώση του βοηθά να πληροφορηθεί κάποιος από πού δόθηκε μία εντολή. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η ενάγουσα σε συνεννόηση με τον χρήστη μπορούσε να αλλάξει τον κωδικό του χρήστη. Σε σχέση με το σύστημα το οποίο δημιούργησε η εταιρεία του ισχυρίστηκε ότι η διακίνηση των πληροφοριών μεταξύ των δύο υποσυστημάτων που το αποτελούν γίνεται διαδικτυακά. Από τη στιγμή που κάποιος χρήστης του συστήματος ζητούσε πρόσβαση η συγκεκριμένη πληροφόρηση αποθηκευόταν σε μια βάση δεδομένων σε κάποιο συγκεκριμένο εξυπηρετητή (server) και αυτή η βάση ήταν προσβάσιμη από το υποσύστημα που χρησιμοποιούσε η ενάγουσα για να βλέπει τις εντολές στα συστήματα «MoneyGram». Ισχυρίστηκε ότι το τεκμήριο 6 δεν παρουσιάζει τις οδηγίες αποστολής χρημάτων αλλά μόνο τις προσπάθειες πρόσβασης στο σύστημα. Ισχυρίστηκε τέλος ότι οι λεπτομέρειες του κάθε αιτήματος (request) για πράξη βρίσκονται στη βάση δεδομένων του συστήματος και η ενάγουσα τις γνώριζε. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας εκ μέρους της πλευράς της ενάγουσας ο εναγόμενος κάλεσε ως Μ.Υ.1 τον κ. XXXXX Μαύρο ο οποίος κατέθεσε τη γραπτή δήλωσή του ως μέρος της κυρίως εξέτασής του η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β στη διαδικασία και ως τεκμήριο 7 το βιογραφικό του σημείωμα. Ανέφερε ότι εργάζεται ως ανεξάρτητος δικανικός αναλυτής ηλεκτρονικών δεδομένων και είχε υπηρετήσει για πάρα πολλά χρόνια στο Αρχηγείο Αστυνομίας ως προϊστάμενος του Δικανικού Εργαστηρίου Ανάλυσης Ηλεκτρονικών Δεδομένων και του Γραφείου Καταπολέμησης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος. Πλέον εργάζεται ως ιδιώτης δικανικός αναλυτής και παρέχει σε διάφορες εταιρείες τηλεπικοινωνιών υπηρεσίες εντοπισμού αδυναμιών της ασφάλειας των ηλεκτρονικών τους συστημάτων. Αναφερόμενος στη λειτουργία του συστήματος που εγκατέστησε η εταιρεία Dot.Cy ξεκαθάρισε ότι στηρίζεται στη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 που τέθηκε υπόψη του. Σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι όταν ένας αντιπρόσωπος θέλει να πετύχει σύνδεση στο σύστημα της ενάγουσας χρησιμοποιεί τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή και μέσω αυτού πετυχαίνει πρόσβαση σε συγκεκριμένη ιστοσελίδα χρησιμοποιώντας το username και το password του. Όταν ο αντιπρόσωπος πετύχει πρόσβαση, το σύστημα δίνει εντολή για τη διενέργεια κάποιας πράξης ή οποιασδήποτε άλλης ενέργειας όπως για να δει το υπόλοιπο ή τις συνολικές πράξεις του μήνα. Αυτή η διαδικασία σημαίνει ότι από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του αντιπροσώπου στέλνονται κάποιες εντολές στο υποσύστημα, στον εξυπηρετητή (server) της ενάγουσας και αντίθετα για να μπορεί να ολοκληρωθεί μια πράξη. Ανέφερε επίσης ότι αυτός είναι ο τρόπος λειτουργίας σύμφωνα με ό,τι είχε ενώπιόν του από τις μαρτυρίες. Βάσει του τρόπου λειτουργίας του και της εμπειρίας του, ανέφερε ότι σε όλες τις διαδικτυακές επικοινωνίες που υπάρχουν δύο υποσυστήματα που επικοινωνούν μεταξύ τους υπάρχει πιθανότητα ρήξης και εξήγησε ότι αυτό μπορεί να γίνει για οποιονδήποτε λόγο και συγκεκριμένα εάν ο εναγόμενος είχε δώσει ο ίδιος ή του έκλεψαν τα στοιχεία σύνδεσης και κάποιος τρίτος μη εξουσιοδοτημένος προέβηκε σε αυτές τις ενέργειες. Μία άλλη περίπτωση είναι όταν κατά τη διαδικτυακή επικοινωνία υπάρχει απώλεια της ασφάλειας στην επικοινωνία δηλαδή κάποιος τρίτος να παρακολούθησε την επικοινωνία και να εξασφάλισε μέσω αυτής τους συγκεκριμένους κωδικούς πρόσβασης. Ακόμα μία άλλη περίπτωση είναι στο δεύτερο υποσύστημα της ενάγουσας να υπήρχε κάποια τρύπα ασφαλείας και να μπορούσε κάποιος να εκτελέσει την πράξη χωρίς να λάβει μέρος το πρώτο υποσύστημα δηλαδή ο εναγόμενος. Εξήγησε επίσης ότι από τα βασικότερα στοιχεία στη διερεύνηση υποθέσεων που εμπλέκουν τη διαδικτυακή επικοινωνία είναι η IP Address και/ή MAC Address στοιχεία τα οποία υποδεικνύουν ακριβώς τη φυσική τοποθεσία και τη συγκεκριμένη συσκευή μέσω των οποίων έγιναν κάποιες αμφισβητούμενες ενέργειες ή πράξεις. Από την εμπειρία του σχεδόν όλοι οι τραπεζικοί οργανισμοί που προσφέρουν συστήματα πληρωμής, ειδικά διαδικτυακά συστήματα πληρωμής, εκτός του ότι φυλάγουν αυτές τις πληροφορίες διαθέτουν αυτοματισμούς οι οποίοι αναγνωρίζουν παράξενες προσβάσεις. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν του δεν εντόπισε στο σύστημα της ενάγουσας να υπήρχαν τέτοιοι αυτοματισμοί αλλά ούτε και προσκομίστηκαν στοιχεία εκ των υστέρων από ποιες διευθύνσεις IP Address και MAC Address έγιναν οι αμφισβητούμενες ενέργειες, δύο στοιχεία τα οποία κατά την άποψή του θα ξεκαθάριζαν άμεσα όλη την υπόθεση. Κατά την αντεξέτασή του συμφώνησε με τον κ. Παπαχαραλάμπους ότι η εύρεση του IP Address ή του MAC Address από το οποίο χρησιμοποιήθηκε η συσκευή για να δοθεί η εντολή για να εκτελεστούν οι αμφισβητούμενες πράξεις θα βοηθούσε να ανακαλυφθεί εάν ένας τρίτος είχε παρέμβει χωρίς την εμπλοκή του εναγομένου. Συμφώνησε επίσης με τον κ. Παπαχαραλάμπους ότι δεν έπρεπε κατ' ανάγκη να είναι κάποιος τρίτος που έδωσε τις εντολές να εκτελεστούν οι επίδικες αμφισβητούμενες πράξεις αλλά μπορούσε να είναι και ο ίδιος ο εναγόμενος και να το έπραξε φεύγοντας από την Πάφο και από κάπου αλλού να χρησιμοποίησε τον υπολογιστή του και να έδωσε τις εντολές αυτές. Αυτό δεν το απέκλεισε λέγοντας ότι θα μπορούσε να είναι και ο εναγόμενος όπως και οποιοσδήποτε άλλος και αν υπήρχε αυτή η πληροφορία κατά τη δεδομένη στιγμή ή και εκ των υστέρων θα μπορούσε το θέμα να είχε ξεκαθαρίσει. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο εναγόμενος κ. XXXXX Κάιζερ ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ήταν αντιπρόσωπος της ενάγουσας στην Πάφο από τον Σεπτέμβρη του 2009 έως και τις 16.12.
  10. Ανάμεσα στα καθήκοντά του ήταν να ασχολείται με αποστολές χρημάτων σε πολλές χώρες του κόσμου. Οι πράξεις γίνονταν τις περισσότερες φορές με φόρμες τις οποίες ο πελάτης συμπλήρωνε με το όνομα, τη διεύθυνση, το τηλέφωνο του, το ποσό των χρημάτων που ήθελε να αποστείλει και το όνομα του προσώπου που θα λάμβανε τα χρήματα και η διαδικασία ήταν να στείλει ο ίδιος με το φαξ αυτή τη φόρμα προς την Ellinas Finance. Αν η πράξη και τα στοιχεία ήταν ορθά η Ellinas Finance, τηλεφωνικώς, του έδινε ένα κωδικό τον οποίο ο ίδιος παρέδιδε στον πελάτη. Αυτές οι συναλλαγές γίνονταν είτε μέσω φαξ είτε μέσω διαδικτύου. Στις συναλλαγές μέσω του διαδικτύου υπήρχε ένας υπολογιστής με τον οποίο ο ίδιος επανειλημμένα προσπάθησε να στείλει ή να κάνει πράξεις μέσω του συστήματος και πολλές φορές το σύστημα άνοιγε, δηλαδή έμπαιναν οι κωδικοί αλλά δεν μπορούσε να προχωρήσει περισσότερο. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο ίδιος είχε κάνει μόνο τέσσερις πράξεις μέσω του εν λόγω συστήματος κατά το διάστημα που ήταν αντιπρόσωπος της ενάγουσας. Αναγνώρισε τη γραπτή συμφωνία τεκμήριο 1 την οποία είχε με την Ellinas Finance και δήλωσε ότι υποχρέωσή του βάσει αυτής ήταν να καταθέτει στο λογαριασμό της ενάγουσας τις εισπράξεις μέσα σε 48 ώρες, πράγμα το οποίο έκανε. Λόγω του ότι οι συναλλαγές που πραγματοποιούσε ήταν για μικρά ποσά χρημάτων ο ίδιος δεν είχε δικό του λογαριασμό σε τράπεζα για να καταθέτει τα λεφτά και μετά να τα μεταφέρει στην Ellinas Finance. Κατέθεσε ως τεκμήριο 8 στη διαδικασία αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού τον οποίο ο ίδιος δημιούργησε. Το εν λόγω έγγραφο είναι χειρόγραφο και σ' αυτό φαίνονται διάφορες στήλες με ημερομηνίες, ονόματα, αριθμούς αναφορών, ποσά και τέλη και εξήγησε τι ακριβώς αποτυπώνουν οι στήλες σε αυτό το τεκμήριο. Κατέθεσε επίσης τα τεκμήρια 9 έως 73 τα οποία είναι έντυπα αποστολής χρημάτων της «MoneyGram» και εξήγησε τι αφορούν. Ισχυρίστηκε ότι τον κωδικό πρόσβασης στο ηλεκτρονικό σύστημα αποστολής χρημάτων της ενάγουσας τον δημιούργησε ο ίδιος, τον απομνημόνευσε χωρίς να τον γράψει οπουδήποτε ή να τον δώσει σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Τον ήξερε μόνο ο ίδιος, όπως είπε, και κανένας άλλος. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στις 16.12.2009 του τηλεφώνησε ο κ. Σέρβος και του ανέφερε ότι χρωστά στην ενάγουσα €16.
  11. Ο ίδιος το αρνήθηκε και του είπε πως θα προχωρούσε σε καταγγελία στην Αστυνομία. Προέβη στην σχετική καταγγελία και στα πλαίσια της διερεύνησης παρέδωσε τον υπολογιστή του για σκοπούς διενέργειας εξετάσεων. Πληροφορήθηκε μετά από καιρό ότι το σύστημά του ήταν καθαρό. Όταν του ζητήθηκε να δει την κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 3 αναγνώρισε ότι σε αυτό περιλαμβάνονταν κάποιες συναλλαγές τις οποίες ο ίδιος είχε διεκπεραιώσει, ισχυρίστηκε όμως ότι δεν έκανε τις επίδικες 6 συναλλαγές. Κατά την αντεξέτασή του ο εναγόμενος ανέφερε ότι υπήρξε συνεργάτης της εταιρείας «MoneyGram» μέσω της Ellinas Finance για περίοδο τριών με τεσσάρων χρόνων. Συμφώνησε με τον κ. Παπαχαραλάμπους ότι η εργασία του ως υποαντιπρόσωπος της «MoneyGram» δεν ήταν η κύρια επαγγελματική του δραστηριότητα αλλά ασχολείτο κυρίως με ενοικιάσεις διαμερισμάτων και σπιτιών και παραγωγή κρασιού. Ισχυρίστηκε ότι για τις καταθέσεις των χρημάτων τον βοηθούσε κάποια ξαδέλφη του η κα Μαρία Νικολάου η οποία ήταν έμπιστο πρόσωπο. Η εν λόγω κυρία δεν είχε πρόσβαση στο κατάστημα του εναγομένου για να διεκπεραιώσει κάποια συναλλαγή όταν ο ίδιος ήταν απασχολημένος αλλού ούτε και ασχολείτο με τη «MoneyGram». Ισχυρίστηκε ότι του δόθηκε από την ενάγουσα ένας κωδικός χρήστη (username) αλλά τον κωδικό πρόσβασης (password) τον δημιούργησε ο ίδιος. Ήταν ένας οικογενειακός κωδικός τον οποίο απομνημόνευσε και δεν τον γνώριζε κανένας άλλος. Όταν πληροφορήθηκε από την ενάγουσα ότι της οφείλει το επίδικο ποσό μετέβη στην Αστυνομία Πάφου όπου υπέβαλε καταγγελία και μετέβη επίσης και στα γραφεία της ενάγουσας στη Λευκωσία. Στην Αστυνομία έκανε καταγγελία εναντίον της ενάγουσας η οποία διερευνήθηκε και το πόρισμα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα δεν είχε οποιαδήποτε ευθύνη. Αρνήθηκε τέλος υποβολή του κ. Παπαχαραλάμπους ότι οι επίδικες συναλλαγές έγιναν από τον ίδιο. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Μετά την ολοκλήρωση της ακρόασης η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις και οι συνήγοροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο στο οποίο περιέλαβαν τις θέσεις και εισηγήσεις τους. Ο κ. Πολυκάρπου πέραν του γραπτού κειμένου προχώρησε και σε σύντομη προφορική παράθεση των θέσεών του. Ο κ. Παπαχαραλάμπους εισηγήθηκε ότι με τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε η ενάγουσα απέδειξε ότι οι επίδικες συναλλαγές έγιναν από τον λογαριασμό του εναγομένου, ο οποίος, παρά τους όρους των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών, παρέλειψε να καταβάλει προς την ενάγουσα τα χρηματικά ποσά τα οποία έλαβε. Εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία την οποία παρουσίασε η πλευρά του εναγομένου δεν συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην υπεράσπισή του τελευταίου ο οποίος ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες πράξεις έγιναν κατόπιν εξωτερικής παρεμβολής τρίτου μη εξουσιοδοτημένου προσώπου στο ηλεκτρονικό σύστημα αποστολής χρημάτων της ενάγουσας. Εισηγήθηκε τέλος ότι η ενάγουσα απέδειξε στον βαθμό που επιβάλλεται την αξίωσή της εναντίον του εναγομένου και κάλεσε το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €16.409 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Ο κ. Πολυκάρπου εισηγήθηκε ότι ο εναγόμενος ουδέποτε έλαβε ή κατακράτησε το επίδικο ποσό ούτε και επέδειξε δόλια ή αμελή συμπεριφορά διά της οποίας να προκλήθηκε ζημιά στην ενάγουσα. Εισηγήθηκε ότι η κατάσταση λογαριασμού την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 3 ο Μ.Ε.1 κ. Σέρβος δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή καθότι εάν το περιεχόμενό της δεν είχε αλλοιωθεί, αφού σε αυτή δεν περιλαμβάνονται οι συναλλαγές τις οποίες ο εναγόμενος διευθέτησε, θα ήταν λογικά αναμενόμενο ότι θα παρουσίαζε συναλλαγές με υπόλοιπο ύψους €16.409, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει. Εισηγήθηκε επίσης ότι η μόνη αληθής και πλήρης κατάσταση των συναλλαγών των διαδίκων είναι η χειρόγραφη κατάσταση τεκμήριο 8 που κατατέθηκε από τον εναγόμενο. Αναφορικά με το θέμα της καταχώρησης των εντολών αποστολής χρημάτων από το σύστημα του εναγομένου εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα δεν προσκόμισε προς τούτο αποδεικτική - ενισχυτική μαρτυρία παρά μόνο τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 κ. Παπαϊωάννου η οποία περιορίστηκε στην κατάθεση του τεκμηρίου 6 το οποίο καταγράφει μόνο τις προσπάθειες σύνδεσης στο σύστημα. Εισηγήθηκε επίσης ότι ούτε ο Μ.Ε.2 δεν αρνήθηκε την πιθανότητα το σύστημα της ενάγουσας να υπέστη εξωτερική επίθεση και ότι η μη προσκόμιση από την ενάγουσα της IP Address που θα βοηθούσε στον εντοπισμό του φυσικού χώρου από τον οποίο δόθηκαν οι επίδικες αμφισβητούμενες εντολές αποστολής χρημάτων, αποστερεί το Δικαστήριο από ένα σημαντικό στοιχείο αναγκαίο για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του. Εισηγήθηκε τέλος ότι το ίδιο αποτέλεσμα έχει και η μη προσκόμιση της ταυτότητας της συσκευής MAC Address. Λόγω αυτών στα οποία αναφέρθηκε κατά την αγόρευσή του ζήτησε την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος της ενάγουσας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η απαίτηση των εναγόντων ως αυτή προκύπτει από την έκθεση απαίτησή τους εδράζεται σε υπόλοιπο λογαριασμού. Στην υπόθεση A. L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd

(1999)1 Α.Α.Δ. 156 αναφέρθηκε ότι «οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν αφεαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν». Μία κατάσταση λογαριασμού δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη των όσων εκεί αναφέρονται (Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Γιαννούλλας Κυριάκου κ.ά., ECLI:CY:AD:2016:A314, Πολιτική Έφεση Αρ. 171/2011, ημερομηνίας 29.6.2016) αλλά οι ενάγοντες οφείλουν να αποδείξουν καθετί το οποίο καταγράφεται σε αυτή. Υπό αυτές τις συνθήκες απαιτείται η προσκόμιση θετικής μαρτυρίας ικανής να τεκμηριώσει ότι όλες οι εγγραφές του επίδικου λογαριασμού αντιστοιχούν σε ανάλογες πράξεις (Αντρούλλα Αριστοτέλους ν. Cyprus Investments & Securities Corporation Ltd, ECLI:CY:AD:2016:A11, Πολιτική Έφεση Αρ. 380/2010, ημερομηνίας 12.1.2016). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Σε σχέση με τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων, ο συνυπολογισμός της μαρτυρίας τους από το Δικαστήριο εξαρτάται από τα όσα η σχετική με το ζήτημα νομολογία επιτάσσει. Στην υπόθεση Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «
(1)The duty of an expert is to furnish the Judge with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions, so as to enable the Judge to form his own independent judgment by the application of these criteria to the facts proved in evidence.
(2)Trial Judges should not turn themselves into experts. They may look at the real and other evidence and draw inferences and reach conclusions as regards the existence of liability for negligence, not in the form of an expert opinion, but as a matter of sheer common sense». Στην υπόθεση Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 298 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τα Δικαστήρια δέχονται τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώμη τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον αυτών των μαρτύρων είναι να δώσουν στον Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Kyriacos Nicola Kouppis v.The Republic
(1977)2 C.L.R. 361. Στην πρόσφατη υπόθεση Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 53/2011, ημερ. 24.1.2013, το Δικαστήριο είπε τα ακόλουθα αναφορικά με το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα: «Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Για την εξακρίβωση τούτου, πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα: Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων, R. ν Bonython
(1984)38 S.A.S.R. 45 και R. ν Henderson [2010] EWCA 1269). Είναι δε σαφώς νομολογημένο από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ.984.» Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και αυτός αξιολογείται ανάλογα, η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν παραγνωρίζεται αλλά και αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό εκτίμησης της αξίας της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Jovce v. Yeomans
(1981)2 All Ε. R. 21.» Προχωρώ πρώτα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 κ. XXXXX Σέρβου. Ο κ. Σέρβος έχει κάνει θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας. Ήταν σταθερός στις απαντήσεις του, η μαρτυρία του είχε συνοχή και κατά την αντεξέτασή του δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Κατά την αντεξέτασή του δεν αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός του ότι το τεκμήριο 3 αποτελεί την κατάσταση λογαριασμού που η ενάγουσα τηρούσε αναφορικά με τον εναγόμενο ούτε και ότι οι 6 επίδικες συναλλαγές που φαίνονται σε αυτή διεξήχθησαν μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος της ενάγουσας. Αυτός ο ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τον εναγόμενο αφού με υποβολές που έγιναν προς τον μάρτυρα αυτό ως γεγονός δεν αμφισβητήθηκε αλλά αντιθέτως χρησιμοποιήθηκε για να υποβληθούν θέσεις υποστηρικτικές των ισχυρισμών του εναγομένου. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ούτε ο ισχυρισμός του ότι η κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 3 καταγράφει τις εντολές οι οποίες καταχωρήθηκαν στον λογαριασμό του εναγομένου. Δεν μου διαφεύγει ότι ενώ στη γραπτή του δήλωση ισχυρίστηκε ότι στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 3 παρουσιάζονται μόνο οι πράξεις τις οποίες διενήργησε ο εναγόμενος και για τις οποίες δεν κατέβαλε το αντίτιμο στην ενάγουσα, κατά την αντεξέτασή του παραδέχθηκε ότι στην εν λόγω κατάσταση παρουσιάζονται και πράξεις οι οποίες πράγματι είχαν πληρωθεί. Αυτό κρίνω ότι δεν πλήττει τη θετική εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο αλλά αντιθέτως είναι ένδειξη της φιλαλήθειας και ειλικρίνειάς του αφού δεν προσπάθησε να βρει δικαιολογίες ή να ανακατασκευάσει τα όσα είχε πει αλλά αντιθέτως παραδέχθηκε ότι αυτό το οποίο ισχυρίστηκε με τη γραπτή του κατάθεση ήταν λανθασμένο. Το εν λόγω περιστατικό κρίνω επίσης ότι είναι ένδειξη ότι η μαρτυρία του δεν ήταν επιτηδευμένη και σκοπός του ήταν να παρουσιάσει στο Δικαστήριο όλα τα αναγκαία στοιχεία για να μπορέσει αυτό να καταλήξει στο πως διαδραματίστηκαν τα γεγονότα και όχι να παρουσιάσει τους ισχυρισμούς με τέτοιο τρόπο ώστε να ευνοηθεί η ενάγουσα εργοδότριά του. Παρά το γεγονός ότι παραδέχθηκε ότι στην κατάσταση λογαριασμού υπάρχουν πράξεις που είχαν πληρωθεί, διαπιστώνω ότι το επίδικο ποσό το οποίο προκύπτει από τις αμφισβητούμενες επίδικες 6 πράξεις ημερομηνίας 7.12.2009 και 8.12.2009 παραμένει αναλλοίωτο. Αυτή η αντίφαση στη μαρτυρία του και κρίνω ότι δεν είναι ικανή να πλήξει την καλή εικόνα που ο κ. Σέρβος άφησε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας. Κρίνω ότι πρόκειται για μια επουσιώδη αντίφαση η οποία δεν πλήττει τη συνολική θετική εικόνα του ως μάρτυρα. Ο Μ.Ε.2 κ. XXXXX Παπαϊωάννου σπούδασε διαχείριση πληροφοριακών συστημάτων στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα από όπου αποφοίτησε το
  1. Η εταιρεία του ασχολείται από το 1999 με την εγκατάσταση συστημάτων πληροφορικής και γενικά για συμβουλευτικές υπηρεσίες σε ό,τι αφορά συστήματα πληροφορικής. Τα προσόντα και η εμπειρογνωμοσύνη του κ. Παπαϊωάννου δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή του. Υπήρξε σταθερός στις απαντήσεις που έδιδε κατά την αντεξέταση και η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε. Ο ίδιος δεν είχε κανένα συμφέρον από τη μεταξύ των διαδίκων αντιδικία και κρίνω ότι μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια και η παρουσία του αποσκοπούσε στο να μεταφέρει σε αυτό τις γνώσεις του και να δώσει στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιόν του μαρτυρία. Είναι το πρόσωπο το οποίο δημιούργησε το ηλεκτρονικό σύστημα διαμεσολάβησης στη μεταφορά χρημάτων της ενάγουσας και λόγω αυτού του γεγονότος έχει άμεση γνώση για το πώς αυτό λειτουργεί και ήταν σε πλεονεκτική θέση να μεταφέρει στο Δικαστήριο όλα όσα ήταν σχετικά με τη λειτουργία του εν λόγω συστήματος. Κρίνω ότι η μαρτυρία του είναι αξιόπιστη και το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί σε αυτή. Με βάση τη μαρτυρία του κ. Παπαϊωάννου προκύπτει ότι η ενάγουσα ήταν πελάτης της εταιρείας του από την οποία προμηθεύτηκε το σύστημα το οποίο χρησιμοποιούσε για να διαχειρίζεται τις συναλλαγές της «MoneyGram». Το εν λόγω σύστημα αποτελείται από δύο υποσυστήματα το πρώτο εκ των οποίων χρησιμοποιείται από τους αντιπροσώπους της εταιρείας οι οποίοι χρησιμοποιώντας τους κωδικούς πρόσβασής τους έκαναν αίτημα (request) στην ενάγουσα εταιρεία για συναλλαγές που αφορούσαν μεταφορές χρημάτων στο εξωτερικό. Ο κάθε αντιπρόσωπος είχε εγκατεστημένο το σύστημα κοντά του. Η Ellinas Finance χρησιμοποιούσε το δεύτερο υποσύστημα στο οποίο φαίνονταν όλα τα αιτήματα (requests) που οι διάφοροι αντιπρόσωποι είχαν προσθέσει στο σύστημα και τα εκτελούσαν στο σύστημα της «MoneyGram». Ο κ. XXXXX Μαύρος είναι ανεξάρτητος δικανικός αναλυτής ηλεκτρονικών δεδομένων και μεταξύ των καθηκόντων του είναι η συλλογή ηλεκτρονικών δεδομένων και η διενέργεια δικανικών αναλύσεων επί αυτών με σκοπό τον εντοπισμό ηλεκτρονικής μαρτυρίας και η παρουσίαση των ευρημάτων του. Η εμπειρογνωμοσύνη του επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί. Σύμφωνα με τη γραπτή του κατάθεση μελέτησε την ένορκη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 σύμφωνα με την οποία ο ίδιος κατέληξε στα δικά του συμπεράσματα. Λόγω του ότι τα συμπεράσματά του για τη λειτουργία του ηλεκτρονικού συστήματος της ενάγουσας δεν προέρχονται από την άμεση εξέταση του εν λόγω συστήματος κρίνω ότι δεν είναι ασφαλές για το Δικαστήριο να στηριχθεί στα όσα ο ίδιος υποστήριξε. Κρίνω ότι σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος είναι ασφαλέστερο να στηριχθώ στη μαρτυρία του Μ.Ε.2 ο οποίος είναι ο δημιουργός του. Παρά την κρίση μου ότι δεν μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του για τους λόγους που μόλις προανέφερα, προσθέτω ότι, ακόμα και να γινόταν αποδεκτός ο ισχυρισμός του ότι δεν υπάρχει σύστημα το οποίο να είναι θωρακισμένο έναντι εξωτερικών απειλών, αυτός ο ισχυρισμός δεν μπορεί να βοηθήσει την υπόθεση του εναγομένου αφού παρέμεινε τελικά αόριστος και ανυποστήρικτος. Ο κ. Μαύρος δεν παρουσίασε οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία προς επίρρωση του εν λόγω ισχυρισμού ότι το ηλεκτρονικό σύστημα της ενάγουσας πράγματι υπέστη οποιαδήποτε παρέμβαση η οποία να είχε ως αποτέλεσμα οι 6 επίδικες συναλλαγές οι οποίες παρουσιάζονται στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 3 να προήλθαν από αυτή την κατ' ισχυρισμό παρέμβαση και το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί αυτόν τον ισχυρισμό. Ο εναγόμενος Μ.Υ.2 κ. Κάιζερ δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Είναι το μοναδικό πρόσωπο από όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο είχε συμφέρον από την έκβαση της δικαστικής διαδικασίας και είχε κάθε λόγο, στην προσπάθειά του να αποφύγει την έκδοση απόφασης εναντίον του, να επικαλεστεί γενικά και αόριστα ότι υπήρξε παρέμβαση στο σύστημα της ενάγουσας. Αυτό, κρίνω ότι, αποτελεί τον λόγο για τον οποίο ο ίδιος δεν μετέφερε στο Δικαστήριο την πραγματική εικόνα όσον αφορά τα επίδικα γεγονότα αλλά προσπάθησε να τα παρουσιάσει όπως αυτά θα βοηθούσαν την υπόθεσή του. Με τη μαρτυρία του ισχυρίστηκε γενικά και αόριστα ότι υπήρξε παρέμβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα της ενάγουσας. Αυτός ο ισχυρισμός του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός από το Δικαστήριο αφού με τη μαρτυρία που παρουσίασε ο κ. Κάιζερ δεν έδωσε συγκεκριμένα στοιχεία ικανά να τον στηρίξουν. Ο ισχυρισμός του παρέμεινε γενικός και αόριστος και όσον αφορά το θέμα του πώς και από ποιόν έγινε η παρέμβαση. Ο ισχυρισμός του αυτός δεν επιβεβαιώθηκε ούτε από τα όσα ανέφερε ο Μ.Υ.1 κ. Μαύρος αφού κανένα στοιχείο δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ότι αυτό πράγματι συνέβηκε. Ο εναγόμενος αρκέστηκε απλώς σε παράθεση γενικών και αόριστων αναφορών ότι δεν υπάρχει ηλεκτρονικό σύστημα το οποίο να είναι πλήρως θωρακισμένο έναντι εξωτερικών παρεμβολών. Ούτε και έκανε οποιαδήποτε αναφορά σε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο το οποίο να είχε οποιοδήποτε λόγο να παρέμβει στο ηλεκτρονικό σύστημα της ενάγουσας και να παρουσιάσει ότι ο ίδιος εισέπραξε από πελάτες της το επίδικο ποσό. Κρίνω ότι οι ισχυρισμοί του παρέμειναν γενικοί και αόριστοι και δεν υποστηρίχθηκαν από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί από το Δικαστήριο. Επίσης ο ισχυρισμός του ότι κάποιος τρίτος εισέβαλε στο πρόγραμμα της ενάγουσας αντιβαίνει τη λογική αφού δεν δίδει ικανοποιητική εξήγηση γιατί αυτός ο τρίτος να θέλει να παρουσιάσει ότι οι επίδικες εντολές αποστολής χρημάτων δόθηκαν από τον εναγόμενο, ενώ κάτι τέτοιο, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, ουδέποτε έγινε. Ούτε και απαντά το ερώτημα γιατί αυτός ο τρίτος να έπραξε αυτό διαβάλλοντας τον λογαριασμό του εναγομένου με την ενάγουσα. Ούτε υπήρξε ισχυρισμός από τον εναγόμενο ότι η ενάγουσα είχε οποιοδήποτε λόγο να του χρεώσει τις επίδικες συναλλαγές και με αυτόν τον τρόπο να πλουτίσει αδικαιολόγητα εις βάρος του. Όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε ήταν το μοναδικό πρόσωπο το οποίο γνώριζε τον κωδικό πρόσβασης στο ηλεκτρονικό σύστημα μεταφοράς χρημάτων της ενάγουσας. Ο κωδικός τον οποίο δημιούργησε ήταν ένας οικογενειακός κωδικός, όπως ο ίδιος τον χαρακτήρισε, τον είχε απομνημονεύσει, δεν τον γνώριζε οποιοσδήποτε άλλος ούτε και τον παρέδωσε σε οποιοδήποτε άλλο. Με αυτά ως δεδομένα κρίνω ότι κανένας άλλος εκτός από τον ίδιο δεν είχε πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα της ενάγουσας και δεν θα μπορούσε να καταχωρήσει τα στοιχεία των επίδικων 6 συναλλαγών. Συνεπώς ο ισχυρισμός του ότι υπήρξε παρεμβολή στο σύστημα της ενάγουσας κρίνω ότι αντιβαίνει και τη λογική και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και για αυτό τον επιπρόσθετο λόγο. Ο εναγόμενος είναι το μοναδικό πρόσωπο το οποίο μπορούσε να αποκτήσει πρόσβαση στο σύστημα της ενάγουσας και ο ισχυρισμός του περί παρεμβολής από άλλο τρίτο πρόσωπο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Με δεδομένο επίσης τον μη αμφισβητηθέντα ισχυρισμό της ενάγουσας ότι οι επίδικες 6 συναλλαγές πράγματι διεξήχθηκαν μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος της ενάγουσας, ο οποίος ισχυρισμός αποτελεί πλέον και ανάλογο εύρημα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου περί παρέμβασης στο σύστημα της ενάγουσας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και για τον λόγο ότι έρχεται σε αντίθεση με την ως άνω αποδεκτή μαρτυρία. Οι επίδικες συναλλαγές έγιναν από τον λογαριασμό του στον οποίο μόνο ο ίδιος είχε πρόσβαση αφού ήταν το μοναδικό πρόσωπο το οποίο γνώριζε τον κωδικό αυτό μέσω του οποίου επιτυγχανόταν είσοδος στο ηλεκτρονικό σύστημα της ενάγουσας. Ο εναγόμενος σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος ισχυρίστηκε ήταν το μοναδικό πρόσωπο το οποίο είχε προσωπική επαφή με τους πελάτες οι οποίοι επιθυμούσαν να αποστείλουν χρήματα μέσω της υπηρεσίας της ενάγουσας. Κανένας άλλος δεν μπορούσε να έχει τις πληροφορίες για τα στοιχεία αυτού του προσώπου αφού ούτε η κα Μαρία Νικολάου η οποία τον βοηθούσε είχε πρόσβαση στο υποστατικό του, πόσο μάλλον στους κωδικούς του για πρόσβαση στο επίδικο σύστημα μεταφοράς χρημάτων της ενάγουσας. Ο εναγόμενος ήταν το μοναδικό πρόσωπο το οποίο έκανε έλεγχο των στοιχείων των πελατών αφού, σύμφωνα με τους όρους των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών, ήταν υποχρεωμένος να τους ζητήσει αποδεικτικά στοιχεία για την ταυτότητά τους. Συνεπώς μόνο αυτός μπορούσε να γνώριζε τα πρόσωπα τα οποία υπήρξαν πελάτες της ενάγουσας και ζήτησαν μέσω του την αποστολή χρημάτων. Επίσης ο εναγόμενος ήταν το πρόσωπο στο οποίο οι πελάτες παρέδιδαν τα χρήματα τα οποία επιθυμούσαν να αποστείλουν μέσω της ενάγουσας τα οποία και ο ίδιος ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας τα παραλάμβανε με την υποχρέωση να της τα παραδώσει. Είναι για αυτόν τον λόγο που τα στοιχεία των εν λόγω προσώπων εμφανίζονται στη σχετική κατάσταση λογαριασμού αφού ο ίδιος ήταν ο μόνος ο οποίος τα έβλεπε και δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι ο ίδιος ουδέποτε έδωσε οδηγίες για τη διενέργεια των επίδικων εντολών αποστολής χρημάτων. Πέραν των όσων ανέφερα πιο πάνω, για σκοπούς πληρότητας, αναφέρω ότι και οι ακόλουθοι ισχυρισμοί του εναγομένου δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί γιατί κρίνω ότι επίσης αντιβαίνουν τη λογική. Ήταν αναμενόμενο ότι μετά που του γνωστοποιήθηκε η ύπαρξη υπολοίπου και ο ίδιος κατά τους ισχυρισμούς του διαμαρτυρήθηκε για αυτό να απέστελλε κάποια επιστολή για να διαμαρτυρηθεί. Δεν πείθει ο ισχυρισμός του ότι παρέλειψε να το πράξει επειδή είχε καθημερινή επικοινωνία με υπάλληλο της ενάγουσας. Ούτε γίνεται αποδεκτός ο ισχυρισμός του ότι επειδή μετέβη στην Αστυνομία όπου υπέβαλε την καταγγελία του δεν ήταν αναγκαίο να απαντήσει μέσω δικηγόρων στην επιστολή των δικηγόρων της ενάγουσας ημερομηνίας 19.7.
  2. Ισχυρίστηκε επίσης ότι προέβη σε καταγγελία εναντίον της ενάγουσας στην Αστυνομία η οποία διερεύνησε αυτή. Παρά το γεγονός ότι είχε να αντιμετωπίσει αυτή τη σοβαρή υπόθεση με την οποία η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ως αντιπρόσωπός της παρέλαβε για λογαριασμό της χρήματα χωρίς να της τα παραδώσει ως όφειλε και με βάση τις μεταξύ τους συμφωνίες να πράξει, δεν παρουσίασε καμία μαρτυρία για να πείσει για τους ισχυρισμούς του ότι πράγματι προέβηκε σε αυτή την καταγγελία. Ακόμα και μετά που του επιδόθηκε η επίδικη αγωγή και παρά το γεγονός ότι ο ίδιος έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μερίμνησε να προσκομίσει έστω μία επιστολή η οποία να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του ότι είχε πράγματι προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία. Λόγω των όσων ανέφερα πιο πάνω κρίνω ότι η μαρτυρία του εναγομένου δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση στην οποία να στηριχθεί το Δικαστήριο για να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα αφού, ως προανέφερα, ο ίδιος είχε προσωπικό οικονομικό όφελος να μην μεταφέρει στο Δικαστήριο το πως πράγματι έλαβαν χώρα τα γεγονότα. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη μου τα δικόγραφα των 2 πλευρών καθώς και όσα ισχυρίστηκαν οι μάρτυρες των διαδίκων και τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί και είναι εκατέρωθεν αποδεκτά, τα πιο κάτω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: η ενάγουσα εταιρεία είναι χρηματοδοτικός οργανισμός και παρέχει μεταξύ άλλων δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις και είναι εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της εταιρείας «MoneyGram Payment Systems Inc» στην Κύπρο. Παρέχει, μεταξύ άλλων, υπηρεσίες διαμεσολάβησης αποστολής χρημάτων. Δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 28.9.2009 μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου η ενάγουσα διόρισε και εξουσιοδότησε τον τελευταίο όπως ενεργεί ως αντιπρόσωπός της στην επαρχία Πάφου παρέχοντας μέσω αυτής υπηρεσίες διαμεσολάβησης αποστολής χρημάτων. Η εν λόγω συμφωνία προνοούσε ότι ο εναγόμενος θα δεχόταν χρηματικά ποσά σε μετρητά από το κοινό με σκοπό την αποστολή τους μέσω της ενάγουσας σε οποιοδήποτε σημείο στον κόσμο προσφέρονταν οι υπηρεσίες της εταιρείας «MoneyGram». Ο εναγόμενος είχε επίσης την υποχρέωση να καταβάλλει τα εν λόγω ποσά προς την ενάγουσα και να δίδει εντολή αποστολής χρημάτων προς την ενάγουσα μόνο αφού εισέπραττε προηγουμένως το εν λόγω ποσό μαζί με τα τέλη που χρεώνονταν, σε μετρητά. Δυνάμει επίσης της συμφωνίας ημερομηνίας 15.10.2009 με τίτλο «Σύμβαση χορήγησης πρόσβασης στο ηλεκτρονικό σύστημα διαμεσολάβησης στη μεταφορά χρημάτων» η ενάγουσα χορήγησε στον εναγόμενο πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα διαμεσολάβησης αποστολής χρημάτων. Η εν λόγω συμφωνία προνοούσε μεταξύ άλλων ότι οι κωδικοί οι οποίοι χορηγήθηκαν στον εναγόμενο αποτελούσαν την ηλεκτρονική υπογραφή του για την πρόσβαση στο σύστημα και την πραγματοποίηση συναλλαγών ώστε κάθε συναλλαγή τεκμαίρεται ότι πραγματοποιήθηκε από το πρόσωπο στο οποίο ανήκουν οι κωδικοί που χρησιμοποιήθηκαν. Η επαλήθευση και ο έλεγχος των στοιχείων που παρέχονταν αποτελούσε αποκλειστική ευθύνη του εναγομένου. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 15.10.2009 ενεργοποιήθηκε λογαριασμός στο όνομα του εναγομένου με κωδικό αριθμό «kais01» στον οποίο καταχωρούνταν οι πράξεις τις οποίες διενεργούσε ο εναγόμενος. Η ενάγουσα του έδωσε κωδικό χρήστη και ο εναγόμενος δημιούργησε ο ίδιος τον δικό του κωδικό πρόσβασης με τον οποίο μπορούσε να αποκτήσει πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα της ενάγουσας στο οποίο καταχωρούσε την εντολή του για αποστολή χρημάτων. Οι συναλλαγές που φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 3 έγιναν από τον λογαριασμό αποστολής χρημάτων του εναγομένου. Περαιτέρω και με βάση την αξιολόγηση των μαρτύρων και τη μαρτυρία την οποία έχω αποδεχθεί καταλήγω στα ακόλουθα συμπεράσματα τα οποία επίσης αποτελούν σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου: στις 7.12.2009 και 8.12.2009 ο εναγόμενος στα πλαίσια των καθηκόντων του ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας παρέλαβε από πελάτες της τελευταίας διάφορα χρηματικά ποσά τα οποία φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 3 με σκοπό την αποστολή τους μέσω της ενάγουσας στον προορισμό που οι πελάτες είχαν επιλέξει. Συγκεκριμένα στις 7.12.2009 σε 3 διαφορετικές περιπτώσεις παρέλαβε το ποσό των €3.135 κάθε φορά και παρουσιάζονται 3 εντολές αποστολής χρημάτων για το ποσό των €3.135 έκαστη. Στις 8.12.2009 σε 2 διαφορετικές περιπτώσεις παρέλαβε το ποσό των €3.135 κάθε φορά και παρουσιάζονται 2 εντολές για το ποσό των €3.135 έκαστη και μία για το ποσό των €735,
  3. Μετά που ο εναγόμενος παρέλαβε τα εν λόγω ποσά, κάνοντας χρήση του κωδικού χρήστη που του δόθηκε από την ενάγουσα και του κωδικού πρόσβασης (password) τον οποίο ο ίδιος δημιούργησε, απέκτησε πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα διαμεσολάβησης στη μεταφορά χρημάτων της ενάγουσας και μεταβίβασε σε αυτή τις εντολές αποστολής των ως άνω ποσών. Οι εν λόγω εντολές καταχωρήθηκαν στο ηλεκτρονικό σύστημα της ενάγουσας. Ο εναγόμενος ήταν το μοναδικό πρόσωπο το οποίο γνώριζε τον κωδικό πρόσβασης (password) για να συνδεθεί με το εν λόγω σύστημα της ενάγουσας και να καταχωρήσει τις σχετικές εντολές αποστολής χρημάτων. Κανένας άλλος δεν γνώριζε τον κωδικό πρόσβασης. Ο εναγόμενος δεν πλήρωσε τα εν λόγω ποσά στην ενάγουσα και η ενάγουσα στις 30.12.2009 του απέστειλε σχετική επιστολή απαίτησης πληρωμής. Ο λογαριασμός του εναγομένου με την ενάγουσα στις 30.12.2009 δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού €16.409 το οποίο αυτός παρέλειψε να εξοφλήσει παρά το γεγονός ότι του ζητήθηκε με σχετική επιστολή της ενάγουσας της ίδιας ημερομηνίας. Λόγω της μη συμμόρφωσης του εναγομένου η ενάγουσα έδωσε εντολή στους δικηγόρους της να τερματίσουν τις μεταξύ αυτής και του εναγομένου συμφωνίες και οι τελευταίοι με σχετική επιστολή τους ημερομηνίας 19.7.2010 το έπραξαν. Ο εναγόμενος δεν έχει καταβάλει στην ενάγουσα το εν λόγω ποσό. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Σε πολιτικές υποθέσεις το βάρος της απόδειξης το φέρει ο ενάγων και αυτό είναι στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858). Όπως λέχθηκε στην ως άνω υπόθεση «το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onusofproof) είναι «η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του». Κρίνω ότι στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων η ενάγουσα παρουσίασε μαρτυρία ικανή να αποδείξει τους ισχυρισμούς της στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων που είναι το απαιτούμενο μέτρο για πολιτικές υποθέσεις (Loizou v. Soleas
(1983)1 C.L.R. 982 και Antoniou v. Anayiotos
(1983)1 C.L.R. 648). Για τους ως άνω λόγους εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €16.409 με νόμιμο τόκο από 1.1.2010 μέχρι εξοφλήσεως. Επιδικάζονται επίσης υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου τα δικηγορικά έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.