ΦΩΤΙΟΥ κ.α. ν. ΕΧΑΝΤΑΣ ΜΑRINE ENTERPRISES LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8573/11, 30/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A347 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8573/11
- XXXXX ΦΩΤΙΟΥ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΦΟ.
- XXXXX ΦΩΤΙΟΥ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΦΟ. Εναγόντων Και
- ΕΧΑΝΤΑΣ ΜΑRINE ENTERPRISES LIMITED, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ.
- XXXXX ΑΝΑΣΤΑΣΗ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ.
- XXXXX ΠΕΤΡΙΔΗ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ. Εναγομένων Ημερομηνία: 30 Μαΐου, 2018 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα 1 και 2: κ. Α. Γεωργιάδης Για τους Εναγομένους 1: κα Ζαχαριάδου για Κ. Λυσιώτη και Ι. Μιχαήλ Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 2: κα Ζαχαριάδου για Ηλία Στεφάνου Για τον Εναγόμενο 3: κα Ζαχαριάδου για Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σία ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, οι Ενάγοντες, οι οποίοι είναι αδέλφια και διευθύνοντες σύμβουλοι της εταιρείας Fotiou Bros Shipping Ltd (στο εξής η «Fotiou»), επιδιώκουν την έκδοση απόφασης εναντίον και των τριών Εναγόμενων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, στη βάση ισχυριζόμενης κακόβουλης και/ή ενοχλητικής δίωξης τους και/ή λόγω αμέλειας και/ή παραβάσεως των νομικών υποχρεώσεων τους. Ως προκύπτει από τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων, η Εναγόμενη 1 εταιρεία, μέσω του Εναγομένου 2 (διευθύνοντα συμβούλου της), έδωσε εντολή στον Εναγόμενο 3, δικηγόρο, όπως καταχωρήσει τρεις ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, με Παραπονούμενη την ίδια και Κατηγορούμενους τους Ενάγοντες, καθώς επίσης και την Fotiou. Πρόκειται για τις ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας υπ' αριθμό 16981/08, 19531/08 και 27459/08, καταχωρηθείσες στις 11.9.08, 4.10.08 και 12.12.08, αντίστοιχα, όλες αφορώσες το αδίκημα της μη εξόφλησης επιταγής λόγω ανάκλησης της από τον εκδότη της. Σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, στην πρώτη πιο πάνω αναφερόμενη ποινική υπόθεση οι Ενάγοντες κρίθηκαν ένοχοι, ενώ στη δεύτερη, απαλλάχθηκαν από την κατηγορία που αντιμετώπιζαν λόγω αναστολής της διαδικασίας από το Δικαστήριο κατόπιν κρίσης ότι, η καταχώριση και προώθησή της (της δίωξης) συνιστούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ως προς την τύχη της τρίτης πιο πάνω ποινικής υπόθεσης, αν και το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης δεν είναι διαφωτιστικό, εντούτοις, αποτελεί κοινό τόπο ότι στα πλαίσια της οι ενάγοντες καταδικάστηκαν σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Οι Eνάγοντες προβάλλουν, επίσης, ότι, στα πλαίσια της τρίτης πιο πάνω αναφερόμενης ποινικής υπόθεσης, μετά την απαλλαγή τους στη δεύτερη, επιδιώχθηκε, από πλευράς της Εναγόμενης 1 (ως Κατηγορούσα Αρχή), η προσθήκη στο κατηγορητήριο της, της κατηγορίας που αφορούσε στη δεύτερη χρονικά υπόθεση, για την οποία οι Ενάγοντες απαλλάχθηκαν. Το ρηθέν αίτημα της Εναγόμενης 1 απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Κατά τους Ενάγοντες, (α) η καταχώρηση και προώθηση της δεύτερης ποινικής υπόθεσης (στην οποία απαλλάχθηκαν), (β) η άρνηση και/ή παράληψη τροποποίησης του κατηγορητηρίου της πρώτης ποινικής υπόθεσης ώστε σε αυτήν να περιληφθούν και τα αδικήματα των άλλων δυο ποινικών υποθέσεων, (γ) το επιχείρημα της Εναγόμενης 1 για προσθήκη της κατηγορίας της δεύτερης ποινικής υπόθεσης (μετά την απαλλαγή των Εναγόντων) στο κατηγορητήριο της τρίτης και (δ) η καταχώρηση όλων των ποινικών υποθέσεων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, «έγιναν από τους Εναγόμενους και/ή οποιονδήποτε από αυτούς κακόβουλα και/ή ενοχλητικά και/ή χωρίς εύλογη και/ή πιθανή αιτία και/ή κατά παράβαση του άρθρου 12
(2)του Συντάγματος και/ή των Άρθρων 6 και 17 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και/ή του άρθρου 50 του Χάρτη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Σε ότι αφορά στον Εναγόμενο 3, επιπροσθέτως των ανωτέρω, οι Ενάγοντες προβάλλουν και τη θέση ότι τούτος «είναι ένοχος αμέλειας και/ή παραβίασης των νομικών υποχρεώσεων του», παραθέτοντας δε συγκεκριμένες, κοινές, λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης (α) αμέλειας και (β) παράβασης των νομικών του υποχρεώσεων, ως ακολούθως: «Ενώ είχε την υποχρέωση και/ή τη δυνατότητα να τροποποιήσει το κατηγορητήριο της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης E.Δ. Λευκωσίας Αρ. 16989/08 ώστε να περιληφθούν σε αυτόν τα αδικήματα της 19531/08 και/ή της 27459/08, αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να το πράξει». Στη βάση όλων των ανωτέρω και προωθώντας τη θέση ότι αμφότεροι οι Ενάγοντες υπέστησαν πιθανή απώλεια της ελευθερίας τους και/ή σκάνδαλο για τη πίστη και/ή την υπόληψη τους και/ή ότι προκλήθηκαν σε αυτούς «βάσανα, ταλαιπωρίες, άγχος και έξοδα», απαιτούν από τους Εναγόμενους, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ο Ενάγοντας 1 το ποσό των € 2.500, και ο Ενάγοντας 2 το ποσό των € 1.800, ως ειδικές αποζημιώσεις. Απαιτούν επίσης, ενάντια όλων των Εναγόμενων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα «γενικές και/ή τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις λόγω κακόβουλης και/ή ενοχλητικής δίωξης και/ή αμέλειας και/ή παραβιάσεως νομικών καθηκόντων». Οι Υπερασπίσεις Έκαστος Εναγόμενος διόρισε διαφορετικό δικηγόρο και καταχώρησε ξεχωριστό δικόγραφο Υπεράσπισης. Παρά την διαφορετικότητα που παρατηρείται στη δομή, αλλά και στον τρόπο σύνταξης των τριών υπερασπίσεων, εντούτοις, ούτε λίγο, ούτε πολύ, οι υπερασπίσεις των Εναγόμενων συμπίπτουν. Μέσω τους, οι Εναγόμενοι προβάλλουν τη θέση ότι η καταχώρηση και προώθηση όλων των επίδικων ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων, με Κατηγορούσα Αρχή την Εναγόμενη 1, έγινε στα πλαίσια των νόμιμων δικαιωμάτων της τελευταίας για θεμιτό λόγο και στη βάση των προνοιών του άρθρου 305(Α)2 του Ποινικού Κώδικα επί τω ότι, η Fotiou, μέσω εντολών και γενικά αποφάσεων των Εναγόντων, ανακάλεσε την πληρωμή 5 συνολικά επιταγών που εκδόθηκαν προς όφελος της. Προβάλλουν, επίσης, μέσω των Υπερασπίσεων τους, ότι, Κατηγορούσα Αρχή ήταν μόνο η Εναγόμενη 1 και ότι οι όποιες ενέργειες του Εναγόμενου 2 σε σχέση για τις επίδικες ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις, γίνονταν υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της. Όσον δε αφορά στον Εναγόμενο 3, τούτος προβάλει και τη θέση ότι, οι όποιες δικές του ενέργειες, έγιναν υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρος της Εναγομένης 1 και μόνο κατόπιν ειδικών σχετικών εντολών της μέσω του Εναγόμενου
- Ισχυρίζεται, ακόμα, ότι, ο ίδιος, ως εκ της ιδιότητας του αυτής, δεν υπέχει οποιουδήποτε καθήκοντος επιμέλειας έναντι των Εναγόντων. Και στις τρεις υπερασπίσεις, γίνεται ειδική αναφορά σε κατ' ισχυρισμό γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση των 5 επιταγών, η ανάκληση των οποίων οδήγησε και στην καταχώρηση των επίδικων ποινικών υποθέσεων. Ούτε λίγο ούτε πολύ, αυτό που και οι τρεις Εναγόμενοι ισχυρίζονται, επί τούτου, είναι ότι, η Fotiou παρήγγειλε από την Εναγόμενη 1 ένα σκάφος, το οποίο η τελευταία κατασκεύασε και παρέδωσε σε αυτήν, έναντι του ποσού των €94.
- Η Fotiou, διά υπογραφής των Εναγόντων 1 και 2, εξέδωσε 5 μεταχρονολογημένες επιταγές για το συνολικό, μόλις πιο πάνω αναφερόμενο, ποσό, οι οποίες δεν εξαργυρώθηκαν λόγω εντολής που δόθηκε από τους Ενάγοντες προς την τράπεζα της Fotiou. Προβάλλουν ακόμη τη θέση ότι η ρηθείσα ανάκληση ήταν εντελώς αδικαιολόγητη, μιας και το σκάφος είχε ήδη παραδοθεί και μεταβιβαστεί στη Fotiou. Αποδίδουν δε στους Ενάγοντες προσχεδιασμό στην ενέργεια τους να ανακαλέσουν τις επίδικες επιταγές, και ότι τούτο έγινε με σκοπό να εξαπατηθεί η Εναγόμενη
- Όσον δε αφορά στην καταχώρηση πέραν της μιας ποινικών υποθέσεων για τις επίδικες επιταγές, προβάλλεται από τους Εναγόμενους ότι η κάθε τέτοια ποινική υπόθεση στηριζόταν στα δικά της ανεξάρτητα γεγονότα και αφορούσε σε διαφορετικές επιταγές, οι οποίες ήταν πληρωτέες σε διαφορετικές ημερομηνίες, με αποτέλεσμα η συντέλεση του κάθε ποινικού αδικήματος να αφορά σε διαφορετικούς χρόνους. Σε σχέση τώρα με τη δεύτερη ποινική υπόθεση, στην οποία οι Ενάγοντες απαλλάχθηκαν, και οι τρεις Εναγόμενοι, μέσω των δικογράφων τους, υποδεικνύουν ότι, ανεξάρτητα της κατάληξης του Δικαστηρίου να αναστείλει την ενώπιον του διαδικασία στη βάση κατάχρησης διαδικασίας, σε άλλα μέρη της απόφασης του, προβαίνει σε ρητές αναφορές περί (α), ότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της κάθε ποινικής υπόθεσης από πλευράς της Εναγόμενης 1, οι επιταγές που αφορούν στις επόμενες χρονικά ποινικές υποθέσεις, δεν είχαν ακόμη καταστεί πληρωτέες, ούτε επιστραφεί ως απλήρωτες, (β) ότι η έκδοση πέραν της μιας επιταγής χωρίς αντίκρισμα συνιστά, τόσα αδικήματα της ίδιας φύσης, όσα και ο αριθμός των ακάλυπτων επιταγών, (γ) ότι σε μια τέτοια περίπτωση η Κατηγορούσα Αρχή δεν θα πρέπει να αναμένει μέχρι και την επιστροφή της τελευταίας επιταγής ώστε να καταχωρήσει σχετική ποινική υπόθεση και (δ) ότι, ανεξάρτητα της κρίσης του Δικαστηρίου περί κατάχρησης της διαδικασίας, στη βάση της αντικειμενικής θεώρησης της ενώπιόν του μαρτυρίας, κρίση του Δικαστηρίου ήταν ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση έναντι των Εναγόντων και της Fotiou. Επίδικα ζητήματα Από την Έκθεση Απαίτησης εκείνο που αβίαστα προκύπτει είναι ότι, εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, η όποια αιτούμενη θεραπεία εδράζεται επί της νομικής βάσης της κακόβουλης και/ή ενοχλητικής δίωξης, ενώ αναφορικά με τον Εναγόμενο 3, πέραν της μόλις πιο πάνω αναφερόμενης βάσης, και επί της κατ' ισχυρισμό αμέλειας και/ή παραβίασης των νομικών καθηκόντων του. Σε σχετική, ξεκάθαρη, δήλωση προέβη και ο συνήγορος των Εναγόντων κατά το στάδιο της παράθεσης της μαρτυρίας τους. Η ενασχόληση των Εναγόντων, κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, με το αστικό αδίκημα της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας (ως απότοκο του Κοινοδικαίου) δεν βοηθά κατά τη γνώμη μου την υπόθεση των Εναγόντων λόγω απουσίας σχετικής δικογράφησης. Ως προκύπτει αβίαστα από τη νομολογία και γενικά τις αυθεντίες στις οποίες ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων παρέπεμψε το Δικαστήριο, το υπό συζήτηση αστικό αδίκημα, ευκόλως διαχωρίζεται από το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης. Σημειώνεται δε σχετικά ότι, εν αντίθεση με το τι ισχύει για το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης, για το αστικό αδίκημα της κατάχρησης της διαδικασίας, δεν είναι αναγκαία η από πλευρά του Ενάγοντα απόδειξη ότι, (α) η δίωξη προωθήθηκε χωρίς εύλογη αιτία και (β) ότι η κατάληξη της ήταν ευνοϊκή γι' αυτόν (βλ. απόφαση Ανακτοβουλίου Crawrofed Adjusters v. Sagicor General Insurance (Cayman Ltd) [2013] UKPC 17). Πρόκειται, στην ουσία, για εντελώς διαφορετικό αστικό αδίκημα, για το οποίο, προφανώς, ήταν αναγκαία η σχετική δικογράφησή του, διαφορετικά δεν είναι δυνατή η ενασχόληση του Δικαστηρίου με αυτό στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Σημειώνεται εδώ ότι, ο συνήγορος των Εναγόντων στην αγόρευσή του, δεν καταπιάνεται καθόλου με το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης στη βάση των προνοιών του άρθρου 32 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και ότι, η όλη επιχειρηματολογία του (με εξαίρεση την κατ' ισχυρισμό αμέλεια του Εναγομένου 3), εδράζεται επί των όσων αποφασίστηκαν σε σχέση με το αστικό αδίκημα της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Κρίνεται επίσης σημαντικό να τονιστεί ότι, ο συνήγορος των Εναγόντων, στην αγόρευσή του, δεν ασχολείται καθόλου και με την κατ' ισχυρισμό, στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησης, παράβαση, από πλευράς των Εναγομένων, των προνοιών, είτε του Άρθρου 12.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, είτε των Άρθρων 6 και 17 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, είτε, τέλος, του Άρθρου 50 του Χάρτη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ούτε και οι Ενάγοντες, μέσω της μαρτυρίας που προσκόμισαν, προώθησαν οποιαδήποτε θέση περί του ότι, τούτοι, συνεπεία ενεργειών και/ή παραλείψεων των Εναγομένων, διώχθηκαν ποινικά για αδίκημα, για το οποίο είχαν ήδη εκδικαστεί, και/ή τιμωρηθεί. Κατά συνέπεια, οι προμνησθείσες δικογραφημένες στη παρούσα αγωγή νομικές βάσεις, εκλαμβάνονται ως εγκαταληφθείσες. Όσον τώρα αφορά στην επικαλούμενη αμέλεια και/ή παράβαση των νομικών καθηκόντων του Εναγόμενου 3, με δεδομένο τον προσδιορισμό της ρηθείσας νομικής βάσης μέσω της μοναδικής δικογραφημένης παραγράφου λεπτομερειών (παρατέθηκε αυτουσίως ανωτέρω), και τούτη δεν είναι δυνατό, ως νομική βάση, να αποτελέσει το λόγο για επιτυχία της παρούσας αγωγής. Και εξηγώ. Σε κανένα νομοθέτημα δεν έχει γίνει αναφορά, το οποίο να επιβάλλει οποιοδήποτε καθήκον στον Εναγόμενο 3 (υπό την ιδιότητα του ως συνήγορος των παραπονούμενων στις επίδικες ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις), έναντι των Κατηγορουμένων, πόσο μάλλον για να ενεργήσει ως οι δικογραφημένες (στην Έκθεση Απαίτησης) λεπτομέρειες ορίζουν. Εν πάση περιπτώσει, ούτε σχετική με το ρηθέν αστικό αδίκημα δικογράφηση παρατηρείται στην Έκθεση Απαίτησης, μιας και η παράβαση νομικού καθήκοντος, ως διαφορετικό, από την αμέλεια, αδίκημα, θα έπρεπε να δικογραφείται ξεχωριστά με σχετικές με αυτό ανεξάρτητες λεπτομέρειες και με ειδική αναφορά στο Νόμο, που κατά τους Ενάγοντες, επιβάλλει το κατ' ισχυρισμό τους καθήκον (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αλέξανδρου Κωστάκη Ανήλικου
(2008)1ΑΑΔ 432, London Passenger Transport Board v. Apson [1949] 1AC 155 και Bullen & Leake Precedents of Pleadings 12η έκδοση σελ. 59 και 60). Τουναντίον, η όποια αναφορά στη νομική βάση της παράβασης νομικού καθήκοντος, περιορίζεται στις λεπτομέρειες αμέλειας που παρουσιάστηκαν ανωτέρω και δη στην κατ' ισχυρισμό παράλειψη και/ή άρνηση του να προσθέσει στο κατηγορητήριο της πρώτης χρονικά ποινικής υπόθεσης τα αδικήματα των άλλων δυο ποινικών υποθέσεων, προσθήκη, για την οποία, κατά τους Ενάγοντες, είχε υποχρέωση ο Εναγόμενος 3 να προβεί και είχε δυνατότητα να πράξει. Κατά συνέπεια, λόγω της απουσίας σχετικής δικογράφησης, καθώς επίσης και σχετικής μαρτυρίας, ή έστω και αναφοράς σε οποιαδήποτε νομική πρόνοια που να επιβάλλει καθήκον στον Εναγόμενο 3 ή σε οποιονδήποτε δικηγόρο που ενεργεί ως συνήγορος Κατηγορούσας Αρχής σε ποινική υπόθεση, έναντι των Κατηγορουμένων, ούτε επί αυτής της νομικής βάσης είναι δυνατόν να αποδοθούν θεραπείες στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Στον βαθμό τώρα που η υπό εξέταση αγωγή αφορά στην κατ' ισχυρισμό αμέλεια, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων, μέσω της αγόρευσής του, παρέπεμψε το Δικαστήριο σε άρθρο του Stuart Busse QC με τίτλο Liability of an Attorney for Damage to the Opposing Party θεωρώντας ότι τα εκεί αναφερόμενα υποστηρίζουν τη δικογραφημένη θέση των πελατών του. Εκείνο, ωστόσο, που αβίαστα προκύπτει από το πιο πάνω αναφερόμενο άρθρο του Stuart Busse, είναι ότι ο δικηγόρος ενός διαδίκου, κατά κανόνα, δεν υπέχει οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας στον αντίδικο του πελάτη του. Οι όποιες δε περιπτώσεις, που στο εν λόγω άρθρο αναφέρονται ως εξαιρέσεις του κανόνα (πρόκειται για κρίσεις Δικαστηρίων σε διάφορες υποθέσεις όπου το Δικαστήριο αναγνώρισε ευθύνη Εναγόμενου δικηγόρου έναντι αντίδικου του πελάτη του σε άλλη διαδικασία), δεν αφορούσαν στο αστικό αδίκημα της αμέλειας, αλλά άλλα ειδικά εκ προθέσεως αστικά αδικήματα (intentional torts), όπως της κακόβουλης δίωξης, της συνωμοσίας για διάπραξη εκ προθέσεως αστικών αδικημάτων, της παράνομης κράτησης, της κατάχρησης διαδικασίας και της απάτης. Σε όλες ανεξαιρέτως τις αποφάσεις, τις οποίες ο συγγραφέας, εκεί, αναφέρει ως περιπτώσεις στις οποίες αναγνωρίστηκε δικαίωμα στον Ενάγοντα να ενάγει τον δικηγόρο του αντίδικου του, σημειώθηκε ευθαρσώς ότι τούτο μπορεί να συμβεί μόνο στις περιπτώσεις συγκεκριμένων αστικών αδικημάτων και όχι αναφορικά με το αδίκημα της αμέλειας. Ενδεικτική αναφορά έγινε στη Lawrence v. Peel (Regional Municipality) Policy Force [2005] O.J.604250 D.R. (4TH) 287, όπου σημειώθηκε ότι «These intentional torts, unlike negligence[1], are not defeated by the rule that a lawyer owes no duty to the opposing party in litigation». Επομένως, με γνώμονα το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 3 ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως συνήγορος της Εναγόμενης 1 στα πλαίσια των επίδικων ποινικών υποθέσεων, η υπό εξέταση αγωγή, δεν είναι δυνατό να αποτελέσει κατάλληλο μέσο για απόδοση των αιτούμενων θεραπειών εναντίον του, στη βάση του αστικού αδικήματος της αμέλειας, μιας και, μέσω των σχετικών λεπτομερειών, δεν αποδίδεται σ' αυτόν η διάπραξη οποιουδήποτε εκ προθέσεως αδικήματος, παρά μόνο του ότι ενήργησε, έναντι των Εναγόντων, αμελώς. Στη βάση των ανωτέρω παρατηρήσεων του Δικαστηρίου και με δεδομένες τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων, μοναδικό, για την τύχη της αγωγής, ζητούμενο, είναι το κατά πόσο οι Ενάγοντες, παρά τη μη ενασχόληση του συνηγόρου τους, κατά την αγόρευσή του, με το ζήτημα, δικαιούνται σε απόφαση εναντίον όλων των Εναγόμενων και/ή οιουδήποτε εξ αυτών επί τω ότι τούτοι ή οιοσδήποτε εξ αυτών διέπραξε το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης, εναντίον των Εναγόντων, καθώς επίσης και το κατά πόσο, σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής, θα πρέπει η διαταγή ως προς τα έξοδα να αφορά σε ένα σετ μόνο στη βάση της προβαλλόμενης θέσης των Εναγόντων ότι η διαφορετική εκπροσώπηση των Εναγομένων είναι πλασματική. Νομική Πτυχή Το άρθρο 32, του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, προνοεί τα ακόλουθα: «32. Κακόβoυλη δίωξη συvίσταται στηv πραγματική, κακόβoυλη και χωρίς εύλoγη και πιθαvή αιτία έvαρξη ή συvέχιση αvεπιτυχoύς πoιvικής, πτωχευτικής ή για διάλυση εταιρείας διαδικασίας κατά άλλoυ πρoσώπoυ, αv η διαδικασία αυτή- (α) Πρoκάλεσε σκάvδαλo για τηv πίστη ή τηv υπόληψη τoυ πρoσώπoυ αυτoύ ή πιθαvή απώλεια της ελευθερίας τoυ͘ και (β) κατέληξε, αv στηv πραγματικότητα μπoρoύσε με τov τρόπo αυτό vα καταλήξει, υπέρ τoυ πρoσώπoυ αυτoύ: Νoείται ότι καμιά αγωγή για κακόβoυλη δίωξη δεv εγείρεται κατά oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ για μόvo τo λόγo ότι τo πρόσωπo αυτό παρείχε πληρoφoρίες σε κάπoια αρμόδια αρχή η oπoία και άρχισε oπoιαδήπoτε διαδικασία.» Ως προκύπτει από τις πιο πάνω, αυτουσίως παρατεθείσες, πρόνοιες του άρθρου 32 του Κεφ. 148, τα σχετικά με την υπό εξέταση υπόθεση συστατικά στοιχεία του αστικού, αυτού, αδικήματος, είναι τα ακόλουθα: Πρώτον, η έναρξη ή η συνέχιση των ποινικών διαδικασιών κατά των Εναγόντων, Δεύτερον, η ύπαρξη, από πλευράς της κατηγορούσας αρχής, κακόβουλης πρόθεσης και έλλειψης εύλογης και πιθανής αιτίας για τη ρηθείσα έναρξη και/ή συνέχιση των διαδικασιών, Τρίτον, η πρόκληση προς τους Ενάγοντες σκανδάλου για την υπόληψή τους ή, η δημιουργία πιθανότητας απώλειας της ελευθερίας τους, και, Τέταρτον, η ανεπιτυχής κατάληξη της διαδικασίας, δια της αθώωσης ή απαλλαγής των Εναγόντων. Το τι συνιστά «κακοβουλία» και «χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία», απασχόλησε, τόσο τα κυπριακά, όσο και τα αγγλικά δικαστήρια, καθώς επίσης και διάφορους συγγραφείς που ασχολήθηκαν, γενικότερα, με το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από τις σχετικές αναφορές, κακόβουλη, είναι η ποινική δίωξη που αρχίζει ή συνεχίζει πρώτιστα για εξυπηρέτηση σκοπού άλλου από την προσαγωγή του παραβάτη ενώπιον της Δικαιοσύνης. Είναι αναγκαίο, να αποδειχθεί ότι δεν υπάρχει έντιμη και εύλογη πίστη από πλευράς της κατηγορούσας αρχής στην ύπαρξη πιθανής αιτίας και ότι, το ελατήριο για την ποινική δίωξη του ενάγοντα είναι ακριβώς τούτη η κακοβουλία. Αν αποδειχθεί ότι η κύρια επιθυμία του κατηγόρου δεν είναι η προσαγωγή του παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης, τότε, ευλόγως μπορεί κάποιος να ισχυρισθεί ότι στην ποινική δίωξη υπάρχει κακοβουλία. Χρειάζεται, στην ουσία, να αποδειχθεί ότι το κίνητρο του κατηγόρου είναι παράνομο ή ανεπίτρεπτο και εν πάση περιπτώσει, άλλο από την γνήσια και έντιμη επιθυμία για την τιμωρία του ενάγοντα και τη, συγχρόνως, προάσπιση του δικαίου. Το γεγονός ότι τον κατήγορο μιας ποινικής δίωξης συνοδεύει θυμός ή αγανάκτηση ή εχθρότητα ή πείσμα ή μοχθηρία, δεν σημαίνει, αφ' εαυτών, κατ' ανάγκη, ότι τούτος ενεργεί κακόβουλα. Είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι τις ενέργειες του συνοδεύει απρεπές και ανάρμοστο κίνητρο. Ως προς την έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας για την έναρξη και/ή συνέχιση μιας ποινικής δίωξης, εκείνο που πρέπει να αποδείξει ο ενάγοντας που την επικαλείται, είναι ότι ο κατήγορος, έχοντας υπόψη του συγκεκριμένους λόγους, είτε κατά το χρόνο που ήρχισε την ποινική δίωξη, είτε σε χρόνο πριν την περάτωσή της, γνώριζε και/ή πίστευε ότι ο ενάγοντας δεν διέπραξε τα αδικήματα που κατηγορείται. Αν διαφανεί, ως αποτέλεσμα της μαρτυρίας που θα προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου που εκδικάζει μια αγωγή για κακόβουλη δίωξη, ότι ο κατήγορος στην ποινική υπόθεση, βασισμένος σε συγκεκριμένους λόγους, εντίμως πίστευε ότι ο ενάγοντας ευθύνεται για τις ποινικά κολάσιμες πράξεις για τις οποίες και εδιώχθη, έστω και αν δεν ήταν πεπεισμένος για τη βέβαιη καταδίκη του, και έστω και αν δεν προέβη σε εξονυχιστική διερεύνηση των ισχυρισμών της υπεράσπισης, το Δικαστήριο που εξετάζει την αγωγή, θα πρέπει να καταλήξει ότι ο ενάγοντας, απέτυχε να αποδείξει ότι η εναντίον του ποινική δίωξη άρχισε και/ή συνεχίστηκε χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία. Αρκεί, η ειλικρινής πεποίθηση του κατηγόρου ότι η υπόθεση εναντίον του ενάγοντα ήταν κατάλληλη για να παρουσιαστεί ενώπιον Δικαστηρίου και να δικαστεί για τα αδικήματα που κατηγορείτο. Αυτή η προϋπόθεση κρίνεται πάντοτε με βάση τα περιστατικά και γεγονότα που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση και το Δικαστήριο αποφασίζει επί του ζητήματος, με γνώμονα τους πιο πάνω αναφερόμενους παράγοντες. Σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, και τούτο ως παράγοντας που πρέπει να συνυπολογιστεί από το Δικαστήριο, είναι και το κατά πόσο η μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης, κρίθηκε επαρκής για να κληθεί ο ενάγοντας σε απολογία κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Το σίγουρο είναι ότι, για να αποφασιστεί ότι η δίωξη άρχισε και/ή συνεχίστηκε επί εύλογης και πιθανής αιτίας, δεν απαιτείται, η μαρτυρία που κατέχει ο κατήγορος, να διασφαλίζει την καταδίκη, ούτε και να έχει (ο κατήγορος) προβεί σε πλήρη αξιολόγηση και/ή έλεγχο της αξιοπιστίας της υπεράσπισης του κατηγορούμενου. Τέλος, ο ενάγοντας θα πρέπει να αποδείξει και ότι, συνεπεία της ποινικής του δίωξης, υπέστη ζημιά. Ως προκύπτει από τα πιο πάνω αναφερόμενα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης, τέτοια ζημιά μπορεί να αφορά στην βλάβη στη φήμη και/ή αξιοπρέπεια του ατόμου του, στον κίνδυνο αναφορικά με τη σωματική του ακεραιότητα και/ή ακόμα και για τη ζωή του, στον κίνδυνο απώλειας της προσωπικής του ελευθερίας και τέλος, την όποια τυχόν πραγματική οικονομική ζημία υπέστη. Για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση γενικά επί του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθησαν στις ακόλουθες υποθέσεις και συγγράμματα: Μαρίνος Κώστα Κλεάνθους ν. Μαρίνας Χρίστου Μιλτιάδης
(2006)1 Β Α.Α.Δ. 1111, Φυλακτή Αριστοδήμου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 728, Μόδεστος Πίτσιλλος, Αρχηγός Κόμματος Δικαιοσύνης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα και άλλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 268, Paikkos v. Kontementiotis
(1989)1 C.L.R. 50, A v. State of New South Wales [2007] HCA10, Coudrat v. Revenue and Customs Commisioners [2005] EWCA Civ 616, Gibbs v. Rea
(1998)A.C. 797, Thomson v. Commissioners of the Police of the Metropolis [1998] Q.B. 498, Martin v. Watson [1995] 3 All Er 559 Glinski v. Mclever
(1962)A.C. 726, 766-7, Dawson v. Vansandou
(1863)11 W.R. 516, Haddrick v. Heslop
(1848)12 Q.B. 267, Αρτέμης και Ερωτοκρίτου, Κεφάλαιο 148, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 1, σελ. 105-8, Clerk & Lindsell on Torts, Twentieth Edition, para. 16-39 και 16-40, Winfield and Jolowicz on Tort, sixteenth edition, Thomson, Sweet and Maxwell, 2002, παρα. 19.
- Ακροαματική διαδικασία Οι Ενάγοντες προς απόδειξη της υπόθεσης τους παρουσίασαν μαρτυρία μόνο μέσω του Ενάγοντα 2, ενώ για τους Εναγόμενους, κατέθεσε ενόρκως ο Εναγόμενος
- Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση αγωγή στο πιο πάνω αναφερόμενο νομικό πλαίσιο Για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω, η κρίση επί της υπό εξέταση αγωγής μπορεί ευκόλως να προκύψει χωρίς να καθίσταται αναγκαία η λεπτομερής ενασχόληση του Δικαστηρίου με την ενώπιον του μαρτυρία και τη, μέσω της, επιχειρηματολογία, μιας και η μαρτυρία των Εναγόντων, στο απόγειο της αποδεικτικής της αξίας, και εν απουσία σχετικής, εναντίον των συμφερόντων τους, μαρτυρίας από πλευράς των Εναγομένων, δεν επαρκεί για να αποδείξει όλα τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης, με αποτέλεσμα η παρούσα αγωγή να είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Ας μη λησμονείται ότι το Δικαστήριο δύναται, εκεί που κρίνει αναγκαίο και πρόσφορο, να μην καταπιάνεται με όλη την ενώπιον του μαρτυρία και επιχειρηματολογία, και τούτο κατ' επίκληση της αρχής της οικονομίας της δίκης, νοουμένου πάντα ότι, η παράλειψη του αυτή, δεν καθιστά την τελική του κατάληξη επισφαλή και/ή ακροσφαλή. Ως σημειώθηκε από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου (ως ήταν τότε) Γ. Μ. Πική, στην υπόθεση Οδυσσέας v. Αστυνομίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, "δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται από την επίδραση που μπορεί να έχει στη θεώρηση των επίδικων θεμάτων". Ανάλογη προσέγγιση ακολουθήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του, στην Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως διά ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση Ν/2015, απόφαση ημερομηνίας 24.09.15 και ειδικότερα στις σελίδες 27 και 28 τούτης. Για τη μόλις πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου ως προς την αδυναμία των Εναγόντων να αποδείξουν όλα τα συστατικά στοιχεία του υπό συζήτηση αστικού αδικήματος σημειώνω τα ακόλουθα. Ως αβίαστα προκύπτει από το πιο πάνω αναφερόμενο νομικό πλαίσιο, δύο εκ των βασικών συστατικών στοιχείων της κακόβουλης δίωξης είναι, (α) η έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας για την έναρξη και/ή τη συνέχιση της ποινικής διαδικασίας και (β) η επιτυχής κατάληξή της για τον Κατηγορούμενο. Επομένως, με δεδομένο ότι η μόνη ποινική δίωξη που αντιμετώπισαν οι ενάγοντες, η οποία είχε επιτυχή γι' αυτούς κατάληξη είναι η ποινική υπόθεση 19531/08, μόνο σε σχέση με αυτήν είναι δυνατή η εξέταση του κατά πόσο δικαιούται στην αιτούμενη με την παρούσα αγωγή θεραπεία, στη βάση του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης. Οι λοιπές αιτιάσεις των εναγόντων, ως τούτες προωθήθηκαν μέσω του μοναδικού τους μάρτυρα, ενάγοντα 2, περί του τρόπου χειρισμού των λοιπών ποινικών υποθέσεων από πλευράς των εναγόμενων ή οιουδήποτε εξ αυτών (π.χ. (α) ότι καταχωρήθηκαν όλες στη Λευκωσία αντί στην Πάφο ή έστω στη Λάρνακα, (β) ότι επιχειρήθηκε να ενταχθεί στο κατηγορητήριο της τρίτης χρονικά υπόθεσης η κατηγορία που αντιμετώπισαν οι Ενάγοντες στη δεύτερη χρονικά υπόθεση, στην οποία και απαλλάχθηκαν, (γ) η καταχώρηση πέραν της μιας ποινικής υπόθεσης για πέντε επιταγές που εκδόθηκαν την ίδια μέρα για τον ίδιο σκοπό και ανακλήθηκαν με την ίδια εντολή), υπέχουν σημασίας μόνο για την κρίση ως προς άλλο συστατικό στοιχείο του υπό συζήτηση αστικού αδικήματος (πάντα, όμως, σε σχέση με τη μόνη ποινική υπόθεση η οποία κατέληξε επιτυχώς για τους Ενάγοντες) και δη τούτο που θέλει την εναντίον των εναγόντων ποινική δίωξη να αρχίζει και να συνεχίζει με κακόβουλη πρόθεση και όχι το εύλογο και πιθανό της αιτίας καταχώρησής και/ή προώθησής της, και δη της πεποίθησης του κατηγόρου ως προς το αποτέλεσμα της δίωξης. Επομένως, με δεδομένη την κρίση ότι μόνο σε σχέση με την επίδικη ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 19531/08 μπορεί να εξεταστεί το κατά πόσο οι εναγόμενοι ή οιοσδήποτε εξ αυτών διέπραξε, εναντίον των εναγόντων, το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης, καθίσταται αναγκαίο, στο σημείο αυτό, να εξεταστεί και το κατά πόσο η έναρξη ή η συνέχιση της εν λόγω ποινικής δίωξης έγινε χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία. Αποτελεί κοινό τόπο αμφότερων των πλευρών ότι, η εντολή για μη πληρωμή και των 5 επίδικων επιταγών δόθηκε συγκεκριμένη μέρα και για συγκεκριμένο σκοπό. Και στις τρεις επίδικες ποινικές υποθέσεις που εκδικάστηκαν ενώπιον Πρωτόδικων Δικαστηρίων, ως Υπεράσπιση τους, οι Ενάγοντες προέβαλαν τη θέση ότι η εντολή για μη πληρωμή όλων των επιταγών δόθηκε με εύλογη αιτία. Οι δε λόγοι που προβλήθηκαν ως προς το εύλογο της αιτίας για τη δοθείσα εντολή προς την τράπεζα, ήταν οι ίδιοι και στις τρεις αυτές ποινικές υποθέσεις. Στην πρώτη και τρίτη χρονικά ποινική υπόθεση (σχετικές είναι οι αποφάσεις του εκδικάσαντος Δικαστηρίου, Τεκμήρια 2 (α) και 2 (δ)), το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε την προβαλλόμενη από τους κατηγορούμενους Υπεράσπιση μη αποδεκτή, με αποτέλεσμα να καταδικάσει τούτους στις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Στη δεύτερη χρονικά υπόθεση, αν και στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως το Πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε κρίση περί του ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε εκ πρώτης όψεως την υπόθεση της εναντίον των κατηγορουμένων, εντούτοις, για τους λόγους που ανέφερε, απάλλαξε τούτους στη βάση κατάχρησης της ενώπιον του διαδικασίας (τεκμήριο 2 (γ)). Εν πάση περιπτώσει, ως προς την προβαλλόμενη από τους ενάγοντες Υπεράσπιση, και στις τρεις εναντίον τους επίδικες ποινικές υποθέσεις, κανένα Δικαστήριο δεν έκρινε τούτη ως βάσιμη, ούτε και προέβη σε οποιαδήποτε ευρήματα περί αδυναμίας της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την υπόθεση της. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι (αποτελεί κοινό τόπο), για τις τέσσερις εκ των πέντε επίδικων επιταγών[2] οι ενάγοντες κρίθηκαν ένοχοι. Υπενθυμίζω επίσης ότι, σε σχέση με την πρώτη χρονικά ποινική υπόθεση, στα πλαίσια εφέσεως που άσκησαν οι ενάγοντες, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση, κρίνοντας ορθή την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι εκεί Εφεσείοντες (μεταξύ των οποίων και οι Ενάγοντες) δεν απέδειξαν, στο βαθμό που τούτο ήταν αναγκαίο, ότι η ανάκληση πληρωμής της επιταγής έγινε για εύλογη αιτία. Η κρίση αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υπέχει ουσιαστικής σημασίας για το εδώ υπό συζήτηση θέμα, μιας και η Fotiou, μέσω των Εναγόντων, ανακάλεσε την πληρωμή και των πέντε επιταγών (περιλαμβανομένης και της μοναδικής επιταγής που αφορά στην ποινική υπόθεση 19531/08, που εδώ ενδιαφέρει) με μία εντολή, βασισμένη στην αιτία, που, τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ' έφεση κρίθηκε ως μη εύλογη. Το αντιφατικό της κρίσης του Εφετείου (αναφορικά με τη πρώτη ποινική υπόθεση σε σχέση με το εύλογο ή μη της κοινής αιτίας ανάκλησης των επίδικων επιταγών) με τη επιμονή των εναγόντων να τηρούν στάση μη παραδοχής στη τρίτη, τότε εκκρεμούσα, ποινική υπόθεση (στη βάση του ότι η ανάκληση της πληρωμής όλων των επίδικων επιταγών έγινε με μία εντολή που κρίθηκε αδικαιολόγητη), υπέδειξε και ο έντιμος Δικαστής Ναθαναήλ στη Πολ. Αιτ. 4/2013 Αναφορικά με την αίτηση της Fotiou Bros Shipping Limited, ημερ, απόφασης 15.01.13[3], όπου και ανέφερε ότι, «Οι αιτητές (μεταξύ των οποίων και οι Ενάγοντες) επέλεξαν οι ίδιοι να ακολουθήσουν την πορεία αυτή [.] μη αποδεχόμενοι να συμμορφωθούν κατ' ουσίαν με την απόφαση του Εφετείου, το οποίο ρητώς απέρριψε την εισήγηση των αιτητών ότι υπήρχε εύλογη αιτία για αναστολή της πληρωμής της συγκεκριμένης επιταγής». Με δεδομένη επομένως (α) την τελεσιδικία ως προς την προβαλλόμενη από τους Ενάγοντες Υπεράσπιση σε σχέση με όλες ανεξαιρέτως τις επίδικες επιταγές, περιλαμβανομένης και τούτης που αφορά στην ποινική δίωξη 19531/08, (β) τις κρίσεις του Πρωτόδικου Δικαστηρίου που απάλλαξε τους κατηγορούμενους στην εν λόγω υπόθεση περί τω ότι, κατά τα λοιπά, η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους, (γ) του κοινού των γεγονότων που περιβάλλουν την έκδοση και των πέντε επιταγών, (δ) τον σκοπό της έκδοσής τους, (ε) τον κοινό λόγο ανάκλησής τους και (στ) της μη προσκόμισης άμεσης ή άλλως πως μαρτυρίας από πλευράς των Εναγόντων προσδιοριστικής των πεποιθήσεων και αντιλήψεων των Εναγομένων ή οιουδήποτε εξ αυτών σε σχέση με τη όποια προσδοκία τους για καταδίκη των πρώτων, είναι χωρίς καμιά απολύτως δυσκολία που καταλήγω ότι οι Ενάγοντες δεν κατάφεραν να αποδείξουν, στον βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, ότι η έναρξη και/ή η συνέχιση της ποινικής τους δίωξης στην ιδιωτική ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 19531/08, έγινε χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία, συστατικό απαραίτητο για την απόδειξη του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης. Τονίζω, στο σημείο αυτό, ότι, ο Ενάγοντας 2 δεν προώθησε κανένα ισχυρισμό, που να θέλει την Εναγόμενη 1 (ως Κατηγορούσα Αρχή), ή οποιονδήποτε άλλον εκ των Εναγομένων να δίδουν οδηγίες και/ή να καταχωρούν την υπό συζήτηση ποινική δίωξη χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία και δη υπό τη γνώση και/ή πεποίθηση ότι οι Ενάγοντες δεν διέπραξαν το αδίκημα για το οποίο κατηγορούντο. Ούτε και προέβαλε οποιοδήποτε ισχυρισμό, ο οποίος θα μπορούσε, είτε από μόνος του, είτε σε συνάρτηση με τη λοιπή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία να αποτελέσει τη βάση για μια τέτοια Δικαστική κρίση. Τουναντίον, οι σχετικές με το ζήτημα θέσεις των Εναγομένων, ως τούτες προωθήθηκαν μέσω της μαρτυρίας του Εναγομένου 3 περί τω ότι όλες οι επίδικες ποινικές διώξεις εναντίον των Εναγόντων (περιλαμβανομένης και της μόνης που είχε επιτυχή κατάληξη για τους ενάγοντες) προωθήθηκαν στη βάση της αδικαιολόγητης ανάκλησης πληρωμής των πέντε επίδικων επιταγών, δεν αμφισβητήθηκε από τους Ενάγοντες, οι οποίοι, ως σημειώθηκε και ανωτέρω, έδωσαν βαρύτητα στις διάφορες ενέργειες και/ή παραλείψεις των Εναγομένων, οι οποίες, κατά τους ίδιους, αποδείκνυαν το κακόπιστο των ενεργειών τους, αδιαφορώντας ότι για τις τέσσερις από τις πέντε επιταγές, τόσο πρωτόδικα, όσο και κατ' έφεση, η καταχώρηση και προώθηση ποινικών διώξεων στέφθηκε με επιτυχία χωρίς να αμφισβητηθεί από τα Δικαστήρια το εύλογο και πιθανό της αιτίας καταχώρησης και προώθησής τους. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου σφραγίζει στην ουσία και την τύχη της υπό εξέταση αγωγής που δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Ως εκ των ανωτέρω η αγωγή απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα της, εν απουσία λόγου που να δικαιολογεί παρέκκλιση από τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, αυτά επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ως προς την εισήγηση των Εναγόντων για διαταγή μόνο ενός σετ εξόδων, με κάθε σεβασμό, τούτη δεν βρίσκει έρεισμα στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή. Κάθε Εναγόμενος ενάγετο υπό διαφορετική ιδιότητα και, μεταξύ άλλων, και για διαφορετικό λόγο. Η Εναγόμενη 1, ως Κατηγορούσα Αρχή στις επίδικες ποινικές διώξεις. Ο Εναγόμενος 2, ως διευθύνοντας σύμβουλος της πρώτης. Ο δε Εναγόμενος 3, ως συνήγορος της Εναγόμενης 1 στα πλαίσια των ποινικών διώξεων. Επίσης, ο Εναγόμενος 3, ενάγετο και στη βάση κατ' ισχυρισμό αμέλειας και παράβασης των νομικών του υποχρεώσεων, κάτι το οποίο δεν αντιμετώπιζαν οι Εναγόμενοι 1 και 2. Ακόμα, κάθε Εναγόμενος διόρισε διαφορετικό δικηγόρο και καταχώρισε ξεχωριστό δικόγραφο με εμφανείς, στη δομή και εικόνα τους, διαφορές. Το γεγονός ότι τον Ενάγοντα 2 αντεξέτασε μόνο ο συνήγορος του Εναγομένου 2, και μαρτυρία, εκ μέρους όλων των Εναγομένων, δόθηκε μόνο από τον Εναγόμενο 3, δεν καθιστά τη περίπτωση κατάλληλη για απόλυτη διαταγή για ένα σετ εξόδων. Με γνώμονα, ωστόσο, ότι, στις πλείστες εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου (περιλαμβανομένων τούτων της ακροαματικής διαδικασίας - στις μισές εξ αυτών), οι Εναγόμενοι δεν εκπροσωπήθηκαν από διαφορετικό δικηγόρο και ότι, τουλάχιστον ως προς τη νομική βάση της κακόβουλης δίωξης η υπερασπιστική γραμμή ήταν κοινή[4], εκεί που στην εμφάνιση (για την οποία εκδόθηκε σχετική με τα έξοδα διαταγή) οι Εναγόμενοι εκπροσωπήθηκαν από κοινό δικηγόρο, επιδικάζεται ένα μόνο σετ. Εκεί που δύο Εναγόμενοι εκπροσωπήθηκαν από κοινό δικηγόρο και ο τρίτος από άλλο, επιδικάζονται δύο σετ εξόδων. Τέλος, εκεί που έκαστος Εναγόμενος εκπροσωπήθηκε από διαφορετικό δικηγόρο, επιδικάζονται τρία σετ εξόδων. (Υπ.) ............ Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Υπογράμμιση δική μου. [2] Οι δύο πρώτες ποινικές διώξεις αφορούσαν, έκαστη, μία επιταγή, και η τρίτη, τρείς. [3] Αφορούσε τη τρίτη ποινική υπόθεση [4] Προωθήθηκε από ένα κοινό μάρτυρα, τον Εναγόμενο 3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο