← Κύπρος

Ανδρέου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 4353/2010, 13/4/2018

Ανδρέου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 4353/2010, 13/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A231 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4353/2010 Μεταξύ: XXXXX Ανδρέου Ενάγοντος Και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόμενη ------------- Ημερομηνία: 13 Απριλίου, 2018 Για τον Ενάγοντα: κ. Χρ. Μίτσιγκας Για την Εναγομένη: κα Καουτζιάνη ΑΠΟΦΑΣΗ Η επίδικη αγωγή στρέφεται εναντίον της Τράπεζας Κύπρου (στη συνέχεια η τράπεζα). Ο ενάγων εγκαλεί την τράπεζα δια αμελή συμπεριφορά και σύμφωνα με ό,τι αναφέρεται στην έκθεση απαιτήσεως∙ η ισχυριζόμενη αμέλεια επεσυνέβη καθ΄ ον χρόνο η τράπεζα εκτελούσε οδηγίες που έλαβε από τον ενάγοντα δια μεταφορά χρημάτων (swift) από το λογαριασμό του σε λογαριασμό τρίτου προσώπου. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι η τράπεζα δεν εκτέλεσε δεόντως την εντολή που έλαβε και συγκεκριμένα παρέλειψε και/ή αμέλησε να ελέγξει και/ή να βεβαιωθεί ότι το ποσό της μεταφοράς θα καταβάλλετο στο δικαιούχο που της υπέδειξε, δηλαδή την εταιρεία Ross Auto Engineering Ltd. Περιπλέον, είναι η θέση του ενάγοντα ότι λόγω αυτής ακριβώς της αμελούς συμπεριφοράς της τράπεζας, τρίτο άγνωστο πρόσωπο και όχι η παραλήπτρια εταιρεία έλαβε τα χρήματα, που εν τέλει απωλέσθηκαν δίχως να καταστεί ιδιοκτήτης του μηχανήματος που παρήγγειλε και πλήρωσε. Λόγω δε αυτής της συμπεριφοράς της τράπεζας υπέστη περαιτέρω ζημιά, δηλαδή πέραν του ποσού που απώλεσε, η οποία ισούται με το κέρδος που θα απέφερε η εργασία που θα εκτελούσε αν και εφόσον χρησιμοποιούσε το μηχάνημα που παρήγγειλε. Στον αντίποδα η τράπεζα αρνείται τις αιτιάσεις του ενάγοντα και διατείνεται ότι ενήργησε νομίμως και κανονικώς, ασκώντας λογική δεξιότητα και επιμέλεια και πλήρως συμμορφούμενη με τις οδηγίες που έλαβε από αυτόν. Σημειώνεται ότι για την πλευρά του ενάγοντα μαρτυρία έδωσαν δυο πρόσωπα. Τούτα είναι ο ενάγων και κάποιος Αντρέας Λαμπρής, εξ αγχιστείας συγγενής του ενάγοντα, συγκεκριμένα σύζυγος της αδελφής της συζύγου του ενάγοντα. Η δε τράπεζα κάλεσε τέσσερις μάρτυρες. Με τη σειρά που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο τούτοι είναι οι∙ XXXXX Βιολάρης (στη συνέχεια ο Βιολάρης), XXXXX Παρασκευά (στη συνέχεια ο Παρασκευά), XXXXX Δημοσθένους (στη συνέχεια ο Δημοσθένους) και XXXXX Παντελή (στη συνέχεια ΜΥ4). Τόσο οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί όσο και η προσκομισθείσα μαρτυρία, φανερώνουν ότι μεγάλο μέρος της όλης υπόθεσης δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Εξυπηρετεί έτσι τους σκοπούς της απόφασης αν τούτο ήθελε συνοψισθεί πρώτο, ώστε να καταστεί ευκρινές το πλαίσιο συνεργασίας των διαδίκων, αλλά πρωτίστως να αποκαλυφθεί ο λόγος δια τον οποίο ερίζουν. Αποτελεί κοινό τόπο ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η εναγομένη είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο και διεξάγει πάσης φύσεως τραπεζικές εργασίες. Επίσης, για κάθε σχετικό προς την αγωγή χρόνο ο ενάγων διατηρούσε με την τράπεζα τρεχούμενο λογαριασμό με όριο (overdraft current account). Ο διακριτικός αριθμός του εν λόγω λογαριασμού ήταν 0152-11-001213-00 και το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο τούτου έφερε χρεωστικό επιτόκιο προς 8,85% ετησίως. Καθοριστικός για την αγωγή χρόνος είναι η ημερομηνία 27.10.

  1. Κατ΄ εκείνη την ημερομηνία ο ενάγων έδωσε στην τράπεζα γραπτή εντολή να μεταφέρει από το λογαριασμό του το ποσό των 16.000 Αγγλικών Στερλινών. Σύμφωνα με τη γραπτή εντολή το ποσό αυτό θα πιστωνόταν σε κάποια εταιρεία με την ονομασία Ross Auto Engineering Ltd (ακολούθως η παραλήπτρια εταιρεία) από Hoghtοn Street, Southport, Merseyside, Αγγλία και με διεθνές αριθμό τραπεζικού λογαριασμού (IBAN) XXXXX
  2. Η γραπτή εντολή που έδωσε ο ενάγων είναι το τεκμήριο
  3. Ας λεχθεί δε ότι τα διαδραματισθέντα σε σχέση με την εντολή αυτή (τεκμήριο 6) αφορούν το κατάστημα της τράπεζας στο χωριό Ευρύχου και οι τρεις από τους μάρτυρες της τράπεζας, εν προκειμένω ο Βιολάρης, ο Παρασκευά και ο Δημοσθένους, σχετίζονται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με την διεκπεραίωση τούτης. Παραδεκτό είναι και το γεγονός ότι η τράπεζα αποδέχθηκε την εντολή του ενάγοντα για μεταφορά χρημάτων στην παραλήπτρια εταιρεία και μάλιστα για αυτές τούτες τις υπηρεσίες χρέωσε το λογαριασμό του ενάγοντα με το ποσό των €108,
  4. Για την ακρίβεια ο λογαριασμός του ενάγοντα χρεώθηκε με δυο ποσά. Το πρώτο εξ αυτών ήταν το ποσό της μεταφοράς, δηλαδή αγγλικές στερλίνες 16.000, που κατά τον εν λόγω χρόνο το αντίστοιχο ποσό σε ευρώ ανέρχετο σε €17.429,
  5. Πέραν τούτου του ποσού χρεώθηκε και το ποσό των €108,15, δηλαδή η χρέωση της τράπεζας, όπως έχει ήδη εξηγηθεί. Συνολικά ο λογαριασμός του ενάγοντα χρεώθηκε με το ποσό των €17.537,
  6. Αναμφισβήτητος είναι και ο λόγος που ο ενάγων προχώρησε σε τούτη την τραπεζική πράξη. Από τη μαρτυρία του ίδιου αποκαλύπτεται ότι κατά τον χρόνο που αφορά η αγωγή ήταν ιδιοκτήτης εκσκαφέα και ασχολείτο με χωματουργικές εργασίες. Μάλιστα αυτός ο εκσκαφέας είναι εκείνος που κατά κάποιο καρμικό τρόπο αποτέλεσε την αιτία να συναπαντηθούν όλοι οι εμπλεκόμενοι σε αυτή την υπόθεση. Και εξηγώ∙ περί τον Σεπτέμβριο του 2009 ο εκσκαφέας του ενάγοντα παρουσίασε πρόβλημα. Λόγω δυσκολίας στην εξεύρεση και αγορά μηχανήματος που θα επέλυε το πρόβλημα, ο ενάγων αποφάσισε να αγοράσει άλλο μεταχειρισμένο εκσκαφέα. Γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο επιδόθηκε σε διαδικτυακή έρευνα, με θετικά μάλιστα αποτελέσματα, εφόσον εντόπισε στο Ηνωμένο Βασίλειο εκσκαφέα με τα στοιχεία που αναζητούσε. Λόγω γλώσσας επιστράτευσε τις υπηρεσίες του συγγενή του XXXXX Λαμπρή, δηλαδή του ΜΕ2, καθ΄ ότι ο τελευταίος γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ηνωμένο Βασίλειο και ως μητρική γλώσσα έχει την αγγλική. Μαζί λοιπόν κάλεσαν τον αριθμό επικοινωνίας που αναγράφετο στην ιστοσελίδα που εντόπισε ο ενάγων και μίλησαν με κάποιο πρόσωπο που τους συστήθηκε ως XXXXX Johnson, υπάλληλος της εταιρείας Ross Auto Engineering Ltd, δηλαδή της παραλήπτριας εταιρείας. Τους επιβεβαίωσε ότι η εν λόγω εταιρεία διέθετε προς πώληση τον εκσκαφέα και ανέλαβε να τους κοινοποιήσει αντίγραφο του σχετικού τίτλου ιδιοκτησίας. Μετά την πιο πάνω συνομιλία οι δυο μάρτυρες, ενάγων και Λαμπρής, επιδόθηκαν σε διαδικασία εξακρίβωσης των σχετικών πληροφοριών. Κατ΄ αρχάς, βεβαιώθηκαν ότι η παραλήπτρια εταιρεία (Ross Auto Engineering), είναι εγγεγραμμένη ως τέτοια. Ο ενάγων προσθέτει ότι σε μια προσπάθεια να επιβεβαιώσει ότι η εν λόγω εταιρεία λειτουργεί, προέβη σε έρευνα και τα αποτελέσματα που έλαβε είναι τα αναφερόμενα στο τεκμήριο
  7. Από τα εκεί αναφερόμενα διαπιστώνεται ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η εν λόγω εταιρεία βρισκόταν σε πλήρη λειτουργία. Ακολούθως επικοινώνησαν εκ νέου με τον προμνησθέν Johnson και ζήτησαν να λάβουν πιστοποιητικό εγγραφής του εκσκαφέα. Ο Johnson απέστειλε το πιστοποιητικό, δηλαδή το τεκμήριο
  8. Έχοντας πλέον ανά χείρας τα στοιχεία του εκσκαφέα, δηλαδή αυτά που αναφέρονται στο τεκμήριο 1, ο ενάγων προχώρησε σε περαιτέρω διερεύνηση, εν προκειμένω σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του εκσκαφέα, δηλαδή αν είναι δηλωμένος ως κλεμμένος, για να διαπιστώσει όμως ότι δεν ήταν δηλωμένος ως τέτοιος. Στη συνέχεια επικοινώνησε εκ νέου με τον Johnson και του εξέφρασε την πρόθεση να αγοράσει τον εκσκαφέα. Σε αυτό το πλαίσιο πληροφορήθηκε ότι η αξία τούτου ανερχόταν σε £14.700 πλέον £1.300 ως έξοδα μεταφοράς στην Κύπρο. Σχετική αλληλογραφία (e-mail) που έλαβε από τον Johnson, είναι τα τεκμήρια 2 και
  9. Σε κάθε τέτοια επικοινωνία ο Johnson υπέγραφε την αλληλογραφία ως εκπρόσωπος της Ross Auto Engineering Ltd. Όπως αναντίλεκτα ανέφερε ο ενάγων και επιπλέον προκύπτει και από το τεκμήριο 2, ο Johnson έδωσε στον ενάγοντα διεθνή αριθμό τραπεζικού λογαριασμού (στη συνέχεια ΙΒΑΝ) και τον κάλεσε να εμβάσει το ποσό των £16.000 σε αυτόν ακριβώς το λογαριασμό. Τέλος την 22.10.2009 ο ενάγων επικοινώνησε εκ νέου με τον Johnson και τον πληροφόρησε ότι θα προχωρούσε στην αγορά του εκσκαφέα. Λόγω τούτου του ζήτησε να του στείλει σχετικό τιμολόγιο, ώστε να διευθετήσει τα της μεταφοράς του ποσού αγοράς. Είναι με αυτό τον τρόπο που ο ενάγων εφοδιάστηκε με το τεκμήριο 5, δηλαδή το τιμολόγιο. Αυτή λοιπόν η δεδηλωμένη πρόθεση του ενάγοντα για απόκτηση του εκσκαφέα που βρήκε μέσω του διαδυκτίου, ήταν εκείνη που τον οδήγησε στο κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στην Ευρύχου, ώστε να φέρει σε πέρας την προτιθέμενη αγορά. Έχει ήδη αναφερθεί η ημερομηνία 27.10.
  10. Τότε ήταν που ο ενάγων παρουσίασε στην τράπεζα το τεκμήριο 5, δηλαδή το τιμολόγιο που έλαβε από τον Johnson και έδωσε γραπτή εντολή για μεταφορά του ποσού των £16.000, κατά πως έχει ήδη επεξηγηθεί. Σημειώνεται εδώ σχετική δήλωση του συνηγόρου του ενάγοντα ότι οι πληροφορίες που περιλήφθηκαν στη γραπτή εντολή του ενάγοντα, δηλαδή το τεκμήριο 6, εν προκειμένω ο αριθμός λογαριασμού του παραλήπτη (ΙΒΑΝ account και swift code), δόθηκαν στην τράπεζα από τον ενάγοντα. Με την ολοκλήρωση της μεταφοράς η τράπεζα εξέδωσε το τεκμήριο 7, δηλαδή αποδεικτικό εκτέλεσης της εντολής που έλαβε από τον πελάτη της, εδώ τον ενάγοντα. Οι πιο πάνω ενέργειες της τράπεζας δεν ολοκληρώνουν όμως την εικόνα των γεγονότων. Αδιαμφισβήτητο είναι ότι παρά τη μεταφορά του ποσού ο ενάγων δεν παρέλαβε τον εκσκαφέα. Μετά την τραπεζική πράξη ο ενάγων επικοινώνησε με τον Johnson και ο τελευταίος του απέστειλε έγγραφο με αριθμό φορτωτικής (βλ. τεκμήριο 9). Τότε με τη βοήθεια του Λαμπρή ήλθε σε επαφή με εταιρεία θαλάσσιων μεταφορών, για να πληροφορηθεί όμως ότι τέτοια φορτωτική δεν εκδόθηκε. Νέα προσπάθεια του ενάγοντα να επικοινωνήσει με τον Johnson απέβη άκαρπη, εφόσον ο εν λόγω είχε πλέον χαθεί. Εν όψει όλων των ανωτέρω ο ενάγων κατήγγειλε την υπόθεση στο τμήμα οικονομικού εγκλήματος της αστυνομίας. Περιπλέον, ο ενάγων επικοινώνησε εκ νέου με την τράπεζα και μίλησε μαζί με τον Βιολάρη. Παραλείπω να επεκταθώ σε εκείνο που ακριβώς διημείφθη μεταξύ των δυο, εφόσον η μαρτυρία των δυο πλευρών διαφέρει. Γεγονός όμως είναι ότι μετά την έκδοση του τεκμηρίου 7, δηλαδή την απόδειξη αποστολής των χρημάτων, η τράπεζα προχώρησε σε περαιτέρω ενέργειες. Τούτες οι ενέργειες της τράπεζας συνίσταντο σε ανταλλαγή αλληλογραφίας με την Barclays Bank, δηλαδή την τράπεζα στην οποία εμβάστηκε το ποσό των £16.
  11. Η αλληλογραφία των δυο τραπεζών είναι το τεκμήριο
  12. Ούτε αυτές όμως οι ενέργειες απέφεραν καρπούς. Ως εκ τούτου ο λογαριασμός του ενάγοντα παρέμεινε χρεωμένος με το ποσό του εμβάσματος. Ακολούθως, την 24.2.2011 ο ενάγων έκλεισε τον επίδικο λογαριασμό του με την τράπεζα. Κατά το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού το υπόλοιπο τούτου ήταν χρεωστικό και ανέρχετο σε €13.
  13. Δια να εξοφλήσει το εν λόγω υπόλοιπο, καθώς και κάποιες άλλες οφειλές που είχε με την τράπεζα, ο ενάγων συνήψε συμφωνία δανείου. Τούτη η συμφωνία είναι το τεκμήριο 15 και αφορά ποσό €26.
  14. Προς το σκοπό συμπλήρωσης των ενεργειών του ενάγοντα σημειώνεται ότι απέστειλε στην τράπεζα επιστολή και απαίτησε επιστροφή του ποσού που χρεώθηκε ο λογαριασμός του. Τούτη η επιστολή, ημερομηνίας 25.2.2010, είναι το τεκμήριο
  15. Η δε απαντητική επιστολή της τράπεζας, ημερομηνίας 4.3.2010, είναι το τεκμήριο
  16. Εν κατακλείδι ο ενάγων απέστειλε στην τράπεζα άλλη μια επιστολή, δηλαδή το τεκμήριο 13 και η τράπεζα απάντησε με το τεκμήριο
  17. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν ισχυρισμούς που είτε κατέστησαν παραδεκτοί είτε δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Ως εκ τούτου υιοθετούνται από το δικαστήριο και καθίστανται ευρήματα στη διαδικασία. Τώρα, είναι η θέση του ενάγοντα ότι η τράπεζα δεν εκτέλεσε τις οδηγίες που της έδωσε. Και εξηγώ∙ ο ενάγων διατείνεται ότι όταν παρέλαβε το τεκμήριο 5, δηλαδή το τιμολόγιο που του έστειλε ο Johnson, μετέβη στην τράπεζα και μίλησε με το διευθυντή του καταστήματος στην Ευρύχου και συγκεκριμένα το Βιολάρη. Του ζήτησε, λέει ο ενάγων, να εμβάσει τα χρήματα στο λογαριασμό της παραλήπτριας εταιρείας [Ross Auto Engineering ], με ΙΒΑΝ αυτό που έχει ήδη αναφερθεί. Περαιτέρω, ζήτησε από το Βιολάρη να επιβεβαιώσει ότι ο εν λόγω αριθμός λογαριασμού ανήκει στην Ross Auto Engineering Ltd. Εν τούτοις ο Βιολάρης του ανέφερε ότι δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει τούτο καθ΄ ότι∙ «δεν είχε πρόσβαση σε τέτοιες πληροφορίες πριν στείλει στην Αγγλία την εντολή πληρωμής». Εν όψει τούτου ζήτησε από τον Βιολάρη όπως∙ προτού πιστωθούν τα χρήματα στο λογαριασμό να βεβαιωθεί ότι ο αριθμός αυτός ανήκει στην Ross Auto Engineering Ltd και ο τελευταίος του είπε εντάξει. Στη συνέχεια ο Βιολάρης του παρέδωσε το τεκμήριο 6, δηλαδή τη γραπτή εντολή, η οποία συμπληρώθηκε από τους τραπεζικούς και ο ίδιος απλώς έθεσε την υπογραφή του. Μετά την παραλαβή του τεκμηρίου 9, δηλαδή του e-mail που του έστειλε ο Johnson και αφότου διαπίστωσε ότι δεν εκδόθηκε φορτωτική με τα στοιχεία του τεκμηρίου 9, ήρθε σε επαφή με το Βιολάρη. Σε σχέση με το χρόνο που ο ενάγων μετέβη εκ νέου στην τράπεζα όταν πλέον διεκπεραιώθηκε η συναλλαγή, οι θέσεις των μερών διίστανται. Ο μεν ενάγων ισχυρίζεται ότι μετέβη περί τις δέκα ημέρες μετά τη μεταφορά του ποσού, η δε τράπεζα ότι μετέβη περί τον ενάμιση μήνα μετά. Εν πάση περιπτώσει, είναι η θέση του ενάγοντα ότι όταν σε αυτή τη δεύτερη φάση επισκέφθηκε την τράπεζα, ο Βιολάρης του ανέφερε ότι θα διερευνούσε το ζήτημα με την Barclays Bank, δηλαδή την τράπεζα που έλαβε τα χρήματα, καθώς ότι∙ μολονότι τα χρήματα εμβάστηκαν στο λογαριασμό του ΙΒΑΝ που τους έδωσε, δεν γνώριζαν κατά πόσο ο δικαιούχος τούτου του λογαριασμού ήταν η Ross Auto Engineering Ltd. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι σε αυτό το πλαίσιο της δεύτερης φάσης της συναλλαγής ζήτησε από το Βιολάρη να του επιστρέψουν τα χρήματα του και ο τελευταίος του ανέφερε ότι «είναι σ΄ επαφή με την Barclays Bank και το ζήτημα θα διευθετηθεί». Η μαρτυρία του Λαμπρή είναι σύντομη. Σύγκειται τούτη σε επιβεβαίωση της έρευνας που έκαναν οι δυο τους, ενάγων και Λαμπρής, σε σχέση με την Ross Auto Engineering Ltd και το καθεστώς του εκσκαφέα, ζητήματα που ούτως ή άλλως δεν έτυχαν αμφισβήτησης, εξ΄ου και ενσωματώθηκαν στα ευρήματα του δικαστηρίου. Πέραν της έρευνας ο Λαμπρής υποστήριξε ότι συνόδευσε τον ενάγοντα στην τράπεζα όταν θα έστελνε τα χρήματα. Ήταν λοιπόν η θέση του ότι άκουσε τον ενάγοντα να λέει στον τραπεζικό υπάλληλο∙ «εγώ θέλω τα [νοείται τα χρήματα] να παν στην εταιρεία τούτη, Ross Auto Engineering και στο ΙΒΑΝ number τούτο». Πρόσθεσε δε ότι άκουσε τον ενάγοντα να λέει στον τραπεζικό «αν έχει πρόβλημα να μεν τα στείλετε». Ο μάρτυρας δεν θυμάτο το όνομα του τραπεζικού υπαλλήλου ούτε τον αριθμό των προσώπων που τους εξυπηρέτησαν, ενώ δέχτηκε ότι τότε, δηλαδή τον Οκτώβριο του 2009, η γνώση που είχε της ελληνικής γλώσσας δεν ήτο το ίδιο καλή με σήμερα. Δεν θυμάτο ακόμη αν στην τράπεζα πήγαν μια ή δυο φορές, όπως ούτε αν την ημέρα που ο ενάγων έδωσε τις οδηγίες, όπως διατείνεται, υπέγραψε κιόλας την εντολή μεταφοράς των χρημάτων. Εκ διαμέτρου αντίθετη, σε όλα σχεδόν τα ζητήματα, είναι η θέση της τράπεζας. Πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης είναι ο Βιολάρης. Όπως ανέφερε, από τις αρχές του έτους 2009 μέχρι και το 2016 κατείχε τη θέση του διευθυντή του καταστήματος της τράπεζας στην Ευρύχου. Εν τούτοις την 27.10.2009, δηλαδή την ημερομηνία που ο ενάγων έδωσε γραπτή εντολή για μεταφορά των χρημάτων (βλ. τεκμήριο 6), απουσίαζε από την τράπεζα εφόσον βρισκόταν σε σεμινάριο που άρχισε από την 26.10.2009 και συνεχίστηκε και την 27.10.
  18. Προς επίρρωση τούτης της θέσης ο Βιολάρης παρουσίασε στο δικαστήριο σχετική βεβαίωση ημερομηνίας 4.4.
  19. Η εν λόγω βεβαίωση είναι το τεκμήριο
  20. Πρόσθεσε έτσι ότι λόγω της απουσίας του αδύνατο είναι την 27.10.2009 να είχε αναφέρει στον ενάγοντα ότι θα βεβαιωνόταν για την ταυτότητα του κατόχου του λογαριασμού ή έστω να δώσει στον ενάγοντα το έντυπο εντολής δια μεταφορά χρημάτων. Εν τούτοις, υποστήριξε ότι πριν την 27.10.2009 δέχθηκε επίσκεψη από τον ενάγοντα, κατά την οποία ο τελευταίος του ζήτησε πληροφορίες σε σχέση με προτιθέμενη μεταφορά χρημάτων. Σε εκείνη τη συνάντηση του ανέφερε ότι θα έπρεπε να προσκομίσει τον αριθμό του ΙΒΑΝ και τα στοιχεία της τράπεζας στην οποία θα αποστέλλονταν τα χρήματα. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι ουδέποτε ο ενάγων του ζήτησε να βεβαιωθεί ότι το όνομα του λογαριασμού ήταν Ross Auto Engineering Ltd. Και να μου ζητούσε κάτι τέτοιο, πρόσθεσε ο Βιολάρης, δεν υπήρχε δυνατότητα, όπως ούτε και σήμερα, να συνδέσεις το ΙΒΑΝ με το όνομα του δικαιούχου. Παρ΄ όλα αυτά, ήταν η θέση του Βιολάρη ότι προειδοποίησε τον ενάγοντα ότι η αγορά μέσω διαδιχτύου υπέχει κινδύνους. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Βιολάρη το έντυπο εντολής (τεκμήριο 6) συμπληρώθηκε από τον Παρασκευά και υπεγράφη από το Δημοσθένους που τον αντικαθιστούσε. Το γεγονός ότι εν τέλει διεκπεραιώθηκε η τραπεζική εντολή, το πληροφορήθηκε εκ των υστέρων. Ακολούθως την 3.12.2009 ο ενάγων επισκέφθηκε το κατάστημα της τράπεζας και ανέφερε ότι υποψιαζόταν πιθανή απάτη και γι΄ αυτό τους ζήτησε να διερευνήσουν αν τα χρήματα πιστώθηκαν στο δικαιούχο. Λόγω του ότι ο ενάγων ήταν πελάτης της τράπεζας προχώρησαν σε διερεύνηση του θέματος απευθυνόμενοι στην υπηρεσία εμβασμάτων της τράπεζας. Η εν λόγω υπηρεσία επικοινώνησε με την Barclays Bank και της ζήτησε ενημέρωση σε σχέση με το έμβασμα. Η απάντηση που έλαβε ήταν ότι το έμβασμα είχε πληρωθεί στο λογαριασμό που είχε δοθεί και ο δικαιούχος που έλαβε το έμβασμα δεν ανταποκρινόταν. Η εν λόγω επικοινωνία είναι το τεκμήριο
  21. Ο Παρασκευάς τώρα ανέφερε ότι την 27.10.2009 εκτελούσε χρέη ταμία στο κατάστημα της Ευρύχου. Υπό αυτή την ιδιότητα συμπλήρωσε, λέει, τη γραπτή εντολή του ενάγοντα. Ο μάρτυρας είδε και αναγνώρισε τα τεκμήρια 5,6 και 7, ενώ προχώρησε και σε επεξήγηση της διαδικασίας που ακολουθείται. Όπως ανάφερε, ο πελάτης πηγαίνει στον ταμία και αφού του παρουσιάσει τα απαραίτητα στοιχεία, συμπληρώνεται η γραπτή εντολή. Ακολούθως η εντολή προωθείται στο διευθυντή του καταστήματος, ο οποίος επίσης την υπογράφει και την προωθεί για εκτέλεση. Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων προσκόμισε το τιμολόγιο, τεκμήριο 5 και έτσι συμπληρώθηκε η γραπτή εντολή. Με τη διεκπεραιώση τούτης εκδόθηκε και το τεκμήριο
  22. Ο μάρτυρας δεν θυμάτο κατά πόσο ο ενάγων συνοδεύετο από τρίτο πρόσωπο. Τον ενάγοντα όμως τον γνωρίζει, όχι μόνο επειδή είναι πελάτης της τράπεζας, αλλά και δια το λόγο ότι διαμένουν στην ίδια περιοχή. Ήταν η θέση του ότι ο ενάγων δεν έδωσε οποιεσδήποτε άλλες οδηγίες ή διευκρινήσεις για τον τρόπο εκτέλεσης του εμβάσματος. Γνωρίζει όμως ποια ήταν η συνέχεια της συναλλαγής, δηλαδή: «ότι τα λεφτά δεν παραλήφθηκαν από εκείνον που έπρεπε να παραληφθούν». Επίσης, ήταν σε γνώση του ότι ο ενάγων τους ζήτησε να διερευνήσουν το ζήτημα, εν τούτοις ήταν η θέση του ότι μετέφεραν τα χρήματα στο λογαριασμό που τους είχε δώσει ο ενάγων. Υποστήριξε δε ότι σε τέτοια εμβάσματα η πληρωμή διεκπεραιώνεται σε τέσσερις με πέντε ημέρες. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε ότι δεν του δόθηκαν οδηγίες για διερεύνηση του ονόματος του δικαιούχου του λογαριασμού, ενώ εξέφρασε άγνοια κατά πόσο τέτοιες οδηγίες δόθηκαν στον Γιώργο Δημοσθένους, δηλαδή το πρόσωπο που εκτελούσε χρέη διευθυντή την 27.10.
  23. Αν και θυμόταν ότι μετά τη διεκπεραίωση της συναλλαγής ο ενάγων παραπονέθηκε ότι δεν πήρε το μηχάνημα, παράπονο που υπέβαλε στο διευθυντή και όχι στον ίδιο, δεν θυμόταν πότε ακριβώς έγινε αυτό. Τρίτος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο Γιώργος Δημοσθένους. Όπως ο Παρασκευά έτσι και ο Δημοσθένους είδε και αναγνώρισε την υπογραφή του στο τεκμήριο
  24. Εν τούτοις δεν ήταν σε θέση να πει κατά πόσο συνομίλησε με τον πελάτη, δηλαδή τον ενάγοντα, ή αν ο ίδιος είναι που έδωσε το τιμολόγιο (τεκμήριο 5) στον ταμία. Σε αυτό το πλαίσιο επεξήγησε την ακολουθητέα διαδικασία, υποστηρίζοντας ότι οι οδηγίες διεκπεραιώνονται στα ταμεία. Απλώς στη συνέχεια θα υπογράψει το έντυπο και ο διευθυντής. Στην αντεξέταση δέχθηκε ότι γνωρίζει τον ενάγοντα, εν τούτοις επανέλαβε ότι δεν θυμάται κατά πόσο συναντήθηκε μαζί του. Σε υποβολή ότι συνομίλησαν παρουσία του Λαμπρή, ότι ο ενάγων του ζήτησε τα χρήματα να εμβαστούν στη συγκεκριμένη εταιρεία και πως ο ίδιος [Δημοσθένους] απάντησε εντάξει, ήταν η θέση του ότι δεν υπάρχει τέτοια ευχέρεια, δηλαδή ταυτοποίησης προσώπου με λογαριασμό. Συνεπώς, αδύνατο ήταν να τους πει κάτι τέτοιο αφ΄ ης στιγμής δεν έχει την ευχέρεια να το πράξει. Τέλος, για το τεκμήριο 7, δηλαδή το έντυπο που εκδίδει η τράπεζα μετά τη διεκπεραίωση της εντολής, ανέφερε ότι δεν εκδίδεται από το κατάστημα αλλά από την υπηρεσία εμβασμάτων. Τελευταίος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο XXXXX Παντελή (ΜΥ4). Όπως ανέφερε είναι διευθυντής του τμήματος πληρωμών της τράπεζας. Επεξήγησε τη διαδικασία που ακολουθείται λέγοντας ότι το τμήμα του παραλαμβάνει από τα διάφορα καταστήματα τα έντυπα οδηγιών, τα οποία είναι συμπληρωμένα, και τα διαβιβάζει στα διάφορα καταστήματα και χώρες. Η όλη εργασία του τμήματος, ανέφερε, εξαρτάται από ευρωπαϊκές οδηγίες. Τα ελάχιστα στοιχεία που χρειάζονται για να εκτελεστεί μια εντολή είναι, σύμφωνα πάντα με τον ΜΥ4, εντολέας με αριθμό λογαριασμού και ΙΒΑΝ του δικαιούχου της πληρωμής και οτιδήποτε άλλο πρόσθετο στοιχείο ο πελάτης επιθυμεί να δώσει. Ανέφερε ακόμη και τη μεθοδολογία συναλλαγής μεταξύ των τραπεζών. Όπως εξήγησε η αποστέλουσα τράπεζα έχει κοινό λογαριασμό με την παραλήπτρια. Εκεί είναι που κατατίθενται τα χρήματα και ενημερώνεται η παραλήπτρια ότι έχουν κατατεθεί. Όταν η παραλήπτρια τράπεζα προχωρήσει να χρεώσει τον εν λόγω λογαριασμό, τότε η αποστέλουσα τράπεζα, εδώ η Τράπεζα Κύπρου, θεωρεί την πράξη κλειστή. Σύμφωνα με το ΜΥ4 αυτή είναι η διαδικασία που ακολουθήθηκε και στην υπό κρίση περίπτωση. Εν πρώτοις ο πελάτης προσκόμισε το τεκμήριο 5, δηλαδή το τιμολόγιο και συμπληρώθηκε η γραπτή εντολή, δηλαδή το τεκμήριο
  25. Ακολούθως εκδόθηκε το τεκμήριο 7, το οποίο πρέπει να συμφωνεί με το τεκμήριο
  26. Μάλιστα το τεκμήριο 7 εκδίδεται αυτόματα και αυτό μόλις η τράπεζα λάβει ειδοποίηση ότι η άλλη τράπεζα έλαβε το μήνυμά της. Όσο δε για το περιεχόμενο του τεκμηρίου 10, ο ΜΥ4 ανέφερε ότι η τράπεζα διατηρεί μια ομάδα που διερευνά όλες τις πληρωμές που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι εκεί που η τράπεζα θεωρεί ότι κάτι πήγε λάθος, αποτελεί ευθύνη της να βοηθήσει τον πελάτη της να ανακτήσει τα χρήματά του, και πως σε αυτό το πλαίσιο είναι υποχρέωσή τους να διαβιβάσουν στην άλλη τράπεζα τη θέση του πελάτη τους και να κάνουν σχετικές ενέργειες. Η πάρα πάνω σύνοψη αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο καλείται να διαπιστώσει το τι πραγματικά συνέβη την 27.10.
  27. Συγκεκριμένα∙ έδωσε ο ενάγων ρητές οδηγίες ταυτοποίησης του ΙΒΑΝ με το όνομα του δικαιούχου και δή την εταιρεία Ross Auto Engineering και αν η απάντηση είναι καταφατική, σε ποιον έδωσε τούτες τις οδηγίες; Από την άλλη, πότε ο ενάγων μετέβη στην τράπεζα δια να παραπονεθεί για τη συναλλαγή, σε ποιον παραπονέθηκε και ποια ήταν η ανταπόκριση της τράπεζας; Αυτά είναι όσα θα απασχολήσουν και βεβαίως θα καθορίσουν την αξιοπιστία των μαρτύρων. Προέχει βεβαίως η αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Σημειώνω συναφώς ότι παρακολούθησα το σύνολο των μαρτύρων κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίστηκε σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτάθηκε και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Είμαι της γνώμης ότι η μαρτυρία του ενάγοντα, καθώς και του μάρτυρά του, δηλαδή του Λαμπρή, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Από την άλλη οι μάρτυρες της τράπεζας άφησαν θετικές εντυπώσεις, ενώ και η μαρτυρία τους υποστηρίζεται από αριθμό στοιχείων και δεδομένων. Ας δούμε όμως αυτά τούτα τα στοιχεία που δικαιολογούν την πιο πάνω κρίση. Ο πλέον σημαντικός λόγος εντοπίζεται στον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι ο Βιολάρης είναι εκείνος που του υποσχέθηκε ότι θα διευθετούσε τη συναλλαγή και αυτό μετά που ο ενάγων του ζήτησε να βεβαιωθεί ότι ο αριθμός του λογαριασμού και το ΙΒΑΝ στο οποίο θα κατέληγαν τα χρήματα ταυτίζεται με την εταιρεία Ross Auto Engineering. Αυτή τη συζήτηση ο ενάγων την τοποθετεί χρονικά την 27.10.2009 και τη συναρτά με τη συμπλήρωση του εντύπου της εντολής, εφόσον θέλει το Βιολάρη να του δίνει τα έγγραφα. Εν τούτοις την 27.10.2009 ο Βιολάρης απουσίαζε από την τράπεζα, εξ΄ου και τον αντικαθιστούσε ο Δημοσθένους. Το γεγονός ότι ο Δημοσθένους αντικαθιστούσε το Βιολάρη διαπιστώνεται και από την ίδια την εντολή, δηλαδή το τεκμήριο
  1. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το εν λόγω έγγραφο υπεγράφη από το Δημοσθένους και όχι το Βιολάρη. Από την άλλη, αδιαμφισβήτητα είναι και τα καθήκοντα του Δημοσθένους κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, δηλαδή ότι αντικαθιστούσε διευθυντές άλλων καταστημάτων. Συνεπώς το γεγονός και μόνο ότι ο Δημοσθένους υπέγραψε το έντυπο της εντολής, αφήνει να νοηθεί ότι αυτό έγινε επειδή απουσίαζε ο Βιολάρης. Τα πιο πάνω όμως περιττεύουν αν αναλογιστεί κανείς ότι ο Βιολάρης δεν αμφισβητήθηκε ότι την 27.10.2009 απουσίαζε από το κατάστημα. Ούτε και το τεκμήριο 16 αμφισβητήθηκε, δηλαδή η βεβαίωση της τράπεζας ότι ο Βιολάρης απουσίαζε από την εργασία του την 26.10.2009 και την 27.10.
  2. Συνεπώς δεν τελεί υπό αμφισβήτηση ότι την 27.10.2009 ο Βιολάρης δεν βρισκόταν στο κατάστημα της τράπεζας. Προφανώς αυτός είναι και ο λόγος δια τον οποίο μετά τη μαρτυρία του Βιολάρη η πλευρά του ενάγοντα υπέβαλε στο Δημοσθένους ότι εκείνος είναι που του υποσχέθηκε ότι θα προέβαινε σε εξακρίβωση πως ο αριθμός του εν λόγω ΙΒΑΝ ανήκει στη Ross Auto Engineering Ltd. Δηλαδή σε εκείνο το στάδιο η πλευρά του ενάγοντα διαφοροποίησε τη θέση της, αντικαθιστώντας το Βιολάρη με το Δημοσθένους σε σχέση με την ημερομηνία υποβολής της εντολής και την υποχρέωση που δήθεν ανέλαβε η τράπεζα. Η δε συμμετοχή του Βιολάρη επίσης διαφοροποιήθηκε, εν προκειμένω χρονικά, δηλαδή ότι είναι σε χρόνο πριν την 27.10.2009 που είδε τον ενάγοντα και ότι τότε ήταν που ο τελευταίος του είπε τις ανησυχίες του και ζήτησε ταυτοποίηση του λογαριασμού με την Ross Auto Engineering Ltd και ο Βιολάρης του υποσχέθηκε ότι θα το διευθετούσε. Όλα τα πιο πάνω όμως είναι καταστροφικά για τον ισχυρισμό του ενάγοντα και την όποια αξιοπιστία τούτου του ισχυρισμού. Και εξηγώ∙ τα πιο πάνω φανερώνουν ότι εν τέλει και η ίδια η πλευρά του ενάγοντα δέχεται ότι δεν είναι ο Βιολάρης εκείνος που συμπλήρωσε το έντυπο της εντολής και πως δεν ήταν παρών την 27.10.
  3. Εν τούτοις η ένορκη μαρτυρία του ενάγοντα θέλει το πρόσωπο που συμπλήρωσε το έντυπο να αναλαμβάνει, πάντα κατά το χρόνο της εντολής, και υποχρέωση επιβεβαίωσης όσων ο ενάγων ισχυρίστηκε. Αν λοιπόν τούτο το πρόσωπο δεν είναι ο Βιολάρης, ως ο ενάγων υποστήριξε, καθ΄ ότι ο εν λόγω απουσίαζε από την τράπεζα, ποια περαιτέρω αξία και βαρύτητα μπορεί να προσδώσει κανείς στα λόγια του ενάγοντα που με τόση άνεση διατείνετο ότι την 27.10.2009 μίλησε με τον Βιολάρη και ο εν λόγω του υποσχέθηκε ότι θα το διευθετούσε. Παρεμβάλλω επίσης ότι ο ενάγων δεν άφησε περιθώριο λάθους ή έστω αμφιβολίας. Ήταν κάθετος ότι ο Βιολάρης είναι αυτός που του είπε όσα ο ίδιος ισχυρίστηκε. Συνεπώς η απλή και μόνο διαπίστωση ότι ο Βιολάρης απουσίαζε από την τράπεζα την 27.10.2009, εκθεμελιώνει το υπόβαθρο του ισχυρισμού του ενάγοντα και καθιστά τα λεγόμενά του αναληθή και αναξιόπιστα. Παρ΄ όλα αυτά, ο ισχυρισμός του ενάγοντα νοσεί και ουσιαστικά. Ήταν η θέση του ενάγοντα πως όταν ζήτησε από το Βιολάρη να επιβεβαιώσει ότι ο αριθμός ΙΒΑΝ ανήκει στη Ross Auto Engineering Ltd, ο τελευταίος του ανέφερε ότι «δεν μπορούσε ... καθ΄ ότι δεν είχε πρόσβαση σε τέτοιες πληροφορίες πριν στείλει στην Αγγλία την εντολή πληρωμής». Γι΄ αυτό, λέει, τότε ζήτησε από το Βιολάρη πριν πιστωθούν τα χρήματα να βεβαιωθεί ότι αυτός ο λογαριασμός ανήκει στη Ross Auto Engineering Ltd. Με αυτό το τελευταίο αντιλαμβάνομαι να εννοεί ότι αφότου σταλούν τα χρήματα - δοθέντος ότι ο Βιολάρης του είπε ότι δεν είχε πρόσβαση σε πληροφορίες προτού διενεργήσει την εντολή πληρωμής - τότε να επιβεβαιώσει ότι δικαιούχος του λογαριασμού είναι η εταιρεία Ross Auto Engineering Ltd. Δεν χωρεί άλλη ερμηνεία, αφού άλλως πως θα εσήμαινε ότι ο ενάγων απλώς επανέλαβε όσα ο Βιολάρης του είπε ότι αδυνατούσε να πράξει , πράγμα παράλογο, εφόσον σε τέτοια περίπτωση δεν θα τίθετο θέμα για περαιτέρω ενέργεια και συνάμα υπόσχεση, αλλά ο ενάγων θα έλεγε απλώς∙ αφού δεν μπορείτε να πράξετε αυτό που ζητώ τότε δεν θα στείλω τα χρήματά μου. Και πάλι όμως ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να δώ τη διαφορά μεταξύ της υπόσχεσης που κατ΄ ισχυρισμό εξασφάλισε, από εκείνη που η τράπεζα αδυνατούσε να του δώσει. Αν πριν από την αποστολή των χρημάτων η τράπεζα αδυνατούσε να επιβεβαιώσει τις απαιτούμενες από τον ενάγοντα πληροφορίες, τί αξία είχε να πράξει τούτο εκ των υστέρων, δηλαδή μετά που θα έστελνε τα χρήματα και όταν πλέον θα ήταν έξω από τον έλεγχό της. Είμαι της γνώμης ότι ουδεμία λογική απάντηση δικαιολογεί την ισχυριζόμενη από τον ενάγοντα στιχομυθία με το Βιολάρη, γεγονός που φανερώνει ότι είναι επιτήδεια και κατασκευασμένη. Και όλα αυτά χωρίς ποτέ να διαλανθάνει την προσοχή μας ότι την 27.10.2009 ο Βιολάρης απουσίαζε από την τράπεζα, γεγονός που δεν αμφισβήτησε η πλευρά του ενάγοντα. Ούτε όμως και στην έκταση που οι υποβολές θέλουν τούτη τη στιχομυθία να γίνεται με το Δημοσθένους, δηλαδή την 27.10.2009, έχει οιανδήποτε λογική και αληθοφάνεια. Αποστομωτική εν προκειμένω είναι η απάντηση του μάρτυρα ότι∙ «Που τη στιγμή που δεν μπορούσε να γίνει ο έλεγχος, είτε τη συγκεκριμένη στιγμή, είτε οποιανδήποτε άλλη στιγμή, το κατάστημα για να στείλει το έμβασμα είναι διαδικαστικό. Λαμβάνει τις πληροφορίες και στέλνεται πάνω στην υπηρεσία εμβασμάτων. Άρα δεν υπήρχε περίπτωση εγώ να μπορούσα να ελέγξω τον λογαριασμό. Άρα που τη στιγμή που δεν μπορούσα να ελέγξω τον λογαριασμό, δεν θα ανέφερα ότι θα το ελέγξω πιο μετά». Τωόντι αυτή είναι η λογική του πράγματος. Αν ο έλεγχος είναι αδύνατος πριν την εντολή, τίνι τρόπω καθίσταται ευχερής μετά την εκτέλεση τούτης και ποια αξία έχει, σε εκείνο πλέον το στάδιο, ο όποιος έλεγχος. Η απάντηση είναι απλή και αδιαφιλονίκητη∙ η τράπεζα σε κανένα στάδιο είχε ευχέρεια ελέγχου των στοιχείων του λογαριασμού του παραλήπτη, γεγονός που εμμέσως δέχεται και ο ενάγων, εφόσον αυτό είναι, όπως λέει, που του αναφέρθηκε. Απλώς ο ενάγων βάζει αυτά τα λόγια στο στόμα του Βιολάρη και περιπλέον, υποστηρίζει ότι ο τελευταίος περιόρισε αυτή την αδυναμία στο στάδιο προ της εκτέλεσης της εντολής, οσάν μετά την εκτέλεση η τράπεζα αποκτά, αίφνης, μεγαλύτερη εξουσία. Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν, δίχως άλλο, αντίφαση στα λεγόμενα του ενάγοντα, καθώς επίσης απόκλιση από την κοινή λογική. Και όλα αυτά εις επίμετρον της διαφοροποίησης του ισχυρισμού που εμπλέκει το Βιολάρη, αρχικά, και το Δημοσθένους, εκ των υστέρων. Ένα άλλο θέμα πλήρως συνυφασμένο με όλα τα πιο πάνω, είναι ο χρόνος που ο ενάγων επισκέφθηκε την τράπεζα μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής. Για την ώρα δεν σχολιάζω αυτή τη θέση της τράπεζας πως ο ενάγων επανήλθε κοντά τους μετά πάροδο ενός και πλέον μηνός. Για χάρη συζήτησης και μόνο δέχομαι τις δέκα ημέρες που ισχυρίστηκε ο ενάγων, ώστε να διερευνηθεί η ειλικρίνεια του σχετικού ισχυρισμού. Αυτός λοιπόν ο ισχυρισμός παρατηρώ ότι δύσκολα συμβιβάζεται με τη λοιπή μαρτυρία του ενάγοντα, αλλά και με την κοινή λογική. Η όλη μαρτυρία του ενάγοντα θέλει τούτον να αγωνιά για τη συναλλαγή μέσω διαδιχτύου. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που μαζί με το Λαμπρή προέβη σε τόσες έρευνες και πριν τη συναλλαγή εξασφάλισε τα τεκμήρια 1 και
  4. Περιπλέον, ζητά, ως ισχυρίζεται, από την τράπεζα να επιβεβαιώσει ότι ο λογαριασμός στον οποίο πρόκειται να εμβασθούν τα χρήματα ανήκει στη Ross Auto Engineering Ltd, για να εισπράξει όμως απάντηση ότι αδύνατο είναι να γίνει τούτο και έτσι περιορίζει την απαίτηση επιβεβαίωσης έστω μετά την αποστολή των χρημάτων. Υπό το φως όλων των ανωτέρω θα ανέμενε κανείς, εν προκειμένω ο μέσος λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος, ότι το ελάχιστο που θα έκανε ήταν να οχλήσει την τράπεζα το συντομότερο μετά τη διεκπεραίωση της συναλλαγής, ώστε να διασκεδάσει τις όποιες ανησυχίες του, δηλαδή να επιβεβαιώσει ότι τα χρήματα στάλησαν στο πρόσωπο που πραγματικά επιθυμούσε, δηλαδή τη Ross Auto Engineering Ltd, αλλιώς να λάβει άλλα μέτρα. Η μετάβασή του στην τράπεζα δέκα ημέρες μετά τη συναλλαγή, όπως ο ίδιος υποστήριξε, δεν συνάδει με συμπεριφορά προσώπου που ανησυχούσε και που είχε εξασφαλίσει υπόσχεση της τράπεζας να επιβεβαιώσει την ταυτότητα του δικαιούχου του λογαριασμού. Δηλαδή ακόμη και αυτή η θέση του περί δεκαημέρου, αναδεικνύει εφησυχασμό που δεν συνάδει με όσα σήμερα ισχυρίζεται, στοιχείο που φανερώνει ανακολουθία και κατ΄ επέκταση αναλήθεια. Στρέφομαι όμως να εξετάσω και αυτή καθ΄ εαυτή τη διαφοροποίηση, σε σχέση με τον χρόνο μετάβασης του ενάγοντα στην τράπεζα, στα λεχθέντα των δυο πλευρών. Ο ενάγων υποστήριξε ότι τούτο έγινε περί τις δέκα ημέρες μετά τη συναλλαγή, η δε τράπεζα περί τις αρχές Δεκεμβρίου. Εν τούτοις αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο ενάγων συνάρτησε τη μετάβασή του στην τράπεζα με αυτό το έγγραφο της φορτωτικής, δηλαδή το τεκμήριο
  5. Ευθύς παρατηρώ ότι το τεκμήριο 9 φέρει ημερομηνία 17.11.2009, δηλαδή ακριβώς τρεις εβδομάδες μετά τη συναλλαγή που διενεργήθηκε την 27.10.
  6. Αυτό και μόνο καταρρίπτει τον ισχυρισμό του που τον θέλει να πηγαίνει στην τράπεζα μετά από δέκα ημέρες. Περιπλέον, προσθέτω και τα εξής σημαντικά∙ ο ενάγων ανέφερε ότι μετά την παραλαβή του εντύπου φορτωτικής (τεκμήριο 9), επικοινώνησε με εταιρεία θαλάσσιων μεταφορών στην Αγγλία για να ελέγξει κατά πόσο εκδόθηκε φορτωτική με αυτά τα στοιχεία και τότε πληροφορήθηκε ότι δεν είχε εκδοθεί. Πρόσθεσε δε ότι εν όψει των εξελίξεων αυτών υπέβαλε καταγγελία στο τμήμα οικονομικών εγκλημάτων της αστυνομίας και παράλληλα αποτάθηκε στην τράπεζα. Ούτε αυτή τη φορά δικαιολογούνται οι ενέργειες του ενάγοντα. Η δήθεν φορτωτική (τεκμήριο 9) και η εξακρίβωση ότι ήτο ανυπόστατη, είναι εκείνη που έκανε τον ενάγοντα να δραστηριοποιηθεί, πηγαίνοντας μέχρι και στην αστυνομία. Αν λοιπόν αυτό γινόταν εντός δέκα ημερών, πράγμα που εν πάση περιπτώσει απορρίπτεται από την ημερομηνία που φέρει η δήθεν φορτωτική (τεκμήριο 9), γιατί τότε το πρώτο έντυπο του τεκμηρίου 10, δηλαδή της δέσμης εγγράφων της αλληλογραφίας της τράπεζας με την Barclays Bank - η παραλήπτρια τράπεζα - φέρει ημερομηνία 4.12.2009; Αδυνατώ να δεχθώ ότι ενώ ο ενάγων κατήγγειλε στην τράπεζα κάτι τόσο σοβαρό, μέσα στις πρώτες δέκα ημέρες μετά τη συναλλαγή, οι υπαλλήλοι τούτης ολιγώρησαν για τρείς, σχεδόν, εβδομάδες και ο ενάγων δεν διαμαρτυρήθηκε για αυτή την ολιγωρία. Λογικό είναι ότι η 4.12.2009 που αναγράφεται στην αλληλογραφία της τράπεζας με την Barclays, είναι η πρώτη ημερομηνία αμέσως μετά που ο ενάγων αποτάθηκε στην τράπεζα για να διερευνήσει την τύχη των χρημάτων που απέστειλε, δοθέντος ότι είναι την 17.11.2009 που παρέλαβε το έντυπο της φορτωτικής (τεκμήριο 9) και ακολούθησε η εξακρίβωση ότι ήταν πλαστό και η καταγγελία στην αστυνομία. Άλλωστε και ο Βιολάρης είπε ότι ο ενάγων αποτάθηκε κοντά τους την 3.12.2009, θέση που συνάδει με όλα τα πιο πάνω. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι ο χρόνος των δέκα ημερών από τη συναλλαγή, όπως διατείνεται ο ενάγων, δεν δικαιολογείται από τα διάφορα τεκμήρια. Και ούτε είναι λογικό ότι ο ενάγων θα εφησύχαζε μετά που απευθύνθηκε στην τράπεζα. Ακριβώς το αντίθετο, θα οχλούσε τούτους καθημερινά ώστε να διαπιστωθεί πού κατέληξαν τα χρήματά του. Γι΄ αυτό και η αλληλογραφία των δυο τραπεζών - εναγομένη και Barclays Bank - είναι καθημερινή, σχεδόν, για όσο χρόνο διήρκησε (4.12.2009 και 12.1.2010). Το γεγονός λοιπόν ότι η εν λόγω αλληλογραφία (τεκμήριο 10) αρχίζει την 3.12.2009, φανερώνει ότι τότε είναι που ο ενάγων αποτάθηκε στην τράπεζα και όχι κατά πώς ο ίδιος ισχυρίστηκε. Προστίθεται εδώ και κάτι ακόμη∙ σύμφωνα με το Βιολάρη, όταν ο ενάγων μετέβη στην τράπεζα τους ανέφερε ότι υποψιάζεται απάτη. Αυτή και μόνο η δήλωση δεν συνιστά αντίδραση προσώπου που θεωρεί ότι η τράπεζα δεν εκτέλεσε τις οδηγίες του. Ανάλογη ήταν και η θέση του Παρασκευά που ανέφερε ότι ο ενάγων δεν παραπονέθηκε ότι τα χρήματα δεν μπήκαν στο συγκεκριμένο λογαριασμό, αλλά ότι δεν τα πήρε η Ross Auto Engineering και ότι δεν πήρε το μηχάνημα. Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται σύμπτωση θέσεων στα λεχθέντα των μαρτύρων της τράπεζας και αναδεικνύεται πως οι αντιδράσεις του ενάγοντα δεν συνάδουν με εκείνες πελάτη που θεωρεί ότι δεν εκτελέστηκαν οι οδηγίες του λόγω αμέλειας. Μάλλον φανερώνουν αντίδραση προσώπου που διαπιστώνει ότι έχει εξαπατηθεί και σε εκείνο το στάδιο τρέχει να περισώσει ό,τι δύνατι να περισωθεί. Η δε μαρτυρία του Λαμπρή είναι ανίκανη να συμπληρώσει τα ελλείμματα λογικής που εντοπίζονται στη μαρτυρία του ενάγοντα. Αυτό γιατί δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες για όσα υποστήριξε. Δεν απήντησε σε σχέση με το πότε και πόσες φορές επισκέφθηκαν την τράπεζα, ή με ποιον ή ποιους συνομίλησαν. Μοναδική απάντηση του μάρτυρα ήταν πως άκουσε τον ενάγοντα να ζητά όπως τα χρήματα σταλούν∙ «σε τούτη την εταιρεία τζαι τούτο το ΙΒΑΝ». Εν τούτοις ξενίζει το γεγονός ότι ο Λαμπρής δεν ομιλεί καλά την ελληνική γλώσσα και μάλιστα δέχθηκε ότι το 2009 τα ελληνικά που ομιλούσε ήταν «πολύ σπασμένα». Περιπλέον, απασχολεί και το ότι ο ενάγων συνάρτησε την εν λόγω συνάντηση με το Βιολάρη, που εν τέλει όμως δεν βρισκόταν στο κατάστημα, ενώ και ο Παρασκευά δήλωσε ότι ως ταμίας εκείνος είναι που συμπλήρωσε το έντυπο της εντολής (τεκμήριο 6) και στη συνέχεια το προώθησε στο Δημοσθένους που εκτελούσε χρέη αναπληρωτή διευθυντή, ώστε να το υπογράψει. Μάλιστα οι υπογραφές αυτών των δυο εμφαίνονται στο ίδιο το έντυπο και αυτό το γεγονός είναι αδιαμφισβήτητο από όλες τις πλευρές. Συνεπώς τι από όλα να πιστέψει το δικαστήριο, τον αόριστο και φειδωλό λεπτομερειών ισχυρισμό του Λαμπρή, ή την αντιφατική και άλογη μαρτυρία του ενάγοντα; Προτού ολοκληρώσω όμως με την αξιολόγηση, κρίνω σκόπιμο να σχολιάσω και αυτό το τεκμήριο 10, εφόσον η πλευρά του ενάγοντα προσέδωσε σε αυτό ιδιαίτερη έμφαση. Υπέδειξε εν προκειμένω τα αναφερόμενα στην τρίτη σελίδα του τεκμηρίου 10, όπου η εναγομένη δήλωσε στην Barclays∙ "Please cancel our below MT103 (δηλαδή το τεκμήριο 6) . Please note that funds were credited in error as the beneficiary's name is incorrect". Η πλευρά του ενάγοντα εκλαμβάνει τα πιο πάνω ως παραδοχή λάθους και περιπλέον, επιβεβαίωση της θέσης τούτου ότι ζήτησε να εξακριβωθεί πως ο επίδικος λογαριασμός ανήκει στη Ross Auto Engineering. Επί του προκειμένου οι απαντήσεις του ΜΥ4, καθώς και η διαδικασία που ακολουθεί η τράπεζα, εκθεμελιώνουν τη λογική του σχετικού επιχειρήματος. Και εξηγώ∙ το αν ο ενάγων ζήτησε εξακρίβωση ή όχι, αυτό είναι κάτι που δεν αφορά το περιεχόμενο του τεκμηρίου 10, εφόσον τα εκεί αναφερόμενα συμπληρώθηκαν από το τμήμα του ΜΥ4, δηλαδή την ομάδα διερεύνησης και δεν σχετίζονται με το κατάστημα και το τι ειπώθηκε εκεί. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώθηκε και από το Βιολάρη και το Δημοσθένους. Από την άλλη, ο ΜΥ4 ήταν σαφής ότι σε κάθε περίπτωση προσπάθεια της τράπεζας είναι να εξυπηρετήσει τον πελάτη της. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που έγραψαν ό,τι πιο πάνω υποδείχθηκε και όχι γιατί αποδέχθηκαν οιανδήποτε ευθύνη ή επειδή συμφώνησαν με τον ενάγοντα να εξακριβώσουν το όνομα του δικαιούχου του λογαριασμού. Δυνάμει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι ούτε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 10 είναι ικανό να υποστηρίξει τη θέση της πλευράς του ενάγοντα, που εν πάση περιπτώσει παρέμεινε δίχως αξιόπιστη μαρτυρία να την υποστηρίζει. Εν όψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι πέραν όσων έχουν ήδη διαπιστωθεί, τα πράγματα έχουν όπως ακριβώς τα περιέγραψαν οι μάρτυρες της τράπεζας. Ως εκ τούτου δέχομαι ότι γεγονός είναι ότι ο ενάγων συνομίλησε με το Βιολάρη. Αυτό όμως έγινε πριν την 27.10.2009 και ο ενάγων δεν ζήτησε από τον Βιολάρη να επιβεβαιώσει πως ο λογαριασμός ανήκει στη Ross Auto Engineering. Εν τούτοις ο Βιολάρης προειδοποίησε τον ενάγοντα ότι οι αγορές μέσω διαδιχτύου εγκυμονούν κινδύνους. Όταν πλέον την 27.10.2009 ο ενάγων μετέβη στην τράπεζα, ο Βιολάρης απουσίαζε. Ο δε ενάγων προχώρησε στη γραπτή εντολή (τεκμήριο 6), το οποίο έντυπο συμπληρώθηκε από τον Παρασκευά και υπογράφηκε από τον ίδιο και τον Δημοσθένους που αναπληρούσε τον Βιολάρη. Ούτε την 27.10.2009 ο ενάγων ζήτησε να επιβεβαιωθεί κατά πόσο δικαιούχος του λογαριασμού είναι η Ross Auto Engineering. Κατ΄ επέκταση, πότε υποσχέθηκαν, είτε ο Βιολάρης, είτε ο Παρασκευά, είτε ο Δημοσθένους, ότι θα επιβεβαίωναν το όνομα του δικαιούχου του λογαριασμού στον οποίο θα αποστέλλοντο τα χρήματα. Εν πάση περιπτώσει αδύνατο ήταν για την τράπεζα να διαπιστώσει κάτι τέτοιο. Τέλος, μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής ο ενάγων μετέβη εκ νέου στην τράπεζα την 3.12.2009, ότε και τους ανέφερε πως υποψιαζόταν απάτη και ότι τα λεφτά δεν πήγαν στο δικαιούχο. Ένεκα τούτης της δήλωσης η τράπεζα επιχείρησε να βοηθήσει τον ενάγοντα και οι ενέργειές της φαίνονται στην αλληλογραφία που είχε με την παραλήπτρια τράπεζα, δηλαδή το τεκμήριο
  7. Με δεδομένες πλέον τις διαπιστώσεις του δικαστηρίου ας δούμε τι είναι εκείνο που εισηγείται η πλευρά του ενάγοντα. Ας λεχθεί από τώρα ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην εμπεριστατωμένη αγόρευση του ενάγοντα, δυο είναι οι βάσεις αγωγής. Εν πρώτοις, ο ενάγων διατείνεται ότι το τεκμήριο 6, δηλαδή η γραπτή εντολή, αποτελεί συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, την οποία όμως η τράπεζα παραβίασε. Ο λόγος παραβίασης, σύμφωνα πάντα με τον ενάγοντα, έγκειται στο ότι η εν λόγω συμφωνία προνοούσε για μεταφορά του ποσού σε λογαριασμό με τρία αναγνωριστικά στοιχεία, δηλαδή το ΙΒΑΝ, το swift code και το όνομα. Η δε τράπεζα μετέφερε το ποσό σε λογαριασμό που πληρούσε μόνο τα δυο πρώτα στοιχεία και δεν ικανοποίησε το άλλο, δηλαδή το όνομα. Για να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα η πλευρά του ενάγοντα επικαλείται την υπόθεση Θεολόγου v. Κτηματικής Εταιρείας Nέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ.407 σε σχέση με την ερμηνεία της συμφωνίας των διαδίκων και την υπόθεση Cyprus Popular Bank Public Co Ltd υπό εξυγίανση v. Otis Elevators (Cyprus) Ltd κ.α. ECLI:CY:AD:2015:A106, Πολ. Έφ. 371/09, 16.2.2015, ώστε να υποστηρίξει πως η τράπεζα λειτούργησε στη βάση του άρθρου 171 του Κεφ. 149. Η άλλη θέση του ενάγοντα εδράζεται και πάλι στην υπόθεση Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, πιο πάνω, αυτή όμως τη φορά για να υποστηρίξει ότι η τράπεζα υπέχει καθήκον επιμέλειας κατά την εκτέλεση μιας συμφωνίας, που στη δοσμένη περίπτωση απέτυχε να αποσείσει. Ελκυστικές όσο και αν είναι οι θέσεις του ενάγοντα, εν τούτοις δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Αρχίζω από την τελευταία θέση, δηλαδή το καθήκον της τράπεζας για επιμέλεια. Το απόσπασμα από την υπόθεση που επικαλείται ο ενάγων δεν υπέχει αμφισβήτησης. Στην υπόθεση Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, πιο πάνω υποδείχθηκε ότι∙ « Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Paget's Law of Banking, 9η έκδοση, σελ. 70, η σχέση μεταξύ τραπεζίτη και πελάτη είναι σχέση που ρυθμίζεται από συμφωνία. Ο τραπεζίτης δεν θα πρέπει να επιδεικνύει αμέλεια κατά την εκτέλεση της συμφωνίας. Πότε είναι αμελής, εξαρτάται από τα γεγονότα της υπόθεσης. Η σχέση συνήθως αποτελείται από τη γενική συμφωνία, η οποία είναι βασική για όλες τις συναλλαγές, μαζί με ειδικές συμφωνίες (που αφορούν δανεισμό, συναλλαγές ξένου συναλλάγματος κ.τ.λ.) οι οποίες ισχύουν δια ρητών ενεργειών ή εξυπακουόμενες προθέσεις των μερών. Στο σύγγραμμα The Law and Practice of Banking, Vol.1, Banker and Customer του M. Haiden, σελ. 241 αναφέρεται ότι η πληρώνουσα Τράπεζα, έχει καθήκον σύμφωνα με το κοινοδίκαιο, να εξασκήσει φροντίδα όταν δέχεται τις οδηγίες του πελάτη. Οποιαδήποτε παράβαση του καθήκοντος αυτού με αποτέλεσμα την απώλεια υπό του πελάτη, δίδει δικαίωμα γι΄ αγωγή γι΄ αποζημιώσεις (βλ. Bank of Montreal v. Dominion Fresham Guarantee and Casualty Co. Ltd.
(1930)A.C. 657). Επίσης στο σύγγραμμα Paget's Law of Bankin 13η έκδοση σελ. 408, αναφέρονται τα΄ ακόλουθα: « When executing the custome's instruction to make a fund transfer the bank acts as its customer's agent. (Royal Products Ltd v. Midland Bank Ltd.
(1981)2 Lloyd's Rep. 194, 198). Acting as agent the bank owes the customer a duty to observe reasonable care and skill in and about executing the customer's orders. The duty arises both at common law and under stature». Δεν χωρεί λοιπόν αμφιβολία ότι η σχέση πελάτη και τράπεζας, στην προκείμενη περίπτωση η σχέση του ενάγοντα και της εναγομένης, διέπεται από συμφωνία, εδώ το τεκμήριο
  1. Η δε συμφωνία αυτή συνιστά ανάθεση καθήκοντος από τον πελάτη στην τράπεζα και σε αυτό το πλαίσιο, δηλαδή κατά την εκτέλεση του καθήκοντος, η τράπεζα υπέχει ρόλο αντιπροσώπου του πελάτη. Τέλος, όπως σε κάθε άλλη περίπτωση καθήκοντος έτσι και εδώ, η τράπεζα υποχρεούται κατά την εκτέλεση της εντολής, εν προκειμένω του καθήκοντος, να ασκήσει εύλογη επιμέλεια. Άλλως πως, δυνατό να βρεθεί υπαίτια αμέλειας. Κάπου εδώ όμως παρεμβάλλει το άλλο ζήτημα που ήγειρε ο ενάγων, δηλαδή ότι το τεκμήριο 6 αποτελεί τη συμφωνία των μερών και πως τα εκεί αναφερόμενα ήθελαν την τράπεζα να αποστέλλει τα χρήματα στο πρόσωπο που προσδιορίστηκε (Ross Auto Engineering), στο σχετικό ΙΒΑΝ και βεβαίως στο swift code. Η τράπεζα όφειλε να ικανοποιήσει και τα τρία αυτά στοιχεία, διατείνεται ο ενάγων, πράγμα που δεν έπραξε, εξ΄ου και είναι αμελής. Κατ΄ αρχάς υποδεικνύεται ότι η θέση του ενάγοντα, στην έκταση που θέλει την τράπεζα να μην έχει ικανοποιήσει τα τρία στοιχεία της μεταξύ τους συμφωνίας, δηλαδή τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 6, εδράζεται σε πλάνη. Απτή απόδειξη τούτου αποτελούν τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 7 που εκδόθηκε μετά τη διεκπεραίωση της συναλλαγής. Εκεί αναφέρονται τα ορθά στοιχεία ΙΒΑΝ και swift code, ως επίσης το όνομα Ross Auto Engineering Ltd ως δικαιούχος. Μάλιστα όπως ανέφερε ο ΜΥ4, το εν λόγω έγγραφο εκδίδεται αυτόματα ευθύς μόλις η παραλήπτρια τράπεζα ενημερώσει ότι έλαβε την εντολή. Θα έλεγε λοιπόν κανείς ότι η εναγομένη συμμορφώθηκε με όσα ανέλαβε να εκτελέσει, εφόσον το έντυπο εκτέλεσης της εντολής που έλαβε μετά την ενημέρωση της Barclays (τεκμήριο 7), αναφέρει όλα τα στοιχεία που έλαβε από τον ενάγοντα. Ουδέν στοιχείο παρέλειψε ή παραποίησε. Συνεπώς απέδωσε ορθά όλα όσα ο ενάγων της έδωσε. Εδώ όμως είναι που έγκειται η παρανόηση στη σχετική εισήγηση του ενάγοντα. Ο τελευταίος δεν ήθελε την τράπεζα απλώς να σημειώσει τα τρία αναγνωριστικά στοιχεία - όνομα, ΙΒΑΝ και swift code - στο έντυπο που θα απέστελλε στην παραλήπτρια τράπεζα, δηλαδή την τράπεζα του δικαιούχου, αλλά την ήθελε να ελέγξει και να επιβεβαιώσει την ορθότητα τούτων. Με όλο το σεβασμό αλλά η συμφωνία των μερών, εν προκειμένω το τεκμήριο 6, και υπενθυμίζω ότι έχουν απορριφθεί οι αιτιάσεις του ενάγοντα πως οι εκπρόσωποι της τράπεζας - Βιολάρης ή Δημοσθένους - ανέλαβαν ειδική ευθύνη, δεν προνοεί κάτι τέτοιο. Είμαι της γνώμης ότι δεν είναι ευθύνη της αποστέλλουσας τράπεζας να διερευνήσει εκείνο που δεν είναι στον έλεγχό της, δηλαδή τα στοιχεία του δικαιούχου, κάτι που στη δοσμένη περίπτωση δεν είχε συμφωνήσει με τον πελάτη της. Μάλιστα εδώ το έχουμε παραδεκτό ότι τα στοιχεία που αναγράφονται στο τεκμήριο 6, δηλαδή τη γραπτή εντολή, δόθηκαν από τον ενάγοντα. Αυτό και μόνο φανερώνει ότι ο πελάτης είναι σε καλύτερη θέση να γνωρίζει ό,τι σχετικό για τον δικαιούχο, καθ΄ ότι ο τελευταίος είναι δικός του συνομιλητής και ενδεχομένως συνεργάτης. Δεν είναι ρόλος της τράπεζα να διερευνά, δίκην ντετέκτιβ, δια να αποφανθεί για την ορθότητα των στοιχείων που της έδωσε ο πελάτης της. Αυτό, δηλαδή η ορθότητα των στοιχείων, είναι έργο του πελάτη που τα χορηγεί στην τράπεζα και όχι άλλου. Για την τράπεζα είναι αρκετό ότι στην εντολή που θα στείλει στην παραλήπτρια τράπεζα θα μεταφέρει ορθά όλα τα στοιχεία που της δόθησαν από τον πελάτη της και αυτό σημαίνει∙ όχι μόνο ότι αποτυπώνονται σωστά, αλλά και ότι δύνανται να εκτελεστούν, δηλαδή πληρούν τον ελάχιστο αριθμό ψηφίων και ανταποκρίνονται στον κωδικό της παραλήπτριας τράπεζας. Σε αυτά είναι που εξαντλείται το καθήκον της αποστέλλουσας τράπεζας, εδώ της εναγομένης. Αν τα πιο πάνω χρειάζονται ειδική αιτιολόγηση, αρκεί να παραπέμψω στα λεχθέντα στην παράγραφο 17.212 από την 13η έκδοση του συγγράμματος Paget's Law of Banking, όπου αναφέρεται ότι∙ «Where the originator's bank acts within the terms of its originator's payment instruction it can debit the originator's account with the sum transferred. The fact that the transaction between the originator and the beneficiary which gave rise to the originator's instruction is vitiated by the beneficiary's fraud or misrepresentation, or by the mistake of the originator, is irrelevant to the bank, so long as it acts in good faith and without knowledge of the vitiating factor. In each case the bank acts within its mandate and can debit the originator's account. The originator will be left to recover the payment from the beneficiary or his bank, the beneficiary's bank, aw money paid under a mistake or by exercising a right to trace his property.» Πέραν των πιο πάνω, ζητούμενο παραμένει η ορθότητα της ερμηνείας που ο ενάγων αποδίδει στη συμφωνία του με την τράπεζα, δηλαδή το τεκμήριο
  2. Επί του προκειμένου σχετική είναι η υπόθεση Tidal Energy Ltd v. Bank of Scotland plc
(2014)Bus LR 1167, που επικαλείται η πλευρά της τράπεζας. Όπως εκεί υποδεικνύεται∙ «Even if a banking practice is not reasonably available to the customer, the court should still be astute to avoid a construction of the contract which is inconsistent with business common sense. As Lord Steyn said in Mannai Investment Co Ltd v. Eagle Star Life Assurance Co Ltd [1997] AC 749, 771: " In determining the meaning of the language of a commercial contract . the law . genergally favours a commercially sensible construction. The reason for the approach is that a commercial construction is more likely to give effect to the intention of the parties. Words are therefore interpreted in the way in which a reasonable commercial person would construe the". Το πιο πάνω απόσπασμα κάνει λόγο για εμπορικώς συνετή ερμηνεία. Τη δική του μάλιστα σημασία έχει και το γεγονός ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι πανομοιότυπα με αυτά της υπό κρίση. Και εκεί ο πελάτης έδωσε στην τράπεζα τον αριθμό λογαριασμού, κωδικό της παραλήπτριας τράπεζας και όνομα δικαιούχου. Εν τούτοις, μετά την αποστολή των χρημάτων διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για απάτη από τον δήθεν δικαιούχο. Ήταν όμως αργά για αναίρεση της εντολής του ποσού που είχε ήδη σταλεί. Αγωγή που καταχώρισε ο ενάγων για ανάκτηση του ποσού από την τράπεζά του, εν προκειμένω την αποστέλλουσα τράπεζα, έπεσε στο κενό. Στην έφεση η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε κατά πλειοψηφία. Η αιτιολόγηση της σκέψης του Lord Dyson MR σε ό,τι αφορά την πιο πάνω ερμηνεία της σύμβασης των μερών, εντοπίζεται στις παραγράφους 62 και 63. Αναφέρεται εκεί ότι∙ «62. In my judgment, the construction sought by the claimant produces a result which is not reasonable and not commercially sensible (and therefore unlikely to have been intended by the parties) for the following reasons. First, the object of the CHAPS system is to achieve rapid (maximum of 1∙5 hours payment. That is why customers choose to use this system of electronic payment. Secondly, the court should lean against a construction which involves imposing a requirement on a receiving bank which would frustrate the customer's wish to have the money transferred within 1∙5 hours. If the beneficiar's name has to be checked within this period for correspondence with the other identifiers, the evidence is that this would be economically impossible to do. 63. Thirdly, the claimant's construction places on the remitting bank an obligation, in effect, to guarantee correspondence between the beneficiary name and the account number even though it has no control (
  1. i)over the care with which its customers complete the transfer form, and (
  2. ii)over the way the receiving bank processes its incoming SHAPS payments. As regards this second point, Mr Johnson says at para 16 of his statement that, where the beneficiary account resides with another SHAPS member bank, there is no possibility for the remitting bank to check and verify the account number or name of the beneficiary: such information is confidential to the payee and is not disclosed as a matter of routine by receiving banks to remitting banks. In my view, the claimant's construction is unreasonable and makes no business sense. I see no reason why the remitting bank should assume responsibility for the accuracy of the name of the beneficiary entered by the customer on the form or for its correspondence with the other identifiers.» Από τα πιο πάνω πρόδηλη είναι η αδυναμία της τράπεζας, αν όχι ανικανότητα, όπως όλοι οι μάρτυρες υπεράσπισης ανέφεραν, να ελέγξει τα στοιχεία του δικαιούχου, εφόσον δεν είναι στον έλεγχο της αλλά στον έλεγχό της παραλήπτριας (beneficiary) τράπεζας. Από την άλλη, κύριο γνώρισμα των ηλεκτρονικών συναλλαγών είναι η γρήγορη ικανοποίηση αιτήματος, ώστε να συμβαδίζουν με το σύγχρονο τρόπο ζωής που θέλει ολοκλήρωση συμφωνιών μεταξύ ανθρώπων που βρίσκονται σε διαφορετικές ζώνες ώρας. Συνεπώς, οιαδήποτε ερμηνεία που θα ήθελε την τράπεζα να διερευνά την ορθότητα των στοιχείων, εμμέσως δικαιολογεί καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της συναλλαγής, ώστε να διερευνηθεί, και έτι περισσότερο παρέχει δυνατότητα ματαίωσης τούτης, εφόσον η έρευνα της τράπεζας δυνατό να καταλήξει σε αποτέλεσμα άλλο από εκείνο του πελάτη της. Αντί λοιπόν να κινδυνεύει να εναχθεί δια αμέλεια, λογικό είναι ότι σε τέτοια περίπτωση θα έχει και δικαίωμα ακύρωσης της συναλλαγής. Είμαι της γνώμης ότι ο πιο πάνω συλλογισμός αναδεικνύει τον παραλογισμό των νομικών θέσεων του ενάγοντα. Ως αντιπρόσωπος η τράπεζα δεν έχει δυνατότητα, ή καλύτερα εξουσία, άσκησης τέτοιων καθηκόντων. Οφείλει μόνο να εκτελέσει τις οδηγίες του πελάτη της και εδώ είναι που εξαντλείται το καθήκον επιμέλειας που υπέχει. Υπό αυτή λοιπόν την έννοια δεν νοείται εναπόθεση στους ώμους της τράπεζας φορτίου που αδύνατο είναι να αποσείσει. Συνεπώς είναι η θέση μου ότι για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αποτελεί καθήκον της τράπεζας η διερεύνηση της ορθότητας της ταυτότητας του δικαιούχου. Ούτε και είναι αυτό που λέει το τεκμήριο 6, δηλαδή η συμφωνία των μερών. Ναι μεν αναγράφεται εκεί το όνομα Ross Auto Engineering, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κατέστη όρος της συμφωνίας πως η τράπεζα θα διερευνούσε και θα επιβεβαίωνε πως αυτή όντως η εταιρεία είναι ο δικαιούχος του λογαριασμού. Άλλωστε στο τεκμήριο 6 αναγράφεται και διεύθυνση. Τι σημαίνει αυτό, πως η τράπεζα όφειλε να ελέγξει την ορθότητα της διεύθυνσης της εταιρείας στο Ηνωμένο Βασίλειο; Όχι βεβαίως. Η συμφωνία των μερών αφορούσε αποστολή συγκεκριμένου ποσού στα στοιχεία του προσώπου που υπέδειξε ο ενάγων. Αυτό το καθήκον η τράπεζα το επιτέλεσε δεόντως και απόδειξη αυτού είναι το τεκμήριο 7. Περιπλέον, διαζευκτικώς σημειώνεται ότι όλα τα ανωτέρω υποστηρίζονται, έστω εμμέσως, και από τα αναφερόμενα στον περί Υπηρεσιών Πληρωμών Νόμο, Ν.128(Ι)/2009. Και εξηγώ∙ είναι ορθή η θέση του ενάγοντα πως ο σχετικός νόμος δεν διέπει την υπό κρίση εντολή, δοθέντος ότι σύμφωνα με το άρθρο 94
(2)δεν αφορά πράξεις που εκτελέστηκαν πριν την 1.11.2009, ενώ εδώ η εντολή εκτελέστηκε την 27.10.2009 (σχετικό είναι το τεκμήριο 7). Εν τούτοις η θέσπιση του σχετικού νόμου δεν ήταν τίποτα άλλο από θεσμοθέτηση της μέχρι τότε πρακτικής των τραπεζών, όπως ακριβώς εξήγησε ο ΜΥ4. Δικαίως λοιπόν η εναγομένη υποδεικνύει ότι στον ορισμό της φράσης «αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης» δεν εμπερικλείεται το όνομα του δικαιούχου, αλλά τα ψηφία εκείνα - αριθμοί ή σύμβολα - που ορίζει ο πάροχος των υπηρεσιών και οφείλει να διαβιβάσει ο χρήστης τούτων των υπηρεσιών. Το δε άρθρο 73
(1)του νόμου προβλέπει ότι πράξη πληρωμής που εκτελείται συμφώνως του αποκλειστικού μέσου ταυτοποίησης, θεωρείται ότι εκτελέστηκε ορθά. Επαναλαμβάνω ότι τα πιο πάνω άρθρα δεν διέπουν την υπό κρίση πράξη. Εν τούτοις επιβεβαιώνουν, έστω εμμέσως, ότι κατά τον επίδικο χρόνο αυτή ήταν η καθιερωμένη πρακτική, εφόσον η θέσπιση του σχετικού νόμου διενεργήθηκε δια εναρμόνιση του ημεδαπού δικαίου με σχετική ευρωπαϊκή οδηγία που είχε εκδοθεί από το 2007. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο αυτή ήταν η καθιερωμένη πρακτική, τουλάχιστον από το 2007, δηλαδή ολοκλήρωση εντολής χωρίς αναφορά στο όνομα του δικαιούχου. Δια όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι ουδεμία ειδική ευθύνη ταυτοποίησης του ΙΒΑΝ με το όνομα του δικαιούχου είχε η ανέλαβε η εναγομένη∙ η συμφωνία των μερών (τεκμήριο 6) δεν αποκαλύπτει ανάληψη τέτοιας ευθύνης και ούτε θέλει το όνομα του δικαιούχου να αναγάγεται σε μέσο διαβίβασης των χρημάτων, πράγμα που διαφέρει από την τότε, αλλά και σήμερα, καθιερωμένη τραπεζική πρακτική∙ και τέλος, δεν ήταν καθήκον της τράπεζας η ταυτοποίηση του ονόματος του δικαιούχου με τον αριθμό ΙΒΑΝ, ώστε να τίθεται θέμα αμελούς εκτέλεσης τέτοιου καθήκοντος. Εν κατακλείδι, η τράπεζα εκτέλεσε στο ακέραιο τις συμβατικές της υποχρεώσεις, εφόσον έστειλε το ποσό που της ζήτησε ο πελάτης της στα στοιχεία εκείνα που της έδωσε. Το γεγονός που διεφάνη εκ των υστέρων, δηλαδή πως το πρόσωπο με το οποίο συνομιλούσε και συνεργάστηκε ο ενάγων ήταν άλλο από εκείνο που του παρουσιάστηκε, δεν καθιστά την τράπεζα υπαίτια αμέλειας, ούτε και συνιστά παραβίαση της συμφωνίας της με τον ενάγοντα. Τέλος είναι αντιληπτό ότι η απόρριψη της μαρτυρίας του ενάγοντα ως αναξιόπιστης, δεν επιτρέπει αποδοχή τούτης στην έκταση που αφορά τις αιτούμενες αποζημιώσεις. Όχι γιατί αδύνατο είναι για το δικαστήριο να αποδεχτεί μέρος μιας μαρτυρίας, αλλά γιατί η αξιολόγηση φανερώνει πως ο ενάγων δεν ήταν πρόθυμος να πει την αλήθεια και οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν επιβεβαιώνονται από άλλη μαρτυρία. Ορθή είναι η θέση της υπεράσπισης ότι οι αιτούμενες αποζημιώσεις παρέμειναν αναπόδεικτες λόγω του ότι δεν αιτιολογήθηκαν από τον ενάγοντα και περιπλέον, ουδέν στοιχείο προσκομίστηκε που να υποστηρίζει τούτες (βλ. Ηρακλέους v. Πέτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, 243). Ως εκ τούτου, κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις οι αποζημιώσεις που αξιώνει ο ενάγων είναι υποκείμενες σε απόρριψη. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αγωγή απορρίπτεται. Έξοδα διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης και εναντίον του ενάγοντα. (Υπ.) ............ Λ. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Κ.Κ. Αναφορά: Τελική/Αμέλεια Τράπεζας Subject: Final/ Amelia Trapezas cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.