ΚΟΡΝΙΩΤΗΣ ν. ΕΘΝΙΚΗ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ(ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 8676/10, 29/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A402 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8676/10 Μεταξύ: XXXXX ΚΟΡΝΙΩΤΗΣ Ενάγοντα Και
- ΕΘΝΙΚΗ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ(ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ
- XXXXX ΝΙΚΟΛΑΙΔΗ
- XXXXX ΜΑΚΡΗ Εναγομένων ------------ Ημερομηνία: 29 Ιουνίου, 2018 Για τον Ενάγοντα: κος Θ. Αντρέου και κα Αντρέου Για τους Εναγόμενους: κος Βασιλακκάς ΑΠΟΦΑΣΗ Η έκθεση απαιτήσεως, ως τροποποιήθηκε την 03.04.2017, θέλει την αξίωση του ενάγοντα να εδράζεται σε τρεις διαφορετικές βάσεις. Τούτες είναι το αστικό αδικήμα της δυσφήμισης, της επιζήμιας ψευδολογίας και της συνωμοσίας για πρόκληση ζημιάς. Δεν εξυπηρετείται όμως, τουλάχιστον για την ώρα, περαιτέρω ανάλυση των δικογραφημένων θέσεων. Αυτό γιατί η όλη διαδικασία, εν προκειμένω δικόγραφα και προσκομισθείσα μαρτυρία, φανερώνουν ότι μεγάλη γκάμα γεγονότων αποτελεί κοινό τόπο και συνεπώς παρέλκει υποχρέωση αχρείαστης παράθεσης όσων αναφέρονται στα δικόγραφα. Συνακόλουθα, προέχει προσδιορισμός και σύνοψη τούτων των αναμφισβήτητων γεγονότων. Προτού όμως προχωρήσω περαιτέρω, αρμόζει να υποδειχθεί ότι η πλευρά του ενάγοντα κάλεσε δυο μάρτυρες. Τούτοι είναι ο ενάγων και κάποιος XXXXX Κωνσταντίνου. Από την άλλη η υπεράσπιση κάλεσε τους εναγόμενους 3 και 2 - με αυτή τη σειρά παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο - και επιπλέον, τον XXXXX Γεωργίου και τη XXXXX Θεοδώρου. Αξίζει δε να υπομνησθεί ότι με την ολοκλήρωση της υπεράσπισης ζητήθηκε άδεια επανακλήτευσης του ενάγοντα, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε λόγω τροποποίησης της υπεράσπισης μετά το κλείσιμο της υπόθεσης του ενάγοντα. Ως εκ τούτου, πέραν όσων έχουν ήδη αναφερθεί, σημειώνεται ότι ο ενάγων κατέθεσε και δεύτερη φορά. Ας δούμε όμως το αναμφισβήτητο πλαίσιο της υπόθεσης, ως αυτό αναδύεται από τα δικόγραφα και την αναμφισβήτητη μαρτυρία. Η εναγομένη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και έχει άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών γενικού κλάδου, δηλαδή οχημάτων, κλοπής, πυρός κλπ, όχι όμως ασφαλειών ζωής. Επιπλέον, η εναγομένη 1 ανήκει στον όμιλο εταιρειών της Εθνικής Ασφαλιστικής. Στη συνέχεια όποτε αναφέρομαι στην εναγομένη 1 θα καλώ τούτην ως «η Εθνική». Γεγονός είναι ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο ενάγων ήταν ασφαλιστικός σύμβουλος. Μάλιστα από την 30.10.2006 μέχρι και την 15.07.2010, συνεργαζόταν με την Εθνική. Η εν λόγω συνεργασία διέπετο από συμφωνία τιτλοφορούμενη «Σύμβαση Ασφαλιστικού Συμβούλου». Τούτη η συμφωνία είναι το τεκμήριο 1 στο δικαστήριο. Αναμφισβήτητο όμως είναι και το καθεστώς των εναγομένων 2 και 3 στην Εθνική. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο μεν εναγόμενος 2 ήταν διευθυντής του γενικού κλάδου, ο δε εναγόμενος 3 ήταν διευθυντής του κλάδου οχημάτων. Τώρα, η ουσία της όλης υπόθεσης εντοπίζεται σε τέσσερις τύπους επιστολής. Αυτές οι επιστολές είναι που έδωσαν αφορμή για την υπό κρίση δικαστική διαμάχη. Και εξηγώ∙ Όπως προαναφέρθηκε ο ενάγων αποχώρησε από την Εθνική την 15.7.
- Μετά την αποχώρησή του, συγκεκριμένα ένα και πλέον μήνα μετά, η Εθνική απέστειλε αριθμό επιστολών σε πελάτες του χαρτοφυλακίου του.. Τούτες τις επιστολές υπέγραψαν οι εναγόμενοι 2 και 3 ως εξής∙ Ο εναγόμενος 2 υπέγραψε 11, αρχικά, επιστολές, που άλλες έφεραν ημερομηνία 13.8.2010 και άλλες 27.8.
- Τούτες οι επιστολές είναι το τεκμήριο 3 στο δικαστήριο. Το δε περιεχόμενο τους είναι το ίδιο, πλην των ιδιαίτερων στοιχείων του κάθε πελάτη, και ανέφερνε τα ακόλουθα: « Αγαπητοί κύριοι Θέμα: Αρ. Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου ..... Αναφερόμαστε στο πιο πάνω θέμα και σας αναφέρουμε ότι με βάση τα στοιχεία της Εταιρείας μας, τα ασφάλιστρα του πιο πάνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου σας είναι απλήρωτα. Προς αποφυγή περαιτέρω ενεργειών και εξόδων, παρακαλούμε όπως εντός 5 ημερών από την λήψη της παρούσας επιστολής εξοφλήσετε το λογαριασμό σας προς την εταιρεία μας. Εάν έχετε ήδη προβεί στην εξόφλησή του παρακαλούμε όπως μας αποστείλετε την πρωτότυπη εξοφλητική απόδειξη. Στην περίπτωση κατά την οποία αμελήσετε να ενεργήσετε ως ανωτέρω μετά λύπη μας σας πληροφορούμε ότι θα προχωρήσουμε σε ακύρωση του συμβολαίου σας. Δια οποιεσδήποτε επιπλέον διευκρινήσεις παρακαλώ όπως αποταθείτε στον Κον. Χριστόφορο Γεωργίου στο τηλ.XXXXX
- Με εκτίμηση XXXXX Νικολαϊδης Διευθυντής Γενικού Κλάδου Κοιν. XXXXX Κορνιώτης» Το τεκμήριο 3 ήταν ο πρώτος τύπος επιστολής που υπόγραψε ο εναγόμενος 2 και στάληκε στους XXXXX Λαζάρου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ, Michalis & Xenia Neophytou Ltd, XXXXX Μιχαήλ, Κούσιος XXXXX, XXXXX, XXXXX, XXXXX και XXXXX, Χριστόφορος Χριστοφόρου & Συνεργάτες, XXXXX Χριστοφόρου, Antonios Magnitis Commercial Ltd, XXXXX Κατσουνάρου, XXXXX Αντωνάκου, Σπυρούλλα XXXXX Χριστοδούλου, XXXXX Μαυραντώνη και XXXXX Κυπριανού. Στη συνέχεια ακολούθησε ο δεύτερος τύπος επιστολών που υπέγραψε ο εναγόμενος
- Αυτή η δεύτερη σειρά επιστολών στάληκε στις ημερομηνίες 27.8.2010 και 3.9.2010 και αποτελείται από 4 επιστολές. Οι εν λόγω επιστολές είναι το τεκμήριο
- Το δε περιεχόμενο τούτων είχε ως εξής∙ « Αγαπητοί κύριοι Θέμα: Αρ. Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου ..... Αναφερόμαστε στο πιο πάνω θέμα και σας αναφέρουμε ότι με βάση τα στοιχεία της Εταιρείας μας, τα ασφάλιστρα του πιο πάνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου σας είναι απλήρωτα. Ως εκ τούτου σας αναφέρουμε ότι σε
(7)μέρες από σήμερα το πιο πάνω Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο θα ακυρωθεί. Σας ευχαριστούμε για την κατανόηση. Με εκτίμηση XXXXX Νικολαϊδης Διευθυντής Γενικού Κλάδου Κοιν. κ. XXXXX Κορνιώτης» Το τεκμήριο 4 στάληκε στους Νίκος Λαζάρου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ, Κούσιος XXXXX, XXXXX, XXXXX, XXXXX και XXXXX, Νικολαϊδου XXXXX και XXXXX Γεωργίου Χριστοδούλου. Πέραν του εναγομένου 2 επιστολές της Εθνικής υπόγραψε και έστειλε και ο εναγόμενος
- Και σε αυτή την περίπτωση στάλησαν δυο τύποι επιστολών. Ο πρώτος αποτελείται από 6 επιστολές που στάληκαν την 17.8.2010 και είναι το τεκμήριο
- Το περιεχόμενο τούτων είχε ως ακολούθως: « Κύριε/α Θέμα: Αρ. Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου ..... Όχημα υπ΄ αριθμό εγγραφής Αναφερόμαστε στο πιο πάνω θέμα και σας αναφέρουμε ότι με βάση τα στοιχεία της Εταιρείας μας, τα ασφάλιστρα του πιο πάνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου σας είναι απλήρωτα. Προς αποφυγή περαιτέρω ενεργειών και εξόδων, παρακαλούμε όπως εντός 5 ημερών από την λήψη της παρούσας επιστολής εξοφλήσετε το λογαριασμό σας προς την εταιρεία μας. Εάν έχετε ήδη προβεί στην εξόφλησή του παρακαλούμε όπως μας αποστείλετε αντίγραφο της εξοφλητικής απόδειξης. Στην περίπτωση κατά την οποία αμελήσετε ή ενεργήσετε ως ανωτέρω μετά λύπη μας σας πληροφορούμε ότι θα προχωρήσουμε σε ακύρωση του συμβολαίου σας. Δια οποιεσδήποτε επιπλέον διευκρινήσεις παρακαλώ όπως αποταθείτε στον Κον. XXXXX Γεωργίου στο τηλ. XXXXX
- XXXXX Μακρής Διευθυντής Κλάδου Οχημάτων» Αυτός ο τύπος επιστολής στάληκε στους∙ XXXXX Χρυσάνθου, Unitrade Industrial Supplies Limited, IMC Business Global Ltd, Εργοληπτική Κ.Ν.Δ Χριστοφόρου, XXXXX Μνάσωνος και XXXXX Εγκωμίτη. Στη συνέχεια την 26.8.2010 ο εναγόμενος 3 υπέγραψε κα απέστειλε άλλες 3 επιστολές. Τούτες είναι το τεκμήριο
- Το δε περιεχόμενο τούτων είχε ως εξής: « Κύριε/α Θέμα: Αρ. Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου ..... Όχημα υπ΄ αριθμό εγγραφής Σύμφωνα με τον όρο οκτώ
(8)του Ασφαλιστικού μας Συμβολαίου θα θέλαμε να σας αναφέρουμε ότι σε εφτά
(7)μέρες από σήμερα το πιο πάνω Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο θα ακυρωθεί. Συνεπώς σας παρακαλούμε όπως επιστρέψετε άμεσα το πρωτότυπο πιστοποιητικό ασφάλισης χωρίς καμιά καθυστέρηση. Σας ευχαριστούμε για την κατανόηση. Με εκτίμηση, XXXXX Μακρής Διευθυντής Κλάδου Οχημάτων Κοιν. Κ.κ. Αρχηγό Αστυνομίας Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων XXXXX ΚΟΡΝΙΩΤΗΣ» Το τεκμήριο 6 ταχυδρομήθηκε στους∙ XXXXX Παππά , XXXXX Ηρακλέους και XXXXX Ανδρέου. Ας λεχθεί εδώ ότι οι επιστολές που αποτελούν τα τεκμήρια 3,4,5 και 6, φέρουν συνημμένες διάφορες αποδείξεις. Ναι μεν οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν τα αναφερόμενα στις εν λόγω αποδείξεις, είναι όμως η θέση τους ότι δεν σημαίνει πως τούτες, δηλαδή οι αποδείξεις, εξόφλησαν το συμβόλαιο που καθεμία αφορά. Συνεπώς η μη αμφισβήτηση των τεκμηρίων 3,4,5 και 6, είναι με αυτό τον τρόπο που εκτιμάται. Κατά τα λοιπά, γεγονός είναι ότι οι εν λόγω επιστολές (τεκμήρια 3,4,5 και 6) είναι εκείνες που απέστειλαν οι εναγόμενοι προς όσους εκεί αναφέρονται. Επιπλέον, αναμφισβήτητο είναι και το περιεχόμενο τεσσάρων βεβαιώσεων που αποδίδουν τις προμήθειες του ενάγοντα καθ΄ ον χρόνο συνεργαζόταν με την Εθνική. Τούτες οι βεβαιώσεις είναι τα τεκμήρια 20Α, 20Β, 20Γ και 20Δ. Όπως εκεί αναφέρεται οι προμήθειες του ενάγοντα για το έτος 2007 ήταν Λ.Κ.291,80 (τεκμήριο 20Α), για το έτος 2008 ήταν €2.6679,16 (τεκμήριο 20Β), για το έτος 2009 ήταν €4.638,01 (τεκμήριο 20Γ) και τέλος, για το έτος 2010 ήταν €6.415,82 (τεκμήριο 20Δ). Τέλος, παραδεκτό γεγονός είναι και το ότι η σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου (τεκμήριο 1), η οποία διείπε τη συνεργασία του ενάγοντα με την Εθνική, ρητά προέβλεπε ότι ο ασφαλιστής, εν προκειμένω ο ενάγων, είχε στη διάθεσή του χρονικό περιθώριο 90 ημερών από την ημερομηνία ανανέωσης ή έκδοσης οποιουδήποτε συμβολαίου, δια να καταβάλει το οφειλόμενο ασφάλιστρο στην Εθνική. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν παραδεκτά ή αναμφισβήτητα γεγονότα και ως εκ τούτου υιοθετούνται και καθίστανται ευρήματα του δικαστηρίου. Απομένει πλέον να συνοψισθεί το λοιπό μαρτυρικό υλικό. Εν τούτοις λίγα λόγια πρέπει να λεχθούν και για τις δικογραφημένες θέσεις των μερών. Παρεμβάλλω λοιπόν εκείνο που αναφέρεται στα δικόγραφα, ώστε να ολοκληρωθεί η όλη εικόνα. Όσα έχουν ήδη αναφερθεί αποκαλύπτουν το ευρύτερο δικογραφικό πλαίσιο της αξίωσης του ενάγοντα. Στην έκταση, βεβαίως, που αυτή αφορά το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης, εφόσον ο ενάγων διατείνεται ότι οι σχετικές επιστολές τον παρουσίαζαν στους πελάτες του χαρτοφυλακίου του, δηλαδή πρόσωπα που γνώριζαν ότι είχαν εξοφλήσει το ασφάλιστρο τους, ως ένοχο του αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου και/ή άτομο ανήθικο που οικειοποιήθηκε τα χρήματα των πελατών του και/ή ανάξιο εμπιστοσύνης και/ή ότι δεν συμπεριφέρεται ως επαγγελματίας ασφαλιστής. Πέραν των πιο πάνω ο ενάγων επικαλείται και τα αδικήματα της επιζήμιας ψευδολογίας και της συνωμοσίας δια πρόκληση ζημιάς. Περί αυτού η έκθεση απαιτήσεως αναφέρει ότι οι εναγόμενοι κακόβουλα έπραξαν ως ανωτέρω, δηλαδή απέστειλαν τις εν λόγω επιστολές προς όλους τους πελάτες του χαρτοφυλακίου του, καθ΄ ότι γνώριζαν πως το σύνολο τούτων ήταν εξοφλημένο. Σκοπός των εναγομένων, ισχυρίζεται ο ενάγων, ήταν να τον πλήξουν και να υφαρπάξουν το πελατολόγιο του. Η υπεράσπιση αντιτείνει ότι ο ενάγων δεν πλήρωνε αμέσως τα οφειλόμενα ασφάλιστρα. Οι εναγόμενοι δέχονται βεβαίως ότι έστειλαν τις επίδικες επιστολές, ιδιαίτερα εφόσον ισχυρίζονται ότι συνιστά πάγια πρακτική τους. Υποστηρίζουν όμως ότι τούτες στάλησαν σε όσους χρωστούσαν ασφάλιστρα. Δέχονται όμως, έστω εμμέσως και/ή διαζευτικώς, ότι στάλησαν και σε μή οφειλέτες. Αυτό συνάγεται από τη θέση τους ότι μετά την αποστολή των επίδικων επιστολών, επανήλθαν και απέστειλαν επιστολή προς όλους όσους αναφέρονται στο παράρτημα Α της υπεράσπισης, με την οποία απολογήθηκαν και/ή απέσυραν την προηγούμενη επιστολή. Εν πάση περιπτώσει, οι εναγόμενοι αρνούνται ότι τα αναφερόμενα στις επίδικες επιστολές δυσφημούν τον ενάγοντα και απορρίπτουν την αποδιδόμενη από αυτόν σημασία. Τέλος, υποστηρίζουν ότι ουδέποτε συνωμότησαν να του προκαλέσουν ζημιά και πως η όποια ενέργεια τους δεν ήτο εμποτισμένη με κακοβουλία. Γι΄ αυτούς ακριβώς τους λόγους προσθέτουν ότι ουδέν συμβόλαιο του ενάγοντα τερμάτισαν και συνεπώς δεν υπέστη οιανδήποτε ζημιά. Τώρα, σημείο αναφοράς της μαρτυρίας είναι ο όρος της συμφωνίας (τεκμήριο 1) των διαδίκων, εδώ ενάγοντα και Εθνικής, για πίστωση 90 ημερών, καθ΄ ότι οι μάρτυρες, ιδίως της υπεράσπισης, επικαλέστηκαν τούτον κατά κόρον για να δικαιολογήσουν τις ενέργειές τους. Από την άλλη ο ενάγων υποστήριξε πως ουδέποτε έκανε χρήση του χρονικού αυτού περιθωρίου. Εν πάση περιπτώσει, προσθέτει ο ενάγων, κατά τον χρόνο που αποχωρούσε από την Εθνική και όταν στη συνέχεια οι εναγόμενοι απέστειλαν τις επίδικες επιστολές, ουδείς εκ των πελατών του όφειλε οιονδήποτε ποσό, γεγονός που οι εναγόμενοι γνώριζαν. Είναι λόγω αυτής ακριβώς της γνώσης την οποία είχαν οι εναγόμενοι που διατείνεται ότι οι εν λόγω ενήργησαν κακόβουλα και με σκοπό να τον δυσφημίσουν. Εν προκειμένω ο συλλογισμός του ενάγοντα είναι ο ακόλουθος∙ Για κάθε σχετικό με την αγωγή χρόνο ελάμβανε τα ασφάλιστρα των συμβολαίων των πελατών του. Εκείνον είναι που γνώριζαν οι ασφαλισμένοι του χαρτοφυλακίου του. Το σύνολο των συμβολαίων που τον αφορούσαν ήταν εξοφλημένο ενόσω αποχωρούσε από την Εθνική, δηλαδή την 15.7.
- Κατ΄ επέκταση, η αποστολή των επίδικων επιστολών στους πελάτες του, δηλαδή τα πρόσωπα που είχαν ήδη καταβάλει το ασφάλιστρο του συμβολαίου τους στον ενάγοντα, με περιεχόμενο ότι διαπιστώθηκε πως το εν λόγω ασφάλιστρο ήταν οφειλόμενο, τον παρουσίαζε ως πρόσωπο που οικειοποιήθηκε και/ή έκλεψε και/ή δεν κατέβαλε τα χρήματα των πελατών του. Κατ΄ επέκταση, έπληττε την εντιμότητα και αξιοπρέπεια του τόσο γενικά όσο και ειδικά, δηλαδή σε σχέση με την εργασία του. Η δε κακοβουλία των εναγομένων διατυμπανίζεται, σύμφωνα πάντα με τον ενάγοντα, από το γεγονός ότι γνώριζαν πως ουδέν συμβόλαιο που τον αφορούσε ήταν οφειλόμενο και εν τούτοις προχώρησαν σε αποστολή των σχετικών επιστολών. Ως προς την πλήρη εξόφληση των συμβολαίων, ο ενάγων παραπέμπει στις αποδείξεις των τεκμηρίων 3,4,5 και
- Περαιτέρω, είναι η θέση του ενάγοντα πως κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ασφαλιστικός σύμβουλος με καριέρα πέραν των 20 ετών και είχε τη φήμη έντιμου και αξιόπιστου επαγγελματία. Είχε δε αριθμό πελατών των οποίων τα συμβόλαια ανέρχονταν σε ετήσια αξία €52.000, ενώ οι ετήσιες προμήθειες που λάμβανε ήταν €9.100, περίπου. Προς υποστήριξη τούτου ο ενάγων παρουσίασε το τεκμήριο 2, δηλαδή ονομαστικό κατάλογο του χαρτοφυλακίου του ενάγοντα. Μετά όμως την αποστολή των επίδικων επιστολών, αναφέρει ο ενάγων, αριθμός πελατών του επικοινώνησε μαζί του και τον κατηγόρησε ότι έκλεψε τα χρήματά τους και ότι δεν εξηγείται άλλως πως το ότι έλαβαν τέτοιες επιστολές από την ασφάλεια, ενώ είχαν καταβάλει το ασφάλιστρο. Κατόπιν των πιο πάνω την 7.9.2010 ο ενάγων απευθύνθηκε σε δικηγόρο και απέστειλε επιστολή στους εναγόμενους - η εν λόγω επιστολή είναι το τεκμήριο 7 στο δικαστήριο − και απαίτησε γραπτή απολογία. Η Εθνική απέρριψε το περιεχόμενο της επιστολής του ενάγοντα και σχετική είναι η απάντηση ημερομηνίας 10.9.2010 (τεκμήριο 8). Τέλος την 18.10.2010 ο ενάγων καταχώρισε την υπό κρίση αγωγή και την 19.10.2010 κατήγγειλε την Εθνική στην Έφορο Ασφαλίσεων. Η σχετική καταγγελία είναι το τεκμήριο
- Ο XXXXX Κωνσταντίνου, δηλαδή ο ΜΕ2, ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν διευθυντής καταστήματος στην Εθνική. Υπό αυτή την ιδιότητα ήταν προϊστάμενος του ενάγοντα για 3,5 έτη. Ο ίδιος [ΜΕ2] έφυγε από την Εθνική τον Ιούλιο του 2010, λίγες ημέρες πριν τον ενάγοντα. Η μαρτυρία του ΜΕ2 συνίστατο στο ότι καθ΄ ον χρόνο ήλεγχε τον ενάγοντα, γνώριζε ότι ο τελευταίος δεν έκανε χρήση του δικαιώματος πίστωσης 90 ημερών. Περιπλέον, υποστήριξε ότι το χαρτοφυλάκιο του ενάγοντα είχε παραγωγή €50.000 με €60.000 και απέδιδε προμήθειες γύρω στις €11.000 με €12.000 ετησίως. Τέλος, ήταν η θέση του ΜΕ2 ότι βάζοντας απλώς και μόνο τον κωδικό του ασφαλιστή στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, η Εθνική, αλλά και ο ίδιος ως προϊστάμενος του ενάγοντα, μπορούσαν να γνωρίζουν ολόκληρο το πελατολόγιο του ασφαλιστή και τα υπόλοιπα των ασφαλισμένων του. Ο ίδιος δεν έχει γνώση των επίδικων επιστολών που έστειλαν οι εναγόμενοι, καθ΄ ότι απεχώρησε από την Εθνική πριν τον ενάγοντα. Εν τούτοις όταν οι εναγόμενοι προέβηκαν σε τούτες τις ενέργειες ο ενάγων επικοινώνησε μαζί του και ήταν πολύ αναστατωμένος και τον ενημέρωσε σχετικά. Μάλιστα ο Κωνσταντίνου είναι που του συνέστησε να συμβουλευτεί δικηγόρο. Τώρα, ο εναγόμενος 3, ο οποίος ήταν και ο πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης, δέχθηκε ότι υπέγραψε και ταχυδρόμησε τα τεκμήρια 5 και
- Προέβη όμως σε επεξήγηση των περιστάσεων που οδήγησαν στην αποστολή των εν λόγω επιστολών. Εν προκειμένω ανέφερε ότι την 19.7.2010 παρέλαβε ηλεκτρονικό ταχυδρομείο από κάποια άλλη υπάλληλο της Εθνικής, ονόματι XXXXX Μηνά. Η εν λόγω, ανέφερε, έστειλε το μήνυμα εκ μέρους του τμήματος πωλήσεως της Εθνικής. Με αυτό τους πληροφορούσε ότι ο ενάγων και άλλο ένα πρόσωπο, τερμάτισαν τη σύμβασή τους με την Εθνική. Το περί ου ο λόγος ηλεκτρονικό μήνυμα είναι το τεκμήριο
- Ακολούθως την 13.8.2010, ανέφερε ο εναγόμενος 3, έλαβε νέο ηλεκτρονικό μήνυμα, αυτή τη φορά από το διευθυντή πωλήσεων κο XXXXX Τζιάζα. Αυτό το μήνυμα, που είναι το τεκμήριο 11, τους καλούσε να μην ανανεώνουν οιανδήποτε εργασία του ενάγοντα και περιπλέον, να ακυρώσουν όλα τα ανείσπρακτα συμβόλαια. Είναι γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο που έστειλε τις επιστολές ημερομηνίας 17.8.2010 (τεκμήριο 5) και ακολούθως τις υπόλοιπες επιστολές (τεκμήριο 6). Εν τούτοις, ήταν η θέση του εναγόμενου 3 ότι ουδεμία συνεννόηση υπήρξε και ότι είναι πάγια πρακτική της Εθνικής να αποστέλλει τέτοιου είδους επιστολές. Προς υποστήριξη τούτου παρουσίασε το τεκμήριο 12, δηλαδή ανάλογες επιστολές που αφορούσαν ασφαλιστές άλλους από τον ενάγοντα. Αιτιολόγησε δε αυτή την πρακτική, παρ΄ ότι δέχθηκε πως ως αποτέλεσμα είχε να σταλεί επιστολή σε πελάτες που ήταν πλήρως εξοφλημένοι, λέγοντας ότι τότε ήταν πολύ δύσκολο και χρονοβόρο να εξακριβώσουν με ακρίβεια ποιοι πελάτες είχαν υπόλοιπο. Αυτό γιατί, όπως ανέφερε, οι ασφαλιστές είχαν περίοδο πίστωσης 90 ημερών δια να καταβάλουν τα ασφάλιστρα. Τέλος, ήταν η θέση του εναγομένου 3 ότι δεν ήταν σκοπός τους να δυσφημίσουν τον ενάγοντα, για να προσθέσει μάλιστα ότι το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών δεν έχει τη σημασία και/ή έννοια και/ή υπονοούμενα που του αποδίδει ο ενάγων. Πρόσθεσε δε ότι ουδενός εκ των πελατών του ενάγοντα τερματίστηκε το ασφαλιστήριο έγγραφο. Ήταν όμως η θέση του ότι μετά την αποστολή των εν λόγω επιστολών κάποιοι πελάτες κατέβαλαν και/ή εξόφλησαν οφειλόμενα ασφάλιστρα. Προς υποστήριξη τούτου παρουσίασε το τεκμήριο 13, δηλαδή κατάσταση λογαριασμού. Σύμφωνα με τον εναγόμενο 3 τα πρόσωπα που κατέβαλαν ασφάλιστρο μετά την αποστολή των επιστολών ήταν τα ακόλουθα∙ XXXXX Ζήνωνος, XXXXX Αγαπίου, XXXXX Τσιελεπής, XXXXX Νεοφύτου και IMC Business Global Ltd. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε σε σχέση με το ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν πως ουδείς εκ των πελατών του ενάγοντα όφειλε οιονδήποτε ποσό και ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να το γνωρίζουν. Πρόσθεσε μάλιστα ότι ούτε τα καταστήματα ήταν σε θέση να το γνωρίζουν. Επεξήγησε όμως ότι όλοι μπορούσαν να δουν το συνολικό υπόλοιπο του ασφαλιστή, όχι όμως ποιος συγκεκριμένος πελάτης χρωστούσε. Τέλος, ο εναγόμενος 3 ανέφερε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο εκδόθηκαν αποδείξεις σε σχέση με τις εισπράξεις του τεκμηρίου 13, εφόσον ο ίδιος δεν παραλαμβάνει χρήματα. Ανάλογη ήταν εν πολλοίς και η μαρτυρία του εναγομένου
- Και αυτός με τη σειρά του αναφέρθηκε στο ηλεκτρονικό μήνυμα της XXXXX Μηνά (τεκμήριο 10) και στο ηλεκτρονικό μήνυμα του διευθυντή πωλήσεων XXXXX Τζιάζα (τεκμήριο 11), τα οποία παρέλαβε και ο ίδιος. Η διαφορά είναι πως ο ίδιος βρισκόταν με άδεια μεταξύ των ημερομηνιών 9.8.2010 και 13.8.2010 και ως εκ τούτου οι επιστολές που έστειλε, εν προκειμένω το τεκμήριο 3, υπεγράφησαν και στάλησαν την 16.8.2010 και όχι την 13.8.2010 που αναφέρουν. Δηλαδή τις υπέγραψε μετά που επέστρεψε, παρ΄ ότι η αρμόδια υπάλληλος δια να τις ετοιμάσει, ονόματι XXXXX Ξυδά, έπραξε τούτο την 13.8.
- Εν τω μεταξύ, υποστήριξε ο εναγόμενος 2, μέχρις ότου επιστρέψει από την άδεια του αναχώρησε η κα XXXXX Ξυδά, δηλαδή η υπεύθυνη για τη σύνταξη των επιστολών. Η εν λόγω επέστρεψε στην εργασία της την 23.8.2010, όταν πλέον κάποιοι από τους πελάτες είχαν ήδη επικοινωνήσει με το λογιστήριο, λόγω της επιστολής που έλαβαν από τον κλάδο οχημάτων, δηλαδή το τμήμα του εναγομένου
- Ακολούθως την 26.8.2010 ο XXXXX Γεωργίου του λογιστηρίου είχε ήδη ετοιμάσει κατάλογο με όσους είχε εξακριβωθεί η κατάσταση του συμβολαίου τους, τον οποίο κοινοποίησε στο τμήμα του εναγομένου
- Τούτος ο κατάλογος είναι το τεκμήριο
- Ένεκα λοιπόν του καταλόγου αυτού, τεκμήριο 14, ο εναγόμενος 2 έδωσε οδηγίες να μην σταλεί ούτε ο πρώτος τύπος επιστολής (τεκμήριο 3) στα άτομα που εκεί αναφέροντο. Προσθέτει δε ότι από τις 4 επιστολές που είχαν ήδη σταλεί - δηλαδή τις επιστολές του τεκμηρίου 3 που φέρουν ημερομηνία 13.8.2010 - μόνο η XXXXX Μαυραντώνη περιλαμβάνετο στον κατάλογο του τεκμηρίου 14 και αμέσως στάλθηκε επιστολή απόσυρσης της επιστολής που της είχε σταλεί. Ακολούθως την 2.9.2010 ο XXXXX Γεωργίου επικαιροποίησε τον κατάλογο που είχε ετοιμάσει και τον απέστειλε εκ νέου στα διάφορα τμήματα, μεταξύ αυτών και το τμήμα του εναγομένου
- Αυτό το τελευταίο ηλεκτρονικό μήνυμα είναι το τεκμήριο
- Εν τέλει την 27.8.2010 ο εναγόμενος 2 απέστειλε επιστολή σε όσους δεν είχαν επικοινωνήσει με το λογιστήριο (βλ. μέρος τεκμηρίων 3 και 4) και την 3.9.2010 απέστειλε το δεύτερο τύπο επιστολής (βλ. τεκμήριο 4). Περαιτέρω, ήταν η θέση του εναγομένου 2 ότι στις ημερομηνίες 27.8.2010, 3.9.2010, 10.9.2010, 14.9.2010 και 5.10.2010, απέστειλε επιστολή απόσυρσης προς όσους διεπιστώθη ότι δεν είχαν εκκρεμότητες. Τούτες οι επιστολές είναι το τεκμήριο
- Ανάλογες επιστολές, ανέφερε, απέστειλε και ο εναγόμενος 3 στις 31.8.2010, 2.9.2010, 8.9.2010 και 9.9.
- Οι επιστολές που αφορούν τον εναγόμενο 3 κατατέθηκαν ως τεκμήριο
- Όπως ο εναγόμενος 3 έτσι και ο εναγόμενος 2 υποστήριξε ότι το περιεχόμενο των επιστολών δεν είναι δυσφημιστικό και πως η αποστολή τέτοιων επιστολών αποτελεί πάγια πρακτική της Εθνικής. Πρόσθεσε ακόμη ότι δεν είχαν τρόπο να γνωρίζουν το εκάστοτε υπόλοιπο, λόγω της πίστωσης 90 ημερών που δικαιούταν ο ενάγων. Εν τούτοις, ανέφερε, ο όρος αυτός της συμφωνίας μεταξύ ενάγοντα και Εθνικής, έπαυσε να ισχύει με τον τερματισμό τούτης και την αποχώρηση του ασφαλιστή. Επιπλέον, ανέφερε ότι ήταν χρονοβόρο για την Εθνική να εξακριβώσει άλλως πως τα υπόλοιπα των ασφαλισμένων του ενάγοντα. Τέλος ήταν η θέση του εναγομένου 2 ότι μετά την αποστολή των εν λόγω επιστολών υπήρξαν άτομα που κατέβαλαν και/ή εξόφλησαν οφειλόμενα ασφάλιστρα. Ο εναγόμενος 2 αντεξετάστηκε εκτενώς και επισταμένα από την πλευρά του ενάγοντα. Διερευνήθηκε, κυρίως, η λογική και η διεργασία που οδήγησε στην αποστολή των επίδικων επιστολών. Σε αυτό το πλαίσιο ο μάρτυρας δέχθηκε πως η Εθνική είχε τις αποδείξεις που ζητούντο με τις επιστολές. Εν τούτοις υποστήριξε πώς δεν μπορούσαν να γνωρίζουν κατά πόσο συγκεκριμένοι πελάτες είχαν εξοφλήσει το ασφάλιστρο τους, καθ΄ ότι στο μεσοδιάστημα, δηλαδή από την αποχώρηση του ενάγοντα από την Εθνική μέχρις ότου σταλούν οι επιστολές, δυνατό να είχαν διενεργηθεί πρόσθετες πράξεις. Και επί αυτού όμως δέχθηκε ότι στο τέλος της ημέρας το τμήμα του δεν εντόπισε οφειλή. Παρ΄ όλα αυτά, ο εναγόμενος αρνήθηκε ότι πρόθεσή τους ήταν να δυσφημίσουν τον ενάγοντα. Κατά τον ίδιο τρόπο απέρριψε την υποβολή ότι ουδέποτε έστειλαν απολογητικές επιστολές (τεκμήρια 15 και 16) ή ότι τα εσωτερικά e-mails της Εθνικής κατασκευάστηκαν εκ των υστέρων. Επόμενος μάρτυρας (ΜΕ3) ήταν ο XXXXX Γεωργίου. Όπως ανέφερε, κατά τον επίδικο χρόνο ήταν επιφορτισμένος με εξυπηρέτηση των ασφαλιστών, δηλαδή είσπραξη των οφειλών τους και καταχώριση των αποδείξεων τους στο σύστημα. Λόγω αυτής της ιδιότητας του ήταν γνώστης, ανέφερε, της αποχώρησης του ενάγοντα από την Εθνική. Πάγια πρακτική τους, υποστήριξε, ήταν η αποστολή επιστολών όπως εκείνες του τεκμηρίου 3 που του υπεδείχθη και το αναγνώρισε, ώστε να εξακριβώσουν τι πραγματικά οφείλει ο κάθε πελάτης. Στην προκείμενη περίπτωση μετά την αποστολή των επιστολών και την επικοινωνία που είχε με τους ασφαλιζόμενους που απευθύνονταν κοντά του, κατάρτισε τα τεκμήρια 14 και 17, δηλαδή λίστες με τα ονόματα των πελατών του ενάγοντα που δεν όφειλαν οιονδήποτε ποσό. Όπως εξήγησε, αλλά και όπως αναφέρεται στο ίδιο το έγγραφο, το τεκμήριο 17 αποτελεί συνέχεια του τεκμηρίου
- Τέλος, ήταν η θέση του ΜΕ3 ότι υπήρχαν πελάτες του ενάγοντα που κατά τον επίδικο χρόνο όφειλαν κάποιο ποσό και τα ονόματα τούτων φαίνονται στο τεκμήριο
- Σε αυτή ακριβώς την τελευταία αναφορά είναι που εστιάστηκε και η μακρά αντεξέταση που έτυχε ο μάρτυρας. Θέση της πλευράς του ενάγοντα ήταν πως ουδείς από τους πελάτες του όφειλε οιονδήποτε ποσό και πως τα τεκμήρια 14 και 17 είναι κατασκευασμένα. Η όλη διερεύνηση της αντεξέτασης έφερε το μάρτυρα να παρουσιάζει άλλο ένα έγγραφο που εν τέλει κατατέθηκε ως τεκμήριο. Τούτο είναι το τεκμήριο
- Αποτελεί, σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα, το λογαριασμό του ενάγοντα στην Εθνική και αποκαλύπτει πως την 5.8.2010, ημερομηνία έκδοσης του τεκμηρίου, ο ενάγων είχε υπόλοιπο ύψους €2.719,
- Και επ΄ αυτού ο μάρτυρας αντεξετάστηκε σθεναρά, κυρίως ότι το τεκμήριο 19 έχει ανακρίβειες και δεν αποδίδει την πραγματική εικόνα. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν θυμάτο κατά πόσο ο ενάγων χρησιμοποιούσε τις 90 ημέρες πίστωσης, εν τούτοις επέμεινε ότι είχε χρεωστικό υπόλοιπο. Παρ΄ όλα αυτά, δεν είχε οιονδήποτε έγγραφο, πέραν του τεκμηρίου 13 και ούτε γνώριζε κατά πόσο ακυρώθηκε οιονδήποτε συμβόλαιο. Η κυρίως εξέταση της τελευταίας μάρτυρος των εναγομένων, XXXXX Θεοδώρου (ΜΥ4), ενσωματώθηκε σχεδόν πλήρως στις διαπιστώσεις του δικαστηρίου, εφόσον δεν έτυχε ιδιαίτερης αμφισβήτησης. Στην αντεξέταση όμως η μάρτυρας δέχθηκε ότι το τεκμήριο 20Δ, δηλαδή η προμήθεια του ενάγοντα για το 2010, δεν αφορά ολόκληρο το ημερολογιακό έτος, αλλά μέχρι την αποχώρησή του από την Εθνική. Όπως έχει ήδη λεχθεί, μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας των εναγομένων, επανακλητεύθηκε ο ενάγων. Ο λόγος επανακλήτευσης τούτου συναρτήθηκε με τα τεκμήρια 15 και 16, δηλαδή τις απολογητικές επιστολές που οι εναγόμενοι διατείνονται ότι απέστειλαν αφότου ξεκαθάρισαν ποιοι από τους ασφαλιζόμενους όφειλαν ασφάλιστρα και ποιοι όχι. Εν προκειμένω ήταν η θέση του ενάγοντα ότι επικοινώνησε με κάποιους εξ΄ αυτών που αναφέρονται στα τεκμήρια 15 και 16 και τους ρώτησε κατά πόσο έλαβαν τέτοια επιστολή. Η απάντηση που έδωσαν, σύμφωνα πάντα με τον ενάγοντα, ήταν αρνητική. Ήταν η θέση του ενάγοντα πως αυτό επιβεβαιώνει την κακοπιστία των εναγομένων και ότι ποτέ οι εναγόμενοι έστειλαν τέτοιες επιστολές. Τέλος, τα πρόσωπα που ο ενάγων ανέφερε ότι επικοινώνησε μαζί τους είναι τα εξής∙ Τσιγκλέρ XXXXX, Τσελεπής XXXXX, XXXXX Ηρακλέους, XXXXX Ανδρέου, The Indian Connection Cyprus Ltd, XXXXX Κατσούναρου, XXXXX Ηρακλέους, Τιμοθέου XXXXX, XXXXX Λαζάρου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ, Κούσιος Λουκάς, XXXXX Μιχαήλ, XXXXX Νικολαϊδου και XXXXX Μαραθεύτης (δεν αναφέρεται στη γραπτή δήλωση αλλά προστέθηκε προφορικά). Αναμενόμενο ως ήταν ο ενάγων αμφισβητήθηκε για την εν λόγω ενέργεια του και διερευνήθηκαν οι περιβάλλουσες τούτης περιστάσεις. Καταληκτικά, υπεβλήθη σε αυτόν ότι δεν προέβη στην εν λόγω ενέργεια και δεν έλαβε τις ισχυριζόμενες απαντήσεις, για να αρνηθεί όμως τις υποβολές. Απ΄ όλα τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι το δικαστήριο καλείται να διαγνώσει όχι απλώς νομικά ζητήματα, αλλά και γεγονότα που περιβάλλουν, σύμφωνα πάντα με τα ισχυριζόμενα, το γεγονός αποστολής των επίδικων επιστολών. Εν προκειμένω το δικαστήριο καλείται να αποφανθεί για την αυθεντικότητα της αλληλογραφίας μεταξύ των υπαλλήλων της Εθνικής, με απώτερο σκοπό να εξακριβώσει τη γνώση των περιβάλλουσων περιστάσεων που είχαν κατά τον επίδικο χρόνο οι εναγόμενοι στο σύνολό τους και την όποια πρόθεση τούτων με την αποστολή των επιστολών. Προστίθεται επίσης το ερώτημα κατά πόσο πελάτες του ενάγοντα εξακριβώθηκαν, και αν ναι πότε, να οφείλουν οιονδήποτε ποσό και αυτό σε συσχετισμό με όσους έλαβαν τις κατ΄ ισχυρισμό δυσφημιστικές επιστολές. Εν κατακλείδι, ζητούμενο είναι και το κατά πόσο οι εναγόμενοι απέστειλαν τα τεκμήρια 15 και 16 (τις ούτω καλούμενες απολογητικές επιστολές), καθώς επίσης αν ο ενάγων μίλησε με τους πελάτες του, είτε όταν έλαβαν τις πρώτες επιστολές (τεκμήρια 3 έως 6) ότε και του παραπονέθηκαν, είτε εκ των υστέρων για να διερευνήσει κατά πόσο όντως έλαβαν τέτοια επιστολή (τεκμήρια 15 και 16). Υπό το φως των προμνησθέντων ερωτημάτων σπεύδω να αξιολογήσω την προσκομισθείσα μαρτυρία. Σημειώνω δε ότι παρακολούθησα το σύνολο των μαρτύρων κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίστηκε σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτάθηκε και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας σε υποθέσεις λιβέλλου αναδεικνύει την εξής ιδιαιτερότητα∙ ακόμη και εκεί που το δικαστήριο δυνατό να μην υιοθετεί την ερμηνεία που αποδίδεται σε ένα κείμενο, είτε από τη μια πλευρά είτε από την άλλη, δεν σημαίνει ότι ο μάρτυρας δεν λέει την αλήθεια. Δεν είναι παράδοξο ή απίθανο ο ενάγων να εκφράζει αυθεντικά και γνήσια αισθήματα αγανάκτησης και θυμού, εν τούτοις όχι και δικαιολογημένα. Ή άλλως πως σε σχέση με τον εναγόμενο. Δηλαδή ότι γνήσια έχει την πεποίθηση ότι ουδέν μεμπτό έπραξε και όμως το κείμενο κρίνεται λιβελλογράφημα. Συμβαίνει αυτό γιατί, ως επεξηγείται στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 11η έκδοση, παράγραφο 2.7, υποσημείωση 70, η εκτίμηση του χαρακτήρα ενός κειμένου ανάγεται στο μέσο συνετό άνθρωπο (reasonable person). Ο δικαστής, προστίθεται στο ίδιο κείμενο, στην ουσία προβαίνει σε μια ιμπρεσιονιστική και υποκειμενική διαδικασία διάγνωσης του χαρακτήρα του κειμένου. Οφείλει όμως να έχει κατά νου το μέσο συνετό άνθρωπο, εφόσον η οικεία γνώμη δυνατό να αποκλίνει από αυτό το μέτρο κρίσης και στάθμισης των πραγμάτων. Αναδεικνύεται έτσι ο υποκειμενισμός που διέπει την κρίση τέτοιων ζητημάτων. Παράλληλα όμως δικαιολογείται και αυτό που ενωρίτερα ειπώθηκε∙ το γεγονός ότι ένα πρόσωπο είναι ιδιαίτερα εύθικτο και ενοχλείται πολύ εύκολα, ή κάποιο τρίτο είναι εμφανώς αδιάκριτο και αθυρόστομο και ως εκ τούτου ξεστομίζει επίθετα και καταγγελίες με πάσα ευκολία και επιπολαιότητα, δεν σημαίνει ότι εμμονή στην ορθότητα των θέσεων τούτων αποκαλύπτει αναξιοπιστία ή ψεύδος. Πολύ απλά το κριτήριο των προσώπων αυτών δυνατό να διαφέρει, ενίοτε παρασάγγας από αυτό του μέσου συνετού ανθρώπου. Η γνησιότητα όμως των θέσεων τους και δή η αξιοπιστία των λεγομένων τους, δεν καταρρίπτεται για μόνο λόγο ότι το κριτήριο τους νοσεί ή αποκλίνει από εκείνο του μέσου συνετού ανθρώπου. Υπό το φως των πιο πάνω παρατηρήσεων προχωρώ αμέσως να αναφέρω ότι όλοι ο μάρτυρες κρίνονται αξιόπιστοι. Αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετώ ως ορθό καθετί που έκαστος ανέφερε, αλλά μόνο ότι δεν διέγνωσα σημεία εσκεμμένου ψεύδους ή επιτηδειότητας. Η όλη παρουσία τούτων εντός δικαστηρίου, εν προκειμένω ο αυθορμητισμός και η αμεσότητα των απαντήσεών τους, αλλά και το γενικότερο πλαίσιο της μαρτυρίας τους, δικαιολογούν συμπέρασμα ειλικρίνειας, χωρίς αυτό να αποκλείει πιθανότητα λάθους. Ας δούμε όμως τη μαρτυρία, σε μια προσπάθεια αιτιολόγησης της παρά πάνω κρίσης. Σε ό,τι αφορά τη ΜΥ4 είναι περιττό να ειπωθεί οτιδήποτε, δοθέντος ότι το σύνολο, σχεδόν, της μαρτυρίας της δεν αμφισβητήθηκε. Αν είναι κάτι που προστέθηκε και αυτό πάλιν από την αντεξέταση, είναι πως το περιεχόμενο του τεκμηρίου 20Δ δεν αποδίδει ολόκληρο το ημερολογιακό έτος, παρά μόνο μέχρι την αποχώρηση του ενάγοντα. Περαιτέρω, η μάρτυρας δέχθηκε ότι οι προμήθειες του ενάγοντα είχαν αυξητική τάση. Δοθέντος λοιπόν ότι η ΜΥ4 δέχθηκε τις δυο αυτές θέσεις που υπέβαλε η πλευρά του ενάγοντα και περαιτέρω οι θέσεις αυτές δικαιολογούνται από τα συναφή τεκμήρια (τεκμήρια 20Α έως Δ), το δικαστήριο δεν έχει παρά να δεχθεί τη σχετική μαρτυρία ως ορθή και ειλικρινή. Η μαρτυρία του ΜΕ2 σκοπούσε σε απόδειξη πως ο ενάγων δεν έκανε χρήση του περιθωρίου πίστωσης 90 ημερών και πως οι εναγόμενοι μπορούσαν να πληροφορηθούν το εκάστοτε υπόλοιπο του ενάγοντα. Κρίνω ότι και τα δυο αυτά ζητήματα επιβεβαιώνονται από τη μαρτυρία των εναγομένων. Ναι μεν ο εναγόμενος 3 ανέφερε ότι πλην του λογιστηρίου ουδείς μπορούσε να γνωρίζει το υπόλοιπο των ασφαλιστών, πρόσθεσε όμως ότι τα υποκαταστήματα μπορούσαν να δουν τη γενική, ήτοι συνολική, εικόνα του ασφαλιστή. Συνεπώς επιβεβαιώνεται ο ΜΕ2, που ας σημειωθεί ότι ούτε αυτός υποστήριξε πως μπορούσαν να δουν κάθε πελάτη ξεχωριστά. Από την άλλη ο XXXXX Γεωργίου (ΜΥ3) ανέφερε ότι στην αρχή ο εναγόμενος χρησιμοποιούσε το χρόνο πίστωσης, στη συνέχεια όμως όχι, συνεπώς και αυτή η μαρτυρία επιβεβαιώνει τη θέση του ΜΕ2 ότι ο ενάγων δεν έκανε χρήση του περιθωρίου πίστωσης 90 ημερών. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι αυτή η τελευταία αναφορά - αξιοποίηση πίστωσης 90 ημερών - συναρτάται και με το τυχόν υπόλοιπο που είχε ο ενάγων κατά το χρόνο αποχώρησής του από την Εθνική. Επί του προκειμένου σημειώνεται ότι μια είναι η μαρτυρία, από μέρους των εναγομένων, που ομιλεί γι΄ αυτό το ζήτημα. Τούτη είναι η μαρτυρία του Χριστόφορου Γεωργίου (ΜΥ3). Οι εναγόμενοι 2 και 3 ρητά δήλωσαν ότι δεν έχουν προσωπική γνώση, άλλωστε δεν παραλαμβάνουν χρήματα και πως ό,τι σχετικό ανάφεραν πηγάζει από την πληροφόρηση που έλαβαν από το ΜΥ
- Συνεπώς η μαρτυρία των εναγομένων 2 και 3 δεν προσθέτει σε αυτή τη πτυχή της διερεύνησης. Τι είναι όμως αυτό που ανέφερε ο ΜΥ3 για τις πληρωμές; Το λοιπόν, ο μάρτυρας ανέφερε ότι τα πρόσωπα που κατέβαλαν ασφάλιστρα μετά την 15.7.2010, δηλαδή μετά την ημερομηνία αποχώρησης του ενάγοντα από την Εθνική, φαίνονται στο τεκμήριο
- Είναι τούτα τα ονόματα που φαίνονται περασμένα με έντονο χρώμα, σύνολο πέντε. Τα άτομα που εκεί αναφέρονται [τεκμήριο 13], είναι αυτά που ρητά ανέφερε και ο εναγόμενος 3 και επί του προκειμένου δεν έτυχε αμφισβήτησης. Είναι τούτα οι∙ XXXXX Ζήνωνος, XXXXX Αγαπίου, XXXXX Τσιελεπής, XXXXX Νεοφύτου και IMC Business Global Ltd. Τώρα, παρατηρώ ότι η σχετική αναφορά του ΜΥ3 (XXXXX Γεωργίου) διακρίνεται σε δυο επίπεδα. Το πρώτο είναι ότι οι αναφερόμενοι στο τεκμήριο 13 πλήρωσαν μετά που η Εθνική απέστειλε τις επίδικες επιστολές (τεκμήρια 3 έως 6) και το άλλο∙ ότι οι εν λόγω πληρωμές, δηλαδή των προσώπων που αναφέρονται στο τεκμήριο 13, διενεργήθηκαν καθυστερημένα. Ένα είναι το γεγονός ότι καταβλήθηκαν τα εκεί (τεκμήριο 13) αναφερόμενα ποσά και άλλο ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν οφειλόμενα και καθυστερημένα ή ληξιπρόθεσμα και υπερήμερα. Είναι γεγονός ότι ο ΜΥ3 έτυχε δριμείας επίθεσης κατά την αντεξέταση και η θέση του διερευνήθηκε σε όλα τα επίπεδα. Σε ό,τι αφορά το χρόνο καταβολής των εν λόγω πληρωμών, δηλαδή αν όντως αυτές διενεργήθηκαν ως φαίνεται στο τεκμήριο 13, είμαι της γνώμης ότι εμμέσως το δέχεται και η πλευρά του ενάγοντα. Άλλωστε υπεδείχθη στο μάρτυρα το τεκμήριο 3 και συγκεκριμένα δυο αντίγραφα επιταγών που είναι επισυνημμένα στην επιστολή που αφορά τον πελάτη Νίκος Λαζάρου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ, και του υποβλήθηκε ότι είναι μεταχρονολογημένες επιταγές που απλώς ήταν πληρωτέες μετά την αποχώρηση του ενάγοντα. Ο δε ΜΥ3 δέχθηκε τη σχετική θέση. Συνεπώς συνιστά γεγονός ότι μετά την αποχώρηση του ενάγοντα από την Εθνική, οι συμφωνίες που είχε συνάψει συνέχισαν να τρέχουν και συνεπώς οι πελάτες του εξακολουθούσαν να καταβάλλουν ασφάλιστρα. Τούτο όμως φανερώνει ότι το τεκμήριο 13, τουλάχιστον μέρος του, αντανακλά γνήσιες καταγραφές. Για την πλευρά του ενάγοντα μη γνήσιες είναι οι πέντε που αμφισβητήθηκαν. Μάλιστα οι υπόλοιπες δεν διερευνήθηκαν κατά την αντεξέταση. Και ερωτώ∙ γιατί τότε οι συγκεκριμένες πέντε καταχωρήσεις είναι μαγειρεμένες και υστερόβουλες, ως είναι η θέση της πλευράς του ενάγοντα; Και γιατί οι εναγόμενοι επέλεξαν αυτές ειδικά τις πληρωμές και όχι άλλες ή όλες; Από την άλλη, αν ο ενάγων είχε οιονδήποτε στοιχείο που ακυρώνει τον σχετικό ισχυρισμό της υπεράσπισης, γιατί δεν τον έθεσε στο μάρτυρα ώστε να αξιολογηθεί από το δικαστήριο. Επί του προκειμένου καταλήγω ότι τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 13 δεν είναι υστεροκατασκευασμένα αλλά γνήσια. Εν τούτοις τα πιο πάνω δεν απαντούν την άλλη διάσταση του πράγματος, δηλαδή ότι οι εκεί πέντε αναφερόμενες πληρωμές εξόφλησαν καθυστερημένα ή ληξιπρόθεσμα ασφάλιστρα. Εξ΄ αρχής δηλώνω ότι αυτή τη θέση του ΜΥ3 δεν τη συμμερίζομαι. Και εξηγώ∙ επί του προκειμένου έντονη και εξονυχιστική ήταν η αντεξέταση του μάρτυρα (ΜΥ3). Κατ΄ επανάληψη του ζητήθηκε να παρουσιάσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν ότι οι εν λόγω πληρωμές ήταν καθυστερημένες. Εν τούτοις στάθηκε αδύνατο να παρουσιαστεί στο δικαστήριο ένα τιμολόγιο ή μια απόδειξη που να επιβεβαιώνει το σχετικό ισχυρισμό, ή έστω μια συμφωνία, ή νέα πράξη επί υφιστάμενης συμφωνίας, που να δεικνύει ότι το ασφάλιστρο ήταν πληρωτέο σε συγκεκριμένη ημερομηνία και ακολούθως ότι καταβλήθηκε σε άλλη. Ακόμη και αυτό το τεκμήριο 19, που σύμφωνα με το ΜΥ3 είναι η κατάσταση λογαριασμού του ενάγοντα με την Εθνική ως είχε την 5.8.2010, δεν υποστηρίζει τη μαρτυρία του. Όσο και αν μελετήσει κανείς το τεκμήριο 19 δεν εντοπίζει τα πέντε ονόματα που με βάση το τεκμήριο 13 η υπεράσπιση ισχυρίστηκε ότι εξόφλησαν καθυστερημένα ασφάλιστρα. Και βεβαίως δεν είναι μόνο τα ονόματα, είναι και τα ποσά. Δηλαδή θα ανέμενε κανείς ότι τα πέντε αυτά πρόσωπα θα φαίνονταν στην κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 19) να ταυτίζονται με οφειλόμενα ποσά, δηλαδή αυτά που στο τεκμήριο 13 φαίνεται ότι κατέβαλαν. Κάτι τέτοιο όμως δεν φαίνεται στο τεκμήριο
- Οι σχετικές εξηγήσεις του ΜΥ3 ότι οφειλόμενο ποσό διαγράφεται από την κατάσταση λογαριασμού με την καταβολή του, δεν συνιστά λογική εξήγηση. Δεν σχολιάζω το γεγονός ότι η εν λόγω θέση ακυρώνει την έννοια αυτής της κατάστασης λογαριασμού που τη θέλει να καταγράφει το σύνολο των πράξεων των μερών. Στέκομαι όμως στο γεγονός ότι το τεκμήριο 19 δεν αποδίδει την εικόνα μετά την ισχυριζόμενη εξόφληση, ώστε τα ποσά που πληρώθηκαν να έχουν διαγραφεί, αλλά εκείνη που ίσχυε την 5.8.2010, δηλαδή λίγες ημέρες μετά την αποχώρηση του ενάγοντα και προτού εξοφληθούν τα οφειλόμενα, σύμφωνα με το ΜΥ3, ασφάλιστρα. Συνεπώς οι όποιες οφειλές έπρεπε να φαίνονταν στο τεκμήριο
- Ποια όμως η σημασία όλων των ανωτέρω; Είμαι της γνώμης ότι οι αιτιάσεις του ΜΥ3, δηλαδή πως κάποια από τα ασφάλιστρα που έλαβε μετά την αποχώρηση του ενάγοντα από την Εθνική ήταν για να εξοφληθούν καθυστερημένα ασφάλιστρα, δεν υποστηρίζεται από το μαρτυρικό υλικό και γι΄ αυτό το λόγο δεν μπορώ να δεχθώ τη σχετική θέση ως ορθή. Τούτο χωρίς να παραγνωρίζεται ότι ο ΜΥ3 κρίνεται μάρτυρας της αλήθειας και ότι ορθή και ειλικρινής είναι η άλλη θέση του, δηλαδή ότι προέβη σε εισπράξεις ασφαλίστρων μετά την αποχώρηση του ενάγοντα. Εν τούτοις είμαι της γνώμης ότι η μαρτυρία του σε σχέση με καθυστερημένα ασφάλιστρα, οφείλεται σε πλάνη και γι΄ αυτό απορρίπτεται. Ευρισκόμενος σε αυτό το ζήτημα κρίνω ορθό να προβώ σε άλλη μια διαπίστωση. Αυτή έχει να κάνει με την έρευνα που διεξήγαγε ο ΜΥ3 και δή το πότε έλαβε χώραν. Σύμφωνα με το ΜΥ3 το τεκμήριο 14, e-mail ημερομηνίας 26.8.2010, είναι το πρώτο μήνυμα που έστειλε στους εναγόμενους 2 και 3 και με αυτό τους πληροφόρησε για τις εισπράξεις του ενάγοντα. Ακολούθως έστειλε το τεκμήριο 17, δηλαδή e-mail 2.9.2010, ώστε να σταλούν περαιτέρω επιστολές, βάσει πλέον του επικαιροποιημένου καταλόγου. Αυτά επιβεβαιώνονται και από τον εναγόμενο
- Εν τούτοις, το τεκμήριο 3 θέλει τέσσερις επιστολές να φέρουν ημερομηνία 13.8.2010 και το τεκμήριο 5 άλλες επτά να φέρουν ημερομηνία 17.8.
- Χωρίς να παραγνωρίζεται η θέση του εναγόμενου 2 πως οι επιστολές του τεκμηρίου 3 υπογράφηκαν από τον ίδιο την 16.8.2010, παρ΄ ότι φέρουν ημερομηνία 13.8.2010, γεγονός παραμένει ότι το σύνολο των εν λόγω επιστολών, στάληκε προτού ακόμη ο ΜΥ3 ολοκληρώσει την πρώτη φάση της έρευνάς του. Άλλο ένα ζήτημα που καλεί για απάντηση είναι η γνησιότητα της αλληλογραφίας μεταξύ των υπαλλήλων της Εθνικής. Θέση της πλευράς του ενάγοντα είναι πως τα εν λόγω μηνύματα (e-mails) είναι υστεροκατασκευασμένα. Κρίνω πως η θέση αυτή του ενάγοντα δεν ευσταθεί καθ΄ ότι δεν δικαιολογείται από το σχετικό μαρτυρικό υλικό. Έχει ήδη υποδειχθεί ότι αντιπαραβολή των τεκμηρίων 14 και 17, δηλαδή τα e-mails του ΜΥ3, με τα τεκμήρια 3 έως 6, δηλαδή τις επίδικες επιστολές, αποκαλύπτει ότι αριθμός επιστολών που έστειλαν οι εναγόμενοι 2 και 3 έφυγαν πριν ακόμη εξακριβωθεί ποιοι εκ των πελατών του ενάγοντα όφειλαν κάποιο ποσό. Αυτή η διαπίστωση δεν είναι θετική για τους εναγόμενους. Αν λοιπόν τα e-mails κατασκευάστηκαν εκ των υστέρων, γιατί δεν κάλυψαν αυτό το ζήτημα; Από την άλλη, αν το σύνολο των εσωτερικών μηνυμάτων της Εθνικής είναι κατασκευασμένο, δηλαδή τα τεκμήρια 10,11,14 και 17, ποια σημασία είχε και σε τι θα εξυπηρετούσε η προσθήκη του ονόματος και άλλου ασφαλιστή (βλ. τεκμήρια 10 και 11). Αν τούτο έγινε ψευδώς εύκολα θα μπορούσε να διαπιστωθεί στο δικαστήριο. Συνεπώς ποια η λογική να προστεθούν και άλλα πρόσωπα με κίνδυνο διαπίστωσης και συνεπακόλουθης αρνητικής κρίσης από το δικαστήριο. Έτι χειρότερα σε σχέση με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 17, δηλαδή το τελευταίο e-mail του ΜΥ
- Ποια σημασία και δή τι όφελος είχε για τους εναγόμενους η ενσωμάτωση σε αυτό της φερόμενης ως οδηγίας προς τους εναγομένους 2 και 3: «Στείλτε παρακαλώ απολογητικές επιστολές». Ούτε αυτή η φράση είναι ευνοϊκή για τους εναγόμενους. Γιατί λοιπόν να καταγραφεί σε μια κατασκευασμένη μαρτυρία που στόχο έχει να τους απαλλάξει από κάθε ευθύνη; Η λογική του πράγματος θέλει τις παραπάνω παρατηρήσεις να μην υποστηρίζουν τη θέση πως τα εν λόγω e-mails είναι κατασκευασμένα, εφόσον το περιεχόμενο τούτων προάγει αρνητικά, μάλλον, παρά θετικά, για τους εναγόμενους αποτελέσματα. Εν κατακλείδι η μαρτυρία του ΜΥ3 υποστηρίζει, έστω εμμέσως, μια άλλη ουσιώδη πτυχή της μαρτυρίας του ενάγοντα. Η πτυχή αυτή έχει να κάνει με τον ισχυρισμό του τελευταίου ότι μετά την παραλαβή των επίδικων επιστολών από τους πελάτες του, αρκετοί εξ΄ αυτών του τηλεφώνησαν και είτε τον έβρισαν είτε τον κατηγόρησαν, είτε ακόμη ζητούσαν εξηγήσεις. Εν προκειμένω η υποστήριξη που τυγχάνει τούτη η θέση από τη μαρτυρία του ΜΥ3, εντοπίζεται στο τεκμήριο 17 και τις συναφείς επεξηγήσεις. Όπως έχει υποδειχθεί, στο εν λόγω τεκμήριο ο ΜΥ3 κατέγραψε εκ νέου τα ονόματα όσων το συμβόλαιο τους κρίθηκε εξοφλημένο και ζήτησε από τους εναγόμενους 2 και 3 να στείλουν απολογητικές επιστολές. Η γραπτή αυτή απαίτηση του στο τεκμήριο 17 διερευνήθηκε από την πλευρά του ενάγοντα. Ερωτήθηκε συγκεκριμένα γιατί ζήτησε κάτι τέτοιο και απάντησε ότι «Για να γράψω εκείνο που έγραψα ήταν αίτημα ή απαίτηση του πελάτη που τηλεφώνησε». Πιο κάτω ανάφερε∙ «Τι εννοώ τώρα, το πιο λογικό μιλώντας με τον πελάτη ο οποίος φαντάζομαι έχει πληρώσει, απαιτούσε μια απολογητική επιστολή να τους στείλουμε σαν Εθνική Ασφαλιστική και το πράξαμε». Υιοθετώντας τούτη τη θέση του ΜΥ3 δέχομαι ότι αυτή ήταν η αντίδραση των ασφαλιζομένων του ενάγοντος. Γλαφυρή και γνήσια είναι η σχετική αναφορά του ΜΥ
- Προσθέτω όμως ότι η κοινή λογική θέλει το πρόσωπο που αντιδρά, δηλαδή αυτούς ακριβώς τους πελάτες που σύμφωνα με τον ΜΥ3 απαίτησαν απολογητική επιστολή από την Εθνική, πρώτα να στρέφουν τα πυρά τους προς το δικό τους διαμεσολαβητή, δηλαδή τον ασφαλιστή. Αυτός είναι ο οικείος τους, ο δικός τους άνθρωπος, το πρόσωπο που εμπιστεύθηκαν και στο οποίο έδωσαν τα χρήματά τους. Ως εκ των ανωτέρω, ειλικρινής κρίνεται η θέση του ενάγοντα, συνεπικουρούμενη μάλιστα από τη μαρτυρία του ΜΥ3, ότι λόγω των επίδικων επιστολών οι ασφαλιζόμενοι επικοινώνησαν μαζί του και του καταφέρθηκαν με τον τρόπο που ο ίδιος ανάφερε. Πέραν των πιο πάνω ισχυρισμών του ενάγοντα κάτω από το μικροσκόπιο τίθεται και η άλλη θέση του, δηλαδή κατά πόσο επικοινώνησε με τα πρόσωπα που ανέφερε στην επανακλήτευσή του και περαιτέρω, ότι οι εν λόγω του ανέφεραν όσα ισχυρίστηκε, δηλαδή ότι∙ είτε δεν έλαβαν απολογητική επιστολή, είτε δεν θυμούνται κάτι τέτοιο. Πριν οτιδήποτε άλλο σημειώνεται ότι ο ενάγων δεν αμφισβητήθηκε μόνο για τη δήλωση, δηλαδή εκείνο που κατ΄ ισχυρισμό του ειπώθηκε, αμφισβητήθηκε και για τις δικές του ενέργειες, δηλαδή ότι επικοινώνησε με τα εν λόγω πρόσωπα. Δια αυτό το τελευταίο και παρά την αμφισβήτηση που έτυχε, δεν έχω αμφιβολία ότι προέβη στην εν λόγω επικοινωνία. Αυτό γιατί απάντησε σταθερά και κατά τρόπο λογικό και δίδοντας αναγκαίες λεπτομέρειες που κατέστησαν τον ισχυρισμό ευλογοφανή. Απομένει λοιπόν να εξεταστεί η ουσία, εν προκειμένω το περιεχόμενο, όσων ο ενάγων μετέφερε στο δικαστήριο. Δεν χωρεί βεβαίως αμφιβολία ότι όσα ο ενάγων μετέφερε στο δικαστήριο αποτελούν εξ΄ ακοής μαρτυρία. Το τι τρίτο πρόσωπο ανέφερε στον ενάγοντα εκτός δικαστηρίου, δήλωση η οποία προσφέρεται για την αλήθεια του περιεχομένου της, είναι αυτός ακριβώς ο ορισμός της εξ΄ ακοής μαρτυρίας (βλ. άρθρο 23 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9). Συνεπώς εφαρμογής τυγχάνει το άρθρο 27 του Κεφ. 9 και οι εκεί αναφερόμενες διατάξεις που λαμβάνονται υπόψη δια την αποτίμηση εξ΄ ακοής μαρτυρίας. Με γνώμονα τα πιο πάνω παρατηρώ ότι η υπό κρίση εξ΄ ακοής μαρτυρία, ήτοι η δήλωση που μεταφέρθηκε στο δικαστήριο από τον ενάγοντα, έλαβε προφορική μορφή και απέχει κάποια χρόνια από το συμβάν που αφορά, δηλαδή το 2010 όταν, σύμφωνα με τα ισχυριζόμενα, στάλθηκαν οι απολογητικές επιστολές. Μπορεί μεν η εν λόγω μαρτυρία να είναι πρώτου βαθμού εξ΄ ακοής, εν τούτοις το σύνολο των περιστάσεων που προανέφερα και το γεγονός ότι θα μπορούσε να προσκομιστεί γραπτή, τουλάχιστον, δήλωση, καταλήγω ότι στην προκείμενη περίπτωση ορθό είναι να μην αποδοθεί οιαδήποτε βαρύτητα στην εξ΄ ακοής μαρτυρία. Συνεπώς αυτή η πτυχή της μαρτυρίας του ενάγοντα δεν λαμβάνεται υπόψη. Προτού ολοκληρώσω με τη μαρτυρία του ενάγοντα, προσθέτω ότι δέχομαι πως οι προμήθειες του ανέρχονται σε ποσό €9.100 ετησίως. Αυτό γιατί τούτο το ποσό υποστηρίζεται, εμμέσως, από τη μαρτυρία της ΜΥ4, που ανέφερε ότι για το ήμισυ, περίπου, του 2010, οι προμήθειες του ενάγοντα ανήλθαν σε €6.415,82 (τεκμήριο 20Δ). Τέλος, θετική ήταν η εντύπωση που άφησαν και οι εναγόμενοι 2 και
- Από τα λεγόμενα τους και δή την αντεξέταση που έτυχαν, δεν διαπιστώνεται προσπάθεια απόκρυψης οιονδήποτε γεγονότων. Η δε θέση τους σε ό,τι αφορά την αλληλογραφία στην Εθνική, έχει ήδη υποδειχθεί ότι επιβεβαιώνεται από αυτό το περιεχόμενο των μηνυμάτων. Περαιτέρω, κρίνω ό,τι και η άλλη θέση των εναγομένων 2 και 3 είναι ορθή και αληθής, εν προκειμένω ότι απέστειλαν τις επιστολές τεκμήρια 15 και
- Δεν παραγνωρίζω το συσχετισμό που έκανε η πλευρά του ενάγοντα με τα τεκμήρια 7 και 8, δηλαδή την επιστολή που έστειλε ο συνήγορος του ενάγοντα στην Εθνική και την απάντηση που έλαβε. Υπεδείχθη πως καίτοι στην απαντητική επιστολή (τεκμήριο 8), ο ενάγων απαίτησε απολογία, οι εναγόμενοι ουδέν ανέφεραν. Η σχετική θέση συνιστά γεγονός. Εν τούτοις δεν παραγνωρίζεται ότι η πυκνογραμμένη, τρισέλιδη επιστολή του ενάγοντα προς την Εθνική (τεκμήριο 7), εγείρει αριθμό θεμάτων που δύσκολα μπορούν να ιεραρχηθούν. Κύριο ζήτημα που εγείρει φαίνεται να είναι η εξόφληση της κατάστασης λογαριασμού των μερών, ενάγοντα και Εθνικής, και όχι η απολογία. Συνεπώς το γεγονός ότι στην απάντησή τους οι εναγόμενοι δεν ανέφεραν οτιδήποτε για τις επιστολές, τεκμήρια 15 και 16, δεν σημαίνει ότι δεν έστειλαν τέτοιες. Περιπλέον, οι επιστολές τεκμήρια 15 και 16 στάληκαν στους ασφαλιζόμενους και υπό αυτή την έννοια δεν ήταν απολογία προς τον ενάγοντα, όπως απαίτησε και είναι τούτος πρόσθετος λόγος γιατί δεν του γνωστοποιήθηκε η αποστολή αυτών. Πέραν των πιο πάνω και παρά την επαναλαμβανόμενη υποβολή του συνηγόρου του ενάγοντα πως οι εναγόμενοι ενήργησαν κακόβουλα και με σκοπό να υφαρπάξουν τους πελάτες του, κρίνω πως οι εναγόμενοι 2 και 3 ενήργησαν όπως ενήργησαν κατόπιν οδηγιών της Εθνικής και απλώς για να προστατεύσουν τα συμφέροντα τούτης, μη αντιλαμβανόμενοι ότι με αυτό τον τρόπο δυνατό να έπλητταν τα συμφέροντα του ενάγοντα. Για του λόγου το ασφαλές ενδεικτική είναι η απάντηση του εναγόμενου 2 ότι: «Εάν εμείς, εγώ είχα πρόθεση να κάνω ζημιά, λίβελλο, βάσει της κατηγορίας, τότε γιατί δεν τα έστειλα σε όλους; Διότι ο στόχος μου ήταν να ξεκαθαρίσουν οι πελάτες μαζί με την εταιρεία που στο τέλος της μέρας αυτό το ξεκαθάρισμα που γινόταν βοηθούσε και τον ίδιο τον Κορνιώτη, διότι πιστώνετουν ο λογαριασμός του από τις οφειλές τις οποίες είχε». Συνεπώς αν σκοπός των εναγομένων 2 και 3 ήταν να πλήξουν τη φήμη του ενάγοντα, δεν θα περιόριζαν την αποστολή επιστολών σε μέρος μόνο των πελατών του. Θα απευθύνονταν εν προκειμένω στο σύνολο, ώστε να υπονομεύσουν γενικά και καθ΄ ολοκληρία τη φήμη και την υπόληψή του. Δεν είναι όμως αυτό που έγινε. Η ίδια η έκθεση απαιτήσεως, καθώς και οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου, θέλουν τις επιστολές να πηγαίνουν στα συγκεκριμένα πρόσωπα και όχι σε όλους τους πελάτες του ενάγοντα. Από την άλλη αν πρόθεση των εναγομένων ήταν η εξόντωση του ενάγοντα, γιατί τότε μπήκαν στον κόπο να διερευνήσουν τι όφειλε ο κάθε πελάτης του. Δεν θα είχε σημασία κάτι τέτοιο, αν πραγματική πρόθεση τους ήταν η καταστροφή του ενάγοντα. Και όμως εδώ όντως διερευνήθηκε ο λογαριασμός του ενάγοντα και των πελατών του. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι ειδικά οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν είχαν γνώση του τι όφειλε ο κάθε πελάτης και όμως απέστειλαν τις επιστολές (τεκμήρια 3 έως 6), προτού λάβουν ενημέρωση από το λογιστήριο. Αυτό όμως από μόνο του δεν αποκαλύπτει κακοβουλία. Πρόκειται, μάλλον, για υπερβάλλοντα ζήλο, λόγω της οδηγίας που έλαβαν (τεκμήριο 11), ιδιαίτερα όταν στο τέλος της ημέρας απέσυραν τις επιστολές που έστειλαν (βλ. τεκμήρια 15 και 16). Εν ολίγοις, αν ήθελαν να βλάψουν τον ενάγοντα γιατί απέστειλαν τις απολογητικές επιστολές; Τέλος, όπως αποκαλύπτεται από το τεκμήριο 18, κάρτα σύστασης, κάποιοι από τους πελάτες του ενάγοντα δεν ήταν δικοί του, δηλαδή πρόσωπα που προσέγγισε ο ίδιος, αλλά ήταν υφιστάμενοι πελάτες της Εθνικής, που απλώς η εξυπηρέτηση τούτων ανατέθηκε στον ενάγοντα. Ως εκ τούτου ποιος λόγος υπήρχε να απευθυνθούν σε δικούς τους πελάτες, όπως ο αναφερόμενος στο τεκμήριο 18, αν όχι επειδή πραγματικά διερευνούσαν το υπόλοιπο ενός έκαστου όσων εξυπηρετούνταν από τον ενάγοντα. Τέλος, αν πρόθεση των εναγομένων ήταν να πολεμήσουν τον ενάγοντα, γιατί διατήρησαν μέχρι και αυτό το συμβόλαιο του ιδίου; Είμαι της γνώμης ότι όλα τα ανωτέρω φανερώνουν ότι οι ενέργειες των εναγομένων δεν αφορμούνταν από κακοβουλία αλλά από συγκεκριμένη, παρ΄ ότι ιδιάζουσα και ιδιαίτερη, αντίληψη για το τι δικαιούνταν να πράξουν. Είναι γι΄ αυτό που ενωρίτερα ανέφερα ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 είναι μάρτυρες της αλήθειας και η μαρτυρία τους κρίνεται αξιόπιστη. Η αξιοπιστία βεβαίως των εναγομένων 2 και 3 δεν οδηγεί τη διερεύνηση σε τέλμα, εφόσον όπως έχει ήδη προαναφερθεί, η προσωπική γνώμη ενός μάρτυρα για το χαρακτήρα του κρινόμενου κειμένου, δεν δεσμεύει το δικαστήριο. Κατ΄ επέκταση, με δεδομένες πλέον τις πραγματικές διαπιστώσεις, στρέφομαι να υπαγάγω τούτες στις σχετικές δικανικές αρχές. Έχει λεχθεί ότι το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης διαπιστώνεται εκεί όπου ο ενάγων αποδεικνύει∙ ότι το δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό, ότι αναφερόταν στον ίδιο και τέλος, ότι δημοσιεύτηκε (βλ. σελίδα 62 του συγγράμματος των κυρίων Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Κεφάλαιο 148, Αστικά αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις). Προτού όμως εξεταστούν ένα προς ένα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, χρειάζεται να αποφανθεί το δικαστήριο κατά πόσο οι επιστολές θα εξεταστούν σωρευτικά, ως ενιαίο σύνολο, ή ο κάθε ένας τύπος τούτων ξεχωριστά. Περί αυτού θεμελιώδες είναι ότι ο χαρακτήρας ενός κειμένου προσδιορίζεται από τις σύγχρονες και σχετικές τούτου περιστάσεις. Επί του προκειμένου σχετική είναι η ομιλία του Λόρδου Denning στην υπόθεση Wheeler v. Somerfield
(1966)2 Q.B. 94 C.A., στη σελίδα 104. Το σύγγραμμα Gatley, πιο πάνω, πραγματεύεται τούτη την ομιλία στις σελίδες 128 και 129 και υποδεικνύει ότι ενίοτε η διερεύνηση του χαρακτήρα του κειμένου επιτρέπεται να εξέλθει των στενών πλαισίων τούτου και να επεκταθεί σε δημοσιεύματα που προηγήθηκαν χρονικά (It may in some cases be permissible to travel outside the bounds of the particular publication complained of to establish the context. If, for example, a weekly publication is so made up that a particular part of it becomes associated with the exposure of wrongdoing, that may make defamatory the inclusion in that part of material which would not otherwise be so). Οι περιστάσεις και οι προϋποθέσεις που διέπουν τέτοια περίπτωση επίσης αναφέρονται στο σύγγραμμα Gatley, πιο πάνω. Υποδεικνύεται εκεί ότι η χρονική εγγύτητα των δημοσιευμάτων, η συνάφεια του περιεχομένου τους και ο τρόπος με τον οποίο διασυνδέονται, είναι στοιχεία που διέπουν τη σκέψη του μέσου λογικού αναγνώστη στην προσπάθεια διαπίστωσης κατά πόσο τα δύο, ή περισσότερα, κείμενα, συνιστούν μέρος μιας ενιαίας σειράς δημοσιευμάτων (βλ. παράγραφο 3.32 υποσημείωση 346). Σε αυτή τη διεργασία δεν παραγνωρίζεται ο κίνδυνος που ελλοχεύει αν ήθελε αποφασιστεί ο συσχετισμός δύο ή και περισσότερων κειμένων, καθ' ότι ο συντάκτης ενός αθώου κειμένου ενδέχεται να κριθεί ένοχος λιβέλλου για γεγονότα που αποκαλύφθηκαν μετά τη δημοσίευση του δικού του κειμένου και τα οποία δημοσιεύτηκαν από άλλο πρόσωπο. Εν ολίγοις, είναι οι ενέργειες τρίτου προσώπου που προσδίδουν στο πρώτο κείμενο δυσφημιστική χροιά. Όπως υπεδείχθη από τον Sir Stanley Rees στην υπόθεση Hayward v. Thompson
(1982)Q.B.47 CA, σελίδα 72, κάτι τέτοιο είναι ανεπίτρεπτο. Στην υπό κρίση περίπτωση το γεγονός που δεσπόζει είναι ότι οι τέσσερις τύποι επιστολών γράφτηκαν από δυο διαφορετικά πρόσωπα, δηλαδή τους εναγόμενους 2 και 3, τη στιγμή που το σύνολο των επιστολών αντιπροσωπεύει την εναγομένη 1, δηλαδή την Εθνική. Εν τούτοις και οι δυο, εναγόμενοι 2 και 3, είχαν υπόψη τους τι επρόκειτο να γίνει, δηλαδή ότι και ο έτερος διευθυντής θα ταχυδρομούσε επιστολή ανάλογου περιεχομένου, εφόσον κοινή ήταν η οδηγία που έλαβαν από τον XXXXX Τζιάζα (βλ. τεκμήριο 11). Πέραν τούτου και οι δυο εναγόμενοι έκαναν λόγο για πάγια πρακτική της Εθνικής να ετοιμάζει τέτοιες επιστολές, ενώ ο εναγόμενος 2 προσκόμισε και το τεκμήριο 12 - επιστολές που στάληκαν στο παρελθόν σε σχέση με άλλο ασφαλιστικό σύμβουλο - γεγονός που επίσης προδίδει γνώση εκείνου που επρόκειτο να συμβεί. Από την άλλη εδώ το κείμενο που ενδιαφέρει είναι προσωπική επιστολή και όχι κείμενο που απευθύνεται στο ευρή κοινό. Παρ΄ ότι οι επιστολές στάληκαν κατά τον ίδιο, περίπου, χρόνο, παραλήπτης ήταν διαφορετικά πρόσωπα. Ως εκ τούτου αδύνατο είναι για τον Α παραλήπτη επιστολής να γνωρίζει το περιεχόμενο επιστολής που έλαβε ο Β παραλήπτης. Εν ολίγοις, δεν αποτελούν προϊόν κοινής ενέργειας όπου το συνολικό περιεχόμενο, δηλαδή και οι τέσσερις τύποι επιστολών, καθίσταται γνωστό στο σύνολο των παραληπτών. Υπό αυτή την έννοια κρίνω πως οι επίδικες επιστολές θα πρέπει να ειδωθούν αυτοτελώς και όχι ως σύνολο. Δεδομένη βεβαίως θεωρείται η δημοσίευση των επίδικων επιστολών. Άλλωστε οι επιστολές καλούσαν τους ασφαλιζόμενους να επικοινωνήσουν με την Εθνική και ο δεύτερος τύπος επιστολής στάληκε προς όσους δεν έλαβαν στα σοβαρά την πρώτη επιστολή. Περαιτέρω, οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου, εδραζώμενες, μεταξύ άλλων, στη μαρτυρία των εναγομένων 2 και 3, θέλουν το σύνολο, όσων έλαβαν επιστολή, πλην ενός, να επικοινωνεί με την Εθνική. Περαιτέρω θέλουν τους εναγόμενους να στέλνουν στη συνέχεια τις απολογητικές επιστολές, τεκμήρια 15 και 16. Συνεπώς οι πελάτες προς τους οποίους είχαν σταλεί τα τεκμήρια 3,4,5 και 6, είχαν λάβει τούτες τις επιστολές και επικοινώνησαν με την Εθνική. Άλλως πως δεν υπήρχε λόγος να σταλεί απολογητική επιστολή σε πρόσωπο που δεν επικοινώνησε με την Εθνική. Τα πιο πάνω επιβεβαιώνουν όμως συμπέρασμα δημοσίευσης των επιστολών, τεκμήριο 3 έως και 6 και είναι γι΄ αυτό που αναφέρθηκε ότι η δημοσίευση θεωρείται γεγονός. Έχοντας αποφασίσει ως ανωτέρω, ανοίγει ο δρόμος για έλεγχο του περιεχομένου των επιστολών. Είναι γεγονός ότι το πλέον δύσκολο και βασανιστικό εγχείρημα για ένα δικαστήριο είναι η απάντηση του ερωτήματος κατά πόσο το κρινόμενο δημοσίευμα συνιστά λίβελλο ή όχι. Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Κωνσταντίνου κ.α. ν. Καραμεσίτη Πολ. Έφ. 216/08, ημερομηνίας 8.4.11 και στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτινός Λτδ ν. Παπαευσταθίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 856, ό,τι καθορίζει το αποτέλεσμα και διέπει την όλη διεργασία, προκύπτει από αντιπαραβολή και εξισορρόπηση του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης, με εκείνο της αξιοπρέπειας και της φήμης του ανθρώπου. Εφαρμογή των πιο πάνω στα ιδιαίτερα γεγονότα κάθε υπόθεσης, δεικνύει ποιο εκ των δυο υπερισχύει και συνακόλουθα αν το δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό. Η όλη βεβαίως διεργασία αφορά το σύνολο του δημοσιεύματος και όχι απλώς μεμονωμένα αποσπάσματα και περαιτέρω, στις λέξεις αποδίδεται η φυσική ερμηνεία που θα απέδιδε σε αυτές ο ορθά σκεπτόμενος άνθρωπος, αναλογιζόμενος τον χρόνο, τόπο και περιστάσεις κάτω από τις οποίες γράφτηκε (βλ. Χαραλάμπους ν. Βασιλείου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1395,1400). Επιπλέον, αν το λεξιλόγιο που χρησιμοποιήθηκε επιδέχεται πολλαπλές ερμηνείες, δεν θα του αποδοθεί εκείνη που το καθιστά δυσφημιστικό (βλ. Κουτσού ν. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1198). Έχει παρατεθεί αυτούσιο το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών και γι΄ αυτό παρέλκει λόγος επανάληψης. Παρατηρείται όμως ότι οι τρεις τύποι επιστολών, δηλαδή τα δυο είδη επιστολών που συνέταξε ο εναγόμενος 2 και ο πρώτος τύπος επιστολής που απέστειλε ο εναγόμενος 3, αναδεικνύουν κοινό στοιχείο. Τούτο είναι η εκεί αναφορά ότι τα ασφάλιστρα του συμβολαίου του ασφαλιζομένου στον οποίο απευθύνεται η επιστολή είναι απλήρωτα και γι΄ αυτό καλείται να τα καταβάλει, αλλιώς το συμβόλαιο θα ακυρωθεί. Αυτή είναι η ουσία του περιεχομένου των εν λόγω επιστολών. Κατά τα λοιπά γεγονός είναι ότι οι επιστολές δεν αφορούν αυτόν καθ΄ εαυτόν τον ενάγοντα. Δεν σχολιάζονται και ούτε χαρακτηρίζονται εκεί δικές του ενάγοντα ενέργειες. Οι επιστολές απευθύνονται σε συμβαλλομένους της Εθνικής, οι οποίοι καλούνται να πληρώσουν καθυστερημένα ασφάλιστρα, ή αν έχουν καταβάλει τούτα [τα ασφάλιστρα], να προσκομίσουν την εξοφλητική απόδειξη. Σε τέτοια όμως περίπτωση το δίκαιο εξυπηρετείται από τη δικανική επινόηση γνωστή και ως innuendo, ελληνιστί υπαινιγμός. Ποια η σημασία τούτης της νομικής θέσης και ποια η εμβέλεια στην εφαρμογή της, εξηγείται στο σύγγραμμα Gatley, πιο πάνω. Στην παράγραφο 3.19 αναφέρεται ότι∙ «Where, however, the defamatory meaning only arises because of extrinsic facts which are known to the recipients there is said to be an "innuendo"». Και πιο κάτω με παραπομπή στην υπόθεση Grubb v. Bristol United Press
(1962)2 All E.R.380, αναφέρεται ότι∙ « Where the claimant relies on such a meaning: ". there is one cause of action for the libel itself, based on whatever imputations or implications can reasonably be derived from the words themselves, and there is another different cause of action, namely, the innuendo, based not merely on the libel itself, but on an extended meaning created by a conjunction of the words with something outside them. The latter cause of action cannot come into existence unless there is some extrinsic fact to create the extended meaning". » Ας σημειωθεί δε ότι η υπόθεση Grubb, πιο πάνω, υιοθετήθηκε από την ημεδαπή νομολογία στην υπόθεση Εκδοτική Εταιρεία Θεμέλιο Λτδ & Άλλοι v. Τάκη Καζολίδη
(1991)1 ΑΑΔ 607, 611, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα Αναφορικά με το θέμα του innuendo σχετικά είναι και τα πιο κάτω αποσπάσματα από την υπόθεση Grubb ν. Bristol United Press Limited [1962] 2 All E.R. 380: "... an innuendo properly so called which is an allegation that words were used in a defamatory sense other than their ordinary meaning and which provides a separate cause of action must be supported by extrinsic facts or matters and cannot be founded only on interpretation, because if the words bear the interpretation imputed to them they are defamatory in their natural and ordinary meaning...." Συνεπώς στο δίκαιο της δυσφήμισης παρατηρούνται περιπτώσεις που το κείμενο που στοχοποιείται, παρουσιάζει, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, περιεχόμενο καθ΄ όλα αθώο, ή έστω ουδέτερο. Σε αυτές όμως τις περιπτώσεις είναι δυνατό, και δικονομικά επιτρεπτό, ο ενάγων να έχει κατά νου γεγονότα που αν ήταν σε γνώση του μέσου συνετού αναγνώστη του κειμένου, πιθανόν να κατέληγε σε συμπέρασμα ότι το περί ου ο λόγος κείμενο συνιστά λίβελλο. Βάσει όλων των ανωτέρω παρεμβάλλεται ότι σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του δικαστηρίου, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ουδέν συμβόλαιο του ενάγοντα είχε οφειλόμενο ασφάλιστρο. Περαιτέρω, γεγονός είναι ότι οι πελάτες του ενάγοντα κατέβαλλαν τα ασφάλιστρα τους στον ίδιο, ο οποίος με τη σειρά του φρόντιζε να παραδοθούν στην Εθνική. Περιττό να προστεθεί ότι οι αρχές του innuendo τυγχάνουν εφαρμογής και σε σχέση με την ταυτότητα του προσώπου που θίγεται, εφόσον υπάρχουν περιπτώσεις που ο προσβαλλόμενος δεν αναφέρεται καν στο κείμενο (βλ. Gatley πιο πάνω, παράγραφο 28.25 με τίτλο Identification of the Claimant). Εδώ λοιπόν, είναι κατανοητό ότι οι όποιες επιπτώσεις από τα αναφερόμενα στα τεκμήρια 3 έως 6, βαρύνουν τον ασφαλιστή που ενώ παρέλαβε τα ποσά από τους πελάτες του, δεν τα κατέβαλε. Τούτο το πρόσωπο είναι ο ενάγων και όλα τα μέρη της διαδικασίας συμφωνούν δια αυτό. Τι είναι λοιπόν εκείνο που ξεπροβάλλει από τα εν λόγω δεδομένα. Είμαι της γνώμης ότι ο ασφαλιζόμενος που παραλαμβάνει επιστολή τέτοιου περιεχομένου και μάλιστα με απειλή ακύρωσης του συμβολαίου του, ενώ γνωρίζει ότι έχει εξοφλήσει κάθε οφειλόμενο ποσό, εφόσον δεδομένο είναι ότι κατέβαλε τούτο στον ασφαλιστή του, εδώ τον ενάγοντα, θολώνει το μυαλό του και αριθμός σκέψεων κυριεύει το νου. Εύλογα ο μέσος άνθρωπος που γνωρίζει τα εξωγενή γεγονότα διερωτάται τι απέγιναν τα χρήματα που κατέβαλε στον ασφαλιστή. Η δε άμυνα του μυαλού τίθεται σε λειτουργία και αρχίζει να πιθανολογεί περιπτώσεις που δικαιολογούν τον οργανισμό, εν προκειμένω την Εθνική, να αποστείλει τέτοια επιστολή. Η πιθανολόγηση όμως δεν είναι απεριόριστη. Δυο είναι τα σενάρια που διερωτάται ο μέσος συνετός αναγνώστης, δηλαδή κατά πόσο ο ασφαλιστής καταχράστηκε τα χρήματα που έλαβε, εφόσον δεδομένο είναι ότι τα έλαβε, ή κατά πόσο αμέλησε να ασκήσει το καθήκον του και να παραδώσει τούτα στην ασφαλιστική εταιρεία. Από όποια σκοπιά και αν εξετάσει κανείς το περιεχόμενο των τεσσάρων αυτών επιστολών, ο ασφαλιστής είναι εκτεθειμένος. Λέγω των τεσσάρων επιστολών εφόσον και ο δεύτερος τύπος επιστολής που έστειλε ο εναγόμενος 3, προειδοποιεί για ακύρωση του συμβολαίου, παρ΄ ότι δεν αναφέρει ότι οφείλονται ασφάλιστρα. Εν πάση όμως περιπτώσει, σύμφωνα με τη μαρτυρία της υπεράσπισης, ο δεύτερος τύπος επιστολής ακολούθησε τον πρώτο. Δηλαδή αποτελούσε συνέχεια της επιστολής που είχε προηγηθεί. Υπό αυτή την έννοια ίδια είναι τα αποτελέσματα που και αυτή προάγει. Τα εξωγενή λοιπόν γεγονότα της υπόθεσης δακτυλοδείχνουν τον ενάγοντα. Αυτός είναι που εισέπραξε το σύνολο των ασφαλίστρων και συνεπώς αυτός είναι που όφειλε να το καταβάλει στην Εθνική, ώστε να μην καταστεί υπερήμερο και να μην επηρεαστούν τα συμβόλαια. Με αυτά λοιπόν τα δεδομένα και παρ΄ ότι οι εναγόμενοι δεν ονομάτισαν τον ενάγοντα, όποιος γνωρίζει τα πιο πάνω γεγονότα αυτόν είναι που σκέφτεται και μάλιστα με αρνητικές σκέψεις. Άλλωστε τα τεκμήρια 5 και 6 αναγράφουν ότι κοινοποιήθηκαν στον ενάγοντα, στοιχείο ανεξάρτητο που δαχτυλοδείχνει τούτον ως τον υπαίτιο της όλης κατάστασης που οδήγησε στην επιστολή της Εθνικής και την προειδοποίηση για ακύρωση της συμφωνίας. Συνεπώς θεωρώ δεδομένο ότι υπό τις περιστάσεις οι τέσσερις τύποι επιστολών δαχτυλοδείχνουν τον ενάγοντα. Περαιτέρω, αν ο μέσος συνετός αναγνώστης γνώριζε τούτα τα εξωγενή δεδομένα, θα κατέληγε στο συμπέρασμα πως είτε ο ασφαλιστής καταχράστηκε το ασφάλιστρο, είτε απλώς παρέλειψε να το καταβάλει και γι΄ αυτό η Εθνική προέβη σε τούτο το δραστικό μέτρο, δηλαδή να προειδοποιήσει για ακύρωση της συμφωνίας. Παρέλκει βεβαίως ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης πως η κατάχρηση χρηματικού ποσού συνιστά ποινικό αδίκημα και κατ΄ επέκταση η απόδοση ποινικού αδικήματος σε τρίτο συνιστά λίβελλο. Αυτό γιατί το άρθρο 17
(1)(α) του Αστικού Κώδικα, Κεφ. 148, ρητά δηλώνει πως η απόδοση σε τρίτο εγκλήματος, συνιστά λίβελλο. Από την άλλη, η απόδοση στον ασφαλιστή συμπεριφοράς που τον θέλει να αμελεί να καταβάλει το ασφάλιστρο, και αυτό παρ΄ ότι το είσπραξε από τον ασφαλιζόμενο, φανερώνει αμέλεια που ισούται με παράβαση καθήκοντος. Άλλωστε υποχρέωση του ασφαλιστή είναι να καταβάλει και όχι να κατακρατήσει το ασφάλιστρο, εξού και καταβάλλεται σε αυτόν, ως ενδιάμεσος μεταξύ ασφάλειας και ασφαλιζόμενου. Και αυτή όμως η συμπεριφορά που εμμέσως αποδόθηκε στον ενάγοντα συνιστά λίβελλο. Επί του προκειμένου υποδεικνύεται ότι στον Gatley, πιο πάνω, παράγραφο 2.19, αναφέρεται ότι∙ «It has been held defamatory to write of someone that he has been guilty ... of a breach of duty ..» Επίσης στην παράγραφο 2.21, αναφέρεται ότι∙ «Insolvency and credit. While it is not defamatory, without more, to say that someone owes money, for that "is to say what is true of every house-holder . on most days of the month" it is defamatory to say that any person (whether or not he is a trader or in business and including a corporation) is insolvent, or cannot or will not pay his debts, or has delayed paying his debts. No element of misconduct is required; Even if delay in paying or inability to pay a debt is the result of misfortune, to impute such delay or inability to someone would tend to injure his credit in a financial sence, which the law protects as part of his reputation. A statement may be defamatory without imputing actual insolvency». Εν κατακλείδι, στην υπόθεση Phileleftheros Public Company Ltd v. Χριστοδούλου
(2012)1Β ΑΑΔ 1763, 1774 αναφέρθηκε ότι∙ « Ο Εφεσίβλητος είναι άτομο ανεύθυνο, αμελές, επιπόλαιο και ότι εκτελούσε τα καθήκοντα του πλημμελώς. Συμφωνούμε ότι το αναληθές δημοσίευμα έπληττε τη φημη και την υπόληψη του στον επαγγελματικό του χώρο, αλλά και ανάμεσα σε άτομα του κοινωνικού και οικογενειακού του περιβάλλοντος». Υπό το φως όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι το περιεχόμενο των επιστολών που απέστειλαν οι εναγόμενοι είναι δυσφημιστικό για τον ενάγοντα και αυτό το νόημα θα απέδιδε σε αυτό κάθε συνετός αναγνώστης που έχει γνώση των εξωγενών γεγονότων που αναφέρθηκαν. Περιπλέον, με αυτό τον τρόπο αντιμετωπίστηκε και από τους πελάτες του ενάγοντα, οι οποίοι επικοινώνησαν μαζί του για να του παραπονεθούν και να τον επικρίνουν. Η υπεράσπιση των εναγομένων αποκαλύπτει ότι δεν εγείρεται οιαδήποτε από τις θεσμοθετημένες υπερασπίσεις που δύνανται να αναχαιτίσουν τις επιπτώσεις λιβέλλου (βλ. άρθρο 19, Κεφ. 148). Ακόμη και αυτή η υπεράσπιση της αλήθειας, έστω ότι ήθελε θωρηθεί πως ηγέρθηκε, δεν προκρίθηκε για το σύνολο των επιστολών αλλά μόνο για εκείνους τους λίγους πελάτες, που κατ΄ ισχυρισμό όφειλαν ασφάλιστρα. Αυτή όμως η θέση απορρίφθηκε και ουδεμία άλλη μαρτυρία υποστηρίζει ότι ο διαπιστωθείς λίβελλος εδράζεται σε αληθή βάση. Εν πάση όμως περιπτώσει, έχει υποδειχθεί ήδη ότι η έρευνα των εναγομένων για εξακρίβωση του ποιοι πελάτες οφείλουν ασφάλιστρα, άρχισε μετά που ταχυδρομήθηκαν κάποιες (σχεδόν οι μισές) εκ των επιστολών. Όπως υποδεικνύεται στον Gatley, πιο πάνω, παράγραφο 11.6 ∙ «
(7)It is not permitted to rely upon post-publication events in order to establish the existence of reasonable grounds, since (by way of analogy with fair comment) the issue has to be judged as at the time of publication.» Ως εκ τούτου ακόμη και αυτή η περιορισμένη υπεράσπιση της αλήθειας, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, εφόσον δεν υφίστατο πριν την αποστολή των επιστολών, τεκμήρια 3 έως 6. Συνακόλουθα οι εναγόμενοι κρίνονται ένοχοι του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης, κατά πως έχει επεξηγηθεί. Εν τούτοις η διερεύνηση δεν ολοκληρώνεται εδώ. Ο ενάγων επικαλείται άλλες δυο βάσεις αγωγής. Συνεπώς εξέτασης χρίζουν και τα άλλα δυο αστικά αδικήματα, ήτοι∙ συνωμοσία και επιζήμια ψευδολογία. Το τελευταίο εκ των δυο έχει συστατικά στοιχεία τη δημοσίευση δήλωσης, που είναι ψευδής και που γίνεται κακόβουλα ( maliciously). Επιπλέον, απόδειξη τούτου επιβάλει, σύμφωνα πάντα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 25
(2)του Κεφ. 148, ότι το θύμα υπέστη ειδική ζημιά. Για δε το αδίκημα της συνωμοσίας σχετική είναι η απόφαση Χριστοφόρου κ.α. v. Barclays Bank PLC
(2009)1 ΑΑΔ 25 όπου λέχθηκε ότι∙ « Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν έχει, μέχρι σήμερα, πραγματευθεί το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας. Σύμφωνα με τον Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Reissue, Tόμος 45
(2), τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος κατά το κοινοδίκαιο, είναι τα ακόλουθα: Σε μετάφραση: «Απαραίτητα στοιχεία του αδικήματος της συνωμοσίας. Για να αποδείξει το αδίκημα της συνωμοσίας ο απαιτών πρέπει να αποδείξει
(1)συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων∙
(2)είτε, όπου τα μέσα είναι νόμιμα, συμφωνία της οποίας ο πραγματικός και κυρίαρχος σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα είτε, όπου τα μέσα είναι παράνομα, συμφωνία της οποίας ο σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα∙ και
(3)πράξεις που τελέστηκαν εις εκτέλεση της συμφωνίας είχαν ως αποτέλεσμα της πρόκληση ζημιάς στον ενάγοντα" Δεν είναι πρόθεση μου να μακρηγορήσω σε ό,τι αφορά αυτά τα δυο αδικήματα. Έχω ήδη αναφέρει ότι δέχομαι τη μαρτυρία των εναγομένων 2 και 3 ως ορθή και αληθή. Υπεδείχθη ακόμη, βάσει της μαρτυρίας των εναγομένων 2 και 3, ότι ουδεμία κακοβουλία διαπιστώνεται στις ενέργειες των εναγομένων. Αν είναι κάτι που προστίθεται τώρα, είναι πως ούτε πρόθεση πρόκλησης βλάβης διαπιστώνεται. Οι ενέργειες των εναγομένων δεν είχαν στόχο τον ενάγοντα, αλλά σκοπούσαν σε διαφύλαξη των συμφερόντων της Εθνικής. Έστω και αν οι ενέργειες τους εν τέλει έβλαψαν τον ενάγοντα, εφόσον έπληξαν την υπόληψή του. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις όμως δεν αφήνουν τις άλλες δυο βάσεις αγωγής να καρποφορήσουν και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Εν κατακλείδι, ό,τι απομένει είναι μόνο ο καθορισμός των αποζημιώσεων που δικαιούται ο ενάγων ένεκα της δυσφήμισης που υπέστη. Και λέγω μόνο γιατί ο ενάγων αιτείται και ειδικές αποζημιώσεις. Παρ΄ όλα αυτά δεν απεδείχθη οιαδήποτε ειδική ζημιά και έτσι ούτε αυτή η πτυχή της αγωγής επιτυγχάνει. Για τις αποζημιώσεις καθοδήγηση αντλώ από τα λεχθέντα στην υπόθεση Χατζηπαναγιώτου ν. Δρουσιώτη κ.α.
(2009)1Β Α.Α.Δ. 1321. Στη σελίδα 1330 λέχθηκε ότι. «Ο σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του ενάγοντα από τα αποτελέσματα της δυσφημιστικής δήλωσης. Οι γενικές αποζημιώσεις, στην περίπτωση της δυσφήμισης, εξυπηρετούν τρεις βασικούς στόχους: (α) τη θεραπεία του ενάγοντα από τη βλάβη που υπέστη εξαιτίας της δημοσίευσης της δήλωσης, (β) την αποκατάσταση της ζημιάς στην πληγείσα φήμη του ενάγοντα και (γ) τη δικαίωσή του. Οι αποζημιώσεις, σε περιπτώσεις δυσφήμισης όπως η παρούσα, δεν υπολογίζονται με αναφορά σε οποιοδήποτε μαθηματικό τύπο. Το δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του όλους τους σχετικούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων, τη συμπεριφορά του ενάγοντα, τη θέση και την υπόληψή του, τη φύση της δυσφήμισης, τον τρόπο και το βαθμό της δημοσίευσης, την απουσία ή την άρνηση του εναγομένου να απολογηθεί και να αποκαταστήσει τη φήμη του ενάγοντα και τη συμπεριφορά του εναγόμενου από το χρόνο της δημοσίευσης της δυσφήμισης μέχρι την απόφαση.» Επιπλέον, καθοδήγηση αντλώ και από τις υποθέσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπακυριακού, Πολ. Έφ. 389/08, ημερομηνίας 30.4.12, Παττούρας ν. Εκδοτική Εταιρεία Τηλέγραφος Λτδ κ.α.
(2009)1Β Α.Α.Δ. 1222 και Phileleftheros, πιο πάνω. Στην προκείμενη περίπτωση η δημοσίευση είναι περιορισμένη μεταξύ των πελατών του ενάγοντα. Ο αριθμός τούτων ανέρχεται σε περίπου
- Ενδεικτική είναι η παραδοχή της υπεράσπισης στο Παράρτημα Α, δηλαδή τα πρόσωπα στα οποία στάληκε απολογητική επιστολή και ως εκ τούτου συνάγεται ότι στα εν λόγω πρόσωπα προηγήθηκε αποστολή τουλάχιστον μιας επιστολής εκ των τεκμηρίων 3 έως
- Υπόψη λαμβάνονται και τα τεκμήρια 3 έως 6, εφόσον κάποια ονόματα δεν συμπεριλαμβάνονται στο Παράρτημα Α, αλλά και το γεγονός ότι κάποιες εκ των επιστολών κοινοποιήθηκαν και στον Αρχηγό Αστυνομίας και το Τμήμα Ασφαλιστών Μηχανοκίνητων Οχημάτων. Από την άλλη δεν μπορεί να μην επισημανθεί ότι το περιεχόμενο των δυσφημιστικών επιστολών άφησε σοβαρές αιχμές εναντίον του ενάγοντα, όπως ακόμη και αυτό το αδίκημα της κατάχρησης περιουσίας ή έστω αμελούς συμπεριφοράς στο επάγγελμα. Και όλα αυτά χωρίς πραγματικό έρεισμα, δοθέντος ότι στο τέλος της ημέρας ο ισχυρισμός ότι κάποιοι εκ των πελατών του ενάγοντα χρωστούσαν ασφάλιστρα, απορρίφθηκε. Προτού όμως καθοριστεί το ύψος του ποσού επισημαίνω κάτι ακόμη. Η Εθνική είναι υπαίτια για το σύνολο των επιστολών. Όχι όμως και οι εναγόμενοι 2 και 3, εφόσον έκαστος εξ΄ αυτών κρίνεται για τις επιστολές που ο ίδιος δημοσίευσε και όχι για το σύνολο. Οι δυο τους, εναγόμενοι 2 και 3, έστειλαν ισάριθμο, περίπου, αριθμό επιστολών. Ο πρώτος έστειλε 15 και ο δεύτερος
- Συνεπώς καταλήγω ότι η ευθύνη των εναγομένων 2 και 3 είναι μικρότερη από εκείνη της Εθνικής, αλλά ίση μεταξύ τους. Με αυτά κατά νου, υπέρ του ενάγοντα επιδικάζεται αποζημίωση ύψους €8.000 δια το οποίο η εναγομένη 1 είναι υπεύθυνη στο ακέραιο, ενώ οι εναγόμενοι 2 και 3 δια ποσό ύψους €2.000, έκαστος, κεχωρισμένα και/ή αλληλέγγυα με τους λοιπούς εναγομένους. Υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων, στο σύνολο τους, κεχωρισμένα και/ή αλληλέγγυα, επιδικάζονται δικηγορικά έξοδα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ. ) ............ Λ. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Κ.Κ. Αναφορά: Αγωγές/Τελική/Λίβελλος Subject: Civil/Final/Livellos cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο