TC & LA ESTATES LTD ν. ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 153/18, 11/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A639 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 153/18 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 και επί τοις αφορώσι τον περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ. 224 ως και τις τροποποιήσεις τους. Μεταξύ: TC & LA ESTATES LTD (ΗΕ 176625) Αιτητές / Εφεσείοντες και ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Καθ'ων η Αίτηση / Εφεσίβλητοι Αίτηση ημερομηνίας 2.5.2018 και Διάταγμα ημερ.7.5.2018 Ημερομηνία: 11 Μαΐου, 2018 Για τους Αιτητές: κα Γαβριηλίδου Για τους Καθ'ων η Αίτηση: κ. Μακρίδης με κα Ανδρέου ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά από αίτηση την 7.5.2018 εξεδόθησαν μονομερώς τα πιο κάτω Διατάγματα: «
- Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται και/ή ακυρώνεται η διαδικασία του πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου με αρ. εγγραφής 2/XXXXX, Φ/Σχ. 21/53Ε1/2, Τεμάχιο XXXXX εις Έγκωμη, Δήμος Λευκωσίας, που έχει ορισθεί την 14.05.2018 με ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» ημερ. 23.01.2018, μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης έφεσης.
- Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται και/ή ακυρώνεται η προωθούμενη διαδικασία εκποίησης της υποθήκης Υ8740/06 μέσω των ειδοποιήσεων τύπου «Θ», «Ι», «ΙΑ» και «ΙΒ» μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης έφεσης». Η Αίτηση στηρίζεται στα αρ. 29 - 32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα αρ.
- 36, 44Α έως 44ΙΑΑ και 44ΙΓ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/65, στους σχετικούς Κανονισμούς Πώλησης Ενυπόθηκων Ακινήτων ΚΔΠ 185/15, στα αρ. 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224, στα αρ. 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, στο Σύνταγμα, στην επιείκεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της κας XXXXX Στεφανίδου Κωστάππη, διευθύντρια της Αιτήτριας. Η κα Κωστάππη αναφέρει ότι έχει διοριστεί διευθύντρια της Αιτήτριας την 15.1.2018 μετά από παύση του κ. XXXXX Κωστάππη, ο οποίος την πληροφόρησε στις 19.4.2018 ότι του είχε πρόσφατα επιδοθεί μία επιστολή για τον πλειστηριασμό του ακινήτου που είχε υποθηκευθεί προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου με την υποθήκη XXXXX/
- Ο τελευταίος θεώρησε ότι η επιστολή αυτή ήταν αποτέλεσμα της διαδικασίας εκτέλεσης της απόφασης που είχε εκδοθεί στο πλαίσιο της αγωγής αρ. XXXXX/13 στην οποία και είχε εκδοθεί διάταγμα για πώληση με δημοπρασία της ίδιας υποθήκης. Μετά από επικοινωνία της ομνύουσας με τον κ. XXXXX Κωστάππη αυτός έψαξε και βρήκε τις Ειδοποιήσεις Τύπου «Θ» και «Ι» που του είχαν επιδοθεί την 1.12.2016, τις Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ»και «ΙΒ» που του επιδόθηκαν την 22.1.2018 και την επιστολή Ειδοποίησης Πλειστηριασμού με το Δελτίο «Α» που του είχε επιδοθεί την 12.4.
- Σημειώνει ότι η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» φέρει ημερομηνία 23.1.
- Είναι η θέση της κας Κωστάππη ότι η προωθούμενη διαδικασία εκποίησης είναι λανθασμένη και έγινε καταχρηστικά αφού για το δάνειο σε σχέση με το οποίο θεσπίστηκε η Υποθήκη εξεδόθη απόφαση στην αγωγή αρ. XXXXX/13 την 22.5.2017 στην οποία περιλαμβάνεται διάταγμα για πώληση μέσω δημοπρασίας μέσω του Κτηματολογίου του επίδικου ακινήτου. Εισηγείται ότι δεν υφίσταται υπερημερία χρέους στην υπό εκδίκαση περίπτωση αφού υπάρχει Δικαστική απόφαση και ούτε υπάρχει ποσό που κατέστη απαιτητό αλλά εξ αποφάσεως χρέος, με αποτέλεσμα να μην τυγχάνει εφαρμογής το Μέρος VIA του Ν9/
- Τέλος η Ενόρκως Δηλούσα αναφέρει ότι είναι επείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αφού, εάν οι Καθ'ων η Αίτηση προχωρήσουν με τον προγραμματισμένο πλειστηριασμό στις 14.5.2017, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον και τυχόν επιτυχία της κυρίως αίτησης / έφεσης θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Οι δε Καθ'ων δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά αφού σε περίπτωση αποτυχίας της κυρίως αίτησης / έφεσης θα μπορούν να προχωρήσουν με τον πλειστηριασμό σε άλλη ημερομηνία. Οι Καθ'ων η Αίτηση καταχώρησαν Ένσταση στην Αίτηση η οποία στηρίζεται στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/65 ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στα αρ. 27, 35 έως 42, 44 Α - 44ΙΑΑ, 44ΚΣΤ και παραρτήματα αυτού, στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς, ΚΔΠ 185/2015, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224 αρ. 80 και 81, στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς, στα αρ. 21, 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40, Δ.38, Δ.39, Δ.48, Δ.55, Δ.64, στους γενικούς κανόνες επιεικείας και στην πρακτική και τις σύμφυτες εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου. Σημειώνω ότι, παρά το γεγονός ότι στην Ένσταση προβάλλονται 12 λόγοι ένστασης, κατά την ακρόαση του προσωρινού Διατάγματος ο ευπαίδευτος συνήγορος ανέφερε ότι περιορίζεται στους λόγους 8 έως 12 τους οποίους και παραθέτω αυτούσιους: «
- Oι Αιτητές προέβηκαν σε παραπλάνηση του Δικαστηρίου και/ή δεν παρουσίασαν την αληθή εικόνα πραγμάτων όταν προσέρχονταν μονομερώς στο Δικαστήριο και/ή απέκρυψαν από το Δικαστήριο και/ή προέβηκαν σε ψευδείς και/ή αναληθείς δηλώσεις στο Δικαστήριο.
- Οι Αιτητές καθυστέρησαν υπέρμετρα στην προώθηση της παρούσας αίτησης και/ή η συμπεριφορά των ΑΙτητών είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη με αποτέλεσμα να μην δικαιούνται σερ θεραπείες του Δικαίου της Επιείκειας.
- Καμία ανεπανόρθωτη βλάβη δεν θα υποστούν οι Αιτητές με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αντίθετα η ολοκλήρωση της διαδικασίας του πλειστηριασμού και η τυχόν πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου θα εξυπηρετήσει τόσο τα συμφέροντα των Αιτητών (με την ολική ή μερική εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους τους) και της Δικαιοσύνης γενικότερα αφού θα ικανοποιηθεί εν όλω ή εν μέρει μία εκ συμφώνου εκδοθείσα απόφαση.
- Τυχόν ζημιές που υποστούν οι Αιτητές (που θέση της Τράπεζας είναι ότι καμία ζημιά δεν θα υποστούν οι Αιτητές με την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων) μπορούν να αναπληρωθούν με την καταβολή αποζημιώσεων, τις οποίες η Τράπεζα είναι σε θέση να καταβάλει.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Τράπεζας και της απόρριψης της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει ο κ. XXXXX Σακκάς Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Πλειστηριασμών της Καθ'ης η Αίτηση τράπεζας. Σε σχέση με τα θέματα στα οποία περιορίστηκε τελικώς η ένσταση του κ. Μακρίδη, ο κ. Σακκάς κάνει αναφορά στις συζητήσεις που έλαβαν χώρα μεταξύ των μερών για διευθέτηση του χρέους και στην παράταση που δόθηκε ώστε αυτό να ξοφληθεί για να εξαλειφθούν οι υποθήκες. Ένεκα του ότι οι Αιτητές δεν τήρησαν τα συμφωνηθέντα οι Καθ'ων η Αίτηση αποφάσισαν να προχωρήσουν με τη διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού και επέδωσαν τις Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» και «ΙΒ» στον κ. XXXXX Κωστάππη, ο οποίος τις παρέλαβε ως διευθυντής της εταιρείας χωρίς όμως να ενημερώσει τον επιδότη για τις αλλαγές στην εταιρική δομή της Αιτήτριας εταιρείας, συνέχισε δε να επικοινωνεί με τους Καθ'ων για τη διαδικασία. Σε σχέση με την ύπαρξη απόφασης στην αγωγή αρ. XXXXX/13 είναι η θέση του κ. Σακκά ότι δεν αποτελεί λόγο ακύρωσης της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου βάσει των διατάξεων του Μέρους VIA του Ν9/65 αφού οι Καθ'ων η Αίτηση δύνανται να προωθούν τη διαδικασία αυτή ανεξαρτήτως της ύπαρξης πολιτικής αγωγής και εκδοθείσας απόφασης. Εισηγείται ότι οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου επιτρέπουν τη συνύπαρξη πολιτικής αγωγής και της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου βάσει του Ν9/65 η δε νομοθεσία επιβάλλει και επιτάσσει την εφαρμογή των προνοιών για τη διαδικασία πλειστηριασμού σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του αρ. 32 είναι η θέση του ότι ουδεμία ζημιά θα υποστούν οι Αιτητές με την ολοκλήρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού αφού το ποσό που θα εισπραχθεί θα χρησιμοποιηθεί για την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους τους και θα εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Οι όποιες δε ζημιές είναι εύκολα επανορθώσιμες και ανακτήσιμες αφού μόνο χρηματικές μπορεί να είναι. Τέλος ο κ. Σακκάς εισηγείται ότι οι Αιτητές έχουν παραβεί το καθήκον ύψιστης πίστης και παραπλάνησαν το Δικαστήριο αποκρύβοντας ουσιώδη γεγονότα. Είναι η θέση του ότι η κα Κωστάππη ψεύδεται ότι οι Ειδοποιήσεις επιδόθηκαν στις 22.1.2018 αφού από τις ένορκες δηλώσεις του επιδότη φαίνεται ότι αυτές επιδόθηκαν στις 23.1.2018, απέκρυψε ότι ο κ. XXXXX Κωστάππης επικοινωνούσε με την τράπεζα επανειλημμένα και ότι οι Αιτητές δεν ενημέρωσαν την τράπεζα για τις αλλαγές στην εταιρική τους δομή. Εισηγείται ότι η ίδια η καθυστέρηση στην προώθηση της Αίτησης / Έφεσης είναι ενδεικτική της κακόπιστης συμπεριφοράς των Αιτητών. Αμφότεροι οι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους εισηγήσεις αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στη διαδικασία αιτήσεων για προσωρινό διάταγμα το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επιτυχία της αίτησης. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό είναι κάτι που θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 CLR 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, και οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το εν λόγω άρθρο, είναι οι ακόλουθες: (α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη (β) Να υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία (γ) Το ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αν ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557) Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, έχει λεχθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Η δε δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι η ύπαρξη πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ο Αιτητής απλά πρέπει να καταδείξει ότι έχει μια ορατή δυνατότητα επιτυχίας (Odysseos v. Pieris Estates and Others, πιο πάνω, στη σελ.569 και επόμενες). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ως προς τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου βλ. Κοτ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ Ε 255, Karydas Taxi Co. Ltd v. Κomodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, M & M Transport Co Ltd v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 CLR 695, Bacardy & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 και Pariko Aluminium Designs v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015. Δεδομένης της δήλωσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Καθ'ων η Αίτηση ότι περιορίζει την ένσταση του στα θέματα παραπλάνησης και μη ικανοποίησης της τρίτης προϋπόθεσης του αρ. 32, δεν θα προβώ σε εκτενή εξέταση των δύο πρώτων προϋποθέσεων. Περιορίζομαι απλώς στο να αναφέρω ότι η κυρίως Αίτηση / Έφεση αφορά σε παραμερισμό των Ειδοποιήσεων Τύπου «ΙΑ» «Θ» «Ι» και «ΙΒ» προβάλλοντας μεταξύ άλλων ότι αυτές επιδόθηκαν σε άτομο το οποίο δεν ήταν διευθυντής κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά και την ύπαρξη αποφάσεως που προνοεί για την εκποίηση του ιδίου ακινήτου. Από τα πιο πάνω βρίσκω ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στους Αιτητές να δείξουν ότι έχουν «πιθανότητα επιτυχίας». Το Δικαστήριο εξετάζει στο στάδιο αυτό την ισχυρότητα της μαρτυρίας (evidential strength) της υπόθεσης των Αιτητών, το δε επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία δεν είναι ψηλό, απαιτώντας μόνο πιθανότητα επιτυχίας. Σημειώνω και εδώ επιγραμματικά ότι εάν μετά από αξιολόγηση οι θέσεις των Αιτητών γίνουν δεκτές θα έχουν και πιθανότητα να επιτύχουν στην κυρίως αίτηση τους. Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω την εισήγηση περί παραπλάνησης του Δικαστηρίου πριν από την τρίτη προϋπόθεση. Αιτήσεις της φύσεως αυτής, όπου επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος με μονομερή αίτηση, επιβάλλουν στον αιτητή την πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Αν διαφανεί ότι κάτι τέτοιο δεν έχει λάβει χώρα, το Δικαστήριο δύναται, για τον λόγο αυτό και μόνο, να ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα. Παραπέμπω προς τούτο στην απόφαση Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, όπου αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην Δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrimae fidae). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «Δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση». (βλ. επίσης μεταξύ άλλων Brink's Mat Ltd v. Elcombe and others
(1998)1 W.L.R. 1356 - 1357, Γενικός Εισαγγελέας (Νο. 2) ν. Σαββίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 349, Χριστιάνα Στυλιανού ν. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583, Δήμου Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1996)1 A.A.D. 597). Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598 πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ' αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής. Ο κ. Μακρίδης αγορεύοντας εισηγήθηκε ότι υπάρχει παραπλάνηση από την κα Κωστάππη ως προς την ημερομηνία επίδοσης αφού η θέση της αντικρούεται από τη μαρτυρία του επιδότη. Περαιτέρω εισηγείται ότι το γεγονός ότι οι Αιτητές δεν ενημέρωσαν για την αλλαγή στην μετοχική δομή δείχνει ότι έγιναν όλα επίτηδες με αλλότρια κίνητρα. Μελετώντας τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην Αίτηση είναι γεγονός ότι επί των Ειδοποιήσεων Τύπου «ΙΑ» και «ΙΒ» αναγράφεται χειρόγραφα η ημερομηνία 22.1.
- Τα όσα τίθενται από πλευράς Καθ'ων ως προς την αληθινή ημερομηνία επίδοσης συνιστούν απλώς την δική τους εκδοχή ως προς τα γεγονότα, και όχι δεδομένα. Συνεπώς δεν θεωρώ ότι το διάταγμα θα πρέπει να απορριφθεί για τον λόγο αυτό και μόνο. Το ίδιο ισχύει για το θέμα της αλλαγής στη μετοχική δομή, το οποίο ως γεγονός έχει αποκαλυφθεί στην Ένορκη Δήλωση της κας Κωστάππη. Εκείνο που εισηγείται ο κ. Μακρίδης ότι θα έπρεπε να είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι το κακόπιστο κίνητρο που οι Καθ'ων η Αίτηση αποδίδουν στους Αιτητές, πράγμα που δεν θεωρώ ότι εμπίπτει εντός της υποχρέωσης για πλήρη αποκάλυψη. Θέση της κας Γαβριηλίδου ήταν ότι οι Καθ'ων δεν δικαιούνται να προωθούν την διαδικασία πώλησης του Ν9/65 εν όψει της ύπαρξης απόφασης για πώληση της Υποθήκης που αφορά στο ίδιο ακίνητο, εισηγούμενη ότι εδώ δεν υφίσταται οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με Υποθήκη αλλά εξ αποφάσεως χρέος με αποτέλεσμα η διαδικασία πλειστηριασμού να είναι καταχρηστική. Αντίθετη ήταν η θέση του κ. Μακρίδη ο οποίος εισηγήθηκε ότι η ύπαρξη της απόφασης ουδόλως εμποδίζει την προώθηση διαδικασίας δυνάμει του Ν9/
- Αμφότεροι οι συνήγοροι παρέπεμψαν σε Πρωτόδικες Αποφάσεις προς υποστήριξη των εισηγήσεων τους. Κρίνω σκόπιμο στο στάδιο αυτό να παραθέσω τη διαδικασία που προβλέπει ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος 9/1965 όπου στο Μέρος VIA προδιαγράφεται η διαδικασία για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή. Συνοπτικά, αυτή είναι η ακόλουθη: - Όταν το χρέος καταστεί πληρωτέο κατόπιν υπερημερίας (αρ. 27) ο δανειστής δύναται να προχωρήσει με τη διαδικασία της πώλησης και αποστέλλει ειδοποίηση υπερημερίας στον Τύπο Θ (αρ. 44Β). - Ο ενυπόθηκος δανειστής επιδίδει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο έγγραφη ειδοποίηση του Τύπου Ι τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των 30 ημερών για εξόφληση του οφειλόμενου ποσού και ενημερώνοντας τον οφειλέτη ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμα του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου (αρ. 44Γ). - Σε περίπτωση που ο οφειλέτης δεν συμμορφωθεί εντός της πιο πάνω προθεσμίας ο ενυπόθηκος δανειστής επιδίδει σε αυτόν ή σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο Ειδοποίηση του Τύπου ΙΑ στην οποία αναφέρεται ότι το ακίνητο θα πουληθεί με πλειστηριασμό. Η Ειδοποίηση πρέπει να δοθεί εντός περιόδου όχι μικρότερης των 30 ημερών πριν τον πλειστηριασμό. - Ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δύναται να καταχωρήσει Έφεση στο Δικαστήριο για παραμερισμό της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ εντός 30 ημερών από την παραλαβή αυτής (αρ. 44Γ
(3)). - Ακολούθως διορίζονται εκτιμητές εκ μέρους των μερών για τη διενέργεια ανεξάρτητων εκτιμήσεων της αγοραίας αξίας του ακινήτου. Ο ενυπόθηκος δανειστής επιδίδει στον ενυπόθηκο οφειλέτη Ειδοποίηση Τύπου ΙΒ αναφέροντας ότι εντός 10 ημερών θα προχωρήσει σε διορισμό εκτιμητή (αρ. 44Δ
(2)). - Η αρχική προσπάθεια για πώληση του ακινήτου γίνεται μόνο με πλειστηριασμό και εφαρμόζεται επιφυλασσόμενη τιμή που αντιστοιχεί στο 80% της αγοραίας αξίας, ενώ το ακίνητο δεν δύναται να πωληθεί σε χαμηλότερη τιμή. Σε περίπτωση που δεν καταστεί δυνατή η πώληση με τον τρόπο αυτό ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει σε περαιτέρω προσπάθειες πώλησης του ακινήτου, και μετά τους 3 μήνες προσπαθειών δεν καθορίζεται πλέον επιφυλασσόμενη τιμή. Σε περίπτωση που με τον πρώτο πλειστηριασμό δεν καταστεί δυνατή η πώληση ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προβεί στην πώληση αυτού είτε με πληστειριασμό είτε με απευθείας πώληση αποστέλλοντας προς το σκοπό αυτό Ειδοποίηση Τύπου ΙΓ (αρ. 44 Η). Σημειώνω ότι Έφεση για παραμερισμό της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ δυνάμει του αρ. 44Γ
(3)δύναται να υποβληθεί μόνο για τους πιο κάτω λόγους: (α) η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή (δ) εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1), ήτοι την Ειδοποίηση Τύπου «Ι». Με την υπό εκδίκαση Αίτηση - Έφεση εκείνο που προβάλλεται ως λόγος Έφεσης είναι η ύπαρξη απόφασης στην αγωγή XXXXX/13 στην οποία εξεδόθη διάταγμα για πώληση της υποθήκης αρ. XXXXX/06. Έχω μελετήσει τις αποφάσεις στις οποίες με παρέπεμψαν οι συνήγοροι και έχω καταλήξει ότι η ύπαρξη απόφασης δεν αποτελεί εμπόδιο στην προώθηση της διαδικασίας πλειστηριασμού, όπου φυσικά δεν έχει ήδη τροχοδρομηθεί η διαδικασία πώλησης μέσω του Κτηματολογίου. Στο σημείο αυτό παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση της αδελφού Δικαστή κας Δ. Σωκράτους Π.Ε.Δ. στην Αίτ./Εφ.195/16 Χριστοφή Κουνούνα κ.α. ν Τράπεζας Κύπρου ημερ. 7.11.2016 το οποίο με βρίσκει απολύτως σύμφωνη και το οποίο υιοθετώ για σκοπούς της παρούσης: «Η προσπάθεια επίλυσης του ζητήματος και απάντησης του εύλογου ερωτήματος του τι δέον γενέσθαι στην περίπτωση ύπαρξης δικαστικής απόφασης και διατάγματος εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, αποτελεί εγχείρημα όχι και τόσο απλό, αφού αμφότερες οι απόψεις είναι λογικές. Πιστεύω πως μια αναδρομή στη σκοπιμότητα του Νόμου θα βοηθήσει την ερμηνεία του. Στόχος της θέσπισης του μέρους VIA, ήταν η πρόσδοση ταχύτητας στις διαδικασίες πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων και η είσπραξη των οφειλόμενων και εξασφαλιζόμενων με την υποθήκη ποσό ή ποσά. Για τούτο και οι προθεσμίες των 30 ημερών που τίθενται για πληρωμή αλλά ακόμη και η «ασφυκτική» προθεσμία των 30 ημερών από της καταχώρησης της αίτησης εντός της οποίας το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφανθεί (ο περί Πωλήσεως (Τροποποιητικός) Διαδικαστικός Κανονισμός 4/2015, άρθρο 14). Θεωρώ πως δεν είναι καθόλου άσχετη η έναρξη του Μέρους VIA με το άρθρο 44Α το οποίο καθορίζει την εφαρμογή του μέρους αυτού σε κάθε σύμβαση υποθήκης προγενέστερης ή μεταγενέστερης του Νόμου. Καθορίζει ρητά πως: «44Α.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρµόζονται σε κάθε περίπτωση σύµβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηµατικό µητρώο πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόµου ή η οποία εγγράφεται στο κτηµατικό µητρώο µετά την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόµου.» Προχωρεί περαιτέρω ο Νόμος συσχετίζοντας το παρόν Μέρος VIA με το προηγούμενο Μέρος VI, με το οποίο η πώληση επιτυγχανόταν μετά από αίτηση προς τον Διευθυντή του Κτηματολογίου, και αναφέρει πως: «
(2)Καµία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει µε την εφαρµογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.» Για να συνεχίσει στην επόμενη διάταξη όπου διαβάζουμε πως: «
(3)Καµία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρµογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύµφωνα µε τις διατάξεις του Μέρους VI:» Τίθεται δε επιπροσθέτως η κάτωθι επιφύλαξη με την οποία οι χρονικές προθεσμίες που τίθενται με το Μέρος VIA να αναπροσαρμόζονται και σε όσα ποσά έχουν καταστεί πληρωτέα πριν την εφαρμογή του: «Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρµογής από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόµου.» Τίποτα συνεπώς και καμία διάταξη υπάρχει στο Νόμο, απαγορευτική της χρήσης από τον ενυπόθηκο δανειστή της διαδικασίας του μέρους τούτου για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Ενδεχομένως η χρήση κάποιων εντύπων και διαδικασιών για να καταστεί το χρέος υπερήμερο ώστε να κινηθεί η διαδικασία του Μέρους VIA, να εφαρμόζεται όπου το χρέος είναι «οφειλόμενο». Οφειλόμενο όμως παραμένει και το εκ δικαστικής αποφάσεως ποσό, με τη διαφορά ότι η υπερημερία του είναι επιβεβαιωμένη. Ούτε βέβαια μπορούμε να μιλάμε για αναδιάρθρωση «δανείου» (τύπος Θ) αφού το δάνειο έχει καταστεί εξ΄ αποφάσεως χρέος. Εκείνο βέβαια που παραμένει είναι το χρέος. Εισέτι οφειλόμενο. Για το οποίο υπάρχει πάντα η δυνατότητα προσφοράς διευθέτησης του. Η ύπαρξη διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου δεν καθιστά καταχρηστική την επιδίωξη πώλησης δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου δεδομένου πως ο δανειστής επιδιώκει το ίδιο αποτέλεσμα με κάποιον άλλο τρόπο τον οποίον του παρέχει σχετικός Νόμος. Η έκδοση δικαστικής απόφασης και σχετικού διατάγματος για πώληση ενυπόθηκου κτήματος παρέχει δικαιώματα στον εξ΄ αποφάσεως δανειστή. Δεν εναποθέτει υποχρέωση. Ούτε περιορίζει το δικαίωμα του δανειστή να ακολουθήσει άλλη μέθοδο εκτέλεσης ή πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, όταν ο Νόμος του το επιτρέπει». Αποτελεί συναφώς κατάληξη μου ότι η προώθηση της διαδικασίας πλειστηριασμού υπό τις προκειμένες περιστάσεις δεν είναι καταχρηστική. Στρέφομαι τώρα στην τρίτη προϋπόθεση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 προβλέπει ότι το Δικαστήριο δεν εκδίδει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι με την μη έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι αν δεν είναι δυνατός ο δίκαιος υπολογισμός ζημιών, το Διάταγμα μπορεί να δοθεί (Karydas Taxi Services Ltd v. Komodikis
(1975)1 ΑΑΔ 330). Σε περίπτωση όμως που η επιδίκαση αποζημιώσεων στον Αιτητή στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη (βλ. ΚΟΤ ν. Θεωρή (πιο πάνω)). Κατά τη διάρκεια των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων των συνηγόρων τέθηκε το ζήτημα της εμβέλειας της τρίτης προϋπόθεσης, ήτοι κατά πόσο αυτή αφορά γενικώς στις μεταξύ των διαδίκων διαφορές ή απλώς στα όσα προωθούνται με τη συγκεκριμένη διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας εξεδόθη το προσωρινό διάταγμα. Κατάληξη μου αποτελεί ότι οι προϋποθέσεις του αρ. 32 θα πρέπει να εξετάζονται σε συνάρτηση με τη διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας τέτοιο παρεμπτίπτον διάταγμα εξεδόθη. Συνεπώς εκείνο που θα πρέπει να εξεταστεί στην προκειμένη περίπτωση είναι το κατά πόσο τυχόν μη έκδοση ή οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος θα έχει ως αποτέλεσμα να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αναφορικά με τις θεραπείες που ζητούνται στην Αίτηση / Έφεση. Η απάντηση σαφώς είναι καταφατική. Σε περίπτωση που η διαδικασία πλειστηριασμού προχωρήσει οποιαδήποτε θεραπεία στο πλαίσιο της κυρίως αίτησης θα είναι άνευ αντικειμένου. Κρίνω συνεπώς ότι η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το αρ. 32 ικανοποιείται. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει επίσης να εξετάσει αν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Halsbury's Vol. 21 σελ. 366[1]). H ανάγκη προστασίας των Αιτητών πρέπει να σταθμίζεται προς την αντίστοιχη ανάγκη των Καθ'ων η Αίτηση και, συνεπώς, θα εξετάσω στο παρόν στάδιο την επίδραση που ενδεχομένως θα είχε τυχόν οριστικοποίηση του διατάγματος στα συμφέροντα των δύο πλευρών. Ήταν θέση του κ. Μακρίδη ότι οριστικοποίηση του διατάγματος θα έχει ως αποτέλεσμα να αναγκαστούν οι Καθ'ων η Αίτηση να ξαναστείλουν τις Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» και «ΙΒ». Έστω και αν αυτό ευσταθεί, όμως, η ουσιαστική επίδραση θα είναι η καθυστέρηση στην προώθηση της διαδικασίας πλειστηριασμού, σε αντίθεση με τις σοβαρότατες συνέπειες που θα υποστούν οι Αιτητές σε περίπτωση πώλησης την ερχόμενη Δευτέρα του ακινήτου. Κατ' επέκταση, θεωρώ ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει προς τη διατήρηση σε ισχύ των Διαταγμάτων. Τα Διατάγματα ημερ. 7.5.2018 οριστικοποιούνται και καθίστανται απόλυτα. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, γι΄αυτό και επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ'ων η Αίτηση όσον αφορά στην διαδικασία εκδίκασης της παρούσας Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] "Balance of convenience considered. Where any doubt exists as to the plaintiff's right, or if his right is not disputed, but its violation is denied, the Court, in determining whether an interlocutory injunction should be granted, takes into consideration the balance of convenience to the parties and the nature of the injury which the defendant, on the one hand, would suffer if the injunction was granted and he should ultimately turn out to be right, and that which the plaintiff, on the other hand, might sustain if the injunction was refused and he should ultimately turn out to be right. The burden of proof that the inconvenience which the plaintiff will suffer by the refusal of the injunction is greater than that which the defendant will suffer, if it is granted, lies on the plaintiff". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο