← Κύπρος

Αναφορικά με την Αίτηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΜΕΣΟΥ κ.α., Αρ. Αίτησης-Έφε

Αναφορικά με την Αίτηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΜΕΣΟΥ κ.α., Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 98/2017, 30/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A34 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 98/2017 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/1965, όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου 139(I)/2015 Και Αναφορικά με την Αίτηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Αιτήτρια/εφεσείουσα Και

  1. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
  2. Gennadi Cheparev
  3. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΝΙΚΟΣ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ ΛΤΔ Καθ' ων η Αίτηση/εφεσίβλητων ---------------------------------------------------------------------- Μονομερής Aίτηση ημερομηνίας 24/3/2017 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία: 30 Ιανουαρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την αιτήτρια-εφεσείουσα: κα Παπαθωμά για CHRYSSES DEMETRIADES & CO. LLC Για τον καθ' ου η Αίτηση/εφεσίβλητο 2: κα Μ. Αχιλλέως για YIANNAKIS K. THOMA LAW FIRM LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της Αίτησης/Έφεσης είναι η απόφαση του Διευθυντού του Κτηματολογίου ημερομηνίας 1.3.2017, με την οποία ο τελευταίος απεφάσισε την εξάλειψη των Υποθηκών Υ6287/96 και Υ220/97 και του ΕΒ1010/2002 (ενεγράφησαν σε ακίνητα της καθ' ης η Αίτηση 3, για υποχρεώσεις της προς την εφεσείουσα τράπεζα) και την μεταβίβαση συγκεκριμένου ακινήτου επ' ονόματι του καθ' ου η Αίτηση
  4. Η εν λόγω απόφαση λήφθηκε βάσει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου Αρ. 9/65, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο αρ. 139(I)/2015 (άρθρο 2). Με τον τροποποιητικό Νόμο του 2015, εισήχθησαν στον Νόμο 9/65 σχετικές πρόνοιες (άρθρα 44ΙΗ - 44Κ2), οι οποίες σκοπό έχουν την προστασία των «εγκλωβισμένων αγοραστών». Η εφεσείουσα/αιτήτρια πέτυχε μονομερώς την έκδοση του ακόλουθου Διατάγματος: «Α. Εκδίδεται προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο αναστέλλεται η ισχύς της απόφασης του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού («το Κτηματολόγιο») ημερομηνίας 1/3/2017 με την οποία απέρριψε την ένσταση της Αιτήτριας/Εφεσείουσας κατά της μεταβίβασης του ακινήτου με αρ. εγγραφής 21650, Φ/Σχ. 53/54, τεμ. 320 στο Δήμο Ύψωνα της Επαρχίας Λεμεσού («το ακίνητο») από την Καθ' ης η Αίτηση 3 στον Καθ' ου η Αίτηση 2 και στην εξάλειψη των υποθηκών Υ6287/1996, Υ220/1997 και ΕΒ1010/2002 που είναι εγγεγραμμένα προς όφελος της Αιτήτριας/Εφεσείουσας, από το ακίνητο και με την οποία αποφάσισε να προχωρήσει με την μεταβίβαση του ακινήτου εκτός αν εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της απόφασης, η Αιτήτρια/Εφεσείουσα προσκομίσει διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά, μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης/Έφεσης με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό. Β. Εκδίδεται προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο αναστέλλεται και/ή ακυρώνεται η διαδικασία μεταβίβασης του ακινήτου από τον Καθ' ου η Αίτηση 3 στον Καθ' ου η Αίτηση 2 μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης/Έφεσης με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό.» Η Αίτηση στηρίζεται στον Νόμο 14/60 άρθρα 29, 31-32, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 9, Άρθρα 4, 5, 6, 7, 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1, 2, 3, 4, 6, 7, 8, 9, Δ.55, στον Νόμο 9/1965, Άρθρα 12 Α, 16, 17, 18, 19, 21-36, Μέρος VI, VIA, VIB, Άρθρο 51, στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015, στο Κεφ. 224 Άρθρο 80, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Άρθρα 23, 26, 28, 29 και 30, στο Άρθρο14(1(β) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και στον Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο του 2011 (81 (I)/2011, άρθρα 7

(4)και 8
(1), στις αρχές της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Μιχάλη Μιχαηλίδη, υπαλλήλου (λειτουργός στη Διεύθυνση Καθυστερήσεων) της εφεσείουσας, δεόντως εξουσιοδοτημένου. Η μαρτυρία του έχει ως εξής: Το 1997 η εφεσείουσα παραχώρησε πιστωτικές διευκολύνσεις στην καθ' ης η Αίτηση 3 και η τελευταία προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της ενέγραψε, προς όφελος της πρώτης, τις Υποθήκες Υ6287/96 και Υ220/97 επί ακινήτου της στον Ύψωνα Λεμεσού. Η εφεσείουσα λόγω παράλειψης της καθ' ης η Αίτηση 3 να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, έλαβε δικαστικά μέτρα εναντίον της και στις 14.5.2002 εκδόθηκε απόφαση σε βάρος της καθ' ης η Αίτηση 3, στην αγωγή 8595/2001 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και στις 17.9.2002 στην αγωγή 2045/2002 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στις 10.7.2002 η εφεσείουσα ενέγραψε την απόφαση στην αγωγή 8595/2001 ως επιβάρυνση (ΕΒ1010/2002) επί του ακινήτου της τελευταίας. Η επιβάρυνση όπως και οι υποθήκες εξασφαλίζουν μέχρι και σήμερα τις υποχρεώσεις της καθ' ης η Αίτηση 3, προς την εφεσείουσα. Πέραν τούτων, η εφεσείουσα δεν έχει άλλες εξασφαλίσεις. Στις 7.11.1997 ο καθ' ου η Αίτηση 2, κατέθεσε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού Αγοραπωλητήριο Συμβόλαιο με αρ. ΠΩΕ868/1997, σε σχέση με το ακίνητο στον Ύψωνα. Μέχρι και τις 15.2.2017 η καθ' ης η Αίτηση 3 όφειλε στην εφεσείουσα, ποσό ύψους €1.019.240,15 πλέον τόκους, δυνάμει της δικαστικής απόφασης. Περί τις 11.1.2017 η εφεσείουσα παρέλαβε Ειδοποίηση (Τύπος «ΙΕ») με την οποία πληροφορείτο ότι το Κτηματολόγιο θα προχωρούσε με την μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή (καθ' ου η Αίτηση 2) και κατ' επέκταση με την εξάλειψη των επιβαρύνσεων. Η εφεσείουσα στις 16.2.2017 υπέβαλε Ένσταση (υπό μορφή Ένορκης Δήλωσης). Το Κτηματολόγιο απάντησε με την επιστολή του ημερομηνίας 1.3.2017, πως θα προχωρούσε στην μεταβίβαση του ακινήτου, εκτός εάν εμποδιζόταν με Διάταγμα του Δικαστηρίου. Η αξία του ακινήτου, με βάση την Εκτίμηση του 2013, ανέρχεται σε €572.800.- ενώ τούτο πωλήθηκε στον καθ' ου η Αίτηση 2, στη τιμή των €179.403,15. Ο καθ' ου η Αίτηση 2 καταχώρισε, για «το ίδιο ζήτημα», την αγωγή 1415/2015 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Κατά τον ομνύοντα, ο καθ' ου η Αίτηση 2 επιδιώκει «ταυτόχρονα να τύχει της ίδιας θεραπείας με δύο παράλληλα μέσα, πράγμα καταχρηστικό και ανεπίτρεπτο». Είναι θέση του ομνύοντα πως η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου να προχωρήσει στη μεταβίβαση του ακινήτου, καταστρατηγεί και παραβιάζει την απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή 8595/2001, το άρθρο 14
(2)(β) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (στη βάση του συγκεκριμένου άρθρου παρέχεται το δικαίωμα στον εξ' αποφάσεως πιστωτή, να εγγράψει ΜΕΜΟ επί της περιουσίας του εξ' αποφάσεως οφειλέτη) και πλήττει ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα της εφεσείουσας η οποία «χάνει τις εξασφαλίσεις της», αφού η οφειλή της καθ' ης η Αίτηση 3 παραμένει εκκρεμής χωρίς την δυνατότητα να εξοφληθεί. Αντιβαίνει επίσης το άρθρο 26 του Συντάγματος (προστατεύει την ελευθερία των συμβάσεων), το άρθρο 23 (προστατεύει το περιουσιακό δικαίωμα). Κατά τον ομνύοντα δεν θα πρέπει να είναι αμελητέο και το γεγονός πως οι Υποθήκες προηγούνται του επίδικου Πωλητηρίου Εγγράφου. Τέλος ο ομνύων διατείνεται πως ο Νόμος δυνάμει του οποίου ενήργησε ο Διευθυντής του Κτηματολογίου, παραβιάζει τα «συνταγματικά, περιουσιακά και συμβατικά δικαιώματα» της εφεσείουσας, καθότι προστατεύει μεν τα συμφέροντα των αγοραστών, αλλά αφήνει εκτεθειμένους τους δανειστές χωρίς να τους προσφέρεται εναλλακτική θεραπεία ή αποζημίωση. Ο καθ' ου η Αίτηση 2 ενίσταται στην οριστικοποίηση του Διατάγματος, ενώ για τους καθ' ων η Αίτηση 1 και 3 τούτο έγινε απόλυτο. Στην καταχωρηθείσα εκ μέρους του καθ' ου η Αίτηση 2 Ένσταση, προβάλλονται οι ακόλουθοι Λόγοι: «
  1. Ελλείπει το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/η η Αίτηση της Αιτήτριας είναι νομικό και ουσιαστικό αβόσιμη και/ή αστήριχτη και/ή αντικανονική και/ή καταχρηστική και/η καταπιεστική και/ή ανεπαρκής και/η αδικαιολόγητη.
  2. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 (όπως έχει τροποποιηθεί) αλλά ούτε και οι προϋποθέσεις των άρθρων 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  3. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή και νόμιμη και/ή λήφθηκε σύμφωνα με τους προβλεπόμενους κανονισμούς και διαδικασίες, βάσει του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224, τους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 και τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν. 9/
  4. Η Αίτηση/Έφεση της Αιτήτριας ενάγει παράνομα και ή παράτυπα και η λανθασμένα τον Διευθυντή τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λεμεσού και/ή ο Διευθυντής του τμήματος Κτηματολογίου και χωρομετρίας δεν δύναται να συνενωθεί ως διάδικος στην αίτηση/έφεση των αιτητών καθότι δυνάμει του Κ.5
(2)των κανονισμών του 1956, ο Διευθυντής του τμήματος κτηματολογίου και χωρομετρίας ενάγεται μόνο ως προς τις ρητά καθορισμένες διαδικασίες του σχετικού νόμου μεταξύ των οποίων δεν συμπεριλαμβάνεται η παρούσα.
  1. Η χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών δεν είναι δίκαιη και/ή λογική και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις και/ή δεν δικαιολογείται κάτω από τη σχετική νομοθεσία και/ή κάτω από τις αρχές της επιείκειας.
  2. Οι ισχυρισμοί και/ή τα αιτήματα της Εφεσείουσας/Αιτήτριας είναι παντελώς αδικαιολόγητα και η καταχώρηση της παρούσας αίτησης συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
  3. Η Αιτήτρια δεν έχει καλή υπόθεση και/ή καλή βάση και/ή δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αίτησης της και/ή δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.
  4. Απουσιάζει το στοιχείο του κατεπείγοντος και/ή δεν υπάρχει μαρτυρία και/ή ικανοποιητική μαρτυρία που να δικαιολογεί το επείγον για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή την διατήρηση τους.
  5. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την διατήρηση σε ισχύ των εκδοθέντων διαταγμάτων και/ή το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης δεν δικαιολογεί την παραχώρηση της αιτούμενης θεραπείας και/ή την διατήρηση του διατάγματος που εκδόθηκε.
  6. Η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένους και/ή ανεπαρκείς και/ή ψευδείς και/ή παραπλανητικούς ισχυρισμούς.
  7. Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή δεν έχει προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και/ή γεγονότων που σχετίζονται με την υπόθεση και/ή εσκεμμένα απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και/ή γεγονότα που γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο.
  8. Η επίδικη απόφαση του διευθυντή του Κτηματολογίου δεν μπορεί να προσβληθεί με έφεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου αφού δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κεφ. 224 ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965-9/
  9. Το αιτούμενα διατάγματα και/ή το εκδοθέν διάταγμα δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου και/ή δεν καθορίζουν συγκεκριμένο πρόσωπο και/ή δεν στρέφονται κατά συγκεκριμένου προσώπου.» Η Ένσταση, η οποία στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση, υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του καθ' ου η Αίτηση
  10. Είναι παραδεκτά από μέρους του, η ύπαρξη των Υποθηκών, η έκδοση απόφασης στις αγωγές 8595/2001 και 2045/2002 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η εγγραφή της πρώτης στο ακίνητο που αγόρασε. Προβάλλει μια διαφορετική εκδοχή ως προς τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταχώριση εκ μέρους του στις 16.4.2015, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού της αγωγής 1415/2015 εναντίον της εφεσείουσας. Η μαρτυρία του, έχει ως εξής: Βάση της αγωγής 1415/2015, είναι η παράβαση από την πλευρά της εφεσείουσας της προφορικής συμφωνίας που συνήψε μαζί της. Συγκεκριμένα συμφώνησε με «αρμόδιο υπάλληλο και εκπρόσωπο της αιτήτριας», στη «παρουσία μάλιστα μαρτύρων», πως θα κατέβαλλε στην τελευταία το συνολικό ποσό των Λ.Κ.69.000.- (€117.893,50) με μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ.3.000.- εκάστη (προς τούτο θα «συνεργαζόταν επαγγελματικά» με την εφεσείουσα «ανοίγοντας λογαριασμό μαζί της»). Το ποσό αυτό θα υπολογίζετο για την αποπληρωμή των δανείων τα οποία εξασφαλίζοντο από τις δύο υποθήκες που βάρυναν το ακίνητο, εντός του οποίου είχε ανεγερθεί η κατοικία του. Με την καταβολή «ανελλιπώς» 23 δόσεων των Λ.Κ.3.000.- εκάστη (η πρώτη δόση ήταν πληρωτέα τον Δεκέμβριο του 1997) το συνολικό ποσό που όφειλε η καθ' ης η Αίτηση 3 προς την εφεσείουσα και το οποίο εξασφαλίζετο από τις δύο υποθήκες που βάρυναν το ακίνητο, θα εξοφλείτο. Με την καταβολή του ποσού αυτού, η εφεσείουσα θα εξάλειφε τις υποθήκες που βάρυναν το ακίνητο. Ο ίδιος τήρησε όλους τους όρους της συμφωνίας. Άνοιξε λογαριασμό (βιβλιάριο καταθέσεων) στην εφεσείουσα με αριθμό 540/792330/
  11. Από τον λογαριασμό αυτό, η εφεσείουσα έλαβε (κατόπιν εντολής του) σταδιακά από τις 30.12.1997 μέχρι τις 4.11.1999, το συμφωνηθέν ποσό των Λ.Κ.69.000.-. Η εφεσείουσα, αντίθετα, δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα. Στις 10.6.2003 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, διάταγμα εκκαθάρισης της καθ' ης η Αίτηση 3 και στις 27.5.2004, διορίστηκε ως εκκαθαριστής της, ο Λεωνίδας Κίμωνος. Μέσω των δικηγόρων του, συμφώνησε με τον εκκαθαριστή να αποδεχθεί την μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας επ' ονόματι του, νοουμένου ότι θα κατέβαλλε στον εκκαθαριστή το υπόλοιπο πληρωτέο ποσό, προς πλήρη εξόφληση του τιμήματος πώλησης καθώς και αναλογία όσον αφορά τα έξοδα του τελευταίου. Ο ίδιος τήρησε τους όρους της συμφωνίας. Ο εκκαθαριστής με επιστολή του ημερομηνίας 13.5.2010, τον πληροφορούσε ότι ήταν πρόθυμος να προχωρήσει στη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του, νοουμένου ότι ο ίδιος θα πλήρωνε φόρους και τέλη που τυχόν θα οφείλοντο σε σχέση με την κατοικία του και θα διευθετούσε τις διάφορες επιβαρύνσεις που βαρύνουν το ακίνητο. Διατείνεται πως η εφεσείουσα απέκρυψε από το Δικαστήριο την μεταξύ τους συμφωνία και πως ο ίδιος εκπλήρωσε τις δικές του υποχρεώσεις, σε αντίθεση με την εφεσείουσα η οποία δεν απέσυρε από το ακίνητο τα εμπράγματα βάρη όπως είχε συμφωνηθεί. Είναι η θέση του πως το Δικαστήριο εάν είχε υπόψη του τα εν λόγω γεγονότα, δεν θα εξέδιδε το Προσωρινό Διάταγμα. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades ν. Studio
(1996)1A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ.557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255]. Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα διατηρήσει ή θα ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ.248, 269, 270. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται μέσα σ' αυτά τα περιορισμένα πλαίσια. Έχει θεμελιωθεί από παλιά ότι το Δικαστήριο και δεδομένου ότι αυτό έχει τις καταβολές του στο Δίκαιο της Επιείκειας μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο το οποίο άλλως θα μπορούσε να μην το είχε εκδώσει. Το αξίωμα αυτό έχει κατ΄ επανάληψη τεθεί μέσα από τη νομολογία, σχετικές αποφάσεις δε των Αγγλικών Δικαστηρίων επί του θέματος έχουν υιοθετηθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια πλήρως (δέστε τις επτά προτάσεις του Ralph Gibson L.J. στην Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (ανωτέρω). Παρομοίως και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει υποδείξει το θεμελιώδες πρόβλημα που δυνατό να προκύψει από την απόκρυψη γεγονότων, όπως υποδεικνύει η υπόθεση Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ Π.Ε. 10494 ημερ. 27/4/2000, η οποία υιοθέτησε προηγούμενη νομολογία όπως την Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου Π.Ε. 9610, ημερ. 31.3.1998. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, θεωρώ πως καμιά από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 δεν ικανοποιείται. Ως προς την πρώτη και την δεύτερη προϋπόθεση, έχω να πω τα εξής. Το εδάφιο 3 του άρθρου 44 ΚΒ του Νόμου 9/65, παρέχει δικαίωμα στον αγοραστή, πωλητή ή ενυπόθηκο δανειστή, καθώς και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση, να υποβάλει εντός 45 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της Ειδοποίησης, Ένσταση στον Διευθυντή του Κτηματολογίου, μεταξύ άλλων, ότι δεν εκπληρώθηκαν οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή και ότι η σύμβαση είναι ή κηρύχθηκε από το Δικαστήριο άκυρη. Κανένα από τα εν λόγω κριτήρια δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Περαιτέρω από το πραγματικό υπόβαθρο που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, έχει διαφανεί πως ο καθ' ου η Αίτηση 2 προχώρησε σε συμφωνία και διευθέτηση με τους αιτητές ώστε να του μεταβιβαστεί το ακίνητο, νοουμένου ότι θα κατέβαλλε σ' αυτούς το ποσό των Λ.Κ.69.000.-. Οι αιτητές δεν προχώρησαν στην υλοποίηση των συμφωνηθέντων παρόλο που ο καθ' ου η Αίτηση 2 κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.69.000.-. Τα όσα έχουν προαναφερθεί δεν αποτελούν βέβαια την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου επί των επιδίκων θεμάτων. Κατά το στάδιο αυτό, το πραγματικό υπόβαθρο κρίνεται μόνο για την εξακρίβωση των στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για την θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32 (Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Ως προς την τρίτη προϋπόθεση θεωρώ πως ούτε και αυτό το κριτήριο ικανοποιείται. Η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι αυτοσκοπός, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ύπαρξη κάποιου δικαιώματος που φέρεται να έχει προσβληθεί ή που υπάρχει κίνδυνος να προσβληθεί ή να συνεχίσει να προσβάλλεται. Εν προκειμένω δεν έχει καταδειχθεί ότι χωρίς την διατήρηση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί και η αίτηση να απορριφθεί. Διά ταύτα η Αίτηση απορρίπτεται και το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ακυρώνεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η Αίτηση/εφεσίβλητου 2 και εναντίον της αιτήτριας-εφεσείουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της κυρίως Αίτησης και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα είναι πληρωτέα μόλις εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας της κυρίως Αίτησης. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΤΚ/ΑΓ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.