Ευγενία Σταύρου κ.α. ν. Άντρη Βοσκού κ.α., Αρ. αγωγής: 2843/2011, 5/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 2843/2011 Ευγενία Σταύρου Μαρία Σταύρου Κοράδου, ως η μητέρα της ανήλικης Ευγενίας Κοράδου Ενάγoυσες εναντίον Άντρη Βοσκού Αυγή Βοσκού Ανδρέας Σταύρου Εναγόμενοι ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 5/1/2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τις ενάγουσες: κος Εύρος Κλεάνθους Για τις εναγόμενες 1 και 2: κα Χριστιάνα Ερωτοκρίτου Για τον εναγόμενο 3: κος Γιώργος Αυγ. Κωνσταντίνου ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Με την υπό εξέταση αγωγή και χωρίς βεβαίως να παρατίθεται αυτολεξεί το περιεχόμενο των δικογράφων, καθώς θα παρατεθεί ο πυρήνας αυτών, οι ενάγουσες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος που επεσυνέβη στις 28/3/2010 στον δρόμο Πλατρών - Ερήμης παρά την αριστερή πάροδο που οδηγεί στο χωριό Καντού. Ως προς την ιδιότητα των εναγουσών, αυτές ήταν επιβάτιδες στο μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΚΝ 938, το οποίο ήταν ιδιοκτησίας του εναγομένου 3 και ο οποίος οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο το εν λόγω όχημα, η δε εναγόμενη 1 ήταν η οδηγός του μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΗΤΜ 333, το οποίο ιδιοκτησιακά ανήκε στην εναγόμενη 2 και η εναγόμενη 1 οδηγούσε το εν λόγω όχημα με την συγκατάθεση και/ή εξουσιοδότηση και/ή ως αντιπρόσωπος και/ή υπάλληλος της εναγόμενης 2, καθιστώντας έτσι την μεταξύ τους σχέση ως εκ προστήσεως. Ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, οι ενάγουσες δικογραφούν την θέση ότι ενώ ο εναγόμενος 3 βρισκόταν ακινητοποιημένος ή και είχε ελαττώσει ταχύτητα λόγω της ύπαρξης άλλων προπορευόμενων οχημάτων, η εναγόμενη 1, οδηγώντας αμελώς και/ή κατά παράβαση των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων της, προσέκρουσε βίαια και/ή αιφνίδια και/ή απότομα στο πίσω μέρος του οχήματος του εναγόμενου 3 (προφανώς από τυπογραφικό λάθος αναγράφεται στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης ότι προσέκρουσε στο όχημα του ενάγοντα και δεν υπάρχει οποιοδήποτε μοιραίο λάθος στην δικογράφηση, λόγω του ότι κατά την ακροαματική διαδικασία διαφάνηκε ότι είναι παραδεκτό γεγονός ότι ο εναγόμενος 3 οδηγούσε το όχημα που επέβαιναν οι ενάγουσες) παραλείποντας να τον αντιληφθεί εγκαίρως. Από την σύγκρουση, το όχημα του εναγόμενου 3 προσέκρουσε σε προπορευόμενο όχημα του και ούτω καθ΄ εξής, με αποτέλεσμα να λάβουν χώρα διαδοχικές συγκρούσεις (καραμπόλα). Ακολούθως, οι ενάγουσες παραθέτουν λεπτομέρειες αμέλειας και παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων των εναγομένων 1 και/ή 3, οι οποίες επικεντρώνονταν κυρίως στο πρόσωπο της εναγομένης 1 και είχαν ως κύριο άξονα την μη έγκαιρη αντίληψη του οχήματος του εναγόμενου 3 και την κατάσταση της εκεί τροχαίας κίνησης και του εναγόμενου 3 ειδικότερα, την μη έγκαιρη χρησιμοποίηση των φρένων από την εναγόμενη 1, τον επιθετικό τρόπο οδήγησης της εναγόμενης 1 και της σφοδρής σύγκρουσης που έγινε, την μη τήρηση ασφαλούς απόστασης από το όχημα του εναγόμενου 3 και γενικά η εναγόμενη 1 παρέλειψε να πράξει τα δέοντα για να αποφύγει την σύγκρουση με το όχημα του εναγόμενου 3. Μέρος των λεπτομερειών, αφορούν και το πρόσωπο του εναγόμενου 3, με εξαίρεση βεβαίως τις λεπτομέρειες εκείνες που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το πρόσωπο της εναγόμενης 1 και την ευθύνη της να αντιληφθεί τον εναγόμενο 3. Δικογραφήθηκε επίσης το δόγμα RES IPSA LOQUITUR, η οποία βεβαίως δεν δύναται να προωθηθεί και να γίνει επίκληση του, λόγω ακριβώς της παράθεσης μαρτυρίας από πλευράς εναγουσών περί αμέλειας των εναγομένων και κατ΄ επέκταση, δεν στερούνται γνώσεων ή μέσων γνώσεων για το πως έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα (AΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΧΑΤΖΗΠΑΥΛΟΥ - ν -ΤΟΝΙΑΣ ΙΝΤΖΙΡΤΖΙΑΝ
(2004)1Β Α.Α.Δ 1278). Η έκθεση απαίτησης ακολουθεί με την παράθεση συγκεκριμένων ειδικών ζημιών για την κάθε ενάγουσα ξεχωριστά και το ίδιο ισχύει για τις σωματικές βλάβες για κάθε μια ενάγουσα ξεχωριστά, τα τραύματα όμως της ενάγουσας 1 καταλαμβάνουν μεγαλύτερη έκταση και σοβαρότητα, τόσο ως προς το είδος των τραυμάτων, όσο και ως προς τις συνέπειες αυτών. Οι εναγόμενες 1 και 2 με την έκθεση υπεράσπισης τους, παραδέχονται μόνο την ιδιότητα της εναγόμενης 1 ως οδηγού και ότι οδηγούσε το όχημα της εναγόμενης 2 με την συγκατάθεση της, το ότι έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο και την πρόσκρουση του οχήματος που οδηγούσε η εναγόμενη 1 στο πίσω μέρος του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος 3, την πρόκληση περαιτέρω αλυσιδωτών συγκρούσεων (καραμπόλας), με την μόνη διαφοροποίηση ότι προηγήθηκε του επίδικου ατυχήματος η σύγκρουση του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος 3 με προπορευόμενο του όχημα. Κατά τα λοιπά, αρνούνται όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς που προβάλλονται μέσα από την έκθεση απαίτησης και ειδικότερα ως προς το ζήτημα της αμέλειας, οι εναγόμενες 1 και 2 επιρρίπτουν την ευθύνη στο πρόσωπο του εναγομένου 3, παραθέτοντας προς αυτόν τον σκοπό συγκεκριμένες λεπτομέρειες αμέλειας, οι οποίες είχαν ως επίκεντρο την μη τήρηση ασφαλούς απόστασης από το προπορευόμενο όχημα του, την υπερβολική ταχύτητα, την ανακοπή της πορείας της εναγόμενης 1, την μη ελάττωση ταχύτητας και την μη έγκαιρη πέδηση. Επιπρόσθετα, ως προς το ζήτημα των σωματικών βλαβών, οι εναγόμενες προβάλλουν την θέση ότι οι σωματικές βλάβες των εναγουσών είναι άσχετες με το επίδικο ατύχημα και/ή προϋπήρχαν. Ο εναγόμενος 3 με την έκθεση υπεράσπισης του, παραδέχεται τις ιδιότητες των διαδίκων και τον τρόπο όπου έγινε το ατύχημα, αρνείται όμως τα όσα του καταλογίζονται υπό την μορφή λεπτομερειών αμέλειας εκ μέρους του ως προς την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Ως προς τα τραύματα των εναγουσών, παραδέχεται ότι έχουν υποστεί κάποια τραύματα, πλην όμως προβάλλει την θέση ότι οι σωματικές βλάβες είναι εξογκομένες και κάλεσε τις ενάγουσες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Ως προς τις ειδικές ζημιές, προέβαλε την θέση ότι αυτές είναι εξογκομένες και κάλεσε τις ενάγουσες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά και το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν χρειάζεται να παρατεθεί αυτολεξεί, πλην όμως θα σημειωθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο πυρήνας της μαρτυρίας ενός εκάστου μάρτυρα και θα γίνεται ειδική αναφορά κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας για να εξαχθούν τα ανάλογα ευρήματα και συμπεράσματα. Ως προς τα τεκμήρια θα γίνεται ειδική μνεία, επίσης όπου χρειάζεται για σκοπούς αξιολόγησης και εξαγωγής των ανάλογων ευρημάτων και συμπερασμάτων. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο αστυφύλακας 2983 κ. Νίκος Νικολάου, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την γραπτή του δήλωση. Σε αυτήν αναφέρει ότι κλήθηκε στην σκηνή του επίδικου ατυχήματος, όπου έχει εντοπίσει οχήματα τα οποία έχουν συγκρουστεί διαδοχικά μεταξύ τους το ένα μετά το άλλο (καραμπόλα) στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας, βρήκε στην σκηνή τους ενεχόμενους οδηγούς, εξέτασε την σκηνή και ετοίμασε ένα πρόχειρο σχεδιάγραμμα, στο οποίο αποτύπωσε την σκηνή του ατυχήματος και ακολούθως ετοίμασε συμμετρικό σχεδιάγραμμα, τα οποία κατέθεσε ακολούθως ως τεκμήρια, στο δε συμμετρικό ετοίμασε και σχετικό ευρετήριο. Αποτύπωσε επίσης στο συμμετρικό σχέδιο σε μικρότερη κλίμακα τα δεδομένα του ατυχήματος, όπως είναι τα σημεία σύγκρουσης των ενεχόμενων οχημάτων, ο χώρος γενικά, οι πορείες των οχημάτων, αποστάσεις και γενικές πληροφορίες. Κατέγραψε τις θέσεις των ενεχόμενων οδηγών στα σχετικά έντυπα, όπως τις έχει εξιστορίσει και οι οποίες διαφέρουν μεταξύ τους και κυρίως κατά πόσο ο εναγόμενος 3 ήταν αυτός που κτύπησε πρώτος το προπορευόμενο όχημα προς αυτόν ή κατά πόσο η εναγόμενη 1 κτύπησε πρώτη με το όχημα της το όχημα του εναγόμενου 3 και συνεπεία της σύγκρουσης το όχημα του εναγόμενου 3 κτύπησε το προπορευόμενο προς αυτόν όχημα. Επίσης αναφέρθηκε στους τραυματισμούς των εναγουσών και η διακομιδή τους στο γενικό νοσοκομείο Λεμεσού, κατέγραψε τις ζημιές στα ενεχόμενα οχήματα, ο δρόμος ήταν στεγνός και ο καιρός αίθριος, δεν ανευρέθησαν και δεν σημειώθηκαν ίχνη τροχοπέδησης των ενεχόμενων οχημάτων, ο δρόμος στο σημείο όπου έγινε η σύγκρουση είχε κατωφερική κλίση, που ξεκινούσε από πάνω και συνέχιζε αρκετά μέτρα πιο κάτω του σημείου όπου έγινε το ατύχημα. Προφορικά στην κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε στην κλήτευση του στην σκηνή του ατυχήματος, τι εντόπισε σε αυτήν, ήτοι τα οχήματα στην τελική τους θέση, την κατεύθυνση τους, τους επιβαίνοντες και τους οδηγούς αυτών, οι οποίοι ήταν παρόντες, την λήψη καταθέσεων από αυτούς, τις οποίες και ανέλυσε, καθώς επίσης ανέλυσε και το ευρετήριο που υπάρχει στο τεκμήριο 3, το οποίο επίσης ανέλυσε και περιέγραψε και το ίδιο έπραξε και με το τεκμήριο 2, τα οποία είναι το συμμετρικό και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα αντίστοιχα. Ο δρόμος ήταν στεγνός και καθαρός, ο καιρός αίθριος, περιγράφοντας επίσης και την κλίση του δρόμου και γενικά τον δρόμο στην επίδικη σκηνή του ατυχήματος και περιέγραψε τις ζημιές στα εμπλεκόμενα οχήματα, περιγράφοντας αυτά στην όποια έκταση μπορούσε. Κατά την αντεξέταση του, κατέθεσε τα τεκμήρια 5 και 6, τα οποία είναι οι ιατρικές αναφορές των εναγουσών, αναφέρθηκε εκ νέου στην σκηνή του ατυχήματος και τι εντόπισε σε αυτήν, όπως π.χ. τα εμπλεκόμενα οχήματα, τους οδηγούς, τις ζημιές των οχημάτων, τις υποδείξεις που έγιναν από τους οδηγούς, απάντησε σε ερωτήσεις που άπτονταν του σχεδιαγράμματος που ετοίμασε, όπως π.χ. αποστάσεις και σημεία. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας αυτού του μάρτυρα, δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, ήτοι τα τεκμήρια 8 έως 14, αποδεχόμενες όλες οι πλευρές την αλήθεια του περιεχομένου τους, με την διευκρίνιση ότι είναι επί ποσοστού πλήρους ευθύνης για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, τα οποία είναι τα ιατρικά πιστοποιητικά που αφορούν τις ενάγουσες και που προέρχονται από το γενικό νοσοκομείο Λεμεσού, καθώς επίσης αποδείξεις που αφορούν την καταβολή εξόδων για ετοιμασία ιατρικών εκθέσεων, αποδείξεις αγορών φαρμάκων, ιατρικής επίσκεψης και εξόδων για ακτινογραφίες. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε η αστυφύλακας 177 κα Γεωργία Γεωργίου, η οποία αναγνώρισε την αστυνομική έκθεση, η οποία αρχικά κατατέθηκε ως τεκμήριο Α προς αναγνώριση και ακολούθησε, μετά την αναγνώριση του από την ίδια, η κανονική του κατάθεση. Αναφέρθηκε στα καθήκοντα της που εκτελούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο, καθώς επίσης και στην εμπλοκή της στην ετοιμασία της αστυνομικής έκθεσης - τεκμήριο 15 και τα στοιχεία που έλαβε υπ΄ όψην της στην ετοιμασία της εν λόγω έκθεσης. Στην σύντομη αντεξέταση της, διευκρίνισε ότι δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στην διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος, παρά μόνο στην μελέτη του φακέλου. Ακολούθησε η μαρτυρία της ενάγουσας, η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την γραπτή της δήλωση. Σε αυτήν κάνει αναφορά στην ιδιότητα των διαδίκων, στα τραύματα της ιδίας από απόψεως φύσης, έκτασης και συνέπειας αυτών, διαχωρίζοντας τα προβλήματα για τα οποία οι ενοχλήσεις υποχώρησαν και σε ποια όχι και ποια αναμένεται να είναι η εξέλιξη τους στο μέλλον και η επίπτωση τους στις καθημερινές της ασχολίες, ως επίσης και στα έξοδα που θα χρειαστεί να υποβληθεί, καθώς επίσης και σε έξοδα που υποβλήθηκε, κάνοντας ταυτόχρονα αναφορά στις γνωματεύσεις που έλαβε από τους θεράποντες ιατρούς. Επίσης αναφέρθηκε και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, τις ζημιές που υπέστη το όχημα όπου επέβαινε και την μεταφορά της ίδιας και της εγγονής της στο γενικό νοσοκομείο Λεμεσού. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, κατέθεσε σειρά τεκμηρίων, όπως π.χ. ιατρικά πιστοποιητικά και αποδείξεις και διευκρίνισε ότι κατέβαλε όλα τα χρηματικά ποσά, πλην των ποσών που αφορούσαν τις φυσικοθεραπείες και ο λόγος ήταν το ύψος αυτών και η ειδική συμφωνία που είχε συνάψει με τον φυσικοθεραπευτή. Στην αντεξέταση της, αναφέρθηκε στο ζήτημα των φυσικοθεραπειών και την διευθέτηση που έκανε με τον φυσικοθεραπευτή, στην ακτινογραφία που έκανε, στην εργοδότηση της στο κατάστημα του συζύγου της χωρίς να είναι εγγεγραμμένη στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, στις αναρρωτικές άδειες που έλαβε, στην μετάβαση της στο γενικό νοσοκομείο Λεμεσού, τι ενοχλήσεις και γενικά τι πόνους ένιωθε σε διάφορα μέρη του σώματος της όπως τα έχει περιγράψει προφορικά, λέγοντας ταυτόχρονα τι έχει αναφέρει η ίδια στο νοσοκομείο και τι της ανέφεραν. Αναφέρθηκε επίσης και στις ενοχλήσεις που εξακολουθεί να έχει μέχρι σήμερα, όπως π.χ. δυσκολία στο διάβασμα, καθώς επίσης περιέγραψε την ένταση του κτυπήματος, ήτοι ότι το κτύπημα ήταν πολύ δυνατό και δεν έχει προηγηθεί κτύπημα από το όχημα που επέβαινε στο προπορευόμενο τους. Αναφέρθηκε επίσης στην έκταση που γνώριζε ή θυμόταν, ως προς τις ζημιές που υπέστη το όχημα όπου επέβαινε, καθώς επίσης και στην φαρμακευτική αγωγή που έλαβε και λαμβάνει, στις επισκέψεις που έκανε σε συγκεκριμένο θεράποντα ιατρό και τι αυτός της ανέφερε ως προς το γόνατο της. Αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ότι τα τραύματα της είναι μόνο αυτά που αναφέρονται στο πιστοποιητικό του νοσοκομείου, καθώς επίσης και αντίθετες υποβληθείσες θέσεις με αυτές που προέβαλε, ως πιο πάνω αναφέρθησαν. Ως Μ.Ε.3 κατέθεσε ο Δρ. Σίμος Ιωάννου, ορθοπεδικός, τα προσόντα του οποίου είναι παραδεκτά και ήταν ο πρώτος εμπειρογνώμονας που κατέθεσε εκ μέρους της ενάγουσας. Αναγνώρισε, υιοθέτησε, ανέλυσε και περιέγραψε το τεκμήριο 17, το οποίο είναι το ιατρικό πιστοποιητικό που συνέταξε ο ίδιος και που αφορά την ενάγουσα
- Έδωσε την δική του εξήγηση αναφορικά με την παραπομπή της ενάγουσας 1 σε δεύτερη ακτινογραφία, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι συμβαίνει να μην φαίνονται στην πρώτη ακτινογραφία κατάγματα πλευρών χωρίς μεγάλη παρεκτόπιση. Αναφέρθηκε επίσης στο ζήτημα των δισκποπαθειών μετά από έναν τραυματισμό, λέγοντας ότι μπορεί να υπάρχει επιδείνωση μετά από 48 ώρες από τον τραυματισμό, μη μπορώντας ο μάρτυρας να υιοθετήσει ότι οι συγκεκριμένες δισκοπάθειες είναι απότοκο του επίδικου τραυματισμού της ενάγουσας 1, παραπέμποντας ο μάρτυρας στον ειδικό ακτινολόγο για να απαντήσει στο ερώτημα εάν η δισκοπάθεια της ενάγουσας 1 οφείλεται στον επίδικο τραυματισμό ή όχι ή κατά πόσο υπήρχε προϋπάρχουσα κατάσταση η οποία επιδεινώθηκε με τον επίδικο τραυματισμό, εκφράζοντας ταυτόχρονα την άποψη ότι εάν δεν υπήρχαν καθόλου ενοχλήσεις πριν τον τραυματισμό, είναι πολύ δύσκολο να μην προέρχονταν από τον επίδικο τραυματισμό αυτές οι ενοχλήσεις. Στην αντεξέταση του αναφέρθηκε στις επισκέψεις που έτυχε από την ενάγουσα 1 και ότι για πρώτη φόρα την είδε δύο μέρες μετά το ατύχημα και η τελευταία ήταν όταν εκδόθηκε το ιατρικό του πιστοποιητικό, ήτοι το τεκμήριο
- Περιέγραψε τα υποκειμενικά παράπονα της ενάγουσας 1 και γενικά την κλινική εικόνα και κατάσταση της, την κατάταξη από απόψεως σοβαρότητας του διαστρέμματος του αυχένα που υπέστη η ενάγουσα 1, πως μπορεί να είναι ολοληρωμένη και ορθή μια κλινική εξέταση, ήτοι εξετάζονται και οι κινήσεις του αυχένα και δεν περιορίζεται στην ψηλάφιση και στην αντίδραση του ασθενούς, κάνοντας επίσης αναφορά και στο κατά πόσο εντοπίζεται φυσιολογικό ή όχι αναπνευστικό ψιθύρισμα. Αναφέρθηκε επίσης και στην περίοδο αποθεραπείας κάκωσης θώρακα και κατάγματος πλευρών, λέγοντας ότι αυτά θεραπεύονται με την πάροδο λίγων ημερών ή εβδομάδων και ενδεχομένως μετά από απότομες μεταβολές του καιρού να υπάρχουν κάποιοι πόνοι, οι οποίοι αντιμετωπίζονται με την χρήση αναλγητικών, αποκλείοντας όμως το ενδεχόμενο μετά από 7 χρόνια να δημιουργείται πόνος σε μέρος όπου υπήρχε ρωγμώδες κάταγμα πλευράς, το οποίο χαρακτήρισε ως ένα πολύ ελαφρύ μεν, κάταγμα δε, όμως τα κατάγματα πλευρών επουλώνονται χωρίς παρενέργειες. Στην περίπτωση της ενάγουσας 1, σύστησε όπως επισκεφθεί ωτορινολαρυγγολόγο, όχι όμως νευρολόγο, διότι αυτό έκρινε ως ορθό. Συμφώνησε ότι η δισκοπάθεια είναι μια χρόνια πάθηση που εμπερικλείει μια εξελεκτική διαδικασία και είναι πιο κοινή σε άτομα που είναι μεσήλικα, ήτοι σε άτομα από 45 έως 65 ετών, παραπέμποντας στην ειδικότητα του νευροχειρούργου για αυτό το ζήτημα. Ως Μ.Ε.4 κατέθεσε ο Δρ. Χρίστος Χριστοδούλου, ο οποίος αφού εξέθεσε τα προσόντα του ως ορθοπεδικός, υιοθέτησε τα τεκμήρια 20 έως 23, ήτοι τα ιατρικά πιστοποιητικά που εξέδωσε ο ίδιος. Ανέφερε επίσης ότι έχει αναγνώσει το τεκμήριο 8 και κλήθηκε να εξηγήσει γιατί απουσιάζει αναφορά από το τεκμήριο 8 για κάταγμα της δεξιάς ένατης πλευράς της ενάγουσας 1 και επί αυτού του σημείου ανέφερε ότι υπάρχουν 2 λόγοι. Ο πρώτος λόγος είναι ότι σε μια απλή ακτινογραφία θώρακα, μπορεί ένα κάταγμα που δεν είναι μετατοπισμένο να παραβλεφθεί, ιδίως όταν είναι μόνο μία πλευρά και ο δεύτερος λόγος, όταν υπάρχει μη μετατοπισμένο κάταγμα και εμφανίζεται σε 4 - 5 μέρες, όταν αρχίζει να πορώνεται και αυτός είναι ο λόγος που σε ορισμένες περιπτώσεις συστήνεται επανεξέταση σε μια περίπου εβδομάδα. Αναφέρθηκε επίσης και αυτός ο μάρτυρας στις διαβαθμίσεις των θλάσεων του αυχένα. Στην αντεξέταση του, αναφέρθηκε σε επί μέρους ζητήματα που καταγράφονται στα ιατρικά του πιστοποιητικά και πως κατέληξε στα δικά του ευρήματα και συμπεράσματα. Αναφέρθηκε επίσης και στο κατά πόσο ένα συμβάν μπορεί να φέρει στην επιφάνεια ενοχλήσεις που προέρχονται από ένα προϋπάρχον πρόβλημα και πότε μπορεί να εντοπιστεί ένα οστικό οίδημα και γενικά οίδημα ή μια φλεγμονή και γενικά πότε μπορεί ένα άτομο να νιώθει ενοχλήσεις, ανάλογα με το μέρος του σώματος, την ένταση του κτυπήματος και την δεδομένη χρονική στιγμή. Αναφέρθηκε στις συστάσεις που έκανε προς την εναγουσα 1 και οι οποίες δεν ακολουθήθηκαν, αναφέρθηκε επίσης στις περιπτώσεις όπου εξέτασε την ενάγουσα 1 και ως προς τις δισκοκύλες και δισκο - οστεοφυτικές προβολές, αυτές δεν είναι νευρολογικά περιστατικά. Αναφέρθηκε επίσης στην χονδροπάθεια στο γόνατο της ενάγουσας 1 και πως προκαλείται, καθώς επίσης έδωσε και την δική του ερμηνεία σε ευρήματα και συμπεράσματα άλλου θεράποντα ιατρού της ενάγουσας
- Ως Μ.Ε.6 κατέθεσε η Δρ. Παναγιώτα Νεάρχου, τα προσόντα της οποίας δεν έχουν αμφισβητηθεί. Αναγνώρισε τα τεκμήρια 8 και 9 και για τα οποία έλαβε υπ΄ όψην της την κλινική εξέταση και τις ακτινογραφίες που ακολούθησαν. Όταν ερωτήθηκε κατά πόσο εξηγήται η ενάγουσα 1 μετά από εβδομάδες να παρουσιάζει ένα όχι μετατοπισμένο κάταγμα, ανέφερε ότι η ενάγουσα 1 κατά την κλινική της εξέταση, παρουσίαζε ευαισθησία στο αναπνευστικό της σύστημα κατά την ψηλάφιση στο δεξιό ημιθωράκιο και αυτό αποτελεί υποψία για κάταγμα κάποιας πλευράς, αλλά αυτό δεν φαίνεται πάντα στις ακτινογραφίες, ιδίως όταν είναι ρωγμώδες ή οπίσθιο. Ως προς τον αυχένα της ενάγουσας 1, η μάρτυρας την εξέτασε έχοντας η ενάγουσα 1 αυχενικό κολλάρο, το οποίο περιορίζει το άλγος, λόγω της ακινητοποίησης και η ακτινογραφία έγινε για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο κατάγματος. Η μάρτυρας επίσης υιοθέτησε το τεκμήριο 9 και που αφορά την ενάγουσα
- Στην αντεξέταση της, ανέφερε ότι δύναται και η ίδια να διαπιστώσει άλγος κατά την ψηλάφιση, αναφέρθηκε στις πιθανότητες να μην εντοπιστεί ένα κάταγμα κατά την ακτινογραφία, εάν παραμένουν τα συμπτώματα δίνονται οδηγίες για επανεκτίμηση και πως δίνονται τέτοιες οδηγίες. Ο ακτινολόγος είναι αυτός που κάνει την σχετική έκθεση και η ίδια διάβασε τις ακτινογραφίες. Συμφώνησε ότι η ευαισθησία κατά την ψηλάφιση της αυχενικής μοίρας είναι κλινικό εύρημα της θλάσης του αυχένα, καθώς επίσης συμφώνησε ότι είναι κλινικό εύρημα και για πιθανό κάταγμα και για διάστρεμμα. Συμφώνησε επίσης ότι η διάγνωση του αυχενικού διαστρέμματος και οποιουδήποτε άλλου τραυματισμού είναι η συνεκτίμηση των υποκειμενικών παραπόνων και αντικειμενικών ευρημάτων και πρώτα προηγείται η ακτινολογική εξέταση και μετά η κλινική. Συμφώνησε επίσης ότι το σκληρό κολλάρο χρησιμοποιείται για την μεταφορά ασθενούς στο νοσοκομείο και ειδικότερα για πιθανό κάταγμα και η συνταγογράφηση μαλακού κολλάρου για ανακούφιση συμπτωμάτων και ότι δεν έχει καταγράψει άλγος στην αυχενική μοίρα. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει εντοπίσει κάταγμα στον αυχένα και η αυχεναλγία μπορεί να εμφανιστεί μετά από κάποιες ώρες ή μέρες ή ακόμα και ποτέ. Ως προς την ενάγουσα 2, ανέφερε ότι αυτή παρουσίαζε κοκκίνισμα και ήπιο πρήξιμο. Ως Μ.Ε.6, κατέθεσε η κα Μαρία Κοράδου, μητέρα της ενάγουσας 2 και ήταν το πρόσωπο που μετέφερε την ανήλικη στο γενικό νοσοκομείο Λεμεσού και η ανήλικη έκλεγε από τον πόνο, ήταν φοβισμένο και παρουσίαζε κοκκινίλες και ένα κτύπημα στη μύτη. Παρουσίασε το τεκμήριο 28, με το οποίο καταδεικνύεται ότι η ανήλικη απουσίασε από τον παιδικό σταθμό όπου φοιτούσε, λόγω του πόνου και του φόβου που ένιωθε. Παρουσίασε επίσης το τεκμήριο 29, όπου είναι η σχετική φορολογική της δήλωση και ήταν η ίδια που έμεινε μαζί της στο σπίτι εκείνες τις μέρες. Μετά από λίγο καιρό οι κοκκινίλες και το κτύπημα εξαφανίστηκαν, η ανησυχία της όμως και ο φόβος διήρκησαν πολύ καιρό, ιδίως όταν έμπαινε στο δικό της αυτοκίνητο και γενικά σε οποιοδήποτε αυτοκίνητο. Στην αντεξέταση της, ανέφερε ότι μετά την επενέναρξη της φοίτησης της ανήλικης στον παιδικό σταθμό, η μετάβαση γινόταν με το αυτοκίνητο της ιδίας, δεν έχει εξεταστεί η ανήλικη από παιδοψυχολόγο, αλλά στον Δρ. Χριστοδούλου την πήρε για να είναι απόλυτα σίγουρη ότι η κόρη της είναι καλά, αρνούμενη σχετική υποβληθείσα θέση ως προς την αναγκαιότητα τέτοιας επίσκεψης στον εν λόγω ιατρό. Ως Μ.Ε. 7 κατέθεσε ο Δρ. Γιώργος Βορκάς, τα προσόντα του οποίου δεν έχουν αμφισβητηθεί, ως ειδικός ακτινολόγος. Αναγνώρισε την υπογραφή του επί των τεκμηρίων 24 α - δ, δεν αναγνώρισε όμως τα τεκμήρια 25 α - γ, τα οποία όμως έχουν δηλωθεί ως παραδεκτά στην βάση επί πλήρους ευθύνης. Στην αντεξέταση του, έδωσε τις δικές του εξηγήσεις ως προς τα ευρήματα και συμπεράματα του που εξήγαγε από τις μαγνητικές τομογραφίες, το πως δημιουργείται μια εκφύλιση, εξήγησε τι είναι τα οστεόφυτα, η αφυδάτωση και λοιποί όροι που καταγράφονται στα πιστοποιητικά του και από που προέρχονται, την εικόνα που παρουσίαζε η ενάγουσα 1 στο διάστημα μεταξύ των μαγνητικών τομογραφιών και τις διαφορές που παρουσίαζε στην κλινική της εικόνα η ενάγουσα 1, αναλύοντας ταυτόχρονα την όλη κλινική εικόνα της ενάγουσας 1, σε συνδυασμό με την δική του εξήγηση σε κάθε εύρημα και συμπέρασμα που κατέγραψε και δέχθηκε σχετικές ερωτήσεις επί αυτών. Ως Μ.Ε.8 κατέθεσε ο κ. Μαρίνος Μωυσέως, φυσιοθεραπευτής, αναφέροντας την εμπειρία του και αναγνώρισε τα τεκμήρια 26 α - στ και η ενάγουσα 1 είναι πελάτιδα του, στην οποία παρείσχε υπηρεσίες της ειδικότητας του στον αυχένα και στο γόνατο όπου υπήρχαν τραυματισμοί, τα δε ποσά που αναγράφονται στα εν λόγω τεκμήρια δεν του έχουν καταβληθεί, ήτοι είναι οφειλόμενα, με βάση και την συμφωνία που είχε με την ίδια την ενάγουσα 1 και σε συνεννόηση με τον δικηγόρο της ότι θα του καταβληθούν τα έξοδα με το πέρας της παρούσας διαδικασίας και οι θεραπείες δεν έχουν συνεχιστεί το 2016 και 2017, λόγω των προβληματισμών της ενάγουσας 1 ως προς το οικονομικό σκέλος. Στην αντεξέταση του, αναφέρθηκε εκ νέου στην μη καταβολή σε αυτόν των οφειλομένων ποσών και στην συμφωνία που έκανε με την ενάγουσα 1 και γενικά στην πρακτική που ακολουθεί, καθώς επίσης ανέφερε τι του έχουν πει οι θεράποντες ιατροί. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα, οι ενάγουσες έκλεισαν την υπόθεση τους και από πλευράς εναγομένων πρώτη κατέθεσε η εναγόμενη 1, η οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της, ως αυτή φαίνεται επί του τεκμηρίου 4 και αναφέρθηκε συνοπτικά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, στο μέτρο και βαθμό που αυτή ήταν σε θέση να αντιληφθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο, ξεκαθαρίζοντας ότι όταν κτύπησε στο προπορευόμενο όχημα, αυτό ήταν ακινητοποιημένο. Αναφέρθηκε επίσης και στην άφιξη στην σκηνή ενός ασθενοφόρου. Στην αντεξέταση της, αναφέρθηκε στα χρόνια που είναι οδηγός, στην συχνότητα με την οποία διανύει τον επίδικο δρόμο όπου έγινε το ατύχημα και τον οποίο περιέγραψε, όπως π.χ. σημάνσεις επί του δρόμου, συμφώνησε ότι θα έπρεπε να τηρεί μια απόσταση ασφαλείας και αρνήθηκε αντίθετη υποβληθείσα με αυτήν θέση ότι δεν έχει χρησιμοποιήσει τα φρένα του οχήματος της, λέγοντας ότι τα έχει χρησιμοποιήσει απότομα 10 μέτρα πριν και ως προς τα κτυπήματα που έγιναν στα προπορευόμενα οχήματα, ανέφερε ότι δεν τα είδε μεν, τα άκουσε δε και γενικά η εναγόμενη 1 αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ενήργησε η εναγόμενη
- Περιέγραψε επίσης το προπορευόμενο όχημα με το οποίο συγκρούστηκε και εξέφρασε άγνοια για τις ζημιές που υπέστη το όχημα της, παραπέμποντας για αυτό το ζήτημα στον σύζυγο της. Αναφέρθηκε επίσης και σε κάποια τραύματα που υπέστη η ίδια από το επίδικο ατύχημα και την τοποθέτηση κολλάρου, καθώς και την άφιξη του συζύγου της στην σκηνή και την μεταφορά της ιδίας με ασθενοφόρο. Σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασης της, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι κρατούσε ασφαλή απόσταση από το προπορευόμενο της όχημα και γενικά αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είναι αντίθετες με αυτές που καταγράφονται στην κατάθεση της. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Δρ. Ηλίας Γεωργίου, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του, υιοθέτησε το βιογραφικό του σημείωμα και το ιατρικό του πιστοποιητικό, ήτοι τα τεκμήρια 30 και 31 αντίστοιχα. Στην αντεξέταση του, αναφέρθηκε στα μαθήματα του διδάχθηκε στο πανεπιστήμιο που έχει φοιτήσει και ερωτήθηκε σε θέματα επιστημονικών συγγραμμάτων και γενικά σε θέματα που αφορούν την ορθοπεδική, η οποία είναι εξελικτική, όπως όλες οι ειδικότητες και τον τρόπο που ένας ιατρός ενημερώνεται για τις νέες αναβαθμίσεις και εξελίξεις στην εκάστοτε ειδικότητα. Αναφέρθηκε επίσης και στον τρόπο που γίνεται μια διάγνωση, αρνούμενος αντίθετες υποβληθείσες θέσεις. Ανέφερε ότι υπάρχουν δύο κατάγματα στο ανθρώπινο σώμα, όπου υπάρχει η πιθανότητα να μην εντοπιστούν άμεσα στην πρώτη ακτινογραφία, αλλά μετά από μερικές μέρες, ήτοι στην μια περίπτωση όταν υπάρχει ένα μικρό οστάριο του καρπού που λέγεται σκαφοειδές και το δεύτερο, λόγω της ανατομικής διαμόρφωσης, όπου οι τελευταίες αρχίζουν από μπροστά και κάνουν ημικίκλυο και καταλήγουν πίσω, είναι ένα ρωγμώδες αμετατόπιστο κάταγμα πλευράς, δίνοντας ταυτόχρονα την δική του εξήγηση για τον λόγο που δεν μπορεί να εντοπιστεί άμεσα και έδωσε την δική του θέση αναφορικά με την αναγκαιότητα παρακολούθησης ενός ασθενή. Αναφέρθηκε επίσης στην εμπειρία του ως ορθοπεδικός, καθώς επίσης και την σημερινή του ενασχόληση, τον τρόπο που εξετάζει και γενικά εκτελεί τα καθήκοντα του ως ιατρός και τον τρόπο που αμοίβεται, καθώς επίσης αναφέρθηκε στις συνθήκες και τον τρόπο κάτω από τις οποίες εξέτασε την ενάγουσα 1 και τι περιελάμβανε η κλινική εξέταση, δίνοντας ταυτόχρονα τις δικές του εξηγήσεις και ερμηνείες για θέματα που καταγράφονται στο ιατρικό του πιστοποιητικό, αρνούμενος σχετικές αντίθετες υποβληθείσες θέσεις και που άπτονταν όχι μόνο του περιεχομένου, αλλά και της ορθότητας των ευρημάτων και συμπερασμάτων του, λέγοντας επίσης ότι έχει μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τα ιατρικά πιστοποιητικά των θεράποντων ιατρών της ενάγουσας
- Έδωσε την δική του εξήγηση ως προς την δισκοκήλη, η οποία οφείλεται σε μη τραυματικούς λόγους και είναι η προβολή μέρους του ινώδη δακτυλίου πέραν του 98%. Ως προς την μη τραυματική αιτιολογία, παρέπεμψε επίσης και στον κ. Βορκά, ήτοι τον Μ.Ε.7, δίνοντας ταυτόχρονα παραδείγματα όπου παρατηρείται επιδείνωση μιας κατάστασης. Απέρριψε το ενδεχόμενο η ενάγουσα 1 να παρουσιάζει μούδιασμα στα χέρια, διότι η μαγνητική τομογραφία δεν κατέδειξε πίεση επί νευρικών στοιχείων, αρνούμενος υποβληθείθα θέση ότι η ενάγουσα 1 του παραπονέθηκε σχετικά με αυτό. Αναφέρθηκε επίσης και στην ενδεικνυόμενη θεραπεία και γενικά ενέργειες σε ότι αφορά τις δισκοκήλες και τον αυχένα γενικά και που εν πάση περιπτώση, αυτά θα έπρεπε να γίνονται λόγω της προϋπάρχουσας εκφυλιστικής δισκοοστεοφυτικής πάθησης της ενάγουσας 1 και εκεί είναι που εντοπίζεται η αιτία των ενοχλήσεων και όχι από το κτύπημα που υπέστη η ενάγουσα 1 από το ατύχημα. Εξέφρασε την θέση του ως προς την χονδροπάθεια που αντιμετωπίζει η ενάγουσα 1 στο γόνατο, αποσυνδέοντας την πάθηση αυτή με το επίδικο ατύχημα, λέγοντας ότι είναι μια χρόνια πάθηση και πιο συγκεκριμένα σε εκ γενετής συγγενής διαμόρφωση της επιγονατίδας, η οποία τρίβεται με τους μηριαίους κονδύλους και σταδιακά δημιουργείται μαλάκυνση του χόνδρου. Απέρριψε την αναγκαιότητα διενέργειας συγκεκριμένων ενέσεων στο γόνατο, καθώς επίσης και το ενδεχόμενο ή αναγκαιότητα μελλοντικής εγχείρισης στο γόνατο, δίνοντας την δική του εξήγηση και αιτιολογία και παρέπεμψε στο ιατρικό του πιστοποιητικό - τεκμήριο
- Τέλος, απέρριψε τις υποβληθείσες θέσεις ότι έχει λάβει οδηγίες από συγκεκριμένη ασφαλιστική εταιρεία και ότι είναι οι μοναδικοί του πελάτες. Τελευταίος, κατέθεσε ο εναγόμενος
- Στην κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το επίδικο ατύχημα και υιοθέτησε την κατάθεση του, ως αυτή αναγράφεται στο τεκμήριο
- Στην αντεξέταση του, η οποία περιορίστηκε μόνο από την ευπαίδευτη συνήγορο των εναγομένων 1 και 2, ανέφερε ότι είναι η σύζυγος της ενάγουσας 1 και ο παππούς της ενάγουσας 2, η οποία ενάγει δια μέσου της θυγατέρας του. Αναφέρθηκε εκ νέου στο πως έχει αντιληφθεί το επίδικο ατύχημα, τονίζοντας ότι τα προπορευόμενα οχήματα από αυτόν ήταν σε σύγκρουση, δέχθηκε την σύγκρουση από πίσω και ακολούθως κτύπησε και αυτός το προπορευόμενο όχημα και οι δύο συγκρούσεις ήταν ισχυρές. Ακολούθως κατέβηκε από το όχημα και είδε τις ζημιές, αισθάνοντας λύπη για αυτό το γεγονός και αναφέρθηκε στις ζημιές που έγιναν στο όχημα του, στην έκταση που γνώριζε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Το σχέδιο αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388. Είναι γνωστή και πάγια η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με την αυστηρή απόδειξη των ειδικών αποζημιώσεων, με βάση την οποία ο ενάγων βαρύνεται να αποδείξει με καθαρή μαρτυρία τα κονδύλια που διεκδικεί ως ειδικές ζημιές και απόδειξη ειδικών ζημιών κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, λόγω της πλούσιας και πάγιας νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239 και συνακόλουθα το Δικαστήριο θα αξιολογήσει την μαρτυρία του ενάγοντα αναφορικά με το ζήτημα των ειδικών ζημιών, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω αναφερθέν νομολογιακό πλαίσιο. Είναι επίσης γνωστή και πάγια η νομολογιακή αρχή, με βάση την οποία δύναται να γίνει αποδεκτή μέρος μιας μαρτυρίας και απόρριψης άλλης και το Δικαστήριο αντλεί διαφώτιση και καθοδήγηση και παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην στην Τσίκκας ν. Χριστοφή, Πολ.Εφ.309/08, ημερ. 18 Νοεμβρίου 2010, και Μεσσάρη ν. Κατσιαμίδη, Πολ.΄Εφ.376/06, ημερ. 29 Νεομβρίου 2010 και FOUAD SAADE - v - NABIL ZEINI 2005 1B ΑΑΔ 1485, αλλά και στην πολύ πρόσφατη απόφαση Μιχάλης Μιχαήλ κ.α Ποινικές Εφέσεις 145 και 146 ημερ. 15/4/2016. Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Ως θέμα αρχής, με βάση την πλούσια και πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποκαλύπτει σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, λαμβάνεται, επίσης, σοβαρά υπόψη η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, λόγω της πλούσιας και πάγιας νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ -ν - ΦΡΑΓΚΕΣΚΟΥ 1999 1 Α Α.Α.Δ. σελ. 687. Αποτελεί γνωστή νομολογιακή αρχή, ότι το Δικαστήριο δύναται να αντλήσει καθοδήγηση από προηγούμενες υποθέσεις, εφόσον υπάρχει κάποια αναλογία στην έκταση ων κακώσεων και τα επακόλουθα τους, στο φύλο και τη ηλικία και υπό το φως των αλλαγών, τόσο της αγοραστικής αξίας του χρήματος, όσο και των εξελίξεων της νομολογίας και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην υπόθεση Φωτίου - ν - Νεοφύτου
(2005)1Β Α.Α.Δ 1511 στην οποία έγινε αναφορά στις πολύ γνωστές αποφάσεις Paraskevaides (Overseas) Ltd. v. Christofis
(1982)1 C.L.R. 789· Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66). Το ύψος των αποζημιώσεων είναι αλληλένδετο με τα ιδιαίτερα περιστατικά του κάθε τραυματισθέντα. Ισχύει η αρχή ότι στον τομέα των αποζημιώσεων ο ανθρώπινος πόνος και η δυσχέρεια αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερη ευαισθησία. Η υγεία είναι ο κοινός παρονομαστής για την ευημερία του ανθρώπου. Οι αποζημιώσεις είναι το μέσο για την αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και την αντιμετώπιση των λειτουργικών δυσχερειών που επιφέρει ο τραυματισμός. Οι μάρτυρες που προσήλθαν στο εδώλιο του μάρτυρα ως εμπειρογνώμονες, αυτοί επιτελούν ένα ιδιαίτερα βαρύνοντα ρόλο, καθ΄ ότι καλούνται στο Δικαστήριο για να διαφωτίσουν με τις γνώσεις και τις εμπειρίες τους και την επιστημονική τους κατάρτιση, εκείνα τα γεγονότα που χρήζουν εξειδικευμένης ανάλυσης και επεξήγησης. Οι υποχρεώσεις των εμπερογνωμόνων μαρτύρων τέθηκαν και στην υπόθεση CYBARCO LTD -V- SILVIA KOVASCIK
(2001)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 2013 στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία(Anastassiades v.Republic
(1977)2 C.L.R.97,Kouppis v.Republic
(1977)2 C.L.R.361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308).>> Στην υπόθεση ΚΩΣΤΑ ΝΕΑΡΧΟΥ -ν- ΣΑΒΒΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ 2003 1 Α.Α.Δ. σελ 351 λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Είναι γνωστό πως ο δικαστής δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ. Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις.>> Στην απόφαση Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. - ν - ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολιτική Έφεση 386/2010 ημερ. 15/11/2016, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα, όπως έχει επιβεβαιωθεί και στην Κοινοτικό Συμβούιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298, είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα στα ενώπιον του υπό κρίση δεδομένα, (δέστε και Cybarco Ltd v.Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013). ΄΄ Στην πρόσφατη επίσης απόφαση Ανδρέα Νικολάου - ν - Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 162/2014, ημερομηνίας 2/5/2017, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162). Είναι προφανές ότι, το κατά πόσον ένας μάρτυρας θεωρείται ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ένας πραγματογνώμονας μάρτυρας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να πει στο Δικαστήριο τη γνώμη, την κρίση, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του, αφού, βεβαίως, παραθέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασίστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ακόμα, όμως, και πραγματογνώμονας να είναι ένας μάρτυρας, δεν σημαίνει, απαραίτητα, ότι κάθε αναφορά του εμπίπτει στον τομέα της πραγματογνωμοσύνης του (Δέστε R v Allad
(2014)EWCA Crim 421 και R v Foulger
(2012)EWCA Crim 1516). Στην υπόθεση Allad (ανωτέρω), το Αγγλικόν Εφετείο, Ποινικό Τμήμα, ακύρωσε την καταδίκη των Εφεσειόντων επειδή, πρωτοδίκως, είχε επιτραπεί μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία δεν θα έπρεπε να είχε επιτραπεί και η οποία ήταν ουσιαστική για την έκβαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη είχε επιτραπεί μαρτυρία γνώμης και συμπερασμάτων, και ο μάρτυρας δεν είχε περιοριστεί στα πρωτογενή γεγονότα, ενώ δεν ήταν πραγματογνώμονας............................................................................................................................................................................................ Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου, και ειδικά, να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση. ΄΄ Στην Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475, 483, κρίθηκε ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου και όχι του οδηγού που ενέχεται (βλ. Markantonis v Demakis
(1989)1 CLR 387, 392 [1]) και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για τη λήψη μέτρων προφύλαξης μορφοποιείται ενόψει κινδύνου ο οποίος διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη (βλ. Βίκης v Νεοφύτου
(1990)1 ΑΑΔ 345, 350). To καθήκον για επιμελή οδήγηση, δεν επεκτείνεται στην λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (βλ. ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ - ν- ΚΛΕΟΒΟΥΛΟΥ 1992 1 Α.Α.Δ. σελ. 422). Ο Μ.Ε.1 άφησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, διότι κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ο μάρτυρας αυτός στην δια ζώσης του μαρτυρία, έπεισε ότι προσήλθε ως ένας ανεξάρτητος, αντικειμενικός και αμερόληπτος μάρτυρας και με απώτερο σκοπό να παραθέσει όλα εκείνα τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως αστυφύλακας που επισκέφθηκε την σκηνή του ατυχήματος και κατέγραψε ορθά, πλήρως και με λεπτομέρεια τις μετρήσεις του, καθώς επίσης και τις καταθέσεις που λήφθηκαν από τους εμπλεκόμενους οδηγούς. Διαφώτισε πλήρως το Δικαστήριο με την πραγματική μαρτυρία που παρέθεσε στο Δικαστήριο με την ετοιμασία των σχετικών σχεδιαγραμμάτων και για τα οποία θα γίνει ειδική αξιολόγηση πιο κάτω και πιο συγκεκριμένα με την απουσία ιχνών τροχοπέδησης από πλευράς εναγομένης
- Το ότι δεν ήταν σε θέση να θυμόταν κατά πόσο υπήρχαν σχετικές επιγραφές (ταπέλλες) κρίνεται από το Δικαστήριο ως είσσονος σημασίας και καταδεικνύει την φιλαλήθεια και ειλικρίνεια του και που είναι απόλυτα φυσιολογικά μετά από την πάροδο 7 σχεδόν χρόνων από την ημερομηνία του ατυχήματος. Δεν έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οποιοδήποτε στοιχείο προκατάληψης ή μεροληψίας υπέρ ή εναντίον οποιουδήποτε διαδίκου και το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Βεβαίως, ως προς το κατά πόσο έλαβε χώρα πρώτα σύγκρουση του οχήματος του εναγόμενου 3 με το προπορευόμενο όχημα του ή κατά πόσο προηγήθηκε το κτύπημα από την εναγόμενη 1, για αυτό το ζήτημα γίνεται ειδική αξιολόγηση πιο κάτω και εξαγωγή ανάλογου ευρήματος και συμπεράσματος, λόγω του ότι αξιολογούνται οι άμεσα εμπλεκόμενοι οδηγοί επί αυτού του θέματος. Η Μ.Ε.2 άφησε επίσης πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι και αυτή με την σειρά της κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έπεισε το Δικαστήριο ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να παραθέσει την όλη της εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση και που είχε ως επίκεντρο το τεκμήριο 15, χωρίς να προσπαθήσει να αναφέρει γεγονότα πέραν την ανάμειξης της στην μελέτη του φακέλου και στην ετοιμασία του τεκμηρίου
- Βεβαίως, ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το επίδικο ατύχημα, γίνεται ειδική αξιολόγηση και εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων, μέσα από την αξιολόγηση των εμπλεκόμενων οδηγών. Συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία της ενάγουσας 1, το Δικαστήριο αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας της και άλλο μέρος το απορρίπτει, για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω. Τα όσα ανέφερε η ενάγουσα 1 αναφορικά με τις φυσικοθεραπείες και γενικά την διενέργεια αυτών και των ποσών που απαιτεί με την παρούσα αγωγή και που δεν έχουν καταβληθεί, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δύνανται να γίνουν αποδεκτά, διότι η ενάγουσα 1 σε αυτό το σημείο της μαρτυρίας της τελούσε σε πλήρη σύγχυση, αμηχανία και αβεβαιότητα. Δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι δεν έχει μιλήσει με τον φυσικοθεραπευτή για οποιοδήποτε χρηματικό ποσό και αυτό στερείται λογικής και πειστικότητας, διότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένα η παροχή υπηρεσιών και η αντίστοιχη αμοιβή. Χρησιμοποιούσε συχνά την λέξη ΄΄νομίζω΄΄ όπως π.χ. στην αναγραφή ποσών, στην διενέργεια φυσικοθεραπειών σε ορισμένα χρονικά διαστήματα, στο κατά πόσο υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο για τα χρήματα που οφείλει στον φυσικοθεραπευτή και γενικά σε ότι έχει σχέση με το ζήτημα των φυσικοθεραπειών. Όλα τα πιο πάνω άφησαν σοβαρές αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με τις φυσικοθεραπείες, στις οποίες μάλιστα εμπλέκεται και το γόνατο, για το οποίο όπως θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω, το πρόβλημα στο γόνατο είναι προϋπάρχον. Δεν διαφεύγει βεβαίως της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στο τεκμήριο 8, το οποίο είναι παραδεκτό, γίνεται αναφορά για οίδημα, όμως η αποσύνδεση των ισχυριζόμενων προβλημάτων στο γόνατο με το επίδικο ατύχημα με βάση την αξιολόγηση που θα γίνει πιο κάτω, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι και η μαρτυρία του φυσικοθεραπευτή δεν έπεισε, αφήνει την σχετική αξίωση της ενάγουσας για επιδίκαση ποσών για φυσικοθεραπεία έξω από το αυστηρό πλαίσιο που απαιτείται για απόδειξη των ειδικών ζημιών. Ούτε διαφεύγει βεβαίως της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο Δρ. Ηλίας Γεωργίου στην τελευταία παράγραφο της τελευταίας σελίδας του πιστοποιητικού του, ήτοι του τεκμηρίου 31, κάνει αναφορά για 12 με 18 φυσικοθεραπείες ως ενδεδειγμένο αριθμό, όμως μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ενάγουσας 1 που έγινε πιο πάνω, του φυσικοθεραπευτή που ακολουθεί πιο κάτω και την απόρριψη της μαρτυρίας του, δεν αφήνει άλλη επιλογή στο Δικαστήριο από το να απορρίψει την σχετική αξίωση της ενάγουσας
- Επίσης ως προς τις αναρρωτικές άδειες τις οποίες επικαλέστηκε, αυτές δεν έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι από την μια δεν ζητούνται οποιεσδήποτε απώλειες απολαβών και ούτε θα την απέλυε ο σύζυγος της, στο κατάστημα του οποίου εργαζόταν, ως η ίδια ανέφερε. Ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το επίδικο ατύχημα, η ενάγουσα 1 έπεισε το Δικαστήριο για αυτό το ζήτημα, διότι με τον τρόπο που το εξιστόρισε, έχει πειστεί το Δικαστήριο ότι το όχημα που επέβαινε η ενάγουσα 1 ως επιβάτης με την ενάγουσα 2 που είναι εγγονή της και οδηγό τον εναγόμενο 3, έχει προλάβει να ακινητοποιηθεί πίσω από το προπορευόμενο όχημα και γενικά από τα προπορευόμενα οχήματα, αλλά κτυπήθηκε από πίσω από το όχημα που οδηγούσε η εναγόμενη 1 και ακολούθως από το κτύπημα έγινε η πρόσκρουση του οχήματος που επέβαινε η ενάγουσα 1 με το προπορευόμενο όχημα και αυτό αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Συνεπώς, για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, φέρει αποκλειστικά ευθύνη η εναγόμενη 1 ως οδηγός. Η δε ευθύνη της εναγόμενης 2 στην βάση της εκ προστήσεως ευθύνης, ως αυτή δικογραφείται, δεν έχει αποδειχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, διότι το μόνο υπόβαθρο που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι η παραδοχή μέσα από την έκθεση υπεράσπισης των εναγομένων, ήτοι η οδήγηση από την εναγόμενη 1 του μηχανοκίνητου οχήματος ιδιοκτησίας της εναγόμενης 2 με την συγκατάθεση της εναγόμενης 2 προς την εναγόμενη 1 και ουδεμία άλλη μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει σχέση μεταξύ των δύο εναγομένων ως εκ προστήσεως ευθύνης. Η μόνη ιδιότητα της εναγόμενης 2 ως ιδιοκτήτριας του μηχανοκίνητου οχήματος που οδηγούσε η εναγόμενη 1 και η συγκατάθεση της εναγόμενης 2 προς την εναγόμενη 1 να οδηγήσει το εν λόγω όχημα, δεν δημιουργεί σχέση εκ προστήσεως ευθύνης. Όπως αποφασίσθηκε στην Ian Michael Brodie κ.κ. - ν - Ζήνωνος Θεοδώρου κ.α.
(1998)1Γ Α.Α.Δ 1632 "Η εξουσιοδότηση χρήσης κινητού αντικειμένου δεν υποδηλώνει ως θέμα λογικής ή κοινής εμπειρίας και τη δημιουργία σχέσης αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου αναφορικά με τη χρήση του. Συνεπώς συγκατάθεση για τη χρήση αυτοκινήτου δεν τεκμηριώνει αφεαυτής σχέση αντιπροσωπευομένου και αντιπροσώπου ή εργοδότη και εργοδοτουμένου, όπως άλλωστε αποφασίστηκε στη Hellenic Mining". Συνακόλουθα, η αγωγή εναντίον της εναγομένης 2 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της και εναντίον των εναγουσών, ως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Επιπρόσθετα δε, με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, αλλά και την αξιολόγηση της μαρτυρίας των εναγομένων 1 και 3 όπως θα αναπτυχθεί πιο κάτω, ο εναγόμενος 3 δεν φέρει καμία ευθύνη και κατ΄ επέκταση αυτό αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Ως προς τα τραύματα που υπέστη και γενικά ότι σχετίζεται με αυτά, όπως π.χ. συνέπειες αυτών και προέλευση τους, το Δικαστήριο έχει εντοπίσει κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης μια έκδηλη προσπάθεια της ενάγουσας 1 να μεγαλοποιήσει τα γεγονότα και να αποδώσει στα τραύματα της και γενικά στην υγεία της μια εικόνα με έντονο το στοιχείο της υπερβολής, με απώτερο σκοπό την επιδίκαση όσο το δυνατό μεγαλύτερων αποζημιώσεων και την διασύνδεση κάθε προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει με το επίδικο ατύχημα. Αυτή της η προσπάθεια έπεσε στο κενό και γενικά η ενάγουσα 1 δεν έπεισε το Δικαστήριο για το αμφισβητούμενο μέρος των τραυμάτων της και συνεπώς το Δικαστήριο, για τους λόγους που επεξηγούνται αναλυτικά πιο κάτω, κρίνει ότι το μόνο ασφαλές υπόβαθρο για να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την φύση και την έκταση των τραυμάτων της, καθώς επίσης και των συνεπειών αυτών και των εξόδων, είναι αυτά στην βάση των παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων, ήτοι το ιατρικό πιστοποιητικό του νοσοκομείου και τις αποδείξεις για τις οποίες θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω. Επίσης το Δικαστήριο αποδέχεται ότι η ενάγουσα 1 υπέστη ένα ρωγμώδες αμετατόπιστο κάταγμα της ένατης πλευράς, για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω. Η ενάγουσα 1 απέφευγε να απαντήσει κατά πόσο οι κινήσεις του αυχένα της κατά την κλινική εξέταση και κατά πόσο οι κινήσεις ήταν ικανοποιητικές και αυτό κρίνεται από το Δικαστήριο ως μια προσπάθεια της ενάγουσας 1 να αποφύγει να μεταφέρει στο Δικαστήριο την ακριβή κατάσταση της υγείας της. Επίσης κρίνεται από το Δικαστήριο η αναφορά της ΄΄ότι έβρισκα διάβαζα΄΄ ως μια προσπάθεια εντυπωσιασμού για να πείσει το Δικαστήριο ότι συνεπεία του ατυχήματος αυτή η συνήθεια έχει επηρεαστεί δυσμενώς. Τα όσα ανέφερε η ενάγουσα 1 αναφορικά με τις ζημιές του οχήματος στο οποίο επέβαινε, δεν έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική αξία, διότι δεν αποτελούν επίδικο ζήτημα και το ίδιο ισχύει και για το τεκμήριο
- Ως προς την λήψη φαρμακευτικής αγωγής που λάμβανε και λαμβάνει, το Δικαστήριο αποδέχεται, ως πιο πάνω αναφέρθηκε, μόνο όσα καλύπτονται μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα και συνεπώς η αναφορά της για λήψη του φαρμάκου Voltaren και Almiral δεν γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο, διότι δεν καταγράφονται στα τεκμήρια που κατατέθηκαν αυτά τα φάρμακα και ούτε προσκομίστηκαν αποδείξεις που να αποδεικνύουν την σημερινή χρήση αυτών και αυτή η αναφορά της ενάγουσας 1 κρίνεται από το Δικαστήριο ότι εμπίπτει στο ίδιο πλαίσιο της προσπάθειας της να δημιουργήσει εντυπώσεις και να επιδιώξει μεγαλύτερες αποζημιώσεις. Ως προς το ζήτημα της μελλοντικής εγχείρισης, θα γίνει ειδική αξιολόγηση πιο κάτω και γενικά για το γόνατο της ενάγουσας 1, γίνεται ειδική αξιολόγηση πιο κάτω και που καταδεικνύεται ότι το πρόβλημα είναι προϋπάρχον και δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε διασύνδεση του προβλήματος ή η επιδείνωση του συνεπεία του ατυχήματος. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Ε.3, η μαρτυρία του και γενικά η αξιοπιστία του θα κριθεί υπό το πέπλο που αξιολογούνται οι εμπειρογνώμονες, με βάση το νομολογιακό πλαίσιο που έχει εκτεθεί πιο πάνω. Γενικά ο μάρτυρας άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο και ως προς τις διάφορες πτυχές της μαρτυρίας του, θα γίνεται ειδική αξιολόγηση. Υπήρξε διαφωτιστικός, κατατοπιστικός, λεπτομερειακός και δεν δίσταζε να παραδεχθεί εάν κάτι δεν ενέπιπτε στην ειδικότητα του ή εάν κάποιο πρόβλημα υγείας της ενάγουσας 1 δεν συνδέεται με το επίδικο ατύχημα. Γενικά ο μάρτυρας υπήρξε αντικειμενικός, ανεξάρτητος και αμερόληπτος και δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε προσπάθεια του να βοηθήσει την υπόθεση της ενάγουσας
- Ως προς την αναφορά και γενικά την εξήγηση που έδωσε για τον μη εντοπισμό από την πρώτη ακτινογραφία ενός ρωγμώδους αμετατόπιστου κατάγματος της 9ης πλευράς, το Δικαστήριο έχει πειστεί για τις αναφορές του μάρτυρα, ο οποίος παρέπεμψε στον ειδικό ακτινολόγο και εν πάση περιπτώση, έχει κατατεθεί εκ συμφώνου το τεκμήριο 19 στην βάση επί πλήρους ευθύνης και επιπρόσθετα δε, δεν έχει αμφισβητήσει ο εμπειρογνώμονας που κλητεύθηκε από τις εναγόμενες 1 και 2, ήτοι ο Δρ. Ηλίας Γεωργίου την ύπαρξη τέτοιου κατάγματος και της δυνατότητας εντοπισμού σε μεταγενέστερο στάδιο, με βάση και την αξιολόγηση που θα γίνει επί αυτού του θέματος μέσα από την μαρτυρία του Δρ, Ηλία Γεωργίου. Ένδειξη φιλαλήθειας, αντικειμενικότητας και αμεροληψίας εκ μέρους του μάρτυρα, αποτελεί και η αναφορά του ότι δεν υιοθετεί την θέση ότι οι δισκοπάθειες που έχει εντοπίσει στην ενάγουσα 1 είναι αποτέλεσμα του ατυχήματος, αφήνοντας έτσι ερωτηματικά για την αιτιώδη συνάφεια αυτών με το επίδικο ατύχημα και εν πάση περιπτώση, με βάση και την αξιολόγηση που γίνεται πιο κάτω, το Δικαστήριο αποδέχεται ότι οι δισκοπάθειες δεν είναι απότοκο του ατυχήματος, αλλά μια προϋπάρχουσα εκφυλιστική εξελικτική πάθηση και εν πάση περιπτώση, ο μάρτυρας παρέπεμψε στον ειδικό ακτινολόγο, η μαρτυρία του οποίου αξιολογείται πιο κάτω. Το Δικαστήριο αποδέχεται την αναφορά του μάρτυρα, με την οποία ουσιαστικά γίνεται αποδεκτή και από την πλευρά των εναγομένων 1 και 2, ότι το διάστρεμμα που υπέστη η ενάγουσα 1 κατατάσσεται στην μεσαία βαθμίδα από τις τρεις που υπάρχουν, από την στιγμή που δεν υπάρχει ευθιασμός στην προκειμένη περίπτωση, που εάν υπήρχε θα κατατασσόταν στην τρίτη σοβαρότερη βαθμίδα και συνεπώς αποτελεί σχετικό εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι το διάστρεμμα αυχένα που υπέστη η ενάγουσα 1 κατατάσσεται στην μεσαία τάξη από απόψεως σοβαρότητας. To Δικαστήριο αποδέχεται επίσης την αναφορά του μάρτυρα, η οποία συνάδει με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8, το οποίο αποτελεί κοινό παραδεκτό γεγονός και γενικά υπόβαθρο, ότι δηλαδή κατά την κλινική εξέταση δεν εντοπίστηκε αντίδραση πόνου κατά την ψηλάφιση, η οποία ψηλάφιση δεν είναι το σύνολο της κλινικής εξέτασης και αυτό γίνεται απόδεκτό ουσιαστικά από την πλευρά των εναγομένων 1 και 2, όπως διεφάνη από την αντεξέταση και πιο συγκεκριμένα, η κλινική εξέταση για να είναι ολοκληρωμένη θα πρέπει να ελέγχονται και οι κινήσεις του αυχένα, ο δε περιορισμός των κινήσεων εάν εντοπιζόαν θα καταγραφόταν, πράγμα που δεν έγινε στην προκειμένη περίπτωση και συνεπώς, αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι οι κινήσεις του αυχένα ήταν ελεύθερες κατά την κλινική εξέταση που έγινε στο νοσοκομείο την ημέρα του ατυχήματος. Επίσης το Δικαστήριο αποδέχεται την αναφορά του μάρτυρα ότι η ενάγουσα 1 με βάση το τεκμήριο 8 δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε αναπνευστικό πρόβλημα και αυτό αποτελεί επίσης εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Αποδέχεται επίσης το Δικαστήριο την αναφορά του μάρτυρα ότι τυχόν κατάγματα, όπως στην παρούσα περίπτωση, δεν σημαίνει ότι θα προκαλεί πόνο μετά από 7 χρόνια και συνεπώς αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα δεν έχει οποιεσδήποτε ενοχλήσεις σήμερα και αυτό αντανακλά θετικά στην αντικειμενικότητα του μάρτυρα και στον αντίποδα, αντικρούει την προσπάθεια της ενάγουσας 1 να μεγιστοποιήσει την εικόνα των τραυμάτων της και κυρίως των συνεπειών τους. Αποδέχεται επίσης το Δικαστήριο την αναφορά του μάρτυρα ότι το ρωγμώδες κάταγμα είναι ένα πολύ πιο ελαφρύ κάταγμα μεν, αλλά δεν παύει στο να είναι κάταγμα και στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν μετατοπισμένο. Αποδεκτή είναι και η αναφορά του μάρτυρα ότι η δισκοπάθεια είναι μια χρόνια πάθηση με μια εξελικτική διαδικασία, καταδεικνύοντας ο μάρτυρας την αντικειμενικότητα του και την μη προσπάθεια του να βοηθήσει την ενάγουσας να μεγαλοποιήσει τα τραύματα της ή να τα διασυνδέσει με το επίδικο ατύχημα, όπως ανεπιτυχώς προσπάθησε η ενάγουσα 1 να πράξει και συνακόλουθα, αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι η δισκοπάθεια που αντιμετωπίζει η ενάγουσα 1 δεν είναι απότοκο του επίδικου ατυχήματος. Ενισχυτικό των πιο πάνω, αποτελεί και η αναφορά και γενικά η εξήγηση που έδωσε ο μάρτυρας, ήτοι ότι για να διαπιστωθεί οποιαδήποτε διασύνδεση του ατυχήματος με την δισκοπάθεια και γενικά με τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ενάγουσα 1, θα πρέπει να διαπιστωθεί από νευροχειρούργο μετά την εγχείριση και συνεπώς, από την,στιγμή που δεν έλαβε χώρα τέτοια εγχείριση, δεν παρέχεται στο Δικαστήριο ασφαλές και βέβαιο υπόβαθρο για να εξαχθούν ευρήματα και συμπεράσματα που να συνδέουν την δισκοπάθεια ή την επιδείνωση της με το επίδικο ατύχημα. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αξιόπιστη. Ο Μ.Ε.4 και αυτός με την σειρά του θα αξιολογηθεί με την ειδικότητα του ως εμπειρογνώμονας. Κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και αυτός ο μάρτυρας υπήρξε αρκετά κατατοπιστικός και λεπτομερειακός και γενικά ήταν ένας αξιόπιστος μάρτυρας, πλην όμως μέρη της μαρτυρίας του δεν γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο, για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω. Ως προς τις αναφορές του μάρτυρα περί μη δυνατότητας εντοπισμού στο νοσοκομείο κατάγματος της ένατης πλευράς και να προκύπτει σε κατοπινό στάδιο, το Δικαστήριο και στην περίπτωση και αυτού του μάρτυρα, κρίνει ότι έπεισαν οι αναφορές του, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι επί αυτού του σημείου έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση αυτής της θέσης μέσα από την αξιολόγηση που έγινε πιο πάνω, αλλά και επειδή ο Δρ. Ηλίας Γεωργίου αποδέχεται την ύπαρξη ενός τέτοιου κατάγματος, με βάση και την αξιολόγηση που θα γίνει πιο κάτω. Το Δικαστήριο αποδέχεται την αναφορά του μάρτυρα ότι η χονδροπάθεια που αντιμετωπίζει η ενάγουσα 1 στο γόνατο της είναι μια εκφύλιση και φθορά και γενικά εξελικτική διαδικασία και επί αυτού του σημείου, διαφαίνεται η μη διασύνδεση αυτής της πάθησης με το επίδικο ατύχημα, η δε προϋπάρχουσα αυτή κατάταση έχει γίνει άλλωστε και παραδεκτή από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγουσών, όπως προκύπτει μέσα από την σελίδα 45 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 14/6/
- Οι αναφορές του μάρτυρα περί έναρξης του διακόπτη όσον αφορά τις ενοχλήσεις και γενικά τους πόνους που αισθάνεται η ενάγουσα 1, δεν γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο, όχι μόνο λόγω της ύπαρξης του παραδεκτού υποβάθρου όπως αυτό προκύπτει μέσα από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8 και που δεν καταδεικνύεται κάτι τέτοιο παρά μόνο ένα οίδημα στο γόνατο, αλλά και επειδή το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί στην βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η ενάγουσα 1 συνεπεία του ατυχήματος αντιμετωπίζει τα προβλήματα και τις ενοχλήσεις στο γόνατο συνεπεία του ατυχήματος και που εν πάση περιπτώση, το Δικαστήριο, για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω, αποδέχεται την μαρτυρία του Δρ. Ηλία Γεωργίου επί αυτού του θέματος. Συνεπώς, η σχετική αξίωση της ενάγουσας 1 περί καταβολής εξόδων για μελλοντική εγχείριση δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο και αυτό ενισχύεται και από την αναφορά του εν λόγω μάρτυρα, ότι η ενάγουσα 1 δεν ακολούθησε τις οδηγίες του να επισκεφθεί νευροχειρούργο για την βελτίωση της κατάστασης της και γενικά την θεραπεία που της πρότεινε, παρά μόνο περιορίστηκε σε μια επίσκεψη όπως φαίνεται μέσα από το τεκμήριο 14, αποκλείοντας έτσι την δυνατότητα εξέτασης της αναγκαιότητας μιας τέτοιας εγχείρισης από έναν ειδικό και που εν πάση περιπτώση, το Δικαστήριο αποδέχεται ότι τα όποια προβλήματα αντιμετωπίζει η ενάγουσα 1 στο γόνατο της, αυτά είναι προϋπάρχοντα και δεν σχετίζονται και ούτε επιδεινώθηκαν με το επίδικο ατύχημα, με βάση την αξιολόγηση που έγινε πιο πάνω αλλά και την μαρτυρία του Δρ. Ηλία Γεωργίου, ως η αξιολόγηση που θα γίνει πιο κάτω. Ως προς τις αναφορές του μάρτυρα περί προϋπάρχουσες δισκοκύλες, αυτές γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο, διότι ουσιαστικά αποτελούν κοινό υπόβαθρο όλων των ιατρών που έδωσαν μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση και το ίδιο ισχύει και για την αναφορά του ότι εάν δεν υπάρχει μυικός σπασμός δεν θα υπάρχει πόνος κατά την ψηλάφιση, όπως δηλαδή έγινε και στην παρούσα περίπτωση της ενάγουσας 1 και αποτελεί συνεπώς σχετικό εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις και περιορισμούς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία της Μ.Ε.5, το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό, αποδέχεται την μαρτυρία της στην ολότητα της και που εν πάση περιπτώση, είναι η ιατρός, η οποία εξέτασε τις ενάγουσες την ημέρα του ατυχήματος και εξέδωσε τα ιατρικά πιστοποιητικά - τεκμήρια 8 και 9, τα οποία κατατέθηκαν εκ συμφώνου, αποδεχόμενες όλες οι πλευρές την αλήθεια του περιεχομένου τους. Επιπρόσθετα δε, το Δικαστήριο αποδέχεται ως λογικές και πειστικές τις αναφορές της που αφορούν το κάταγμα στην ένατη πλευρά και την δυνατότητα μη εντοπισμού αρχικά κατά την κλινική εξέταση που έκανε η ίδια, αλλά σε κατοπινό στάδιο και επί αυτού του θέματος έχει γίνει ήδη αξιολόγηση πιο πάνω και που ο ίδιος ο Δρ. Ηλίας Γεωργίου αποδέχεται την ύπαρξη του ρωγμώδους αμετατόπιστου κατάγματος στην ένατη πλευρά της ενάγουσας
- Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την αναφορά της ότι με την ευαισθησία που παρουσίαζε η ενάγουσα 1 στο δεξιό ημιθωράκιο κατά την ψηλάφιση, αποτελούσε υποψία για κάταγμα, το οποίο δεν φαίνεται πάντα στις ακτινογραφίες και αυτός είναι ο λόγος που δεν έχει εντοπιστεί την ημέρα που εξέτασε την ενάγουσα 1 και που έγινε η σχετική ακτινογραφία. Το Δικαστήριο αποδέχεται επίσης την αναφορά της μάρτυρος ότι δύναται τόσο ο ορθοπεδικός, όσο και η ίδια, να διαπιστώσει άλγος στον αυχένα κατά την ψηλάφιση και αυτή η αναφορά έχει γίνει αποδεκτή από την ευπαίδευτη συνήγορο των εναγομένων 1 και 2 κατά την αντεξέταση και συνακόλουθα αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι κατά την κλινική εξέταση που έγινε στο νοσοκομείο την ημέρα του ατυχήματος, η ενάγουσα 1 δεν είχε πόνο στον αυχένα και ούτε έχει υποστεί οποιοδήποτε κάταγμα στον αυχένα και ούτε καταγράφηκε στο τεκμήριο 8 κάτι τέτοιο. Αποτελούν επίσης ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου, οι αναφορές της μάρτυρος με τις οποίες απάντησε θετικά σε σχετικές ερωτήσεις, ήτοι ότι η ευαισθησία κατά την ψηλάφιση της αυχενικής μοίρας είναι κλινικό εύρημα της θλάσης του αυχένα, ότι η χρήση μαλακού κολλάρου βοηθά στην ανακούφιση των συμπτωμάτων και ότι η διάγνωση του αυχενικού διαστρέμματος και οποιουδήποτε άλλου τραυματισμού είναι η συνεκτίμηση των υποκειμενικών παραπόνων και των αντικειμενικών ευρημάτων. Επίσης γίνονται αποδεκτές και οι διευκρινίσεις που έδωσε συνοπτικά σε ότι αφορά την ενάγουσα 2, ήτοι ότι παρουσίαζε κάποιες κοκκινίλες και ένα ήπιο πρήξιμο. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία της Μ.Ε.6, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις και που το Δικαστήριο αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας της και απορρίπτει άλλο, για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο αποδέχεται ως λογική και πειστική την αναφορά της ότι η ανήλικη θυγατέρα της, ήτοι η ενάγουσα 2 για τρεις μέρες, συνεπεία του τραυματισμού της από το επίδικο τροχαίο ατύχημα, δεν πήγε στον παιδικό σταθμό που φοιτούσε, όπως φαίνεται και μέσα από το περιεχόμενο του τεκμηρίου
- Επίσης το Δικαστήριο αποδέχεται ως λογική και πειστική την αναφορά της μάρτυρος ότι ήταν αυτή που έμεινε μαζί με την κόρη της τις τρεις αυτές μέρες που απουσίαζε από τον παιδικό σταθμό, όμως η σχετική αξίωση για καταβολή χρηματικού ποσού για την εν λόγω φροντίδα, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει αποδειχθεί στον βαθμό που απαιτείται, διότι μέσα από το τεκμήριο 29, διαφαίνεται ότι η μάρτυρας ήταν αυτοεργοδοτούμενη και το τεκμήριο 29 δεν διαφωτίζει το Δικαστήριο ως προς την διασύνδεση τέτοιου ποσού που απαιτείται, ήτοι €80 ημερησίως και συνακόλουθα το σχετικό αιτητικό απορρίπτεται. Ως προς τις αναφορές της ότι τα τραύματα της κόρης της υποχώρησαν μετά από λίγο καιρό, το Δικαστήριο τις αποδέχεται και αυτό διαφαίνεται εξ΄ άλλου και μέσα από το τεμήριο 23 που προέρχεται από τον Μ.Ε.4 και που ουσιαστικά επαναλαμβάνει σε μεγάλο βαθμό το τεκμήριο 9, το οποίο είναι παραδεκτό και ως προς την διάρκεια αποθεραπείας μετατραυματικά, η περίοδος των δύο με τεσσάρων εβδομάδων δεν κρίνεται ως υπερβολική περίοδος και εν πάση περιπτώση, τα όσα τραύματα σχετίζονται με την ενάγουσα 2, αυτά δεν έχουν αμφισβητηθεί. Επίσης το Δικαστήριο αποδέχεται ως λογική και πειστική την αναφορά της ότι η ανήλικη θυγατέρα της φοβόταν για κάποιο διάστημα να μπαίνει σε αυτοκίνητο, λόγω ακριβώς και της τρυφερής ηλικίας που ήταν τότε η ενάγουσα 2 και κατ΄ επέκταση αποτελεί και ανάλογο εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Ως προς την αξίωση για καταβολή του ποσού των €50 για έξοδα ιδιώτη ιατρού, δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία που να αποδεικνύει με την αυστηρότητα που απαιτείται η καταβολή ενός τέτοιου ποσού ή η χρέωση ενός τέτοιου ποσού και η συνακόλουθη οφειλή του και κατ΄ επέκταση η σχετική αξίωση απορρίπτεται. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας της εν λόγω μάρτυρος και απορρίπτει άλλο, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Ε.7 και αυτός με την σειρά του θα αξιολογηθεί υπό την ιδιότητα του ως εμπειρογνώμονας. Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι ο μάρτυρας αυτός προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια με αντικειμενικότητα, ανεξαρτησία και αμεροληψία και η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα σε αρκετά σημεία έγινε αποδεκτή και από τον μάρτυρα των εναγομένων 1 και 2, ήτοι τον Δρ. Ηλία Γεωργίου. Μέσα λοιπόν από την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα και ιδίως τις διευκρινίσεις που έχει δώσει προφορικά και ιδίως κατά την αντεξέταση του, διαφαίνεται η αποσύνδεση προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει η ενάγουσα 1 με το επίδικο ατύχημα και που το Δικαστήριο αποδέχεται τις εξηγήσεις αυτές ως αληθείς, λογικές και πειστικές. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας αποδέχθηκε ότι η εκφύλιση είναι η λέπτυνση των δίσκων και ότι είναι μια εξελικτική διαδικασία κατά την διάρκεια μεγάλου χρονικού διαστήματος και κατ΄ επέκταση, αυτό καταδεικνύει ότι το σχετικό πρόβλημα της ενάγουσας 1 είναι προϋπάρχον και δεν σχετίζεται με το επίδικο ατύχημα. Άγνωστη είναι και η αιτιολογία της δισκοοστεοφυτικής προβολής κατά τον μάρτυρα και συνεπώς, από την στιγμή που αυτός ο μάρτυρας ως ειδικός ακτινολόγος, δεν δύναται να αποδώσει την αιτιολογία σε αυτήν την πάθηση, οποιαδήποτε αναφορά που τείνει και αποσκοπεί στο να διασυνδέσει προϋπάρχουσες παθήσεις της ενάγουσας 1 ή επιδείνωσης τους, δεν γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο. Η αναφορά του μάρτυρα ότι είναι λόγω της καταπόνησης που επήλθε η λέπτυνση του χόνδρου, αποσυνδέει το εν λόγω πρόβλημα υγείας της ενάγουσας 1 με το επίδικο ατύχημα και αυτή η αναφορά του μάρτυρα γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, ως λογική και πειστική και το ίδιο ισχύει και για την χονδροπάθεια και το γόνατο της ενάγουσας 1 γενικά. Το ίδιο ισχύει επίσης και για τις αναφορές του μάρτυρα ότι οι οστικές διαβρώσεις, οι οποίες είναι μικρές οπές στο οστό της επιγονατίδος, οφείλονται στην καταπόνηση της άρθρωσης και κατ΄ επέκταση, αποσυνδέεται πλήρως η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του επίδικου ατυχήματος και της εν λόγω πάθησης, όπως ακριβώς συμβαίνει και με την μικρού βαθμού λέπτυνση του χόνδρου του έσω διαμερίσματος της κατά γόνυ άρθρωσης και κατ΄ επέκταση, αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος, δεν έχει επηρεαστεί ή επιδεινωθεί το προϋπάρχον πρόβλημα της ενάγουσας 1 με το γόνατο της που αντιμετωπίζει χονδροπάθεια. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Ε.8, το Δικαστήριο την απορρίπτει στην ολότητα της ως αναληθή και αναξιόπιστη. Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει εντοπίσει ότι ήταν έκδηλη η προσπάθεια του μάρτυρα να βοηθήσει την υπόθεση της ενάγουσας 1 και ήταν έντονα μεροληπτικός υπέρ της, σε σημείο που έχει απωλέσει πλήρως την οποιαδήποτε αντικειμενικότητα και αμεροληψία θα έπρεπε να είχε. Στερείται στοιχειώδους λογικής και πειστικότητας η αναφορά του ότι έχει προβεί σε συμφωνία με την ενάγουσα 1 ότι θα πληρωνόταν μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας στην αγωγή, ενώ η αγωγή έχει καταχωρηθεί το 2011, ήτοι έναν χρόνο μετά την έναρξη των φυσικοθεραπειών και συνεπώς, δεν θα μπορούσε να είχε γίνει τέτοια συμφωνία, από την στιγμή που δεν υπήρχε κάν καταχωρημένη αγωγή και μάλιστα να κάνει μια τέτοια συμφωνία σε μια που του ήταν άγνωστη μέχρι στιγμής. Το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί για τα ποσά που αναγράφει στα πιστοποιητικά του, ήτοι στα τεκμήρια 26 α - στ, διότι τα ποσά αυτά αναγράφονται σε έγγραφα που ούτε τιμολόγια είναι, ούτε αποδείξεις είναι και που στερούν από το Δικαστήριο εκείνο το στέρεο και ασφαλές υπόβαθρο στο να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα ως προς το οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Συνεπώς η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία της εναγόμενης 1, το Δικαστήριο προβαίνει στις πιο κάτω επισημάνσεις. Συγκεκριμένα, ως προς το ζήτημα της αμέλειας για το επίδικο ατύχημα, έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση πιο πάνω και που η εναγόμενη 1 φέρει την ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος και με την εναγόμενη 2 να μην έχει αποδειχθεί η εκ προστήσεως υπεύθυνη. Η εναγόμενη 1 ουσιαστικά επιβεβαιώνει την ενάγουσα 1 ως προς την θέση της ότι το όχημα στο οποίο η ενάγουσα 1 επέβαινε ήταν ακινητοποιημένο, διότι αυτό ανέφερε και κατ΄ επέκταση, δεν έχει αποδειχθεί η θέση ότι πρώτα το όχημα που επέβαινε η ενάγουσα 1 κτύπησε το προπορευόμενο όχημα και ακολούθως δέχθηκε το κτύπημα από την εναγόμενη 1 και συνεπώς, αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη 1 κτύπησε από πίσω το όχημα που επέβαινε η ενάγουσα 1 και από το εν λόγω κτύπημα το όχημα που επέβαινε η ενάγουσα 1 κτύπησε το προπορευόμενο προς αυτήν όχημα. Η εναγόμενη 1 όφειλε να τηρεί ασφαλή απόσταση και αυτό το γνώριζε η εναγόμενη 1, ως η ίδια έχει παραδεχθεί. Αυτή η αποτυχία της εναγόμενης 1, μετουσιωνεται σε αμέλεια και που είχε ως αποτέλεσμα να κτυπήσει το προπορευόμενο προς αυτήν όχημα. Η αναφορά της ότι έχει χρησιμοποιήσει τα φρένα της και μάλιστα απότομα, δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, διότι μέσα από τα σχεδιαγράμματα, ήτοι την πραγματική μαρτυρία, απουσιάζουν ίχνη τροχοπέδησης. Μάλιστα σε αυτό το ζήτημα η εναγόμενη 1 τελούσε σε πλήρη σύγχυση και προέβαλλε κάθε φορά διαφορετικές εκδοχές. Αρχικά, ανέφερε ότι χρησιμοποίησε τα φρένα 10 μέτρα πριν, ενώ σε κατοπινό στάδιο ανέφερε ότι είδε τα προπορευόμενα οχήματα 6 μέτρα πριν και αυτό δείχνει μια παράλογη ανακολουθία εκ μέρους της, διότι πως είναι δυνατό να βλέπει τα οχήματα 6 μέτρα πριν και να χρησιμοποιεί τα φρένα 10 μέτρα πριν, ήτοι πριν καν δει τα προπορευόμενα οχήματα. Η δε αναφορά της ότι άκουσε τα αυτοκίνητα όταν έκανε την αναφορά της σε αποστάσεις, κρίνεται από το Δικαστήριο ως μια προσπάθεια απεμπλοκής της από το ψεύδος. Τα όσα ανέφερε αναφορικά με τις ζημιές στο όχημα που οδηγούσε, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία, διότι δεν αποτελούν επίδικα ζητήματα και το ίδιο ισχύει και για τον οποιονδήποτε τραυματισμό της. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις και παρατηρήσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος στην έκταση που επιβεβαιώνει την ενάγουσα 1 και απορρίπτει το υπόλοιπο μέρος, ως πιο πάνω αναφέρθηκε. Ως προς την μαρτυρία του εναγόμενου 3, ισχύουν ουσιαστικά τα ίδια με τα όσα αναφέρθηκαν και για την εναγόμενη 1 ως προς το ότι πρώτα δέχθηκε το κτύπημα από την εναγόμενη 1 και ακολούθως από το κτύπημα έγινε και η σύγκρουση με το προπορευόμενο προς αυτόν όχημα και ουσιαστικά επιβεβαιώνεται η ενάγουσα 1 σε αυτό το σημείο. Ισχύουν επίσης τα ίδια με τα όσα ανέφερε ως προς τις ζημιές του αυτοκινήτου και τα όσα πλαισίωσαν το τεκμήριο 32, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι δεν αποτελούν επίδικο ζήτημα. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Υ.1, το Δικαστήριο προβαίνει στις πιο κάτω επισημάνσεις. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή και παρατηρητικότητα τον μάρτυρα όταν έδινε την δια ζώσης μαρτυρία του μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα και η εικόνα που απέδωσε στο Δικαστήριο, ήταν η εικόνα ενός αντικειμενικού, ανεξάρτητου και αμερόληπτου εμπειρογνώμονα, χωρίς να λαμβάνει οδηγίες από οποιαδήποτε ασφαλιστική εταιρεία, ως του υποβλήθηκε, αλλά ενήργησε ως επαγγελματίας ιατρός και εμπειρογνώμονας και προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να υποβοηθήσει το έργο του Δικαστηρίου στο να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την φύση και την έκταση των τραυμάτων που υπέστη η ενάγουσα 1, καθώς επίσης και οι συνέπειες αυτών. Υπήρξε επεξηγηματικός, διαφωτιστικός, λεπτομερειακός, κατέθετε με φυσικό και πηγαίο τρόπο, η αξιοπιστία του όχι μόνο δεν έχει κλονιστεί κατά την αντεξέταση, αλλά απεναντίας εξήλθε από αυτήν την διαδικασία αλώβητος και πιο ενισχυμένος και ήταν σε θέση άμεσα να αναπτύξει και να αντικρούσει θέσεις επιστημονικού περιεχομένου και σε συνδυασμό και παραπομπή στην κατάσταση της ενάγουσας 1, όταν του υποβάλλονταν αποσπάσματα από ιατρικά συγγράμματα. Δεν δίσταζε να παραδεχθεί τραύμα που υπέστη η ενάγουσα 1 και το οποίο ήταν σε αρκετό βαθμό αμφισβητήσιμο, ήτοι το ρωγμώδες αμετατόπιστο κάταγμα της 9ης πλευράς της ενάγουσας 1, καταδεικνύοντας έτσι την αντικειμενικότητα του μάρτυρα ως εμπειρογνώμονας και αυτό το κάταγμα αποτελεί σχετικό εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Επί αυτού του θέματος ο μάρτυρας ήταν πολύ διαφωτιστικός με τις εξηγήσεις που έδωσε για το πότε χρονικά θα μπορούσε αυτό να εντοπιστεί και πιο συγκεκριμένα, αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι εξαρτάται από την θέση που θα βγει η σχετική ακτινογραφία, καθώς επίσης και μετά από λίγες μέρες αρχίζει η ασβεστοποίηση για την επούλωση του κατάγματος και τότε είναι ορατό το κάταγμα και αυτό αποδεικνύεται και μέσα από την αναφορά του μάρτυρα, ο οποίος ανέφερε ότι αυτό το έχει εντοπίσει και μέσα από τις ακτινογραφίες, τις οποίες έχει δει και αυτή η παραδοχή του μάρτυρα, αποδεικνύει την φιλαλήθεια του μάρτυρα και την μη απόκρυψη εκ μέρους του αυτού του στοιχείου, παρόλο που δεν έχουν προσκομιστεί οι ακτινογραφίες στο Δικαστήριο και θα μπορούσε ενδεχομένως να αποκρύψει αυτό το γεγονός, ήτοι η εμφάνιση αυτού του κατάγματος στις ακτινογραφίες που έχει εξετάσει. Απόλυτα λογικές και πειστικές είναι και οι αναφορές του μάρτυρα ότι έχει καταγράψει στην ιατρική του έκθεση ότι του έχει αναφέρει η ενάγουσα 1 και αυτό κρίνεται ως απόλυτα λογικό και πειστικό, διότι στην ιατρική του έκθεση καταγράφει κάποιες αναφορές της ενάγουσας 1 και δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιονδήποτε λόγο να αποκρύψει ο εν λόγω μάρτυρας οτιδήποτε. Τα όσα ανέφερε όταν ερωτήθηκε κατά πόσο έχουν λάβει χώρα δύο συγκρούσεις και με ποιον τρόπο, αυτά κρίνονται από το Δικαστήριο ως είσσονος σημασίας, διότι έχει ήδη αποκρυσταλλωθεί πιο πάνω πως έχει γίνει το επίδικο ατύχημα και εν πάση περιπτώση, το Δικαστήριο αποδέχεται το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8, το οποίο αποτελεί παραδεκτό γεγονός και επιπρόσθετα την ύπαρξη ρωγμώδους αμετατόπιστου κατάγματος της 9ης πλευράς της ενάγουσας
- Πολύ διαφωτιστικός και πειστικός υπήρξε ο μάρτυρας αναφορικά με τις δισκοκύλες και πιο συγκεκριμένα, ότι αυτές δεν προέρχονται από το επίδικο ατύχημα και γενικά από τραυματισμό και παρέπεμψε επί αυτού του θέματος στον Μ.Ε.7 και στην σχετική μαγνητική τομογραφία, αποσυνδέοντας συνεπώς το εν λόγω πρόβλημα με το επίδικο ατύχημα και συνακόλουθα, αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι το εν λόγω πρόβλημα δεν σχετίζεται με το επίδικο ατύχημα. Ο μη δισταγμός του μάρτυρα να παραπέμψει για αυτό το ζήτημα στον ειδικό εμπειρογνώμονα και στην ειδική εξέταση, ήτοι την μαγνητική τομογραφία, καταδεικνύει την αντικειμενικότητα και υπευθυνότητα του μάρτυρα που δεν διστάζει να παραπέμπει στον εκάστοτε ειδικό, ανάλογα με την περίπτωση. Το Δικαστήριο αποδέχεται επίσης ως λογική, πειστική και αιτιολογημένη την αναφορά του μάρτυρα, ότι η ενάγουσα δεν είχε μούδιασμα στα χέρια, διότι η μαγνητική τομογραφία δεν έδειξε πίεση επί νευρικών στοιχείων και το Δικαστήριο αποδέχεται επίσης την αναφορά του μάρτυρα, ότι η ενάγουσα 1 δεν του έχει αναφέρει οτιδήποτε επί αυτού του θέματος, για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω ως προς την καταγραφή στην έκθεση του, όλων των όσων του έχει αναφέρει η ενάγουσα
- Το Δικαστήριο αποδέχεται επίσης ως αληθή, πειστική, διαφωτιστική, κατατοπιστική και αξιόπιστη την αναφορά του μάρτυρα ότι για τις δισκοκύλες ενδείκνυται η ξεκούραση, συντηρητική φυσικοθεραπεία, οι αλοιφές, η λήψη αντιφλεγμονόδων, οι εντριβές και η χρήση μαλακού κολλάρου και που εν πάση περιπτώση όμως, αυτές αφορούν προϋπάρχον πρόβλημα και που δεν σχετίζονται με το επίδικο ατύχημα και ούτε οποιαδήποτε ενεργοποίηση ή επιδείνωση συμπτωμάτων έχει αποδειχθεί με αξιόπιστη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει της αξιολόγησης που έγινε πιο πάνω, αλλά και επειδή το Δικαστήριο αποδέχεται επί αυτού του θέματος την μαρτυρία αυτού του μάρτυρα, ήτοι ότι είναι ένα προϋπάρχον πρόβλημα που δεν επιδεινώθηκε και ούτε ενεργοποίησε άλλες ενοχλήσεις συνεπεία του επίδικου ατυχήματος και αυτό αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, το Δικαστήριο αποδέχεται τις αναφορές του μάρτυρα και συνεπώς αποτελούν ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου, ότι ενδείκνυται προφύλαξη και να αποφεύγει η ενάγουσα 1 δονήσεις, διάδρομο, παρατεταμένη έκταση ή στροφή κεφαλής, εργασία σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, πολύ διάβασμα, υπό την διευκρίνιση και επισήμανση όμως, ότι το σχετικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η ενάγουσα 1, οφείλεται στην ύπαρξη προϋπάρχοντων εκφυλιστικών δισκοοστεοφυτικών παθήσεων και όχι λόγω θλάσης ή διαστρέμματος. Το Δικαστήριο αποδέχεται επίσης ως λογική και πειστική την αναφορά του μάρτυρα ότι η χονδροπάθεια που αντιμετωπίζει η ενάγουσα 1 είναι μια χρόνια πάθηση και αυτό άλλωστε είναι κοινό υπόβαθρο όλων των ιατρών που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κάτι που ρητά άλλωστε παραδέχθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγουσών στην σελίδα 45 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 14/6/2017, αποσυνδέοντας έτσι την οποιαδήποτε διασύνδεση αυτής της πάθησης με το επίδικο ατύχημα και το ίδιο ισχύει με τα όσα η πλευρά της ενάγουσας 1 επιχείρησε να διασυνδέσει το επίδικο ατύχημα με την οποιανδήποτε επιδείνωση ή πρόβλημα στο γόντατο, έχοντας υπ΄ όψη το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8, το οποίο αποτελεί παραδεκτό γεγονός, αλλά και επειδή ο μάρτυρας έπεισε με τις αναφορές του ότι το οποιοδήποτε πρόβλημα αντιμετωπίζει η ενάγουσα 1 με το γόνατο της δεν σχετίζεται με το επίδικο ατύχημα. Κατ΄ επέκταση, τα όσα έχουν αναφερθεί στο Δικαστήριο από την πλευρά της ενάγουσας 1 αναφορικά με την ολική αρθροπλαστική και γενικά για το γόνατο της ενάγουσας 1 ως μελλοντική εγχείριση, δεν γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο, διότι είναι πρόβλημα που προϋπήρχε και δεν έχει αποδειχθεί με αξιόπιστη μαρτυρία ότι το επίδικο ατύχημα ήταν τέτοιας έντασης και με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που να οδήγησε στην κατάσταση της υγείας της ενάγουσας 1 όπως προβλήθηκε και που να απαιτεί σχετική εγχείριση και εν πάση περιπτώση, επί αυτού του ζητήματος έχει γίνει σχετική αξιολόγηση πιο πάνω. Επίσης το Δικαστήριο αποδέχεται την θέση του μάρτυρα ως λογική, πειστική, διαφωτιστική και αξιόπιστη, ότι οι ενέσεις για το γόνατο δεν ήταν αναγκαίες, διότι δεν υπάρχουν αποδείξεις για οποιαδήποτε αγορά αυτών και η ενάγουσα 1 άλλωστε ανέφερε ότι δεν τις έχει χρησιμοποιήσει, η δε εξήγηση που έδωσε η ενάγουσα 1 περί κόστους αυτών, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι είναι υστερόβουλη και εν πάση περιπτώση, έχει ήδη αξιολογηθεί ότι οποιοδήποτε πρόβλημα αντιμετωπίζει η ενάγουσα 1 με το γόνατο της, είναι πρόβλημα προϋπάρχον και δεν σχετίζεται με το επίδικο ατύχημα. Επιπρόσθετα δε των πιο πάνω και στην βάση της αξιολόγησης που έχει γίνει ήδη, δαφαίνεται ξεκάθαρα ότι η ενάγουσα 1 δεν ακολουθούσε τις συμβουλές και παρενέσεις του Μ.Ε.
- Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Με βάση λοιπόν το σύνολο της πιο πάνω αξιολόγησης, πολύ συνοπτικά, ήτοι ο πυρήνας των ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως και χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζονται τα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου που εξήχθησαν με βάση το σύνολο της πιο πάνω αξιολόγησης. Στις 28/3/2010, στον δρόμο Πλατρών - Ερήμης, οι ενάγουσες 1 και 2, ήταν επιβάτιδες στο αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΗΚΝ 938, το οποίο οδηγείτο από τον εναγόμενο 3, ο οποίος ήταν και ο ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, ο εναγόμενος 3 ακινητοποίησε το όχημα του, διότι προπορευόμενα οχήματα προς αυτόν συγκρούστηκαν διαδοχικά και ο εναγόμενος 3 αρχικά πρόλαβε και ακινητοποίησε το όχημα του, χωρίς να κτυπήσει το προπορευόμενο προς αυτόν όχημα. Σε κατοπινό στάδιο και ενώ ο εναγόμενος 3 ήταν ακινητοποιημένος ως πιο πάνω αναφέρεται, η εναγόμενη 1, ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΤΜ 333, ιδιοκτησίας της εναγόμενης 2 και με την συγκατάθεση της, μη δημιουργόντας όμως μεταξύ τους σχέση εκ προστήσεως ευθύνης, χωρίς να κρατεί ασφαλή απόσταση από το αυτοκίνητο που οδηγείτο από τον εναγόμενο 3 και χωρίς να αντιληφθεί έγκαιρα το αυτοκίνητο που οδηγείτο από τον εναγόμενο 3 και χωρίς να χρησιμοποιήσει τα φρένα του αυτοκινήτου που οδηγούσε, κτύπησε στο πίσω μέρος το όχημα που οδηγείτο από τον εναγόμενο 3 με συνεπιβάτιδες τις ενάγουσες και το όχημα που επέβαιναν οι ενάγουσες και ο εναγόμενος 3, εξ΄ αιτίας τις εν λόγω σύγκρουσης, κτύπησαν το προπορευόμενο προς αυτούς όχημα. Η οδήγηση αυτή από την εναγόμενη 1, στοιχειοθετεί αμέλεια εκ μέρους της εναγόμενης 1 και την ευθύνη την φέρει εις ολόκληρο, διότι οδηγούσε χωρίς να κρατεί ασφαλή απόσταση από το αυτοκίνητο που οδηγείτο από τον εναγόμενο 3 και χωρίς να αντιληφθεί έγκαιρα το αυτοκίνητο που οδηγείτο από τον εναγόμενο 3 και χωρίς να χρησιμοποιήσει τα φρένα του αυτοκινήτου που οδηγούσε, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος
- Ο εναγόμενος 3 δεν φέρει καμία ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος και συνεπώς η αγωγή εναντίον απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του και εναντίον των εναγουσών, ως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Συνεπεία του επίδικου ατυχήματος, η ενάγουσα 1 υπέστη ρωγμώδες κάταγμα δεξιάς ένατης πλευράς, το οποίο ήταν αμετατόπιστο και έχει αποκατασταθεί πλήρως. Υπέστη επίσης διάστρεμμα αυχένα, το οποίο κατατάσσεται στην μεσαία από τις τρεις βαθμίδες από απόψεως σοβαρότητας και δεν αντιμετωπίζει η ενάγουσα 1 οποιοδήποτε πρόβλημα σήμερα. Τα υπόλοιπα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει η ενάγουσα 1 είναι προϋπάρχοντα και δεν συνδέονται με το επίδικο ατύχημα και ούτε τα επιδείνωσαν. Συνεπώς, ως δίκαιο και εύλογο ποσό των γενικών αποζημιώσεων για την ενάγουσα 1 κρίνεται το ποσό των €5,
- Η ενάγουσα 2 συνεπεία του επίδικου ατυχήματος, υπέστη κάκωση ρινός, χωρίς να υποστεί κάταγμα, με ήπιο οίδημα ρινός, καθώς επίσης έφερε ερυθρότητα άνω δεξιά μετωπιαία χώρα και τα τραύματα έχουν αποκατασταθεί πλήρως. Συνεπώς, ως δίκαιο και εύλογο ποσό των γενικών αποζημιώσεων για την ενάγουσα 2 κρίνεται το ποσό των €1,
- Ως προς τις ειδικές αποζημιώσεις, με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση αλλά και τα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα, η ενάγουσα 1 πέτυχε και απέδειξε αυστηρά, ήτοι στον βαθμό που απαιτείται, τα πιο κάτω ποσά: Α) €47,84 ετοιμασία ιατρικής έκθεσης Νοσοκομείου Β) €875 έξοδα μαγνητικών τομογραφιών Γ) €350 έξοδα Δρ. Χρήστου Χριστοδούλου Δ) €300 έξοδα Δρ. Σίμου Ιωάννου Ε) €50 έξοδα νευροχειρούργου Ζ) €100 έξοδα ακτινογραφίας και έκθεσης Η) €25 έξοδα κολλάρου Θ) €23,06 έξοδα φαρμάκων Σύνολο: €1,770,90 Ως προς τις ειδικές αποζημιώσεις, με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση αλλά και τα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα, η ενάγουσα 2 πέτυχε και απέδειξε αυστηρά, ήτοι στον βαθμό που απαιτείται, τα πιο κάτω ποσά: Α) €47,84 ετοιμασία ιατρικής έκθεσης Νοσοκομείου Β) €7,87 έξοδα φαρμάκων Σύνολο: €55,71 Τα υπόλοιπα ποσά που αξιώνονται ως ειδικές αποζημιώσεις, δεν έχουν αποδειχθεί στον βαθμό που απαιτείται, με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και συνεπώς απορρίπτονται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αγωγή εναντίον των εναγόμενου 2 και 3 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ τους και εναντίον των εναγουσών, ως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας 1 και εναντίον της εναγομένης 1 για το ποσό των €5,000 ως γενικές αποζημιώσεις και για το ποσό των €1,770,90 ως ειδικές αποζημιώσεις. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας 2 και εναντίον της εναγομένης 1 για το ποσό των €1000 ως γενικές αποζημιώσεις και για το ποσό των €55,71 ως ειδικές αποζημιώσεις. Επιδικάζονται τα έξοδα υπέρ εναγουσών και εναντίον της εναγόμενης 1, ως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Κατ΄ εφαρμοφή των υποθέσεων Φοινικαρίδης - ν - Γεωργίου 1991 1 Α.Α.Δ. σελ. 475 και Θεοδούλου - ν - Panayides Contracting 1999 1 Α.Α.Δ σελ. 2134, οι γενικές αποζημιωσεις θα φέρουν νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έγερσης του αγώγιμου δικαιώματος, διότι δεν έχει διαπιστωθεί οποιαδήποτε αδικαιολότητη καθυστέρηση και συνακόλουθα θα φέρουν τόκο προς 5,5% από 28/3/2010 - 31/12/2014 και ακολούθως 4% από 1/1/2015 μέχρι 31/12/2016 και 3,5% από 1/1/2017 μέχρι εξόφλησης, έχοντας υπ΄ όψη κατά νου τις αντίστοιχες νομοθετικές πρόνοιες του άρθρου 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, του άρθρου 33 εδ. 2, 3 και 4 του περί Δικαστηρίων νόμου ν. 14/60, ως τροποποιήθηκαν μεταγενέστερα με τους ν. 81 και 82
(1)/2008 και την τελευταία τροποποίηση που καθόρισε το ύψος του νόμιμου τόκου στο 3,5%, οι δε ειδικές αποζημιώσεις, με βάση το πιο πάνω αναφερθέν νομολογιακό πλαίσιο, θα φέρουν νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έγερσης του αγώγιμου δικαιώματος, μειωμένου κατά το ήμιση, ήτοι 2,75% από 28/3/2010 - 31/12/2014, ακολούθως 2% από 1/1/2015 μέχρι 31/12/2016 και 1,75% από 1/1/2017 μέχρι εξόφλησης. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Civil/other actions/Final Αναφορά: τροχαίο ατύχημα/ γενικές και ειδικές αποζημιώσεις [1] "the test concerns the mind of a reasonable man and not of the driver involved" cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο