← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι τον Όμηρο Βασιλείου Αλεξάνδρου ν. Επί τοις αφορώσι το ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ, Γενική Αίτηση Αρ. 259/2014, 30/1/2018

Επί τοις αφορώσι τον Όμηρο Βασιλείου Αλεξάνδρου ν. Επί τοις αφορώσι το ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ, Γενική Αίτηση Αρ. 259/2014, 30/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A36 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση Αρ. 259/2014 Επί τοις αφορώσι τους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμους 22/1985 έως 23(Ι)/2014 άρθρα 52 και 53, τους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς Κ.Δ.Π. 142/87 Θεσμοί 78 και 79 και τον Περί Διαιτησίας Νόμο, άρθρο 20 -και- Επί τοις αφορώσι την Διαιτητική Απόφαση η οποία εξεδόθη υπό του Διαιτητού κ. Λοΐζου Σωτηρίου ημερομηνίας 19.12.2013 διά το ποσό των €522.970,56 πλέον τόκοι προς 9% ετησίως από 19.12.2013 μέχρι εξοφλήσεως, κεφαλαιοποιούμενων δύο φορές τον χρόνο την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι πλήρους εξόφλησης, πλέον έξοδα €200,00 υπέρ του ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ, καθ' ων η αίτηση-εφεσίβλητων και εναντίον του Όμηρου Βασιλείου Αλεξάνδρου, αιτητή- εφεσείοντα. -και- Επί τοις αφορώσι το ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ Καθ' ων η αίτηση-Εφεσίβλητων -και- Επί τοις αφορώσι τον Όμηρο Βασιλείου Αλεξάνδρου (αρ. ταυτ. 473315) Αιτητή-Εφεσείοντα ----------------------------------------- Ημερ: 30.1.2018 Για τον Αιτητή - Εφεσείοντα : κ. Χρ. Κωνσταντίνου για Χ. Κωνσταντίνου & Σία ΔΕΠΕ Για τους Καθ' ων η Αίτηση - Εφεσίβλητους: κ. A. Ιωάννου για Α.Ι. Κίτσιος ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την Αίτηση-Έφεση ο Εφεσείοντας εξαιτείται διάταγμα ή απόφαση ότι η διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του την 19.12.2013 είναι άκυρη, εσφαλμένη, αντικανονική και παράνομη και διάταγμα που να την ακυρώνει ή να την παραμερίζει. Πρόκειται για την διαιτητική απόφαση που εξέδωσε ο διαιτητής Λοΐζος Σωτηρίου υπέρ του Εφεσίβλητου Ταμιευτηρίου και εναντίον του Εφεσείοντα και της μητέρας του Ελένης Βασιλείου για το ποσό των €522.970,56 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 19.11.2013 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους πλέον €200 έξοδα. Η Έφεση εγείρει 16 λόγους έφεσης και υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ. 28.4.2014 του Εφεσείοντα. Το Ταμιευτήριο καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με 48 λόγους ένστασης που υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ. 2.2.2015 της Κίκας Αυγουστή υπαλλήλου του. Την 5.12.2017 καταχωρίστηκε Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση από τον Εφεσείοντα κατόπιν Ενδιάμεσης Απόφασης ημερ. 29.11.2017. Διερχόμενο το Δικαστήριο τους λόγους έφεσης και τους λόγους ένστασης καταλήγει ότι το πρώτο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι αυτό που εγείρεται με το λόγο ένστασης 1, ότι δηλαδή η Έφεση είναι έκθετη σε απόρριψη καθότι ακολουθήθηκε λανθασμένη διαδικασία στην έναρξη της και ως εκ τούτου είναι άκυρη. Παραπέμπουν οι Εφεσίβλητοι στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμούς, Κεφ.198 (Δευτερογενής Νομοθεσία της Κύπρου, Τόμος 1, σελ. 426 - 454), υποδεικνύοντας ότι η καταχωρηθείσα Έφεση δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις του Καν. 101

(2)που επιτακτικά προνοεί ότι έφεση κατά της απόφασης διαιτητή γίνεται με ειδοποίηση έφεσης κατά τον Τύπο που παρατίθεται στο Δεύτερο Παράρτημα των Κανονισμών. Η ειδοποίηση τιτλοφορείται «Ειδοποίηση Έφεσης στη Διαφορά» («Notice of Appeal in the Dispute») και αναφέρονται τα διάδικα μέρη. Απευθύνεται προς τον Πρωτοκολλητή και πληροφορεί ότι ο εφεσείοντας, πρόσωπο του οποίου τα συμφέροντα παραβλάπτονται από την απόφαση, την εφεσιβάλλει. Αναφέρεται κατά πόσο η έφεση στρέφεται κατά ολόκληρης ή μέρους της διαιτητικής απόφασης. Στο πλέον ουσιαστικό της μέρος πληροφορεί για τους λόγους έφεσης και τα δικαιολογητικά κάθε λόγου ξεχωριστά και πλήρως. Προνοείται ότι αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης επισυνάπτεται στην ειδοποίηση. Οι Κανονισμοί παρέχουν το δικονομικό πλαίσιο για την προώθηση του δικαιώματος που προνοείται στο άρθρο 52
(4)των Νόμων για καταχώριση έφεσης από πρόσωπο που θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή. Η καταχωρηθείσα Έφεση έγινε, εν μέρει, κατά το πρότυπο δευτερογενούς αίτησης με κλήση, όπως προνοείται στην Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Περιλαμβάνει, ωστόσο, τους λόγους Έφεσης που περιγράφονται και αιτιολογούνται ξεχωριστά όπως προνοείται να γίνεται με την ειδοποίηση έφεσης. Η παρατυπία, εισηγούνται οι Εφεσίβλητοι, δεν είναι θεραπεύσιμη. Η Δ.64, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν εφαρμόζεται αφού αυτή περιορίζεται στην περίπτωση που χρησιμοποιήθηκε εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας διαφορετικό από εκείνο που απαιτεί «οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς». Στην προκειμένη περίπτωση το εναρκτήριο μέσο δεν προνοείται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας αλλά από τους περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμούς, Κεφ.198. Η θέση του Εφεσείοντα είναι ότι οι περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμοί, Κεφ.198 έχουν καταργηθεί και δεν εφαρμόζονται. Επικαλούνται το άρθρο 59
(2)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 που αντικατέστησε και κατάργησε την παλαιότερη νομοθεσία δυνάμει της οποίας είχαν εκδοθεί οι Κανονισμοί, το οποίο αναφέρει: «Άπαντες οι Θεσμοί οίτινες εξεδόθησαν δυνάμει των υπό του παρόντος Νόμου καταργουμένων Νόμων και οι οποίοι ισχύουν κατά την ημερομηνίαν ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου λογίζονται, εφόσον δεν αντίκεινται προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου ως εκδοθέντες δυνάμει του παρόντος Νόμου και εξακολουθούν να ισχύωσι μέχρις ότου τροποποιηθώσι αντικατασταθώσι ή ακυρωθώσι υπό Θεσμών εκδιδομένων δυνάμει του παρόντος Νόμου.» Εφόσον το 1985 δεν εκδόθηκαν νέοι Κανονισμοί, οι Κανονισμοί Κεφ.198, που δεν αντίκειντο στις διατάξεις της νέας Νομοθεσίας, λογίζονταν ότι εκδόθηκαν δυνάμει της νέας Νομοθεσίας και παρέμειναν σε ισχύ. Το ζήτημα είναι κατά πόσο αντικαταστάθηκαν ή ακυρώθηκαν από τους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς του 1987, σήμερα οι περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμοί του 1987 μέχρι 2012. Στους νέους Θεσμούς δεν αναφέρεται ότι οι παλαιοί Κανονισμοί αντικαθίστανται, ακυρώνονται ή καταργούνται. Ούτε προνοούν για τον τύπο έφεσης. Δεν υφίσταται καθοδηγητική νομολογία επί του προκειμένου. Εάν αφ' εαυτής η θέσπιση νέων Θεσμών καταργεί τους παλαιούς Κανονισμούς και υφίσταται κενό ως προς τον τύπο με τον οποίο προωθείται το δικαίωμα που προνοείται στο άρθρο 52
(4)των Νόμων, τότε θα μπορούσε να γίνει χρήση του τύπου της αίτησης που προνοείται στη Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας με δυνατότητα προσαρμογής του σε εναρκτήρια αίτηση. (Βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd
(1998)1(Δ) 1978, 1982). Στην Κούλουρου ν. ΣΠΕ Αθηαίνου
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 987 παρατηρήθηκε από το Εφετείο ότι η Εφεσείουσα είχε υποβάλει «αίτηση υπό μορφή έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 52
(4)». Το Εφετείο δεν επίλυσε το ζήτημα προβαίνοντας στον εξής σχολιασμό «Αφήνουμε το θέμα της συμμόρφωσης με τον Κανονισμό 101
(2), αφού το πρωτόδικο δικαστήριο εξέτασε εκείνο που, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, είναι το μόνο το οποίο θα μπορούσε να είχε εξετάσει, δηλαδή τον ισχυρισμό για εμφανές λάθος στην απόφαση του Διαιτητή.» Η Έφεση απορρίφθηκε επί ουσιαστικών ζητημάτων, επομένως ο τρόπος υποβολής της στο Επαρχιακό Δικαστήριο δεν θα μετέβαλλε το αποτέλεσμα. Παραμένει όμως η παρατήρηση του Εφετείου ότι η εξέταση του ουσιαστικού ζητήματος, κατά πόσο δηλαδή η διαιτητική απόφαση ήταν λανθασμένη ήταν το μόνο ζήτημα το οποίο θα μπορούσε να έχει εξετάσει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Αφήνεται να νοηθεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν μπορούσε να εξετάσει ζήτημα συμμόρφωσης με τον Κανονισμό 101
(2), στην έννοια ότι δεν υφίστατο τέτοιο ζήτημα γιατί δεν επιβάλλεται η έφεση να καταχωρείται με τον τρόπο που εκεί προνοείται. Κρίνεται ότι η Έφεση δεν πάσχει και μπορούσε να καταχωριστεί στη μορφή που καταχωρίστηκε. Σε κάθε περίπτωση, τα ουσιαστικότερα μέρη αυτής, δηλαδή οι λόγοι έφεσης και η αιτιολόγηση τους εμπεριέχονται στον τύπο που επιλέγηκε ως πρόσφορος για να θέσει τα ζητήματα ενώπιον του Δικαστηρίου και παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει την ουσία των παραπόνων του Εφεσείοντα. Με τον πρώτο λόγο έφεσης υποβάλλεται ότι η διαιτητική διαδικασία διεξάχθηκε επί ανύπαρκτου νομικού πλαισίου. Είναι η θέση του Εφεσείοντα ότι εφόσον η διαιτησία διεξάχθηκε την 19.12.2013, οπόταν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση, ισχύουν οι περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμοι του 1985 μέχρι (Αρ.4) του 2013. Η θέση των Εφεσιβλήτων είναι ότι εφόσον ειδοποίηση προς τον Εφεσείοντα για να παρευρεθεί στη διαιτητική διαδικασία δόθηκε την 8.7.2013, ισχύουν οι περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμοι του 1985 μέχρι (Αρ.3) του 2013. Δηλαδή δεν ισχύουν οι τροποποιήσεις που επέφερε ο περί Συνεργατικών Εταιρειών (Τροποποιητικός) Νόμος (Αρ.4) του 2013, Ν.107(I)/2013, που τέθηκε σε ισχύ την 9.9.2013. Πριν την τροποποίηση που επέφερε ο Ν.107(I)/2013 προβλεπόταν (άρθρο 52
(1)) ότι όταν εγειρόταν διαφορά που αφορούσε τις εργασίες συνεργατικού, μεταξύ μέλους και του συνεργατικού, αυτή παραπέμπετο από το συνεργατικό στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών, ο οποίος μπορούσε (άρθρο 52
(2)) «να παραπέμπη την διαφοράν προς επίλυσιν εις διαιτησίαν ήτις διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας». Μετά την τροποποίηση, ο Έφορος μπορεί «να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6)». Το εδάφιο 6 του άρθρου 52
(2)προνοεί ότι «ο τρόπος διορισμού διαιτητού ή διαιτητών και ο τρόπος καθορισμού και είσπραξης των εξόδων αναφορικά με την επίλυση της διαφοράς και εν γένει οποιοδήποτε θέμα είναι δεκτικό καθορισμού για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου καθορίζεται με Θεσμούς που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο εντός έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Συνεργατικών Εταιρειών (Τροποποιητικού) (Αρ. 4) Νόμου του 2013, εφόσον εξασφαλισθεί η σύμφωνη γνώμη της Κεντρικής Τράπεζας». Είναι επομένως η θέση του Εφεσείοντα ότι, εφόσον το Υπουργικό Συμβούλιο δεν εξέδωσε θεσμούς σύμφωνα με το εδάφιο 6, δεν υπήρχε το θεσμικό πλαίσιο για την διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας που κατέληξε στην προσβαλλόμενη απόφαση. Υποδεικνύει ακόμα ο Εφεσείοντας ότι στον τροποποιητικό νόμο (Ν.107(I)/2013) δεν υπάρχουν μεταβατικές διατάξεις. Επομένως, έστω και αν ο Έφορος παρέπεμψε τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία που θα διεξαγόταν σύμφωνα με τις διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας, μετά την 9.9.2013 που τέθηκε σε ισχύ ο τροποποιητικός νόμος και στην έλλειψη μεταβατικών διατάξεων υφίστατο θεσμικό κενό. Αυτό αποκαταστάθηκε με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών (Τροποποιητικός) Νόμος (Αρ.2) του 2014, Ν.122(I)/2014, που τέθηκε σε ισχύ την 25.7.2014. Πλέον ο Έφορος μπορεί «να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία, η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6)ή, μέχρι την έκδοσή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου και τις διατάξεις των Θεσμών 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 έως 2012». Στην ουσία της η εισήγηση του Εφεσείοντα καταλήγει στο ότι διαιτησία δυνάμει της νομοθεσίας που αφορά τις συνεργατικές εταιρείες δεν μπορούσε να διεξαχθεί μεταξύ της 9.9.2013 και της 25.7.
  1. Εφόσον ο Έφορος πριν την 9.9.2013 παρέπεμψε τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία που θα διεξαγόταν σύμφωνα με τις διατάξεις της «εκάστοτε» ισχύουσας νομοθεσίας, αυτό σημαίνει ότι η διαδικασία την 19.12.2013 θα έπρεπε να διεξαχθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας που ίσχυε την ημέρα εκείνη. Επομένως το ουσιαστικό ερώτημα είναι κατά πόσο κατά την 19.12.2013 ίσχυαν οι διατάξεις των Θεσμών 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 έως
  2. Είναι η θέση του Εφεσίβλητου ότι ο Ν.107(I)/2013 ουδέποτε ακύρωσε τους Θεσμούς 78 και 79 που παρέμειναν και βρίσκονταν σε ισχύ κατά την 19.12.
  3. Γίνεται αναφορά στην Δήμος Λευκωσίας ν. Νικολάου
(2008)2 Α.Α.Δ. 361 και στην Municipality of Nicosia v. Cleovoulou
(1988)2 C.L.R. 100, όπου με αναφορά στους Municipal Corporations (Nuisances) Rules νομολογήθηκε ότι εφόσον με την μεταγενέστερη σχετική νομοθεσία, ο περί Δήμων Νόμος του 1985, δεν ακυρώθηκαν ή αντικαταστάθηκαν με νέους Κανονισμούς και εφόσον δεν αντίβαιναν ούτε ήταν ultra vires των διατάξεων του Νόμου, εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε ισχύ δυνάμει συνδυασμού των άρθρων 11 και 2 του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ.1. Επικουρικά παραπέμπει ο Εφεσίβλητος στο άρθρο 10
(2)(ε) του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ.1 υποβάλλοντας ότι η διαδικασία της Διαιτησίας θα μπορούσε να συνεχιστεί ως αν ο Ν.107(I)/2013 δεν ψηφιζόταν. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι διατάξεις των Θεσμών 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 έως 2012 που αναμφίβολα ουδέποτε ρητά ακυρώθηκαν με τον Ν.107(I)/2013, ούτε εξυπακουόμενα ακυρώθηκαν. Επομένως ίσχυαν και εφαρμόζονταν κατά την ημερομηνία διεξαγωγής της Διαιτησίας την 19.12.2013. Κατά συνέπεια δεν υπήρχε θεσμικό κενό όπως εισηγείται ο Εφεσείοντας και ο λόγος έφεσης 1 απορρίπτεται. Ο λόγος έφεση 2 αφορά στον τρόπο διορισμού του διαιτητή. Είναι κοινό έδαφος ότι τον διαιτητή όρισε ο Έφορος Συνεργατικών Εταιρειών. Αναφέρει ο Εφεσείοντας ότι ο Έφορος έχει άμεση σχέση με το Ταμιευτήριο του οποίου είναι η εποπτική αρχή. Περαιτέρω ότι ο διαιτητής που διορίστηκε είχε διατελέσει υπάλληλος στον Έφορο και δεν ήταν νομικός. Δεν προβάλλεται θέση ότι ο Έφορος έχει εκφύγει των νομίμων εξουσιών του, αλλά ότι η πρόνοια του άρθρου 52
(2)(β) που του παρέχει την εξουσία είναι αντισυνταγματική. Όταν ο Εφεσείοντας κατέστη μέλος του Ταμιευτηρίου συνάπτοντας το επίδικο δάνειο αποδέχτηκε τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας και του άρθρου 52
(2)(β) ως προς τον τρόπο διορισμού διαιτητή στην περίπτωση που θα προέκυπτε διαφορά μεταξύ του ιδίου και του Ταμιευτηρίου. Υφίστατο και ρητή προς τούτο πρόνοια στον όρο 12 της συμφωνίας δανείου ημερ. 21.2.
  1. Η περίπτωση δεν διαφέρει από την περίπτωση ρήτρας διαιτησίας με ανάλογους όρους με την οποία, εφόσον τα μέρη συμφώνησαν, δεσμεύονται. Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίπτεται. Με την αγόρευση των δικηγόρων του Εφεσείοντα εγείρεται και ζήτημα προκατάληψης του διαιτητή. Η θέση καλύπτεται από το λόγο έφεσης 14 ότι ο διαιτητής δεν ήταν αμερόληπτος και αντικειμενικός. Η εισήγηση του Εφεσείοντα εδράζεται στο γεγονός ότι ο διαιτητής είχε διατελέσει υπάλληλος του Εφόρου Συνεργατικών Εταιρειών. Ο λόγος έφεσης είναι ανεδαφικός εφόσον η Εποπτική Αρχή δεν εξισώνεται με το Ταμιευτήριο. Αντίθετα, ο ρόλος της ενδεχομένως να καθιστά τους υπαλλήλους του Τμήματος κατάλληλους για την επίλυση ζητημάτων που αφορούν διαφορές μεταξύ των Ταμιευτηρίων και των μελών τους. Ο τρίτος λόγος έφεσης αφορά στον τρόπο διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας που, κατά τον Εφεσείοντα, παραβίασε τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και δίκαιας δίκης. Καθρέφτης μιας διαδικασίας που διεξάχθηκε είναι τα πρακτικά που τηρήθηκαν. Ο Εφεσείοντας διατείνεται πως δεν είχαν τηρηθεί πρακτικά, ενώ από πλευράς του Ταμιευτηρίου παρουσιάζονται πρακτικά που αποτελούνται από δύο σελίδες (ΚΑ7) και δηλώνεται ότι σε αυτά διαφαίνονται τα όσα πραγματικά έλαβαν χώρα στη διαιτητική διαδικασία. Η πρώτη σελίδα αφορά τις ημερομηνίες 24.9.2013 και 19.11.2013 που δόθηκαν αναβολές. Η ουσιαστική διαδικασία εξελίχθηκε την 19.12.2013 και περιγράφεται στη δεύτερη σελίδα. Από τα πρακτικά προκύπτει πως ο Εφεσείοντας που ήταν παρών είχε τοποθετηθεί σε σχέση με εισήγηση της εκπροσώπου του Ταμιευτηρίου για απόσυρση της παραπομπής και εκδίκαση της υπόθεσης με την καταχώριση αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Καταγράφεται πως δεν αποδέχθηκε την πρόταση και επέμενε στους προηγούμενους ισχυρισμούς του, προφανώς εννοώντας την αναδιάρθρωση του δανείου του, όπως είχε ζητήσει κατά τις προηγούμενες εμφανίσεις του. Στη συνέχεια αναφέρεται «Δηλώσεις των Διαδίκων». Πρόδηλα είναι η περιγραφή της ακροαματικής διαδικασίας επί της ουσίας της διαφοράς. Φέρεται η εκπρόσωπος του Ταμιευτηρίου να παρουσιάζει την υπόθεση του Ταμιευτηρίου, να καταθέτει τα σχετικά έγγραφα και να ζητά την έκδοση διαιτητικής απόφασης. Σημειώνεται στη συνέχεια ότι «Οι καθ' ων η αίτηση ειδοποιήθηκαν με προσωπική επίδοση». Τέτοια επισήμανση έχει συνήθως σημασία όταν ο καθ' ου η αίτηση δεν παρίσταται και ήταν ίσως επιβεβλημένο να καταγραφεί σε σχέση με την μητέρα του Εφεσείοντα που ήταν απούσα. Και τούτο παρά το ότι η εμφάνιση του Εφεσείοντα φαίνεται να είχε γίνει αποδεκτή τόσο για τον ίδιο προσωπικά όσο και τη μητέρα του. Σε κάθε περίπτωση είναι κοινό έδαφος ότι ο Εφεσείοντας ήταν παρών και το ερώτημα είναι κατά πόσο είχε συμμετοχή στη διαδικασία. Δεν φαίνεται ότι κατά την ακροαματική διαδικασία παρουσιάστηκε οιοσδήποτε μάρτυρας, εκτός και εάν θεωρηθεί ότι η εκπρόσωπος του Ταμιευτηρίου ήταν και μάρτυρας στην υπόθεση. Στην Ένορκη της Δήλωση η Αυγουστή αναφέρει πως κατά τη διαιτητική διαδικασία εκπροσωπούσε το Ταμιευτήριο και προσθέτει ότι ήταν μια από τις υπαλλήλους του Ταμιευτηρίου που χειριζόταν το λογαριασμό του επίδικου δανείου. Εάν ήταν μάρτυρας δεν φαίνεται τούτο να εξηγήθηκε στον Εφεσείοντα, ούτε φαίνεται να του δόθηκε το δικαίωμα να την αντεξετάσει. Ούτε του ζητήθηκε να παρουσιάσει την υπεράσπιση του. Η αναφορά ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν ειδοποιηθεί με προσωπική επίδοση προϊδεάζει ότι η διαδικασία στο ουσιαστικό της μέρος διεξάχθηκε ως εάν οι Καθ' ων η Αίτηση να είχαν παραλείψει να εμφανιστούν και να αγνοήθηκε εντελώς η παρουσία του Εφεσείοντα. Οι επισημάνσεις αυτές είναι καταλυτικές για την έκβαση της Έφεσης, υπάρχουν όμως περαιτέρω ζητήματα που θα πρέπει να επισημανθούν. Ο Εφεσείοντας αναφέρει στην Ένορκη του Δήλωση ότι ο διαιτητής τον ρώτησε κατά πόσο αποδέχεται τις υποχρεώσεις του και ο ίδιος δεν αποδέχτηκε να του απαντήσει. Η θέση αυτή του Εφεσείοντα επιβεβαιώνεται από την Αυγουστή. Ενδεχομένως δεν ήταν η καταλληλότερη προσέγγιση από τον διαιτητή, όμως, ούτε αυτό καταγράφεται στα πρακτικά. Επομένως, είτε ειπώθηκε πριν την έναρξη της διαδικασίας, είτε τα πρακτικά δεν ανταποκρίνονται στο τι πραγματικά διαδραματίστηκε. Αναφέρεται ακόμα από την Αυγουστή ότι κατά την ακροαματική διαδικασία ο Εφεσείοντας παρουσίασε μια επιστολή ημερ. 17.12.
  2. Στα πρακτικά γίνεται αναφορά σε επιστολή ημερ. 19.12.2013 προδήλως εκ παραδρομής. Το σημαντικότερο είναι ότι η Αυγουστή αναφέρει ότι ο διαιτητής απέρριψε την επιστολή ημερ. 17.12.2013, κάτι που δεν αντικατοπτρίζεται στα πρακτικά. Περαιτέρω, όπως ανέφερε η Αυγουστή, ο Εφεσείοντας εκστόμιζε άσχετες δηλώσεις. Ούτε αυτές ή έστω περιγραφή αναφορά ότι προέβαινε σε άσχετες δηλώσεις δεν καταγράφεται στα πρακτικά. Εγείρεται με την αγόρευση των δικηγόρων του Εφεσείοντα ζήτημα ότι ο διαιτητής δεν είχε δικαίωμα ή εξουσία να εκδώσει διάταγμα εκποίησης υποθήκης. Όπως η διαιτητική απόφαση περιγράφεται στις εξαιτούμενες θεραπείες δεν αναφέρεται σε οιαδήποτε υποθήκη. Στην κοινοποίηση της διαιτητικής απόφασης γίνεται αναφορά στην υποθήκη Υ1443/2008 αλλά δεν αναφέρεται πως έχει εκδοθεί οιονδήποτε διάταγμα για την εκποίηση της. Η αναφορά δεν έχει νόημα παρά το ότι εκ των πραγμάτων μπορεί κάποιος να υποθέσει ή ήθελε να πει ο διαιτητής. Αναφέρεται: «Πληρωθεί από εσάς και την Υποθήκη με αριθμό Υ1443/2008 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού ΛΤδ το ποσό των €522.970,56 πλέον τόκοι προς 9% ετησίως από 19/11/2013 μέχρι εξοφλήσεως, κεφαλαιοποιούμενοι δύο φορές το χρόνο την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι πλήρους εξόφλησης, πλέον έξοδα €200». Το ίδιο λεκτικό αναφέρεται και στα πρακτικά ημερ. 19.12.2013 που το Ταμιευτήριο παρουσίασε. Σε κάθε περίπτωση για δύο λόγους δεν θα μπορούσε να εξεταστεί τέτοιο ζήτημα. Αφενός γιατί με τις εξαιτούμενες θεραπείες φαίνεται να περιορίζεται η Έφεση στο μέρος της για το οποίο επιδικάστηκε συγκεκριμένο χρηματικό ποσό εναντίον του Εφεσείοντα και αφετέρου γιατί δεν υπάρχει καταγραμμένος λόγος έφεσης που να αφορά την υποθήκη. Εντούτοις είναι σκόπιμο να γίνει αναφορά στην εν λόγω υποθήκη. Με την Ένορκη Δήλωση Αυγουστή έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι το ενυπόθηκο ακίνητο μεταβιβάστηκε από την Ελένη Βασίλη, μητέρα του Εφεσείοντα, στον τελευταίο την 26.3.2008 σύντομα μετά τη σύναψη του επιδίκου δανείου. Όμως η πληροφόρηση αυτή δεν φαίνεται να τέθηκε υπόψη του διαιτητή. Όπως αναφέρεται στα πρακτικά το μόνο σχετικό έγγραφο που τέθηκε υπόψη του διαιτητή ήταν το ίδιο το έγγραφο της υποθήκης στο οποίο αναφερόταν ως ιδιοκτήτρια η Ελένη Βασίλη. Το γεγονός επιβεβαιώνει την προχειρότητα της διαδικασίας. Οι λόγοι έφεσης 4 και 5 αφορούν στην ουσία της διαφοράς και στο ποσό το οποίο επιδικάστηκε. Ο Εφεσίβλητος παραπονείται πως επιδικάστηκαν εναντίον του παράνομοι τόκοι και άλλες χρεώσεις. Παρουσιάστηκε, όπως αναφέρεται στα πρακτικά, η σχετική συμφωνία δανείου και η κατάσταση λογαριασμού του δανείου. Δεν καταγράφεται στο σημείο όπου καταγράφεται η ετυμηγορία του διαιτητή κάποιος συλλογισμός ή σκέψη που οδήγησε στην αποδοχή του συνόλου των χρεώσεων που επέβαλε το Ταμιευτήριο. Από την άλλη δεν αναφέρεται στα πρακτικά ότι ο Εφεσείοντας ήγειρε τέτοιο ζήτημα αφού, όπως προειπώθηκε, στα πρακτικά απλά σημειώνεται ότι είχε ειδοποιηθεί με προσωπική επίδοση. Σε κάθε περίπτωση ο διαιτητής όφειλε να εξετάσει κάθε πτυχή της υπόθεσης και να εξεύρει ότι το Ταμιευτήριο δικαιούτο στο κάθε επιμέρους ποσό που διεκδικούσε προτού το επιδικάσει. Δεν υπάρχουν καταγραφές στα πρακτικά που περιλαμβάνουν την απόφαση του που να επιτρέπουν εξέταση του επιμέρους ζητήματος. Η Αυγουστή σχολιάζει στην Ένορκη της Δήλωση ότι ο Εφεσείοντας δεν αποδέχθηκε να απαντήσει στον διαιτητή κατά πόσο αποδέχεται το επίδικο δάνειο και τις υποχρεώσεις του για να αποφύγει την έκδοση διαιτητικής απόφασης κατόπιν δικής του παραδοχής. Ακόμα και έτσι, η υπόθεση και κάθε πτυχή που την αφορά όφειλε να αποδειχθεί εναντίον του. Η θέση ότι δεν αρνήθηκε ούτε την ύπαρξη της ευθύνης ούτε το ύψος του επίδικου χρέους είναι άτοπη εφόσον δεν απάντησε θετικά ότι αποδεχόταν το χρέος. Εφόσον δεν αντηλλάγησαν δικόγραφα και δεν έγιναν παραδοχές γεγονότων όλα ήταν επίδικα και έχρηζαν σχετικού ευρήματα από τον διαιτητή. Με τον λόγο έφεσης 12 εγείρεται ζήτημα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας. Το παρουσιασθέν πρακτικό που περιλαμβάνει και την διαιτητική απόφαση επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Τίποτε δεν καταγράφεται που να υποδηλώνει την όποια αιτιολογία. Στο έγγραφο που αποτυπώνει τη διαιτητική απόφαση (ΚΑ16) αναφέρεται το εξής κείμενο πριν το διατακτικό μέρος: «Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και σύμφωνα με τους όρους του Γραμματίου και των εγγράφων Υποθήκης και τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν κατατεθεί στη Διαιτησία από την κ. Κίκα Αυγουστή Τμηματάρχη Γ΄ και τον κον Μάριο Τσαγγάρη Γραφέα (Τμήματος Χρεών), της Αιτήτριας Εταιρείας, και έχουν μονογραφηθεί, αποφασίζω τα εξής». Πέραν του ότι ενδεχομένως το κείμενο δεν συνιστά ουσιαστική αιτιολογία, παρατηρείται ότι αυτό δεν αναφέρεται στα πρακτικά και είναι άξιο απορίας πως και γιατί εισάχθηκε στο έγγραφο που φέρεται να αποτυπώνει την απόφαση. Είτε τα πρακτικά είναι ανακριβή και αναξιόπιστα, είτε το πιο πάνω κείμενο εισάχθηκε εκ λάθους ή εκ του πονηρού. Οι τελευταίες επισημάνσεις ενισχύουν την πεποίθηση ότι τα πρακτικά δεν αποκαλύπτουν τη διεξαγωγή μιας διαιτητικής διαδικασίας όπως ο νόμος ορίζει αλλά μια συνοπτική επικύρωση των θέσεων του Ταμιευτηρίου. Δεν αποκαλύπτουν τα πρακτικά ότι τηρήθηκαν τα εχέγγυα μιας δίκαιας δίκης. Στην Μελανής Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Π.Ε. 416/2012, ημερ. 15.4.2016, αναφέρεται ότι: «Ο Διαιτητής ασκεί οιωνεί δικαστικό καθήκον (βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacoy Ltd κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 717). «Ο Διαιτητής θα πρέπει να είναι προσηλωμένος και να συμμορφώνεται αυστηρά με τους όρους του διορισμού (βλ. Winter v. White
(1819)1 B & B 350, 357). Ως λειτουργός του Δικαστηρίου είναι υποχρεωμένος να τηρεί τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες. Διαφορετικά θα προέκυπτε κίνδυνος δημιουργίας ενός συστήματος διαιτητικού δικαίου, ανεξάρτητου και ίσως διαφορετικού από το νόμο και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται στα δικαστήρια της χώρας, με απρόβλεπτες συνέπειες, μια και ο κάθε διαιτητής θα μπορούσε να εφαρμόζει κανόνες, τόσο του ουσιαστικού, όσο και του δικονομικού δικαίου, που κατά τη δική του κρίση τυγχάνουν εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται η ισονομία, βασική αρχή του δικαίου.» Ως εκ των ανωτέρω η Έφεση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της διαιτητικής απόφασης ημερ. 19.12.2013 που εκδόθηκε υπέρ των Εφεσιβλήτων και εναντίον του Εφεσείοντα. Τα έξοδα της Έφεσης επιδικάζονται υπέρ του Εφεσείοντα και εναντίον των Εφεσιβλήτων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της Έφεσης και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) .............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Έφεση εναντίον διαιτητικής απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.